Harlan Ellison
Jeffty is Five (1977)
1979 British Fantasy Award
1978 Hugo Award
1978 Locus Poll Award
1977 Nebula Award

Μετάφραση: Γιώργος Γούτας

Όταν ήμουν πέντε χρονών, υπήρχε ένα παιδάκι στη γειτονιά, ο Τζέφτη. Κάναμε πολύ παρέα τότε. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τζεφ Κίνσερ, αλλά όλοι τον φώναζαν Τζέφτη. Ήμασταν κι οι δυο πέντε χρονών και τα πηγαίναμε πολύ καλά μαζί.
Όταν ήμουν πέντε χρονών, οι σοκολάτες Κλαρκ ήταν παχιές σαν τη λαβή του μπαστουνιού του μπέηζμπολ και το μήκος τους ήταν τουλάχιστο δεκαπέντε πόντους. Γύρω-γύρω είχανε πραγματικιά σοκολάτα κι έσπαγαν ωραία όταν τις δάγκωνες, αλλά και το χαρτί ακόμα που τις δίπλωναν μύριζε όμορφα, μύριζε φρεσκάδα το έσκιζες και το ξεδίπλωνες από τη μια μεριά για να την πιάσεις να μη λειώσει στα δάχτυλά σου. Σήμερα, η Κλαρκ είναι λεπτή σαν πιστωτική κάρτα, αντί για σοκολάτα της βάζουν κάτι συνθετικό με μια απαίσια γεύση, είναι μαλακιά σαν λάσπη, κάνει δεκαπέντε με είκοσι σεντς αντί για πέντε που έκανε τότε, και το χειρότερο, την τυλίγουν έτσι που να νομίζεις πως έχει το μέγεθος που είχε και πριν από είκοσι χρόνια. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι, είναι λεπτή σαν φλούδα, άσχημη, με φριχτή γεύση και δεν αξίζει δεκάρα, πόσο μάλλον δεκαπέντε ή είκοσι σεντς.

Όταν ήμουν πέντε χρονών με στείλανε οι δικοί μου να μείνω με τη θεία Πατρίτσια για δυο χρόνια, στο Μπάφαλο, έξω από τη Νέα Υόρκη. 0 πατέρας μου περνούσε «δύσκολες μέρες» ενώ η θεία Πατρίτσια ήταν παντρεμένη με ένα χρηματιστή κι ήταν πολύ όμορφη. Με κράτησαν μαζί τους δυο χρόνια. Όταν πάτησα τα εφτά ξαναγύρισα στους δικούς μου και πήγα κατευθείαν να βρω τον Τζέφτη για να παίξουμε.

Όταν ήμουν εφτά, ο Τζέφτη ήταν ακόμα πέντε χρονών. Δεν καταλάβαινα τη διαφορά. Δεν ήξερα, ήμουνα μονάχα εφτά χρονών τότε.
Όταν ήμουν εφτά χρονών, είχαμε ένα παλιό ραδιόφωνο Atwaterkent κι εγώ συνήθιζα να ξαπλώνω μπρούμυτα μπροστά του και ν' ακούω με τις ώρες τις απίθανες εκείνες εκπομπές που κάνανε τότε. Είχα συνδέσει τη γείωση με το καλοριφέρ και καθόμουν εκεί μπροστά με τα μπλοκ της ζωγραφικής και τα κραγιόνια μου (τότε που το μεγάλο κουτί της Crayola είχε μόνο δεκάξι μολύβια) κι άκουγα το δίκτυο Red του NBC: τον Τζαν Μπένυ στο Πρόγραμμα Τζελλ-Ο, τον Εημος και τον Αντυ, τον Ενηκαρ Μπέργκεν και τον Τσάρλυ Μακάρθυ στο Πρόγραμμα Τσέηζ και το Σάνμπορν, την «Οικογένεια ενός Ανθρώπου» ή τον «Ανθρωπο της Πρώτης Νύχτας», στο δίκτυο Blue του NBC: τους «Εύκολους Ασσους", το Πρόγραμμα Τζέργκενς με τον Γουώλτερ Γουίντσελ, το «Πληροφορϊες Παρακαλώ», τις «Μέρες στην Κοιλάδα του Θανάτου» και πάνω απ' όλα βέβαια το δίκτυο της Mutual που είχε την περίφημη «Πράσινη Σφήκα», τον «Λόουν Ρέηντζερ», τη «Σκιά» και το «Ησυχία Παρακαλώ». Σήμερα, ανοίγω το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο και το μόνο που βρίσκω σ' ολόκληρη την μπάντα είναι κάτι 100νταμελείς ορχήστρες εγχόρδων, Κατίνες και ηλίθιους φορτηγατζήδες να βγάζουν τα σεξουαλικά τους απωθημένα, αλαζονικούς παρουσιαστές, σαχλή κάντρυ μουσική, και ροκ τόσο δυνατό που σου τρυπάει τ' αυτιά.

Όταν ήμουν δέκα χρονών, πέθανε ο παππούς μου από γερατειά, κι εμένα, που ήμουν «προβληματικό παιδί, με στείλανε σε στρατιωτικό σχολείο για να «βάλω μυαλό».
Γύρισα πίσω όταν ήμουν πια δεκατεσσάρων. Ο Τζέφτη ήταν ακόμα πέντε χρονών.

Τότε, στα δεκατέσσερα, πήγαινα σινεμά τα Σάββατα, στις απογευματινές παραστάσεις. Η είσοδος ήταν δέκα σεντς και στο ποπκορν έβαζαν πραγματικό βούτυρο. Τότε δείχναν γουέστερν με το Λας Λα Ρου ή τον Γουάιλντ Μπιλ Ελιοτ να κάνει τον Κόκκινο Καβαλάρη με τον Μπόμπυ Μπλέηκ στο ρόλο του Μικρού Κάστορα, ή με τον Ρόυ Ρότζερς, ή τον Τζόνυ Μακ Μπράουν, ή κανένα γκραν-γκινιόλ σαν το «Σπίτι του Τρόμου» με τον Ρόντο Χάτον να κάνει τον Στραγγαλιστή, ή τους «Ανθρώπους-Γάτες», τη «Μούμια» ή το «Παντρεύτηκα μια Μάγισσα» με τον Φρέντρικ Μαρτς και τη Βερόνικα Λέηκ συν κάποιο επεισόδιο της καταπληκτικής σειράς «Η Σκιά» με τον Βίκτορ Τζόρυ ή τον «Ντικ Τρέιση», ή το «Φλας Γκόρντον» καθώς και τρία καρτούν μαζί με ένα Travel-Talk του Τζέημς Φιτζπάτρικ, τα Επίκαιρα της Μούβιτον, ένα παιδικό τραγουδάκι κι αν καθόμουν ως το βράδυ, ένα Μπίνγκο ή ένα Κινό μαζί με κάποιο σάντουιτς, προσφορά του κινηματογράφου. Σήμερα πηγαίνεις στο σινεμά και σου δείχνουν τον Κλιντ Ηστγουντ να τινάζει μυαλά στον αέρα λες και είναι πεπόνια.
Στα δεκαοχτώ πήγα στο κολέγιο. Ο Τζέφτη ήταν ακόμη πέντε χρονών. Τα καλοκαίρια γύρναγα πίσω και δούλευα στον θείο Τζο, στο κοσμηματοπωλείο. Ο Τζέφτη δεν είχε αλλάξει. Τώρα πια ήξερα πως κάτι περίεργο συνέβαινε με αυτό το παιδί, κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάποιο μυστήριο υπήρχε. Ο Τζέφτη ήταν ακόμα πέντε χρονών, δεν είχε μεγαλώσει ούτε κατά μια μέρα.
Στα είκοσι δύο, γύρισα οριστικά πίσω. Ανοιξα ένα μαγαζί κι ανέλαβα την αποκλειστική διάθεση των τηλεοράσεων Sony. Δεν υπήρχε παρόμοιο μαγαζί στην πόλη. Πού και πού έβλεπα τον Τζέφτη. Ήταν πέντε χρονών.

Τα πράγματα τώρα είναι πολύ καλύτερα από ό,τι ήταν παλιά. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πια από τις αρρώστιες όπως τότε. Τα αυτοκίνητα τρέχουν πολύ πιο γρήγορα τώρα και σε πηγαίνουν πολύ πιο σύντομα κι από πολύ καλύτερους δρόμους στον προορισμό σου. Τα πουκάμισα είναι πιο μαλακά σήμερα κι από καλύτερο μετάξι. Έχουμε και χαρτόδετα βιβλία, αν και κοστίζουν όσο κόστιζε τότε ένα καλό βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο. Αν ξεμείνω από λεφτά έχω τις πιστωτικές μου κάρτες σήμερα μέχρι να ξαναφτιάξουν τα οικονομικά μου. Και όμως, εγώ πιστεύω πως έχουμε χάσει πολλά πράγματα. Ξέρετε για παράδειγμα ότι δεν μπορείς πια να βρεις λινέλαιο για το πάτωμα παρά μονάχα αυτά τα πλαστικά δάπεδα; Δεν υπάρχουν πια στην αγορά απλά πράγματα όπως τα λαδόπανα. Πάει πια εκείνη η παράξενη, γλυκιά μυρωδιά που είχαν οι κουζίνες των γιαγιάδων μας. Τα έπιπλα δεν τα φτιάχνουν πια να κρατάνε τριάντα και σαράντα χρόνια όπως τότε γιατί έκαναν μια έρευνα κάποτε και βρήκαν ότι τα μοντέρνα ζευγάρια προτιμούν να αλλάζουν την επίπλωσή τους κάθε εφτά χρόνια. Αλλά και οι δίσκοι δεν φαίνονται πολύ σόι, δεν είναι πια χοντροί και στερεοί όπως οι παλιοί. Τούτοι εδώ οι καινούργιοι, είναι λεπτοί και μπορείς εύκολα να τους λυγίσεις - αυτό δεν μου φαίνεται και τόσο εντάξει. Στα εστιατόρια δεν σου φέρνουν πια την κρέμα μέσα σ' εκείνα τα μικρά πήλινα φλιτζανάκια αλλά σου δίνουν αυτά τα πλαστικά κουβαδάκια με αυτή την τεχνητή αηδία που δεν φτάνει για να πάρει ο καφές σου το σωστό χρώμα. Σήμερα μπορείς να γρατζουνίσεις ακόμα και προφυλακτήρα αυτοκινήτου με λαστιχένιο παπούτσι. Όπου κι αν πας όλες οι πόλεις φαίνονται ίδιες με όλα αυτά τα Μακ Ντόναλντς, τα Μπούργκερ Κινγκς, τα Σέβεν-Ηλέβενς και τα Τάκο Μπαλς, τα εμπορικά κέντρα και τα μοτέλ. Ίσως και να είναι καλύτερα τα πράγματα σήμερα, δεν ξέρω, μου έχει κολλήσει και συνέχεια σκέφτομαι τα παλιά.

Όταν λεω πως ο Τζέφτη ήταν πέντε χρονών, να μην πάει το μυαλό σας στα καθυστερημένα παιδάκια. Δεν νομίζω πως συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αντίθετα μάλιστα, ήταν πανέξυπνος για πέντε χρονών παιδί. Ήταν ξύπνιος, γρήγορος, γλυκός, ένα παιδί απίθανο.
Eίχε ύψος γύρω στους ενενήντα πόντους, λίγο κοντούτσικος για την ηλικία του αλλά με κανονική σωματική διάπλαση. Δεν είχε κανένα τεράστιο κεφάλι ή τίποτα παράξενα σαγόνια. Τίποτα από όλα αυτά. Ήταν ένα καλό, φυσιολογικό, πεντάχρονο αγοράκι. Με τη μόνη διαφορά πως είχε την ίδια ακριβώς ηλικία με μένα. Είκοσι δύο χρονών.
Όταν μιλούσε έβγαζε εκείνη την τσιριχτή σοπράνο φωνή που έχουν όλα τα παιδάκια στην ηλικία αυτή. Όταν περπάταγε έκανε εκείνα τα αστεία πηδηματάκια δεξιά-αριστερά όπως όλα τα παιδάκια των πέντε χρονών. Όταν σου μίλαγε, σου έλεγε όλα εκείνα τα πράγματα που ενδιαφέρουν ένα πεντάχρονο αγοράκι: για κόμιξ, για στρατιωτάκια, για τα χαρτονάκια που βάζουν στις ακτίνες των ποδηλάτων και σφυρίζουν σαν εξωλέμβιες καθώς τρέχουν, να σε ρωτούν «γιατί κάνει έτσι αυτό άμα το κάνεις έτσι;» ή ερωτήσεις όπως «πόσο ψηλά είναι το ψηλά;», «πόσο παλιό είναι το παλιό;» ή γιατί είναι πράσινο το γκαζόν ή με τι μοιάζει ο ελέφαντας. Στα είκοσι δύο του ήταν πέντε χρονών.

Οι γονείς του Τζέφτη ήταν ένα πολύ μελαγχολικό ζευγάρι. Μιας κι έκανα ακόμη παρέα με τον Τζέφτη και τριγυρνούσαμε μαζί, πότε στα λούνα-παρκ και στα μίνι-γκολφ και πότε στο σινεμά, κατέληξα να περνώ αρκετό καιρό μαζί τους. Όχι βέβαια από ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτούς, αφού γρήγορα μελαγχολούσες μαζί τους. Από την άλλη πλευρά πάλι, δεν νομίζω πως οι δυο αυτοί ταλαίπωροι άνθρωποι θα μπορούσαν να βρίσκονται σε καλύτερη ψυχική κατάσταση. Ζούσαν μια κατάσταση εξωπραγματική, με ένα παιδί που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τα πέντε μέσα σε είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, που τους πρόσφερε μεν το αιώνιο δώρο της παιδικής ηλικίας, τους στερούσε όμως τη χαρά να δουν το παιδί τους να γίνεται άντρας.
Η ηλικία των πέντε ετών είναι μια θαυμάσια περίοδος στη ζωή κάθε παιδιού... ή τέλος πάντων θα μπορούσε να είναι αν το παιδί δεν ένιωθε κάποια στιγμή μέσα του να εκλύεται μια κτηνωδία όπως συμβαίνει με τα περισσότερα παιδιά σε αυτή την ηλικία. Είναι μια εποχή που τα μάτια του παιδιού είναι ορθάνοιχτα και τίποτα δεν έχει μπει ακόμη σε καλούπια, μια ηλικία όπου δεν σου έχουν ακόμα φυτέψει την ιδέα πως όλα είναι αμετάβλητα κι απελπιστικά, η ηλικία όπου τα χέρια δεν μπορούν να τα κάνουν όλα, το μυαλό δεν μπορεί να τα μάθει όλα, ο κόσμος είναι άπειρος, πολύχρωμος και γεμάτος μυστήριο.
Η ηλικία των πέντε ετών είναι μια πολύ ειδική περίοδος πριν ακόμη πάρουν τη γεμάτη απορίες, άσβεστη, δονκιχωτική ψυχή του μικρού ονειροπόλου και την πετάξουν στα φοβερά κουτιά κάποιας σχολικής αίθουσας. Είναι ο καιρός πριν προλάβουν να πάρουν τα τρεμάμενα χέρια που θέλουν να τα πιάσουν όλα, να ακουμπήσουν τα πάντα, να νιώσουν το κάθε περίγραμμα και τα ακινητοποιήσουν πάνω σε κάποια θρανία. 0 καιρός πριν αρχίσουν οι μεγάλοι να λένε «πάψε να συμπεριφέρεσαι σαν παιδί», «μεγάλωσες πια» ή «τώρα κάνεις σαν μωρό». Τότε, που όταν το παιδί κάνει σαν μεγάλος παραμένει χαριτωμένο, απαντάει στο κάθε τι και το αγαπούν όλοι. Η εποχή της χαράς, του θαυμασμού, της αθωότητας.
Ο Τζέφτη είχε κολλήσει σ' εκείνη την εποχή. Είχε μείνει στα πέντε του. Έτσι ακριβώς.
Για τους γονείς του όμως ήταν ένας συνεχής εφιάλτης από τον οποίο κανείς - ούτε οι κοινωνικοί λειτουργοί, ούτε οι ιερείς, ούτε οι παιδοψυχολόγοι, ούτε οι δάσκαλοι, οι φίλοι, οι πιο θαυματουργοί γιατροί, οι ψυχίατροι, κανείς μα κανείς-δεν μπορούσε να τους ξυπνήσει. Για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια η λύπη τους μεγάλωσε κι από πατρική αδυναμία έγινε έγνοια, από έγνοια έγινε ανησυχία, από ανησυχία θυμός, από θυμός έγινε αντιπάθεια, μετά καθαρό μίσος και τέλος, από πραγματική αηδία κι αποστροφή έγινε μια παθητική και μελαγχολική αποδοχή.

Ο Τζον Κίνσερ ήταν προϊστάμενος βάρδιας στο εργοστάσιο Επαγγελματικών Εργαλείων Μπωλντέρ. Ήταν τριάντα χρόνια σε αυτή τη δουλειά. Για τον οποιοδήποτε η ζωή του ήταν μια ζωή θεαματικά ήσυχη και χωρίς εκπλήξεις, για όλους εκτός από εκείνον που τη ζούσε. Δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τους άλλους ανθρώπους... εκτός από το γεγονός ότι ήταν πατέρας ενός εικοσιδυάχρονου-πεντάχρονου αγοριού.
Ο Τζον Κίνσερ ήταν ένας άνθρωπος μικροκαμωμένος, μαλακός στους τρόπους του, με απαλά χαρακτηριστικά και χλωμά μάτια που ποτέ δεν κατάφεραν να κρατήσουν τα δικά μου πάνω τους για περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα. Στριφογύριζε διαρκώς στη καρέκλα του όταν μιλούσε και πάντα έδειχνε σαν να βλέπει πράγματα στις πάνω γωνιές του δωματίου, πράγματα που κανένας άλλος δεν μπορούσε να διακρίνει... ή που δεν ήθελε να διακρίνει. Νομίζω πως η λέξη που του ταίριαζε πιο πολύ ήταν στοιχειωμένος. Η ζωή του είχε στοιχειώσει, αυτό ήταν.

Η Λήονα Κίνσερ προσπαθούσε γενναία να φέρει κάποια ισορροπία. Ασχετα από τι ώρα πήγαινα να τους επισκεφτώ, αυτή πάντα προσπαθούσε να μου δώσει με το ζόρι να φάω κάτι. Κι όσο βρισκόταν στο σπίτι ο Τζέφτη τον κυνήγαγε κι αυτόν για να τον μπουκώσει με κάτι: «Θέλεις αγόρι μου ένα πορτοκάλι; Ένα ωραίο πορτοκαλάκι; Ένα μανταρίνι μήπως; Έχω και μανταρινάκια. Θέλεις να σου καθαρίσω ένα μανταρινάκι;» Μέσα της όμως διέκρινες ένα φόβο, έναν τρομερό φόβο για το ίδιο της το παιδί, τέτοιον που οι προσφορές συντήρησης έκρυβαν πάντα έναν αμυδρά δυσοίωνο τόνο.
Η Λήονα Κίνσερ ήταν κάποτε μια ψηλή γυναίκα, τα χρόνια όμως την είχαν λυγίσει. Έμοιαζε σαν να ψάχνει συνέχεια για κάποια κρυφή γωνιά της ταπετσαρίας, να χωθεί εκεί μέσα και να πάρει την υφή του υφάσματος ή κάποιο λουλουδιαστό σχέδιο που να μπορεί να την προστατέψει και να κρυφτεί μια για πάντα από τα τεράστια, καστανά εκείνα μάτια του παιδιού, να περνά εκατοντάδες φορές τη μέρα από μπροστά της και να μην καταλαβαίνει ποτέ ότι βρίσκεται αυτή εκεί, να κρατάει την ανάσα της, αόρατη. Πάντα είχε μια ποδιά δεμένη γύρω από τη μέση της και τα χέρια της ήταν κατακόκκινα από το πλύσιμο. Λες και με το να κρατάει άσπιλο κι αμόλυντο το περιβάλλον θα πλήρωνε για το φανταστικό της αμάρτημα: τη ζωή που έδωσε στο παράξενο αυτό ον.

Σπάνια άνοιγαν την τηλεόραση. Συνήθως στο σπίτι επικρατούσε μια νεκρική σιγή. Δεν ακουγόταν ούτε ο σιγανός ψίθυρος του νερού στους σωλήνες, ούτε το τρίξιμο των σανιδιών, ούτε καν το γουργούρισμα του ψυγείου. Τρομαχτική σιωπή, λες κι ο χρόνος στην πορεία του παρέκαμπτε εντελώς το σπίτι αυτό.
Όσο για τον Τζέφτη, αυτός δεν κρατούσε κακία σε κανέναν. Ζούσε μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα του ευπρεπισμένου τρόμου και της βαριεστημένης αποστροφής, που κι αν ακόμη την καταλάβαινε, ποτέ δεν τη σχολίαζε. Έπαιζε όπως όλα τα παιδιά και φαινόταν ευτυχισμένος. Πρέπει όμως να είχε καταλάβει με τον τρόπο του, τον τρόπο ενός παιδιού πέντε χρονών, πόσο ξένος φάνταζε ανάμεσά τους.

Ξένος.

Όχι, δεν ήταν η σωστή λέξη. Ήταν πολύ ανθρώπινος για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Βρισκόταν σε μια διαφορά φάσης, ήταν ασυγχρόνιστος με τον κόσμο που τον περιέβαλε, αντηχούσε σε κάποιο άλλο μήκος κύματος από ό,τι οι γονείς του, κι ένας Θεός μονάχα ξέρει σε ποιο. Αλλά και τα άλλα παιδιά της γειτονιάς δεν τον ήθελαν στα παιχνίδια τους. Καθώς μεγάλωναν, στην αρχή τον έβρισκαν πολύ παιδί, κατόπιν χωρίς ενδιαφέρον, μετά απλά τον φοβούνταν καθώς άρχιζαν να αντιλαμβάνονται τη διαδικασία της ανάπτυξης και ξαφνικά συνειδητοποιούσαν ότι αυτόν δεν τον άγγιζε ο χρόνος. Ακόμη και τα πιτσιρίκια της ηλικίας του έμαθαν να το βάζουν στα πόδια, σαν τα σκυλιά που μαρσάρει δίπλα τους ένα αμάξι.
Κι έτσι, απόμεινα ο μοναδικός του φίλος. Ένας παλιός φίλος. Πέντε χρόνια. Είκοσι δύο χρόνια. Τον αγαπούσα, περισσότερο απ' όσο μπορώ να ομολογήσω. Και ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς το γιατί. Αλλά τον αγαπούσα, χωρίς καμιά επιφύλαξη.
Αλλά μιας και ήμασταν τόσο συχνά μαζί, ανακάλυψα - αυτή η κοινωνία με τις ευγένειές της - ότι περνούσα κι αρκετόν από τον καιρό μου με τον Τζον και τη Ληόνα Κίνσερ. Δειπνούσαμε μαζί, συνήθως τα Σάββατα κατά το απογευματάκι, όταν έφερνα πίσω τον Τζέφτη από το σινεμά. Ήταν υπερβολικά ευγνώμονες, σχεδόν ως τα όρια της δουλοπρέπειας. Τους γλίτωνα από το ντρόπιασμα να βγαίνουν έξω μαζί και να προσποιούνται σε όλους ότι είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι με ένα απόλυτα φυσιολογικό, χαρούμενο και χαριτωμένο παιδάκι. Κι η ευγνωμοσύνη τους έφτανε ως το σημείο να με κρατούν στο σπίτι τους. Ήταν φρίκη, να ζω το κάθε δευτερόλεπτο της κατάθλιψής τους, μια σκέτη φρίκη.
Τους λυπόμουν τους κακόμοιρους, όμως από την άλλη τους αντιπαθούσα τρομερά που δεν μπορούσαν ν' αγαπήσουν ένα τόσο αξιολάτρευτο παιδί σαν τον Τζέφτη. Βέβαια, ποτέ δεν άφηνα να φανεί, ακόμα και τις βραδιές που περνούσα μαζί τους, πόσο ενοχλητική μπορούσε να γίνει εκείνη η ατέλειωτη αμηχανία τους.

Συνήθως καθόμασταν στο μισοσκόταδο του σαλονιού ενώ έξω έπεφτε σιγά σιγά το σκοτάδι -ήταν πάντα σκοτεινό, λες και το κρατούσαν επίτηδες στη σκιά για να συγκρατήσει αυτό που το φως θα μπορούσε να αποκαλύψει στον έξω κόσμο μέσα από τα φωτισμένα μάτια του σπιτιού - καθόμασταν και κοιτάζαμε σιωπηλά ο ένας τον άλλον. Ποτέ δεν ήξεραν τι να μου πουν.
«Λοιπόν, πώς πάει η δουλειά στο εργοστάσιο;» θα ρώταγα τον Τζον Κίνσερ.
Αυτός θα σήκωνε αδιάφορα τους ώμους του. Ούτε οι συζητήσεις ούτε η ζωή η ίδια του ταίριαζαν με άνεση ή με κάποια χάρη. «Ωραία, μια χαρά» θα απαντούσε στο τέλος αυτός. Και θα ξαναβυθιζόμασταν κατόπιν μέσα στη σιωπή. «Θέλεις ένα κουλουράκι να βουτήξεις στον καφέ σου;» θα ρώταγε η Ληόνα. «Ξέρεις, είναι φρέσκα. Τα έφτιαξα σήμερα το πρωί». 'Η ένα κομμάτι μηλόπιτα. 'Η γάλα με βουτήματα. 'Η πουτίγκα .
«Όχι, ευχαριστώ πολύ πάντως, κυρία Κίνσερ. Φάγαμε, ξέρετε, δυο τσήζμπουργκερ με τον Τζέφτη πριν έρθουμε». Και μετά πάλι σιωπή.
Έπειτα, όταν πια η βουβαμάρα κι η αμηχανία θα έφτανε στο σημείο που θα ενοχλούσε ακόμη κι αυτούς (και ποιος ξέρει πόσο θα βασίλευε αυτή η σιωπή όταν βρίσκονταν μόνοι τους μαζί μ' αυτό το πράγμα, για το οποίο δεν μίλαγαν πια, που τριγύριζε ανάμεσά τους) η Λήονα Κίνσερ θα έλεγε: «Νομίζω ότι κοιμήθηκε».
Ο Τζον Κίνσερ θα έλεγε τότε: «Δεν ακούω το ραδιόφωνο να παίζει».
Έτσι ακριβώς θα συνέχιζε η κατάσταση μέχρι να βρω κάποια δικαιολογία για να την κοπανήσω ευγενικά. Πιστέψτε με, έτσι ακριβώς είχε η κατάσταση. Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια... εκτός από μια φορά.

«Δεν ξέρω πια τι να κάνω», είπε η Λήονα. Αρχισε να κλαίει. «Δεν αλλάζει τίποτα, ούτε μια μέρα ήρεμη ....»
Ο άντρας της κατάφερε να σηκωθεί από το βάθος της πολυθρόνας του και να πάει κοντά της. Έσκυψε πάνω της και προσπάθησε να την παρηγορήσει, όμως από τον άχαρο τρόπο που άγγιζε τα γκρίζα πια μαλλιά της, φαινόταν καθαρά ότι είχε χάσει ολότελα την ικανότητα να φαίνεται στοργικός. «Σώπασε Ληόνα, όλα είναι μια χαρά». Αυτή όμως συνέχιζε να κλαίει. Τα δάχτυλά της έγδερναν απαλά τα χερούλια της πολυθρόνας.

Μετά είπε: «Καμιά φορά εύχομαι να είχε βγει νεκρό».
Ο Τζον σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τις γωνιές του δωματίου. Μήπως έψαχνε τις ακατονόμαστες σκιές που συνεχώς τον παρακολουθούσαν; Μήπως κρυβόταν ο Θεός σ' εκείνα τα μέρη; «Δεν το πιστεύεις αυτό που λες», της είπε απαλά, με κάποιο πάθος στη φωνή του, ενθαρρύνοντάς την με την ένταση του κορμιού του και τη φωνή που έτρεμε να το αναιρέσει προτού προλάβει ο Θεός κι ακούσει την τρομερή εκείνη σκέψη. Αυτή όμως το εννοούσε, το εννοούσε πραγματικά.
Εκείνο το βράδυ κατάφερα να δραπετεύσω γρήγορα. Δεν χρειάζονταν μάρτυρες της ντροπής τους. Χάρηκα πολύ που έφυγα.
Και για μια ολόκληρη βδομάδα έμεινα μακριά τους. Απ' αυτούς, από τον Τζέφτη, από το δρόμο τους, ακόμη κι από την περιοχή που έμεναν.

Είχα και τη δικιά μου ζωή. Το μαγαζί, τους λογαριασμούς μου, συναντήσεις με προμηθευτές, πόκερ με τους φίλους μου, να συνοδεύω ωραίες γυναίκες σε καλοφωτισμένα εστιατόρια, τους γονείς μου, να βάζω αντιψυκτικό στο αυτοκίνητο, να παραπονιέμαι στο καθαριστήριο για την κόλλα στους γιακάδες και τα μανίκια, να τρέχω στο γυμναστήριο, τους φόρους να τσακώνω τη Τζαν ή τον Ντέηβιντ (ή όποιος από τους δυο τους ήταν) να κλέβει από το ταμείο. Είχα τη δικιά μου ζωή.
Αλλά ακόμα κι εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να με κρατήσει μακριά από τον Τζέφτη. Με πήρε τηλέφωνο στο μαγαζί και μου ζήτησε να τον πάω στο ροντέο. Εμείς οι δυο τα πηγαίναμε μια χαρά μαζί... όσο καλά βέβαια μπορεί να τα πάει ένας εικοσιδυάρης με άλλα ενδιαφέροντα με ένα πεντάχρονο αγοράκι. Ποτέ μου δεν κάθισα να σκεφτώ τι ήταν ακριβώς αυτό που μας ένωνε, πάντα πίστευα πως ήταν τόσα χρόνια που ήμασταν φίλοι. Αυτό, καθώς επίσης και μια συμπάθεια για ένα παιδί που θα μπορούσε να είναι το μικρότερο αδελφάκι που ποτέ δεν είχα. (Μονάχα που εγώ απλά θυμόμουν την εποχή που ήμασταν μικροί και παίζαμε μαζί, εγώ θυμόμουν, ενώ ο Τζέφτη δεν είχε αλλάξει καθόλου από τότε).
Και ξαφνικά, ένα Σάββατο απόγευμα, που πήγα να τον πάρω για το σινεμά, πρόσεξα ορισμένα πράγματα που θα έπρεπε να τα είχα δει από πολύ καιρό.

Ανέβηκα με τα πόδια μέχρι το σπίτι των Κίνσερ και περίμενα βέβαια να βρω τον Τζέφτη καθισμένο στα σκαλιά της βεράντας ή επάνω στο πεζούλι και να με περιμένει. Όμως ο Τζέφτη δεν φαινόταν πουθενά.
Το να μπω εκεί μέσα, μέσ' στο σκοτάδι και τη σιωπή, μια ηλιόλουστη μαγιάτικη μέρα σαν κι εκείνη, μου φάνηκε αδιανόητο. Στάθηκα για λίγο στην αυλή. Κατόπιν έβαλα τα χέρια μου γύρω από το στόμα σαν χωνί και φώναξα: «Τζέφτη! Τζέφτη, βγες έξω να φύγουμε. Έχουμε αργήσει».
Η φωνή του ακούστηκε αμυδρή, σαν να έβγαινε από κάπου βαθιά μέσα από το χώμα.
«Εδώ είμαι Ντόννυ».
Τον άκουγα, αλλά δεν μπορούσα να τον δω. Ήταν η φωνή του Τζέφτη, δεν χωρούσε αμφιβολία. Τον Ντόναλντ Χ. Χόρτον, Πρόεδρο και Μοναδικό Μέτοχο του «Κέντρου Τηλεόρασης & Ήχου Χόρτον» κανείς άλλος εκτός από τον Τζέφτη δεν τον φώναζε Ντόννυ. Ποτέ δεν με είχε φωνάξει με διαφορετικό όνομα.
(Για την ακρίβεια, αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ εiμαι ο Ιδιοκτήτης του Κέντρου. Η συνεργασία μου με τη θεία Πατρίτσια έγινε μόνο για να ξεπληρώσω το δάνειο που μου έκανε όταν ξεκίνησα την επιχείρηση έχοντας βάλει ένα συμπληρωματικό ποσό σε αυτά που μου είχε αφήσει ο παππούς όταν ήμουν δέκα χρονών. Δεν ήταν κανένα σπουδαίο δάνειο, δεκαοχτώ χιλιάδες ήταν όλα όλα, αλλά της είχα ζητήσει να μπει σιωπηλός συνεταίρος, μιας κι αυτή με είχε φροντίσει όταν ήμουν μικρός).
«Πού είσαι Τζέφτη;»
«Κάτω από τη σκάλα, στη κρυψώνα μου».
Πήγα πίσω από τη σκάλα, έσκυψα και παραμέρισα το ξύλινο πορτάκι. Εκεί στο βάθος, πάνω στο πατημένο χώμα, ο Τζέφτη είχε φτιάξει μια απίθανη κρυψώνα. Είχε κόμιξ μέσα σε καφάσια από πορτοκάλια, είχε ένα τραπεζάκι και μερικά μαξιλάρια, μεγάλα χοντρά κεριά για φως, εκεί που κρυβόμασταν τότε... όταν ήμασταν και οι δυο πέντε χρονών.
«Τι φτιάνεις εδώ;» ρώτησα, καθώς έμπαινα μπουσουλώντας μέσα κι έκλεινα πίσω μου την πόρτα. Είχε δροσιά κάτω από τη σκάλα και το χώμα μύριζε ευχάριστα, τα κεριά έδιναν μια μυρωδιά συντροφικότητας και φέρνανε στο νου κάτι το πολύ οικείο. Όλα τα παιδιά θα αισθάνονταν άνετα μέσα σε μια τέτοια κρυψώνα. Δεν υπάρχει παιδί που να μην πέρασε τις πιο ευτυχισμένες, τις πιο παραγωγικές, τις πιο γλυκείες και μυστηριώδεις στιγμές της ζωής του μέσα σε ένα κρυφό μέρος σαν κι αυτό.
«Παίζω», είπε. Στα χέρια του κράταγε ένα χρυσό και στρογγυλό πράγμα. Γέμιζε ολόκληρη τη μικρή του παλάμη.
«Ξέχασες πως θα πηγαίναμε σινεμά;»
«Όχι, καθόλου. Απλώς σε περίμενα εδώ μέσα».
«Είναι σπίτι οι δικοί σου;»
«Η μαμά».
Κατάλαβα γιατί με περίμενε κάτω από τις σκάλες. Δεν έδωσα συνέχεια. «Τι έχεις εκεί;»
«Το Σήμα του Μυστικού Αποκωδικοποιητή του Κάπταιν Μιντνάιτ είπε, δείχνοντάς το μου στην ανοιχτή του παλάμη.
Συνειδητοποίησα ότι το κοίταζα για πολύ ώρα χωρίς να καταλαβαίνω τι είναι. Ξαφνικά άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι ήταν το απίστευτο αυτό πράγμα που βαστούσε ο Τζέφτη στα χέρια του. Ήταν απίστευτο. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να υπάρχει.

«Τζέφτη», είπα σιγανά με κάποια απορία στη φωνή μου, «πού το βρήκες αυτό;»
«Το έφερε σήμερα ο ταχυδρόμος. Τους είχα γράψει να μου το στείλουν».
«Θα πρέπει να έκανε πολλά λεφτά».
«Όχι και τόσα πολλά. Δέκα σεντς και δυο κουπόνια Οβαλτίνης».
«Μπορώ να το δω;» Η φωνή μου έτρεμε, το ίδιο και το χέρι που άπλωσα. Μου το έδωσε κι εγώ κράτησα αυτό το θαυμάσιο πράγμα στα χέρια μου. Ήταν υπέροχο.
Θα το θυμάστε. Ο «Κάπταιν Μιντνάιτ» ακουγόταν στο ραδιόφωνο από άκρη σε άκρη στην Αμερική το 1940. Ήταν προσφορά της Οβαλτίνης. Και κάθε χρόνο έβγαζαν το Σήμα του Αποκωδικοποιητή της Μυστικής Ομάδας. Κάθε μέρα στο τέλος της εκπομπής σου έδιναν κάποιο στοιχείο για το επόμενο επεισόδιο κωδικοποιημένο έτσι που μόνο τα παιδιά που είχαν το επίσημο σήμα μπορούσαν να το αποκρυπτογραφήσουν. Από το 1949 όμως είχαν σταματήσει να βγάζουν τα καταπληκτικά αυτά Σήματα των Αποκωδικοποιητών. Θυμάμαι εκείνο που είχα εγώ το 1945. Ήταν πανέμορφο. Πάνω στο καντράν, στο κέντρο ακριβώς είχε ένα μεγεθυντικό φακό. Ο «Κάπταιν Μιντνάιτ σταμάτησε να μεταδίδεται το 1950 και παρ' όλο
που γύρισαν μετά μερικά επεισόδια για την τηλεόραση εκεί γύρω στο '55 κι έβγαλαν και Σήματα Αποκωδικοποιητών το 1955 και το 1956, πραγματικά σήματα δεν ξανάβγαλαν ποτέ μετά το 1949.

Ο Κωδικογράφος του Κάπταιν Μιντνάιτ που κράταγα στα χέρια μου, αυτό που ο Τζέφτη είπε πως είχε πάρει ταχυδρομικά με δέκα σεντς (δέκα σεντς!!!) και δυο κουπόνια από την Οβαλτίνη ήταν ολοκαίνουργιο, γυαλιστερό, ολόχρυσο, χωρίς το παραμικρό ίχνος φθοράς, ούτε ένα σημαδάκι, κι όχι σαν αυτά τα παλιά που βρίσκεις σε εξωφρενικές τιμές σε μερικά παλαιοπωλεία καμιά φορά... ήταν ένα καινούργιο Σήμα. Κι η χρονιά που είχε χαραγμένη πάνω του ήταν η φετινή.
Ο «Κάπταιν Μιντνάιτ» όμως δεν υπήρχε πια. Δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο στο ραδιόφωνο. Τις είχα ακούσει εκείνες τις φτωχές απομιμήσεις που μετέδιδε το ραδιόφωνο εκείνο τον καιρό στο στυλ των παλιών εκπομπών. Οι ιστορίες όμως ήταν ανούσιες, τα ηχητικά εφέ πολύ μπανάλ, η όλη ιδέα ήταν λάθος, αναχρονιστική, πολύ μελό. Παρ' όλα αυτά κρατούσα στα χέρια μου έναν καινούργιο Κωδικογράφο.

«Τζέφτη, πες μου τι είναι αυτό», του είπα.
«Τι να σου πω Ντόνυ; Είναι το καινούργιο μου Σήμα του Μυστικού Αποκωδικοποιητή του Κάπταιν Μιντνάιτ. Μ' αυτό ανακαλύπτω τι θα γίνει αύριο».
«Τι εννοείς αύριο;»
«Αύριο στην εκπομπή».
«Ποιά εκπομπή;»
Με κοίταξε λες κι έκανα επίτηδες τον χαζό. «Στον Κάπταιν Μιντνάιτ. Πού αλλού, βρε;» Είχα χαζέψει στ' αλήθεια.
Ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω. Βρισκόταν εκεί, μπροστά μου αλλά εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει. «Μπας και μου λες για τους δίσκους που έχουν βγάλει με τις παλιές εκπομπές; Για αυτές μου λες;"
«Δίσκους;» Τώρα δεν ήξερε αυτός τι έλεγα.
Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, εκεί κάτω από τις σκάλες. Μετά είπα με φωνή αργή, σαν να φοβόμουνα την απάντηση: «Τζέφτη, πώς τον ακούς τον Κάπταιν Μιντνάιτ; »
«Στο ραδιόφωνο, κάθε μέρα. Στο ραδιόφωνό μου. Στις πεντέμισι κάθε μέρα".
Ειδήσεις. Μουσική, ηλίθια μουσική και ειδήσεις. Να τι έπαιζε το ραδιόφωνο κάθε μέρα στις πεντέμισι. Όχι τον «Κάπταιν Μιντνάιτ». Η Μυστική Ομάδα είχε είκοσι χρόνια να ακουστεί από το ραδιόφωνο.
«Μπορούμε να τ' ακούσουμε απόψε;» ρώτησα.
«Μα τι λες;» Ήμουν ηλίθιος. Το κατάλαβα από τον τρόπο που το' πε, δεν κατάλαβα όμως το γιατί. Μετά το θυμήθηκα: ήταν Σάββατο. Ο «Κάπταιν Μιντνάιτ» ακουγόταν από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή. Όχι τα Σάββατα και τις Κυριακές.
«Θα πάμε σινεμά;»

Το επανέλαβε δυο φορές. Το μυαλό μου βρισκόταν κάπου αλλού. Σε τίποτα το οριστικό όμως. Κανέvα συμπέρασμα, αλλά ούτε και τίποτα τρελές εικασίες. Πάντως, κάπου βρισκόταν, προσπαθώντας να κατανοήσω και να βγάλω κάποιο συμπέρασμα- όπως άλλωστε και εσεiς θα βγάζατε ένα συμπέρασμα, όπως ο καθένας θα έβγαζε ένα συμπέρασμα αντί να δεχτεί την αλήθεια, την απίστευτη αλλά και υπέροχη αυτή αλήθεια - να βγάλω τέλος το συμπέρασμα πως υπήρχε μια απλή εξήγηση που εγώ πάντως δεν μπορούσα να συλλάβω. Κάτι το εγκόσμιο και το πεζό, όπως το πέρασμα του χρόνου που στο διάβα του κλέβει όλα τα καλά, παλιά πράγματα από μας, χαρίζοντάς μας για αντάλλαγμα μπιχλιμπίδια και πλαστικά. Κι όλα αυτά στο όνομα της Προόδου.

«Θα πάμε σινεμά Ντόνυ;»
«Και σίγουρα θα πάμε αγόρι μου», του είπα. Και χαμογέλασα. Και του έδωσα πίσω τον Κωδικογράφο. Κι αυτός τον έχωσε σε μια πλαϊνή τσέπη του παντελονιού του. Και μπουσουλίσαμε και βγήκαμε έξω από την κρυψώνα. Και πήγαμε σινεμά. Και κανείς απ' τους δυο μας δεν ξαναμίλησε για τον «Κάπταιν Μιντνάιτ» εκείνο το βράδυ. Και δεν πέρασε ούτε λεπτό εκείνη τη μέρα που να μην είχα το μυαλό μου καρφωμένο εκεί.
Την επόμενη βδομάδα είχαμε απογραφή στο μαγαζί. Τον Τζέφτη δεν τον ξαναείδα πριν από την Πέμπτη. Ομολογώ ότι άφησα το μαγαζί στα χέρια της Τζαν και του Ντέηβιντ, τους είπα πως έπρεπε να τρέξω σε κάτι εξωτερικές δουλειές κι έφυγα νωρίς. Στις 4 έφτασα στους Κίνσερ γύρω στις 4:45. Μου άνοιξε η Ληόνα που φαινόταν εξουθενωμένη κι απόμακρη. «Είναι εδώ ο Τζέφτη;»

Είπε πως ήταν επάνω, στο δωμάτιό του...
... κι άκουγε ραδιόφωνο.
Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά.

Εντάξει, είχα κάνει τελικά αυτό το απίθανο, παράλογο άλμα. Αν έπρεπε να πιστέψω οποιοδήποτε άλλον, μεγάλο ή μικρό, εκτός από τον Τζέφτη, θα είχα καταλήξει σε ένα πιο λογικό συμπέρασμα. Αλλά ήταν ο Τζέφτη, ένα ον εντελώς διαφορετικό, κι αυτά που ζούσε αυτός δεν ταίριαζαν διόλου με τις δικές μου προδιαγραφές.
Το παραδέχομαι: αυτά που άκουσα ήθελα να τα ακούσω.
Ακόμη και πίσω από την κλειστή πόρτα καταλάβαινα την εκπομπή.
«Πάει να το σκάσει Τένεση! Πιάσ' τον!»
Μετά ακούστηκε ένας πυροβολισμός κι η σφαίρα που σφύριξε. Έπειτα, η ίδια φωνή που φώναζε θριαμβευτικά: «Τον πέτυχα! Πάει, καθάρισε!»
Ακουγε τον σταθμό του ABC στους 790 χιλιοκύκλους και την εκπομπή του «Τένεση Τζεντ», μια από τις αγαπημένες μου σειρές στο ραδιόφωνο στα χρόνια της δεκαετίας του '40, ένα περιπετειώδες γουέστερν που θα είχα να το ακούσω τουλάχιστον είκοσι χρόνια αφού δεν υπήρχε εδώ και είκοσι χρόνια.
Καθόμουν εκεί στο κεφαλόσκαλο, στην άκρη του πάνω διαδρόμου του σπιτιού των Κίνσερ κι άκουγα το πρόγραμμα. Δεν ήταν κάποια επανάληψη των παλιών εκπομπών, εκείνες τις ήξερα όλες απέξω, δεν είχα χάσει ούτε μια συνέχεια. Μια ακόμη απόδειξη πως οι εκπομπές ήταν καινούργιες: Στις διαφημίσεις που ακούγονταν στα ενδιάμεσα υπήρχαν αναφορές στις τρέχουσες πολιτιστικές και τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς κι εκφράσεις που δεν χρησιμοποιούσαν το '40, όπως σπρέι, λέιζερ, Τανζανία, «τσαντίλες».

Δεν μπορούσα να το αγνοήσω. Ο Τζέφτη άκουγε μια νέα συνέχεια του «Τένεση Τζεντ».
Κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά και μπήκα στο αυτοκίνητο. Η Ληόνα πρέπει να βρισκόταν στην κουζίνα. Έβαλα μπροστά τη μηχανή κι άνοιξα το ραδιόφωνο. Το γύρισα στους 790 χιλιοκύκλους. Ο σταθμός του ABC. Ροκ μουσική.
Κάθισα εκεί για λίγα λεπτά και μετά γύρισα σιγά σιγά το κουμπί των σταθμών από τη μια άκρη ως την άλλη. Μουσική, δελτία ειδήσεων, συζητήσεις. Πουθενά δεν υπήρχε ο «Τένεση Τζεντ». Κι όσο για το ραδιόφωνο, ήταν ένα Blaupunkt, το καλύτερο που θα μπορούσα να αγοράσω. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να μην πιάνει όλους τους σταθμούς, ακόμα κι αυτούς που βρίσκονταν στις άκρες της μπάντας. Απλούστατα, δεν υπήρχε!
Μετά από λίγο έκλεισα το ραδιόφωνο και τη μηχανή και γύρισα ήσυχα επάνω. Ξανακάθισα στο τελευταίο σκαλί κι άκουσα ολόκληρη την εκπομπή. Ήταν κάτι το μαγευτικό.
Σαγηνευτικό, φτιαγμένο με φαντασία κι ό,τι καλύτερο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε μια ραδιοφωνική παραγωγή, με όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τις παλιές, καλές εκπομπές. Αλλά ήταν σύγχρονο. Δεν ήταν καμιά αρχαιολογία, κάποια επανάληψη για να καταπραύνει τις ανάγκες των λιγοστών πια εκείνων ακροατών που αναπολούσαν τις παλιές καλές μέρες. Ήταν μια καινούργια σειρά με όλες εκείνες τις παλιές φωνές που όμως ακούγονταν νεανικές και καθάριες. Ακόμη κι οι διαφημιστικές σφήνες ήταν για τωρινά προϊόντα, χωρίς όμως να είναι τόσο ηλίθιες και κραυγαλέες όπως αυτές που ακούγονται σήμερα στο ραδιόφωνο.

Κι όταν στις πέντε ακριβώς τελείωσε ο «Τένεση Τζεντ», άκουσα τον Τζέφτη να γυρίζει τη βελόνα στο ραδιόφωνο μέχρι που άκουσα τη γνώριμη φωνή του παρουσιαστή Γκλεν Ριγγς να λεει: «Και τώρα ο Χοπ Κάριγκαν! Ο Αμερικάνος άσσος των ραδιοκυμάτων!» Ο ήχος ενός αεροπλάνου που πετάει. Ήταν ένα αεροπλάνο με έλικες κι όχι κάποιο τζετ! Όχι ο ήχος με τον οποίο μεγάλωσαν τα σημερινά παιδιά, αλλά o ήχος με τον οποίο μεγάλωσα εγώ, ο ήχος ενός πραγματικού αεροπλάνου, εκείνο το βαθύ μουγκρητό, o μαρσαριστός εκείνος ήχος που νόμιζες ότι έβγαινε από κάπου μέσα από το λαρύγγι, που έκαναν τα αεροπλάνα που πέταγε ο G-8 και οι Πολεμικοί του Ασσοι, αυτά που πέταγε ο Κάπταιν Μιντνάιτ, ή ο Χοπ Κάριγκαν. Και μετά άκουσα τον Χοπ να λεει: «Εδώ CX-4 καλεί πύργο ελέγχου. Αναμένω!» Μετά, μια παύση και ύστερα από λίγο: «εδώ Χοπ Κάριγκαν... σε λαμβάνω!»

Κι ο Τζέφτη, που είχε ακριβώς το ίδιο πρόβλημα που είχαμε και εμείς στη δεκαετία του '40 με τις αγαπημένες μας παιδικές εκπομπές που ήταν σε διαφορετικούς σταθμούς και παίζονταν όλες την ίδια ώρα, αφού τίμησε για λίγο τον Χοπ Χάριγκαν και τον Τανκ Τίνκερ ξαναγύρισε τη βελόνα στο ABC, όπου ακούστηκε ο χτύπος ενός γκονγκ, μια παράταιρη κακοφωνία από κάτι ακαταλαβίστικα Κινέζικα και ο παρουσιαστής να αναγγέλλει: «Ο Τ-ε-ε-ε-ρυ και οι Πειρατές!»
Βρισκόμουν εκεί καθισμένος στα σκαλιά κι άκουγα τον Τέρυ, την Κόνη και τον Φλιπ Κόρκιν και, αχ Θεέ μου, την Ανιές Μουρχέντ να κάνει την Κυρά των Δράκων, όλοι τους σε μια νέα περιπέτεια που διαδραματιζόταν σε μια Κόκκινη Κίνα που φυσικά δεν υπήρχε την εποχή που ο Μίλτον Κάνιφ έγραφε το 1937 τη δικιά του εκδοχή για την Ανατολή, με πειρατές των ποταμών και Τσανγκ Κάι-Σεκ και στρατηλάτες και τον αφελή Ιμπεριαλισμό της αμερικάνικης διπλωματίας των κανονιοφόρων.
Κάθισα και άκουσα ολόκληρη την εκπομπή, και κάθισα κι άλλο και άκουσα τον «Σούπερμαν» και λίγο από τον «Τζακ Αρμστρονγκ, το Καλό Αμερικανάκι», και λίγο «Κάπταιν Μιντνάιτ» και ήρθε η ώρα που γύριζε ο Τζον Κίσνερ σπίτι, μα ούτε αυτός ούτε η γυναίκα του ανέβηκαν καθόλου επάνω να δουν τι γίνομαι ή τι κάνει ο Τζέφτη, κι έτσι κάθισα κι άλλο και κατάλαβα πως είχα αρχίσει να κλαίω χωρίς σταματημό, και το μόνο που έκανα ήταν να κάθομαι εκεί με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι στα μάγουλά μου, να κάθομαι και να κλαίω ώσπου με άκουσε ο Τζέφτη και άνοιξε την πόρτα και με είδε, και βγήκε έξω και με κοίταξε με μια παιδική σύγχυση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του καθώς εγώ άκουγα τη σύνδεση με το δίκτυο της Mutual και το μουσικό θέμα του «Τομ Μιξ» που άρχιζε με τα λόγια: «Όταν έρχεται ο καιρός που μαζεύουν τα γελάδια στο Τέξας κι ανθίζει το φασκόμηλο», κι ο Τζέφτη μ' έπιασε από τον ώμο και μου χαμογέλασε, με το στόμα και τα μεγάλα καστανά του μάτια, και μου είπε: «Γεια σου Ντόνυ. Θέλεις να 'ρθεις μέσα ν' ακούσουμε ραδιόφωνο;»

Ο Χιουμ αρνήθηκε την ύπαρξη ενός απόλυτου χώρου όπου το κάθε τι έχει τη δική του θέση. Ο Μπόρχες αρνείται την ύπαρξη ενός και μοναδικού χρόνου όπου συνδέονται μέσα του όλα τα γεγονότα μεταξύ τους.
Ο Τζέφτη έπιανε προγράμματα στο ραδιόφωνο από κάποιο μέρος που, σύμφωνα με τη λογική και μέσα στα φυσικά πλαίσια του χωροχρονικού διαστήματος όπως το συνέλαβε ο Αϊνστάιν, δεν μπορούσε να υπάρχει. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Μέσω του ταχυδρομείου έπαιρνε δώρα που κάνεις πια δεν κατασκεύαζε. Διάβαζε κόμιξ που είχαν σταματήσει να κυκλοφορούν εδώ και τρεις δεκαετίες. Έβλεπε ταινίες με ηθοποιούς που είχαν πεθάνει πριν από είκοσι χρόνια. Ήταν ο τελικός αποδέκτης όλων αυτών των χαρισματικών στιγμών και των απολαύσεων του παρελθόντος που ο υπόλοιπος κόσμος τις είχε αποδιώξει στην πορεία του. Σ' αυτήν του την πτήση αυτοκτονίας προς το Νέο Αύριο, ο κόσμος κυριολεκτικά κατεδάφισε το θησαυροφυλάκιο της ευτυχίας του, έριξε τσιμέντο στις αλάνες, εγκατάλειψε τα αλήτικα ξωτικά του, κι όλα αυτά, με κάποιο περίεργο κι ανεξήγητο τρόπο αλλαξοδρόμησαν και προσγειώθηκαν στο παρόν μέσω του Τζέφτη. Αναβίωσαν, εκσυγχρονίστηκαν, διατήρησαν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα, αλλά βγήκαν με έναν τρόπο μοντέρνο. Ο Τζέφτη ήταν ο Αλαντίν, ένας Αλαντίν που δεν έδινε διαταγές, αλλά μονάχα με την ίδια του τη φύση έκανε το λυχνάρι να εμφανίζει την πραγματικότητα.

Και με πήρε και μ' έβαλε μέσα στον κόσμο του.
Γιατί μου είχε εμπιστοσύνη.
Φάγαμε Κουάκερ κι ήπιαμε ζεστή Οβαλτίνη μέσα σε φετινά φλιτζάνια της Μικρής Ορφανής Αννης. Πήγαμε σινεμά κι ενώ όλοι έβλεπαν μια κωμωδία με τον Ράιαν Ο'Νηλ και την Γκόλντι Χώουν, ο Τζέφτη κι εγώ απολαμβάναμε τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ στον ρόλο του επαγγελματία κλέφτη Πάρκερ, στην καταπληκτική εκείνη διασκείιή της νουβέλας «Stayground» του Ντόναλντ Γουέστλεηκ, από τον Τζον Χιούστον. Η δεύτερη ταινία ήταν το «Λαϊνένγκεν Εναντίον των Μυρμηγκιών», μια παραγωγή του Βαλ Λιούτον με τον Σπένσερ Τρέησυ, την Κάρολ Λόμπαρντ και τον Λάιρντ Κρέγκαρ.
Δυο φορές τον μήνα πηγαίναμε στο περίπτερο κι αγοράζαμε τα καινούργια τεύχη της «Σκιάς», το «Ντοκ Σάβατζ» και το «Στάρτλινγκ Στόριζ». Καθόμασταν με τονΤζέφτη κι εγώ του διάβαζα. Θυμάμαι πόσο του είχε αρέσει η καινούργια εκείνη μικρή ιστορία του Χένρυ Κάτνερ, «Τα Ονειρα του Αχιλλέα» καθώς και η νέα σειρά από σύντομες ιστορίες τou Στάνλεϋ Τζ. Γουαϊνμπάουμ που διαδραματίζονταν στο σύμπαν υποατομικών σωματιδίων της Ρεντούρνα. Τον Σεπτέμβρη απολαύσαμε το πρώτο μέρος του καινούργιου διηγήματος του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ από την σειρά Κόναν, «Το Νησί των Μαύρων» στο περιοδικό «Γουήρντ Τέηλς», ενώ τον Αύγουστο μείναμε κάπως απογοητευμένοι από το τέταρτο διήγημα της σειράς Δίας με τον Τζον Κάρτερ του Μπάρσουμ, «Κουρσάροι του Δία» του 'Εντγκαρ Ράις Μπάροουζ. Αλλά ο εκδότης του «Αργκοζυ Εβδομαδιαίο με Ιστορίες Μόνο», έδωσε την υπόσχεσή του πως θα τύπωνε άλλες δυο ιστορίες από την ίδια σειρά κι ήταν τόσο απρόσμενη η αποκάλυψη αυτή για τον Τζέφτη και μένα που μετρίασε έτσι την απογοήτευσή μας για τη χαμηλή ποιότητα της τωρινής ιστορίας.

Διαβάζαμε μαζί τα κόμιξ και είχαμε αποφασίσει χωρίς να το έχουμε συζητήσει πιο πριν - πως οι αγαπημένοι μας ήρωες ήταν ο Ανθρωπος-Κούκλα, ο Μικρός Αεροπόρος κι ο Χηπ. Λατρεύαμε ακόμη τις ιστορίες του Τζωρτζ Κάρλσον που έβγαιναν στα «Τζινγκλ Τζανγκλ Κόμιξ», ειδικά τον Πρίγκιπα Τουρτόφατσα από τις ιστορίες του Αλμυρού Μπισκοτοκάστρου που τις διαβάζαμε και ξεκαρδιζόμασταν μαζί, αν και σε μερικά σημεία έπρεπε να του εξηγώ ορισμένα από τα λογοπαίγνια γιατί ήταν πολύ μικρός για να μπορεί να καταλάβει αυτό το είδος του χιούμορ.
Ποιαν εξήγηση θα μπορούσα να δώσω; Η φυσική που μάθαμε στο σχολείο έφτανε για να κάνω ορισμένες χοντρικές υποθέσεις, αν και νομίζω ότι τα συμπεράσματα που έβγαζα ήταν μάλλον λανθασμένα. Μερικές φορές καταρρίπτονται οι νόμοι της διατήρησης της ενέργειας. Οι νόμοι αυτοί «ελαφρώς παραβαίνονται» όπως λένε και οι φυσικοί. Ίσως o Τζέφτη να ήταν ένας καταλύτης για να παραβιαστούν ελαφρά οι νόμοι της διατήρησης που μόλις τώρα αρχίζουμε να διαπιστώνουμε πώς υπάρχουν. Δοκίμασα να διαβάσω ορισμένα πράγματα πάνω σε αυτά τα θέματα - μετάπτωση μιονίων κατά την «απαγορευμένη" οδό, μετάπτωση γάμμα που δεν περιλαμβάνει στα προϊόντα της μ-νετρίνο - αλλά τίποτα από όσα συνάντησα, ακόμη και οι πλέον πρόσφατες ανακοινώσεις του Ελβετικού Ινστιτούτου Πυρηνικής Έρευνας που είναι κοντά στη Ζυρίχη, δεν έριξαν κάποιο φως. Αντίθετα με έκαναν να δεχτώ αόριστα την παλιά θεώρηση πως το πραγματικό όνομα της «επιστήμης» είναι μαγεία.
Καμιά απολύτως εξήγηση, μονάχα ασύγκριτα υπέροχες στιγμές.
Οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου.

Εγώ είχα τον «πραγματικό» κόσμο, τον κόσμο του μαγαζιού μου, των φίλων μου και της οικογένειάς μου, τον κόσμο του κέρδους και της ζημίας, των φόρων και των νεαρών κοριτσιών που κυκλοφορούσα τα βράδια μαζί τους και μιλούσαν για ψώνια ή για τα Ηνωμένα Έθνη, την τιμή του καφέ που ανεβαίνει και τους φούρνους μικροκυμάτων. Και είχα και τον κόσμο του Τζέφτη, στον οποίον ζούσα μονάχα όταν βρισκόμουν μαζί του. Τα πράγματα που παρελθόντος που αυτός ήξερε με τόσο ζωντανό και σύγχρονο τρόπο, μπορούσα να τα γευτώ μόνο όταν βρισκόμουν μαζί του. Κι αυτή η μεμβράνη ανάμεσα στους δυο κόσμους γινόταν όλο και πιο λεπτή, όλο και πιο λαμπερή και διάφανη. Ζούσα τις πιο όμορφες στιγμές κι από τους δυο κόσμους. Και ήξερα πως, κατά κάποιον τρόπο, δεν μπορούσα να μεταφέρω τίποτα από τον έναν στον άλλον.
Μια στιγμή αφηρημάδας, προδίνοντας τον Τζέφτη με το να τον ξεχάσω για λίγο, έκανε τα πάντα να τελειώσουν.
Και μέσα στην ξεγνοιασιά μου έγινα τελικά απρόσεκτος και δεν συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστη ήταν τελικά η σχέση ανάμεσα στον κόσμο του Τζέφτη και το δικό μου. Υπάρχει λόγος που το παρόν φθονεί την ύπαρξη του παρελθόντος. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό πραγματικά. Πουθενά μέσα στα βιβλία με τους δράκους και τα άγρια τέρατα, εκεί που η επιβίωση περιγράφεται μέσα από μάχες με όντα που διαθέτουν νύχια σουβλερά, δηλητηριώδη δόντια, πλοκάμια κι αδένες με δηλητήριο, δεν διαφαίνεται η αγριότητα που κρύβει το παρόν για το παρελθόν. Πουθενά δεν υπάρχει μια λεπτομερής αναφορά για το πώς το Παρόν παραφυλάει για το «Αυτό που Ήταν», περιμένοντάς το να μεταμορφωθεί σε «Τωρινή στιγμή» για να μπορέσει έτσι να το κομματιάσει ανελέητα με τα σαγόνια τoυ.
Ποιος θα μπορούσε να το ξέρει αυτό... σε οποιαδήποτε ηλικία... κι οπωσδήποτε όχι στη δικιά μου... ποιος θα μπορούσε να το καταλάβει αυτό το πράγμα;
Προσπαθώ ν' απαλλάξω τον εαυτό μου από την ευθύνη, αλλά δεν τα καταφέρνω. Το λάθος ήταν ολότελα δικό μου.

Ήταν πάλι Σάββατο απόγευμα.
«Τι παίζει απόψε;» τον ρώτησα, ενώ βρισκόμασταν στο αυτοκίνητο και πηγαίναμε προς το κέντρο της πόλης.
Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε από το διπλανό κάθισμα σκάζοντάς μου συγχρόνως ένα από τα καλύτερά του χαμόγελα. «Τη "Δικαιοσύνη του Βούρδουλα" με τον Κεν Μαίηναρντ και τον "Καταστραμμένο Ανθρωπο"». Συνέχισε να χαμογελάει καθώς έβλεπε πως νόμιζα ότι με δούλευε. Τον κοίταξα σαν να μην τον πολυπίστευα.
«Πλάκα κάνεις!» του είπα χαρούμενα. «Τον ΚΑΤΑΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ του Μπέστερ;» Κούνησε με ευχαρίστηση το κεφάλι του που με είδε ευχαριστημένο. Ήξερε πως ήταν ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. «Τέλεια!»
«Ψώνιο, ε;»
«Και ποιος παίζει;»
«Φράνσοτ Τόουν, Εβελυν Κέηζ, Λάιονελ Μπάρρυμορ και Ελίσα Κουκ Τζούνιορ». Ήξερε όλους τους ηθοποιούς πολύ καλύτερα από μένα. Μπορούσε να σου αραδιάσει όλους τους ηθοποιούς, ποιος έπαιζε ποιον, σε όλες τις ταινίες που είχε δει. Ακόμα κι αυτούς που βρίσκονταν στις σκηνές πλήθους.
«Κι από κινούμενα σχέδια;»
«Τρία. Ένα με τη Μικρή Λουλού, ένα με τον Ντόναλντ Ντακ κι ένα Μπαγκς Μπάννυ. Κι ένα Πητ Σμιθ Σπέσιαλ κι ένα του Λιου Λερ "Οι Μαϊμούδες Είναι οι Πιο Τρελοί-Τρελοί Ανθρωποι"».
«Απίθανα!» είπα, κι είχα ένα χαμόγελο από το ένα αυτί ως το άλλο. Τα μάτια μου έπεσαν πάνω στο μπλοκ με τις παραγγελίες που βρίσκονταν πάνω στο κάθισμα. Έπρεπε να το είχα αφήσει στο μαγαζί.
«Πρέπει να σταματήσω λίγο στο μαγαζί, είπα.«Έχω ν' αφήσω κάτι. Δεν θ' αργήσω πάνω από ένα λεπτό».
«Καλά», είπε ο Τζέφτη. «Δεν θ' αργήσουμε όμως, ε;»
«Όχι αγόρι μου, μην ανησυχείς», είπα.

Αφησα το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, πίσω ακριβώς από το μαγαζί. Ο Τζέφτη αποφάσισε να έρθει μαζί μου και να πάμε κατόπιν με τα πόδια στον κινηματογράφο. Η πόλη δεν είναι μεγάλη. Υπάρχουν δυο σινεμά μονάχα, η Ουτοπία και το Λυρικόν. Εμείς θα πηγαίναμε στην Ουτοπία που ήταν τρία τετράγωνα μακριά από το μαγαζί.
Μπήκα μέσα κρατώντας το μπλοκ. Γινόταν χαμός.Ο Ντέηβιντ και η Τζαν εξυπηρετούσαν συγχρόνως από δυο πελάτες ο καθένας ενώ άπειρος κόσμος περίμενε τριγύρω για να εξυπηρετηθεί. Η Τζαν γύρισε και με κοίταξε. Το πρόσωπό της ήταν μια μάσκα τρόμου που ζητούσε απελπισμένα βοήθεια. Ο Ντέηβιντ έτρεχε από την αποθήκη στον εκθεσιακό χώρο των συσκευών μουρμουρίζοντας «Βοήθεια!» κάθε φορά που περνούσε σαν σίφουνας από μπροστά μου για να εξαφανιστεί στη συνέχεια.
«Τζέφτη», είπα καθώς με έσπρωχναν από όλες τις μεριές, «άκου, πρέπει να μείνω λίγο εδώ, η Τζαν κι ο Ντέηβιντ δεν τα βγάζουν πέρα με όλον αυτό τον κόσμο. Δεν πρόκειται ν' αργήσουμε, στο υπόσχομαι. Ασε με να ξεφορτωθώ μονάχα μερικούς πελάτες». Φάνηκε νευρικός, αλλά μου έγνεψε "εντάξει".
Του έδειξα μια καρέκλα λέγοντάς του: «Κάθισε εδώ λίγο και θα ξανάρθω».
Πήγε και κάθισε, καλόβολος όπως πάντα, παρ' όλο που καταλάβαινε τι συνέβαινε.
Αρχισα να εξυπηρετώ πελάτες που ζητούσαν όλοι τους έγχρωμες τηλεοράσεις. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που είχαμε ολόκληρη παρτίδα από αυτές τις συσκευές - μόλις τώρα είχαν εμφανιστεί οι έγχρωμες στην αγορά σε λογική και συμφέρουσα τιμή κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Sony έκανε προσφορά στις συσκευές της - κι όσο για μένα αυτή ήταν η ευκαιρία. Θα ξεπλήρωνα το δάνειο και θα μπορούσα να πω πως θα ήταν η πρώτη φορά που θα είχα ένα κέρδος από το μαγαζί. Ήταν χοντρά τα λεφτά.
Στο δικό μου κόσμο, οι καλές δουλειές έρχονται πάνω απ' όλα.
Ο Τζέφτη καθόταν εκεί και κοίταζε τον τοίχο. Να σας πω για τον τοίχο αυτόν.
Υπήρχε μια κατασκευή με στηρίγματα και ράφια που ξεκινούσε από το πάτωμα κι έφτανε εξήντα πόντους κάτω από το ταβάνι. Εκεί επάνω είχαν τοποθετηθεί περίτεχνα οι τηλεοράσεις. Τριάντα τρεις συσκευές. Κι έπαιζαν όλες ταυτόχρονα. Ασπρόμαυρες, έγχρωμες, μικρές, μεγάλες, όλες να παίζουν την ίδια στιγμή.

Ο Τζέφτη καθόταν και παρακολουθούσε τριάντα τρεις τηλεοράσεις ένα Σάββατο απόγευμα. Πιάνουν δεκατρία διαφορετικά κανάλια, μαζί με τους εκπαιδευτικούς σταθμούς στα UHF. Στο ένα κανάλι είχε γκολφ, στο δεύτερο μπέηζμπολ, μπόουλινγκ με διάφορες διασημότητες στο τρίτο, στο τέταρτο έδειχνε ένα θρησκευτικό σεμινάριο, κάποια χοροεσπερίδα για παιδιά στο πέμπτο κανάλι, στο έκτο έδειχνε σε επανάληψη μια κωμωδία, στο έβδομο επανάληψη ενός αστυνομικού, στο όγδοο είχε ένα ντοκιμαντέρ για τα ποτάμια με έναν τύπο που ψάρευε, ειδήσεις και σχόλια στο ένατο, αγώνες με αυτοκίνητα παραγωγής στο δέκα, κάποιος που έλυνε λογαρίθμους πάνω σε ένα πίνακα στο έντεκα, το κανάλι δώδεκα έδειχνε μια γυναίκα ντυμένη με μια λεοντή να κάνει ασκήσεις γυμναστικής και τέλος, το δεκατρία είχε ένα καρτούν με απαίσια κίνηση, στα Ισπανικά. Όλα αυτά εκτός από έξι, παίζονταν εις τριπλούν από τις συσκευές. Ο Τζέφτη καθόταν και κοίταζε αυτό τον τηλεοπτικό τοίχο ένα Σάββατο απόγευμα ενώ εγώ πουλούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ξοφλήσω τη θεία Πατρίτσια και να μείνω σε επαφή με τον κόσμο μου. Ήταν χοντρά λεφτά.
Έπρεπε να το είχα καταλάβει νωρίτερα. Έπρεπε να είχα συνειδητοποιήσει πως το παρόν σκοτώνει το παρελθόν. Εγώ όμως πουλούσα και με τα δυο χέρια. Κι όταν τελικά γύρισα να κοιτάξω τον Τζέφτη, μισή ώρα αργότερα, φαινόταν ένα παιδί εντελώς αλλαγμένο.
Είχε μουσκέψει στον ιδρώτα. Εκείνος ο κρύος ιδρώτας που σε λούζει όταν σε πιάνει ξαφνικά το στομάχι σου. Ήταν χλωμός σαν κρέμα, χλωμός σαν σκουλήκι και τα χεράκια του έσφιγγαν τα χερούλια της πολυθρόνας τόσο δυνατά που φαίνονταν ανάγλυφα οι τένοντές του που είχαν πεταχτεί έξω στις αρθρώσεις.
Έτρεξα γρήγορα προς το μέρος του, ζητώντας βιαστικά συγνώμη από το ηλικιωμένο ζευγάρι που περιεργαζόταν το καινούργιο μοντέλο Mediterranean των 21 ιντσών.
«Τζέφτη!»

Γύρισε προς τη μεριά που στεκόμουν αλλά τα μάτια του δεν ακολούθησαν την κίνηση του κεφαλιού του. Τον είχε καταλάβει απόλυτος τρόμος. Τον τράβηξα από την καρέκλα και τον πήρα μαζί μου μέχρι την πόρτα, ενώ οι πελάτες που τους είχα παρατήσει είχαν αρχίσει κιόλας να διαμαρτύρονται. «Μα τι γίνεται επιτέλους, θέλεις να μου πουλήσεις αυτό το πράγμα ή όχι» ακούστηκε να φωνάζει από μακριά o ένας από τους δύο.
Κοίταξα μια αυτόν και μια τον Τζέφτη. Ο Τζέφτη έμοιαζε σαν νεκροζώντανος. Είχε έρθει μέχρις εκεί που τον είχα σύρει. Τα πόδια του είχαν γίνει σαν λάστιχο και σέρνονταν πίσω του. Το παρόν που καταβρόχθιζε το παρελθόν, ένας ήχος ανείπωτου πόνου.
Έβγαλα μερικά χρήματα από την τσέπη και του τα έχωσα μέσα στο χέρι. «Αγόρι μου... άκουσέ με... φύγε γρήγορα από δω!» Ακόμη δεν μπορούσε να εστιάσει κανονικά τα μάτια του. «Τζέφτη», του είπα όσο πιο έντονα μπορούσα, «άκουσέ με!» Ο ηλικιωμένος πελάτης και η γυναίκα του βάδιζαν προς το μέρος μας. «Ακουσε με αγόρι μου, φεύγα αμέσως από 'δω. Πήγαινε στην Ουτοπία και βγάλε εισιτήρια. Έρχομαι αμέσως». Ο ηλικιωμένος κύριος και η γυναίκα του είχαν φτάσει σχεδόν δίπλα μας. Έσπρωξα τον Τζέφτη έξω από την πόρτα παρατηρώντας τον καθώς απομακρυνόταν τρεκλίζοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, μετά τον είδα να σταματά, σαν να ξαναβρίσκει τον εαυτό του, να κάνει μεταβολή, να ξαναπερνά μπροστά από το μαγαζί και να κατευθύνεται προς την Ουτοπία. «Μάλιστα κύριε», είπα καθώς σηκωνόμουν όρθιος και τους αντίκριζα, «μάλιστα μαντάμ, πρόκειται περί καταπληκτικής συσκευής με μερικά σπάνια προσόντα! Θα θέλατε να πάμε πίσω να...»
Ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος σαν κάτι να σπάζει, δεν ξέρω όμως από ποιο κανάλι ή από ποια συσκευή βγήκε.

Τα υπόλοιπα τα έμαθα αργότερα από το κορίτσι που ήταν στο ταμείο κι από κάτι γνωστούς μου που ήρθαν να μου πουν τι συνέβη.
Όταν έφτασα στην Ουτοπία, κάπου είκοσι λεπτά αργότερα, τον Τζέφτη τον είχαν κάνει λιώμα από το ξύλο και τον είχαν μεταφέρει στο γραφείο του διευθυντή.
«Μήπως είδατε ένα μικρό αγοράκι, γύρω στα πέντε με μεγάλα καστανά μάτια και ίσια, καστανά μαλλιά... με περίμενε εδώ στην είσοδο;»
«Α ναι, νομίζω πως είναι το παιδάκι που το χτύπησαν εκείνα τα παλιόπαιδα».
«Τι;;; Πού βρίσκεται τώρα;»
«Το έχουν στο γραφείο του διευθυντή. Δεν ξέραμε ποιανού είναι ή πού να ψάξουμε για τους γονείς του»
Μια νεαρή κοπέλα με στολή ταξιθέτριας ήταν σκυμμένη δίπλα του στον καναπέ κι έβαζε μια βρεγμένη χαρτοπετσέτα στο μέτωπό του.
Της πήρα το μαντήλι από τα χέρια και την έδιωξα από το δωμάτιο. Φάνηκε σαν να προσβλήθηκε και κάτι μουρμούρισε, αλλά σηκώθηκε κι έφυγε. Κάθισα στην άκρη του καναπέ και προσπάθησα να σκουπίσω τα αίματα από τις πληγές προσέχοντας να μην ανοίξω εκείνες που είχαν ήδη κλείσει. Τα μάτια του ήταν κλειστά και πρησμένα. Το στόμα του ήταν σκισμένο άσχημα. Τα μαλλιά του είχαν κολλήσει από το ξεραμένο αίμα.

Στεκόταν στην ουρά πίσω από δυο άλλα παιδιά μεγαλύτερά του. Είχαν αρχίσει να κόβουν εισιτήρια από τις 12.30 και η παράσταση άρχιζε στη 1 ακριβώς. Οι πόρτες θα άvoιγαv στις 12:45. Αυτός περίμενε στην ουρά και τα παιδιά που στέκονταν μπροστά του είχαν ένα φορητό ραδιόφωνο και παρακολουθούσαν τον αγώνα που μεταδιδόταν εκείνη την ώρα. Ο Τζέφτη θέλησε να ακούσει κάποια εκπομπή, ένας Θεός ξέρει τι ήθελε ν' ακούσει, τον «Κεντρικό Σταθμό», το «Ας Πούμε Ότι Είναι Έτσι», τη «Γη Των Χαμένων», ένας Θεός μονάχα ξέρει τι ήθελε να ακούσει.
Τους είχε ζητήσει να του δώσουν για λίγο το pαδιόφωνο, μια και έκανε διάλειμμα ο αγώνας τη στιγμή εκείνη και είχε διαφημίσεις ή κάτι τέτοιο, κι αυτά του το έδωσαν, με κάποια κακόβουλη προθυμία ίσως, ώστε να βρουν κατόπιν κάποια δικαιολογία για να τον πειράξουν. Αυτός άλλαξε τον σταθμό... κι ύστερα τα παιδιά δεν μπορούσαν να βρουν εκείνον που είχε τον αγώνα. Είχε κολλήσει στο παρελθόν, σε κάποια εκπομπή ενός σταθμού που δεν υπήρχε για κανέναν άλλον πέρα από τον Τζέφτη.
Τον χτύπησαν άσχημα... όπως όλοι είδαν.
Και μετά το έβαλαν στα πόδια.

Τον είχα αφήσει μόνο του, τον είχα αφήσει να πολεμήσει το παρόν χωρίς επαρκή οπλισμό. Τον είχα προδώσει για να πουλήσω μια Mediterranean 21 ιντσών, και τώρα τον είχαν σπάσει στο ξύλο. Πρόφερε με δυσκολία κάτι που δεν ακούστηκε και μετά κλαψούρισε σιγανά.

«Έλα αγόρι μου, σώπασε, ο Ντόνυ είμαι. Βρίσκομαι εδώ, δίπλα σου. Θα σε πάω σπίτι, όλα είναι εντάξει»
Έπρεπε να τον είχα πάει κατευθείαν στο νοσοκομείο. Δεν ξέρω γιατί δεν το 'κανα. Έπρεπε να το είχα κάνει.

Όταν τον κουβάλησα στα χέρια και μπήκα στο σπίτι, ο Τζον και η Ληόνα Κίνσερ απλώς με κοίταξαν. Ούτε που κουνήθηκαν για να τον πάρουν από την αγκαλιά μου. Το ένα του χέρι κρεμόταν κάτω. Είχε ακόμα τις αισθήσεις του, ελάχιστα όμως. Κοίταζαν προς το μέρος μου, εκεί στο μισοσκόταδο ένα Σάββατο απόγευμα, στο παρόν. Τους κοίταξα. «Κάτι παιδιά τον χτύπησαν στο σινεμά». Σήκωσα τα χέρια μου με το παιδί και πλησίασα κοντά τους. Με κοίταξαν, κοίταξαν και τους δυο μας χωρίς να κάνουν την παραμικρή κίνηση, τα μάτια τους άδεια. «Χριστέ μου», φώναξα, «τον έχουν χτυπήσει! Ο γιος σας είναι! Ούτε να τον αγγίξετε δεν θέλετε; Τι διάολο άνθρωποι είσαστε εσείς;!»
Τότε η Ληόνα πλησίασε αργά προς το μέρος μου. Στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα μπροστά μας. Μια στωικότητα βαριά σαν μολύβι ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, που σου ήταν αβάσταχτη να την βλέπεις. Ήταν σαν να έλεγε, «εγώ έχω βρεθεi άπειρες φορές σ' αυτή τη θέση και δεν τον αντέχω άλλο, όμως βρίσκομαι εδώ τώρα τη στιγμή αυτή.»
Και της τον έδωσα. Ο Θεός να με συγχωρέσει, της τον έδωσα.
Κι αυτή τον πήρε επάνω για να ξεπλύνει το αίμα και τον πόνο του.
Ο Τζον Κίνσερ κι εγώ στεκόμασταν ο καθένας στη θέση του, εκεί στο μισόφωτο του σαλονιού, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Δεν είχε να μου πει τίποτα.

Πέρασα από μπροστά του και σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα. Έτρεμα ολόκληρος.
Από πάνω ακουγόταν ο ήχος του νερού που έτρεχε.
Μου φανηκε ατέλειωτος ο χρόνος μέχρι να δω ξανά τη Ληόνα να κατεβαίνει από πάνω. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και κάθισε στον καναπέ. Ο Τζον πήγε και κάθισε δίπλα της. Από πάνω ακουγόταν τώρα μουσική ροκ.
«Θα ήθελες ένα κομμάτι γλυκό;» ρώτησε η Ληόνα.

Δεν απάντησα. Ακουγα τη μουσική. Μουσική ροκ. Από το ραδιόφωνο.
Υπήρχε μια επιτραπέζια λάμπα στο τραπεζάκι δίπλα από τον καναπέ.
Έριχνε ένα αδύναμο και μάταιο φως μέσα στο σαλόνι.

Ροκ μουσική του σήμερα από ένα ραδιόφωνο του επάνω δωματίου;
Πήγα να πω κάτι, αμέσως μετά όμως κατάλαβα... Αχ Θεέ μου... όχι!»

Πετάχτηκα όρθιος καθώς ένα απαίσιο τρίξιμο σκέπασε τη μουσική κι η φλόγα της λάμπας όλο κι αδυνάτιζε και τρεμόπαιζε. Ούρλιαξα κάτι, δεν ξέρω τι, και όρμησα προς τη σκάλα.
Οι γονείς του Τζέφτη δεν κουνήθηκαν. Έμειναν καθισμένοι με τα χέρια διπλωμένα στη θέση που κάθονταν εδώ και τόσα χρόνια.
Δυο φορές γλίστρησα κι έπεσα καθώς ανέβαινα τη σκάλα.

Η τηλεόραση δεν έχει τίποτα που να τραβάει το ενδιαφέρον μου. Αγόρασα ένα παλιό ραδιόφωνο Philco από τα παλιατζίδικα, από εκείνα που έμοιαζαν με καθεδρικούς ναούς και του άλλαξα όλα τα καμένα εξαρτήματα με άλλα που μπόρεσα να βρω από κάτι παλιά ραδιόφωνα που δούλευαν ακόμα. Δεν χρησιμοποίησα ούτε τρανζίστορ ούτε τυπωμένα κυκλώματα, μονάχα λυχνίες. Έτσι κι αλλιώς δεν θα δούλευαν. Καμιά φορά έμενα ώρες ολόκληρες κολλημένος μπροστά από το καντράν ψάχνοντας όλους τους σταθμούς από τη μια άκρη ως την άλλη γυρίζοντας τόσο αργά τη βελόνα που καμιά φορά νόμιζες πως δεν κουνιόταν καθόλου.

Τον «Κάπταιν Μιντνάιτ» ή τη «Γη των Χαμένων» ή τη «Σκιά» ή το «Ησυχία Παρακαλώ» δεν μπόρεσα ποτέ να τα βρω.
Τελικά αυτή τον αγαπούσε έστω και λίγο μετά από τόσα χρόνια. Δεν μπορώ να τους μισήσω. Ήθελαν επιτέλους να ζήσουν στο παρόν. Δεν είναι και τόσο τρομερό πράγμα αυτό.

Είναι τελικά όμορφος ο κόσμος αν το καλοσκεφτούμε. Είναι πολύ καλύτερος από ό,τι ήταν σε πολλά πράγματα. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πια από τις παλιές αρρώστιες. Πεθαίνουν από τις καινούργιες, αλλά πώς να το κάνουμε, έτσι είναι η Πρόοδος, έτσι δεν είναι;
Έτσι δεν είναι;
Ας μου πει κάποιος.
Ας μου πει σας παρακαλώ κάποιος.