
Anthony Piers
On the Uses of Torture (1985)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Τα δάχτυλά μου χαϊδεύουν τον διακόπτη. Ακούω τα στραβάδια να σαλεύουν ανήσυχα. «Δεν με ξέρετε», τους λέω. «Ξέρετε όμως αυτό το κουτί - κι αυτό φτάνει. Το μόνο που σας ζητάω είναι να δουλεύετε καλά και να κρατάτε τις απόψεις σας για τον εαυτό σας. Τίποτε άλλο».
Με κοιτάζουν ανέκφραστοι. Είναι καμιά εικοσαριά από δαύτους, όλοι Γήινοι και όχι λευκοί: μερικοί μιγάδες νέγροι, μερικοί λατινοαμερικανοί, κάμποσοι μογγολοειδείς, οι υπόλοιποι ανάμικτοι. Τα κατακάθια της Διαστημικής Υπηρεσίας που κατέληξαν στον Πλανητοειδή Στοκέηντ με ξηλωμένα γαλόνια, καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα. Καθάριζαν τα τάνκερ, φόρτωναν τα φορτηγά - τέτοιες δουλειές, όπου η ανθρώπινη εργασία ήταν πιο φθηνή από τα έξοδα φόρτωσης με γερανούς. Αυτός ο συγκεκριμένος στρατώνας έχει χαρακτηριστεί σαν «ανυπότακτος», και είναι δικό μου καθήκον να τους βάλω στον ίσιο δρόμο.
«Προσκλητήριο», αναγγέλλω. Πατάω
ένα κουμπί στο κουτί και βάζω το
διακόπτη στο είκοσι πέντε. Ένα από
τα στραβάδια σφίγγεται, ακούω να
ρουφά βαριά την ανάσα του. Είναι
σκούρος καφέ με κατσαρά μαλλιά και
φαρδιά ρουθούνια. Τον αφήνω να
τηγανίζεται για λίγο καθώς τον
παρακολουθώ. Μετά γυρίζω το
διακόπτη στο μηδέν και τον βλέπω να
χαλαρώνει.
«Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις
αυτό», αντιδρά ένας μελαψός.
«Φοράμε νούμερα».
Ακριβώς. Ο εν λόγω εξυπνάκιας φοράει το νούμερο 6. Πατάω το κουμπί αριθμός έξι και γυρίζω το διακόπτη στο σαράντα. Το σώμα του τεντώνεται και βγάζει μια κραυγή πόνου. Γυρίζω αργά το διακόπτη στο πενήντα, παρατηρώντας τους μύες του να σφίγγονται και τον ιδρώτα να κυλά πάνω στο δέρμα του. Προσπαθεί να φωνάξει ξανά, αλλά δεν έχει ανάσα. Μετά τον κατεβάζω στο δέκα, έτσι ώστε να πονάει σχεδόν συμβολικά. «Θυμάσαι τι είπα για τις προσωπικές σας απόψεις;» τον ρωτάω χαϊδευτικά.
Κουνάει καταφατικά το κεφάλι του, και σταγόνες ιδρώτα τινάζονται από το κουρεμένο του κρανίο. Γυρίζω το διακόπτη στο μηδέν και ο τύπος ξαναβρίσκει την ανάσα του.
Αφού βεβαιώνομαι ότι το κουτί πειθάρχησης είναι σωστά συντονισμένο στο κάθε μέλος της ομάδας μου, γυρίζω στον αριθμό 6. «Μια και σου γουστάρει να μιλάς, όπως φαίνεται, για πες μας γιατί βρίσκεσαι εδώ».
Διστάζει. Ξέρω το γιατί: υπάρχει ένα είδος Συνθήκης της Γενεύης που ισχύει σ' αυτή τη φυλακή, και θεωρητικά οι φαντάροι δεν είναι υποχρεωμένοι να μιλήσουν σε κανέναν για το παρελθόν τους. Αυτός βέβαια είναι και ο λόγος που ρωτάω. Σηκώνω το χέρι μου στο κουτί.
«Πες του!» φωνάζει ο αριθμός 20. Του
στέλνω ένα μικρό δειγματάκι πόνου
στα πέντε δέκατα, έτσι για να του
θυμήσω να μη μιλά εκτός σειράς,
ακόμη κι αν πρόκειται να πει αυτό
που θέλω. Το δάχτυλό μου περιμένει
μετέωρο πάνω από το κουμπί 6.
«Όλοι είμαστε εδώ για τον ίδιο λόγο,
λοχία», λέει ο μελαψός. «Ανταρσία.
Έπρεπε να απονεκρώσουμε με
δηλητηριώδη αέρια μια ήπειρο της
Σέβερανς για να εξαφανίσουμε την
ντόπια ζωή, ώστε να εκμεταλλευτούμε
αποτελεσματικά τα κοιτάσματα.
Εμείς αρνηθήκαμε».
«Η Σέβερανς», μουρμούρισα. «Τα
πλουσιότερα κοιτάσματα ιριδίου που
ανακαλύφθηκαν στην τελευταία
δεκαετία, κανένα ίχνος έλλογων
όντων ή κάποιας χρήσιμης πανίδας.
Γιατί μπήκατε στη μέση;»
«Γιατί ήταν γενοκτονία. Όλα τα ζώα
που ήταν μοναδικά σ' αυτό τον κόσμο,
όλα τα φυτά - ο Ανθρωπος δεν είχε
δικαίωμα να τα εξαφανίσει. Ούτε για
να εκμεταλλευτεί κάποιο
μετάλλευμα, ούτε για κανένα λόγο. Να
νεκρώσει έτσι απάνθρωπα μια
ολόκληρη-»
«Πού το βρήκατε το δικαίωμα να
παρεμβάλλετε το γελοίο
συναισθηματισμό σας στην αποστολή
σας;»
«Δεν - δεν προερχόμαστε ακριβώς από
την προνομιούχο τάξη της Γης»,
απαντά εκείνος.
Το χέρι μου γλιστρά προς το διακόπτη κι αυτός συνεχίζει βιαστικά: «Θέλω να πω ότι νιώθουμε κάποια αλληλεγγύη μ' αυτούς που δεν έχουν περιθώριο εκλογής. Αυτά τα πλάσματα στη Σέβερανς είχαν δικαίωμα να ζήσουν, να κάνουν παιδιά, να ευτυχήσουν και να πεθάνουν με το δικό τους τρόπο, όπως κι εμείς. Δεν αποτελούσαν απειλή για μας, απλώς ενοχλούσαν λιγάκι. Θα μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε τα κοιτάσματα χωρίς να πειράξουμε -»
«Αρκετά. Δεν θέλω να με μολύνεις με τις ιταμές δικαιολογίες σου. Προδώσατε το είδος και τον κόσμο σας, αυτό κάνατε βρωμεροί ξενολάτρες. Κανονικά θα 'πρεπε να σας περάσουν εσάς από τους θαλάμους αερίων, κι αν ήμουν εγώ στρατοδίκης θα το φρόντιζα. Τουλάχιστον όμως θα σας αναγκάσω να πληρώσετε για το φαΐ που τρώτε, προδότες. Οι μερίδες σας θα μειωθούν κατά το ένα τρίτο την πρώτη βδομάδα, και οι ώρες εργασίας θα παραταθούν ανάλογα. Αν έχετε παράπονα θα αντιμετωπιστούν κατάλληλα με το κουτί». Πατάω όλα τα κουμπιά μαζί και τους δίνω για μισό δευτερόλεπτο μια εξηντάρα δόση, έτσι για να καταλάβουν.
Το βιβλίο λέει ότι το κουτί δεν σκοτώνει, αν και μπορεί να σε κάνει να εύχεσαι να πεθάνεις. Το βιβλίο υποτιμά την κατάσταση. Το κουτί διεγείρει τις νευρικές απολήξεις του δέρματος και των μυών σε μια απομίμηση καψίματος, και το περισσότερο που μπορεί να αντέξει το νευρικό σύστημα του ανθρώπου είναι το εκατό. Κανένα βασανιστήριο δεν μπορεί να προκαλέσει περισσότερο πόνο απ' αυτόν. Το σπουδαίο όμως είναι ότι δεν γίνεται καμιά πραγματική βλάβη, κι έτσι δεν υπάρχει όριο στη διάρκεια της τιμωρίας. Οι καλοθελητές στη Γη οργανώνουν συνεχώς καμπάνιες ενάντια στο κουτί, αλλά το λόμπυ της Υπηρεσίας δεν αφήνει τα πράγματα να φουντώσουν υπερβολικά. Πολύ καλά κάνει βέβαια, γιατί το χρειαζόμαστε το κουτί!
Έχει περάσει ένα λεπτό και βλέπω ότι έχουν συνέλθει εντελώς. «Στη δουλειά», τους λέω. Τώρα ξέρουν ποιος είναι το αφεντικό.
Τις επόμενες δυο βδομάδες τους πατάω ανελέητα. Έτσι πρέπει όταν έχεις να κάνεις με αποβράσματα νέγρους, μιγάδες, κιτρινιάρηδες και τέτοιους. Δεν ξέρουν τι θα πει πραγματική πειθαρχία κι εύκολα το ρίχνουν στη λούφα, τις γκρίνιες και τις τσαπατσουλιές. Οι δικοί μου άρχισαν να συνηθίζουν τον πόνο. Χρειάζεται να τους ρίξω πενήντα για να πάρουν είδηση.
Η μονάδα μου πάει να γίνει η καλύτερη στο στρατόπεδο, αλλά ξέρω ότι υπάρχει κάποια κρυφή αντίδραση. Πρέπει να τη φέρω στην επιφάνεια όποτε με βολεύει εμένα, κι όχι αυτούς. Έτσι τους δηλώνω εθελοντές για καθάρισμα σ' ένα ραδιενεργό σκάφος. Είναι η χειρότερη αποστολή, γιατί ακόμα και με τη συνεχή απολύμανση, κάθε ώρα τέτοιας δουλειάς σου παίρνει μια βδομάδα ζωής, άσε που σε κάνει να αρρωσταίνεις όσο εκτίθεσαι. Το σκάφος είναι μεγάλο. Θα χρειαστούν δυό βδομάδες γεμάτες για να το περάσουν όλο.
Τους αναγγέλλω το νέο την ώρα που σβήνουν τα φώτα για να έχουν καιρό να το ονειρευτούν. 'Ισως εκατό ώρες μαζεμένες μέσα σ' αυτό το σαπιοκάραβο...
Στο πρωινό εγερτήριο η μονάδα μου απουσιάζει. Ο λοχαγός χαμογελά σαρκαστικά γιατί νομίζει ότι έχασα έναν πόντο. Ξέρει καλά ότι έχω σκοπό να του πάρω τη θέση, όταν έρθει η ώρα.
Ορμάω στο στρατώνα και ανοίγω την πόρτα με μια κλωτσιά. Είναι εκεί, ξαπλωμένοι στις κουκέτες τους. «Όρθιοι!» φωνάζω αρκετά δυνατά ώστε να ακούσει ολόκληρη η πτέρυγα χωρίς μεγάφωνα. Τους ρίχνω πενήντα.
Σπαρταράνε και βογγάνε, αλλά δεν σηκώνονται.
Ακριβώς όπως το περίμενα. Αυτή η τακτική έστειλε τον προκάτοχό μου σε πρόωρη σύνταξη. Λογαριάζουν ότι ο άλλος θα σπάσει αν μείνουν ξαπλωμένοι και αρνηθούν να πάνε για δουλειά όσο κι αν πονούν. Αν χάσουν πάνω από μισή μέρα δουλειάς θα υπάρξουν έρευνες και επιπλήξεις.
Ο στόχος τους είναι να κάνουν διαπραγματεύσεις με τον θεό του κουτιού. Φυσικά είναι απολύτως ηλίθιοι. Δεν τους ξαναλέω τίποτε, δεν τους προειδοποιώ. Γυρίζω απλώς το διακόπτη στο εκατό, πατάω τα είκοσι κουμπιά όλα μαζί και τους κλειδώνω μέσα στο στρατώνα αφού αποσυνδέσω την ενδοσυνεννόηση. Κατεβαίνω στην καντίνα των εφέδρων και τρώω ένα γερό πρωινό - καφέ, αβγά, μπέηκον, μια τηγανίτα με σιρόπι σφενταμιάς, μια φέτα φρέσκο πεπόνι, πορτοκαλάδα. Πρέπει να το παραδεχτούμε: το στρατόπεδο έχει εξαιρετικές υδροπονικές εγκαταστάσεις κι έναν πολύ καλό στάβλο. Ακόμη και στη Γη να ήμουν, δεν θα έτρωγα καλύτερα.
Η Γκλόρια, η εξωστρατιωτική σερβιτόρα, με σερβίρει χαμογελώντας. Ψιλοκουβεντιάζω μαζί της και πασπατεύω τον όμορφο πισινό της. Δεν ξέρει σε τι ακριβώς δουλεύω, μόνο ότι ανήκω στο προσωπικό. Συμπαθητικό κορίτσι. Πραγματικά μ' αρέσει να τη βλέπω.
Χορτασμένος από το πρωινό μου, γυρίζω στους στρατώνες. Ο Διοικητής έχει παραχωρήσει στη διμοιρία μου άδεια για το πρωί, σαν ανταμοιβή για το θάρρος τους να δηλώσουν εθελοντές για ραδιενεργή αποστολή. Παρέλειψα να τους το πω.
Έχει περάσει μια ώρα - το μάξιμουμ που μπορείς να ρίξεις κατοστάρα σ' έναν κρατούμενο χωρίς ειδική άδεια. Γυρίζω το διακόπτη στο μηδέν και ξεκλειδώνω. Χρειάζεται κάποιος χρόνος για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
Οι αριθμοί 2 και 15 βρίσκονται σε κώμα. Οι αριθμοί 4, 9,10 και 19 σε παραλήρημα. Οι υπόλοιποι είναι σε κακά χάλια, αλλά σε μερικές ώρες θα μπορούν να εργαστούν. Ειδοποιώ το αναρρωτήριο να πάρει τους δύο πρώτους, κλειδώνω μέσα τους τέσσερις, και παίρνω τους υπόλοιπους για ένα καθυστερημένο πρωινό. Μπαίνουν στη γραμμή χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία.
Δεν πρόκειται να μου ξαναδημιουργήσουν προβλήματα.
Μου πήρε αρκετό χρόνο βέβαια, αλλά τώρα είμαι μόνιμος αξιωματικός. Έχω στη δικαιοδοσία μου δώδεκα στρατώνες, και η πτέρυγά μου δουλεύει ρολόι. Οι φαντάροι με φοβούνται και κανείς δεν τολμά να διεκδικήσει τα «δικαιώματά» του.
Έχω συνειδητοποιήσει όμως ότι μ' αυτή την αργή διαδικασία δεν θα φτάσω ποτέ στα ύψη που επιθυμώ, εκτός κι αν πηδήσω μερικούς βαθμούς. Έτσι αποφασίζω να δηλώσω εθελοντής για μια αποστολή υψηλού κινδύνου και υψηλής ανταμοιβής.
Η αρραβωνιαστικιά μου, η Γκλόρια, προσπαθεί να με μεταπείσει. Φοβάται ότι θα αποτύχω ή ότι θα σκοτωθώ. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι η ίδια η ζωή είναι μια σκέτη αποτυχία αν δεν ριψοκινδυνεύει κανείς. Πρέπει να αναλάβω ένα ρίσκο ανάλογο με τις επιδιώξεις μου.
Στη λίστα των Ειδικών Αποστολών την πρώτη θέση την κρατά ένας πλανήτης που ονομάζεται Βατερλώ. Είναι η κάπως χιουμοριστική απόδοση μιας δυσκολοπρόφερτης τοπικής ονομασίας από την ανθρώπινη ομάδα εξερευνητών που τον βρήκε. Το Βατερλώ είναι το αξεπέραστο εμπόδιο στην προώθηση της Γήινης σφαίρας συμφερόντων. Ξέρω ότι είναι ανακριβές να μιλά κανείς για τα μονοπάτια των άστρων λες και ένας τρισδιάστατος όγκος, αραιά σπαρμένος με λαμπερές μάζες αερίων που ονομάζονται άστρα και θραύσματα ύλης που ονομάζονται πλανήτες μπορεί να παρομοιαστεί με μια από τις άγριες περιοχές της Γης που δεν υπάρχουν πια, αλλά στην ουσία έτσι περίπου είναι. Ο άνθρωπος μπορεί να επεκτείνει τη σφαίρα του προς αυτή την κατεύθυνση - μια σφαίρα που δεν είναι σφαιρική, φυσικά - χρησιμοποιώντας το Βατερλώ σαν ένα είδος Σταθμού Εμπορίου και Επικοινωνιών. Δεν μπορεί να παρακάμψει αυτό τον πλανήτη. Δεν χρειάζεται να ξέρω τίποτε παραπάνω, όπως μου λένε. Έτσι τον θεωρώ κι εγώ σαν ένα σταθμό σ' ένα μονοπάτι όπου οι Λω του Βατερλώ έχουν στήσει ένα οδόφραγμα που πρέπει να γκρεμιστεί για να περάσει το απόσπασμα. Η αποστολή είναι: να γκρεμιστεί το οδόφραγμα.
Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να καταλάβει κανείς την κατάσταση αν οι Λω ήταν βίαια, αντικοινωνικά τέρατα. Είναι όμως ανθρωποειδείς, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον και πολιτισμένοι, αν και χωρίς διαστημική τεχνολογία. Υπάρχουν αποδείξεις ότι κάποτε είχαν, αλλά για περίεργους λόγους την εγκατέλειψαν. Είναι μάλλον ευγενικοί και ήπιοι, ποτέ δεν εκφράζονται απότoμα, και μόλις τώρα έχουν αρχίσει να εκμεταλλεύονται το σύστημα των φυσικών τους πόρων. Έχουν πολλά να κερδίσουν από την επαφή τους με τη Γη και δείχνουν να το θέλουν. Το μόνο που χρειάζεται είναι να έρθει σε επαφή ένας απεσταλμένος με τον αρχηγό τους ή με το κυβερνητικό τους συμβούλιο και να υπογράψουν ένα σύμφωνο Γης/Βατερλώ που να εγκαθιστά ένα βιομηχανικό σταθμό και να επιτρέπει την ελεύθερη δίοδο στα εμπορικά πλοία. Τα δικά μας, φυσικά.
Το πρόβλημα είναι ότι έξι απεσταλμένοι απέτυχαν ήδη. Οι πέντε δεν γύρισαν ποτέ. Ο έκτος επέστρεψε για να μας δείξει τον τρόπο που τον υποδέχτηκαν. Τον είχαν βασανίσει ανελέητα.
Υπάρχει λοιπόν ο γρίφος Βατερλώ. Ένας ήπιος, ειρηνικός πολιτισμός που βασανίζει τους επισκέπτες του. Η χρήση βίας είναι εκτός συζητήσεως, όποια και να 'ναι η πρόκληση. Η Γη δεν είναι σε θέση να μεταφέρει και να αποβιβάσει τόσα πολλά στρατεύματα ώστε να υποτάξει ολόκληρο τον πλανήτη, δεδομένου ότι οι άντρες δεν μπορούν να ζήσουν από το έδαφος. Η μόνη λύση, αν υπάρχει, είναι η διπλωματία. Και πρέπει να υπάρξει μια λύση πριν κάποιοι άλλοι κάτοικοι του διαστήματος εισβάλλουν στην περιοχή απειλώντας την ασφάλεια του Ανθρώπου.
Η Γκλόρια κλαίει και παρακαλεί, απειλεί και χαϊδεύεται, αλλά εγώ είμαι αμετάπειστος. Δηλώνω εθελοντής. Είμαι βέβαιος ότι σαν ανώτερο άτομο που είμαι θα επιτύχω για άλλη μια φορά εκεί που οι ανίκανοι προκάτοχοί μου απέτυχαν.
Προσγειώνομαι τώρα στο μόνο κατάλληλο έδαφος του πλανήτη, εκεί που ένα σκληρό, πετρωμένο στρώμα λάβας μπορεί να αντέξει τη θερμοκρασία των χημικών πυραύλων. Τα παλιά διαστημοδρόμια των Λω είναι κατεστραμμένα και άχρηστα, έτσι πρέπει να αρκεστώ σ' αυτόν το φυσικό σχηματισμό.
Σύμφωνα με τα λόγια του υπ. αριθμ. 6 απεσταλμένου (περίεργη σύμπτωση κι αυτή - ο μελαψός εξυπνάκιας μου κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει αναστολή), οι Λω ποτέ δεν σκοτώνουν ζωντανά πλάσματα αν έχουν περιθώριο επιλογής. Τα βασανιστήριά τους είναι υπολογισμένα έτσι που να προκαλούν το μεγαλύτερο πόνο με τη μικρότερη απώλεια σωματικής ικανότητας.
Η επιστήμη τους σ' αυτό τον τομέα αξακoλουθεί να είναι πρωτόγονη. Δεν διαθέτουν κουτί πειθάρχησης.
Οι πρώτοι δύο απεσταλμένοι (όπως ισχυρίζεται ο 6) πέθαναν επειδή οι Λω δεν γνώριζαν ακόμη καλά την ανθρώπινη ανατομία και λειτουργία ώστε να την προφυλάξουν επιβάλλοντας προοδευτικές αγριότητες. Οι επόμενοι τρεις αυτοκτόνησαν. Ο έκτος το 'σκασε. Ήταν ένας ειδικά εκπαιδευμένος πράκτορας που κατάφερε να πραγματοποιήσει αυτή την απίστευτη απόδραση με ένα χέρι λιγότερο. Τώρα έχει εγκαταλείψει την Υπηρεσία.
Εγώ δεν διαθέτω τέτοια εκπαίδευση κατασκόπου. Και θέλω να εκτελέσω με επιτυχία την αποστολή μου, γιατί με περιμένει στο τέλος ο γάμος, η δόξα και το χρήμα. Έτσι δεν έχω σκοπό ούτε να το σκάσω ούτε να αυτοκτονήσω. Οι Λω θα πρέπει να με σκοτώσουν απροκάλυπτα - ή να υπογράψουν.
Νάτους τώρα που έρχονται, διασχίζοντας την κοιλάδα της λάβας πάνω σ' ένα αμάξι που το τραβούν ζώα. Είναι μικροκαμωμένοι, με ύψος γύρω στο ένα και τριάντα, και σχετικά λεπτοί. Δεν είναι ο τύπος που περιμένεις να ασχολείται με βασανιστήρια. Η βαρύτητα στον πλανήτη αυτόν είναι μικρότερη από της Γης, αλλά η διαφορά δεν είναι τέτοια που να εξηγεί τη μείωση του ύψους, αν υπάρχει κάποια σχέση. Δεν έχω και μεγάλη ιδέα από εξωβιολογία κι ούτε με ενδιαφέρει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τα εσωτερικά τους συστήματα είναι διαφορετικά. Απέξω μοιάζουν με ανθρώπινες απομιμήσεις, υπάρχουν όμως χιλιάδες συγκεκριμένες διαφορές. 'Ισως οι Λω έχουν το κατάλληλο μέγεθος γι' αυτό που είναι, δηλαδή όχι και πολλά πράγματα.
«Καλώς ήλθες στο Βατερλώ», λέει ο εκπρόσωπός τους χρησιμοποιώντας τη δική τους ονομασία για τον πλανήτη, αλλά μιλώντας Αγγλικά κατά τα άλλα. Είναι φανερό ότι έχουν μάθει κάποια πράγματα για μας και κάνουν προσαρμογές. Αυτό θα βοηθήσει σίγουρα. 'Ισως οι πρώτες δυσκoλίες να οφείλονται και σε κάποια γλωσσική σύγχυση.
Ναι, σίγουρα, όσο και το τυρί είναι φτιαγμένο από πράσινα φεγγάρια. Ποια αθώα παρεξήγηση θα μπορούσε να οδηγήσει στο βασανισμό έξι απεσταλμένων;
«Ήρθα να προτείνω μια συμφωνία
ανάμεσα στον κόσμο σας και το δικό
μου», πληροφορώ τον Λω. «Μια
συμφωνία με αμοιβαίο όφελος.
Καταλαβαίνεις;»
«Μάλιστα, Απεσταλμένε», μου απαντά.
Ξέρω ότι είναι αρσενικός γιατί
διαθέτει πέος. Οι πρωτόγονοι δεν
συνηθίζουν να φορούν πολλά ρούχα.
Με οδηγεί στον πύργο του λέγοντας διάφορα. Αν προσπαθεί να με εντυπωσιάσει με τη γλωσσική του ευχέρεια, το έχει πετύχει ήδη. Αμφιβάλλω αν θα κατάφερνα ποτέ να χειριστώ τόσο καλά τη γλώσσα των Λω, αν υποθέσουμε βέβαια ότι θα έβρισκα το κίνητρο να δοκιμάσω. Το όνομά του ακούγεται κάπως σαν Κούλι, θα είναι οικοδεσπότης μου σ' όλο το διάστημα της επίσκεψης και δείχνει αρκετά φιλικός. Πιο συγκεκριμένα: ανώδυνος. Φυσικά κάτι κρύβει.
Ο αέρας ευωδιάζει. Μπορώ να ανασαίνω άνετα και να πίνω το τοπικό νερό, τίποτε παραπάνω όμως.
Μέσα στο σπίτι ο Κούλι μου συστήνει τη σύντροφό του, τη Βάιμπ. Είναι ένα κοντόχοντρο πλάσμα με τέσσερις μαστούς μπροστά κι ένα κρεμαστό αιδοίο και τα Αγγλικά της είναι περιορισμένα. Τα τέσσερα μικρά της στέκονται πίσω της: θυμίζουν κάπως φαλακρά ανθρώπινα παιδιά.
«Μιλούν κι αυτά τη γλώσσα μου;»
ρωτάω.
«Σε κάποιο βαθμό», παραδέχεται ο
Κούλι. «Όλοι όσοι έχουν λόγους να
έρθουν σε επαφή με ξένους
υποχρεώνονται να μάθουν γλώσσες.
Έξω όμως απ' αυτό το σπίτι δεν θα
βρείτε και πολλούς να σας
καταλάβουν»
Τρώμε μαζί ένα βασιλικό δείπνο. Εγώ φυσικά δεν μπορώ να αγγίξω τη βατερλιανή τροφή. Η χημεία της διαφέρει ως βαθιά, στην κυτταρική δομή. Είναι μια εντελώς διαφορετική και ξένη μορφή ζωής. Αν έβαζα στο στόμα μου και την πιο μικρή μπουκιά θα γινόταν χαμός μέσα μου. Ο αέρας και το νερό είναι κατά βάση ανόργανα, και γι' αυτό μπορώ να τα χρησιμοποιώ, η τροφή όμως είναι άλλο πράγμα, κάτι σαν βιολογική αντιύλη, φαντάζομαι. Έχουν φροντίσει να εισάγουν μερικά Γήινα προϊόντα με φανταστικό κόστος (εκτός κι αν τα έκλεψαν από τους προηγούμενους απεσταλμένους) και τα ετοίμασαν για μένα. Αραγε με παχαίνουν για τη Σφαγή;
«Έρχεσαι με πολιτική αποστολή,
όπως οι άλλοι Γήινοι;» ρωτάει ο Λω
καθώς τρώμε. «Για διαπραγμάτευση
μεταξύ κυρίαρχων πλανητών;»
«Ναι», του λέω. Αυτό το ξέρει ήδη.
'Ισως να θέλει-να το ακούσει και η
οικογένειά του.
«Είσαι γενναίος».
Μπορεί να το δει κανείς και έτσι.
Δυσκoλεύομαι πάντα να φοβηθώ τους
κατωτέρους μου. «Ξέρω ότι
βασανίζετε τους απεσταλμένους»,
«Ακριβώς. Λυπούμαστε πολύ που οι
προκάτοχοί σας... παραιτήθηκαν
πρόωρα. Τώρα όμως είμαστε αρκετά
εξοικειωμένοι με την ανθρώπινη
ανατομία ώστε να μπoρούμε να σας
βεβαιώσουμε ότι δεν θα υπoκύψετε
καθ' οδόν». Έβαλε στο στόμα του μια
μπουκιά πουτίγκα, δείχνοντας
ικανοποιημένος.
Τρώω κι εγώ το δικό μου γλυκό.
«Εκτός αν αυτοκτονήσω».
Οι τέσσερις ρόγες της Βάιμπ
πρασινίζουν και τα κουταβάκια
ξεφωνίζουν. Αντιλαμβάνομαι αμέσως
ότι έχω διαπράξει γκάφα.
«Το είδος σας αρέσκεται στα
αστεία;» ρωτάει διστακτικά ο Κούλι.
«Πολύ». Η κακή στιγμή πέρασε. Μήπως
πρέπει να μετανιώσω που έβαλα σε
δύσκoλη θέση αυτή τη γλυκιά,
συμπαθητική και αιμοσταγή
οικογένεια; Αν όμως τα βασανιστήρια
αποτελούν τη βάση της φιλοξενίας
τους...
Το γεύμα τελείωσε. «Θέλετε να σας
οδηγήσω στο χώρο εργασίας τώρα»,
ρωτάει o Κούλι, «ή προτιμάτε να
αναπαυθείτε λίγο;»
«Πρώτα η δουλειά», του απαντάω.
Αμφιβάλλω πάντως αν έχει την
πρόθεση ή την αρμοδιότητα να
υπογράψει σύμφωνο μεταξύ δύο
κόσμων! 'Ισως σκοπεύει να με πάει σε
κάποιον ανώτερο.
Ο Κούλι με οδηγεί ευγενικά σε μια αίθουσα του πύργου που βρίσκεται πιο κάτω. Είναι μεγάλη και εξοπλισμένη σαν θέατρο. Κερκίδες και πάγκοι υψώνονται γύρω από μια ευρύχωρη σκηνή. Δεν χρειάζεται να δω διάφορους Λω κρεμασμένους από δοκάρια για να συνειδητοποιήσω ότι βρίσκομαι σε θάλαμο βασανιστηρίων.
Μου περνά από το μυαλό να ρωτήσω γιατί το θεωρούν απαραίτητο να προκαλέσουν τον πόνο τόσο στους ντόπιους όσο και στους ξένους, συνειδητοποιώ όμως ότι ο σαδισμός δεν χρειάζεται αντικειμενικές δικαιολογίες. 'Ισως ο Κούλι περιμένει να χάσω το ηθικό μου και να τρέξω στο πλοίο μου. 'Ισως να είναι ο τρόπος του να με φοβίσει για να παραιτηθώ από την αποστoλή μου.
Σίγουρα είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζει έναν ανώτερο άνθρωπο. Δεν πρόκειται ούτε να με ξεγελάσει ούτε να ξανακάνω γκάφες.
Ο Κούλι με συστήνει στον προσωπικό μου βασανιστή, έναν μονόφθαλμο Λω χωρίς πόδια. Δεν μπορεί να κινηθεί. Είναι στερεωμένος σε μια βάση μπροστά σ' ένα άδειο στρεβλωτήριο. Βλέπω ότι ο κάθε πελάτης έχει μπροστά του έναν ανάλογο ανάπηρο υπηρέτη. Μιλάνε για ατομική εξυπηρέτηση, όχι μαζικές αηδίες!
«Αυτός είναι ο Μπήβε, ο ειδικός
μας στην ανθρώπινη ανατομία», λέει
περήφανα ο Κούλι. «Η κατάρτισή του
είναι εξαίρετη. Στα χέρια του θα
νιώσετε τον πιο εκλεπτυσμένο πόνο
που αντέχει το σύστημά σας. Αυτός
χειρίστηκε τις τρεις επιτυχημένες
περιπτώσεις».
«Επιτυχημένες;»
«Αυτοί που προτίμησαν το κύπελλο»,
λέει ο Κούλι δείχνοντας ένα όμορφο
κύπελλο στερεωμένο στην άκρη της
κάθετης σανίδας. Βλέπω ότι είναι
γεμάτο μ' ένα κεχριμπαρένιο υγρό.
Πρόκειται άραγε για κύπελλο
αυτοκτονίας;
Εμένα όμως δεν θα μου έκανε τίποτε, εξαιτίας της διαφοράς στο μεταβολισμό, όπως και στους άλλους απεσταλμένους. Επομένως λέει ψέματα. Όχι - θα μου έκανε κάτι, αν και όχι με τον τρόπο που λογάριαζαν. Δεν θα με σκότωνε το δηλητήριο, αλλά ο ξένος χημισμός. Ακαδημαϊκή λεπτομέρεια.
«Ποιος είχε αναλάβει τις
ανεπιτυχείς περιπτώσεις;» ρωτώ
ευγενικά.
«Δεν αναφέρουμε τα ονόματα των
απoτυχημένων», απαντά εξίσου
ευγενικά o Κούλι. «Οι ανίκανοι
χειριστές κλείνονται στην
ουμπλιέτα για πάντα, μαζί με τα λάθη
τους. Αν υπάρχουν ελαφρυντικά τους
επιτρέπεται πρώτα μια γουλιά από το
κύπελλο». Ο τρόπος του είναι
αυστηρός. Το θέμα δεν του αρέσει.
Τον καταλαβαίνω. Κανείς δεν θέλει
να βρίσκεται κοντά σε ανίκανους.
Είναι όμως ένα θέμα που με βάζει σε σκέψη, αυτή η απασχόληση με τον τυχαίο θάνατο στην καρέκλα του βασανιστή. Αν o πελάτης οδηγηθεί σε αυτοκτονία, είναι τιμή για τον βασανιστή, φαντάζομαι. Αν o πελάτης πεθάνει ανυποχώρητος, ο βασανιστής του εξευτελίζεται. Πολύ ωραία. Τι συμβαίνει όμως μ' αυτούς που επιζούν αιμόφυρτοι αλλά αλύγιστοι;
«Καταλαβαίνεις», λέει ο Κούλι με
ευγενικό δισταγμό, «τα αναλγητικά ή
τα ηρεμιστικά παντός τύπου δεν-»
«-δεν συνιστούνται», συμπληρώνω εγώ
«γιατί δεν πρέπει να μειωθεί ο
πόνος». Ήμουν σίγουρος ότι θα το
καταλάβαιναν αν χρησιμοποιούσα
κάτι τέτοιο κι έτσι είχα αποφασίσει
να παίξω τίμια.
«Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να μείνω
παρά μόνο στη μύηση», λέει τώρα ο
Κούλι, «σ' όλη τη διάρκεια όμως θα
σας παρακoλουθούν ειδικοί μάρτυρες.
Αν έχετε να ρωτήσετε κάτι, μη
διστάσετε να απευθυνθείτε στον
Μπήβε. Σας ακούει και μπορεί να σας
καταλάβει. Αν κουνήσει το κεφάλι
του προς τη μεριά του πόνου, η
απάντηση είναι
καταφατική».Πλησιάζει ένα από τα
καθίσματα της πλατείας και κάθεται
γεμάτος αναμονή.
Οι πράξεις και τα σχόλια του Κούλι έχουν απόλυτη αληθοφάνεια: μια καλοδουλεμένη παράσταση που έχει σκοπό να με πείσει ότι πρόκειται πραγματικά να με βασανίσουν. Βέβαια είναι εντυπωσιακή.
Ο Μπήβε χαμογελά αποκαλύπτοντας μια στοματική κοιλότητα χωρίς δόντια και γλώσσα, πράγμα που με κάνει να καταλάβω κάτι περισσότερο. Έχει βασανιστεί κι o ίδιος! Ξέρει καλά το νόημα του πόνου. Το κεφάλι του είναι μια μπάλα χωρίς αυτιά, μόνο δυο τρύπες χώνονται βαθιά στο κρανίο του. 'Ισως όλες οι αναπηρίες του να προέρχονται από ανάλογες ταλαιπωρίες.
Ο Μπήβε με προσκαλεί με το χέρι στο στρεβλωτήριο. Το παίζω άνετος: γδύνομαι μόνος μου και καταφέρνω να προετοιμάσω τον εαυτό μου για τη διαδικασία. Χώνω μόνος μου τα χέρια και τα πόδια στα ειδικά βραχιόλια. Τα υποστηρίγματα είναι περίεργα αναπαυτικά, μαλακά και εύκαμπτα και σφίγγουν το σώμα μου με τέτοιο τρόπο που θα μπορούσα να μείνω κρεμασμένος για αρκετό διάστημα χωρίς μώλωπες και σταμάτημα της κυκλοφορίας. Αν και η αίθουσα είναι άπλετα φωτισμένη, κανένα άμεσο φως δεν πληγώνει τα μάτια μου, και η θερμοκρασία του χώρου είναι ευχάριστη στο γυμνό μου δέρμα. Υπάρχει κι ένας κεφαλόδεσμος που ξεκουράζει το λαιμό μου χωρίς να μου εμποδίζει την κίνηση. Το στρεβλωτήριο μοιάζει πιο πολύ με πάγκο για μασάζ. Αν δεν υπήρχαν τα διακoπτόμενα βογγητά από τις διπλανές περιπτώσεις, θα μπορούσα να πιστέψω ότι δεν είναι παρά μια περίεργη σάουνα.
«Να ζητήσω ημίχρονο όταν κουραστώ;» ρωτάω αστειευόμενος, νομίζοντας ότι o Μπήβε δεν θα καταλάβει. Αυτός όμως γέρνει το κεφάλι του προς το ένα μέρος. Τι σημαίνει αυτό, «ναι» η «όχι»;
Τι ανόητη ιδέα! Τι είδος βασανιστήριο θα ήταν αν το θύμα μπορούσε να το σταματήσει κατά βούληση;
Τι είδος! Το συνηθισμένο είδος; Τα βασανιστήρια έχουν συνήθως κάποιον απώτερο σκοπό: να πετύχουν την υποταγή του βασανιζόμενου στη θέληση του βασανιστή. Γι' αυτό σταματούν όταν παραχωρείται η επιζητούμενη πληροφορία, όταν γίνεται η επιθυμητή ομολογία ή υιοθετείται η επιδιωκόμενη στάση. Η υποταγή βάζει τέλος στο βασανισμό. Εγώ έχω χρησιμοποιήσει άπειρες φορές τη θεραπεία του κουτιού μ' αυτό τον τρόπο.
Όταν, από την άλλη μεριά, ο βασανισμός είναι μια τιμωρία, σταματά όποτε το θελήσει ο βασανιστής. Το είδος αυτό το χρησιμοποίησα στο στρατώνα του στρατoπέδου μου όταν η διμοιρία μου έκανε απεργία. Αν πρόκειται να με υποβάλλουν σ'αυτό το είδος βασανιστηρίου, δεν θα υπάρξει το περιθώριο μιας εύκολης διαφυγής μέσω αυτοκτονίας.
Όλα αυτά δεν μας εξηγούν ποια ακριβώς θέση έχουν τα βασανιστήρια στον Βατερλώ. Καμιά εξήγηση δεν φαίνεται εντελώς λογική. Είμαι πρόθυμος να τους απoκαλύψω οποιαδήποτε πληροφορία και δεν έχω να κάνω καμιά ομολογία. Η στάση μου, αντίθετα, είναι πολύ καλή: το μόνο που ζητώ είναι να διαπραγματευτώ μια συνθήκη αμοιβαίου συμφέροντος. Δεν είμαι από καμιά άποψη κάποιος εγκληματίας που πρέπει να τιμωρηθεί, και ώς τώρα δεν αντιμετωπίστηκα έτσι εδώ. Είμαι απλώς ένας απεσταλμένος που ετοιμάζεται να βασανιστεί.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ πως κάνουν
διακρίσεις. Τα υπόλοιπα θύματα
είναι αυτόχθονες, και οι ίδιοι οι
βασανιστές έχουν περάσει ήδη από
βασανιστήρια.
Με δυο λόγια, τα'χω χαμένα. Τέλος
πάντων, ας κάνουμε ό,τι μπορούμε...
Στη μια πλευρά υπάρχει ένα ντουλάπι. Ο Μπήβε ανοίγει και βγάζει μερικά όργανα. Το οπτικό μου πεδίο είναι ελεύθερο. Μπορώ να δω κάθε λεπτομέρεια, όπως και ο Κούλι και οι μάρτυρες από το κοινό. Βλέπω το φως να αντανακλάται πάνω στο αστραφτερό ατσάλι μιας σειράς νυστεριών.
Πρόκειται άραγε για ένα είδος επίδειξης μονομάχων, όπου ο καθένας μετρά το θάρρος του σε σύγκριση με το θάρρος των αντιπάλων του, κι όλα αυτά προς σαδιστική απόλαυση των θεατών τους; Όχι, οι παρατηρητές είναι λίγοι και μένουν απολύτως ανέκφραστοι, σαν ένορκοι. Απλώς περιμένουν.
Ο Μπήβε πιάνει το αριστερό μου χέρι και απελευθερώνει το βραχίονα από τα δεσμά του στον αγκώνα και τον καρπό. Το τοποθετεί πάνω σ' ένα είδος υπερυψωμένου ραφιού που προεξέχει από τη βάση του και το στερεώνει γερά. Θυμάμαι τη φορά που χρειάστηκε να δώσω αίμα για την τράπεζα της Υπηρεσίας, όταν ήμουν κι εγώ απλός φαντάρος. Το ράφι έχει αυλάκια για τα δάχτυλά μου, με λουριά για να τα κρατάω στη θέση τους. Ολόκληρο το σύστημα πρέπει να έχει κατασκευαστεί ειδικά για τα ανθρώπινα μέτρα, από το υπερμέγεθες στρεβλωτήριο ώς τα ειδικά δεσίματα: εντυπωσιακή φιλοφρόνηση.
Ο Μπήβε σηκώνει ένα μικρό μαχαιράκι. Έχω κρατήσει το μυαλό μου μακριά απ' αυτή την πραγματικότητα, σαν να ήταν κάποιο είδος φάρσας που δεν έχει σχέση με μένα. Τώρα δεν μπορώ πια να την αποφύγω: η τομή πλησιάζει.
Το χέρι μου είναι ανοιχτό, με την παλάμη προς τα πάνω. Το νυστέρι κατεβαίνει πάνω από το μικρό μου δάχτυλο. Περιμένω κάποια καθυστέρηση, κάποια πρόταση αποφυγής, φτάνει να δεχτώ κάποια απαίτηση, αλλιώς να εγκαταλείψω πάραυτα τον πλανήτη. Δεν υπάρχει τίποτε. Η λάμα χώνεται στη σάρκα της άκρης του δαχτύλου και γλιστρά κόβοντας ρηχά κατά μήκος, αποφεύγοντας μόνο τα μέρη που καλύπτονται από τα δεσίματα.
Το νυστέρι είναι κοφτερό και στην αρχή δεν νιώθω πόνο. Βλέπω το δέρμα να τραβιέται από την πληγή σαν κόκκινα χείλη που μισανοίγουν. Βλέπω το αίμα να αναβλύζει ζωηρά και παρατηρώ για πρώτη φορά τα μικρά αποστραγγιστικά κανάλια που διαθέτει το ράφι για τα υγρά αυτά. Αν και πρωτόγονος μηχανισμός, είναι πολύ μελετημένος.
Συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε κατάσταση σοκ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάθομαι και βασανίζομαι έτσι ατάραχα, ενώ το γεγονός συμβαίνει κάτω από τα ίδια μου τα μάτια.
Ο Μπήβε σηκώνει μια σύριγγα που
εκτοξεύει ένα άχρωμο υγρό πάνω στην
τομή. Ξαφνικά ο πόνος γίνεται
αφόρητος: είναι οινόπνευμα, ή το
δικό τους ανάλογο.
«Μπήβε!» φωνάζω τρομαγμένος. «Αν
αυτό το πράγμα είναι οργανικό και
μπει στον οργανισμό μου-»
Σηκώνει τα μάτια του, με κοιτάζει και γέρνει το κεφάλι του στα αριστερά, δεξιά για μένα. Δεδομένου ότι πονάει το αριστερό μου χέρι, γέρνει προς την αντίθετη μεριά του πόνου: όχι. Θα πρέπει να έχει μελετήσει το πράγμα και να έχει φροντίσει να μην πεθάνω έτσι άδοξα! 'Ισως κάτι τέτοιο να συνέβη στις τρεις πρώτες αποτυχίες. Ένας βασανιστής ξέρει σίγουρα τη δουλειά του, κυρίως όταν τον περιμένει η ουμπλιέτα.
Το έδαφος είναι καθαρό τώρα. Κάποιο συστατικό αυτού του καυστικού υγρού σταμάτησε την αιμορραγία. Ο Μπήβε είναι έτοιμος για το επόμενο στάδιο. Σχίζει το δάχτυλο κάθετα προς την προηγούμενη τoμή και στεγνώνει όπως και πριν το νέο αίμα, ενώ εγώ σφίγγομαι ολόκληρος. Είναι σαν να κρατάω το δάχτυλό μου μέσα στο πεδίο ενός κουτιού πειθάρχησης περιορισμένης εμβέλειας! Ο Μπήβε ολοκληρώνει τις τομές του κάτω από τα δεσμά, κόβοντας επιδέξια. Παίρνει μια σειρά από λαβίδες και τις στερεώνει στο-
Μου γδέρνει το δάχτυλο!
Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι υπάρχει τέτοιος πόνος. Τον νιώθω ώς πάνω στον αγκώνα, αυτό το τράβηγμα της σάρκας καθώς η επιδερμίδα αποχωρίζεται από τη σάρκα. Ξεφλουδίζεται κομμάτια-κομμάτια σαν τη φλούδα του πορτοκαλιού. Δεν κοιτάζω πια. Ουρλιάζω - δεν μπορώ να κρατηθώ. Νιώθω σαν το δάχτυλό μου να είχε μισό μέτρο διάμετρο και το κάθε κύτταρο ουρλιάζει από τον τρομερό πόνο αυτού του γδαρσίματος.
Προσπαθώ να σφίξω σπασμωδικά τη γροθιά μου, αλλά τα δεσμά είναι σφιχτά. Προσπαθώ να τραβηχτώ, αλλά το χέρι μου δεν κουνιέται καν. Ολόκληρο το σώμα μου τεντώνεται, αλλά τα δεσμά σφίγγουν πιο πολύ. Μπορώ να ελευθερωθώ αν τραβήξω ήρεμα και προσεκτικά τα μέλη μου, αλλά δεν μπορώ να το κάνω με σπασμωδικές αντιδράσεις.
Το δεξί μου χέρι αγγίζει κάτι κρύο. Είναι το κύπελλο του θανάτου. Όποια στιγμή αποφασίσω να ξαναβρώ το σωματικό μου έλεγχο μπορώ να ελευθερώσω το χέρι μου, να το απλώσω και να πάρω το κύπελλο. Πρέπει να είναι μια συνειδητή απόφαση, γιατί μια απρόσεκτη κίνηση μπορεί να χύσει το υγρό. Πρέπει να αποφασiσω να πεθάνω.
Μπορώ επίσης να απελευθερωθώ από τα δεσμά μου και να τρέξω στο διαστημόπλοιο, όπως έκανε ο τελευταίος απεσταλμένος. Το περίεργο είναι ότι ο Κούλι ποτέ δεν αναφέρθηκε σ' αυτόν. Θα πρέπει να θεωρείται πολύ θλιβερό σχόλιο πάνω στο θάρρος του ανθρώπινου είδους. Σίγουρα είναι από τα πράγματα που απλώς Δεν Γίνονται στον Βατερλώ.
Όχι από μένα πάντως. Εγώ ήρθα εδώ για να λύσω το αίνιγμα αυτού του πλανήτη και να υπογράψω μια συνθήκη. Δεν είμαι μαζοχιστής, δεν μου αρέσει ο πόνος αλλά και δεν θα τον αφήσω να με απομακρύνει από την αποστολή μου. Δεν έχω σκοπό να λυγίσω. Θα τους αποδείξω ότι μπορώ να αντέξω και το χειρότερο πόνο, ακόμη κι αν πρέπει να χάσω το δάχτυλό μου.
Το βασανιστήριο δείχνει να κρατά πολύ, υποκειμενικά. Ξέρω ότι αντικειμενικά δεν είναι παρά μερικά λεπτά. Το δάχτυλό μου έχει αναισθητοποιηθεί. Δεν νιώθω παρά ένα μούδιασμα εκεί, όχι οπωσδήποτε δυσάρεστο. Καθώς τα μάτια μου χαλαρώνουν και καθαρίζουν, σκύβω και κοιτάζω.
Μένει μόνο το κόκαλο και οι
χόνδροι. Το δάχτυλό μου είναι ένας
σκελετός. Ολόκληρη η σάρκα έχει
κοπεί αφήνοντας σκέτες τις
αρθρώσεις, και τα αγγεία στη βάση
έχουν δεθεί έτσι που δεν χύνονται
έξω τα υγρά του σώματος. Δεν είναι
περίεργο που μειώθηκε ο πόνος!
Ο Κούλι κάθεται ατάραχος ανάμεσα
στους θεατές και παρακολουθεί. Σκέφτεται
ότι όπου να 'ναι θα σπάσω!
«Υπάρχουν κι άλλα τέσσερα», λέω στον βασανιστή. Γέρνει το κεφάλι προς τη μεριά του πόνου, συμφωνώντας, χωρίς το παραμικρό ίχνος χιούμορ, και ξαφνικά η παρατήρησή μου παύει να είναι αστεία.
Ο Μπήβε καθαρίζει σχολαστικά τα νυστέρια του και τα τακτοποιεί. Φαίνεται πως το κόψιμο τελείωσε - δεν αισθάνομαι όμως καμιά ανακούφιση. Κοιτάζω το ζεστό ακόμη κόκαλο που πριν από λίγο ήταν δάχτυλο και ξέρω καλά πως δεν πρόκειται για παιχνίδι. Βρίσκομαι σε χέρια επαγγελματία.
Βγάζει τώρα ένα μηχάνημα σαν μέγγενη. Έχει μια λαβή και κάτι σαν αλυσίδα με γρανάζια. Εφαρμόζει το μηχάνημα πάνω στο επόμενο δάχτυλό μου και το σφίγγει.
Έχω συνηθίσει κάπως το κόψιμο, αυτό που νιώθω τώρα όμως είναι διαφορετικό.
Οι δύο ραβδωτές πλάκες της μέγγενης πιέζουν τη σάρκα πάνω στο κόκαλο και δεν σταματούν πουθενά. Ο Μπήβε βάζει όλη του τη δύναμη. Νιώθω τον πόνο να με συντρίβει. Ουρλιάζω πάλι - δεν μπορώ να το αποφύγω. Ο πόνος ξεπερνά την αυτo-συγκράτησή μου.
Ωστόσο αρνούμαι να ζητήσω έλεος ή να αγγίξω το κύπελλο.
Ο πόνος είναι χειρότερος από το γδάρσιμο, αλλά κάποτε υποχωρεί. Ο λαιμός μου έχει ξεραθεί από τις κραυγές και τρέμω ολόκληρος. Φαντάζομαι ένα αργό και βαρύ τανκς να περνά πάνω από το χέρι μου, νιώθω τις ερπύστριες να συντρίβουν το δάχτυλό μου. Παρακολουθώ τον Μπήβε να ανοίγει τη μέγγενη.
Το δάχτυλό μου έχει πλάτος επτά εκατοστά και πάχος χαρτονιού. Η σάρκα και το κόκαλο έχουν ομογενοποιηθεί με την πίεση, έλιωσαν και μεταμορφώθηκαν σ' έναν ασπροκόκκινο πολτό. Ο πόνος έχει μειωθεί: αυτό το πράγμα δεν μου ανήκει πια.
Ο Κούλι εξακολουθεί να παρακολουθεί, όπως και οι μάρτυρες. Γι' αυτούς ο χρόνος που πέρασε είναι λίγος, και το γεγονός μια απλή ρουτίνα. Στο σύντομο διάστημα που καθαρίζεται και αποθηκεύεται η πρέσα, κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ότι ένας από τους συμβασανιζόμενούς μου έχει λιποθυμήσει. Ο δαίμονάς του προσπαθεί να τον συνεφέρει. Αραγε μια πολύ μακριά περίοδος αναισθησίας αποτελεί αιτία αποκλεισμού του θύματος; Από τι όμως;
Ο Μπήβε δεν διστάζει. Βγάζει ένα άλλο μηχάνημα γεμάτο μικρές τροχαλίες. Θυμίζει παιδικό τραινάκι, με τις ρόδες να γυρίζουν και τα πιστόνια ν' ανεβοκατεβαίνουν καθώς προχωρεί αγκομαχώντας. Δεν πρόκειται όμως για παιχνίδι.
Αυτή τη φορά ελέγχω τον εαυτό μου αρκετά ώστε να παρακολουθώ όλη τη διαδικασία. Εφαρμόζει στο δάχτυλό μου ένα μoχλό έλξης. Τραβά τον μέσο μου ώσπου οι αρθρώσεις εξαρθρώνονται, οι μύες τεντώνονται και λύνονται, το δέρμα γίνεται διάφανο και οι τένοντες σπάζουν. Το πράγμα έχει τελειώσει. Δεν απομένει παρά ένα κουρελιασμένο κολόβωμα.
Νιώθω φοβερά, βέβαια, αλλά κυρίως για την ανεπανόρθωτη ζημιά που έχει γίνει στο χέρι μου, όσο και για την άμεση αίσθηση. Ναι, πράγματι, αρχίζω να συνηθίζω στον πόνο. Χαμογελάω στον Μπήβε, στον Κούλι. Ήταν το χειρότερό τους βασανιστήριο και δεν έσπασα.
Ο βασανιστής γλιστρά τώρα ένα στενό τηγανάκι κάτω από το δείκτη μου. Το γεμίζει με λάδι και βάζει φωτιά.
Ουρλιάζω καθώς η σάρκα μου τηγανίζεται, ξεχνώντας θάρρος και γενναιότητα. H μυρωδιά της καμένης σάρκας φτάνει στα ρουθούνια μου, ανεβάζει το μεσημεριανό μου φαγητό από το στομάχι στο λαιμό και στο στόμα... αφήνοντάς το να πέσει στο δοχείο που μου κρατά ο Μπήβε. Σκέτη κόλαση! Δεν μπορώ να κάνω πίσω όμως.
Κάποτε η φωτιά σβήνει. Κράτησε
πολλή ώρα. Ένα ξεραμένο αποκαΐδι
κείτεται στο τηγάνι. Καμιά αίσθηση.
Τι μένει τώρα για τον αντίχειρα;
Ο Μπήβε τυλίγει γύρω του ένα
συρμάτινο σκελετό μ' ένα δίχτυ
λεπτό αλλά καθόλου σφιχτό. Φέρνει
κοντά ένα κουτί και τοποθετεί το
συρταρωτό άνοιγμά του δίπλα σ' ένα
άνοιγμα του κλουβιού. Ανοίγει τη
μικροσκοπική πόρτα.
Από το κουτί βγαίνει κάτι σαν
σκορπιός. Ακολουθούν και άλλοι.
Το τσίμπημά τους είναι άγριο, δεν θα
είναι μόνον αυτό όμως. Το δηλητήριό
τους μαλακώνει τη σάρκα για τις
δαγκάνες τους χωρίς να τη
μουδιάζει. Νιώθω την κάθε δαγκωνιά.
Σίγουρα το εξωγήινο δηλητήριο θα μπει στον οργανισμό μου και θα με σκοτώσει! Όμως κι αυτό πρέπει να το έχει προβλέψει ο βασανιστής μου. 'Ισως η δεύτερη «αποτυχία» να οφειλόταν σ' αυτό. Τώρα θα χρησιμοποιούν ίσως κάποια ποικιλία που το δηλητήριό της να είναι τοπικό, να επηρεάζει μόνο την άμεση περιοχή.
Μόλις χορτάσουν τα εντομοειδή, παραπατούν και πέφτουν κάτω με σπασμούς. Είναι πλάσματα του Βατερλώ, ανίκανα να αφομοιώσουν τις ξένες πρωτεΐνες μου. Καλά να πάθουν. Εγώ πάντως ξέρω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να ξαναχρησιμοποιήσω τον αντίχειρά μου. Τα κομμάτια που απομένουν είναι πρησμένα και ξασπρισμένα, και νιώθω τη μείωση της αίσθησης που σημαίνει ότι το μέλος ετοιμάζεται να αχρηστευτεί.
Ο Κούλι σηκώνεται όρθιος. «Αυτή ήταν η μύηση», αναγγέλλει. «Ήταν ένα δείγμα των βασανιστηρίων που θα ακολουθήσουν. Έκανες μια άξια αρχή, αντίθετα με τους προκατόχους σου. Σου εύχομαι κάθε επιτυχία». Κάνει μεταβολή και φεύγει.
Το δεξί μου χέρι αγγίζει το κύπελλο. Δείγμα; Δείγμα;
Νόμιζα πως είχα κερδίσει, ενώ δεν ήταν παρά μόνον η αρχή. Δεν μου είναι όμως δυνατό να υποχωρήσω, όσο κι αν δεν καταλαβαίνω τη λογική του όλου πράγματος. «Συνεχίστε!» φωνάζω. Η καρδιά μου βουλιάζει, γιατί ξέρω καλά ότι θα συνεχίσουν. Τι πάω να αποδείξω;
Ο Μπήβε βγάζει πάλι τα νυστέρια και διαλέγει ένα. Μαντεύω το γενικό σχέδιο: πρώτα το κόψιμο, μετά η συμπίεση, μετά το τράβηγμα, το κάψιμο, τα ζωύφια. Πέντε διαφορετικά βασανιστήρια. Το αριστερό μου χέρι ήταν το δείγμα για την επίδειξη. Τώρα οι τεχνικές αυτές θα εφαρμοστούν για τα καλά.
Το νυστέρι πλησιάζει το πρόσωπό μου. Δεν τολμώ να τραβηχτώ, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν δείγμα ντροπιαστικής αδυναμίας. Έχω κρατήσει πιο πολύ από τους άλλους απεσταλμένους, όπως το ήξερα ότι θα γινόταν, αλλά όχι και από τους Λω που βασανίζονται συνήθως σ' αυτή την αίθουσα. Πρέπει να υποστώ αυτά που υπαγορεύει το πρόγραμμα, ξέροντας ότι δεν πρόκειται να πεθάνω παρά αν το θελήσω εγώ. Πρέπει να τους κερδίσω στο ίδιο τους το παιχνίδι, όποιο κι αν είναι αυτό.
Η λάμα πλανιέται πάνω από το αριστερό μου μάτι... και τα δεξιά μου δάχτυλα σφίγγονται πάνω στο κύπελλο. Μετά το μαχαίρι κατεβαίνει και η μύτη του αγγίζει το αριστερό μου ρουθούνι.
Μέσα σ' ένα θόλωμα πόνου και φρίκης ανακατεμένο μ' ένα είδος ανακούφισης, το μυαλό μου γυρίζει προς τα μέσα. Δεν έχει πουθενά αλλού να πάει. Θυμάμαι κάποτε που ένας κωλοεβραίος μου έσπασε τη μύτη όταν ήμουν δέκα χρόνων, και ότι κόντεψα να τον σκοτώσω, αν και ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος από μένα. Ποτέ, κανένας κατώτερος δεν κατάφερε να με γονατίσει. Δεν πρόκειται να το καταφέρουν τώρα αυτοί οι μπάσταρδοι του Βατερλώ. Κόψε μου την προβοσκίδα, αν το θέλεις, Μπήβε - δεν θα κάνω πίσω! Είμαι καλύτερος από σένα! Σε προσκαλώ! Δεν-
Τότε όμως ήμουν ζεσταμένος από τον καβγά, τώρα - αυτό το γύμνωμα της σάρκας, του χόνδρου, το αίμα που αναβλύζει, τα νεύρα που κόβονται, ενώ εγώ απομένω-
Ξαφνικά γίνομαι απόλυτα
αντικειμενικός. Έχει σταματήσει
και πάλι, και ξέρω καλά ότι η μισή
μου μύτη έχει χαθεί, δέρμα και βάση.
Σίγουρα δεν είναι ευχάριστο.
Πόσο θα συνεχίσει ακόμη αυτή η
ιστορία; Εγώ παραμένω ανώτερος,
αλλά το κορμί μου πετσοκόβεται!
Ο Μπήβε έχει βγάλει ήδη τη μέγγενη.
Πρέπει να αφαιρέθηκα κάποια στιγμή
και δεν τον πήρα είδηση. Πλησιάζει
το μηχάνημα στο υπογάστριό μου.
'Οχι! Τεντώνω τα δεσμά, αρπάζω το
κρύο κύπελλο, τρέμω ολόκληρος κι o
ιδρώτας τρέχει κρύος πάνω μου. Δεν
γίνεται όμως να υποχωρήσω τώρα, έχω
δεσμευτεί, έχω ήδη επενδύσει πολλά.
Η μέγγενη αγκαλιάζει τον αριστερό μου όρχι και μπαίνει στη σωστή θέση παρά τις δίπλες του δέρματος που τον καλύπτουν. Στο μυαλό μου αναδύεται μια άλλη αλήθεια: μόνον η αριστερή πλευρά θα καταστραφεί. Θα μου αφήσουν ένα από κάθε διπλό μου όργανο. Η καταστροφή δεν θα είναι απόλυτη. Αυτό μου δίνει τρομερό θάρρος. Αν το 'ξερέ μόνον ο Μπήβε!
Αρχίζει να σφίγγει το εργαλείο του. Μια έκρηξη πόνου εκμηδενίζει το όσχεό μου. Βλέπω μπροστά μου το λιωμένο μου δάχτυλο και ξέρω. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω το τι αισθάνομαι. Πονάω αφόρητα, ναι - αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Υπάρχει και κάτι άλλο...
Βλέπω γάμπες. Γυναικείες γάμπες. Τη σφιχτή γεμάτη σάρκα των μηρών. Βλέπω ένα φουστάνι να γλιστρά πάνω τους και να σηκώνεται. Βλέπω ένα αραχνούφαντο σλιπ να κατεβαίνει. Σαν να το τραβά ένα αόρατο χέρι. Βλέπω αυτές τις λείες κολόνες να ανοίγουν, αποκαλύπτοντας τη βαθιά σχισμή. Νιώθω να βουλιάζω μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Σπρώχνω - και όλες οι αισθήσεις διοχετεύονται στον πρησμένο αγωγό μου και γεμίζουν το άνοιγμα. H πεμπτουσία του ανδρισμού ξεχύνεται μέσα στους αγωγούς μεταμορφωμένη σε οργασμική ικανότητα. Κάθε στρίψιμο της λαβής εκτοξεύει και μια νέα ποσότητα. Είναι ένας υδραυλικός κριός, μια τεράστια αντλία που υγροποιεί ό,τι ώς τώρα ήταν στερεό. Δεν πρόκειται τόσο για ηδονή όσο για την αίσθηση μιας αναπόδραστης επιτακτικότητας. Όλα - πρέπει - να ξεχυθούν!
Η εικόνα σβήνει. Το πατητήρι χάθηκε από τα μάτια μου, τα σταφύλια πατήθηκαν όλα. Η στύση μου χαλαρώνει πνιγμένη στο αίμα, και ξέρω ότι παρά το όνειρο το όργανό μου δεν έγινε ένας υπερεκσπερματιστής, αλλά ένα κομμάτι συμπιεσμένο κρέας.
Ο Μπήβε βγάζει το μηχάνημα του τραβήγματος. Δεν κοιτάζω κάτω.
Αυτή τη φορά τα βάζει με το αυτί μου. Θυμάμαι την Γκλόρια, τη μελλοντική γυναίκα μου, με ξαφνικό έντονο πάθος: τα όμορφα καθαρά χαρακτηριστικά της, την ίσια λεπτή μύτη της, τα τρυπημένα της αυτιά με τα κρεμαστά σκουλαρίκια... όχι!
Θα μ' αγαπάς ακόμη, όταν θα έχω γίνει ένα τέρας από τους ακρωτηριασμούς, αγάπη μου; θα με ακολουθήσεις στον πλανήτη των βασανιστηρίων, όπως απειλούσες; Θέλεις ακόμη να με κρατήσεις στην αγκαλιά σου;
Ναι, πρέπει... πρέπει να... υπάρχει... αγάπη στον πόνο... η πιο καθαρή. Η αγάπη και ο πόνος είναι μαζί. Γκλόρια, αν ποτέ σε ξαναδώ δεν θ' αφήσω να μου φύγεις. Σ' αγαπώ. Πιο πολύ απ' όσο φαντάζεσαι. Πονώ από έρωτα, ματώνω από τη συγκίνηση, υποφέρω από τον πόθο -
Η εικόνα θολώνει. Προσπαθώ να την εστιάσω, μα δεν μπορώ. Αντί γι' αυτό βλέπω πάλι τους γεμάτους μηρούς που τώρα είναι σκεπασμένοι μ' ένα ματωμένο σπερματικό υγρό. Τραβιέμαι. Μη βρωμίζεις την εικόνα της Γκλόρια μ' αυτό το κτηνώδες πάθος! Βρες κάτι υψηλό, σπάνιο, αυτή την αγνή λαχτάρα που νιώθει ο άνθρωπος για τον άγγελο. Ψηλά, πιο ψηλά! Προχωρώ σχεδιάζοντας τη γραμμή του γοφού, προσπαθώντας να σβήσω από τα μάτια μου τη βρωμιά της προηγούμενης επαφής. Ψηλά, στο στομάχι και πιο πάνω, στο στήθος - με τους τέσσερις-χαλαρούς μαστούς!
Ξέρω τώρα ότι διέπραξα μοιχεία, ανισογαμία, κτηνοβασία μέσα στο βασανιστικό οργασμό μου.
Πάει το αυτί μου. Το βλέπω μπροστά μου, μια τραβηγμένη κουρελιασμένη σάρκινη μάζα ξεριζωμένη από το κεφάλι μου. Αρχίζω να συλλαμβάνω τη λογική της προδοσίας 'μου: το ρημαγμένο μου πρόσωπο δεν μπορεί παρά μόνο φρίκη να προκαλέσει στην Γκλόρια. Το αδάχτυλο χέρι ποτέ δεν θα μπορέσει να χαϊδέψει την ομορφιά της. Είμαι ημι-ευνουχισμένος. Η ερωτική μας ιστορία έχει τελειώσει. Εγώ το ξέρω, ακόμη κι αν εκείνη το αγνοεί. Μετά απ' αυτό δεν υπάρχει δυνατή επιστροφή στη Γη για μένα. Δεν είναι μια προσωρινή πρόκληση που μπορώ να την ξεπεράσω και να την αφήσω πίσω μου. Από τη δοκιμασία αυτή θα βγω αλλαγμένος, μισερεμένος. θα πρέπει να βολευτώ με τα ντόπια θηλυκά, αν το σπέρμα μου δεν τις πεθαίνει. Τόση είναι η πίστη στην αποστολή μου.
Δεν θα κάνω πίσω όμως.
Ο Μπήβε ζεσταίνει τώρα μια βελόνα. Νόμιζα ότι θα ακολουθούσε το λάδι, αλλά δεν ήταν παρά μια μορφή φωτιάς. Ξέρω για ποιο μέρος προορίζεται η πυρωμένη βελόνα, και για μια ακόμα φορά τα δάχτυλα που μου απομένουν αρπάζουν το κύπελλο. Όμως δεν υποχωρώ.
Η αιχμή πλησιάζει, λάμποντας κατακόκκινη, το πρόσωπό μου. Τη βλέπω με το αριστερό μου μάτι ώσπου αγγίζει την κόρη.
Τα υγρά του βολβού μου χύνονται και κυλούν στο μάγουλό μου. Ένα συννεφάκι καπνού και ατμού αναδίδεται από τον τόπο της σφαγής. Νιώθω τη μυρωδιά και το θόλωμα με τις αισθήσεις της δεξιάς πλευράς μου. Πόνο; Ο όρος αυτός δεν σημαίνει πια τίποτε. Ούτε βλέπω πια την Γκλόρια ή το ντόπιο σεξουαλικό αντικείμενο, ούτε καν τον Μπήβε. Δεν υπάρχει παρά μόνον η καυτερή λάμψη των χρωμάτων.
Μόνο; Όχι, όχι, όχι - είναι και κάτι άλλο, κάτι πολύ πολύ άλλο καθώς το πυρωμένο ξίφος οργώνει το οπτικό μου σύστημα. Βλέπω - βλέπω - βλέπω την αστραφτερή θεότητα! Όμοιο με νόβα, το θεϊκό πρόσωπο με κεραυνοβολεί. Σίγουρα αυτή είναι η πιο υψηλή αποκάλυψη. Βυθίζομαι στην έκσταση μπροστά στη θέα του Κυρίου μου, το Υπέρτατο Όραμα... ναι, ο πόνος είναι η οδός γι' αυτή την αποκάλυψη του Αιώνιου, τώρα έχω δει τη δόξα, την βλέπω, βλέπω.
Συντριβή. Ο πόνος μειώθηκε στερώντας μου το όραμα της ψυχής μου. Απελπισία, νιώθω, απώλεια, χαμένος.
Ο Μπήβε τακτοποιεί τη βελόνα του, σβήνει τη φλόγα. Τι μπορεί πια να κάνει, τι περισσότερο; Είμαι άτρωτος. Αντεξα κι αυτό το μαρτύριο. Είδα τη δόξα, τη δόξα, την Γκλόρια, τη δόξα εν υψίστοις...
Ο Μπήβε βγάζει ένα λεπτό σωληνάκι, το χώνει στο άνοιγμα του προσώπου μου όπου βρισκόταν κάποτε το αριστερό ρουθούνι. Το νιώθω να χώνεται μέσα μου, να γδέρνει το ιγμόρειο (ασήμαντο αυτό σαν βασανιστήριο) και να εισχωρεί βαθιά στο λαιμό μου. Πνίγομαι, μα αυτός συνεχίζει, είναι ένα φίδι που σέρνεται προς το στομάχι μου.
Όχι, όχι στο στομάχι. Ο Μπήβε δίνει μια επιδέξια στροφή και το σωληνάκι βρίσκει την τραχεία και γλιστρά προς τον αριστερό πνεύμονα. Βήχω αθέλητα, τίποτα όμως δεν σταματά την πορεία του ώσπου φτάνει εκεί που θέλει ο βασανιστής. Παρ' όλα αυτά είναι μια περίεργη, ανώδυνη διαδικασία ύστερα από τη βαναυσότητα των προηγούμενων πράξεων.
Ο Μπήβε αφήνει το σωληνάκι, που είναι σχεδόν ολόκληρο χωμένο μέσα μου. Βγάζει ένα κουτί, το ανοίγει. Βλέπω κάτι να κουνιέται: πράγματα που σαλεύουν.
Υπάρχει ένα χωνί στο στόμιο του καθετήρα αυτού. Ο Μπήβε σηκώνει ένα σκουλήκι με τη λαβίδα του, και βλέπω ότι το μπροστινό άκρο του ζώου είναι ένας δίσκος σαν αυτό της λάμπραινας. Ένα στόμα που ροκανίζει με χιλιάδες δόντια και ρουφάει. Το τοποθετεί μέσα στο χωνί και σηκώνει λίγο το σωληνάκι, έτσι ώστε το ζώο να γλιστρήσει ώς κάτω. Φέρνει το επόμενο.
Δεν μπορώ καν να ουρλιάξω καθώς τα σκουλήκια τρώνε το πνευμόνι μου.
Βλέπω ξανά το Όραμα - αυτή τη φορά όμως συνειδητοποιώ για τι πρόκειται, όπως κατάλαβα το αιδοίο τη δεύτερη φορά. Ο θεός της Φωτιάς είναι θεός του κάτω κόσμου, βρίσκομαι στην Κόλαση. Η Κόλαση είναι γεμάτη σκουλήκια. Τα σκουλήκια, τα ζωύφια, τα παράσιτα είναι οι πραγματικοί δαίμονες εδώ. Κάνω το γύρο της Κόλασης όπως μου επιτρέπει η αθλιότητά μου. Βλέπω έναν άντρα, έναν Λω - ίσως τον Κούλι - τον βλέπω να υφίσταται το βασανιστήριο της βάρκας, μια ειδικότητα της αρχαίας Περσίας. Είναι δεμένος ανάμεσα σε δυο μικρές βάρκες που εφαρμόζουν απόλυτα κλείνοντάς τον μέσα τους, και μόνο το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια του βρίσκονται απέξω. Τον ταΐζουν τα πιο πλούσια φαγητά, του τρυπούν τα μάτια όταν αντιστέκεται και χύνουν γάλα και μέλι μέσα στο στόμα του και πάνω στο πρόσωπό του ώσπου πνίγεται σχεδόν. Νιώθει τον ήλιο να τον καίει, μα δεν μπoρεί να τον αποφύγει, αν και το πρόσωπό του γεμίζει φρικτά εγκαύματα. Σμήνη από μύγες συγκεντρώνονται πάνω στο κεφάλι του τραβηγμένες από το μέλι, σκεπάζοντάς το ολόκληρο με τα βουερά σώματά τους. H μυρωδιά που βγαίνει από το εσωτερικό της φυλακής του είναι φρικτή, γιατί έχει περάσει πολλές μέρες κλεισμένος έτσι, και το συνεχές τάισμα προκαλεί μια αδιάκοπη παραγωγή των προϊόντων των ταπεινών φυσικών λειτουργιών. Καθώς περνώ δίπλα του μπορώ να κοιτάξω μέσα από μια τρύπα της βάρκας και βλέπω τη σκιά του γυμνού του σώματος βυθισμένου μέσα στις ίδιες του τις ακαθαρσίες και τις μύγες να πολλαπλασιάζονται μέσα σ' αυτή την κοπριά και τα ούρα, με τα σκουλήκια να τρέφονται από τα ζωντανά σωθικά του. Τα δεμένα του άκρα δεν του επιτρέπουν να κάνει τίποτε για να προστατεύσει τον εαυτό του, ώσπου κάποτε πεθαίνει εγκαταλείποντας ολοκληρωτικά το κουφάρι του στα σκουλήκια.
Είμαι αποφασισμένος να συνεχίσω να μελετώ τα προχωρημένα βασανιστήρια της Κόλασης, αλλά ο πόνος της δοκιμαστικής μου μύησης μειώνεταr και πάλι και επιστρέφω στον Βατερλώ.
Βλέπω μπροστά μου τον Κούλι, χωρίς μύγες δυστυχώς. «Συγχαρητήρια», μου λέει. «Ολοκλήρωσες την πρώτη μέρα των δοκιμασιών. Θα σταματήσουμε για τη νύχτα, γιατί ο Μπήβε πρέπει να αναπαυτεί. Αύριο μπορείς αν θέλεις να προχωρήσεις στο δεύτερο στάδιο, πράγμα που δεν είναι απαραίτητο για μια τυπικά έντιμη παραίτηση».
Προσπαθώ να μιλήσω και νιώθω τα
κουφάρια των σκουληκιών να
σαλεύουν μέσα στην άδεια κοιλότητα
που φιλοξενούσε τον πνεύμονά μου.
'Υστερα από λίγο καταφέρνω να
αρθρώσω βραχνά: «Είσαι έτοιμος να
υπογράψεις τη συνθήκη τώρα;»
«Όχι».
«Τότε θα συνεχίσω αύριο».
Μετά λιπoθυμώ.
Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Νιώθω σαν να ήμουν από πάντα σ' αυτό το στρεβλωτήριο, κι ωστόσο ξέρω ότι είναι μόνον η δεύτερη μέρα μου. Ή η τρίτη. Έχω χάσει το χέρι μου, το νεφρό μου, τα μαλλιά του μισού κρανίου μου μαζί με το δέρμα, τη σάρκα της αριστερής πλευράς μου από τον ώμο ώς το υπογάστριο, κομματάκι-κομματάκι. Η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλανιέται γύρω μου, το έδαφος είναι σπαρμένο με σπασμένα κόκαλα και ξεραμένα αίματα. Οι Λω στα διπλανά μου στρεβλωτήρια ήπιαν το ποτήρι και πέθαναν ντροπιασμένοι, εγώ όμως, σαν τον Χριστό, δεν παραδίδομαι. Το κύπελλο είναι το μόνο ποτήρι που δεν θα αγγίξω σ' αυτή μου την ενσάρκωση. Τώρα έχω πολλούς μάρτυρες που με παρακολουθούν.
Ο Κούλι μου εξήγησε ένα μέρος από την ιστορία των Λω. Γνώριζαν τα διαστημικά ταξίδια και ίδρυσαν αποικίες οργανώνοντας μια αστρική αυτοκρατορία - ήταν όμως μαλακοί άνθρωποι και όταν συνάντησαν κάποιες βάρβαρες φυλές που τους βασάνισαν και τους εξοστράκισαν, πείστηκαν ότι δεν ήταν έτοιμοι για το διάστημα. Έτσι υποχώρησαν και εγκατέστησαν ένα σύστημα που θα δημιουργούσε αρχηγούς πιο ανθεκτικούς σε τέτοιες δοκιμασίες. Όταν το σύστημα αυτό ρίζωσε...
Ο Κούλι βρίσκεται πάλι μπροστά
μου, ανήσυχος και παρακλητικός.
«Παραιτήσου, Απεσταλμένε», με
παρακαλεί.
«Θα υπογράψεις τη συμφωνία;»
«Δεν μπορώ. Κανείς δεν μπορεί».
«Τότε δεν παραιτούμαι».
«Απεσταλμένε, δεν μπορούμε να
προχωρήσουμε περισσότερο χωρίς να
σου στερήσουμε τις πιο ουσιαστικές
σου λειτουργίες. Πρέπει να
διατηρήσεις τα δυο πόδια για να
περπατάς, το ένα χέρι για-»
«Μου είναι άχρηστα χωρίς τη
συμφωνία».
Φεύγει νικημένος. Έτσι ο Μπήβε
αρχίζει να δουλεύει με τα πόδια μου
και τη δεξιά πλευρά μου. Έχω βάλει
σε μεγάλο πρόβλημα τους Λω.
Είναι άραγε η τέταρτη μέρα; Η πέμπτη; Πώς να μετρήσει κανείς την αιωνιότητα; Χάθηκαν τα πόδια μου, το δεξί μου χέρι, το άλλο αυτί και το ρουθούνι μου. Είμαι τυφλός. Ούτε ένα δόντι δεν έχει μείνει στα σαγόνια μου. Τα απορρίμματα του κορμιού μου χύνονται από μια σχισμή σαν αυτή των γυναικών. Μπορώ όμως και ακούω, γιατί δεν τολμούν να αγγίξουν το έσω ους από φόβο μήπως πειράξουν τον εγκέφαλο και προκαλέσουν θάνατο.
Ποιοι είναι που τα κάνουν όλα αυτά; Οι αμέτρητοι Μπήβε και Κούλι που κατασκευάζει το απομονωμένο μυαλό μου. Δεν είμαι εντελώς στα καλά μου. Μπορώ ωστόσο να χωνέψω το εισαγόμενο από τη Γη θρεπτικό υγρό που χύνουν αργά στον τραυματισμένο μου λαιμό. Πιστεύω ότι είναι ένα μίγμα από γάλα και μέλι, αλλά δεν καταλαβαίνω τη γεύση του, και το πνευμόνι μου κροταλίζει απαίσια όταν γελάω. Μπορώ να συνεννοούμαι κατά κάποιον τρόπο, αν και η γλώσσα μου κρέμεται από ένα γάντζο δίπλα μου: ένα γρύλλισμα από το γδαρμένο λάρυγγά μου σημαίνει «ναι», δύο σημαίνει «όχι».
«Είσαι έτοιμος να παραιτηθείς,
Απεσταλμένε;» Αναγνωρίζω την
απαυδισμένη φωνή του Κούλι.
Βήχω τρεις φορές για περισσότερες
πληροφορίες.
«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς
να σε σκοτώσουμε».
Δεν απαντώ. Δικό τους πρόβλημα.
«Κάνε τουλάχιστον μια προσωρινή
διακοπή για να σου εξηγήσω τη θέση
σου».
Αυτό το δέχομαι. Με σηκώνουν και με
κατεβάζουν. Νιώθω την παρηγοριά του
ζεστού νερού. Επιπλέω, καμιά σκληρή
επιφάνεια δεν πληγώνει το
ανυπεράσπιστο σώμα μου εκτός από το
λουρί που συγκρατεί το κεφάλι μου.
Τον ακούω.
«Έχεις ξεπεράσει τα τέσσερα στάδια
του μαρτυρίου», μου λέει. Τέσσερα;
θα μπoρούσε να ήταν τετρακόσια.
Τίποτα δεν με ικανοποιεί πια, εκτός
από την πραγματoποίηση της
αποστολής μου.
«Ελάχιστοι υποψήφιοι φτάνουν στο
επίπεδο αυτό», λέει ο Κούλι. «'Ίσως
δυο ή τρεις το χρόνο, στην κάθε
κατηγορία. Δεδομένου ότι η δική σου
κατηγορία είναι πολιτική, έχεις
τώρα τα προσόντα να συμμετέχεις στο
κυβερνητικό συμβούλιο του Βατερλώ -
ο μοναδικός ξένος που πέτυχε ποτέ
αυτή τη διάκριση. Απέδειξες την
αξία σου με την ακλόνητη επιμονή
σου και έχεις απαλλαγεί από τα
υλικά συμφέροντα που θα μπορούσαν
να επηρεάσουν την κρίση ενός
κατώτερου ατόμου. Έχεις λοιπόν τώρα
τις δυνατότητες για μια αληθινή
αντικειμενικότητα και μπορείς να
γίνεις ένας άξιος κυβερνήτης.
Δέχεσαι το αξίωμα;»
Επιτέλους, έτσι εξηγούνται όλα! Ο θάλαμος των βασανιστηρίων είναι ο προθάλαμος της εξουσίας, όχι σε σχέση με τους ανταγωνιστές, αλλά με την ίδια την κοινωνία. Όσο πιο πολύ αντέχει το άτομα, τόσο πιο μεγάλη η ανταμοιβή του. Και φυσικά ο Κούλι έχει δίκιο: τώρα πια κανείς δεν μπορεί να με δωροδοκήσει με ανθρώπινες απολαύσεις. Δεν έχω πια μύτη να μυρίσω τα αρώματα, δεν έχω γευστικούς κάλυκες για τη γεύση, ούτε μάτια για την ομορφιά, ούτε φαλλό για το σεξ. Χρήματα; Για να αγοράσω τι;
Πραγματικά είμαι απόλυτα αντικειμενικός.
«Αν το προτιμάς ωστόσο μπορείς να συνεχίσεις τη διαδικασία ώς το θάνατο. Είναι ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος αυτοθανάτωσης και δεν ντροπιάζει τον βασανιστή. Με τον τρόπο αυτό θα κερδίσεις μια θέση στην προγονική μας ιεραρχία, αν κι έρχεσαι από μακριά. Τα παιδιά θα μαθαίνουν να απαγγέλλουν το όνομα και το κατόρθωμά σου, οι άντρες θα προσεύχονται σε σένα για να πάρουν θάρρος, οι γυναίκες θα χύνουν το γάλα τους στο μνημείο σου-»
Γρυλλίζω δυο φορές. Αυτή η θεοποίηση δεν μου λεει τίποτε. Είναι κάπως βρώμικη.
«Από την άλλη μεριά, σαν μέλος του συμβουλίου μας θα έχεις μεγάλη εξουσία. Όλες οι ανάγκες σου θα εξυπηρετούνται από ξεπεσμένους δειλούς σαν κι εμένα που θα αναλαμβάνουν να μεταφράζουν τις διαταγές σου και-»
Γρυλίζω νιώθοντας ξαφνικό ενδιαφέρον.
«Ναι, βέβαια», λέει με σεβασμό ο Κούλι. «Η έγκριση μιας συνθήκης με τη Γη θα βρίσκεται στη δικαιοδοσία σου, φτάνει οι όροι να μην έρχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των άλλων μελών».
Νίκη! Γι' αυτό λοιπόν δεν μπορούσε o Κούλι να υπογράψει τη συνθήκη. Δεν είχε την πληρεξουσιότητα. Δεν πέρασε τα κατάλληλα βασανιστήρια. Ακριβώς όπως οι βασανιστές πρέπει να κερδίζουν τη θέση τους γινόμενοι θύματα των μηχανών τους, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τους άλλους αξιωματούχους της κοινωνίας αυτής. Οι δειλοί και οι αδύναμοι μένουν πίσω.
Γρυλίζω μια φορά δείχνοντας πως δέχομαι την πρόταση. Την έχω κερδίσει με το αίμα μου.
Ο Κούλι όμως δεν φεύγει. «Υπάρχει
κι άλλο ένα θέμα τώρα της
αρμοδιότητάς σου, Σύμβουλε. Αλλος
ένας επισκέπτης από τη-»
Κι άλλος Απεσταλμένος! Αυτό δεν μ'
αρέσει καθόλου. Θα'πρεπε η Υπηρεσία
να μου δείξει περισσότερη
εμπιστοσύνη.
«Μια θηλυκιά από το είδος σου»,
εξηγεί ο Κούλι. «Λέει ότι πρόκειται
να παντρευτείτε-»
Η Γκλόρια! Με ακολούθησε τελικά!
Πρέπει να μ' αγαπάει στ' αλήθεια
πάρα πoλύ.
«Να την οδηγήσω μπροστά σου;»
Το σκέφτομαι. Συνειδητοποιώ ότι η πράξη της Γκλόριας είναι επιπόλαιη. Δεν αντέχω τις επιπολαιότητες. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι πραγματικά αντικειμενικός και βλέπω τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Δεν χρειάζομαι σύντροφο, κυρίως μια γυναίκα με απρόβλεπτη συμπεριφορά. Η εξουσία μου αρκεί. Γρυλλίζω δυο φορές.
«Αρνείται να φύγει χωρίς να σε δει», λέει ο Κούλι. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτή είναι μια άμεση απάντηση ή η συνέχιση του διαλόγου αργότερα. Ο χρόνος είναι ένας δύσχρηστος και ασήμαντος παράγοντας τώρα. «Δεν επιδοκιμάζουμε τη χρήση βίας σε τέτοιες περιπτώσεις. Πρέπει να πειστεί να φύγει θεληματικά αν δεν επιθυμείς να τη συναντήσεις. Μήπως θα προτιμούσες να της δώσουμε ένα δείγμα της ενδεχόμενης αντιμετώπισης;»
Ένα δείγμα των βασανιστηρίων!
Θαυμάσια ιδέα.
«Κι αν εξακολουθεί να αρνείται να
φύγει;»
Γρυλλίζω ξανά. Σ' αυτή την περίπτωση
ας γνωρίσει κι αυτή τη φώτιση του
απόλυτου ακρωτηριασμού. Αν υπάρχει
έστω και μια περίπτωση να αντέξει
και να φτάσει στη δική μου υψηλή
θέση, ίσως τότε να αποτελεί ανεκτή
παρέα. Στο μεταξύ ας γίνει ό,τι
γίνει.
Στην πραγματικότητα, η απόλυτη αντικειμενικότητά μου με κάνει να αναρωτιέμαι αν υπάρχει έστω κι ένα από τα αβασάνιστα πλάσματα της Γης που να αξίζει δεύτερη σκέψη. Γιατί να εγκρίνω μια συνθήκη που δεν την κέρδισαν, μόνο και μόνο επειδή η τυχαία εκλεγμένη κυβέρνησή τους το επιθυμεί; Είμαι ένας Κυβερνητικός Σύμβουλος του Βατερλώ, και έχω απoδείξει με τρόπο απόλυτο την ανωτερότητά μου. Δεν καταδέχομαι να διαπραγματευτώ μαζί τους. Καλύτερα να φροντίσω να μην υπογραφεί καμιά συνθήκη.
Μου περνά από το μυαλό η ιδέα ότι μπoρεί να ήταν η Γη ο πλανήτης όπου πριν από αιώνες αποκρούστηκαν οι Λω από τους άγριους. Ο κύκλος κλείνει, ποιητική δικαιοσύνη.
Στρέφω την προσοχή μου σε πιο σημαντικά προβλήματα. Βρίσκω ότι εμείς οι Λω δεν είμαστε πραγματικά ειδικοί στα βασανιστήρια. Λείπει η φαντασία από το πρόγραμμά μας. Όταν το άτομο ξέρει τι ακριβώς έχει να περιμένει και σε ποια σειρά, μπορεί να προετοιμαστεί. Το οικείο δεν τρομάζει αρκετά, δεν κλονίζει την απόφαση της αντίστασης. Υπάρχουν εδώ κάποια ψυχολογικά κλειδιά που αξίζει να χρησιμοποιηθούν. Πρέπει να τα μελετήσω και να κάνω τις απαραίτητες διορθώσεις. Μένει επίσης η έκθεση: στο κρύο, την πείνα, τη δίψα, την αϋπνία, το δυνατό φως (πριν από την τύφλωση), τον εκκωφαντικό συνεχή θόρυβο. Να ποτίσεις το θύμα με μεγάλες ποσότητες υγρού και μετά να του δέσεις σφιχτά τα γεννητικά του όργανα. Να τρίψεις τις πληγές του με τις ακαθαρσίες του. Είναι ακόμη και τόσες εξωτικές τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, το Κινεζικό Βασανιστήριο του Νερού, οι Περσικές Βάρκες...
Η Γκλόρια! Θα φροντίσω να γίνει μια πρώτη εφαρμογή του βασανιστηρίου με τις βάρκες πάνω στην Γκλόρια, αφού έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία αν θα πεθάνει. Πόσο βολικό ήρθε! Θα της πω ότι έτσι θα δοκιμαστεί η αγάπη της για μένα, και θα δούμε πόσο κρατάει.
Ω, είναι τόσα πολλά πράγματα να γίνουν! Πρέπει να αναμορφώσω αυτό τον πλανήτη, τώρα που διαθέτω τη δικαιοδoσία και την αντικειμενικότητα για να το κάνω.
Έχω ακούσει να λένε ότι η εξουσία διαφθείρει. Αναρωτιέμαι κατά πόσον, αντίστροφα, ο απόλυτος εξευτελισμός εξυψώνει...
Σίγουρα ναι! Τι καλύτερο παράδειγμα από εμένα τον ίδιο;