Εξιλέωση

Gardner Dozois
Solace (1989)
Μετάφραση: Αριάνα Μπεγνή

Ο Κλάιστερμαν πήρε ένα Ζέπελιν για το Ντένβερ, μια ανταπόκριση για το Πουέμπλο και μετά συνέχισε με ένα θορυβώδες τοπικό λεωφορείο ώς τη Σάντα Φε. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο από πρόσφυγες Ανγγλος οι οποίοι προτιμούσαν τη ζωή του μετανάστη εργάτη στα χωράφια από αυτή στα στρατόπεδα πρoσφύγων στην Οκλαχόμα' λίγοι Καμποτζιανοί, μερικοί Ινδιάνοι και κάποιοι από τους φτωχότερους Ισπανόφωνους, κυρίως μιγάδες - άνεργοι οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι η Απελευθέρωση θα σήμαινε και την εκπλήρωση των ονείρων τους, αλλά που αντί γι' αυτό βρέθηκαν απλώς να δουλεύουν για λογαριασμό πλουσίων Μεξικάνων αφεντικών παρά για εκατομμυριούχους Ανγγλος. Οι περισσότεροι από τους επιβάτες είχαν περάσει τα σύνορα για να κατασπαταλήσουν τα κουπόνια της δουλειάς τους στο Ντένβερ ή στο Κάνον Σίτυ και τώρα ήταν στο δρόμο της επιστροφής τους προς το Αζτλάν για μια ακόμα βδομάδα συγκομιδής. Είχαν βουλιάξει στα καθίσματά τους σκυθρωποί, μερικοί λιπόθυμοι από το ποτό ή το god food, που ροχάλιζαν ήδη, και πολλοί τυλιγμένοι σε κάπες ή σε παλιές στρατιωτικές κουβέρτες, προσπαθώντας να προφυλαχθούν από την αυξανόμενη ψύχρα της βραδιάς.

Αγνοούσαν τον Κλάιστερμαν, μ' όλο που, παρά τα προσεκτικά διαλεγμένα ανώνυμα ρούχα του, δεν φαινόταν για εργάτης γης - και ο Κλάιστερμαν το προτιμούσε έτσι.

Το λεωφορείο ήταν σαραβαλιασμένο και παλιό, τα καθίσματα σπασμένα, η γλοιώδης ταπετσαρία βινυλίου μύριζε ιδρώτα, καπνό και παλιό κάτουρο. Το σήμα των Greyhound είχε ξεφλουδιστεί από τη μια πλευρά και είχε αντικατασταθεί από το VIAJANDO ΑΖΤLΑΝ. Το λεωφορείο διέσχιζε με θόρυβο το απέραντο λιβάδι μέσα στην παγερή νυχτιά, με μια εκπληκτική βραδύτητα, τρικλίζοντας και αγκομαχώντας, το κιβώτιο ταχυτήτων έκανε περίεργους ήχους και θορύβους κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Το καλoριφέρ δεν λειτουργούσε, ούτε και τα εσωτερικά φώτα. Παρ' όλα αυτά ο Κλάιστερμαν καθόταν στωικά. χωρίς να κινείται καθώς το ένα μετά το άλλο ηχηρά ραδιόφωνα σιωπούσαν και τα μωρά που έκλαιγαν άρχισαν να ησυχάζουν, μέχρι που ο Κλάιστερμαν έμεινε μόνος του ξύπνιος μέσα στο ψυχρό σκοτάδι. Τα μάτια του έλαμπαν στις σκιές, έπαιζαν αδιάκοπα χωρίς ποτέ να κλείνουν. Σε κάποιο σημείο πέρασαν τη Frontera Libertad, τη Γραμμή Ελευθερίας, και τον κυρίως συμβολικό φράχτη της από αλυσίδες, και σταμάτησαν σ΄ ένα σημείο ελέγχου. Ένα ανδροειδές κοίταξε μέσα, και το μεγάλο ανέκφραστο οβάλ πρόσωπό του αντανακλούσε μια συγκρατημένη έξαψη σαν ένα μουντό κοκκινωπό φεγγάρι΄ τους περιεργάστηκε για ένα λεπτό και μετά τους έγνεψε να περάσουν.

Νότια των συνόρων, σ' αυτό που κάποτε ήταν το Κολοράντο, άρχισαν ν' ανεβαίνουν αργά τη μακριά απότομη πλαγιά και να πλησιάζουν στο Ράτον Πας' το λεωφορείο τρανταζόταν και βογκούσε όπως μια ψυχή στην κόλαση. Ο Κλάιστερμαν αισθανόταν τώρα φοβερά εξαντλημένος, παρ' όλα αυτά κοιμήθηκε ελάχιστα, όπως πάντα. Είχε την εντύπωση ότι κάθε φορά που το κεφάλι του έγερνε και τα μάτια του έκλειναν, ολοζώντανα πρόσωπα θα ξεπηδούσαν πίσω από τα βλέφαρά του, πρόσωπα που δεν ήθελε να αντιμετωπίζει ή να σκέφτεται, κι έτσι το κεφάλι του θα τιναζόταν πάλι, τα μάτια του θα άνοιγαν διάπλατα σαν ρολά απότoμα αφημένα. Όπως πάντα, φοβόταν να ονειρευτεί... πράγμα που τόνιζε την πικρή ειρωνεία της τωρινής αποστολής του. Έτσι, τσιμπούσε τον εαυτό του ανελέητα για να μείνει ξύπνιος, καθώς το παλιό λεωφορείο ανέβαινε αγκομαχώντας το ψηλό πέρασμα του βουνού προς το Οροπέδιο του Κολοράντο.

Στο Ράτον το λεωφορείο σταμάτησε για να ανεφοδιαστεί με μεθάνιο. Η πόλη ήταν σκοτεινή και φαινομενικά ερημωμένη' το μόνο φως που υπήρχε ήταν μια αδύνατη λάμπα στο παράθυρο ενός ετοιμόρροπου κτιρίου το οποίο χρησίμευε σαν αποθήκη καυσίμων. Ο Κλάιστερμαν κατέβηκε από το λεωφορείο και βγήκε έξω από τον κύκλο του φωτός για να κατουρήσει. Έκανε πoλύ κρύο, και στον αναποδογυρισμένο μαύρο θόλο του ουρανού στραφτάλιζαν ένα εκατομμύριο παγωμένα άστρα, περισσότερα από όσα ο Κλάιστερμαν είχε δει ποτέ. Δεν ακουγόταν κανένας άλλος ήχος παρά το απόμακρο βουητό του ψυχρού ανέμου ανάμεσα στα δέντρα των γύρω λόφων. Το κάτουρό του άχνισε στη γαλακτερή αστροφεγγιά. Καθώς κοίταζε, ένα από τα αστέρια ξαφνικά και αθόρυβα φεγγοβόλησε με μια λαμπρότητα διαμαντιού, μια ντουζίνα φορές πιο λαμπρό από ό,τι ήταν' μετά εξασθένησε σβήνοντας και χάθηκε. Ο Κλάιστερμαν ήξερε ότι κάπου εκεί έξω ένας δορυφόρος-δολοφόνος είχε βρει τη λεία του' εκεί έξω όπου οι πολυεθνικές και τα τραστ έδιναν τη μάχη για το σιωπηλό ακήρυκτο πόλεμό τους, με όπλα πολύ πιο φανερά απ' αυτά που συνήθως επέτρεπαν στους εαυτούς τους να χρησιμοποιήσουν στη Γη. Ο άνεμος γύρισε, φυσώντας μέσα από το ψηλό φαράγγι τώρα, περονιάζοντάς τον ώς το κόκαλο και φέρνοντας μαζί του τα ουρλιαχτά των λύκων' μια κραυγή άγρια που έκανε τις τρίχες της ραχοκοκαλιάς του να σηκωθούν παρά τη θέλησή του. Κι όμως δεν ήταν παρά μακρινά ξαδέλφια των σκύλων' απλώς σκύλοι που μιλούσαν ο ένας στον άλλο μέσω του ανέμου. Αισθάνονταν ακόμη την ίδια ανατριχίλα.

Με το χαλίκι να τρίζει κάτω από τα πόδια του, ο Κλάιστερμαν επέστρεψε στο λεωφορείο και σκαρφάλωσε μέσα, όπου ξαναβρήκε το κατάσκληρο κάθισμά του στο σκοτάδι. Παρά το πραγματικά τσουχτερό κρύο, η ατμόσφαιρα μέσα στο λεωφορείο ήταν βαριά και αποπνικτική, μύριζε κλεισούρα, ύπνο, βαριές ανάσες, χυμένο κρασί, ιδρώτα, καπνό από τσιγάρα και μαριχουάνα και σκόρδο. Κουλουριάστηκε τυλιγμένος στο πανωφόρι του, τρέμοντας και διερωτώμενος τίνος δορυφόρος ή σταθμός μόλις χάθηκε, και αν κάποιος από τους παλιούς συναδέλφους του είχε κάποια σχέση με το σχεδιασμό ή την εκτέλεση της επιδρομής. 'Ισως. Πιθανότατα. Για μια ακόμα φορά έπρεπε να παλέψει κατά της νύστας, παρά το κρύο. Σε κάποια στιγμή, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε έξω από το παράθυρο, και να που η Μελίσσα ήταν εκεί έξω, στο αστραφτερό ασημί φεγγαρόφωτο, να στέκεται δίπλα στο λεωφορείο και να τον κοιτά' και τότε κατάλαβε ότι δεν είχε καταφέρει να κρατηθεί ξύπνιος και για μια ακόμα φορά τινάχτηκε διώχνοντας τον ύπνο του για να βρεθεί ξανά στην αποπνικτική, πνιγηρή σκοτεινιά του λεωφορείου. Οι άλλοι επιβάτες στριφογύριζαν στα καθίσματά τους, μουρμούριζαν και έκλαναν. Το φεγγάρι είχε εμφανιστεί, ένα τεράστιο, χλωμό φεγγάρι που τσαλαβουτούσε μέσα σ' έναν ταραγμένο ποταμό από γκρίζα σύννεφα. Η Μελίσσα όμως είχε φύγει. Δεν είχε παρουσιαστεί εκεί. Δεν θα ξαναπαρουσιαζόταν πουθενά, ποτέ πια. Ο Κλάιστερμαν συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να αποκοιμιέται και πάλι. Πίεσε το πρόσωπό του στο ψυχρό τζάμι του παραθύρου προσπαθώντας να διώξει τη νύστα του. Δεν θα ονειρευόταν. Όχι τώρα. Όχι ακόμη.

Το λεωφορείο έμεινε ακίνητο στη σιωπηλή πόλη για μία, δύο, τρεις ώρες, για κάποιο λόγο που ο Κλάιστερμαν δεν μπορούσε να εξακριβώσει, και σε κάποια στιγμή ο οδηγός εμφανίστηκε και πάλι, ένας Θεός ξέρει από πού, πήδησε μέσα μουρμουρίζοντας και βρίζοντας, κοπάνησε την πόρτα και, γυρίζοντας το κλειδί, η μηχανή άρχισε πάλι να κάνει το γνώριμο σαματά της.

Προχώρησαν μέσα στη νύχτα κάνοντας αρκετή φασαρία, κατεβαίνοντας αργά τις κορδέλες της πλαγιάς και βγαίνοντας από τα βουνά. Κάπου-κάπου σταματούσαν εδώ κι εκεί σε μικρά χωριά και κοινότητες για να κατεβάσουν επιβάτες. Οι μεθυσμένοι εργάτες έβγαιναν αμίλητοι από το λεωφoρείο και εξαφανίζονταν σαν πνεύματα μέσα στο σκοτάδι. Όλη αυτή την ώρα o Κλάιστερμαν κοιμόταν για κλάσματα δευτερολέπτου. Σε κάποια στιγμή ξύπνησε και είδε ότι τα παράθυρα είχαν βαφτεί κόκκινα' κόκκινα σαν να ήταν πλημμυρισμένα με φρέσκο αίμα, και σκέφτηκε ότι κοιμόταν ακόμα. Δεν ήταν όμως παρά η αυγή που φαινόταν από τους άγονους λόφους της ανατολής. Συνέχισαν έτσι, μέσα από την αιματοβαμμένη αυγή, προς τη Σάντα Φε.

Ο Κλάιστερμαν κατέβηκε πιασμένος από το λεωφορείο όταν έφτασαν. Ο ήλιος δεν είχε ζεστάνει ακόμη τον αέρα. Έκανε κρύο. Στους δρόμους βασίλευε ένα άτονο, γκριζωπό φως, μέσα από το οποίο μπορούσες να μισοδιακρίνεις φιγούρες που κινούνταν με την άκαμπτη ακρίβεια των ανθρώπων που ξυπνούν πολύ νωρίς ένα ζωηρό πρωινό. Ο Κλάιστερμαν βρήκε ένα παλιό καφέ, ένα τετράγωνο μακριά από τη στάση του λεωφορείου, και παρήγγειλε αβγά κι ένα μπωλ πράσινο τσίλι. Του σέρβιρε μια βλοσυρή Ανγγλο γριά που φορούσε ένα ξεθωριασμένο μπλουζάκι των Grateful Dead. Ασυνήθιστο για τη Σάντα Φε, αλλά το φαγητό ήταν απαίσιο καθώς μύριζε ταγγισμένο λίπος και στάχτες. Παρ' όλα αυτά, ο Κλάιστερμαν το τσιμπολογούσε μηχανικά, παίρνοντάς το σχεδόν σαν φάρμακο. Σαν καύσιμο. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που ευχαριστήθηκε πραγματικά ένα γεύμα; Όλα τα φαγητά του φαίνονταν απαίσια αυτές τις μέρες. Πόσο καιρό είχε να κοιμηθεί μια ολόκληρη βραδιά; Το χέρι του έτρεμε καθώς έβαζε ζάχαρη στον πικρό σικορέ καφέ του. Ήταν πάντα ψηλός, λεπτός και κοκαλιάρης, αλλά η εικόνα που έβλεπε από την εσωτερική μεριά της βιτρίνας του καφέ τον έδειχνε κάτισχνο, αποστεωμένο, σχεδόν πεθαμένο. Είχε χάσει πολύ βάρος. Αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί... Σκυθρωπά έκανε νοητά έναν έλεγχο στις προετοιμασίες του για μια ακόμα φορά. Αυτή τη φορά ήταν πάρα πoλύ προσεκτικός σε σχέση με ό,τι μπορούσε να βοηθήσει στην εντόπισή του. Είχε κάνει τις επαφές του με εξαιρετική προσοχή. Δεν θα υπήρχαν προβλήματα.

Έφυγε από το καφέ. Το φως τώρα ήταν πιο γαλάζιο, οι σκιές γυαλιστερές μαύρες και πιο έντονες, ο ουρανός καθαρός και σκούρος μπλε. Ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμη ψηλά, αλλά οι δρόμοι ήταν ήδη γεμάτοι από ανθρώπους. Οι Μεξικανοί στρατιώτες βρίσκονταν φυσικά παντού με τις κωμικές τους στολές όπερας, τόσο γελοία φανταχτερές που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις έναν απλό στρατιώτη από ένα στρατηγό. Περιοδεύοντες Σουηδοί εθνικοί, καθένας με το άλικο τατουάζ - διακριτικό σήμα του βασιλιά - στο δεξί του μάγουλο, πράγμα που έδειχνε ότι ήταν πάνω από τους περισσότερους τοπικούς νόμους. Συμμορίες από κοκαλιάρικα Καμποτζιανά παιδιά με σκέητμπορντ περνούσαν σαν αστραπή με επιδέξιους ελιγμούς ανάμεσα στο πλήθος φωνάζοντας το ένα στο άλλο ακατανόητες φράσεις-ριπές στα Ισπανικά. Ένας Ινδιάνος με πλατύ πρόσωπο έσκυψε από μια είσοδο μαγαζιού και τα έβρισε στα Βιετναμέζικα, κουνώντας τους τη γροθιά του. Δύο χίμαιρες έκαναν επίδειξη στον Κλάιστερμαν, φουσκώνοντας τις κουκούλες τους και σφυρίζοντας γεμάτες παιχνιδιάρικη κακία, καθώς όμως αυτός συνέχισε να περπατά κατά πάνω τους ανενόχλητος, γλίστρησαν και πάλι στο πλάι. Αυτό ήταν το είδος της ορθάνοιχτης, χωρίς κανονισμούς, πόλης όπου θα μπορούσε να βρει αυτό που χρειαζόταν. Εκεί έξω στις παρυφές, στα διάκενα των παγκόσμιων δικτύων όπου τα πράγματα δεν παρακολουθούνταν τόσο στενά όσο αλλού, μια και η πόλη δεν ήταν πια μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά στην ουσία ούτε εντελώς προσαρτημένη στο Παλιό Μεξικό, με περιορισμένη την επίσημη παρουσία των πoλυεθνικών και βρίθοντάς από τη μαύρη αγορά χρήματος.

Διέσχισε την πλατεία, όπου δέσποζε το παλιό Παλάτι των Κυβερνητών, το οποίο είχε δει πρώτα Ισπανούς, μετά Ανγγλος και τώρα Μεξικανούς κατακτητές να έρχονται και να φεύγουν. Γκριζόμαυρες μάζες σύννεφων ξεπρόβαλλαν πάνω από τις κορυφές των βουνών Σάνγκρε ντε Κρίστο, τα οποία με τη σειρά τους κυριαρχούσαν πάνω στην πόλη. Ένας καινούριος οικισμός είχε χτιστεί στα νοτιοανατολικά, στην απόμακρη μεριά του κυρίως ξερού ποταμού Σάντα Φε' τεράστιες κατασκευές περίεργων γεωμετρικών σχημάτων, σειρές ομοιόμορφων σπιτιών και τετραέδρων. Εδώ όμως στην παλιά πόλη τα κτίρια ήταν πλίνθινα ή ψευτοπλίνθινα και βαμμένα άσπρα, ροζ ή πορτοκαλιά. Πέρασε ανάμεσα από αναρίθμητα μικρά δρομάκια και εσωτερικές αυλές από την άλλη μεριά της πλατείας. Καθώς απομακρυνόταν, ο θόρυβος της πλατείας έσβηνε πίσω του, μέχρι που έφτασε σ' ένα στενό ξεθωριασμένο πλίνθινο κτίριο, όπου σε μια μικρή μπρούτζινη πλάκα μπορούσε κανείς να διαβάσει: δρ Ω - Σ'ΥΜΒΟΥΛΕΣ.

Τρέμοντας λιγάκι, ο Κλάιστερμαν ανέβηκε από μια σκονισμένη σκάλα σ' ένα γραφείο στον τρίτο όροφο στο βάθος ενός μεγάλου, σκοτεινού διαδρόμου. Ο δρ Ω αποδείχτηκε πως ήταν ένας από αυτούς τους λεπτούς, χωρίς ηλικία Ανατολίτες άντρες απροσδιόριστης εθνικότητας, που μπορεί να είναι πενήντα ή ογδόντα χρονών. Ξερακιανός, νοικοκυρεμένος, στεγνός, φλεγματικός. Το όνομά του ήταν κινέζικο, αλλά ο Κλάιστερμαν υποπτεύθηκε ότι πιθανότατα ήταν Βιετναμέζος, καθώς τα Αγγλικά του είχαν μια πολύ ελαφριά γαλλική προφορά. Είχε θλιμμένο πρόσωπο και σκληρά μάτια. Ένα ανοιχτό παράθυρο χωρίς ρολά έβλεπε έξω από τον παχύ πλίνθινο τοίχο σε μια εσωτερική αυλή με έναν κήπο από κάκτους. Τα έπιπλα ήταν απρόσωπα και καλοδιατηρημένα, το χαλί σκονισμένο και τριμμένο, αλλά ένα εκπληκτικό ολόγραμμα της Λατρείας των Μάγων του Μποτιτσέλι κινήθηκε και έλαμψε με παστέλ χρώματα στους γυμνούς λευκούς τοίχους΄ το καλόγουστο διακριτικό ανκχ σκουλαρίκι στο λοβό του αριστερού αυτιού του γιατρού θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από ασήμι. Δεν υπήρχε ρεσεψιονίστας, παρά μόνο ένα γραφείο μ' ένα σύστημα οn line, μερικές ξεβαμμένες πολυθρόνες και o δρ Ω.

Ο Κλάιστερμαν ένιωθε την καρδιά του να χτυπά τρελά και την όρασή του να θoλώνει καθώς αυτός και ο δρ Ω είχαν εμπλακεί σ' ένα δαίδαλο υπαινιγμών, υπoνοούμενων και μισοειπωμένων πραγμάτων. Κρυπτογραφημένες λέξεις και προτάσεις αναφέρονταν στη ροή της συζήτησης με έντεχνη ανεμελιά, σύνδεσμοι κατoνομάζονταν, αναφορές γίνονταν και συζητιούνταν. Ο δρ Ω κινιόταν με εξαιρετική επιφυλακτικότητα και προσοχή, όντας έτοιμος να ξεφύγει ανά πάσα στιγμή και φροντίζοντας να μπορεί να δοθεί στα λεγόμενά του μια τελείως αθώα ερμηνεία, ενώ ο Κλάιστερμαν είχε σαρωθεί από αλλεπάλληλα κύματα ανυπομονησίας, εξάντλησης και ανίας. Στο τέλος, παρ' όλα αυτά, έφτασαν σ' ένα σημείο στο οποίο ήταν αδύνατον πλέον να κρύβονται πίσω από το πρόσχημα ότι ο Κλάιστερμαν είχε έρθει εκεί για κάποιο νόμιμο σκοπό, ένα σημείο πέρα από το οποίο οι δύο άντρες δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς να πάρουν κάποια θέση. Ο δρ Ω αναστέναξε, έκανε μια μοιρολατρική χειρονομία και είπε:

«Λοιπόν, κύριε» - έριξε μια ματιά στην κάρτα που βρισκόταν πάνω στο γραφείο του - «Ραμίρεθ, τι μπορώ να κάνω για σας;»

Ο τρόμος, τότε, κυρίεψε τον Κλάιστερμαν. Σχεδόν, σχεδόν σηκώθηκε και το έβαλε στα πόδια. Καθώς όμως απώθησε τον ενστικτώδη φόβο, η ενοχή, το μίσος για τον εαυτό του και ο θυμός τον πλημμύρισαν. 'Ενας μαύρος και δυνατός θυμός. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχε φανεί στο πρόσωπό του.
«Θέλω να με καταστρέψετε», απάντησε ήρεμα.

Ο δρ Ω φάνηκε στην αρχή έκπληκτος, μετά ανήσυχος - επανεκτιμώντας την κατάσταση για δείγματα κάποιας πιθανής παγίδας - μετά, ύστερα από μια παύση, απάντησε σχεδόν περίλυπος: «θα έπρεπε να σας πω ότι αυτό είναι κάπως εκτός των γνώσεών μας. Συνήθως μας ζητούν να προσφέρουμε απαγορευμένες φαντασιώσεις, μυστικές διαστροφές και περιστασιακά κάποια μικρή ακούσια τροποποίηση της συμπεριφοράς». Κοίταξε τον Κλάιστερμαν με περιέργεια. «Το σκεφτήκατε καλά; Εννοείτε πραγματικά αυτό που λέτε;»

Ο Κλάιστερμαν ήταν ψυχρός σαν πάγος τώρα, παρ' όλο που τα χέρια του έτρεμαν ακόμα. «Ναι, το εννοώ. Ήμουν στη δουλειά. Ήμουν χειριστής, έτσι μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι καταλαβαίνω απολύτως τις συνέπειες. θέλω να πεθάνω. Θέλω να με σκοτώσετε. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Α! όχι». Ο Κλάιστερμαν έσκυψε μπροστά, το κάτισχνο πρόσωπό του ήταν γεμάτο ένταση. Η φωνή του υψώθηκε. «Θέλω να με καταστρέψετε. Θέλω να με κάνετε να υποφέρω. Είστε ένας χειριστής, ένας ειδικός, καταλαβαίνετε τι εννοώ. Όχι μόνο πόνο. Ο καθένας μπορεί να το κάνει αυτό. Θέλω να με κάνετε να πληρώσω».

Ο Κλάιστερμαν σωριάστηκε στην καρέκλα του και έκανε μια κουρασμένη χειρονομία. «Ξέρω ότι μπορείτε να το κάνετε. Ξέρω ότι το έχετε κάνει. Ξέρω ότι είστε διακριτικός. Και όταν θα έχετε τελειώσει με μένα, εκατό χρόνια υποκειμενικά από τώρα, μπορείτε να ξεφορτωθείτε το σώμα μου - διακριτικά - και κανένας δεν θα μάθει ποτέ τι συνέβη. Θα είναι σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ». Η φωνή του σκλήρυνε. «Σαν να μην είχα ποτέ γεννηθεί. Μακάρι να μην είχα».

Ο δρ Ω έκανε έναν επιφυλακτικό θόρυβο, κροτάλισε τα δάχτυλά του σκεφτικά. Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο σαν στη ζωή του να είχε φτιαχτεί για να βλέπει περισσότερο βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή από ότι τον ενδιέφερε. Τα μάτια του έλαμψαν με ενδιαφέρον. Μετά από μια ευγενική παύση είπε: «Πρέπει να είστε απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, γιατί αργότερα δεν θα υπάρχει επιστροφή. Είστε σίγουρος ότι δεν θα αναθεωρήσετε;»

Ο Κλάιστερμαν έκανε μια ανυπόμονη, απελπισμένη χειρονομία. «Θα μπορούσα να είχα φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι μου οποιαδήποτε στιγμή, άλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Δεν είναι αρκετό, καθόλου αρκετό. Πρέπει να υπάρξει τιμωρία, πρέπει να υπάρξει αποκατάσταση. Πρέπει να πληρώσω για όσα έκανα. Μόνον έτσι θα μπορέσω να εξιλεωθώ».

«Ακόμα κι έτσι...» είπε ο δρ Ω με αμφιβολία.

Ο Κλάιστερμαν σήκωσε το χέρι του. Προχωρώντας με περισυλλογή, έβαλε το χέρι του σε μια εσωτερική τσέπη κι έβγαλε μια κωδικοποιημένη πιστωτική ταινία. «Όλα μου τα περιουσιακά στοιχεία», είπε. «Και είναι σημαντικά». Κράτησε λίγο την ταινία ψηλά για να τη δείξει και μετά την πρόσφερε στον δρα Ω. «Θέλω να με καταστρέψετε», είπε.

Ο δρ Ω αναστέναξε. Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, κοίταξε πάνω. Στο πρόσωπό του ήταν διάχυτη η αμηχανία. Στο τέλος. όμως πήρε την ταινία.

Ο δρ Ω οδήγησε τον Κλάιστερμαν ευγενικά σ' ένα διπλανό δωμάτιο. Όση ώρα o Κλάιστερμαν έβγαζε τα ρούχα του, στεκόταν απόμερα υπομονετικά, κάπως θλιμμένα. Μ' ένα απαλό άγγιγμα, ένα μεγάλο μεταλλικό αβγό υψώθηκε από το πάτωμα, άνοιξε τα πέντε πέταλά του σαν λουλούδι κι έβγαλε ένα στενό μεταλλικό πάγκο ή ράφι. Ο δρ Ω έκανε μιαν απότομη χειρονομία. Ο Κλάιστερμαν ξάπλωσε στον πάγκο μορφάζοντας καθώς το γυμνό του σώμα ήρθε σε επαφή με το ψυχρό μέταλλο. Ο δρ Ω έσκυψε από πάνω του, το πρόσωπό του τώρα ήταν απόμακρο, και οι κινήσεις του ξαφνικά ακριβείς, σαν να αποφάσισε να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Τοποθέτησε απαλά δύο κομμάτια ύφασμα, πρώτα στο αριστερό μάτι του Κλάιστερμαν και μετά στο δεξί. Ένιωσε κάποια κίνηση, και ο Κλάιστερμαν ήξερε πως το μεταλλικό ράφι γλιστρούσε πίσω στη μηχανή, η οποία θα μαζευόταν γύρω από αυτό, τα πέταλά του θα έκλειναν σφιχτά μέχρι να σχηματίσουν ένα ατσάλινο αβγό χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, μ' αυτόν στο εσωτερικό τους.

Σκοτάδι. Ησυχία.

Στην αρχή ο Κλάιστερμαν ένιωθε ότι ήταν κάπου έγκλειστος, αισθανόταν την υφή του μετάλλου κάτω από την πλάτη του, μπορούσε ακόμα να αναδευτεί λιγάκι, να κουνήσει τα δάχτυλά του ανυπόμονα. Σε λίγο όμως το δέρμα του άρχισε να μουδιάζει σ' όλο του το σώμα, καθώς οι πανάλαφροι καθετήρες έρχονταν σ' επαφή με τις απολήξεις των νεύρων του. Όταν το μούδιασμα άρχισε να φεύγει, έχασε κάθε άλλη αίσθηση. Δεν μπορούσε πια να αισθανθεί το σώμα του, να κινηθεί' δεν ήθελε πια να κινηθεί. Δεν είχε πια σώμα. Ήταν τίποτα. Ούτε σκοτάδι, ούτε σιωπή, πια. Τίποτα. Ανυπαρξία. Ο Κλάιστερμαν αιωρείτο στο κενό, περιμένοντας ν' αρχίσει το μαρτύριο.

Αυτό το είδος μηχανής είχε πολλά ονόματα - εξομοιωτής, μηχανή ονείρων, σιδηρά παρθένα, αντικατοπτριστής, κουτί σκιών. Τροφοδοτούσε κωδικοποιημένα ερεθίσματα, μέσω των νεύρων του ατόμου, κατευθείαν στον εγκέφαλο. Μ' αυτήν o χειριστής μπορούσε να κάνει το θύμα να νιώσει οτιδήποτε. Πόνο, φυσικά. Οποιαδήποτε ποσότητα πόνου. Με τον εξομοιωτή σου δινόταν η δυνατότητα να βασανίσεις κάποιον μέχρι θανάτου πάλι και πάλι, για χρόνια υποκειμενικού χρόνου, χωρίς να του προκαλείς πραγματικές φυσικές κακώσεις' πράγμα όμως που δεν αποτελούσε παρηγοριά για το θύμα, μια και γι' αυτό η εμπειρία θα ήταν απαράλλακτη από την αντικειμενική πραγματικότητα. Βέβαια, οι περισσότεροι έμπειροι χειριστές σνόμπαραν αυτό το είδος τακτικής, θεωρώντας την απελπιστικά χοντροκομμένη και χωρίς φινέτσα. Όχι καλλιτεχνική. Ο πόνος δεν ήταν παρά μόνο μια χορδή με την οποία μπορούσες να παίξεις. Υπήρχαν πολλές άλλες. Το θύμα δεν είχε μυστικά, και έχοντας έτσι πρόσβαση στις βαθύτερές του επιθυμίες, καθώς και στους κρυφούς φόβους του, ο επιδέξιος χειριστής, ο τεχνίτης, ο έξυπνος μάστορας μπορούσε να επινοήσει σενάρια πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ότι ο πόνος.

Ο Κλάιστερμαν υπήρξε ένας τέτοιος χειριστής, ένας από τους καλύτερους. Οι συνάδελφοί του τον θαύμαζαν για την οξυδέρκεια, την εφευρετικότητα και την επιδεξιότητά του. Είχε «υποβάλει σε επεξεργασία», μυστικά, χιλιάδες άτομα για την πολυεθνική του, χωρίς ποτέ να νιώσει την παραμικρή τύψη, μέχρι που ξαφνικά μια μέρα, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, άρχισε. να αρρωσταίνει. Μετά από τους Ντόναλτσον, Ραμασουάρι και Κολ, τρεις ιδιαίτερα δύσκολες και δυσάρεστες δουλειές, αρρώστησε περισσότερο και για πρώτη φορά στη ζωή του άρχισε να κοιμάται δύσκολα, και όταν κοιμόταν έβλεπε άσχημα όνειρα. Την εποχή εκείνη, η Μελίσσα είχε γίνει κατά κάποιον τρόπο ο στόχος της έχθρας της εταιρείας, και είχε σταλεί σ' αυτόν για να την αναλάβει. Δικαιωματικά, θα μπορούσε να αρνηθεί τη δουλειά, μια και γνώριζε τη Μελίσσα και είχε -μαζί της μια σύντομη σχέση χρόνια πριν. Είχε όμως την επαγγελματική του υπερηφάνεια. Έτσι δεν αρνήθηκε τη δουλειά. Και κάπου μέσα, βαθιά στο μυαλό της, είχε βρει τον εαυτό του, τέτοιον όμως που ποτέ δεν είχε υπάρξει. Και τότε συνειδητοποίησε ότι ενώ γι' αυτόν η σχέση τους ήταν ασήμαντη, για κείνην ήταν πολύ πιο έντονα φορτισμένη' ότι στην ουσία τον είχε αγαπήσει πολύ και συνέχιζε να τον αγαπάει.

Η ανακάλυψη αυτή έβγαλε στην επιφάνεια το χειρότερο εαυτό του, και σ' έναν πυρετό άρρωστης υπερδιέγερσης δημιουργούσε γι' αυτήν το ένα σενάριο μετά το άλλο, τη μια ζωή μετά την άλλη. Το κάθε σενάριο ήταν κάποια παραλλαγή στο θέμα της αγάπης της γι' αυτόν' και κάθε φορά η συμπεριφορά «του» προς αυτήν στο σενάριο γινόταν χειρότερη, η προδοσία του φρικτότερη και πιο ταπεινωτική, ο πόνος, η ντροπή και η ψυχική οδύνη που της προκαλούσε μεγαλύτερα. Είχε στρέψει το σύμπαν εναντίον της με αλλόκοτους τρόπους, έτσι που σε μια ζωή πέθαινε σ' ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στο δρόμο προς το γάμο τους, στην άλλη πέθαινε αργά και βασανιστικά από καρκίνο, σε μιαν άλλη ήταν φρικτά παραμορφωμένη από φωτιά, σε κάποιαν άλλη είχε χτυπήσει και περιφερόταν για χρόνια σε μια βρωμερή ιδιωτική κλινική κ.ο.κ. Κάθε ζωή άρχιζε να χρωματίζει την επόμενη χωρίς ιδιαίτερες μνήμες ή υπάρξεις, παρά με ένα μόνο συναισθηματικό κατάλοιπο, μια απαίσια ενστικτώδη πεποίθηση ότι η ζωή ήταν μαύρη, πικρή και σκληρή, ότι δεν υπήρχε τίποτα να περιμένεις παρά την ήττα, την αθλιότητα και τον πόνο, ότι το παιχνίδι ήταν εξ αρχής στημένο εις βάρος σου - όπως στην πραγματικότητα ήταν. Αργότερα, κουρασμένος από τα περίπλοκα σενάρια, ακαταμάχητα δελεαζόμενος να παραβεί τις ίδιες τις αισθητικές αρχές του, άρχισε να τη χτυπά στα σενάρια - στην αρχή χαστουκίζοντάς την απλώς σε κρίσεις μέθης, μετά όμως χτυπώντας την πολύ, τόσο όσο να μπαίνει σε νοσοκομεία. Μετά, σε κάποιο σενάριο, είχε σηκώσει ένα μαχαίρι. Πολλές υποκειμενικές ζωές αργότερα, η καρδιά στο φυσικό της σώμα τελικά εξαντλήθηκε, και πέθανε μ' έναν τρόπο ο οποίος δεν ήταν περισσότερο πραγματικός από τις δεκάδες φορές που είχε πεθάνει πριν, μα που τουλάχιστον την έκανε απρόσιτη σ' αυτόν. Ταράχτηκε πολύ όταν ανακάλυψε στα μύχια του μυαλού της, κάτω από το φόβο, το μίσος, την πίκρα και τη θλίψη ότι τον αγαπούσε ακόμη, μέχρι το τέλος. Έσβησε τη μηχανή και ξύπνησε σαν από ένα πυρετώδες όνειρο, σαν να κατεχόταν από κάποιο δαίμονα διαστροφής ο οποίος είχε μόλις τώρα εξορκιστεί, για να βρεθεί στον ηχομoνωμένο θαλαμίσκο του με τον εξομοιωτή και το κορμί της Μελίσσας που πάγωνε.

Στην επόμενη δουλειά που του ανέθεσαν πρόδωσε την εταιρεία απελευθερώνοντας το θύμα παρά υποβάλλοντάς το σε «επεξεργασία», και από τότε βρισκόταν σε συνεχή φυγή. Διαπίστωσε ότι μπορούσε να κρυφτεί με επιτυχία από την πολυεθνική. Εκείνο που αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο ήταν να κρυφτεί από τον εαυτό του.

Φως εξερράγη μέσα στο κεφάλι του και χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο για να προσαρμοστεί η όρασή του και να συνειδητoποιήσει ότι το κάλυμμα του αριστερού ματιού του είχε αφαιρεθεί. Ο δρ Ω έσκυψε από πάνω του γεμίζοντας όλο το οπτικό του πεδίο σαν θεός. Αυτή τη φορά ο Κλάιστερμαν ένιωσε το τσούξιμο από το τσιρότο, καθώς ο δρ Ω αφαιρούσε και το άλλο κάλυμμα. Περισσότερο φως. Ο Κλάιστερμαν ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά του' αισθανόταν αποπροσανατολισμένος και μπερδεμένος. Βρισκόταν έξω από τη μηχανή, ο δρ Ω τον ταρακουνούσε και τον έβαζε να καθίσει. Ο δρ Ω έλεγε κάτι, αλλά ήταν ένας απροσδιόριστος, τραχύς και επίπονος θόρυβος για τ' αυτιά.. Τον έπιασε και πάλι, αλλά o Κλάιστερμαν απελευθερώθηκε από το πιάσιμό του. Κάθισε με το κεφάλι προς τα κάτω, στην άκρη του μεταλλικού πάγκου, μέχρις ότου οι αισθήσεις του να επαναπροσαρμοστούν στον κόσμο και το μυαλό του να ξεκαθαρίσει.

Ο δρ Ω τράβηξε το χέρι του Κλάιστερμαν. «Μια κόκκινη σημαία ασφαλείας εμφανίστηκε στο λογαριασμό σας». Η φωνή του ήταν ανήσυχη και το πρόσωπό του συσπασμένο από το φόβο. «Υπήρχε έλεγχος ασφαλείας. Μόλις που τον απέφυγα. Πρέπει να φύγετε. Θέλω να φύγετε από 'δω αμέσως».

Ο Κλάιστερμαν τον κοίταξε. «Συμφωνήσατε όμως...» είπε βαριά.

«Δεν θέλω να έχω μαζί σας καμιά σχέση, κε Ραμίρεθ», είπε ο δρ Ω φοβισμένα. «Πάρτε τα ρούχα σας και ντυθείτε. Κύριε Ραμίρεθ, σας αντιμάχονται κάποιες αδίστακτες δυνάμεις. Δεν θέλω να έχω καμιά σχέση ούτε και με αυτές. Δεν θέλω προβλήματα. Φύγετε τώρα. Απευθυνθείτε κάπου αλλού».

Ο Κλάιστερμαν ντύθηκε αργά, φορώντας τα ρούχα του με άκαμπτα αδέξια δάκτυλα, ενώ ο δρ Ω τριγύριζε ανήσυχος. Το γραφείο ήταν λουσμένο μ' ένα γκριζωπό φως το οποίο φαινόταν εκτυφλωτικά φωτεινό μετά από το σκοτάδι μέσα στον εξομοιωτή. Μόρια σκόνης αιωρούνταν στο φως, και μια μύγα προχωρούσε στην άκρη του ανοιχτού παραθύρου πριν ξαναπετάξει προς τα έξω. Ένας σκύλος γάβγιζε από κάπου, ένας επίπεδος, μακρινός ήχος, και σε κάποια στιγμή φύσηξε ένα ζεστό αεράκι ανακατεύοντάς του τα μαλλιά και φέρνοντάς του τη μυρωδιά του πεύκου και του κέδρου. Αντιλαμβανόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια με εξαιρετική διαύγεια.

Ο Κλάιστερμαν έσπρωξε αμίλητος τον δρα Ω, πέρασε στο εξωτερικό γραφείο και μετά έξω στο σκονισμένο διάδρομο. Το πάτωμα ήταν βρώμικο, λίγδα υπήρχε ανάμεσα στα πλακάκια και λεκέδες από υγρασία στο ταβάνι. Μια μυρωδιά μαγειρευτού φαγητού ερχόταν από τις σκάλες. Αυτό είναι πραγματικό, σκέφτηκε εξαγριωμένος o Κλάιστερμαν. Αυτό είναι πραγματικό, αυτό συμβαίνει πραγματικά, αυτός είναι o πραγματικός κόσμος. Τα παιδιά της πολυεθνικής δεν είναι αρκετά έξυπνα γι' αυτό' δεν θα ικανοποιούνταν απλώς και μόνο με το να μου αρνηθούν να εξιλεωθώ. Να με αφήσουν να γλιτώσω. Δεν είναι τόσο έξυπνοι:

Αραγε είναι; Είναι;

Ο Κλάιστερμαν κατέβηκε τη στενή σκάλα. Έσυρε τη γροθιά του στον άγριο πλίνθινο τοίχο μέχρι που οι αρθρώσεις του μάτωσαν, αλλά ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάτι από αυτά ήταν αληθινό.