
Carolyn
Janice Cherry
Highliner (1981, ανθολογία Sunfall)
Μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου
Η πόλη στεκόταν ψηλά, μια
μόνο σπείρα που σκόπευε τα σύννεφα, μια κοίλη
καμπύλη από την απλωμένη βάση μέχρι τις μυτερές
κορυφές. Είχε περάσει πολλές φάσεις στη διάρκεια
της μακρόχρονης ιστορίας της. Πόλεμοι είχαν
αρχίσει κι είχαν τελειώσει. Εντελώς
κατεστραμμένη, ξαναχτιζόταν πάνω στα ερείπιά
της, ανεβαίνοντας πεισματικά προς τα πάνω, σαν
αυτή να ήταν η μόνη κατεύθυνση που ήξερε. Πώς είχε
αρχίσει να χτίζεται μ αυτό τον τρόπο κανείς δεν
θυμόταν, μόνο ότι μεγάλωνε, και όταν γέρασε ο
ήλιος, όταν οι μέρες στη Γη είχαν γίνει παράξενες,
μεγάλωσε ως την τρέλα κι έγινε ένα βουνό με
παράθυρα, ένας πύργος, μια σύγχρονη Βαβέλ που
σκόπευε το σκυθρωπό ουρανό. Η επέκτασή της στη
βάση ήταν πελώρια, και κατέρρεε συνέχεια κάτω από
το ίδιο της το βάρος, αλλά το μεγάλωμά της
ξεπερνούσε αυτή την καταστροφή και γινόταν όλο
και πιο φαρδιά και συμπαγής στη βάση και τον
πυρήνα της, με τοίχους και με τρελές κλίσεις για
να απορροφούν τις καταπονήσεις.
Το κλίμα είχε αλλάξει πολλές φορές στη διάρκεια
της ζωής της. Τώρα είχε έρθει ο πάγος που κάλυπτε
την κορυφή της, και ακόμα και τα καλοκαίρια, η
απογευματινή πάχνη πάγωνε την πλευρά που
χτυπούσε ο άνεμος, φθείροντάς την ακόμα
περισσότερο. Παρ όλα αυτά μεγάλωνε, και ήταν
συνέχεια τυλιγμένη με σκαλωσιές στο ένα ή το άλλο
σημείο, ακόμα και στα απώτατα ύψη. Και οι
μικρότεροι πύργοι των προαστίων της
ακολουθούσαν το παράδειγμά της, έτσι που στην
περίμετρό της οι βάσεις τους είχαν ενωθεί με τη
δική της βάση, περίεργοι κοίλοι κώνοι που
σκόπευαν στον ουρανό, ένα κύκλος από σπείρες γύρω
από τη μεγαλύτερη, την ασύλληπτη σπείρα της ίδιας
της Πόλης, σε όλες τις πλευρές της εκτός απ την
πλευρά της θάλασσας.
Το βράδυ η Πόλη και οι μικρότεροι σύντροφοί της
έλαμπαν με τα φωτισμένα τους παράθυρα, ένα θέαμα
που έβλεπαν οι κάτοικοι των γύρω πόλεων-βουνών
από τα πιο ψηλά τους παράθυρα, όταν κοίταζαν με
δέος το μεγαλύτερο και πιο ψηλό κατασκεύασμα
που είχε ποτέ φτιάξει ο άνθρωπος πάνω στη Γη... που
θα μπορούσε ποτέ να φτιαχτεί. Και από τα πολύ
ψηλότερα παράθυρα της ίδιας της πόλης, οι
κάτοικοι μπορούσαν να δουν μια προοπτική που
ζάλιζε τις αισθήσεις, μιας και δέσποζε πάνω από
όλο τον κόσμο. Παρ όλο που τα παράθυρα ήταν
χρωματισμένα και προστατευμένα απέναντι στις
ακτινοβολίες του ήλιου που πέθαινε, οι
αντανακλάσεις από την επιφάνεια της γης και τα
παράθυρα των άλλων κτιρίων φεγγοβολούσαν κι
έλαμπαν με ενοχλητική λαμπρότητα. Και τη νύχτα οι
πόλεις ορθώνονταν σαν διαμαντοστόλιστες σπείρες
από την κορώνα του σύμπαντος, επιβλητικοί όγκοι
που μια μέρα μπορεί να καταποντίζονταν όπως είχε
συμβεί στις βάσεις τους.
Ήταν μόνη της, η πόλη και οι γείτονες που την
περιέβαλαν, πάνω σ ένα έδαφος που είχε γίνει
άγριο ανάμεσά τους. Πάνω σε μια Γη αποκομμένη από
τους νεότερους κατοικημένους κόσμους, με το
γερασμένο και αφερέγγυο ήλιο της.
Ο πύργος ήταν για την ελίτ, τους καλλιτέχνες, τους
αναλυτές, τους διευθυντές και τους κυβερνήτες. Οι
κατασκευαστές και οι χτίστες και οι εργάτες
ζούσαν στην απλόχωρη, λαβυρινθώδη βάση, και
δούλευαν εκεί για το γέμισμα του πυρήνα, ή έξω,
στα λατομεία για την όλο και περισσότερη πέτρα
που ερχόταν από όλο και πιο μακριά. Και μερικοί
δούλευαν στην εξωτερική παρειά, κάνοντας
προσθήκες σ αυτήν. Ήταν ταυτόχρονα πόλη και
βουνό. Κι ακόμα πιο ισχυρή. Είχε περηφάνια, στα
χέρια των εργατών της και στα ιλιγγιώδη της ύψη.
Και οι εναερίτες κουβάλαγαν ένα μεγάλο μέρος αυτής της περηφάνιας, περηφάνιας για τη δουλειά τους και τα εμβλήματά της, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονταν ένα κάπως μικρό ύψος και ένα μοναδικό κουράγιο.
Ο Τζόννυ και η Σάρα Τολφέδερ ήταν τέτοιοι, αδελφός και αδελφή. Και η Πόλλυ Ντιν και ο Σαμ Κέννυ ήταν δυο άλλοι. Έρχονταν από την Ανατολική Πλευρά, από τον 48ο τομέα (αλλά δούλευαν παντού) και όταν βρίσκονταν στον Πυθμένα, στο βασίλειο των Κατασκευαστών, περπατούσαν μ αυτήν τη χαρακτηριστική περηφάνια των ανθρώπων της τάξης τους, που μπορούσαν να κρέμονται από ένα σκοινί στους μεγάλους ψυχρούς ανέμους εκεί Έξω, και να κοιτάζουν από ψηλά τις πόλεις-βουνά, και να χειρίζονται ένα φανάρι και να πετυχαίνουν το στήσιμο των γερανών, που έπρεπε να σηκώνονται με ένα απειροελάχιστο αρχικό δίκτυο από σκοινιά και βαρούλκα, που, μόλις συναρμολογούνταν, σήκωναν κι άλλες σκαλωσιές και πέτρες και ασβέστη. Μπορούσαν να χειρίζονται μεγάλα βάρη μέσα στον άνεμο χάρη στην υπομονή και την ικανότητά τους, αλλά κυρίως, μπορούσαν να αντέξουν τα ύψη και τα άκρα.
Αλλοι μπορεί να τους ακολουθούσαν, στις πλατφόρμες που έστηναν και να έρπουν στις πλατφόρμες αυτές στερεωμένοι με τα σκοινιά τους. Κατασκευαστές πολύ γενναίοι συγκριτικά με τους άλλους, πoυ το περισσότερο που μπορούσαν να αντέξουν ήταν να ανεβούν απλώς πάνω από διακόσια μέτρα και να κοιτάξουν κάτω μέσα από τα εξωτερικά παράθυρα. Αλλά αυτοί που δούλευαν στην ψηλή εξωτερική όψη δεμένοι μόνο με σκοινιά ήταν μια ειδική κάστα, οι λίγοι που μπορούσαν να αντέξουν αυτή την τρομακτική εμπειρία, που μπορούσαν να δουλεύουν ανάμεσα στον ήλιο που πέθαινε και τις μικρότερες πόλεις, που μπορούσαν να περπατήσουν έξω στο κενό και να κρέμονται σαν αράχνες στους άνεμους που σφύριζαν και την παγωμένη πάχνη. Ακόμα σπανιότεροι ήταν αυτοί που είχαν επιπλέον τη γνώση και την ψυχραιμία του μηχανικού. Ήταν οι πρώτες ομάδες σ όλες τις πλευρές, η ελίτ μιας ειδικής τάξης.
Εδώ ήταν ο 48ος.
Είχε εκδοθεί η διαταγή. Η πόλη θα μεγάλωνε προς τα
ανατολικά, προς τον Πύργο της Βασίλισσας. H
δουλειά είχε ξεκινήσει καιρό τώρα, και τα
παράθυρα του Πυθμένα σ αυτή την πλευρά είχαν
σκεπαστεί, γιατί η δουλειά στα ψηλά το απαιτούσε.
Υπήρχε μια ξαφνική ευημερία στον Πυθμένα της
ανατολικής πλευράς, με μαγαζιά που έτρεφαν και
στέγαζαν τους Κατασκευαστές που είχαν
μεταφερθεί εκεί.
«Όπου να /ναι θα αλλάξει», μουρμούρισε
κάποιος ψηλά ιστάμενος, δυσαρεστημένος, γιατί
αυτό σήμαινε ότι οι προνομιακές τους ιδιοκτησίες
θα έχαναν τη θέα τους και τις προσπελάσεις τους,
θα πέρναγαν στον πυρήνα, που τελικά θα γέμιζε, και
τα παράθυρά τους θα τα αφαιρούσαν και θα
μεταφέρονταν με αγάπη και προσοχή στο Εξωτερικό
όσο θα προχωρούσε η κατασκευή. Οι υπολογιστές
κυβερνούσαν και υπαγόρευαν τις διαδικασίες
κόστους-αποτελέσματος. Και οι εναερίτες
εγκαταστάθηκαν εκεί.
Αρχισαν με το περπάτημα των χαμηλότερων
επιπέδων, δουλειά που τους έκανε ανυπόμονους και
την άφηναν ως επί το πλείστον στους
Κατασκευαστές που ήταν αρκετά επιδέξιοι. Τότε
άρχιζε η αληθινή τους δουλειά, το σκαρφάλωμα της
ίδιας της Ανατολικής Πρόσοψης, πάτωμα-πάτωμα, να
κρέμονται έξω στους ανέμους και να ψάχνουν με τα
μάτια τους για κάποιες αδυναμίες στην κατασκευή
ή στις πέτρες που απόκλιναν από τις προβλέψεις
των υπολογιστών. Μικρές ρωγμές ήταν πολλές και
συνηθισμένες. Τις σημείωναν πάνω σε χάρτες και τα
τακτικά συνεργεία θα τις επισκεύαζαν.
Οι εναερίτες δούλευαν όλο και ψηλότερα. Έφταναν
στον Πυθμένα κάθε βράδυ και περισσότεροι, γιατί
τώρα είχαν αρχίσει να στήνονται οι σκαλωσιές,
πολύ μακριά από τον Πυθμένα, και νέα αναψυκτήριά
και ξενοδοχεία είχαν ανοίξει για να τους
βολέψουν στην άπλα της Βάσης.
Υπήρχαν φυσικά και βαθύτερα επίπεδα από αυτά
που έβλεπαν οι εναερίτες. Κι αυτά τα δούλευε μια
ειδική τάξη που έκανε τη δική της δουλειά,
άνθρωποι που εξέταζαν τα θεμέλια που επρόκειτο
να στηρίξουν το καινούργιο βάρος, που
προχωρούσαν έρποντας στα στενά τούνελ που είχαν
ανοιχτεί στην πέτρινη καρδιά της βάσης. Λεγόταν
ότι υπήρχαν ακόμα ποτάμια που κυλούσαν εκεί κάτω,
αλλά πριν από πολύ καιρό η Πόλη τα είχε
περικλείσει, τα είχε βάλει σε κανάλια, είχε
σκάψει μέχρι να βρει το βράχο από κάτω και είχε
ακουμπήσει τη φαρδιά της βάση πάνω σ εκείνα τα
βαθιά βράχια, σκαλωμένη απάνω τους για τις
επόμενες εποχές. Αυτό το μεγάλο βάρος από καιρού
εις καιρόν ράγιζε στα στηρίγματά του, και
πολύτιμοι αγωγοί ηλεκτρισμού και νερού έπρεπε να
στερεώνονται πάνω στις πλευρικές μετατοπίσεις
που γίνονταν λίγα εκατοστά χρόνο με το χρόνο, ή
μερικές φορές και περισσότερο, όταν η γη
διαμαρτυρόταν για το κολοσσιαίο βάρος που έπρεπε
να σηκώνει. Η θάλασσα ήταν εκεί κάτω, στη μια
πλευρά, αλλά αυτές οι άκρες είχαν κλειστεί και
στηριχτεί. Οι νεκροί ήταν εκεί κάτω, η τέφρα όλων
των συνηθισμένων νεκρών, κι όλο και κάποιος
Κατασκευαστής που δεν έχει καταφέρει να βγει έξω
από μια σήραγγα που κατέρρεε... Αλλά οι νεκροί
χρησίμευαν όπως και η άλλη σκόνη, για να γεμίζουν
τις χαραμάδες, κι έτσι ήταν αλήθεια πως οι
ζωντανοί έχτιζαν πάνω στους νεκρούς.
Έτσι μεγάλωνε η Πόλη.
«Αύριο θα ανεβείτε στα ενενήντα μέτρα», είπε o
αρχηγός των εναεριτών, και τα τέσσερα άλλα μέλη
του 48ου Ανατολικού Τομέα, κουρασμένα από την
ημέρα και παγωμένα ως το κόκαλο από την πάχνη και
ανυπόμονα να ξεκινήσουν για τον Πυθμένα και τα
καταγώγιά του, πήραν τις οδηγίες του Τζίνο
Μπράουν και τους χάρτες τους. «Πού ήσουνα, λοιπόν
αφεντικό;» ρώτησε ο Σαμ Κέννυ. Μερικές φορές ο
Τζίνο έβγαινε έξω μαζί τους και άλλες όχι. Και
ήταν μια πολύ κρύα μέρα που σε πάγωνε ως το
κόκαλο, εκεί έξω.
«Ναι», είπε ο Τζόννυ. «Αρχίζει να φυσάει, Τζίνο,
πού στην ευχή ήσουνα;»
«Είχα μια συνάντηση», είπε ο Τζίνο.
Αντικαταστάτης του αφεντικού τους που είχε πάρει
σύνταξη, αυτού του είδους τα αστεία τα
αντιμετώπιζε στυφός και συνοφρυωμένος, όχι με το
κέφι που του φέρονταν. «Ανησυχείς υπερβολικά»,
είπε ο Τζόννυ, που έλυσε τον ιμάντα γύρω από τους
γοφούς του, ο τελευταίος που είχε μπει μέσα,
τρέμοντας και πηδώντας ακόμα για να ζεστάνει
τους μυς του. Αρχισε να βγάζει τη μαύρη
λαστιχένια στολή, κρέμασε τα πράγματά του δίπλα
στων άλλων στο στενό Δωμάτιο Προσπέλασης, με τη
μεγάλη καταπακτή που οδηγούσε Έξω κλεισμένη κι
ασφαλισμένη. Έκαναν ένα ντους εκεί. Η Σάρα και η
Πόλλυ το χρησιμοποίησαν πρώτες. Βγήκαν έξω
δείχνοντας ευτυχέστερες και o Τζόννυ έβγαλε το
τελευταίο από τα ρούχα του, άρπαξε μια πετσέτα
και μπήκε μέσα με τον Σαμ, γκρινιάζοντας για τη
θερμοκρασία στην οποία το είχαν αφήσει οι
γυναίκες, που πάνω στα παγωμένα κορμιά τους
έμοιαζε ζεματιστή. Ο Σαμ κατέβασε τη θερμοκρασία,
και σαπουνίστηκαν και τρίφτηκαν και ξαναβγήκαν,
σκουπίζοντας το σώμα τους.
Οι γυναίκες είχαν ντυθεί κιόλας και περίμεναν.
«Πού πήγε ο Τζίνο τώρα;» ρώτησε ο Σαμ. Οι γυναίκες
ανασήκωσαν τους ώμους τους.
«Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί μαζί του», είπε η
Σάρα. «Νομίζω ότι τον πληγώσαμε».
«Μπα», είπε ο Τζώννυ, κι αυτό ήταν το μόνο που θα
μπορούσε να πει. Πήρε τα ρούχα του και τα φόρεσε.
Το ίδιο έκανε και ο Σαμ, ενώ οι γυναίκες
περίμεναν. Τότε η Σάρα τραγουδώντας «Πάμε κάτω»
έπιασε το μπράτσο του, και με το αριστερό της
έπιασε το μπράτσο του Σαμ, γελώντας. Εκείνος
τράβηξε την Πόλλυ και βγήκαν έξω και διέσχισαν το
χωλ, γελώντας για τη διαολιά τους, εδώ, σ αυτή την
πολυτελή μεριά του πύργου με τα χαλιά και τα
ήσυχα, ακριβά διαμερίσματα των Κατοίκων.
Χρησιμοποίησαν το ασανσέρ υπηρεσίας, που ήταν
δικό τους προνόμιο... Ακόμα καλύτερα γιατί αυτό
σταματούσε σπάνια, κι αυτή τη φορά δε σταμάτησε,
τους εκτόξευσε προς τα κάτω μέχρι που ακούμπησαν
στα τοιχώματά του και χαμογέλασαν ο ένας στον
άλλον με προσμονή.
«Σκουλήκι» πρότεινε η Σάρα, ένα από τα αγαπημένα
τους κέντρα.
«Κολώνα», είπε η Πολλ.
«Πηγαίνετε εκεί που θέλετε. Εμείς θα πάμε στο
άλλο".
Σύμφωνοι, είπε ο Σαμ. Κι αυτό ήταν αρκετό. Ο Σαμ
και η Σάρα είχαν δουλειά. Το ίδιο και εκείνος με
την Πολλ, και το σκεφτόταν από τώρα με μια γλυκιά
θέρμη... Αυτό και το δείπνο, γιατί και τα δύο ήταν
αυτή την ώρα το ίδιο επιθυμητά. Το ασανσέρ
σταμάτησε με το απότομο φρενάρισμά του στο
δεύτερο και η πόρτα άνοιξε, βγάζοντάς τους στο
στενό λαβύρινθο, τους διαδρόμους και τις σκάλες
χωρίς παράθυρα, με το γρανίτη που δάκρυζε νερό
που το έστυβε από τις πέτρες η τεράστια μάζα πάνω
από τα κεφάλια τους.
Και μουσική. Η μουσική έπαιζε εδώ συνεχώς,
αντηχώντας τρελά μέσα στις βαθιές πέτρινες
αίθουσες. Υπήρχε και άλλη μουσική, αγωγοί που
έφταναν από τα ποτάμια και τραγουδούσαν απαλά
όταν τους άγγιζες με το χέρι σου, με τη δύναμη του
νερού να αναβλύζει μέσα τους προς τα πάνω ή προς
τα κάτω. Υπήρχαν αγωγοί ρεύματος, βαμμένοι και
μονωμένοι. Υπήρχαν περιοχές βαμμένες με κίτρινα
σήματα όπως ΚΙΝΔΥΝΟΣ και ΜΗΝ ΕΓΓΙΖΕΤΕ, υπόγεια
μυστήρια που ήταν η δουλειά των Κατασκευαστών
Βάθους, όχι των εναεριτών, ούτε φυσικά των
Κατοίκων με τα απαλά χέρια που έμεναν στα ψηλά
του πύργου που έρχονταν εδώ σε αναζήτηση
συγκινήσεων.
«Θάρθεις μαζί μου;» ρώτησε η Σάρα τον Σαμ, και
έφυγαν μαζί, προς τις σκάλες που οδηγούσαν στον
αμέσως χαμηλότερο όροφο, προς το παλιό Σκουλήκι.
Αλλά ο Τζόννυ αγκάλιασε την Πολλ και ακολούθησε
το διάδρομο που έστριβε μαζί με τους αγωγούς του
νερού, προς τον πυρήνα του δεύτερου πατώματος. Η
κολώνα είχε μια διακόσμηση που θύμιζε πλοίο, με
παλιά κατάρτια και χαραγμένες υπογραφές... Μπήκαν
διασχίζοντας μιαν αψίδα που ξεχώριζε μόνο από τη
δυνατότερη μουσική. Έπρεπε να ξέρεις πού
βρίσκεσαι όταν πήγαινες στο Βάθος, ή να έχεις
έναν οδηγό και να τον πληρώσεις. Και ούτε ένας
Κάτοικος δεν πήγαινε στην Κολώνα, ή στο Σκουλήκι,
μακάρι να τον χρύσωνε τον οδηγό. Βρήκε το
αγαπημένο του τραπέζι. Δίπλα στο μεγάλο
υποστύλωμα που έδινε το όνομά του στο κέντρο,
γύρω από το οποίο ήταν τοποθετημένα τραπεζάκια
σε μια καμπύλη που εξασφάλιζε ιδιωτικότητα, και
μέσα στους χτύπους της μουσικής, ηρεμία και ζέστη
μετά από τα ουρλιαχτά των ανέμων.
Αυτός και η Πολλ παράγγειλαν δείπνο από το παιδί
που σερβίριζε. Ένα μικρό -«μικρό», είπε, μετρώντας
με την παλάμη του χεριού του - ποτήρι μπύρα, γιατί
θα έβγαιναν αύριο πάλι έξω στα σκοινιά και έπρεπε
νάχουν νηφάλια κεφάλια.
Είχαν φυσικά άλλες απολαύσεις στο νου τους, γιατί
υπήρχε στην Κολώνα κάτι περισσότερο από αυτό το
καπνισμένο δωμάτιο με τη μουσική, το φαί και το
πιοτό. Υπήρχαν δωμάτια από κάτω, κάτω από τις
σκάλες, για ανάπαυση του είδους που είχαν ανάγκη.
Τελείωσε το ωραίο του δείπνο, το ίδιο και η Πολλ,
και κάθονταν εκεί ρουφώντας την μπύρα τους και
κοιτώντας ο ένας τον άλλον με την ήσυχη
ανυπομονησία της παλιάς γνωριμίας, αλλά και η
μπύρα ήταν εξίσου καλή, ήταν αυτό που περίμεναν
όλη μέρα, με τον κόσμο να αιωρείται κάτω από τα
πόδια τους και την προσπάθεια να στεγνώνει τους
χυμούς της ζωής μέσα τους. Ήταν αυτό ακριβώς,
παλιοί φίλοι, και μπορούσε να περιμένει να
τελειώσουν το ποτό τους, εκείνη η αργή αγάπη και ο
αργός ύπνος στον Πυθμένα, με όλο το παρήγορο
βάρος της Πόλης στις πλάτες τους, εκεί που ο
κόσμος ήταν στέρεος και ζεστός.
«Τολφέδερ".
Κοίταξε γύρω του, μέσα στη μουσική και τον καπνό.
Κανείς δεν χρησιμοποιούσε το επώνυμό του,
τουλάχιστον κανείς από τους εναερίτες. Αλλά δεν
ήταν γνωστή η φωνή... ένας αδύνατος άντρας με την
μπλε φόρμα των Κατασκευαστών, χωρίς την
ιδιωματική προφορά τους.
«Τολφέδερ, θα θελα να σου μιλήσω. Ιδιαίτερα».
Συνοφρυώθηκε, κοίταξε την Πολλ, που έδειχνε
ανήσυχη, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Αγενής
αυτός ο τύπος».
«Κύριε Τολφέδερ».
Κανείς δεν έλεγε Κύριε στον Πυθμένα. Αυτό
τον έκανε να απορήσει. «Πολλ, σε πειράζει; Αυτός ο
άνθρωπος δεν θα μου φαει πολλή ώρα».
«Θα φύγω», είπε η Πολλ. Υπήρχε μια σκιά στα μάτια
της Πολλ, μια ελάχιστη υπόνοια φόβου θα μπορούσε
να πει, αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος γι αυτό, απ
όσο μπορούσε να ξέρει.
«Δεν χρειάζεται», είπε ο άντρας, πιάνοντας το
χέρι του για να τον σηκώσει όρθιο. «Πρέπει να πάμε
κάπου».
«Όχι». Σηκώθηκε, αλλά δεν προχώρησε, και κοίταξε
τον άντρα στο πρόσωπο. Ελευθέρωσε το μπράτσο του.
«Πας γυρεύοντας για φασαρία. Πώς σε λένε; Για να
δω την ταυτότητά σου».
Ο άντρας έψαξε στην τσέπη του και την έβγαλε έξω. Μάνλεϋ,
έλεγε, Τζόζεφ, και τον προσδιόριζε σαν
Κατασκευαστή της Ανατολής Πρόσοψης, κι αυτό ήταν
ψέμα, με τέτοια προφορά. Αριθμός εταιρείας 687.
Ιδιωτικός υπάλληλος.
Ώστε κρυβόταν χρήμα πίσω απ όλα αυτά, χρήμα που
μπορούσε να προμηθεύει πλαστές ταυτότητες.
Κοίταξε να πάρει τη γνώμη της Πολλ, αλλά είχε
φύγει αθόρυβα και ήταν μόνος μ' αυτό τον άνθρωπο. .
«Θα μουν τρελός να φύγω από εδώ μέσα μαζί σου.
Κάτσε κάτω και μίλα λογικά, αλλιώς θα πω δυο
κουβέντες στην Ασφάλεια, και δεν νομίζω ότι θα
σου άρεσε αυτό, ή κάνω λάθος;»
Ο Μάνλεϋ έκατσε κάτω και άπλωσε το χέρι του για
την κάρτα. Ο Τζόννυ του την έδωσε. «Ποιος είσαι
λοιπόν;» τον προκάλεσε ο Τζόννυ.
Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν κανείς κοντά τους. H
τεράστια κολώνα έκοβε τη θέα και την ακουστική
των άλλων, και το παιδί που σερβίριζε είχε πάει
στην κουζίνα ή πίσω από τον πάγκο.
«Είσαι ..από τον 48ο Ανατολικό», είπε ο Μάνλεϋ, «και
αυτό το πρόγραμμα στο οποίο δουλεύεις... ξέρεις
πόσα λεφτά ξοδεύει. Θέλεις να μείνεις στον αέρα
όλη σου τη ζωή, Τολφέδερ, ή σκέφτεσαι τα
γηρατειά;»
«Δεν με νοιάζει ο αέρας», είπε. «Αυτή είναι η
δουλειά μου».
«Αξίζει τον κόπο νάρθεις μαζί μου. Όχι μακριά.
Χωρίς κόλπα. Υπάρχει ένας φίλος σου που θα
επιβεβαιώσει αυτά που λεω. Θα τον εμπιστευτείς».
«Ποιος φίλος;»
«Ο Τζίνο Μπράουν».
Αυτό τον ενόχλησε. Ο Τζίνο. Ο Τζίνο ήταν
ανακατεμένος με κάτι που χρειαζόταν τόση
μυστικότητα. Ο Τζίνο είχε οικονομικά προβλήματα.
Χαρτόπαιζε. Αυτό πάλι ήταν κάτι άλλο. «Έχω
μάρτυρα, θυμάσαι; Η συνάδελφός μου θα μάθει ποιος
είσαι, μπας και σου κατέβουν τίποτε περίεργες
ιδέες».
«Α, μα με ξέρει, κύριε Τολφέδερ».
Αυτό κλόνισε την αυτοπεποίθησή του ακόμα
περισσότερο, γιατί ήξερε την Πολλ όλη του τη ζωή,
και η Πολλ ήταν ειλικρινής.
Και φοβισμένη.
«Σύμφωνοι. Ας πάμε εκείνο τον περίπατο».
«Ωραία», είπε ο Μάνλεϋ, και σηκώθηκε όρθιος. Ο
Τζόννυ σηκώθηκε και αυτός και περπάτησε μαζί του
ως την πόρτα, αλλά σταμάτησε τον νεαρό σερβιτόρο
πριν βγει έξω. «Τόμμυ, παιδί μου, φεύγω με τον
κύριο Μάνλεϋ από δω». Πήρε το μπλοκ των
παραγγελιών από την τσέπη του παιδιού και
σημείωσε το όνομα και τον αριθμό της εταιρείας,
που ήταν μάλλον ψεύτικα. «Και κάνε μου το
λογαριασμό και υπολόγισε μέσα και το φιλοδώρημά
σου και να θυμάσαι με ποιον έφυγα, σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι", είπε το παιδί. Από καταγωγή
Κατασκευαστής, ο Τόμμυ Πρατ ήταν όμως κοντός και
φιλάσθενος και θλιβερά χλωμός. «Έχεις κανένα
μπλέξιμο, Τζόννυ;»
«Απλώς θυμήσου το όνομα και πες το στους
εναερίτες αν δεν γυρίσω πριν από το πρωί. Αλλιώς
ξέχνα το».
«Μάλιστα, κύριε».
Ο Μάνλεϋ ήταν δυσαρεστημένος. Ο Τζόννυ του
έστειλε ένα σφιγμένο, σκληρό χαμόγελο και πήγε
μαζί του, έξω στους στριφογυριστούς διαδρόμους
που ο άντρας ήθελε να τον οδηγήσει. Στην
πραγματικότητα ήταν η περιέργεια και τα νεύρα
του που τον οδήγησαν στον Μάνλεϋ, ένα άσχημο
είδος περιέργειας. Δεν ήταν Κάτοικος για να
λυγίζουν τα γόνατά του στη θέα των εναέριων
γραμμών, αλλά αυτό είχε κάτι να κάνει με αυτούς
που έβγαιναν έξω μαζί του, και μ αυτά που είχαν
στο μυαλό τους, κι αυτό ήθελε να μάθει.
Κατέβηκαν αρκετά βαθύτερα, με μια σειρά από
στροφές και σκάλες που ανεβοκατέβαιναν, στα όρια
της περιοχής που ήξερε ότι είναι ο Πυθμένας. Και
νευρίαζε γιατί κόντευε να χαθεί.
Αλλά ο Τζίνο ήταν εκεί, στο τραπέζι δίπλα στην
πόρτα, σηκώθηκε για να τον συναντήσει, αλλά δεν
τον έφερε πίσω στο τραπέζι. Περπάτησε μαζί του με
το χέρι στον ώμο του, πίσω σε ένα από εκείνα τα
δωμάτια που υπήρχαν στα περισσότερα κέντρα, όπου
η δυνατή μουσική και η λαβυρινθώδης προσπέλαση
χάριζαν ιδιωτικότητα για οποιαδήποτε χρήση.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Τζόννυ, μην πιστεύοντας
σε κανέναν πια. Αλλά ο Τζίνο τούδειξε μια καρέκλα
για να καθίσει στο στρογγυλό τραπέζι που ήταν στη
μέση του δωματίου που μάλλον προοριζόταν για
χαρτοπαιξία - ο Τζίνο πάντα ήξερε τέτοια μέρη. Ο
Μάνλεϋ είχε κάτσει κάτω λες και ήταν στο σπίτι
του, και κοίταξε τους δυο άλλους την ώρα που
κάθονταν. «Θα σας πω περί τίνος πρόκειται», είπε ο
Μάνλεϋ. «Υπάρχει μια ρωγμή στον 90ό όροφο της
Ανατολικής Πρόσοψης, καταλαβαίνετε;"
«Δεν υπάρχει καμιά ρωγμή».
«Και μεγάλη μάλιστα», είπε ο Μάνλεϋ. «Θα
καθυστερήσει το όλο πρόγραμμα ως ένα βαθμό».
«Θα παραλείψει κάποιες σημαντικές ιδιοκτησίες»,
είπε ο Τζίνο, «ό,τι και νάχουν σχεδιάσει οι
υπολογιστές. Εμείς είμαστε που βγαίνουμε εκεί
έξω. Όχι οι υπολογιστές. Εμείς έχουμε την
τελευταία κουβέντα».
Κοίταξε τον Τζίνο, πιάνοντας τη γενική ιδέα που
δεν του άρεσε καθόλου.
«Κύριε Τολφέδερ», είπε ο Μάνλεϋ. «Πολλές
ιδιοκτησίες εξαρτώνται από αυτό. Πολλά λεφτά. Και
μοιράζονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Βλέπετε,
υπάρχει μια εταιρεία που χρειάζεται κάποια
βοήθεια. Θα ζημιωθεί άσχημα από τα πράγματα όπως
πηγαίνουν τώρα. Και ίσως κάποιες άλλες εταιρείες
έχουν συμφέροντα με τους χειριστές των
υπολογιστών, ε; Μπορεί αυτό απλώς να ισορροπεί
την κατάσταση. Το καταλαβαίνεις αυτό»
«Ποια εταιρεία; Αυτή η ΑΤΕΛΚΟΡΠ που έκανε όλη τη
φασαρία;»
«Δεν είναι ανάγκη να ξέρετε ονόματα, κύριε
Τολφέδερ. Απλώς συνεργαστείτε με την υπόλοιπη
ομάδα σας. Είναι όλοι μέσα. Όλοι. Και το μόνο που
χρειαζόμαστε είναι η συνεργάσιμη σιωπή σας».
«Σίγουρα, και μπορεί να λέτε ακριβώς τα ίδια και
στους άλλους, ότι εγώ έχω συμφωνήσει».
Ο Μάνλεϋ συνοφρυώθηκε. «Είσαι ο τελευταίος που
έχει μείνει Τολφέδερ, εσύ και η αδελφή σου. Εσείς
οι δυο είσαστε το σημείο που κολλήσαμε, ξέραμε
ότι Θα συναντούσαμε δυσκολίες για να σας
πείσουμε. Αλλά είναι ομαδική δουλειά. Το
καταλαβαίνεις αυτό. Δεν Θέλεις φυσικά να
στερήσεις τους τρεις συνεταίρους σου από την
ευγνωμοσύνη της εταιρείας. Σκέψου τα γεράματά
σου, Τολφέδερ. Σκέψου πώς είναι όταν πάψεις να
είσαι νέος, αλλά είσαι ακόμα υποχρεωμένος να
βγαίνεις εκεί έξω. Και η ευγνωμοσύνη της
εταιρείας - μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό».
«Λεφτά», είπε ο Τζίνο. «Αρκετά για να φτιαχτούμε.
Επιρροή. Φτιαχτήκαμε, Τζόννυ, το καταλαβαίνεις
αυτό; Δεν είναι παράνομο. Μόνο αυτό που είπε, να
εξισορροπήσουμε την επιρροή που έχουν οι άλλοι
στους χειριστές των υπολογιστών. Έτσι και οι δυο
πλευρές Θα είναι πουλημένες. Αυτό πάει ψηλά,
Τζόννυ. Το Συμβούλιο, οι εταιρείες που
διευθύνει... είναι μεγάλο κόλπο».
«Κύριε Μπράουν», είπε ο Μάνλεϋ προσεκτικά. «Ο
Τζόννυ είναι λογικός. Πρέπει όμως να του
εξηγήσουμε».
«Νομίζω ότι καταλαβαίνω», είπε ο Τζόννυ με
επίπεδη φωνή.
«Έχε εμπιστοσύνη στην εταιρεία», είπε ο Μάνλεϋ.
«Κάποιος μιλάει στην αδελφή σου αυτή τη στιγμή».
Τον κυρίευσε πανικός. Έκατσε πίσω στην καρέκλα
του. Έβγαινε έξω στα σκοινιά μ αυτούς τους
ανθρώπους. Ήταν αναγκασμένος. Αυτή ήταν όλη του η
ζωή. «Η Σάρα θα το κάνει αν συμφωνήσω εγώ. Ποιος το
χρηματοδοτεί αυτό; Ποια εταιρεία; Αν μπούμε στο
κόλπο, νομίζω ότι θάπρεπε να ξέρουμε».
«Ξέχνα το αυτό».
«Σκάσε και συμφώνησε», είπε ο Τζίνο. «Δέξου και
τους όρους. Εγώ κάνω το κόλπο. Εσύ απλώς κρατάς το
στόμα σου κλειστό και κοιτάς τη δουλειά σου».
«Εντάξει», είπε. «Εντάξει. Δεν έχω κανένα
πρόβλημα». Απομάκρυνε την καρέκλα του από το
τραπέζι. «Καλύτερα να γυρίσω πίσω, αν δεν σας
πειράζει: Αφησα ορισμένες οδηγίες για την
περίπτωση που δεν θα γύρναγα γρήγορα».
Ο Τζίνο συνοφρυώθηκε και του έκανε νόημα να
φύγει. Συμμαζεύτηκε, και βγήκε διασχίζοντας την
κυρίως αίθουσα και τους διαδρόμους με μια γεύση
μολυβιού που μεγάλωνε διαρκώς στο στομάχι του.
Το πρόσωπο του Τόμμυ φωτίστηκε με ανακούφιση
μόλις τον είδε. Χτύπησε το παιδί στην πλάτη. «H
Πολλ;» ρώτησε, και ο Τόμμυ ανοιγόκλεισε τα μάτια
του και κοίταξε ένα γύρο.
«Νομίζω ότι έφυγε», είπε ο Τόμμυ.
Έψαξε και αυτός. Δεν ήταν στο δωμάτιο που είχαν
νοικιάσει. Ούτε στον επάνω όροφο. Έφυγε
συνοφρυωμένος, ψάχνοντας για τη Σάρα, κάτω στο
Σκουλήκι.
Κι αυτή είχε φύγει. Το ίδιο και ο Σαμ Κέννυ.
Έκατσε κάτω, παράγγειλε ένα ποτό για να πιάσει
ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα στο Σκουλήκι, ένα
κέντρο το ίδιο σκοτεινό και θορυβώδες και γεμάτο
καπνούς με την Κολώνα, αλλά μικρότερο και πιο
παλιό. Και έκανε μερικές ερωτήσεις, όχι πάρα
πολλές, όχι τόσες ώστε να ξυπνήσει η περιέργεια
είτε στους εναερίτες που ήταν εκεί είτε στο
προσωπικό. Το ποτό εξαφανίστηκε σιγά-σιγά. Έκατσε
με μια άρρωστη αίσθηση στο στομάχι του και
παράγγειλε άλλο ένα.
Τελικά εκείνη μπήκε. Κρατήθηκε για να μην
πεταχτεί επάνω, έκατσε ψύχραιμος και σιωπηλός
ενώ η Σάρα τον εντόπισε και τον πλησίασε με ένα
ανήσυχο ύφος που πρόδινε που είχε πάει. Τράβηξε
μια καρέκλα και έκατσε.
«Ξέρω», της είπε. «Ήρθαν σε σένα και στον Σαμ; »
«Τι θα κάνουμε, Τζόννυ;»
«Τι τους είπες ότι θα κάναμε;»
«Τους είπα ότι θα το σκεφτούμε».
«Τους είπα ότι είμαστε μέσα», είπε. «Τι νομίζεις
ότι είμαστε, Σάρα;»
Οι ώμοι της έπεσαν. Έκατσε κάτω και έδειχνε
σκυθρωπή. Ήρθε το ποτό του και το σπρωξε προς το
μέρος της, παράγγειλε και ένα για τον εαυτό του.
«Δεν νομίζω", Είπε εκείνη όταν έμειναν μόνοι.
«Δεν νομίζω πως μας εμπιστεύονται, Τζόννυ, ό,τι
και να υπόσχονται».
Το σκέφτηκε αυτό, και τον τρόμαξε, γιατί
συμφωνούσε με τις δικές του σκέψεις. «Θα μπούμε
και εμείς. Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε.
Αν το καταγγείλουμε... Δεν ξέρουμε τι θα βγαζε στη
φόρα, πόσο ψηλά θα φτανε. 'Η τι εχθρούς θα
κάναμε".
Αυτή συμφώνησε μ ένα νεύμα.
Έκλεισαν δωμάτια στο Σκουλήκι. Πήρε μια μπουκάλα
μαζί του, και η Σάρα το ίδιο, και κοιμήθηκε
επιτέλους. Ο Σαμ δεν ξαναγύρισε, απ όσο ήξερε.
Αργά το πρωί, αυτός και η Σάρα πήγαν μαζί προς το
ασανσέρ υπηρεσίας και μπήκαν μέσα μαζί με άλλους
δύο εναερίτες που δεν ανήκαν στην ομάδα τους που
ανέβαιναν μέχρι το δέκατο. Δεν μίλησαν καθόλου.
Οι άλλοι εναερίτες βγήκαν, και δεν είπαν τίποτε ο
ένας στον άλλον σ όλη τη μεγάλη διαδρομή μέχρι το
ενενηκοστό.
Βγήκαν στο διάδρομο με τη μοκέτα που οδηγούσε
στον προθάλαμο. Ήταν οι πρώτοι που έφτασαν.
Γδύθηκαν και φόρεσαν τις στολές, και περίμεναν με
τις κουκούλες ριγμένες πίσω και χωρίς να φοράνε
γάντια. Ο Σαμ εμφανίστηκε, και η Πολλ, και δεν τους
κοίταζαν στα μάτια. Υπήρχε δηλητήριο στην
ατμόσφαιρα. Ποτέ δεν είχε ξαναγίνει αυτό.
Καβγάδες ναι, αυτό όχι. Ο Τζίνο εμφανίστηκε, με το
ντοσιέ στα χέρια; και η σιωπή εξακολουθούσε.
«Πηγαίνετε στο διάολο», είπε ο Τζίνο. «Σηκώστε τα
μάτια σας, ζωντανέψτε. Βγάλτε το απ' το μυαλό σας.
Ποιος μίλαγε;»
Ο Τζόννυ κούνησε το κεφάλι του. Ο Τζίνο κοίταξε
τον ένα μετά τον άλλον. «Τι τρέχει; » ρώτησε ο
Τζόννυ. «Τζίνο, καλύτερα να το ξεκαθαρίσουμε αυτό
το πράγμα. Μήπως δεν θάπρεπε να βγούμε έξω
σήμερα;»
«Ερωτήσεις, αυτό είναι όλο». Ο Τζίνο πήρε τη στολή
του και τη λουρίδα από την κρεμάστρα και άρχισε
να γδύνεται σαν τους υπόλοιπους.«Ξαναγύρισε o
τύπος, καταλαβαίνετε; Με σταματούσε, ρώταγε...
ρώταγε αν υπάρχει περίπτωση κάποιος από την
ομάδα μας να το ξανασκεφτεί το πράγμα....μήπως
μίλησε κανείς σας;»
Ένας-ένας κούνησαν το κεφάλι τους αρνητικά.
«Εντάξει τότε». Ο Τζίνο μπήκε στη στολή του,
τράβηξε το φερμουάρ και οι υπόλοιποι άρχισαν να
φοράνε τις κουκούλες και τις μάσκες. «Εντάξει,
είπε ο Τζίνο. Έδεσε τη λουρίδα γύρω από το στήθος
του και γύρω από τους μηρούς του, πήρε το ντοσιέ
και το κρέμασε από τη ζώνη του. «Πάντως, άρχισε.
Έχω τα νούμερα. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε
είναι να επεξεργαζόμαστε αυτά τα στοιχεία. Και
έχουν υπολογιστεί όλα. Μου είπαν τον τρόπο που θα
τα περάσουμε μέσα. Τόσο δύσκολο είναι;»
Πάλι κούνησαν το κεφάλι τους. Υπήρχε μια πικρή
γεύση στο στόμα του Τζόννυ. Έβαλε κι αυτός τη
λουρίδα του, την τράβηξε, την κρέμασε, έλεγξε την
πολύτιμη γραμμή που ήταν τυλιγμένη στη θήκη της,
για να είναι σίγουρος ότι ξετυλιγόταν στρωτά και
ότι το φρένο κρατούσε όπως έπρεπε.
«Κουνηθείτε λοιπόν», είπε ο Τζίνο. «Εμπρός, ας
βγούμε έξω».
Κουνήθηκαν. Ο Σαμ άνοιξε την μπουκαπόρτα, ένα
στρογγυλό άνοιγμα. Ο άνεμος μπήκε μέσα ορμητικά,
όχι όμως όπως θάκανε αν ήταν ανοιχτή και η πίσω
πόρτα. Η Πολλ έβρισε και δίστασε λίγο, με
νευρικότητα. Πάντα ήταν έτσι, όταν έβγαιναν έξω. Ο
Σαμ πήγαινε πρώτος, κρεμούσε την πρώτη γραμμή
στην μπουκαπόρτα, και χανόταν από τα μάτια τους,
έσκυβε στον άνεμο, κοιτώντας προς τα έξω για ένα
λεπτό και ύστερα γυρνώντας με το πρόσωπο προς το
κτίριο. Η Σάρα ξεκινούσε δεύτερη, μόλις
ελευθερωνόταν το άνοιγμα.
Σειρά του. Αγκιστρώθηκε, κοίταξε έξω στο
λυσσασμένο αέρα, τη θέα που οι Κάτοικοι ποτέ δεν
έβλεπαν γυμνή. Κατέβασε τη χρωματισμένη του
μάσκα, και η λάμψη του ήλιου απομακρύνθηκε στο
μακρινό ορίζοντα. Πάτησε στο γείσο, τινάχτηκε για
να βεβαιωθεί πως το φρένο κρατούσε τη γραμμή του
πριν της εμπιστευτεί το βάρος του. Αυτό ήταν κάτι
στο οποίο δεν θα μπορούσαν ποτέ να συμμετέχουν οι
κάτοικοι των ισογείων, αυτή η πρώτη γεμάτη
εμπιστοσύνη κίνηση με την οποία κρεμάστηκε έξω
με όλη την εκθαμβωτική καμπύλη της πόλης στα
πόδια του, τα παράθυρα και τα γείσα... τα
προστατευμένα γείσα πιο κάτω, όσο εντεινόταν η
καμπύλη, και τελικά τα σκέτα υαλότουβλα, χοντρά
και συμπαγή, τα παράθυρα του Πυθμένα, που ήταν
φεγγίτες, χοντροί γιατί υπήρχε πάντα η
πιθανότητα να τους σπάσει κάτι πέφτοντας επάνω
τους... ο χειμωνιάτικος πάγος, που μαζευόταν και
έσπαζε σαν δόρατα που ζύγιζαν εκατοντάδες κιλά. Η
το σώμα κάποιου εναερίτη που έπεφτε, όπως είχε
συχνά συμβεί. Η κάτι που έπεφτε από κάποιον
εναερίτη, που ήταν αρκετό για να τον στείλει στον
Πυθμένα για κανένα μήνα: Ακόμα και μια βίδα όταν
πέφτει από τέτοιο ύψος γίνεται θανατηφόρος
πύραυλος.
Ενενήντα ορόφους κάτω.
Οι μονωμένες στολές μόλις που προστάτευαν από το
κρύο. Οι μάσκες προστάτευαν καλύτερα, αλλιώς η
παγωνιά του αέρα θα πάγωνε τα μάτια τους και θα
τους στερούσε την ανάσα. Κάθε πόντος του σώματός
τους ήταν σκεπασμένος. Ένωσε την γραμμή του σε
μιαν άλλη αγκράφα και την άφησε να χαλαρώσει,
διαγράφοντας ενώ έπεφτε μια φαρδιά καμπύλη που
έκανε τις πέτρες να περνούν δίπλα του σαν τρελές,
άρπαξε το πιο βολικό γείσο με μια εξασκημένη
μανούβρα που περιφρονούσε τον τρόπο που οι
αρχάριοι κατέβαιναν κατευθείαν και
ξανασκαρφάλωναν κοπιαστικά προς τα πάνω. Είχε τη
γραμμή ανόδου του από πάνω του τώρα, το νούμερο
δέκα. Η Σάρα είχε το έντεκα. Ο Σαμ το δώδεκα. Η
Πολλ, που ερχόταν μετά από αυτόν, είχε το εννέα. Ο
Τζίνο είχε το οκτώ, κοντά στην μπουκαπόρτα.
Σκαρφάλωναν και σημείωναν και έψαχναν για
ρωγμές, αληθινές, όπως ήταν η δουλειά τους. Και θα
ορκίζονταν για ένα ψέμα. Προσπάθησε να μην το
σκέφτεται αυτό. Είχαν ακόμα μια δουλειά να
κάνουν, τη ρουτίνα που φρόντιζε για την επισκευή
του κτιρίου. Και εδώ έξω τουλάχιστον, ο αέρας ήταν
καθαρός και τα μυαλά τους είχαν μια σταθερή
δουλειά που απαιτούσε όλη τους την προσοχή - η μια
μικρή κίνηση μετά την άλλη, τα μάτια ευθεία
μπροστά και τα μυαλά τους σε εγρήγορση.
Έλεγχαν και σκαρφάλωναν, σταθερή δουλειά τώρα,
τα πόδια γαντζώνονταν, οι πλάτες ακουμπούσαν στο
χαλινάρι. Είχαν βγει έξω αφού είχε βγει για τα
καλά ο ήλιος. Σταματούσαν συχνά για να
ξεκουράζονται. Αισθάνθηκε τη ζέστη της μέρας να
μεγαλώνει στην πλάτη του, ένιωσε τον ιδρώτα να
κυλάει στα πλευρά του. Τουλάχιστον ο πάγος είχε
λιώσει. Δεν υπήρχε πια αυτό που έκανε τα πόδια να
γλιστράνε και τη γραμμή να γλιστράει με κάτι
απότομα φρεναρίσματα που μπορούσαν να
σταματήσουν ακόμα και την καρδιά ενός εναερίτη. Η
μάσκα του κρατούσε τον αέρα ζεστό και ξεθόλωνε
αυτόματα, μια ανάσα που αυτοί που πέρναγαν την
ζωή τους μέσα στην Πόλη ποτέ δεν είχαν νιώσει,
κοφτή και κρύα και καθαρή. Καθώς η μέρα πλησίαζε
προς το απόγευμα, έφτασε κοντά στα παράθυρα.
Μπορούσε να δει την τερατώδη του αντανάκλαση στο
χρωματιστό γυαλί που προσπερνούσε, σαν μια μαύρη
αράχνη με λευκό, αντανακλαστικό πρόσωπο. Και
θαμπά, πολύ θαμπά, το εσωτερικό των γραφείων της
ΑΤΕΛΚΟΡΠ. Αναγνώρισε το λογότυπο.
Τώρα πια δεν τους χώνευε. Αλλά μια γυναίκα που
καθόταν στο πιο κοντινό προς το τζάμι γραφείο τον
κοίταξε με λαμπερά αθώα μάτια. Του χαμογέλασε.
Χαμογέλασε κι αυτός χωρίς αποτέλεσμα πίσω από τη
μάσκα του - ελευθέρωσε το ένα του χέρι και
χαιρέτησε, και κοίταξε την αντίδρασή της, που
έμοιαζε σαν ξάφνιασμα. Χαμογέλασε, την
εγκατέλειψε και, επαγγελματικά, έψαξε για το
επόμενο στήριγμα και απομακρύνθηκε, έρποντας σαν
αράχνη στον κλειστό τοίχο. Αλλά η γυναίκα του
έλεγε κάτι. Της έκανε νόημα με το χέρι του και
εκείνη το ξαναείπε. Διάβασε τα χείλη της, όπως
όλοι οι εναερίτες, που είναι o συνηθισμένοι στους
δυνατούς ανέμους, που ακριβώς χρησιμοποιούσαν
και τα νοήματα με τα χέρια. Έκανε πως γελάει,
χτυπώντας την κοιλιά του με το χέρι του. Το
πρόσωπό της που μόλις διακρινόταν έδειξε κάποιο
ξάφνιασμα. Έπειτα γέλασε κι αυτή. H πρόσκληση ήταν
κάπως χυδαία.
Ξανακατέβηκε λίγο, έκανε πως γράφει με το χέρι,
προκαλώντας την να του δώσει το τηλέφωνό της.
Εκείνη γέλασε και κούνησε το κεφάλι, και εκείνος
το πήρε απόφαση πως ήταν ώρα να φεύγει.
Είχε μείνει πίσω. Η Πολλ και ο Σαμ και η Σάρα ήταν
μπροστά, δύο πατώματα πιο πάνω, ο Τζίνο ακόμα πιο
ψηλά. Βιάστηκε λίγο στο γυμνό τοίχο, σαν αυτούς,
εκεί που δεν υπήρχαν παράθυρα ώστε να πρέπει να
προσέχεις, σκαρφάλωνε και στερεωνόταν,
προσάρμοζε το πόδι του, σκαρφάλωνε και
στερεωνόταν, ποτέ πολύ χαλαρά. Έφτασαν το γείσο
του εκατοστού και σταμάτησαν για μιαν ανάσα,
κοίταξαν τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί στην
ανατολή, πίσω από το δαχτυλίδι των άλλων πύργων.
«Πρέπει να γυρίσουμε γρήγορα», είπε ο Σαμ.
«Πρέπει να ξεκινήσουμε», είπε ο Τζίνο. «Διασχίστε
πέντε, δουλέψτε προς τα κάτω, γυρίστε στην
μπουκαπόρτα του ενενηκοστού».
Συμφώνησαν. Αυτό ήθελαν όλοι, να μην αργήσουν να
μπουν. Μαζευόταν πάγος.
Και μόλις ξεμούδιασαν τις πλάτες και τους ώμους
και τα πόδια τους, στηρίχτηκαν στο γείσο, με τον
εύκολο τρόπο, και άρχισαν να κυλούν στο νέο τους
οδηγό, μια επιφάνεια χωρίς ανοίγματα που έφευγε
εύκολα. Ο Τζόννυ έσκυψε και αναπήδησε καθώς
χτύπησε στον τοίχο, και άρχισε να δουλεύει προς
τα κάτω με ενθουσιασμό. Γρήγορα του 'φυγε. Οι
μυώνες του είχαν κουραστεί. Κοίταξε προς τα πάνω,
όπου ο Σαμ και η Σάρα έδειχναν απασχολημένοι με
κάτι χάρτες. Μπορεί να είχαν βρει κάτι, ή έκαναν
μια από τις μικροεπισκευές που μπορούσαν να
κάνουν επιτόπου.
Ήταν μια καλή διαδρομή προς τα πάνω. Οι
υπολογιστές είχαν δίκιο, ήταν η καλύτερη πλευρά.
Κοίταξε κάτω ανάμεσα στα πόδια του στο θολό
Πυθμένα, όπου η προετοιμασία της θεμελίωσης είχε
κιόλας γίνει με τόση φροντίδα, και προοπάθησε να
μην αφήσει το μυαλό του να κολλήσει στο ψέμα.
Πλησίαζε η ώρα που θάπρεπε να μπουν μέσα έτσι κι
αλλιώς, και ο αέρας έτσουζε, οι σκιές άλλαζαν
κατεύθυνση και έκαναν τον πύργο να μοιάζει
απειλητικός αν κοιτούσες προς τα κάτω, μια
ιλιγγιώδης προοπτική ακόμα και για κάποιον που
την είχε συνηθίσει.
Ο άνεμος χτυπούσε. Αισθάνθηκε το κρύο και το
αναβατόριο τον μετέφερε σχεδόν χωρίς να
ακουμπάνε τα πόδια του.
Ξαφνικά κάτι σκούρο έπεσε δίπλα του. Έσκυψε και
ακούμπησε στην πέτρα ενστικτωδώς. Κάτι έπεσε
κάτι μεγάλο. Ήταν... Κοίταξε επάνω μέσα στη σκιά,
τυφλώθηκε από το λαμπερό ουρανό, είδε το κανάλι
μετά από αυτόν άδειο. Το κανάλι της Σάρα, μια
σπασμένη γραμμή που κουνιόταν.
Τινάχτηκε προς τα έξω με τα πόδια του, κοίταξε προς τα κάτω, αλλά εκείνη είχε πέσει πολύ κάτω τώρα, είχε ολοκληρώσει τη μακριά αργή πτώση.
Σάρα
Τότε τον χτύπησε, η θλίψη, η απώλεια. Κρεμόταν εκεί από το χαλινάρι. Τώρα και η υπόλοιπη ομάδα είχε σταματήσει, παγωμένοι όλοι στις θέσεις τους. Εμεινε ακίνητος, στη σιωπή του ανέμου, και η ζώνη τον έκοβε στην πλάτη και τους γοφούς, και τα πόδια του ήταν μουδιασμένα και δεμένα.
Τα χέρια του κρατούσαν τη γραμμή του. Χάιδεψε τη δέστρα που τον χώριζε από ένα τέτοιο πέσιμο, και αντιλήφθηκε μια σκιά, κάτι που διέσχιζε τον αέρα προς το μέρος του.
Η Πολλ. Κρεμόταν εκεί,
στην άκρη της γραμμής της, ακούμπησε τον ώμο του,
τον ταρακούνησε και έδειξε επάνω και πέρα. Φώναζε
στον αέρα και στη σιωπή της μάσκας. Μπουκαπόρτα,
διάβασε τα χείλη της. Πήγαινε στην μπουκαπόρτα.
Αρχισε την αυτόματη σειρά κινήσεων που ήταν τόσο
εύκολη, τόσο χωρίς σκέψη, γιατί ο εξοπλισμός
κρατούσε, αλλά της Σάρας δεν είχε κρατήσει. Η Σάρα
ήταν εκεί κάτω, σάρκα και αίμα του σκορπισμένη
πάνω στους προστατευμένους φεγγίτες στη μακριά,
μαλακή καμπύλη του βουνού.
Αρχισε να τρέμει. Κρεμόταν εκεί ακουμπισμένος
στη λεία πέτρα, έξω στον άνεμο, και τα πόδια του
άρχισαν να τρέμουν τόσο που δεν μπορούσε να κάνει
το επόμενο βήμα, και τα χέρια του ήταν τόσο
παγωμένα που δεν μπορούσε να πιάσει το επόμενο
στήριγμα, δεν μπορούσε να κάνει τον ελιγμό μέχρι
την επόμενη προεξοχή και κρεμόταν από πάνω της.
Αλλος ένας πέρασε. Ο Σαμ, και η Πολλ. Τους
αισθάνθηκε πιο πολύ παρά τους είδε, σώματα που
πέρασαν δίπλα του αστραπιαία, δεμένα στις
γραμμές τους, και αυτός κρεμόταν εκεί, σφίγγοντας
τα χέρια του, ζαρωμένος, τρέμοντας καθώς ένας
τρίτος πέρασε δίπλα του από πίσω, σαν αράχνη.
Τον πλησίαζαν. Ήξερε τι έκαναν και τι θά 'πρεπε να κάνει, αλλά ήταν παγωμένος και χτύπαγαν τα δόντια του. Το κρύο τον είχε περονιάσει, και σφιγγόταν απελπισμένα στον τοίχο, προσπαθώντας να μη βλέπει τίποτε άλλο, όταν τους αισθάνθηκε να γαντζώνονται σ' αυτόν, να χαλαρώνουν τη γραμμή του.
Ούρλιαξε, άσκοπα μέσα στον αέρα, ταλαντεύτηκε
προς τα κάτω και σταμάτησε πάνω στις γραμμές
καθώς τις ένιωσε να τεντώνονται από το φρένο του
χαλιναριού του. Κρεμόταν εκεί, ταλαντευόταν
ελεύθερα στα φυσήματα του ανέμου, ενώ η πόλη μέσα
στο δειλινό απλωνόταν και έλαμπε σε γραμμές και
σπείρες μέσα στα θαμπωμένα του μάτια. Ακουσε μια
κραυγή, ή μάλλον πολλές μαζί, και πέρασε άλλο ένα
σώμα από δίπλα του, ένας όγκος που χτύπησε στον
ώμο του και τον έκανε να στριφογυρίσει.
Προσπάθησε να το πιάσει, αλλά το σώμα τον
προσπέρασε ενώ στριφογύριζε, κι εκείνος κοίταζε,
κοίταζε κάτω να απλώνεται σαν αστέρι πάνω στον
άνεμο και να απομακρύνεται χορεύοντας σε μιαν
αργή, φριχτή πτώση. Εξαφανίστηκε μέσα στο βάθος.
Δεν το είδε να χτυπάει. Προσπάθησε να πείσει το
μυαλό του να το δει ασφαλές, άθικτο. Αλλά είχε
χτυπήσει. Και ήταν ένας φριχτός τρόπος να πεθάνει
κανείς.
Σαν τη Σάρα.
Το στομάχι του ανακατεύτηκε. Κρεμόταν στα
φυσήματα του ανέμου. Δύο από την ομάδα τους είχαν
πέσει. Δύο. Κρεμόταν εκεί, και σκεφτόταν τη
γραμμή που ποτέ δεν έσπαγε, ποτέ. Ήταν αδύνατο να
φανταστεί κανείς ότι θα έσπαγε. Κι όμως δυο
γραμμές είχαν σπάσει, και αυτός κρεμόταν εκεί με
το σώμα του χαλαρά στερεωμένο στο κτίριο.
Έστριψε το κεφάλι του, προσπάθησε να βοηθήσει τον
εαυτό του, αλλά τα χέρια του ήταν πολύ παγωμένα
για να κινηθούν με ακρίβεια και οι παλάμες του
προσπαθούσαν να τον κάνουν να γυρίσει με την
πλάτη προς την πέτρα. Κατάφερε να κοιτάξει επάνω,
είδε τους δύο επιζώντες από την ομάδα να παλεύουν
με το χερούλι της μπουκαπόρτας τρεις ορόφους
πιο πάνω. Θα τον τραβούσαν κι αυτόν μέσα, αν
γλίτωναν αυτοί. Αλλά δεν άνοιγε.
Είχε μπλοκάρει. Ήταν κλειδωμένη. Κάποιος τους
είχε κλειδώσει εκεί έξω.
Και δύο από τις γραμμές τους είχαν σπάσει.
Κουνήθηκε πάλι καθώς ένα ρεύμα αέρα τον άρπαξε
και τον χτύπησε πάνω στην επιφάνεια του κτιρίου.
Το χτύπημα μούδιασε το ένα του μπράτσο. Έπιασε το
γάντζο της επέκτασης με το δεξί του χέρι, τον
πέταξε αλλά ακόμα κι όταν ο άνεμος τον έφερε στο
απώτατο σημείο, δεν έφτανε τον επόμενο
γάντζο.Τελικά, το απέσυρε, το άφησε να αιωρηθεί
πάλι από το σκοινί του και το πονεμένο του χέρι
έπεσε καθώςβυθιζόταν στο χαλινάρι του.
Προσπάθησε τέλος να ανασηκώσει το κεφάλι του και
είδε τους δύο συντρόφους του το ίδιο ακίνητους.
Οι γραμμές τους είχαν μπερδευτεί. Είχαν πρόβλημα,
στριφογύριζαν από τον αέρα, αποκαμωμένοι. Κάθε
τόσο, όποτε κοιτούσε επάνω, κάποιος χτυπούσε την
μπουκαπόρτα, αλλά τίποτε. Ο άνεμος έπνιγε τον ήχο.
Δεν υπήρχαν παράθυρα εκεί που βρίσκονταν στην
τυφλή εσοχή. Κανείς δεν έβλεπε. Κανείς δεν άκουγε.
Το φως έσβηνε, τυλιγμένο σ ένα σύννεφο
χαρακωμένο από τα τελευταία χρώματα. Ο άνεμος
εξακολουθούσε να φυσάει και η πάχνη άρχισε να
κάθεται επάνω τους, παγώνοντας τις γραμμές,
παγώνοντας τις στολές τους, παγώνοντάς τους ως το
κόκαλο. Κοίταξε τα φώτα που άναβαν στον μακρινό
Πύργο των Βασιλισσών και σκέφτηκε ότι ίσως
κάποιος θα κοίταζε έξω από το παράθυρο, κάποιος
μπορεί να έβλεπε τις σιλουέτες τους, κάποιος
μπορεί να παραξενευόταν και να ειδοποιούσε.
Οχι. Δεν υπήρχε τρόπος να τους δουν από τόσο
μακριά. Θα απαγκιστρωνόταν για να πεθάνει νωρίς.
Αυτό ήταν όλο.
Κι όμως δεν τό κανε. Κρεμόταν εκεί, με το σώμα του
να μουδιάζει όλο και περισσότερο, και με την
πάχνη να του παγώνει τα κόκαλα. Πόσες ώρες θα
περνούσαν μέχρι να προσέξει κάποιος την απουσία
τους; Μέχρι οι υπόλοιποι εναερίτες ν αρχίσουν να
κάνουν ερωτήσεις;
Κοίταξε προς τα επάνω, με τεράστια προσπάθεια,
είδε κάτι σαν χέρι πάνω στην μπουκαπόρτα μέσα στο
δειλινό. Προσπαθούσαν ακόμα. «Ποιος έπεσε;»
προσπάθησε να ρωτήσει. Δεν μπορούσε. Κούνησε
αδύναμα το χέρι του για να τους δείξει ότι ήταν
ζωντανός. Μέσα από τις μάσκες και τις σκούρες
στολές ήταν αδύνατον να διακρίνεις ποιος είναι
ποιος μέσα σ αυτό το συνονθύλευμα γραμμών και
σωμάτων.
Σκοτείνιασε εντελώς και ένιωθε να σχηματίζεται
πάγος στο δεξί του πλευρό. Λύγισε το σώμα του και
το τσάκισε για να φύγει από τη στολή του. Το
χαλινάρι γύρω από το στήθος, τη μέση και την
κοιλιά του ήταν τεντωμένο υπό γωνία, και η
βαρύτητα και το χτύπημα του ανέμου σταματούσε το
αίμα από τη μια πλευρά. Πάλεψε και άρχισε, όταν ο
άνεμος τον τράβαγε προς τα πίσω και τον
ξαναχτυπούσε πάνω στο κτίριο, να σκέφτεται τη
λεπτή γραμμή που τριβόταν με κάθε κίνηση. Δεν θα
πρεπε να γίνεται αυτό.
Δεν θα πρεπε να γίνεται. Είχαν δολοφονηθεί.
Πέθαιναν εδώ έξω από αυτόν το λόγο.
Μακριά και πάλι πίσω. Μούγκριζε από τον πόνο,
ένα μουδιασμένο παράπονο, γιατί δεν άντεχε άλλο
και δεν υπήρχε κανείς εκεί για να του το πει. Ξανά.
Μακριά και πάλι πίσω.
Συνεχιζόταν για πολλή ώρα, και τα σύννεφα έκρυβαν
ακόμα και τα αστέρια και άφηναν μόνο τα φώτα της
πόλης που έλαμπαν και φάνταζαν σαν κοσμήματα.
Πήρε ένα κομμάτι πάγο στα χέρια του, το γλίστρησε
κάτω από τη μάσκα μέσα στο στόμα του για να
ανακουφίσει τη δίψα που τον βασάνιζε. Το χέρι του
έπεσε ξερό σαν μολύβι. Σταμάτησε να κινείται και
ένιωθε μόνο τις ριπές του αέρα, που ήταν σαν να
τον βούταγε ένας γίγαντας και να τον χτυπούσε
κάτω.
Αποσύνδεσε τη γραμμή, μια φωνούλα του
ψιθύριζε. Εγκατάλειψε. Παραδώσου.
Κάποιος τόκανε. Ένα σώμα πέρασε δίπλα του, μια
λεπτή φωνή διαμαρτυρίας. Μήπως άλλαξες γνώμη;
Θλίψη; Οργή;
Δεν μπορούσε να το δει να πέφτει. Βυθίστηκε στο
σκοτάδι και την απόσταση, μια στιγμιαία σκιά
κόντρα στο φως εκεί κάτω, κι ύστερα έφυγε,
πλέοντας στον άνεμο.
Δεν μας βρίσκουν εκεί κάτω; αναρωτήθηκε.
Δεν το ξέρουν; Αλλά όλος ο Πυθμένας εκεί κάτω ήταν
προστατευμένος με σκαλωσιές. Κανείς δεν θα το
μάθαινε, παρά μόνον αν κάποιος κοιτούσε τυχαία
προς τα εκεί.
Είχε απομείνει ένας από την ομάδα του εκεί επάνω.
Ένας σύντροφος στο σκοτάδι. «Ποιος είσαι;»
φώναξε. «Ποιος;».
Η φωνή του χάθηκε. Δεν γύρισε καμιά φωνή.
Βυθίστηκε στο χαλινάρι, άφησε το κεφάλι του να
πέσει, εξαντλημένος, οι αισθήσεις του τον
εγκατέλειπαν, ούρλιαξε γιατί προς στιγμήν
βρέθηκε κρεμασμένος ελεύθερα. Αλλά ήταν ακόμα
δεμένος. Το κούνημα επαναλήφθηκε και
βροντοχτυπήθηκε στην πέτρα, κλαίγοντας από τον
πόνο. Η νύχτα ήταν μαύρη. Αιωρήθηκε και
στριφογύρισε. Οι γραμμές ήταν φθαρμένες ώρα τώρα,
είδε όλο τον κόσμο μαύρο, μόνο λίγα φώτα γυάλιζαν
στον Πυθμένα, ο Πύργος των Βασιλισσών ήταν μια
μαύρη προεξοχή σκοταδιού.
Νωρίς το πρωί; Πόσες ώρες έμεναν μέχρι να φέξει;
«Ποιος είναι ακόμα εκεί πάνω;» φώναξε όταν προς
στιγμήν κόπασε ο άνεμος.
Καμιά απάντηση. Το κεφάλι του έπεσε στο στήθος,
έσφιξε τους μυς του, καθώς ένα τυχαίο φύσημα τον
χώρισε από το κτίριο κάνοντάς τον να πετάξει
σχεδόν σε ορθή γωνία με το κτίριο, τόσο που η πόλη
και ο ουρανός στριφογύρισαν οε σημείο που τον
ζάλισαν.
Το φύσημα σταμάτησε. Αιωρήθηκε πάλι προς τα πίσω,
χτύπησε, μούδιασε, ξέροντας ότι ένα τέτοιο
χτύπημα ακόμα μπορεί να του σπαγε την πλάτη.
Παράτα τα, τον παρώτρυνε η εσωτερική φωνή. Σταμάτα
τον πόνο. Η γραμμή μπορεί να σπαγε σύντομα.
Μπορεί να τον έβγαζε από τον κόπο. Σίγουρα το
χαλινάρι του το είχαν σαμποτάρει όπως και όλων
των άλλων, την ώρα που κρεμόταν εκεί στο δωμάτιο
προσπέλασης.
Ο Τζίνο, σκέφτηκε, ο Τζίνο, που είχε σταθεί
πιο κοντά στην μπουκαπόρτα. Αλλά η πόρτα είχε
φρακάρει.
Ηθελαν να απαλλαγούν από αυτή την ομάδα, να
προσλάβουν μιαν άλλη, πιο συνεργάσιμη για τα
συμφέροντά τους.
Το σκέφτηκε αυτό. Το σκέφτηκε όσο ο αέρας τον
χτύπαγε και τον στριφογύρναγε και το κρύο τον
περόνιαζε όλο και πιο βαθιά.
Ενα φως άστραψε από πάνω. Προσπάθησε να κοιτάξει
πάνω, είδε την μπουκαπόρτα ανοιχτή και μαύρες
φιγούρες να κινούνται κόντρα στο φως. Μια ακτίνα
έφτασε ώς κάτω και τον χτύπησε στο πρόσωπο.
Η γραμμή γλίστρησε. Τον έκοψε κρύος ιδρώτας μ
αυτό το ανατριχιαστικό πέσιμο. Στριφογύρισε,
προσπάθησε να σηκώσει το χέρι του, τα κατάφερε
λίγο.Το φως εστιάστηκε πάνω του. Ο άνεμος τον
άρπαξε σε μια βίαιη κίνηση και τον έβγαλε από την
ακτίνα.
Το φως έφυγε από πάνω του. Ούρλιαξε βραχνά και
απελπισμένα. Τότε αισθάνθηκε μια από τις γραμμές
να κονταίνει, τραβώντας τον μέσα το βαρούλκο στην
εσοχή. Το είχαν συνδέσει με αυτό, τράβαγε σταθερά,
σέρνοντας τη γραμμή πάνω στην πέτρα, μια γραμμή,
όλο και πιο πάνω. Κρεμόταν ακίνητος, δεν τολμούσε
ούτε να ανασάνει, πιο φοβισμένος τώρα από πριν...
να περάσει όλα αυτά και να του σπάσει η γραμμή την
τελευταία στιγμή... Ο άνεμος συνέχεια τον άρπαζε
και τον κουνούσε τόσο μακριά που έβλεπε καθαρά τα
φώτα από κάτω του.
Σχεδόν έφτασε. Στριφογύρισε για να δει. Χέρια
βούτηξαν την τεντωμένη γραμμή, γράπωσαν το γιακά
του, τους ώμους του, το χαλινάρι στο στήθος, τον
τράβηξαν μέσα, πάνω από το περβάζι της πόρτας.
Βούλιαξε τελικά μέσα σε ανθρώπινα χέρια, ένα
αγκάλιασμα που μετακίνησε το παγωμένο του σώμα
μέχρι το πάτωμα, πρόσωπα τον περιστοίχιζαν.
Κάποιος του έβγαλε τη μάσκα και θαμπώθηκε από το
άσπρο φως.
«Ζωντανός», είπε εκείνος. Εναερίτες. Η
μπουκαπόρτα ήταν ακόμα ανοιχτή. Προσπάθησε να
κινηθεί, κυλίστηκε, κοίταξε και είδε τον σύντροφό
του στην ομάδα, τον πρώτο που είχαν τραβήξει από
τη γραμμή, ξαπλωμένο στο πάτωμα δίπλα του, με
ορθάνοιχτα μάτια.
Ο Τζίνο. Ήταν ο Τζίνο. Κειτόταν εκεί ξαπλωμένος
και κοίταζε το νεκρό πρόσωπο. Ο Τζίνο πείραξε το
χαλινάρι... μπορεί. Η κάποιος άλλος - που κλείδωσε
την πόρτα και τους άφησε όλους εκεί έξω... για να
πεθάνουν.
«Δεν υπάρχουν άλλοι», άκουσε κάποιον να φωνάζει.
Και η μπουκαπόρτα έκλεισε με δύναμη, αφήνοντας
απέξω ευεργετικά τον άνεμο. Οι σωτήρες του του
σήκωσαν το κεφάλι και άνοιξαν το φερμουάρ της
εφαρμοστής στολής. «Το χαλινάρι», είπε. «Κάποιος
σαμποτάρισε τις γραμμές». Ήταν αδέλφια. Έπρεπε να
ξέρουν.
«Κλείδωσε αυτή την πόρτα», είπε ο ένας τους. Τότε
άφησε την ανάσα του να βγει, και τους άφησε να του
βγάλουν τη στολή, ρίγησε όταν ένας από αυτούς
έφερε βρεγμένες πετσέτες που πιθανόν να ήταν
απλά κρύο νερό, αλλά του φαινόταν καυτό. Ζούσε.
Κειτόταν και έτρεμε με το πάτωμα από κάτω του, όχι
τον ανοιχτό αέρα και το σκοτάδι. Κάποιος έπιασε
το πρόσωπό του με παλάμες που έκαιγαν, ενώ
εξακολουθούσαν να μουσκεύουν το υπόλοιπο κορμί
του. Ο Νταν Χάρντεστυ. Ήξερε την ομάδα, τέσσερις
άνδρες και μια γυναίκα. Η 5Οή Ανατολική. «Τι
εννοείς σαμποτάρισε; Τι συνέβη;»
«Προσπάθησαν να αλλοιώσουν τις αναφορές», είπε.
«Κάποιος ήθελε να αλλοιωθούν οι αναφορές και δεν
μας εμπιστευόταν. Μας σκότωσαν. Εκείνοι-από την
άλλη πλευρά. Σαμποτάρισαν το χαλινάρι. Έσπασαν οι
γραμμές. Δυo γραμμές έσπασαν εκεί έξω».
Τριγύριζαν δίπλα του, ακούγοντας σκυθρωποί. Το
μυαλό του άρχισε να δουλεύει με τρομερή
καθαρότητα, δύο και δύο κάνουν τέσσερα.
Χρειαζόταν να εξαγοραστούν όλοι όσοι δούλευαν σ
εκείνον τον τομέα. Κι αυτοί μαζί... Οι της 5Οής.
Κειτόταν εκεί, τρέμοντας καθώς το νερό άρχιζε να
κρυώνει, κάνοντας κακές σκέψεις, πόσο εύκολο θα
ήταν να πετάξουν ακόμα ένα σωρό εκεί έξω.
«Κάποιος», είπε, «παραβίασε την κλειδαριά. Μας
κλείδωσε εκεί έξω».
Ετρεμε ενστικτωδώς, το στομάχι του είχε γίνει
κόμπος, τα άκρα του έτρεμαν. Τον έστησαν όρθιο.
Του φόρεσαν ζεστά ρούχα και ανατρίχιασε,
προσπάθησε να ελέγξει τα άκρα του. Το αριστερό
και το δεξί του πόδι μαύριζαν στο πλάι. Το
αριστερό του μπράτσο ήταν ήδη μαύρο.
«Κοίτα την πλάτη του», είπε η γυναίκα, η Μάγκι, και
σκέφτηκε ότι ήταν καλό που δεν μπορούσε να τη δει
ο ίδιος. Την πέρασαν με το σφουγγάρι,
προσπαθώντας να τον επαναφέρουν σε θερμοκρασία
δωματίου.
«Ο Τόμμυ Πρατ ανησύχησε», είπε ο Νταν. «Αρχισε να
κάνει ερωτήσεις - πού ήσουνα, τι έτρεχε. Ρωτήθηκαν
και άλλα πράγματα. Οπότε σκεφτήκαμε να έρθουμε
στον τομέα σας για να τσεκάρουμε. Μακάρι νάχαμε
έρθει νωρίτερα, Τζόννυ. Μακάρι».
Κούνησε το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια του
σφιχτά, και θυμήθηκε τους φίλους του. Η Σάρα.
Μέρος του εαυτού του. Δεν ήταν λύπη, για τη Σάρα.
Ήταν σαν να κόβεται στα δύο.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Βοηθήστε με να
σηκωθώ», τους παρακάλεσε. Και τον βοήθησαν, τον
στήριξαν στα πόδια του, τύλιξαν μια από τις
πετσέτες γύρω του. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα
οι άντρες της Ασφάλειας με τραβηγμένα τα
πιστόλια.
«Έγινε ένα ατύχημα», είπε ο Νταν. «Η ομάδα βγήκε
έξω με φθαρμένες γραμμές και ο άνεμος τις έσπασε.
Τραβήξαμε τους δυο μέσα. Ένα ζωντανό, ένα νεκρό.
Οι άλλοι έπεσαν».
«Φωνάξτε τους γιατρούς» , φώναξε ο επικεφαλής
αξιωματικός. Ο Τζόννυ κούνησε το κεφάλι του,
πανικόβλητος. Το νοσοκομείο-χρηματοδοτημένο από
την εταιρεία. Δεν ήθελε να πέσει στα χέρια τους.
«Δεν πάω», είπε, καθώς έκλειναν το τηλέφωνο. «Πάω
στον Πυθμένα. Να πιω ένα ποτό. Αυτό είναι που θέλω.
Αυτό είναι το μόνο που θέλω».
Ο αξιωματικός έβγαλε ένα κασετόφωνο. «Είσαι
έτοιμος να καταθέσεις κύριε».
«Τολφέδερ. Τζόννυ». Η φωνή του έσπασε,
παραμορφωμένη από το κρύο και το φόβο. Στηρίχτηκε
στους άντρες που τον κρατούσαν όρθιο. «Θα δώσω
την κατάθεσή σας. Ήμασταν έξω στον ενενηκοστό και
κατεβαίναμε. Η αδελφή μου η Σάρα... έσπασε η γραμμή
της. Οι άλλοι προσπάθησαν να κατέβουν προς τα
κάτω και οι γραμμές τρίφτηκαν. Ώρες εκεί έξω. Οι
γραμμές έσπασαν, ή μπορεί και να αυτοκτόνησαν. Ο
αέρας...».
«Μπορεί να το 'κανε κάποιος», είπε ο Νταν.
«Βγήκες ποτέ έξω αξιωματικέ;»
«Ονόματα. Ταυτότητες».
Ο Νταν έδωσε τη δική του. Ένας άλλος έβγαλε την
ταυτότητα του Τζόννυ από τη φόρμα του και τις
κοίταξε όλες, νεκρών και ζωντανών. Ο αξιωματικός
διάβασε τα στοιχεία στο κασετόφωνο. Τις
επέστρεψε στους ζωντανούς. «Ο νεκρός άντρας ήταν
εδώ;»
«Αρχηγός της ομάδας», είπε ό Τζόννυ, βρέχοντας τα
χείλια του. «Τζίνο Μπράουν. Οι άλλοι έπεσαν»
Ο αξιωματικός κοίταξε τον Νταν Χάρντεστυ και την
ομάδα του. «Ο δικός σου ρόλος σ αυτό;»
«Φίλοι. Δεν εμφανίστηκαν και ήρθαμε να ελέγξουμε.
Ένα αγόρι που το λένε Τόμμυ Πρατ, από την Κολώνα,
μας έβαλε σε υποψίες. Ασε τον άνθρωπο να φύγει,
Κύριε. Αρκετά τράβηξε».
Ο αξιωματικός έσκυψε και έλεγξε το πτώμα του
Τζίνο, άγγιξε τη σάρκα, λύγισε τα δάχτυλα.
«Παγωμένος», είπε ο Νταν. «Έβγαλε τη μάσκα του,
κατάλαβες; Χωρίς μάσκα εκεί έξω, πεθαίνεις
γρήγορα. Χωρίς πόνο, για όσους φοβούνται να
πέσουν».
«Νόμιζα ότι οι εναερίτες δεν φοβούνται το
πέσιμο»,
«Πολλοί από μας φοβούνται», είπε ο Νταν επίπεδα.
«Έλα τώρα, αξιωματικέ, αυτουνού του ανθρώπου
πέθανε η αδελφή του εκεί έξω!»
«Νομίζω πως θα πρεπε να είναι πιο στεναχωρημένος,
τι λες κι εσύ;»
Ο Τζόννυ όρμηξε. Τον σταμάτησαν κι ο αξιωματικός
υποχώρησε ένα βήμα.
«Καλά», είπε ο αξιωματικός προσεκτικά. «Καλά,
καλά, ηρέμησε».
Ο Τζόννυ ρούφηξε αέρα και στάθηκε εκεί,
κοιτάζοντας τον αξιωματικό. Καθησύχασε το μυαλό
του, σκέφτηκε τι ακριβώς ήθελε - να πάει έξω, κάτω,
μακριά τους, ζωντανός.
Ο αξιωματικός χτύπησε με το δάχτυλο το μικρόφωνό
του. «Έχουμε ένα ατύχημα εδώ», είπε. «Εναερίτες
σκοτώθηκαν, ένας επιζών, ο Τολφέδερ. Τζων Εημς,
πολιτικός υπάλληλος».
Ακούστηκε θόρυβος. Ο αξιωματικός έβαλε το
ακουστικό στο αυτί του και τα μάτια του σπίθισαν
ενώ τους κοίταζε. Η πόρτα άνοιξε και οι υπόλοιποι
της ομάδας Ασφαλείας έφεραν δυο γιατρούς. «Πάρτε
τον έξω», είπε ο αξιωματικός, δείχνοντας το πτώμα
του Τζίνο. «Ο άλλος λέει ότι μπορεί να
περπατήσει».
Οι γιατροί αγνόησαν το πτώμα και γύρισαν σ αυτόν.
Ο Τζόννυ τους έδιωξε και κούνησε το κεφάλι του
ενώ κάποιος απ αυτούς του μιλούσε για μαζικές
εκχυμώσεις και αιματώματα και για το μυαλό του.
«Δώστε μου τα ρούχα μου», είπε στους εναερίτες.
Ένας του τα δωσε.
«Κάποιος», έλεγε ο Νταν, «πρέπει να βγει εκεί έξω
και να μαζέψει τα πτώματα από τον Πυθμένα».
Ακουσε. Ίσως θα πρεπε να διαμαρτυρηθεί, να
υποκύψει στη θλίψη, να επιμείνει να είναι μέσα σ
αυτούς που θα πήγαιναν, αν και δεν υπήρχε
περίπτωση να περπατήσει τόσο μακριά. Δεν
ενδιαφερότrιν να βρει το σώμα της Σάρα, ή της Πολλ,
ή του Σαμ.
Ένα μόνο πράγμα τον ενδιέφερε, κι αυτό ήταν να
Βάλει τα ρούχα του, να φύγει από κει. Τα κατάφερε,
υποφέροντας, ενώ οι γιατροί συζητούσαν με την
αστυνομία και αναρωτιούνταν αν υπήρχε κάποιος
τρόπος να τον συλλάβουν για να τον πάνε στο
νοσοκομείο.
«Φύγετε από δω», τους προειδοποίησε ο Νταν. Έπεσε
βαριά σιωπή.
«Κύριε Τολφέδερ», απευθύνθηκε ένας από τους
γιατρούς σ αυτόν.
Κούνησε το κεφάλι του. Τον πονούσε. Τους κοίταξε
με μίσος, και έστρεψαν την προσοχή τους στον
Τζίνο που δεν μπορούσε πια να διαμαρτυρηθεί.
«Είμαστε ελεύθεροι να φύγουμε;» ρώτησε ο Νταν την
αστυνομία.
«Έχουμε τους αριθμούς σας», είπε ο αξιωματικός. Ο
Νταν δεν είπε τίποτε. Ο Τζόννυ περπάτησε προς την
πόρτα που ήταν ανάμεσα σε δυο από αυτούς,
προσπαθώντας να μην αφήσει τα γόνατά του να
λυγίσουν.
Τον πήγαν μέχρι το ασανσέρ υπηρεσίας, τον έπιασαν
καλύτερα όταν μπήκαν μέσα, γιατί κατέρρευσε
μόλις άρχισε να κατεβαίνει η καμπίνα και κόντεψε
να λιποθυμήσει. Κατέβηκαν όσο κάτω πήγαινε,
βγήκαν έξω στους διαδρόμους και περπάτησαν μέχρι
το Σκουλήκι.
Λιποθύμησε. Ξύπνησε σ ένα κρεβάτι και δεν θυμόταν πώς έφτασε ως εκεί. Ύστερα θυμήθηκε και έμεινε ξαπλωμένος να κοιτάζει το ταβάνι. Μια γριά γυναίκα τον περιποιόταν, τον τάιζε, νοιαζόταν γι αυτόν. Κι οι άλλοι ήρθαν να τον δουν, εναερίτες και Κατασκευαστές. Όταν συνήλθε και μπορούσε να πάρει τα πόδια του, σύρθηκε μόνος του μέχρι το Σκουλήκι και θυμόταν τη Σάρα, που είχε κάτσει μαζί του - εκεί απέναντι. Και άρχισε να ψιθυρίζεται στο Σκουλήκι ότι υπήρχε μια απεργία σε εξέλιξη, ότι κανείς από τους εναερίτες δεν έβγαινε έξω. Ότι και οι Κατασκευαστές καθυστερούσαν και αναφερόταν το όνομα του Μάνλεϋ και της ΑΤΕΛΚΟΡΠ.
Υπήρχε μια ησυχία σ αυτό το μέρος, εκείνη τη
μέρα και την επομένη. Ήρθε η αστυνομία και πήραν
φωτογραφίες και το εσωτερικό του Σκουληκιού και
διάβασε μια δικαστική απόφαση μέσα σε νεκρική
σιγή, που όριζε ότι οι Κατασκευαστές έπρεπε να
γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους. Αλλά η σιωπή
εξακολουθούσε και οι αστυνομικοί ήταν πολύ
ήσυχοι και έφυγαν γιατί κανένας δεν ήθελε να βγει
έξω εκτός από τους εναερίτες και όλη η Πόλη θα
πέθαινε αν οι Κατασκευαστές σταματούσαν να
δουλεύουν. Πάνω στους πύργους ήξεραν τους
υπολογιστές τους. Ένα μέρος της δουλειάς
μπορούσε να αυτοματοποιηθεί. Ένα άλλο όχι. Οι
υπολογιστές ήταν όλη τους η γνώση.
Γινόταν συζήτηση για ανακρίσεις. Ο Δήμαρχος
βγήκε στην τηλεόραση και έκανε έκκληση για
ηρεμία, είπε ότι προχωρούσε μια έρευνα για τη
δραστηριότητα των συμμοριών, για δωροδοκίες. Για
διαφθορά σε μερικά χαμηλά κλιμάκια στην ιεραρχία
της εταιρείας. Έγινε πολλή κουβέντα. Όλα
κινούνταν γρήγορα.
«Κάτι θα βγει», του είπε ο Νταν Χάρντεστυ.
«Πιάσαμε αυτόν που είχε βάλει ο Μάνλεϋ. Είναι
κάποιος Τζωρτζ Μπετίν. Ανθρωπος της ΑΤΕΛΚΟΡΠ.
Αποτυχημένος, αλλά τον πιάσαμε».
«Θα τον κρεμάσουν έξω», είπε ήσυχα, βαθιά. «Αυτά
για τον Μάνλεϋ. Ναι, τον έχουμε στο χέρι».
Και τη μέρα που άρχισε η δίκη του Μπετίν, ανέβηκε
με το ασανσέρ ως τον εκατοστό και πήγε μέχρι ένα
από τα παράθυρα-παρατηρητήρια, αλλά όταν
πλησίασε κοντά, με το μακρινό γαλάζιο ορίζοντα
και τη σπείρα του Νιούαρκ να δεσπόζει στη θέα,
σταμάτησε.
Πέρασε πολλή ώρα πριν τον δει τυχαία ένας
περαστικός εκεί, κολλημένο στον τοίχο. Πριν μια
γυναίκα τον πάρει από το μπράτσο και τον οδηγήσει
μακριά από κει, κατά μήκος του διαδρόμου. Φώναξαν
τους γιατρούς. Και του έδωσαν ηρεμιστικά.
Τα πήρε. Πήγε κάτω με τα ασανσέρ. Κι αυτό ήταν
σκέτος τρόμος. Έβλεπε όνειρα όλη τη νύχτα.
Ξύπνησε με τον κόσμο να κρέμεται από κάτω του και
τον ουρανό από πάνω του και ούρλιαξε μέχρι που το
Σκουλήκι αντήχησε από τη φωνή του.
Τα φάρμακα το έκοψαν αυτό. Αλλά έμεινε κάτω και
αρνιόταν να πλησιάσει το παράθυρο. Τρεις,
τέσσερις μέρες ενώ η δίκη Μάνλεϋ-Μπετίν
συνεχιζόταν με αργό ρυθμό. Δεν τον κάλεσαν να
καταθέσει. Δεν κάλεσαν κανέναν από τους
εναερίτες.
Αλλά έφτασε ένα μήνυμα στο Σκουλήκι που το
υπέγραφαν μεγάλα ονόματα της ΑΤΕΛΚΟΡΠ. Ούτε αυτό
δεν τον εξέπληξε. Ανέβηκε ψηλά, ως το μακρινό
επίπεδο του ενενηκοστού ορόφου.
Μπήκε μέσα, κοίταξε γύρω του, απέφυγε τα παράθυρα,
απλώς στρίβοντας το κεφάλι. Ήθελαν να πάει σε ένα
γραφείο με παράθυρα. Στην πόρτα έγραφε Πωλ
Μέησον, Πρόεδρος.
«Κύριε Τολφέδερ», είπε κάποιος, προσπαθώντας να
τον πειράξει. Γύρισε την πλάτη του στα παράθυρα.
«Να έρθει εδώ», είπε, κοιτώντας τον κενό τοίχο
μπροστά του, τη φανταιζί ταπετσαρία, τα ρητά για
τους εράνους.
«Να έρθει εκείνος εδώ».
Στεκόταν εκεί. Τελικά κάποιος μπήκε και ένα χέρι
ακούμπησε στον ώμο του. «Τα παράθυρα.
Καταλαβαίνω, κύριε Τολφέδερ. Λυπάμαι πολύ. Πωλ
Μέησον. Εγώ σας κάλεσα εδώ. Θέλετε να περάσετε από
δω, παρακαλώ;»
Περπάτησε, τρέμοντας, μέχρι που βρέθηκαν στο χωλ,
το ασφαλές πέτρινο και πλαστικό χωλ, και o Μέησον
τον τράβηξε σ ένα μικρό γραφείο χωρίς παράθυρα,
με ένα τραπέζι, μερικά ράφια, κάτι καρέκλες,
άψογο, ακριβό. «Κάτσε κάτω», τον παρότρυνε ο
Μέησον. «Κάτσε κάτω, κύριε Τολφέδερ».
Έκατσε, ή μάλλον βυθίστηκε σε μια καρέκλα. Μία
γραμματέας μπήκε μέσα προσφέροντας ζεστό τσάι.
«Όχι», είπε ο Τζόννυ ήσυχα.
«Παρακαλώ», είπε ο Μέησον. «Κάτι άλλο».
«Τσάι», είπε. Η γραμματέας έφυγε βιαστικά. Ο
Μέησον κάθισε σε μιαν άλλη καρέκλα και τον
κοίταζε... Ήταν αδύνατος άντρας με άσπρα μαλλιά
και σκληρά χαρακτηριστικά.
«Κύριε Τολφέδερ», είπε ο Μέησον. «Με ενημέρωσαν
για την περίπτωσή σας. Το προσωπικό μου
ασχολήθηκε μ αυτήν. Ξέρω τι συνέβη».
«Ξέρετε», είπε. Ίσως υπήρχε ακόμα λίγη τρέλα στα
μάτια του. Ο Μέησον έδειχνε να μη νιώθει άνετα.
«Ήταν ένας από τους δικούς μας άντρες, ο Τζωρτζ
Μπετίν. Αυτό είναι όλο. Παρακολούθησες τη δίκη».
Κούνησε το κεφάλι του, κοιτάζοντας συνεχώς τον
Μέησον.
«Η ΑΤΕΛΚΟΡΠ δεν έχει νομική ευθύνη- σίγουρα δεν
συντελέστηκε καμιά αξιόποινη πράξη - αλλά
θέλουμε να σας αποζημιώσουμε γι αυτό. Να σας
φερθούμε σωστά».
«Να πείσετε τους εναερίτες να ξαναδούλεψουν»,
είπε πικρά.
«Ακόμα κι αυτό, κύριε Τολφέδερ. Σκέφτομαι την
περίπτωσή σου πιο πολύ από την έκβαση της δίκης.
Νομίζω ότι αν αποδοθεί δικαιοσύνη σ αυτό το
επίπεδο, θα βοηθήσει πολύ στην εξομάλυνση της
κατάστασης. Θέλουμε να σας προσφέρουμε μια θέση.
Αυτό το γραφείο. Μια δουλειά».
«Μόνο αν σταματήσω να μιλάω. Αν σταματήσω να λεω
τι έγινε».
«Κύριε Τολφέδερ, το κοινό καλό κινδυνεύει. Το
καταλαβαίνεις αυτό. Είναι κάτι πιο πολύ από το
Σχέδιο. Η απεργία... είναι παράνομη. Δεν μπορούμε
να το ανεχτούμε αυτό».
Έμεινε ακίνητος για ένα λεπτό. «Ναι κύριε», είπε
πολύ, πολύ απαλά. Σκούπισε το πρόσωπό του. Κοίταξε
γύρω του. «Πολύ προνοητικό εκ μέρους σας. Χωρίς
παράθυρα».
«Λυπούμαστε πολύ, κύριε Τολφέδερ. Τα θερμά μας
συλλυπητήρια. Ειλικρινά».
«Ναι, κύριε».
«Να ρχεσαι στο γραφείο όποτε θες. Η πόρτα... δεν
περνάει από τα παράθυρα εκεί έξω. Ναρχεσαι όποτε
θες»,
«Τι να κάνω, κύριε Μέησον;»
«Θα το βρούμε αυτό».
«Και δεν θα μιλάω για την αδελφή μου. Για την
ομάδα μου».
«Θα προτιμούσαμε όχι».
«Φοβόσαστε», είπε.
Το πρόσωπο του Μέησον σκλήρυνε.
«Θα την πάρω τη θέση», είπε. Το τσάι μόλις είχε
φτάσει. Ο Μέησον φόρεσε ένα χαμόγελο και
σηκώθηκε, του έδωσε το χέρι και τον χτύπησε στον
ώμο του που ήταν ακόμα μελανιασμένος. «Τη
γραμματέα σου θα τη διαλέξεις από το προσωπικό.
Ο,τι θέλεις από άποψη διακόσμησης...»
«Ναι κύριε».
Ο Μέησον χαμογέλασε, κάτι που δεν ήταν χαμόγελο. Η
γραμματέας στεκόταν εκεί με το τσάι και
παραμέρισε όταν έφυγε ο Μέησον. Ο Τζόννυ την
πλησίασε, πήρε το δίσκο και τον ακούμπησε κάτω
μόνος του.
«Αρκεί», είπε. «Φύγε».
Και εκείνο το απόγευμα ήρθαν οι δημοσιογράφοι,
συνοδευόμενοι από τον Μέησον.
«Τι νομίζετε για τις ανακρίσεις, κύριε Τολφέδερ;»
«Πώς ήταν, κύριε Τoλφέδερ;»
Τους τα είπε, όλες τις λεπτομέρειες που θα
ζητούσαν οι φανατικοί της τηλεόρασης, πώς
αισθάνεται κανείς όταν κρέμεται έτσι στον αέρα
βλέποντας τους άλλους να πεθαίνουν. Ήταν
σταθερός. Ήταν ηρωικός, ήσυχος, τραγικός. Έκανε
έκκληση στους εναερίτες να γυρίσουν στη δουλειά,
να δοθεί ένα τέλος στην αγωνία του κόσμου.
Εφυγαν ικανοποιημένοι. Και ο Μέησον ήταν
ικανοποιημένος, του χαμογελούσε. Τον χτύπησε
στον ώμο και του πρόσφερε ένα ποτό. Εκείνος το
πήρε και κάθισε, ενώ ο Μέησον προσπαθούσε να
είναι γλυκομίλητος. Κι αυτός με τη σειρά του ήταν
γλυκομίλητος. «Ναι, κύριε Μέησον. Μάλιστα, κύριε».
Γύρισε πίσω στο γραφείο του που δεν είχε δουλειά
ούτε καθήκοντα.
Ξαναγύρισε το πρωί. Κάθισε στο γραφείο και
κοιτούσε τους τοίχους.
Κοίταξε το βίντεο. Οι εργάτες γύρισαν στη
δουλειά. Η απεργία είχε τελειώσει. Όλο το
σύμπλεγμα της Πόλης ανέπνεε πιο ελεύθερα.
Έμεινε εκεί όλη μέρα και έφυγε από τη δική του
πόρτα όταν έφυγε ο Μέησον. Χρησιμοποίησε το
κλειδί των εναεριτών για να μπει στο ασανσέρ
υπηρεσίας. Περίμενε έξω στο χωλ.
«Κύριε Μέησον».
«Γεια σου, Τζόννυ».
Χαμογέλασε, προχώρησε για να συναντήσει τον
Μέησον, και ο Μέησον έδειχνε αμήχανος εκεί στο
χωλ, το μάλλον έρημο χωλ, μπροστά στις μεγάλες,
μονωμένες πόρτες της ΑΤΕΛΚΟΡΠ.
«Θέλω να έρθεις μαζί μου», είπε στον Μέησον.
«Λυπάμαι», άρχισε να λεει ο Μέησον και
κατευθύνθηκε προς τις πόρτες.
Ο Τζόννυ έβγαλε το χέρι του με το νυστέρι από την
τσέπη, τον έπιασε απ το λαιμό και τον τσίμπησε
λίγο. «Απλώς θέλω να ρθεις μαζί μου», είπε. «Μη
φωνάξεις».
Ο Μέησον άρχισε να φωνάζει. Το νυστέρι τον
τσίμπησε, ο Μέησον σταμάτησε και υποχώρησε προς
τα πίσω όταν τον τράβηξε κατά μήκος του χωλ που
αυτή την ώρα, λίγο πριν το σχόλασμα, ήταν πολύ
ήσυχο.
«Είσαι τρελός», είπε ο Μέησον.
«Κουνήσου. Έσπρωξε τον Μέησον προς τα πίσω, προς
το ασανσέρ υπηρεσίας. Κάποιος είχε βγει έξω. Είδε.
Γύρισε αστραπιαία πίσω στο γραφείο. Ο Μέησον
άρχισε να αντιστέκεται αλλά σταμάτησε με το
επόμενο τσίμπημα.
«Κοίτα εδώ», είπε ο Μέησον. «Είσαι άρρωστος. Δεν
θα δώσω συνέχεια. Θα μείνεις λίγο στο νοσοκομείο
για ξεκούραση. Η εταιρεία δε θα σου κρατήσει
κακία, Ούτε εγώ. Καταλαβαίνω...»
Έσυρε τον Μέησον προς το ασανσέρ. Πάτησε
«ταράτσα» και«προτεραιότητα» με το κλειδί μέσα. H
πόρτα έκλεισε. Ο θάλαμος άρχισε να ανεβαίνει
γρήγορα, σ αυτό το μακρύ, απίθανο σκαρφάλωμα.
Αφησε τον Μέησον ελεύθερο, ενώ στεκόταν κοντά στα
κουμπιά.
Ο Μέησον στεκόταν κόντρα στο τοίχωμα και τον
κοίταζε.
«Το μόνο που θέλω», είπε ο Τζόννυ πολύ απαλά,
«είναι να ρθεις μαζί μου».
Τα χείλια του Μέησον έτρεμαν. Ούρλιαξε δυνατά
βοήθεια. Αντήχησε μέσα στη μικρή καμπίνα.
«Έγινε συναγερμός», είπε ο Τζόννυ. «Φυσικά θα
έρθουν. Αλλά χρειάζονται οι υπολογιστές για να
εξουδετερώσουν το υπηρεσιακό κλειδί. Θα τους
φάει ένα-δυο λεπτά μέχρι να το συνειδητοποιήσουν
αυτό».
Ο Μέησον στεκόταν και έτρεμε. Ο θάλαμος ανέβαινε
όλο και πιο ψηλά, τελικά σταμάτησε τόσο απότομα
που έσφιξε το στομάχι του. Η πόρτα άνοιξε σ έναν
τσιμεντένιο διάδρομο και πήρε τον Μέησον από το
μπράτσο και τον έβγαλε από το θάλαμο. Το ασανσέρ
ξανάφυγε. «Νομίζω ότι το κάλεσαν», είπε ήρεμα.
Χρησιμοποίησε το αριστερό του χέρι για να
ανοίξει την μπουκαπόρτα.
Αυτή άνοιξε απότομα, με θόρυβο. Ο άνεμος τους χτύπησε σαν σφυριά και ο Μέησον τραβήχτηκε. Υπήρχε ένα φαρδύ μπαλκόνι έξω και ένας βαρύς σωλήνας απ όπου κρέμονταν οι γραμμές. Ο Μέησον κόλλησε στην πόρτα και ο Τζόννυ τον τράβηξε από το μπράτσο έξω. Όλος ο κόσμος απλωνόταν γύρω τους στο λυκόφως και υπήρχε πάγος κάτω από τα πόδια τους, ψιλή πάχνη, άγριο κρύο που έκανε τους μυς να τρέμουν. Ο Μέησον γλίστρησε και ο Τζόννυ άρπαξε τον αγκώνα του και προχώρησε άλλο ένα βήμα.
«Δεν μπορώ να βγω έξω στις γραμμές», είπε o
Τζόννυ. «Δεν μπορώ να κοιτάξω έξω από το παράθυρο.
Αλλά η εταιρεία βοηθάει. Δεν είν έτσι; » Τον
προχώρησε μέχρι την άκρη, κοιτάζοντας το θολό
ορίζοντα και ο Μέησον ήρθε, τρέμοντας ακούσια
μέσα στη μέγγενη του χεριού του. Ο άνεμος τους
χτυπούσε δυνατά, τους έκανε να παραπατούν και να
γλιστράνε στον πάγο. Το δεξί του χέρι ήταν
μουδιασμένο. Κράταγε από το μπράτσο τον Μέησον
και προχώρησε μέχρι το κάγκελο. «Δεν υπάρχει θέα
σαν αυτήν εδώ. Την ονειρεύομαι.
Είναι κρύα. Και απόμακρη. Κοίτα κάτω, κύριε
Μέησον».
Ο Μέησον γαντζώθηκε στο κάγκελο και τα χέρια
του είχαν ασπρίσει. Ο Τζόννυ τον άφησε,
απομακρύνθηκε, γύρισε και προχώρησε προς τις
πόρτες των ανελκυστήρων.
Η πόρτα άνοιξε. Έφτασε η αστυνομία, οπλισμένοι.
Και έμειναν μέσα στο διάδρομο, ακουμπισμένοι
στον τοίχο, με τη ναυτία στα μάτια τους και τα
χέρια σφιγμένα στα όπλα.
Γέλασε, αθόρυβα χάρις στον άνεμο, τους έδειξε
προς την άκρη, προς τον Μέησον. Κανείς από τους
αστυνομικούς δεν κινήθηκε. Ο κόσμος ήταν γυμνός
γύρω τους.
Το ιλιγγιώδες ύψος των άλλων πύργων δεν
συγκρινόταν με αυτό, με την ίδια την Πόλη, τον
μεγάλο Πύργο του Μανχάταν. Τους χαμογέλασε, ενώ η
ανάσα του έβγαινε ζεστή.
«Πηγαίνετε να τον πάρετε», φώναξε στην αστυνομία.
«Βγείτε έξω και πιάστε τον».
Ένας ξεκίνησε, έκανε ένα βήμα, πάγωσε και έπεσε.
Και σιγά-σιγά, προσεχτικά με τα χέρια ψηλά για να φαίνεται ότι είναι άδεια, γύρισε πίσω στον Μέησον, πήρε το δεξί του χέρι και το ξεκόλλησε από το παγωμένο κάγκελο. Πήρε και το άλλο, κοίταξε σχεδόν με συμπάθεια το πρόσωπο εκείνο που είχε μεταμορφωθεί σε μια παγωμένη μάσκα τρόμου, με το στόμα ορθάνοιχτο και ξερό, τα μάτια αγριεμένα και έκπληκτα. Αγκάλιασε τον Μέησον σαν να ταν αδελφός του και προχώρησε μαζί του αργά πίσω προς την αστυνομία. «Ο κ. Μέησον", τους είπε, «φαίνεται ότι προχώρησε ως εκεί που δεν υπάρχει γυρισμός. Αλλά θα συνέλθει σε λίγο». Τα χέρια του Μέησον ήταν γαντζωμένα απάνω του και δεν τον άφηναν.
Περπάτησε ως το κτίριο και μπήκε στο ασανσέρ με
την αστυνομία, έχοντας ακόμα αγκαλιασμένο τον
Μέησον, και ο Μέησον σφιγγόταν επάνω του όσο το
ασανσέρ κατέβαινε. Ίσιωσε τα μαλλιά του Μέησον,
όπως κάποτε είχε ισιώσει της Σάρας. «Είχα μια
αδελφή», είπε στο αυτί του Μέησον. «Αλλά κάποιος
έκλεισε μια πόρτα. Μας έκλεισε όλους έξω. Θα
καταδικάσουν τον Μπετίν, φυσικά. Και όλα θα
ξεχαστούν. Δεν είν έτσι;»
Το ασανσέρ σταμάτησε στο χαμηλότερο πάτωμα. Η
αστυνομία τον έσπρωξε έξω, προσεκτικά λόγω του
Μέησον. Και υπήρχαν παράθυρα εκεί, μεγάλα
παράθυρα, και το λυκόφως γυάλιζε πάνω στα άλλα
κτίρια στον ορίζοντα. Ο Μέησον έκλαιγε και
απέστρεφε το πρόσωπό του, κρατώντας τον, αλλά η
αστυνομία τους χώρισε. Και ο Μέησον στηρίχτηκε
στον τοίχο, αρπάχτηκε, με το πρόσωπό του
γυρισμένο μακριά από το παράθυρο.
«Δεν νομίζω να θέλω τη δουλειά σου, κύριε Μέησον»,
είπε ο Τζόννυ. Θα ξαναβγώ έξω στις γραμμές. Δεν
νομίζω να ανήκω στα γραφεία σας».
Αρχισε να φεύγει. Οι αστυνομικοί τον σταμάτησαν,
του 'στριψαν το χέρι.
«Πραγματικά θέλεις να δικαστώ;» ρώτησε τον
Μέησον. «Η μήπως θέλει ο Δήμαρχος, ή το Συμβούλιο;
»
«Αφήστε τον να φύγει, είπε βραχνά ο Μέησον. Οι
αστυνομικοί δίστασαν. «Αφήστε τον να φύγει». Τον
άφησαν. Ο Τζόννυ χαμογέλασε.
«Οι γραμμές μου δεν θα σπάσουν», είπε, «δεν θα
υπάρξουν παρεξηγήσεις. Ούτε αμπαρωμένες πόρτες.
Τώρα θα πάω πίσω στον Πυθμένα. Θα μιλήσω όπου
θέλω. Θα μιλήσω σε όποιον θέλω. Η σκοτώστε με. Και
μετά ετοιμαστείτε να συνεχίσετε τα φονικά. Ο Νταν
Χάρντεστυ και η 5Οή Ανατολική ξέρουν πού είμαι.
Και γιατί. Και θα τους σκοτώσετε κι ύστερα θα
πρέπει να σκοτώσετε κι άλλους, κι άλλους. Και όλα
θα διαλυθούν, κύριε Μέησον, όλος ο Πύργος θα
διαλυθεί, γιατί οι εναερίτες θα απεργήσουν. Οι
Κατασκευαστές... Τέρμα η ψύξη, τέρμα το νερό, τέρμα
το ηλεκτρικό. Μόνο σκοτάδι. Και καμιά ηρεμία».
Γύρισε. Περπάτησε πίσω προς το ασανσέρ. Κανείς
δεν τον σταμάτησε. Κατέβηκε όλα τα επίπεδα της
Πόλης μέχρι τον Πυθμένα τον ίδιο, και βγήκε έξω
στους μπερδεμένος διαδρόμους του.
Αντρες και γυναίκες σταματούσαν και τον
κοιτούσαν με περιέργεια.
«Αυτός είναι ο Τζόννυ Τολφέδερ», ψιθύριζαν. «Είναι αυτός».
Έμπαινε όπου ήθελε.
Έγινε ειρήνη, τεντωμένη σαν σύρμα. Οι εναερίτες
πήγαιναν και αυτοί όπου ήθελαν. Και οι
Κατασκευαστές. Και οι Κάτοικοι δεν πλησίαζαν τα
χαμηλά επίπεδα. Σ όλα τα πάνω πατώματα
επικρατούσε φοβισμένη σιωπή.
Έτσι η πόλη μεγάλωνε...