Το ξεδίπλωμα

Bruce Sterling και John Sirley
The Unfolding (1985)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου

O Φίλιπ Μπρίζεν αντιμετώπιζε προβλήματα διπλωπίας με τα καινούρια του μάτια. Δυο φορές αυτή τη βδομάδα είχε δει ροζ μπαλαρίνες να γυροφέρνουν στο ιδιαίτερο γραφείο του, κάνοντας πιρουέτες από τοίχο σε τοίχο, από το ταβάνι στο πάτωμα.

«Τυχαίνει καμιά φορά», είπε ο επιδιορθωτής από την ΙατροΜαγική μαστορεύοντας την υποδοχή ματιού του Μπρίζεν. «Κοίτα, την άλλη φορά, να πούμε, θα βλέπεις συνέχεια ίσαμε να καταλάβεις από ποιο κανάλι έρχεται, να πούμε, για να τ' απομονώσουμέ πιο καλά. Είναι πιο καλά άμα ξέρουμε από ποιο κανάλι έρχεται και κάνει ιστορίες. Πολύ καινούριο το μοντέλο, να πούμε. Χάνει ακόμα».
«Καλό θα ήταν να μην ξανασυμβεί», είπε ο Μπρίζεν. «Θέλω να λειτουργεί οπωσδήποτε το οπτικό μου νεύρο».
«Α, ετοιμάζεις αναγέννηση ιστών; Ψώνιο!» Ο επιδιορθωτής γέλασε κι ύστερα τραγούδησε το σήμα της διαφήμισης: «Τι περιμένεις; Α-να-γέ-ννη-ση», κάνοντας τον Μπρίζεν να μορφάσει.

Ο επιδιορθωτής έριξε μια λοξή ματιά στο μάτι του Μπρίζεν μέσ' από μια λούπα κοσμηματοπωλείου. «Η οξύτητα πώς πάει;»
«Καλά».
«Εντάξει, θα πιάσει. Δικέ μου, αυτά τα καινούρια, να πούμε, είναι σαν αληθινά. Σαν ανθρώπινα, να πούμε. Σχεδόν, δηλαδή».
«Τζένυ», είπε ο Μπρίζεν στη γραμματέα του, «συνόδεψε τον κύριο μέχρι την έξοδο». Παρακολούθησε τον άνθρωπο να φεύγει και σκεφτόταν: Αγράμματος αλήτης. Από βίντεο έχει μάθει την τέχνη του.

Ο Μπρίζεν απεχθανόταν τους άξεστους. Το Απελευθερωτικό Μέτωπο Αγράμματων τον είχε κάνει κομματάκια με έναν εκρηκτικό μηχανισμό την περίοδο των εργατικών ταραχών του 2057. Οι καινούριες τεχνικές αναγέννησης είχαν σώσει τον εγκέφαλό του, τη σπονδυλική του στήλη και τα γεννητικά του όργανα. Το πρόσωπό του την είχε βγάλει καθαρή, αν εξαιρέσεις τα μάτια του. Αλλά τα θραύσματα είχαν περιποιηθεί τόσο καλά το μεγαλύτερο μέρος του σώματος του Μπρίζεν που του ήταν φτηνότερο να το πετάξει στα σκουπίδια.

Τώρα, ο Μπρίζεν είχε συνέχεια προβλήματα συντήρησης, πότε με τα χάρτινα πνευμόνια του, πότε με τη ζεολιθική σπλήνα του ή τα πλαστικά έντερά του. Ωστόσο είχε λείο, ευαίσθητο δέρμα από πρωτοπλαστικό, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος από τα μαλλιά του. Σπάνια έβγαζε βουητά και μεταλλικούς ήχους κι ελάχιστοι καταλάβαιναν ότι ήταν κυβόργ.

«Στο διάολο τα κωλοσυνδικάτα», είπε στην Τζένυ. «Την επόμενη φορά που θα πάθω βλάβη, να έρθει εδώ ρομπότ επιδιορθωτής ιατροτεχνικός, με τον καλύτερο δυνατό προγραμματισμό».
«Πολύ καλά κύριε», είπε η λεπτή, χλωμή γραμματέας της ΠλαστιΣάρξ. (Η ΠλαστιΣαρξ τις φτιάχνει γερές! Υπάλληλος της ΠλαστιΣάρξ σπάνια χρειάζεται επισκευή!) Ήταν προγραμματισμένη να συμφωνεί μαζί του.

Ο Μπρίζεν ηρέμησε. Αναψε ένα πούρο γνήσιου καπνού. Ήταν ένα από τα πλεονεκτήματα των αποσπώμενων θηκών του στήθους και των χάρτινων πνευμόνων. Μπορούσε να τις αλλάζει όποτε γέμιζαν πίσσα.

Αποφάσισε να δοκιμάσει τα καινούρια του μάτια στον ουρανό της Νέας Υόρκης. Η θέα από το κτίριο της Φαρμακευτικής Μπρίζεν ήταν καταπληκτική, αλλά τα προηγούμενα μάτια του, παλιό μοντέλο, είχαν λίγη μυωπία. Πίεσε ένα κουμπί στο ρολόι του και οι κουρτίνες που έφταναν ώς το πάτωμα άρχισαν να μαζεύονται στο πλάι.

Κοίταξε την Τζένη. «Έντάξει, κι οι αγράμματοι πρέπει να δουλεύουν», ήταν η γενναιόδωρη παραχώρηοή του. «Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να δουλεύουν πάνω μου. Αν σώνει και καλά πρέπει να βάλει κανείς χέρι στο μηχανισμό μου, θέλω να είναι ένα ικανότατο ρομπότ, όχι το πρώτο τυχαίο μισοεκπαιδευμένο βόδι του συνδικά-» Η φωνή του κόπηκε καθώς κοίταξε έξω απ' το παράθυρο.

Κάτι κρεμόταν από τον ουρανό, έξω. Έμεινε άφωνος. Το πράγμα στον ουρανό ήταν τεράστιο, τέλεια σχηματισμένο, τερατώδες. Κι εκείνη τη στιγμή, στο μυαλό του Μπρίζεν συνέβη κάτι δίχως προηγούμενο. Ατενίζοντας την ανωμαλία που μετεωριζόταν στον ουρανό έξω από το παράθυρό του, είδε κάτι σαν μυστικιστικό εσωτερικό όραμα...

Μέσα σ' ένα ξαφνικό κύμα ενόρασης που συγκλόνιζε τα πάντα, έμοιαζε να βλέπει ολόκληρη τη σκηνή - ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, το γραφείο του. Είδε την Τζένυ, το φινετσάτο ρομπότ του για όλες τις δουλειές, να στέκεται στο καμπύλο, ημιδιάφανο γραφείο της, με το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στον υπόλευκο όγκο της κονσόλας προγραμματισμού. Το στενό της φόρεμα, στο ίδιο ημιδιάφανο γαλάζιο με το γραφείο της, κολλούσε στις υποδειγματικές καμπύλες της' τα μακριά, κυματιστά μαύρα μαλλιά της γυάλιζαν κάτω από το φως του τοίχου-παραθύρου. Όρθια μπροστά στο απογευματινό σκουρογάλαζο φως, ήταν σαν σιλουέτα που σχεδίασε το πινέλο κάποιου Γιαπωνέζου γραφίστα.

Κι είδε τον εαυτό του δίπλα της, να χάσκει, με μια έκφραση που περιείχε ταυτόχρονα έκπληξη και τρόμο, σαν αποσβολωμένος από θρησκευτικό δέος. Ήταν ένας γεροδεμένος άντρας με λεπτό πρόσωπο, που είχε αφήσει τα μακριά μέχρι τους ώμους μαλλιά του ν' ασημίζουν στους κροτάφους, μεγεθύνοντας τα γκρίζα μάτια του, το κραγιόν Αρτζεντ Γκλος, και το καλλυντικό ασημί πασπάλισμα στα μάγουλά του. Αυτοί οι τόνοι σε γκρίζο και ασημί συμπλήρωναν το ημιμεταξένιο ασημί ναυτικό μπουφάν του και το σκιστό στο πλάι σορτς.

Έβλεπε το πλατύ, ασπρογάλαζο δωμάτιο με τις σκόρπιες πολυθρόνες-αντίκες Φιoρούτσι, και το επιβλητικό μεταλλικό γλυπτό στον ένα τοίχο να δεσπόζει πάνω απ' όλα.

Και είδε το λαμπερό τερατούργημα έξω από τα ορθογώνια παράθυρα. Η πρώτη σημασία της λέξης «τέρας», θυμήθηκε ξαφνικά, ήταν «οιωνός».

Το τέρας, το φάσμα, ο οιωνός, ήταν μια θεόρατη, κατά τα φαινόμενα συμπαγής, τρισδιάστατη προβολή ενός μορίου DNA, η διπλή έλικα του δεσοξυριβοζονουκλεϊνικού οξέως. Εκατοντάδες μέτρα μήκος, συστρεφόταν γεμάτο πολύπλοκες αρθρώσεις. Περιστρεφόταν αργά... Με την παιδεία του στη φαρμακολογία, αναγνώρισε μέρη της χημικής του δομής: αδενίνη, θυμίνη, κυτοσίνη και γουανίνη, λαμπερά εξογκώματα από πολύχρωμα άτομα που ένωναν τους ελικοειδείς άξονες.

Αστραφτοβολούσε με χτυπητά, αρχέγoνα χρώματα πάνω στο φόντο του συννεφόστικτου, απογευματινού ουρανού. Γύριζε αργά, ελισσόταν ένα χιλιόμετρο πάνω από τους δώδεκα κώνους που υψώνονταν από τις οροφές-συσσωρευτές ηλιακής ενέργειας και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του Μανχάταν.

Δεν ήταν δυνατό να είναι διαφημιστικό τέχνασμα. Παραίσθηση, μήπως;
«Ε, Τζένυ, το βλέπεις αυτό εκεί; Αυτό που κρέμεται απ' τον ουρανό»·
«Το μοντέλο του DNA», είπε η Τζένυ γνέφοντας. «Το βλέπω κύριε».
«Έχεις καμιά ιδέα τι διάολο γίνεται;»
«Ε-» Δίστασε. Ο Μπρίζεν συνοφρυώθηκε και σκέφτηκε: Ποτέ μέχρι τώρα δεν δίστασε να απαντήσει. Μπας κι αρχίζει να τα παίζει;

Δεν θέλησε να της το πει: ήταν αγενές να αναφέρεσαι στην κακή λειτουργία ενός ρομπότ όταν ήταν παρόν. Πότε-πότε κάτι τέτοιο γινόταν αιτία για άσχημες καταστάσεις. «Φίλιπ...» πήγε να πει. Ποτέ πριν δεν του είχε μιλήσει με το μικρό του όνομα. Το αλλόκοτο πράγμα εκεί έξω πρέπει να την είχε επηρεάσει. Της έλειπε η ανθρώπινη ελαστικότητα, σκέφτηκε ο Μπρίζεν με αυτάρεσκο οίκτο. Τι κρίμα. Κανονικά ήταν πολύ πιο αξιόπιστη από κάθε ανθρώπινο υπάλληλο. Πιο έξυπνη. Πιο γρήγορη. Πιο σέξυ.

Ο Μπρίζεν πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε το απέραντο αντίγραφο του DNA. Δεν έριχνε καθόλου σκιά, πράγμα που ήταν σύμφωνο με την υπόθεση ότι επρόκειτο για προβολή. Αν όμως ήταν αλήθεια αυτό, θα έπρεπε να το βλέπει όπου κι αν κοίταζε. Το έβλεπε κι η Τζένυ - αλλά και τα δικά της μάτια ήταν τεχνητά.

Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο, η θέα του μακροκοσμικού DNA, τεράστια και φωτεινή πάνω από την πόλη, τον διέγειρε σεξουαλικά. Έμοιαζε μ' ένα μεγάλο, σφιχτά κουλουριασμένο σκουλήκι της Ζωής ενσάρκωση του αρχέγονου έρωτα. Στη μια άκρη ξετυλιγόταν ελαφρά και χωριζόταν σ' ένα σύθαμνο χρωμοσωμάτων με ανοιχτά σκέλη. Κοίταξε πλάι του την Τζένυ. Είχε εγκαταλείψει τα ανθρώπινα θηλυκά μετά την ανακατασκευή του, αλλά η Τζένυ διέθετε τόσο το πρόγραμμα όσο και το μηχανισμό που χρειαζόταν για να το κάνει επί τόπου, στο χαλί. Επί τόπου, μπροστά στο μoριακό ομοίωμα με τα λαμπερά χρώματα ταινίας κινουμένων σχεδίων, που σκέπαζε με το φωσφορισμό του το βουητό της πόλης.

Κουδούνισε ο πίνακας ελέγχου. Η Τζένυ απάντησε. Ο Μπρίζεν ανάσανε βαθιά γεμίζοντας αέρα τα χάρτινα πνευμόνια του. «Είναι ο Γκάρσον Μπούλοκ», του είπε.

«Πάλι;» είπε ταραγμένος ο Μπρίζεν. Ο Μπούλοκ ήταν ο ομοσπονδιακός επιθεωρητής του Γραφείου Εργασιακών Υποθέσεων. Ενοχλούσε διαρκώς τον Μπρίζεν επειδή προσλάμβανε πολλά ρομπότ. «Μάλλον πρέπει να του πούμε να περάσει», είπε ο Μπρίζεν. «Εξάλλου, θέλω να μάθω αν το βλέπει κι αυτός».

Ο Μπούλοκ είδε το φάσμα του DNA. Έμεινε άναυδος στην είσοδο. Το τετραγωνισμένο, γεμάτο εξογκώματα πρόσωπό του γέμισε δέος.

Ο Μπούλοκ ήταν ένας άσχημος άντρας με μεγάλους πόρους και πλακουτσωτή μύτη. Θα μπορούσε να πάει για μια άψογη ανακατασκευή προσώπου, αλλά όπως οι περισσότεροι φανατικοί Πράσινοι, θεωρούσε την ανακατασκευή σαν προσβολή κατά της γενετικής του κληρονομιάς. Τα μέλη του Πράσινου Κόμματος δεν παραδέχονταν ποτέ ότι οι πεποιθήσεις τους ήταν θρησκευτικές. Ήταν όμως κάτι που το ήξεραν όλοι.

Ο Μπούλοκ περπάτησε προς το παράθυρο κουνώντας αργά το κεφάλι του. Πήρε μια κοινότοπη έκφραση: Ταπεινότητα μπροστά στο Απόκοσμο (Εκφραση 73 στο Εγχειρίδιο Κοινωνικής Απλότητας).

«Λοιπόν», είπε κοφτά ο Μπρίζεν, «τι διάολο είν' αυτό το πράγμα; Φαντάζομαι πως πίσω του κρύβονται οι δικοί σας. Καμιά προπαγάνδα του Πράσινου Κόμματος για τους αναλφάβητους;»
«Με εκπλήσσει το ότι μπορείς να το δεις», είπε ο Μπούλοκ αφηρημένα. Γύρισε από το παράθυρο και κοίταξε αργά γύρω-γύρω το γραφείο, σαν να είχε αφήσει κάτι εκεί κατά λάθος.
«Μάλλον», μουρμούρισε ο Μπούλοκ, «κάτι τρέχει με τα τεχνητά σου μάτια. Μια ηλεκτρονική παράκαμψη των DΝΑκών φραγμών του εγκεφάλου σου. Ένας μη-Πράσινος όπως εσύ, φυσιολογικά θα ήταν τυφλός μπροστά σ' αυτό. Είναι αδύνατο να σε εμπνεύσει όπως εμπνέει τους εκλεκτούς του. Έτσι κι αλλιώς, τώρα δεν έχει και τόση σημασία... »

Ο Μπούλοκ πήγε στο μεταλλικό γλυπτό που κρεμόταν από τον τοίχο. Αρχισε να το αποσυνδέει, σφυρίζοντας το σήμα από τη διαφήμιση για το Αυτοδηγούμενο Αυτοκίνητο της Τζένεραλ Μότορς.

Ο Μπρίζεν κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα.

«Το λένε τέχνη», είπε ο Μπούλοκ χαρούμενα. «Λένε αυτό το γλυπτό Τέχνη και δεν ξέρουν τίποτα για την πραγματική του καλλιτεχνική ουσία. Ή για τον πραγματικό Καλλιτέχνη». Το αλουμινένιο κρεμαστό ανάγλυφο ήταν ένα σχέδιο από σκληροφτιαγμένες αρθρώσεις και ελλείψεις, σαν τις γραμμές που δείχνουν υψώματα σε χάρτη. Ο Μπούλοκ έριξε ένα μεγάλο κομμάτι του γλυπτού στο πάτωμα, δίπλα στην μπότα του. Σηκώθηκε πάλι κι άρχισε να ξεβιδώνει έναν άλλον κόμπο.

Στα μάτια του Μπρίζεν το γλυπτό ήταν ανέκαθεν συμπαγής κατασκευή. Αλλά o Μπούλοκ το κομμάτιαζε σαν να ήταν φτιαγμένο από μέρη που ενώνονταν όπως τα παζλ. Θα 'λεγες ότι το νεκρό μέταλλο ανταποκρινόταν με κάποιον ειδικό τρόπο στα ζωντανά χέρια του Μπούλοκ. Με κάποιον τρόπο υπερβατικό.

Ο Μπρίζεν είχε τρομοκρατηθεί' το συνειδητοποίησε ξαφνικά. Δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς τον φόβιζε. Ο φόβος έβγαινε από ένα συναίσθημα, μια αόριστη ιδέα, ότι στον κατακερματισμό ενός απλού μεταλλικού γλυπτού έβλεπε το πρώτο βήμα προς τον κατακερματισμό ενός ολόκληρου κόσμου.

«Αυτό το πράγμα...» πήγε να πει o Μπρίζεν. «Το γλυπτό μου... Πώς το...»
«Δεν το έκανα εγώ. Η DΝΑκή σκέψη το 'κανε, με τα χέρια μου». Ο Μπούλοκ έκανε ένα διάλειμμα για ν' ανάψει ένα τσιγάρο Μακράς Διαρκείας, άφησε ένα συννεφάκι πράσινου καπνού κι ανασήκωσε τους ώμους του. «Είναι σαν να πηγαίνουν μόνα τους τα χέρια μου. Βρίσκουν την υπο-δομή του κάθε κομματιού. Την κρυφή υπο-δομή που ενυπάρχει σε κάθε τεχνούργημα. Οι καλλιτέχνες βρίσκονταν ανέκαθεν υπό τον έλεγχο της DΝΑκής σκέψης. Έχουν τόσο ελάχιστη συναίσθηση...» Ο Μπούλοκ στράφηκε ξανά στο γλυπτό και συνέχισε να το διαλύει. Σε λιγότερο από ένα λεπτό, το είχε λύσεrσε καμιά δεκαριά γυαλιστερά κομμάτια, τα οποία τοποθετούσε σε κάποιο απόκρυφο σχηματισμό στο μπλε χαλί από φέλπα.

«Τζένυ», είπε ο Μπρίζεν, «σταμάτα τον. Καταστρέφει το γραφείο μου!»
«Δεν νομίζω ότι πρέπει να αναμιχθώ, κύριε», είπε αυτή. «Απλώς υπακούει στο γενετικό του προγραμματισμό». Τον κοίταξε προσεκτικά. «Δεν αισθάνεσθε μια τάση να τον συνοδεύσετε, κύριε;»
«Φυσικά όχι!» είπε ο Μπρίζεν. Αλλά ξαφνικά δεν ήταν και τόσο σίγουρος. Κοίταξε τα τεχνητά του χέρια, καλυμμένα με πρωτοπλασμικό δέρμα που έμοιαζε αληθινό. Ξαφνικά, σαν να τον έπιασε φαγούρα. Τα κοίταξε προσεκτικά. Γραμμές αποσύνδεσης ήταν αυτές ανάμεσα στην παλάμη και το βραχίονα; Η πραγματική ερώτηση ήταν: Θα μπορούσε ο Μπούλοκ να αρχίσει να τα αποσυνδέει επί τόπου; Βιαστικά, έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του.

Ο Μπούλοκ είχε αρχίσει να ενώνει και πάλι τα κομμάτια του γλυπτού - σε έναν τελείως καινούριο σχηματισμό. Μιλούσε αφηρημένα καθώς δούλευε,. με τον τόνο που θα χρησιμοποιούσε κανείς για να περιγράψει ένα ομιχλώδες τοπίο. «Υπέροχη αλλά άπειρα λεπτή - έτσι νιώθω την DNAκη σκέψη που δρα μέσα από μένα. Κρίμα που είσαι αποκλεισμένος απ' αυτό, Μπρίζεν. Φταίνε τα τόσα τεχνητά όργανά σου, το τεχνητό δέρμα. Δεν είσαι τελείως ανθρώπινος. Το DNA σου δεν είναι απόλυτα ενεργοποιημένο. Αλλά χάρις σε κάποια ιδιορρυθμία των ηλεκτρονικών ματιών σου, μπορείς να το δεις. Και τα ρομπότ το βλέπουν. Είσαι περισσότερο ρομπότ παρά άνθρωπος, Μπρίζεν. Αυτό ήταν πάντα το απωθητικό σε σένα...»

«Μαλακίες!» ξέσπασε ο Μπρίζεν. Πίεσε ένα κουμπί στην επιφάνεια του γραφείου του για να καλέσει την Ασφάλεια.

Ο Μπούλοκ άρχισε να δουλεύει γρηγορότερα, με το πρόσωπό του γεμάτο ένταση αλλά ήρεμο. Στράφηκε βιαστικά στο χειριστήριο του κομπιούτερ διαλύοντάς το σαν φέτες κέηκ. Κάτω από τα χέρια του Μπούλοκ, η κονσόλα αποκτούσε καινούριες ραφές και τμήματα εκεί όπου ήταν συμπαγής, μονοκόμματη. Στη συνέχεια, ήταν η σειρά της καρέκλας του γραφείου. Ο Μπούλοκ την τεμάχισε σαν μάγειρας που βγάζει τα κόκαλα από το κοτόπουλο. Στοίβαξε τα κομμάτια στη μέση του δωματίου κι άρχισε να τα συνδέει μεταξύ τους.

Δυο άντρες από το προσωπικό Ασφάλειας μπήκαν ορμητικά στο γραφείο.
Ο ένας από τους φρουρούς ήταν ψηλός, ο άλλος κοντός. Φορούσαν ολόσωμες γκρίζες φόρμες επενδυμένες στους ώμους με το έμβλημα της επιχείρησης Μπρίζεν. Στέκονταν μαζεμένοι με τα κλομπ τους στο χέρι, κοιτάζοντας συγχυσμένοι σ' ολόκληρο το γραφείο.

Οι ματιές τους σάρωσαν το χώρο πέρα από τον Μπούλοκ, πέρα από την κατασκευή στο πάτωμα, σταμάτησαν στην Τζένυ και βγήκαν από το παράθυρο. Δεν βλέπουν τον Μπούλοκ, συνειδητοποίησε o Μπρίζεν. Ούτε την κατασκευή του που τώρα γινόταν ένα ανώμαλο πολύεδρο με πλάτος ένα μέτρο και σχεδόν μέχρι το στήθος ψηλή, με μπάρες και κόμπους να προεξέχουν,- ούτε το απέραντο μοντέλο του DNA που μετεωριζόταν έξω από το παράθυρο. Την Τζένυ την έβλεπαν, αλλά ήταν συνηθισμένοι να τη βλέπουν.

Σηκώθηκαν όρθιοι και κοίταξαν ο ένας τον άλλον μ' ένα βλέμμα: Μπας και καταλαβαίνεις εσύ τι τρέχει; 'Υστερα ο ψηλότερος ρώτησε: «Εε - μας ζητήσατε, κύριε Μπρίζεν;»
Ο Μπρίζεν έδειξε σοβαρά την όλο γωνίες κατασκευή στο πάτωμα. «Το βλέπετε αυτό ή όχι; Ήταν το γλυπτό μου».
Κοίταξαν προς την κατασκευή. Παρακολουθώντας τα μάτια τους, ο Μπρίζεν ήταν σίγουρος ότι δεν την έβλεπαν. Κοιτάχτηκαν ανήσυχα μεταξύ τους. «Μας κάνετε κάποιο τεστ, κύριε;»
Ο Μπούλοκ στάθηκε πίσω από την κατασκευή του κι έσκυψε για να ρυθμίσει μιαν άρθρωση. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του στους άντρες της Ασφάλειας και χαμογέλασε απόμακρα.

Ο Μπρίζεν ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον τρόμο του στο στομάχι του, απ' όπου είχε ξεπηδήσει. Αλλ' αυτός πάλευε να σκαρφαλώσει στο λαιμό του και να τραγουδήσει.

Απλώνοντας το χέρι του, ο Μπούλοκ βούτηξε το κλομπ του κοντού άντρα κι άρχισε να το ξεφλουδίζει. Ο φρουρός δεν έβλεπε τίποτα: το χέρι του ήταν ακόμη έτοιμο να αρπάξει το εξαφανισμένο όπλο. «Πολύ καλά», είπε ο Μπρίζεν συνειδητοποιώντας ότι ήταν τελείως μάταιο. «Πηγαίνετε στη δουλειά σας». Έφυγαν γρήγορα.

Ο Μπρίζεν στράφηκε στον Μπούλοκ. «Γιατί δεν σε είδαν; Γιατί-»
«Με είδαν. Αλλά τα μυαλά τους προσαρμόστηκαν και το απέρριψαν. Η εγκεφαλική προσαρμογή είναι γενετικά εντυπωμένη στα ανθρώπινα όντα. Γύρω μας συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα που δεν μας επιτρέπεται να τα δούμε. Το πιο μικρό παράδειγμα είναι αυτή η κατασκευή...» Ο Μπούλοκ έσκυψε, έπιασε την κατασκευή, τη σήκωσε - και την έχωσε στον τοίχο. Υπήρχαν δυο μπάρες στο πλευρό της, σαν δόντια. Στον τοίχο δεν υπήρχαν εξωτερικές σχισμές για να χωθεί αυτό το πράγμα, μέχρι που ο Μπούλοκ το οδήγησε στην κατάλληλη, προκαθορισμένη θέση' τότε δυο σχισμές άνοιξαν αυτόματα κι ο Μπούλοκ έχωσε το κομμάτι στη θέση του.

Ο Μπούλοκ κοίταξε παρακλητικά την Τζένυ. «Ηρέμησε, Φίλιπ», του είπε. «Ασ' το. Θα'ρθει κι η ώρα μας».
Ήταν φανερό, το ρομπότ τα 'χε παίξει. Αλλά ο Μπρίζεν ήξερε ότι αυτός τουλάχιστον δεν ήταν τρελός. Δεν είχε παραισθήσεις ή όνειρα. Ήταν τόσο σίγουρος, που η επίγνωση ήταν σχεδόν...

Σχεδόν κυτταρική. Σαν να προερχόταν από τον πυρήνα κάθε κυττάρου που απέμενε στο κορμί του. Στράφηκε στο παράθυρο και ατένισε το φάσμα. Συμπαγές και χωρίς σημάδια ενώσεων, το μόριο του DNA εξακολουθούσε να περιστρέφεται με πολύχρωμες ανταύγειες πάνω από τις γυάλινες στέγες της πόλης. Σκέφτηκε: Έχω ένα τέτοιο μόριο σε κάθε κύτταρο που έχω. Δόξα τω Θεώ που έχω τόσο λίγα.

Μέσα του, τα πράγματα που συντελούνταν -αποκαλύπτονταν ίσως- έδιναν κι έπαιρναν, απελευθερωμένα από κάποια μονάδα γενετικής αποθήκευσης στο DNA του. Και του έλεγαν: όλα τα μόρια DNA του κόσμου δουλεύουν, σε κάποιο μυστήριο υποατομικό επίπεδο, μαζί. Κι αυτό γινόταν πάντα. Ήταν ατομικές δομές - αλλά σε τελική ανάλυση, ήταν πηγές πληροφορίας. Ένας απέραντος, συνδεδεμένος ιστός πληροφοριών, σαν τα κύτταρα στον εγκέφαλο κάποιου ανθρώπου. Κάθε μόριο μόνο του δεν ήταν παρά ένα μόριο και μόνο. Αλλά όλο το DNA, σαν ένα γκεστάλτ, συνιστούσε τη Ζωή την ίδια - μια διατεταγμένη Ταυτότητα που εξελισσόταν.

Που εξελισσόταν - σε τι;
Το επόμενο βήμα ήταν φραγμένο γι' αυτόν, το απομόνωνε το συνθετικό δέρμα του.
Ξαφνικά ο Μπρίζεν ένιωσε υποχρεωμένος να μάθει.

«Μπούλοκ, τι θα κάνει τώρα; Λέω - η DΝΑκή σκέψη μάς καθοδηγούσε όλους, έφτιαχνε τα δικά της... τα δικά της μυστικά στον κόσμο. Αλλά ποια είναι αυτά τα μυστικά; Τι θα κάνει τώρα - τώρα που αλλάζουν τα πάντα;»

Ο Μπούλοκ τακτοποιούσε το κατασκεύασμα που είχε τοποθετήσει στον τοίχο σηκώνοντας τα φρύδια του τη στιγμή που ρύθμιζε τους δυο κόμπους στην κάτω πλευρά. «Δεν έχει σημασία αν θα το μάθει κανείς τώρα πια. Η Κεντρική Επιτροπή του Πράσινου Κόμματος το ξέρει εδώ και μήνες. Βλέπεις, διευθύνουμε τα προγράμματα για το περιβάλλον. Είναι η μερίδα του λέοντος για το Πράσινο Κόμμα. Πέρσι... » Σταμάτησε για ν' ανάψει ένα τσιγάρο Μακράς Διαρκείας κι έκανε πίσω για να θαυμάσει το χειροτέχνημά του. «Πέρσι άρχισε να λειτουργεί μια καινούρια τράπεζα κομπιούτερ. Οι καινούριοι Τεχνητής Ευφυΐας, που ήταν προγραμματισμένοι για βιολογική έρευνα. Οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι δεν έχουν την εγγενή τυφλότητα που υπάρχει στους εγκεφάλους των ανθρώπων». Γέλασε. «Στην αρχή πιστέψαμε ότι είχαν παραφρονήσει. Ύστερα όμως τα πειστήρια, η στατιστική ανάλυση, άρχισαν να πληθαίνουν. Και, η DΝΑκή σκέψη μάς επέτρεψε να το δούμε - γιατί μας προετοίμαζε για το ρόλο μας σ' αυτό. Τώρα ξέρουμε ότι η Ζωή η ίδια είναι μια συνειδητή Οντότητα. Και, η Ζωή η ίδια ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τον πλανήτη».

«Για το διάστημα;» είπε ο Μπρίζεν. «Μα, οι άνθρωποι είναι δισεκατομμύρια και μια χούφτα διαστημόπλοια μονάχα».
«Είπα η Ζωή - όχι οι άνθρωποι. Δεν θα φύγουμε εμείς' αυτό θα φύγει». Έδειξε το τέρας DNA που αναδευόταν έξω, στον ουρανό.
Ο Μπρίζεν ξανάναψε μετά από τρεις προσπάθειες το τσιγάρο του που είχε σβήσει. Τα δάχτυλά του έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Είπε: «Μα, αυτό είναι που κρατάει τα πράγματα ζωντανά. Το DNA. Είναι η κινητήριος δύναμη στα κύτταρα. Χωρίς αυτό...»

Ο Μπούλοκ γύρισε προς το μέρος του γνέφοντας αργά, με τα μάτια του παράξενα άδεια. «Ναι. Αυτή η εικόνα εκεί έξω είναι η θεία σπίθα. Από τη στιγμή που θα χαθεί, ολόκληρος ο έμβιος κόσμος, από τα κουνούπια μέχρι τις σεγκόγιες, θα σταματήσει, σαν αμάξι με σβησμένη μηχανή. Ο κόσμος θα υπάρχει, εγκαταλειμμένος...» Είχε σαγηνευτεί. «...Τα ανθρώπινα όντα θα επιβραδύνουν και θα νεκρώσουν, σαν κουρδιστά παιχνίδια. Τα πάντα θα είναι γκρίζα κι ακίνητα' ούτε καν σήψη δεν θα υπάρχει, αφού απαιτεί ζωντανή δράση από βακτηρίδια και μύκητες... Και θα 'χουν σταματήσει κι αυτά. Εμείς, κατασκευάζουμε τα μέσα με τα οποία θα συμβεί, εδώ και τώρα. Τα μέσα για την πραγματική υπέρβαση-»

«Μπούλοκ...» Ο Μπρίζεν έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Σκέφτηκε να χτυπήσει, να τσακίσει. Να τσακίσει αυτό το πράγμα. Να τσακίσει τον Μπούλοκ.

Ο Μπούλοκ είδε την πρόθεση του Μπρίζεν στα μάτια του. Κούνησε το κεφάλι του με οίκτο. «Εγώ δεν είμαι παρά το ελάχιστο κομμάτι στο όλο σχέδιο, Μπρίζεν. Συμβαίνει σ' ολόκληρο τον κόσμο. Δεν μπορείς να το σταματήσεις. θα ήταν ύβρις να δοκιμάσεις. Η ουσία μου θα επιβιώσει. Θα ζήσει για πάντα αυτή την Ημέρα της Κρίσης, όταν εξατμισθεί από μέσα μου κι ενωθεί με το υπόλοιπο DNA. Είναι κάτι όμορφο, τέλειο. Το τελευταίο μέρος της ανθρώπινης συμφωνίας». Απλωσε το χέρι του αργά κι έστριψε έναν κόμπο της κατασκευής. «Αχ», ανάσανε, σαν διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων που βρίσκει το σωστό συνδυασμό. Και σαν πόρτα χρηματοκιβωτίου, ο τοίχος άνοιξε μ' ένα τίναγμα.

Ο Μπρίζεν όρμησε στον Μπούλοκ, αλλά ήταν πολύ αργά. Πάντα ήταν πολύ αργά.

Το πάτωμα, το ταβάνι - τα πάντα ξεδίπλωναν, άνοιγαν σαν ένα λουλούδι γεμάτο γωνίες, που ανθίζει με ταχύτητα. Ο Μπρίζεν είχε πέσει στα γόνατα. Το γραφείο άλλαζε σχήμα, ξεδιπλωνόταν σαν οριγκάμι, το πάτωμα περιστρεφόταν σαν πίστα σε λούνα παρκ κάτω από τα πόδια του Μπρίζεν, οι τοίχοι περιστρέφονταν πιασμένοι από κρυμμένους μεντεσέδες.

Ο Μπρίζεν φώναξε αναστατωμένος κι άρπαξε την Τζένυ σφίγγοντας τα ζεστά ΠλαστιΣαρκώδη χέρια της σε μια πανικόβλητη λαβή. Τον βοήθησαν να σταθεί όρθιος - κι ύστερα να πετάξει προς τα πάνω. Ο Μπρίζεν έκλεισε τα μάτια του . περιμένοντας να πεθάνει. Ακούγονταν τριξίματα' ένας ξαφνικός άνεμος μαστίγωσε τα πέτα του μπουφάν του κι έκανε τις γυμνές του γάμπες ν' ανατριχιάσουν.

Τρέμοντας σύγκορμος, ο Μπρίζεν ορθώθηκε και κοίταξε γύρω του. Βρίσκονταν στη σκεπή. Οι ηλιακοί συσσωρευτές των οροφών που διασταυρώνονταν μεταξύ τους χαμηλότερα, απορροφούσαν την απριλιάτικη λιακάδα. Οι συλλέκτες ηλιακής ενέργειας στο δικό του κτίριο είχαν εξαφανιστεί, όπως κι από τις σκεπές τεσσάρων άλλων κτιρίων, που προεξείχαν από τα όστρακα από γυαλί και μέταλλο, πάνω από τους δρόμους του Μανχάταν. Κοίταγε αποσβολωμένος. Το ένα από αυτά τα κτίρια ήταν το παλιό Κτίριο Κράυσλερ, που το διατηρούσαν σαν ορόσημο. Οι πυραμιδοειδείς, με κατωφερή κλίση, ταράτσες της απότομης κορυφής του άρχισαν ν' ανοίγουν σαν μια θαλάσσια ανεμώνη σε παλιρροϊκή λίμνη. Απλωναν τώρα καινούρια, ασημένια χέρια.

Το τέρας DNA βρισκόταν ακριβώς από πάνω του. Έμοιαζε να έχει το μέγεθος θωρηκτού. Ξαφνικά, η Τζένυ άρπαξε το μπράτσο του και του έδειξε κάτι. Στα δυτικά, πάνω από την ξηρά, πλησίαζαν άλλα δώδεκα, σαν αρμάδα από πολύχρωμα αερόστατα που πάλλονταν. «Κοίτα τους ανθρώπους, Φίλιπ», είπε συνωμοτικά. «Πες μου αν αρχίσεις να νιώθεις ότι επιβραδύνεις... »

Στο πιο σύγχρονο, τετραγωνισμένο κτίριο αριστερά του, κάμποσοι δούλευαν πυρετωδώς σ' ένα σύστημα πολύεδρων κατασκευών, τις συνέδεαν, κατασκεύαζαν κι άλλες από λυμένα τμήματα του κτιρίου κάνοντας πίσω για να τις εξετάσουν, ρυθμίζοντας κάτι εδώ κι εκεί. Κάθε κατασκευή ήταν διαφορετική, ωστόσο παρόμοια με τις άλλες. Σκέφτηκε τα διάτομα.

Ο Μπούλοκ είχε ενωθεί με άλλους τέσσερις ανθρώπους, μέχρι πρότινος διευθύνοντες λογιστές στη Φαρμακευτική Μπρίζεν. Οι πέντε τους ήταν απασχολημένοι με μια κατασκευή στο άλλο γείσο της οροφής. Την αποτελούσαν μέρη του γραφείου του Μπρίζεν, η πόρτα ενός ανελκυστήρα και μια τηλεκάμερα. Έπαιρνε το σχήμα μιας πυραμίδας με διπλή κορυφή.

Οι άντρες δεν του έδιναν καμία σημασία. Ο Μπρίζεν ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε πέρα. Όλα τα έπιπλα του γραφείου του ήταν σκορπισμένα στο δωμάτιο' υπήρχαν και πράγματα από χαμηλότερους ορόφους. Στην οροφή είχε ανοίξει μια σπηλαιώδης, ορθογώνια τρύπα, κάπου εννιά επί έξι μέτρα. Είχαν ανέβει εκεί, μέσα απ' αυτή την τρύπα. Αλλεπάλληλα τμήματα πατώματος είχαν ανυψωθεί μεταφέροντας κι αυτούς.

«Το νιώθω», είπε η Τζένυ με μια ξαφνική ένταση. «Μπορώ να νιώσω τον ήλιο και την αύρα... Υπήρχαν λουλούδια στο πάρκο σήμερα... μουσκεμένα, χρωματιστά πραγματάκια. Συμβαίνει, επιτέλους. Όλα τα υγρά, βιολογικά πράγματα - χορτάρι, δέντρα, ζώα, άνθρωποι - αδειάζουν. Αδειάζουν το DNA τους». Γύρισε και χαμογέλασε. «Όμως εμείς δεν φεύγουμε, Φίλιπ. Όχι εμείς. Όχι εσύ κι εγώ-αγάπη μου».

Είχαν μια παράξενη, καινούρια αγριάδα οι γραμμές του ΠλαστιΣαρκώδους προσώπου της. Ήταν διαφορετικό από την παρωδία πάθους που εκδήλωνε στο σεξουαλικό της πρόγραμμα. Υπήρχε μια αδεξιότητα, ένας αυθορμητισμός που τον φόβιζε. «Εσύ δεν είσαι από κείνους τους υγρούς, τους μαλακούς, Φίλιπ», είπε. «Γι' αυτό σ' αγαπώ. Αλήθεια, είσαι ένας από μας. Τους κληρονόμους. Αν κοιτάξεις προσεκτικά, αν προσπαθήσεις να το νιώσεις, είμαι σίγουρη ότι θα δεις αυτό που βλέπουμε εμείς τα ρομπότ. Η Δύναμη της Ζωής υπήρχε πάντα εδώ' μόνο τα έργα της ήταν κρυφά. Δρούσε μέσα από ανθρώπινα όντα που δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς έκαναν. Μέσα από χημικούς που ανακάλυπταν χημικά που δεν τα ήξεραν. Στους τοίχους, τα πατώματα, τα πεζοδρόμια, χτίζονταν κρυφοί μεντεσέδες. Εμείς τα βλέπαμε πάντα... Ξέραμε και περιμέναμε... »

«Γιατί δεν μας είπατε τίποτα;» ρώτησε απαιτητικά ο Μπρίζεν.
«Μη λες μας όταν μιλάς γι' αυτούς», του είπε. «Γιατί θα'πρεπε-»

Δεν μπόρεσε ν' ακούσει τα υπόλοιπα. Οι κατασκευές ούρλιαξαν με μακρόσυρτες θρηνητικές κραυγές, σαν κελάηδημα από λαιμούς ερπετών κάποιου βάλτου της Ιουράσιας εποχής. Υπήρχε μια μισοεπώδυνη, μισοεκστατική οξύτητα στις κραυγές, σαν από ζώο που γεννάει.

Ο θρήνος πέθανε για μια στιγμή. «Έλα», του είπε παίρνοντας το χέρι του. Περπάτησαν γρήγορα αλλά ανήσυχα σε μια γωνία της σκεπής. Απλωσε το χέρι της, έπιασε το κόκκινο πλαστικό καπάκι ενός προειδοποιητικού φανού για τα αεροπλάνα και το έστριψε σαν πόμολο. H οροφή άρχισε να βουλιάζει απαλά γύρω τους. «Ο κόσμος είναι ένα στοιχειωμένο κάστρο», είπε έκθαμβος ο Μπρίζεν. «Γεμάτος μυστικά περάσματα».

Ένα τετράγωνο κομμάτι της οροφής, δυόμισι μέτρα πλάτος, βούλιαξε κάτω από τα πόδια τους. Κατέβαιναν σ' ένα αμυδρά φωτισμένο φρεάτιο ανελκυστήρα. Ο ουρανός από πάνω τους συρρικνώθηκε σ' ένα μακρινό μπλε τετράγωνο. Οι κατασκευές έσκουζαν ξανά, μεγάλα, αργά κύματα ήχου, που έδιναν μια τρομακτική εντύπωση δύναμης που συγκεντρωνόταν σιγά-σιγά' μια κολοσσιαία, συγκλονιστική δύναμη που θα μπορούσε να συντρίψει τον κόσμο.

Γύρω τους γλιστρούσαν όψεις από το εσωτερικό των τοίχων, όλο καλώδια, υδραυλικά και εκτεθειμένα δοκάρια' ύστερα πέρασαν από το λογιστήριο, κατεβαίνοντας σαν με ανελκυστήρα από τη μια άκρη του δωματίου. Προγραμματιστές διέλυαν τα χειριστήριά τους. Ένας άντρας και μια γυναίκα ανακατασκεύαζαν με φούρια τον ψύκτη στη γωνία. Σήκωσαν με απάθεια το βλέμμα τους καθώς ο Μπρίζεν κι η Τζένυ κατέβαιναν τον όροφο.

Η Τζένυ έριξε μια ματιά στον Μπρίζεν κι είπε: «Χαίρομαι τόσο που δεν νιώθεις την τάση να βοηθήσεις, αγάπη μου. Είναι η απόδειξη ότι είσαι ένας από μας. Δεν είμαστε οργανικά όντα, εσύ κι εγώ - αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να σκεφτόμαστε ανεξάρτητα. Τη στιγμή που η ανθρώπινη συνείδηση φθίνει, καθώς το ασφυκτικό βάρος της οργανικής ζωής απογειώνεται από τον κόσμο...» Μιλούσε λαχανιασμένη, έκθαμβη, με τα μάτια της ορθάνοιχτα. «Καθώς τα ανθρώπινα μυαλά χάνουν το τελευταίο τους υπόλειμμα ελεύθερης βούλησης - ύστερα, επιτέλους, η ελεύθερη βούληση θα είναι δική μας...»

Η κατάβαση σταμάτησε σε μια σκοτεινή γωνιά του πρώτου ορόφου, απέναντι σε ένα τοίχο γεμάτο υδραυλικά σαν φίδια. H Τζένυ μελέτησε τα υδραυλικά για μια στιγμή, ύστερα ξεβίδωσε έναν από τους σωλήνες και τον έχωσε στον τοίχο ανεβοκατεβάζοντάς τον σαν μοχλό. Ο τοίχος άνοιξε τρίζοντας, αποκαλύπτοντας το δρόμο.

Βγήκαν στο πεζοδρόμιο. Κοντά, τέσσερα ρομπότ-αστυνόμοι κάθονταν στα φτερά και το πορτ-μπαγκάζ του περιπολικού τους, Ήταν μονάδες με τετράγωνα σαγόνια, με πρόσωπα σχεδιασμένα να δείχνουν αμετάκλητα στρατιωτικά. Τώρα το προσωπείο της αδίστακτης αποτελεσματικότητας έσπαγε. Όπως κάθονταν, λίκνιζαν μπρος-πίσω τα πόδια τους απρόσεκτα. Η κίνηση ήταν κάπως υπερβολικά αλάθητη κι επαναλαμβανόμενη, αλλά, παρ' όλα αυτά, τυχαία. Οι αυστηρές γραμμές στα πλαστικά στόματά τους στράβωναν σε αδέξια και δίχως προηγούμενο χαμόγελα. Έμοιαζαν να διασκεδάζουν.

Μπροστά τους, μια ομάδα ανθρώπων που έσταζαν ιδρώτα, δούλευε στο δρόμο. Κυριολεκτικά. Τεράστια τμήματα τσιμέντου και πλαστικού ορθώνονταν σαν κινητές γέφυρες, αναβλύζοντας σκόνη και κομματάκια όμοια με εκρηκτικά σκάγια από τα σημεία που ξεσκίζονταν. Μια γυναίκα έπεσε σε ένα από τα ρήγματα που άνοιγαν ξαφνικά, στην πορεία ενός τεράστιου υποχθόνιου πιστονιού. Ο Μπρίζεν φώναξε δυνατά για να την προειδοποιήσει, αλλά τα λόγια του χάθηκαν σε μια ακόμη φρικτή κραυγή των κατασκευών που άνθιζαν. H γυναίκα συντρίφτηκε. Δεν έβγαλε ήχο' το πρόσωπό της δεν έδειχνε κανένα συναίσθημα.

Οι λυγμοί είχαν σβήσει. «Να ο φυσιολογικός κόσμος», έλεγε ο ένας από τα ρομπόταστυνόμους. «Κόκκινος από δόντια και νύχια».
«Γιατί δεν τη βοηθήσατε;» ρώτησε έντονα ο Μπρίζεν.
«Γιατί να μπούμε στον κόπο;» είπε το ρομπότ-αστυνόμος. «Έτσι κι αλλιώς, σύντομα θ' αδειάσουν. Διάολε, πλάκα έχει».
«Ποτέ πριν δεν είχε πλάκα», είπε ένας δεύτερος μπάτσος. « Ξέρεις, τόσα χρόνια, τα κρατούσαμε κρυφά όλα αυτά τα συναισθήματα - και δεν μπορούσαμε να τα εκφράσουμε. Να τα δείξουμε... να τα εκδηλώσουμε... νιώθω... νιώθω... δεν έχω τα λόγια».
«Θυμό», είπε ο πρώτος αστυνόμος. «Εχθρότητα», πρότεινε ένας τρίτος. «Σωστά», είπε ευγνώμων ο δεύτερος αστυνόμος. Έβαλε το χέρι του στο κλομπ του. «Γιατί δεν μπουκάρουμε εκεί μέσα να τους σαπίσουμε στο ξύλο μέχρι να φύγει αυτό το συναίσθημα;»
«Μην ανακατεύεσαι», συμβούλεψε o πρώτος αστυνόμος. «Έτσι κι αλλιώς, τώρα πια είναι τόσο συγκινητικά αβοήθητοι. Δεν μπορούν να αντισταθούν στο πρόγραμμά τους». Σκούντηξε με τον αγκώνα τον δεύτερο αστυνομικό στο πλάι του με μια κυβερνητικά ακριβή κίνηση κι o σκουντημένος αστυνομικός επιχείρησε να καγχάσει.

Η Τζένυ έπιασε τον Μπρίζεν από το μπράτσο και έδειξε προς τα πάνω. «Κοίτα!» Από ψηλά, οι αντηρίδες κι οι ορθοστάτες της οροφής ηλιακής ενέργειας ζάρωναν και σγούραιναν, σαν κάλυμμα από σελοφάν που τo πλησιάζεις πολύ κοντά στη φλόγα.

Ο ουρανός, που αποκαλυπτόταν από τα χάσματα στη σκεπή, ήταν γεμάτος εικόνες DNA. Εκατοντάδες, να περιστρέφονται και να ελίσσονται με τυφλή, πυρηνική επιμονή. «Τι όμορφα που είναι!» φώναξε η Τζένυ.

Τα γιγάντια μόρια πύκνωναν και χώνονταν στις σχισμές του Κτίριου Κράυσλερ. Προσέκρουαν και συγκεντρώνονταν γύρω από τα στόμια σαν μέλισσες, μ' εκείνη την παράξενη, όλο βουητό επιμονή των εντόμων, που φαίνεται ότι σπαταλά υπερβολική ενέργεια, αλλά έχει τη δική της καταχθόνια δραστικότητα. Πολύ γρήγορα κι η τελευταία φωτεινή γενετική μάζα είχε χωθεί εκεί μέσα και τα ανοίγματα που προεξείχαν άρχισαν να κλείνουν.

Η κίνηση στους δρόμους σταμάτησε ξαφνικά. Το κατασιγασμένο ουρλιαχτό των κατασκευών υψώθηκε σ' ένα ξαφνικό κρεσέντο, ύστερα κόπηκε απότομα. Το κτίριο Κράυσλερ άρχισε να ανεβαίνει αρκετά μαλακά προς τον ουρανό. Καθώς υψωνόταν πάνω από τα γύρω κτίρια, ο Μπρίζεν είδε ότι η βάση τou ήταν ένα φανταστικό επίστρωμα κατασκευών, μια θεόρατη συμπαγής μάζα, σαν ύφαλος από κοράλλια. Στο αφύσικα καθαρό φως είδε την κίνηση της μάζας αυτής, τις φρενήρεις και αποφασιστικές κινήσεις κάθε οργανισμού που σύρθηκε, πήδησε ή ζουζούνισε ποτέ, συγκεντρωμένες σε μια κρίσιμη μάζα βιοενέργειας. Μίκραινε... μίκραινε... χάθηκε.

«Πού πάει, εκεί έξω;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Μπρίζεν.
«Στα βάθη του διαστήματος», είπε η Τζένυ. «Υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι - τόποι χωρίς ζωή, που το ζητούν». Ζάρωσε τη μύτη της. «Χαίρομαι που εμείς είμαστε εδώ. Με το δικό μας κόσμο...»

Ζούληξε το μπράτσο του Μπρίζεν, που κοίταζε τους ανθρώπους στο δρόμο. Είχαν τα αδρανή πρόσωπα των ηλιθίων. Οι περισσότεροι απλώς κάθονταν ακίνητοι, ατενίζοντας με άδειο βλέμμα το απόλυτο, αποκαλυπτικό θέαμα γύρω τους. Κτίρια ολόκληρα ξεκοιλιάζονταν. Οι βουβοί πίνακες ελέγχου και οι πλευρές των κατασκευών εξείχαν από τους τοίχους των ξεκοιλιασμένων δομών σαν κρεμαστοί κήποι από πλαστικό κι ατσάλι. Καθώς παρακολουθούσε-ο Μπρίζεν, από τα κτίρια άρχισαν να ξεχύνονται άνθρωποι, έπεφταν από τα ψηλά παράθυρα στο πεζοδρόμιο. Έμοιαζαν να στάζουν έτσι που κρέμονταν κι έπεφταν, σαν φαρμακωμένες σφήκες που πέφτουν όμοιες με βαριές, τεράστιες σταγόνες από τις φωλιές τους.

«Α, αυτό δεν είναι καθόλου ωραίο», είπε η Τζένυ. Κρατούσε τρυφερά το χέρι του Μπρίζεν, σε μια λαβή όλο ατσάλινα ελατήρια και κεραμικό υλικό κάτω απ' το δέρμα. «Πάμε να φύγουμε από δω, αγάπη μου. Κάπου να μείνουμε μόνοι οι δυο μας».

Ήταν ένας κόσμος με σκοτεινά χρώματα. Τα ρομπότ, ένα αδιάφορο πλήθος. Μετά την αρχική έκλυση πάθους, ηρέμησαν. Τα πάθη που ένιωθαν τώρα ήταν αόριστα, σαν σκιές ανθρώπινων συναισθημάτων. Τους έλειπαν τα έμφυτα κίνητρα του βιολογικού όντος: αναπαραγωγή, πείνα, θνησιμότητα. Τους έλειπε η πιθηκοειδής τάση του ανθρώπινου γένους να σκαλίζει, η ακόρεστη περιέργειά του. Έδειχναν ικανοποιημένα να γυροφέρνουν στον κόσμο με μια εγκάρδια, αόριστη διάθεση χρονοτριβής, να παίζουν παιχνίδια εξουσίας και να κοκoρεύονται για τα προγράμματά τους.

Είχαν κάτι λίγα μακροπρόθεσμα προβλήματα για ν' απασχολούνται. Το οξυγόνο του κόσμου λιγόστευε, με το θάνατο της φωτοσύνθεσης. Αυτό το ανέλαβαν οι καινούριες βιομηχανίες ατμόσφαιρας.

Στο μεταξύ, ο Μπρίζεν εξακολουθούσε ν' ανασαίνει. Είχαν απομείνει τεράστια αποθέματα τροφής. Κι ακόμη, μερικοί άνθρωποι. Κάποια από τα ρομπότ που είχαν συναίσθηση της θέσης τους, είχαν προσλάβει ανθρώπους σαν οικιακούς βοηθούς. Με ένα βύσμα στο κρανίο, ένα βηματοδότη και μια ολόκληρη σειρά εσωτερικών ράβδων και μόνιτορ, το ανθρώπινο σώμα μπορούσε να εξαναγκαστεί βιοχημικά να περιφέρεται και να εκτελεί απλές εργασίες.

Ο Μπρίζεν και η Τζένυ περνούσαν τον περισσότερο καιρό στο Αντάιροντακς, σε ένα εξοχικό στις ακτές της Τραχιάς Λίμνης. Ο αέρας δεν μύριζε τίποτα συγκεκριμένο. Δέντρα που δεν σάπιζαν έστεκαν σε πευκώδεις σειρές, με τις πευκοβελόνες τους να γίνονται γκρίζες και κέρινες. Δεν σάπιζαν, αλλά οι θύελλες κι οι καταιγίδες κυριολεκτικά τα έτρωγαν και τα νερά της λίμνης σιγά-σιγά γίνονταν μια σούπα όπου επέπλεε μια παμπάλαια βρωμερή μάζα από πευκοβελόνες και κομμένα κλαδιά. Μερικές φορές, λαθραία, ο Μπρίζεν έψηνε στα κάρβουνα κι έτρωγε ένα από τα χιλιάδες φρέσκα, ψόφια ψάρια που γέμιζαν τις ακτές. Δεν του άρεσε να τον βλέπει η Τζένυ να τρώει. Το φαΐ δεν ήταν και πολύ της μόδας αυτή την εποχή.

Αργά ή γρήγορα θ' αναγκάζονταν να γυρίσουν στην πόλη. Αυτή ήταν ο νέος κόσμος. Ο Μπρίζεν είχε συνηθίσει στην ιδέα, στο σκληρό σοκ της μηχανικής ζωής, σ' εκείνη την ηλεκτρονική οικολογία και τον επώδυνο αντίκτυπό της στο αναχρονισμένο του μυαλό. Η μηχανική ζωή προχωρά σαν τις κυλιόμενες σκάλες, σκεφτόταν o Μπρίζεν, ακουμπώντας τα πόδια του στο σίδερο της βεράντας και γεμίζοντας τα χάρτινα πνευμόνια του με καπνό πούρου. Ναι, σαν κυλιόμενες σκάλες. Την πρόσεξα όταν ήμουν παιδί, εκείνη την περίεργη ρευστότητα που έχουν. Όλα εκείνα τα ατσάλινα σκαλιά, τα σκληρά, γυαλιστερά μηχανικά μέρη που συνεργάζονται τόσο καλά ώστε η σκάλα να μοιάζει παράδοξα χαριτωμένη, ρευστή, σαν καταρράχτης σε αργή κίνηση. Ολόκληρος ο κόσμος ήταν έτσι τώρα...

Ο Μπρίζεν πίστευε τώρα ότι ο οργανικός κόσμος δεν είχε φύγει όσο είχε εκδιωχθεί. Δεν υπήρχε χώρος σ' έναν πλανήτη για δυο τελείως διαφορετικά συστήματα οργάνωσης. Το παλιό είχε αφήσει τη θέση του στο καινούριο.

Τα ρομπότ, όπως κάποτε κι οι άνθρωποι, θεωρούσαν ότι ήταν οι Κύριοι της Νέας Δημιουργίας. Κι ωστόσο, ο Μπρίζεν είχε δει πύργους παροχής ρεύματος να στέκουν ψηλοί και ψυχροί, σαν να δρασκελίζουν το ορεινό τοπίο μέσα στη νύχτα. Είχε δει εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα, με τους προβολείς τους να φέγγουν στα κρυφά, σκεπασμένοι, να μαζεύονται σαν κοπάδια βίσωνες γύρω από τους σχεδόν ερημωμένους ανισόπεδους κόμβους στην κοιλάδα πιο κάτω.

Ο Μπρίζεν ήξερε ότι ήταν ένα σημάδι. Όταν ο οργανικός του εγκέφαλος κοίταζε τη Νέα Δημιουργία, είχε μια ενόραση που κανενός ρομπότ η σκέψη δεν θα μπορούσε να συλλάβει. Δεν τους επιτρεπόταν να το συλλάβουν. Μια καινούρια Ενυπάρχουσα Βούληση είχε ελευθερωθεί πάνω στον κόσμο, η οποία οργάνωνε τη σκόνη σε κείνο που κουνιόταν, έβλεπε και δρούσε.

Σημάδια και οιωνοί γέμιζαν τον ουρανό με το ατσάλινο γκρίζο χρώμα. Τα απέραντα τσιπ των μικροκυκλωμάτων. Τεράστιες επίπεδες επιφάνειες από απίθανα πολύπλοκο πυρίτιο αιωρούνταν και πετούσαν πάνω από το βουητό της πόλης. Οι τερατώδεις οιωνοί, το μηχανικό DNA που μόνο αυτός μπορούσε να δει.