Ο Μνημονικός Τζόνυ

William Gibson
Johnny Mnemonic (1981)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας

Έχωσα το κοντόκανο μέσα σε μια τσάντα Αντίντας και το σκέπασα με τέσσερα ζευγάρια κάλτσες του τένις. Κάθε άλλο παρά στο στυλ μου ήταν όλα αυτά, αλλά εδώ ακριβώς ήταν το κόλπο. Όταν νομίζουν πως θα τους τη βγεις άγρια, εσύ το παίζεις με τέχνη κι όταν έχουν την εντύπωση πως θα παίξεις το παιχνίδι με τέχνη, εσύ τους τη φέρνεις ζόρικα. Εγώ είμαι από τη φύση μου πολύ τεχνικός / τεχνοκρατικός. Αποφάσισα λοιπόν να το παίξω όσο πιο ζόρικα γίνεται. Την σήμερον ημέρα όμως, αν έχεις σκοπό να πουλήσεις αγριάδα πρέπει και να κόβει πολύ το μυαλό σου και να πιάνουν τα χέρια σου.'Έπρεπε να κάτσω μόνος μου να φτιάξω σφαίρες δωδεκάρες για το όπλο. Βρήκα ένα κομμάτι μπρούντζο, το έβαλα στον τόρνο κι έφτιαξα τους κάλυκες. Μετά έπρεπε να τους γεμίσω. Επίσης έπρεπε να ψάξω να βρω το μικροφίλμ με τις οδηγίες για το γέμισμα φυσιγγιών με το χέρι και να φτιάξω μια χειροκίνητη πρέσα για να βάλω τα καψούλια - όχι και τόσο εύκολη δουλειά δω που τα λέμε. Ήξερα πάντως ότι θα δούλευαν.

Το ραντεβού ήταν για τις 23:00 στο Ντρομ. Πήρα τον υπόγειο αλλά κατέβηκα τρεις στάσεις πιο κάτω και γύρισα πίσω με τα πόδια. Αλάνθαστη τακτική.
Κοιτάχτηκα στον χρωμιωμένο τοίχο μιας καφετέριας: τυπικός Καυκάσιος με αδρά χαρακτηριστικά, κοντό λαιμό και μαύρα μαλλιά.

Τα κορίτσια στο «Αντερ δε Νάιφ» ήταν φανατικές Σόνυ Mάo κι αυτό τις έκανε να τονίζουν όλο και πιο πολύ τα μάτια τους με επικανθίδες καθότι ήτανε πολύ πιο σικ να μοιάζεις με Μογγόλο. Κάτι τέτοιο δεν θα ξεγελούσε βέβαια τον Λευκό Ράλφι, το Πρόσωπο, θα βοήθαγε όμως εμένα να βρω ένα τραπέζι δίπλα του.
Το Ντρομ είναι ένας μακρύς, στενός, μονοκόμματος χώρος με ένα μπαρ στη μια μεριά και τραπέζια στην άλλη, γεμάτο νταβάδες, στοιχηματζήδες καθώς και μιαν απόκρυφη αλλά εντυπωσιακή ομάδα μεταπρατών. Το βράδυ εκείνο στην πόρτα στέκονταν οι Μαγνητικές Ντογκ Σίστερς, πράγμα που με έκανε να μην χαίρομαι ιδιαίτερα αν κάτι πήγαινε στραβά κι έπρεπε να την κοπανήσω από εκείνη την πόρτα. Ήταν κάπου δυο μέτρα ψηλές κι αδύνατες σαν κυνηγόσκυλα. Η μια ήταν λευκή κι η άλλη μαύρη, όμως πέρα απ' αυτό ήταν όμοιες σαν δυο σταγόνες νερό, όσο όμοιες βέβαια μπορούσαν να γίνουν με τα επιτεύγματα της αισθητικής χειρουργικής. Ήταν ερωτικό ζευγάρι εδώ και πολλά χρόνια κι ήταν να μη σου τύχει να μπλέξεις σε καβγά μαζί τους. Ποτέ μου δεν κατάφερα να ξεχωρίσω ποια από τις δυο τους ήταν στην αρχή άντρας.
Ο Ράλφι καθόταν όπως πάντα στο τραπέζι του. Μου χρώσταγε διάφορα λεφτά. Εγώ είχα εκατοντάδες megabytes καταχωνιασμένα στο κεφάλι μου σε μια ηλίθιο-σοφή βάση, πληροφορίες που δεν είχα καμιά απολύτως πρόσβαση πάνω τους. Ο Ράλφι τις είχε παρατήσει εκεί μέσα. Ποτέ δεν γύρισε για να τις ξαναπάρει. Μονάχα ο Ράλφι θα μπορούσε να αποκτήσει τα στοιχεία αυτά με έναν κωδικό προσπέλασης δικής του επινόησης. Και για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, δεν είμαι κανένας φτηνιάρης, οι υπερωρίες όμως που έχω κάνει για αποθήκευση στοιχείων είναι αστρονομικές. Κι όσο για τον Ράλφι, αυτόν τον βλέπαμε σπάνια.
Αργότερα άκουσα πως ο Ράλφι είχε σκοπό να με βγάλει από τη μέση. Αποφάσισα λοιπόν να τον συναντήσω στο Ντρομ, όχι βέβαια με το δικό μου το όνομα αλλά σαν 'Εντουαρντ Μπαξ, εισαγωγέας λαθραίων, πρώην της «Ρίο & Πεκίνου».
Το Ντρομ βρωμούσε μπίζνα, μια αποπνικτική μεταλλική μυρωδιά νευρικής έντασης. Διάφοροι μπρατσάδες σκορπισμένοι εδώ κι εκεί ανάμεσα στο πλήθος σχημάτιζαν μεταξύ τους ένα εύκαμπτο δίκτυο. Προσπαθούσαν να έχουν κάποιο ελαφρύ χαμόγελο, συχνά όμως αυτό χανόταν μέσα στον όγκο, που από τις πολλές μεταμοσχεύσεις μυώνων είχε χασει πλέον κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό.

Με συγχωρείτε. Με συγχωρείτε, φίλοι μου. Δεν είμαι παρά ο 'Εντι Μπαξ, ο Γρήγορος 'Εντι, ο Εισαγωγέας, με την απερίγραπτη επαγγελματική αθλητική του τσάντα, και παρακαλώ, μη δίνετε σημασία σ' ετούτη τη σχισμή φαρδιά ίσα που να χωράει το δεξί του χέρι.

Ο Ράλφι δεν ήταν μόνος. Ογδόντα κιλά ξανθό Καλιφορνέζικο κρέας κούρνιαζαν σε επιφυλακή στη διπλανή καρέκλα χωρίς να αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για το αν κατέχουν ή όχι τις πολεμικές τέχνες.
Ο Γρήγορος 'Εντι Μπαξ καθόταν στην καρέκλα απέναντί τους πριν καλά-καλά τα χέρια του κρέατος προλάβουν να τραβηχτούν από το τραπέζι. «Έχεις μαύρη ζώνη;» ρώτησα ανυπόμονα. Κούνησε το κεφάλι του ενώ τα γαλάζια του μάτια σάρωναν αυτόματα το πεδίο ανάμεσα στα μάτια και τα χέρια μου. «Κι εγώ», είπα. «Τη δικιά μου την έχω εδώ μέσα στην τσάντα". Κι έχωσα το χέρι μου μέσα στην τρύπα και τράβηξα την ασφάλεια. Κλικ. «Δίκαννο δωδεκάρι, και με τις δυο σκανδάλες ενωμένες μαζί».
«Έχεις δηλαδή όπλο», είπε ο Ράλφι απλώνοντας απότομα το χέρι του πάνω στο τσιτωμένο, μπλε νάιλον στήθος του γορίλα για να τον συγκρατήσει. «Ο Τζόννυ μας έχει κάποιο αρχαίο πυροβόλο μέσα στην τσάντα του». Ως εδώ ο 'Εντουαρντ Μπαξ.
Πιστεύω ότι πάντα ήταν ο Ράλφι Τάδε ή ο Ράλφι Δείνα, όμως το επώνυμό του αυτό το όφειλε σίγουρα σε μία και μοναδική του ματαιοδοξία. Έχοντας μια σωματική κατασκευή σαν παραγινωμένο αχλάδι είχε κρατήσει εκείνη τη χιλιοφορεμένη φάτσα του Λευκού Χριστιανού είκοσι ολόκληρα χρόνια, εκείνη την πάλαι ποτέ διάσημη φάτσα του Λευκού Χριστιανού, αρχηγού της «Αριας Μπάντας Ρέγγε», γνωστότερος σαν «Σόνυ Μάο» στους οπαδούς του και τελικός πρωταθλητής του φυλετικού ροκ. Ξέρω καθώς βλέπετε και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες.
Λευκός Χριστιανός: κλασική φάτσα ποπ με μυς τραγουδιστή υψηλής ευκρίνειας, σμιλεμένα ζυγωματικά. Έτσι που να φαίνεται αγγελικός με τον ένα φωτισμό και διεφθαρμένος με τον άλλον. Όμως τα μάτια του Ράλφι σιγόκαιγαν πίσω απ' αυτό το προσωπείο, μικρά, κρύα και σκοτεινά.
«Παρακαλώ», είπε, «ας ξεκαθαρίσουμε την υπόθεση αυτή σαν σωστοί επιχειρηματίες». Η φωνή του είχε ένα φοβερό τόνο αρπακτικής ειλικρίνειας και οι άκρες του όμορφου, Λευκού-Χριστιανικού του στόματος ήταν πάντα υγρές. «Ο Λιούις από 'δω», δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού του προς τη μεριά του σωματαρά, «είναι πάρα πολύ ζόρικος». Ο Λιούις δεν έδειξε την παραμικρότερη αντίδραση στο σχόλιο και μάλλον έμοιαζε με συναρμολογούμενο, σαν να είχε φτιαχτεί από κιτ. «Εσύ δεν είσαι φτιαγμένος για ζοριλίκια, Τζόννυ».
«Έτσι νομίζεις Ράλφι; Κι. όλες αυτές οι μεταμοσχεύσεις όπου παρατάς τ' άπλυτά σου όσο γυρνάς δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας για ανθρώπους να με καθαρίσουν; Αυτό που κουβαλάω όμως μέσα στη τσάντα Ράλφι, νομίζω ότι θα σε αναγκάσει να δώσεις κάποιες εξηγήσεις».
«Πρόκειται για την τελευταία παρτίδα εμπορεύματος, Τζόννυ». Αναστέναξε βαθιά. «Στη δουλειά που κάνω, σαν μεσίτης-»
«Κλεπταποδόχος», τον διόρθωσα. «Σαν μεσίτης, πρέπει πάντα να εξετάζω καλά την πηγή του εμπορεύματος».
«Αγοράζεις μονάχα απ' αυτούς που κλέβουν τα καλύτερα. Κατάλαβα».
Αναστέναξε άλλη μια φορά. «Προσπαθώ», είπε βαριεστημένα, «να μην αγοράζω από ηλίθιους. Αυτή τη φορά όμως, φοβάμαι ότι την πάτησα».
Ο τρίτος αναστεναγμός ήταν και το τελικό σύνθημα για να βάλει μπροστά ο Λιούις τον νευρικό αποδιοργανωτή που μου είχαν βάλει κάτω από το τραπέζι.
'Έβαλα όλη μου τη δύναμη για να λυγίσω τον δείκτη του δεξιού μου χεριού, αλλά από ό,τι φάνηκε δεν ήμουν πια συνδεδεμένος μαζί του. Αισθανόμουν τη μεταλλική επιφάνεια του όπλου και την αφρώδη ταινία που είχα τυλίξει γύρω από την κοντόχοντρη λαβή, τα χέρια μου όμως είχαν παγώσει σαν το κερί, τα ένιωθα αδρανή και πολύ μακριά μου. Είχα την ελπίδα ότι ο Λιούις σαν σωστός βλάκας γορίλας θα έσκυβε να μου πάρει την τσάντα από τα χέρια όπου το κοκαλωμένο μου δάχτυλο βρισκόταν σκαλωμένο πάνω ακριβώς στη σκανδάλη. Τελικά όμως αποδείχτηκε πιο έξυπνος.
«Ανησυχήσαμε πολύ με σένα Τζόννυ. Πάρα πολύ. Βλέπεις, αυτό που έχεις εκεί πέρα ανήκει στη Γιακούζα. Κάποιος βλάκας πήγε και τους το βούτηξε, Τζόννυ. Ένας βλάκας που θα φύγει από τη μέση».
Ο Λιούις χασκογέλασε.

Κατάλαβα τι εννοούσε, κατάλαβα πολύ καλά μάλιστα λες και μου είχαν βάλει σακιά με βρεγμένη άμμο γύρω από το κεφάλι. Δεν ήταν στο στυλ του Ράλφι να σκοτώνει. Ούτε καν ο Λιούις δεν ήταν στο στυλ του Ράλφι. Όμως κάποια συγκυρία τον είχε φέρει ανάμεσα στα Παιδιά του Νέου Χρυσάνθεμου και είτε κάτι που τους ανήκε, ή μάλλον σε κάτι δικό τους που ανήκε σε κάποιον άλλον. Ο Ράλφι θα μπορούσε φυσικά να χρησιμοποιήσει τον κωδικό του για να με κάνει να μπω σε ηλίθιο-σοφή λειτουργία και να ξεράσω το κλεμμένο πρόγραμμα από το οποίο μετά δεν θα θυμόμουνα τίποτα. Για έναν κλεπταποδόχο σαν τον Ράλφι αυτό θα ήταν αρκετό κάτω από κανονικές συνθήκες. Όχι όμως και για την Γιακούζα.. H Γιακούζα θα ήξερε οπωσδήποτε για τα «Κεφαλόποδα» και σίγουρα δεν θα καθόταν να ασχοληθεί με κάποιον που θα βούταγε μέσα από το κεφάλι μου τα αμυδρά αλλά ανεξίτηλα ίχνη του προγράμματός τους. Εγώ προσωπικά δεν ήξερα και πολλά πράγματα για τα «Κεφαλόποδα», πέρα από κάποιες ιστορίες που είχε πάρει το αυτί μου και τις οποίες είχα αποφασίσει να μην αναφέρω ποτέ στους πελάτες μου. Κάτι τέτοιο είμαι σίγουρος πως δεν θα άρεσε στη Γιακούζα, έμοιαζαν πολύ με ενοχοποιητικά στοιχεία. Και σίγουρα δεν θα είχαν φτάσει εκεί που βρίσκονται τώρα αν άφηναν από 'δω κι από 'κει αποδεικτικά στοιχεία. 'Η ανθρώπους που ήξεραν.
Ο Λιούις μόρφαζε παράξενα. Νομίζω ότι οραματιζόταν κάποιο σημείο λίγους πόντους πίσω από το κούτελό μου και σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να φτάσει ως εκεί από τη δύσκολη οδό.
«'Ει», είπε μια σιγανή γυναικεία φωνή κάπου πίσω από τον δεξί μου ώμο, «δεν φαίνεται να το διασκεδάζετε και τόσο εσείς εδώ πέρα».
«Δίνε του, τσούλα", είπε ο Λιούις χωρίς την παραμικρή έκφραση στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Κενή ήταν και η έκφραση στο πρόσωπο του Ράλφι.
«Λίγο κέφι καουμπόηδες. Θέλετε ν' αγοράσετε λίγη καλή ελεύθερη βάση;» Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε στα γρήγορα πριν προλάβουν να την σταματήσουν. Βρισκόταν στην άκρη μόλις του σταθερού οπτικού μου πεδίου, ένα κορίτσι λεπτό με γυαλιά-καθρέφτες και μαύρα μαλλιά κομμένα σε ένα απροσδιόριστο απεριποίητο στυλ. Φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο ανοιχτό μπροστά που άφηνε να φανεί ένα κοντομάνικο μπλουζάκι αυλακωμένο διαγώνια με κόκκινες και μαύρες ρίγες. «Οχτώ χήνες η γραμμή».

Ο Λιούις ρουθούνισε από την οργή του και προσπάθησε να της τραβήξει μια να φύγει μαζί με την καρέκλα. Κάπου όμως δεν υπολόγισε σωστά την απόσταση και το χέρι της φάνηκε να σηκώνεται ψηλά και να τον ακουμπά κάπου στον καρπό καθώς βρισκόταν ακόμη στον αέρα. Φωτεινό, ολοζώντανο αίμα πιτσίλισε το τραπέζι. Ο Λιούις βαστούσε σφιχτά τον καρπό του που είχε αρχίσει να χάνει το χρώμα του ενώ το αίμα έσταζε ανάμεσα από τα δάχτυλά του.
Ναι, αλλά αφού δεν κράταγε τίποτα στα χέρια της.
Αυτό που χρειαζόταν αυτός τώρα ήταν ένας συνδετήρας για τον κομμένο του τένοντα. Σηκώθηκε προσεκτικά χωρίς να τραβήξει καν την καρέκλα του. Η καρέκλα αναποδογύρισε, κι όσο γι' αυτόν βγήκε από το οπτικό μου πεδίο χωρίς να πει κουβέντα.
«Καλά θα έκανε να πάει σε κανέναν γιατρό», είπε αυτή. «Κόπηκε άσχημα».
«Δεν έχεις ιδέα», είπε ο Ράλφι με φωνή που ξαφνικά ακουγόταν πολύ κουρασμένη, «σε τι μπελάδες μπήκες μόλις τώρα».
«Δεν μου κάνεις πλάκα; Μυστήριο. Εγώ τη βρίσκω πολύ με τα μυστήρια. Ο φίλος σου από 'δω για παράδειγμα πώς κι είναι τόσο ήσυχος; Έχει μείνει κόκαλο. 'Η τούτο 'δω το πραγματάκι, τι δουλειά κάνει;» και του έδειξε τη συσκευή που ποιος ξέρει πώς είχε καταφέρει να τη βουτήξει από τον Λιούις. Ο Ράλφι φαινόταν σαν να είχε αρρωστήσει.
«Θα 'θελες... ας πούμε διακόσια πενήντα χιλιάρικα για να μου δώσεις αυτό που κρατάς και να πας μια βόλτα;» Ένα χοντρό χέρι σηκώθηκε για να χαϊδέψει νευρικά το χλωμό, ισχνό του πρόσωπο.
«Αυτό που θέλω εγώ», είπε παίζοντας στα δάχτυλά της τη μικρή συσκευή, «είναι μια δουλειά. Το αγόρι σου χάλασε το χέρι του. Διακόσια πενήντα όμως φτάνουν για προκαταβολή».
Ο Ράλφι ξεφούσκωσε απότομα κι έβαλε τα γέλια αφήνοντας να φανούν τα δόντια του, που σίγουρα δεν ανταποκρίνονταν στα Λευκο-Χριστιανικά στάνταρ. Τότε εκείνη έκλεισε τον αποδιοργανωτή.
«Δυο εκατομμύρια», είπα.
«Τέτοιοι τύποι μ' αρέσουν εμένα", είπε γελώντας αυτή. «Τι έχει μέσα η τσάντα;»
«Ένα κοντόκανο».
«Ζόρικα». Ίσως να ήταν και κομπλιμέντο.
Ο Ράλφι δεν είπε τίποτα.
«Με λένε Μίλιονς. Μόλυ Μίλιονς. Αφεντικό πώς τη βλέπεις, έχεις όρεξη να φύγεις από 'δω μέσα; 'Έχουν αρχίσει να μας κοιτάνε». Σηκώθηκε όρθια. Φορούσε δερμάτινο τζην στο χρώμα του ξεραμένου αίματος.

Και τότε πρόσεξα ότι οι φακοί-καθρέφτες που φορούσε ήταν ένθετοι που είχαν μπει με χειρουργική επέμβαση. Η ασημένια καλύπτρα ξεκινούσε από τα ανασηκωμένα ζυγωματικά της και σφράγιζε εντελώς τους βολβούς μέσα στις κόγχες των ματιών της. Είδα το καινούριο μου πρόσωπο να καθρεφτίζεται εκεί μέσα εις διπλούν.

«Εγώ είμαι ο Τζόνυ», είπα. «Θα πάρουμε τον μίστερ Φέης μαζί μας».
Αυτός στεκόταν απ' έξω και περίμενε. Θύμιζε συνηθισμένο τεχνο-τουρίστα με το πλαστικό του παντελόνι σε απομίμηση δέρματος κουναβιού και το ηλίθιο Χαβανέζικο πουκάμισο με τις στάμπες τού πιο γνωστού μοντέλου μικρο-επεξεργαστή της εταιρείας του. Ένας μικροκαμωμένος, ήσυχος τύπος από αυτούς που καταλήγουν συνήθως να μεθύσουν με σάκι σε κάποιο μπαρ που σερβίρει μικροσκοπικά κράκερ από ρύζι με γαρνιτούρα φύκια. Έμοιαζε με εκείνους που τραγουδούν τον ύμνο της εταιρείας και συγχρόνως κλαίνε, με εκείνους που κάνουν ατέλειωτες χειραψίες με τον μπάρμαν, αυτούς που οι νταβατζήδες και τα ντηλέρια τους αφήνουν στην ησυχία τους αφού κάνουν «μπαμ» ότι είναι συντηρητικοί από κούνια. Από αυτούς που δεν ξενυχτάνε και μετράνε καλά τα λεφτά τους.
Απ' ό,τι κατάλαβα αργότερα, θα πρέπει να του είχαν ακρωτηριάσει ένα μέρος από τον αριστερό του αντίχειρα σε κάποιο σημείο ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη κλείδωση και να είχαν αντικαταστήσει το κομμάτι με ένα τεχνητό μέρος που ήταν κούφιο από μέσα κι όπου είχαν τοποθετήσει ένα καρούλι και μια υποδοχή φτιαγμένα από ένα υλικό της 'Ονο-Σεντάι ανάλογο του διαμαντιού. Κατόπιν θα είχαν γεμίσει προσεκτικά το καρούλι με τρία μέτρα μονομοριακού νήματος.

Η Μόλυ σταμάτησε για λίγο για κάποια μυστήρια συναλλαγή με τις Μαγνητικές Ντογκ Σίστερς δίνοντάς μου έτσι εμένα την ευκαιρία να βγάλω έξω τον Ράλφι με την τσάντα κολλημένη απαλά στη βάση της ραχοκοκαλιάς του. Απ' ό,τι φαινόταν τις ήξερε καλά. Ακουσα τη μαύρη που γελούσε.
Σαν από κάποιο ασυνήθιστο αντανακλαστικό κοίταξα κατά πάνω στα φωτεινά τόξα που πλανιόντουσαν ψηλά και τις σκιές που έριχναν οι γεωδαιτικοί θόλοι. Ίσως γιατί δεν τα είχα συνηθίσει και τελικό ίσως αυτό να με έσωσε.
Ο Ράλφι συνέχισε να περπατάει και δεν νομίζω ότι προσπαθούσε να το σκάσει. Νομίζω ότι είχε παραδεχτεί την ήττα του και μάλλον είχε καταλάβει τι του ετοιμάζαμε.

Έκανα μια γρήγορη αναδρομή στο χρόνο για να τον δω να εκρήγνυται.

Μνήμη σε λεπτομερειακή επανάληψη των γεγονότων μας δείχνει τον Ράλφι να πηγαίνει μπροστά καθώς ο μικρόσωμος τεχνο-ανθρωπάκος ξεγλιστρά μ' ένα χαμόγελο από εκεί που δεν τον περιμένει κανείς. Μια ελαφριά υπόκλιση κι ο αντίχειρας του αριστερού του χεριού σπάει ξαφνικά. Ταχυδακτυλουργικό κόλπο: το δάχτυλο φαίνεται σαν να κρέμεται στον αέρα. Με καθρέφτες; Με σύρματα; Και τότε o Ράλφι σταματά με την πλάτη γυρισμένη σε μας, μαύρα αυλάκια ιδρώτα στις μασχάλες του ανοιχτόχρωμου καλοκαιρινού του κουστουμιού. Έχει καταλάβει. Θα πρέπει να έχει καταλάβει. Η ψεύτικη άκρη του δάχτυλου που κρέμεται σαν βαρίδι ξετυλίγεται απότομα, κάνει μερικές γρήγορες στροφές στον αέρα και ξαμολιέται σαν φαντασμαγορικό γιο-γιο προς τη μεριά του ενώ η κλωστή που είναι δεμένη με το χέρι του δολοφόνου κόβει σαν αόρατο ξυράφι το κρανίο του Ράλφι, λίγο πιο πάνω από τα φρύδια, ξανασηκώνεται και κατεβαίνει με δύναμη χωρίζοντας στα δυο το αχλαδόσχημο στέρνο του, διαγώνια από τον ώμο ως το κάτω μέρος των πλευρών. Το νήμα αυτό κόβει τόσο τέλεια που δεν προλαβαίνει να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα μέχρι που οι συνάψεις των νεύρων αρχίζουν να τρελαίνονται και οι πρώτοι σπασμοί παραδίνουν το σώμα στη δύναμη της βαρύτητας.
Ο Ράλφι σωριάστηκε κάτω μέσα σε ένα ρευστό ροζ σύννεφο. Τα τρία κομμάτια του κορμιού του, ασύνδετα πλέον, σκόρπισαν δεξιά-αριστερά πάνω στο πλακόστρωτο. Μέσα σε απόλυτη ησυχία.
Σήκωσα την τσάντα ενώ έτρεμα ολόκληρος. Το κλώτσημα του όπλου παραλίγο να μου σπάσει το χέρι.

Πρέπει να είχε αρχίσει να βρέχει. Νερό κατρακυλούσε από τις ρωγμές ενός μισοκατεστραμμένου γεωδαιτικού θόλου και πιτσίλιζε τα πλακάκια από πίσω μας. Κουλουριαστήκαμε στο στενό χώρισμα ανάμεσα σε ένα ινστιτούτο αισθητικής χειρουργικής κι ένα παλαιοπωλείο. Η Μόλυ πλησίασε στη γωνία το μάτι-καθρέφτη της κι ανέφερε ότι μόλις είχε καταφθάσει έξω από το Ντρομ ένας θαλαμίσκος Φολκς με τα κόκκινα φώτα του να αναβοσβήνουν. Μάζευαν τα υπολείμματα του Ράλφι. Ρωτούσαν.

Εγώ είχα γεμίσει ολόκληρος με καψαλισμένα χνούδια. Οι κάλτσες του τένις. Η τσάντα είχε καταντήσει μια κουρελιασμένη πλαστική χειροπέδη γύρω από το χέρι μου. «Δεν καταλαβαίνω πώς διάολο αστόχησα».
«Γιατί είναι γρήγορος. Υπερβολικά γρήγορος». Αγκάλιασε τα γόνατα της κι άρχισε να κουνιέται μπρος πίσω πάνω στα τακούνια από τις μπότες της. «Έχει πουσαρισμένο νευρικό σύστημα. Εργοστασιακη κατασκευή». Έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο κι άφησε μια μικρή φωνούλα ευχαρίστησης. «Δεν πρόκειται να μου ξεφύγει εμένα αυτός. Απόψε κιόλας. Είναι ο καλύτερός τους, το νούμερο ένα, ο πιο καλοπληρωμένος, το τεχνικό τους επίτευγμα».
«Κάνε όνειρα εσύ για τα δύο εκατομμύρια. Τον τύπο δεν τον βάζεις με τίποτα στο χέρι. Ο φίλος σου έχει βγει από τα καζάνια της Χίμπα Σίτυ. Αυτός είναι φονιάς της Γιακούζα».
«Απ' την Χίμπα, ε; Βλέπεις, κι η Μόλυ είναι της Χίμπα», είπε και μου έδειξε τα χέρια της ανοίγοντας λίγο τα δάχτυλα. Τα δάχτυλά της ήταν λεπτά και στένευαν στις άκρες. Φάνταζαν κάτασπρα μπροστά στο χτυπητό γυαλιστερό κόκκινο χρώμα των νυχιών της. Δέκα λεπίδες ξεπετάχτηκαν από τις θήκες τους κάτω από τα νύχια, η κάθε μια τους ένα λεπτό, δίκοπο νυστέρι από γαλαζωπό ατσάλι.

Ποτέ μου δεν είχα μείνει για πολύ στην Πόλη της Νύχτας. Δεν υπήρχε κανείς εκεί κάτω που να έχει κάτι που θα με πλήρωνε για να το θυμάμαι, άσε δε που οι πιο πολλοί είχαν κάθε λόγο να πληρώνουν τακτικά για να ξεχαστεί. Γενιές ολόκληρες από ελεύθερους σκοπευτές είχαν σακατέψει όλα τα νέον μέχρι που τα συνεργεία συντήρησης βαρέθηκαν να τα αλλάζουν και τελικά τα παράτησαν. Ακόμα και το μεσημέρι τα τόξα φάνταζαν κατάμαυρα μπροστά στη χλομάδα του ουρανού.
Πού θα πήγαινες αν η πλουσιότερη εγκληματική οργάνωση του κόσμου είχε απλώσει από πάνω σου τα μακριά της δάχτυλα; Πού θα μπορούσες να κρυφτείς από τη Γιακούζα, την τόσο πανίσχυρη που διαθέτει τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους και τουλάχιστον τρία διαστημικά λεωφορεία; Η Γιακούζα είναι πράγματι πολυεθνική σαν την ΙΤΤ και την 'Ονο-Σεντάι. Πενήντα χρόνια προτού γεννηθώ εγώ, η Γιακούζα είχε κιόλας απορροφήσει τις Τριάδες, τη Μαφία, την Ένωση των Κουφαριών.
Η Μόλυ είχε έτοιμη την απάντηση: Πας και κρύβεσαι στο Φρεάτιο, στο πιο βαθύ διάζωμα όπου κι η μικρότερη εξωτερική επέμβαση δημιουργεί αμέσως ομόκεντρα κύματα ωμής απειλής. Κρύβεσαι στην Πόλη της Νύχτας. 'Η, ακόμα καλύτερα, κρύβεσαι πάνω από την Πόλη της Νύχτας, μιας και το Φρεάτιο είναι αντεστραμμένο κι επομένως το κάτω μέρος της γούβας ακουμπά στον ουρανό, τον ουρανό που ποτέ δεν βλέπει η Πόλη της Νύχτας καθώς ιδροκοπάει κάτω από το στερέωμα από ακρυλική ρητίνη, εκεί ψηλά όπου οι Λο Τεκς κουλουριάζουν στο σκοτάδι σαν γοτθικές υδρορροές με τα μαυραγορίτικα τσιγάρα να κρέμονται από τα χείλια τους.
Είχε και μιαν άλλη απάντηση.
«Ώστε είναι καλά κλειδωμένα μέσ' στο κεφάλι σου, ε Τζόννυ; Δεν υπάρχει περίπτωση να βγάλουμε από 'κει μέσα το πρόγραμμα χωρίς το σύνθημα;» Με οδήγησε στις σκιές που περίμεναν πίσω από τη φωτεινή σωληνωτή πλατφόρμα. Οι τσιμεντένιοι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με αλλεπάλληλα στρώματα από γκράφιτι, ολόκληρα χρόνια απ' αυτά, σχηματίζοντας τελικά μια κακογραμμένη μετα-γραφή οργής κι απόγνωσης.
«Τα αποθηκευμένα στοιχεία τροφοδοτούνται μέσα από μια τροποποιημένη σειρά μικροχειρουργικών αντιαυτιστικών προσθέσεων», είπα χωρίς να πάρω ανάσα σε μια μουδιασμένη έκδοση του γνωστού επαγγελματικού μου τόνου. «Ο κώδικας του κάθε πελάτη βρίσκεται αποθηκευμένος σε ειδικό τσιπ, που αν εξαιρέσουμε τα «Κεφαλόποδα», κάτι που δεν αρέσει σε εμάς του επαγγέλματος να το συζητάμε, δεν υπάρχει τρόπος να βρεις αυτή τη φράση. Δεν μπορείς να την βγάλεις από εκεί μέσα με τίποτα, ούτε με βασανιστήρια ούτε με κανέναν άλλο τρόπο, γιατί απλούστατα δεν την ξέρω, ούτε και την έμαθα ποτέ».
«Κεφαλόποδα; Εκείνα τα γλοιώδη πράματα με τα πλοκάμια;» Βγήκαμε σε έναν ερημωμένο δρόμο, σε κάποια αγορά. Σκοτεινές φιγούρες μας παρακολουθούσαν από την αντίπερα μεριά μιας προχειροστημένης πλατείας γεμάτης ψαροκέφαλα και σάπια φρούτα.
«Υπεραγώγιμοι ανιχνευτές κβαντικής παρεμβολής. Χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο για να ανακαλύπτουν τα υποβρύχια και να ταπώνουν τα κυβερνητικά συστήματα του εχθρού».
«Σοβαρά; Του Ναυτικού; Απ'τον πόλεμο; Μπορεί το "Κεφαλόποδο» να διαβάσει την πλακέτα σου;» Είχε σταματήσει να περπατάει κι ένιωθα πάνω μου τη ματιά της πίσω από εκείνους τους δίδυμους καθρέφτες.
«Ακόμη και τα πιο πρωτόγονα μοντέλα μπορούσαν να ανιχνεύσουν ισχύ μαγνητικού πεδίου ίση με το ένα δισεκατομμυριοστό της γεωμαγνητικής δύναμης. Σαν να ξεχωρίζεις ψίθυρο ανάμεσα στις κραυγές ολόκληρου γηπέδου».
«Αυτό το καταφέρνουν κι οι μπάτσοι με τα λέιζερ και τα παραβολικά μικρόφωνα».
«Παρ' όλα αυτά τα στοιχεία σου παραμένουν ασφαλισμένα». Το γόητρο του επαγγελματία. «Καμιά κυβέρνηση δεν θα δεχόταν να χρησιμοποιεί "Κεφαλόποδα" η αστυνομία της, ούτε καν η Ασφάλειά της. Κινδυνεύουν να τη φάνε από μέσα, ενδοϋπηρεσιακά, με υποκλοπές και τα παρόμοια».
«Του Ναυτικού;» είπε και το χαμόγελό της άστραψε μέσα στις σκιές. «Του Ναυτικού, ε; Έχω ένα φίλο εδώ κάτω που ήταν στο Ναυτικό. Τον λένε Τζόουνς. Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να τον συναντήσεις Είναι πρεζόνι όμως. Θα πρέπει να του πάμε κάτι».
«Πρεζόνι; »
«Δελφίνι».

Ήταν κάτι παραπάνω από δελφίνι, από τη σκοπιά όμως κάποιου δελφινιού ίσως να φαινόταν κάτι λιγότερο. Τον παρακολούθησα που στριφογυρνούσε νωθρά μέσα στη γαλβανισμένη δεξαμενή του. Το νερό ξεχείλιζε από τα πλάγια και μου έβρεχε τα παπούτσια. Το δελφίνι αυτό ήταν στρατιωτικό υλικό που είχε περισσέψει από τον πόλεμο. Ένας κυβερνητικός οργανισμός, ένα κυβοργ.
Ξεπρόβαλε από το νερό δείχνοντάς μας τα πλαϊνά καλύμματα του σώματός του, κάτι σαν οπτικό καλαμπούρι, όλη του σχεδόν η χάρη εξαφανιζόταν κάτω από την αρθρωτή πανοπλία την τόσο άχαρη και προϊστορική. Στις δυο μεριές του κρανίου του είχαν σχηματιστεί δίδυμες παραμορφώσεις μετά τις επεμβάσεις των μηχανικών για να τοποθετηθούν εκεί μέσα αισθητήριες μονάδες. Ασημένια έλκη γυάλιζαν στα εκτεθειμένα τμήματα του γκριζωπού του δέρματος.

Η Μόλυ σφύριξε. Ο Τζόουνς χτύπησε δυνατά την ουρά του κάνοντας το νερό να ξεχειλίσει για μια ακόμη φορά.
«Τι σόι μέρος είναι αυτό;» Κοίταξα τριγύρω ερευνητικά τις άμορφες σκιές μέσα στο σκοτάδι, σκουριασμένες αλυσίδες και πράγματα σκεπασμένα με μουσαμάδες. Πάνω από τη δεξαμενή κρεμόταν ένα άχαρο ξύλινο τελάρο γεμάτο σκονισμένα Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που σχημάτιζαν γραμμές και κάθετες στήλες.
«Παιδική χαρά. Τσίρκο και ζωολογικός κήπος. 'Ομιλείτε με την Πολεμική Φάλαινα'. Τέτοιο μέρος. Σοβαρή φάλαινα ο Τζόουνς...»
Ο Τζόουνς ανασηκώθηκε πάλι και με κάρφωσε με τη θλιμμένη και πανάρχαια ματιά του.
«Μιλάει;» Ξαφνικά με έπιασε να θέλω να φύγω από εκεί μέσα.
«Εδώ είναι το κόλπο. Τζόουνς, πες 'γεια σου'». Και ξαφνικά άναψαν όλα τα λαμπάκια από πάνω. Κόκκινα, άσπρα και μπλε.

«Είναι καλός με τα σύμβολα απ' ό,τι βλέπεις, αλλά ο κώδικας είναι περιορισμένος. Όταν ήταν στο Ναυτικό τον είχαν συνδέσει με οθόνη και ολόκληρο οπτικοακουστικό σύστημα». Από μια τσέπη του σακακιού της έβγαλε ένα μικρό φακελάκι. «Ολοκάθαρο πράμα, Τζόουνς. Το θέλεις;» Αυτός ξαφνικά πάγωσε μέσα στο νερό κι άρχιζε να βουλιάζει. Μ' έπιασε ένας παράξενος πανικός καθώς θυμήθηκα ότι δεν ήταν ψάρι. Μπορούσε να πνιγεί. «Θέλουμε το κλειδί για την τράπεζα του Τζόννυ. Και το θέλουμε αμέσως, Τζόουνς».
Τα φωτάκια τρεμόσβησαν. Έσβησαν.
«Αντε Τζόουνς, προσπάθησε!»

Μια άσπρη λάμψη νατρίου φέγγισε το πρόσωπό της τόσο δυνατά που τα χαρακτηριστικά της εξαφανίστηκαν, ένας απόλυτος μονοχρωματισμός, σκιές έντονες που ξεχύνονταν ασάλευτες από τα ζυγωματικά της.

Μπλε λαμπάκια, σταυρωτά. Σκοτάδι.
«Είναι καθαρό! Πεντακάθαρο. Έλα Τζόουνς"

Οι βραχίονες της κόκκινης σβάστικας ξετυλίχτηκαν πάνω στα ασημένια της γυαλιά. «Δώστου το», της είπα. «Αυτό είναι».
Αχ αυτός ο Ράλφι! Φαντασία μηδέν.

Ο Τζόουνς σήκωσε τον μισό θωρακισμένο του όγκο έξω από το νερό στην άκρη της δεξαμενής. Για μια στιγμή νόμισα ότι θα υποχωρούσε το μέταλλο. H Μόλυ του κάρφωσε τη σύριγγα πάνω από τον ώμο οδηγώντας τη βελόνα ανάμεσα σε δύο πλάκες. Το έμβολο έβγαλε ένα φιδίσιο ήχο. Αναψαν φωτεινά σχέδια, αναβόσβησαν σπασμωδικά πάνω στον πίνακα και μετά σιγά-σιγά το σκοτάδι.
Τον αφήσαμε να γυροφέρνει αποχαυνωμένος μέσα στο σκοτεινό νερό. Ίσως να ονειρευόταν τον πόλεμο στον Ειρηνικό, τις κυβερνητικές νάρκες που εξουδετέρωσε χώνοντας απαλά το ρύγχος του μέσα στα κυκλώματά τους με το «Κεφαλόποδο» που χρησιμοποίησε για να βρει την ηλίθια εκείνη λέξη-κλειδί του Ράλφι από το μικροτσίπ που ήταν θαμμένο κάπου μέσα στο κεφάλι μου.

«Καταλαβαίνω την γκάφα τους, να φύγει από υπηρεσία χωρίς να του πειράξουν τα μηχανήματα, αλλά δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί ένα κυβερνητικό δελφίνι να κολλήσει στην πρέζα».
«Ο πόλεμος φίλε μου», είπε αυτή. «Όλους τους είχαν ρίξει στην πρέζα στο Ναυτικό. Πώς αλλιώς θα τους κάνεις να δουλεύουν για σένα;»

«Δεν μου φαίνεται και πολύ καλή δουλειά αυτή», είπε ο πειρατής σκοπεύοντας με την τακτική αυτή να πιάσει μια καλύτερη τιμή. «Να σημαδέψεις τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο που δεν τον γράφουν ούτε τα βιβλία-»
«Χάνω τον καιρό μου με σένα και στο τέλος εσύ θα βγεις χαμένος», είπε η Μόλυ σκύβοντας πάνω από το γεμάτο γρατσουνιές πλαστικό του γραφείο για να τον σκουντήξει με το δάχτυλό της.
«Προτιμάς λοιπόν ν' αγοράσεις τα μικροκύματά σου από κάποιον άλλον;» Κάτω από το προσωπείο του Μάο κρυβόταν ένας τύπος που δεν υποχωρούσε εύκολα. Γέννημα-θρέμμα της Πόλης της Νύχτας κατά πάσα πιθανότητα.
Με μια κίνηση του χεριού της του κομμάτιασε το σακάκι σκίζοντάς του το πέτο χωρίς να αφήσει σημάδι στο υπόλοιπο ύφασμα.
«Συμφωνήσαμε λοιπόν ή όχι;»
«Εντάξει», είπε εκείνος κοιτάζοντας το σκισμένο του σακάκι με ένα βλέμμα που πολύ θα ήθελε να ήταν σκέτο ενδιαφέρον. «Εντάξει».
Καθώς εξέταζα τα δύο μαγνητόφωνα που μόλις είχαμε αγοράσει, η Μόλυ έβγαλε από την τσέπη που ήταν στην άκρη του μανικιού του σακακιού της το χαρτί που της είχα δώσει. Το ξεδίπλωσε και το διάβασε σιωπηλά κουνώντας μονάχα τα χείλια της. Ζάρωσε τους ώμους της. «Αυτό είναι;»
«Γράφουμε», είπα, πατώντας συγχρόνως τα δυο κουμπιά του Record στα δύο μαγνητόφωνα.
«Ο Λευκός Χριστιανός», άρχισε να απαγγέλλει, «και η Αρια Ρέγγε Μπάντα του».
Ο αφοσιωμένος Ράλφι, πιστός οπαδός ως την τελευταία του στιγμή.

Το πέρασμα στον ηλίθιο-σοφό τρόπο λειτουργίας είναι πάντα λιγότερο απότομο από ό,τι το περιμένω. Η βιτρίνα του πειρατή των ερτζιανών ήταν ένα γραφείο ταξιδιών στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, μέσα σε έναν παστέλ κύβο όπου καμάρωναν ένα γραφείο, τρεις καρέκλες κι ένα ξεθωριασμένο πόστερ κάποιας Ελβετικής λουτρόπολης σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη. Ένα ζευγάρι διακοσμητικά πουλιά με σώμα από φυσητό γυαλί και τενεκεδένια πόδια ρουφούσαν μονότονα από ένα πλαστικό φλιτζάνι με νερό πάνω σε ένα ράφι δίπλα ακριβώς από τον ώμο της Μόλυ. Καθώς περνούσα στην άλλη θέση λειτουργίας αυτά άρχισαν σταδιακά να επιταχύνουν μέχρι που τα φωσφοριζέ φτερωτά τους λοφία έγιναν δύο συμπαγή τόξα από χρώμα. Τα LED που έδειχναν τα δευτερόλεπτα στο πλαστικό ρολόι του τοίχου είχαν γίνει τώρα ένα μικρό φωτεινό δίχτυ που αναβόσβηνε χωρίς νόημα, κι όσο για τη Μόλυ και το αγόρι με τη φάτσα στυλ Μάο άρχισαν να χάνονται μέσα σε μια ομίχλη, τα χέρια τους να θολώνουν κάθε τόσο μέσα σε φαντάσματα των κινήσεών τους που θύμιζαν τη σπασμωδικότητα του πετάγματος των εντόμων. Κατόπιν όλα πάγωσαν μέσα σε μια γκριζόχρωμη στατικότητα και σε ένα ατελείωτο τονικό ποίημα σε μια τεχνητή γλώσσα.

Απόμεινα καθισμένος και τραγούδαγα για τρεις ολόκληρες ώρες το κλεμμένο πρόγραμμα του νεκρού Ράλφι.

Ο δρόμος απλώνεται σαράντα χιλιόμετρα από τη μια ως την άλλη του άκρη. Μια κουρελιασμένη επικάλυψη από γεωδαιτικούς θόλους του Φούλερ σκεπάζει αυτό που κάποτε ήταν μια αρτηρία των προαστείων. Όταν, σε μέρα που έχει διαύγεια, σβήσουν τα φώτα, αυτό που περνάει μέσα από τα στρώματα του ακρυλικού είναι ένα γκριζωπό φιλτραρισμένο φως που με πολλή προσπάθεια θυμίζει ήλιο, ένα θέαμα που φέρνει στο νου τα αρχιτεκτονικά σχέδια για φυλακές του Τζιοβάνι Πιρανέζι. Τα τρία τελευταία χιλιόμετρα στεγάζουν την Πόλη της Νύχτας. Η Πόλη της Νύχτας δεν πληρώνει φόρους καθότι εκεί δεν παρέχεται καμιά κοινωφελής υπηρεσία. Οι λάμπες του νέον είναι σβηστές κι οι θόλοι μαυρισμένοι από την κάπνα, δεκαετίες ολόκληρες ανάβουν φωτιές εκεί μέσα για να μαγειρέψουν. Στη μαυρίλα που επικρατεί στο καταμεσήμερο μέσα στην Πόλη της Νύχτας ποιος θα κάτσει να προσέξει μερικές ντουζίνες από τρελαμένα πιτσιρίκια που έχουν χαθεί μέσα στα σιδερένια δοκάρια της οροφής;

Σκαρφαλώναμε δυο ολόκληρες ώρες, ανεβήκαμε τσιμεντένια σκαλιά κι ατσάλινες σκαλωσιές με διάτρητα κιγκλιδώματα, περάσαμε εγκαταλειμμένες γέφυρες κι εργαλεία σκεπασμένα από τη σκόνη. Είχαμε μπει σε κάτι που έμοιαζε με αχρηστεμένη μάντρα επισκευών γεμάτη με τριγωνικά κομμάτια οροφών. Όλα όσα βρίσκονταν εκεί πέρα ήταν καλυμμένα με το ίδιο εκείνο ομοιόμορφο στρώμα από γκράφιτι: ονόματα συμμοριών, αρχικά, ημερομηνίες από τις αρχές του αιώνα. Το γκράφιτι μας ακολουθούσε καθώς ανεβαίναμε, αν κι οι επιγραφές γίνονταν όλο και πιο αραιές τώρα ώσπου το μόνο που συναντούσαμε πια κάθε τόσο ήταν συνέχεια το ίδιο όνομα: LO ΤΕΚ, με μαύρα κεφαλαία γράμματα και τη μπογιά να στάζει από κάτω.
«Ποιος είναι ο LO ΤΕΚ;»
«Οχι εμείς πάντως, αφεντικό». Η Μόλλυ ανέβηκε μιαν αλουμινένια σκύλα που κουνιόταν πέρα-δώθε κι εξαφανίστηκε μέσα σε μια τρύπα ενός φύλλου από κυματιστό πλαστικό. «Χαμηλή τεχνική, χαμηλή τεχνολογία». Το πλαστικό έπνιξε τη φωνή της. Την ακολούθησα τρίβοντας τον καρπό μου που πονούσε. «Οι Λο Τεκς θα βρουν πολύ ξεφτίλα το κόλπο σου με το ντουφέκι».
Μια ώρα αργότερα σερνόμουν μέσα από μιαν ακόμα τρύπα, στραβοπριονισμένη σε ένα βαθουλωμένο φύλλο από κοντραπλακέ, και συναντούσα τον πρώτο μου Λο Τεκ.

«Δεν τρέχει τίποτα», είπε η Μόλυ και με έπιασε από τον ώμο. «Ο Ντογκ είναι. Γεια σου, Ντογκ».
Μέσα από τη στενή αχτίδα του φακού της μας θωρούσε με το μοναδικό του μάτι βγάζοντας αργά μια παχιά σαρκώδη γλώσσα σε τόνους του γκρίζου για να γλύψει τους τεράστιους κυνόδοντες. Αναρωτήθηκα πώς γινόταν να θεωρούν τις μεταμοσχεύσεις δοντιών από Ντόμπερμαν σαν 'χαμηλή τεχνολογία'. Οι ανοσιοκαταστολείς δεν φυτρώνουν από μόνοι τους στο πεζοδρόμιο.
«Μολ». Η οδοντική προσαύξηση δυσκόλευε την ομιλία του. 'Ενα ρυάκι από σάλιο κύλησε από το στραβό κάτω χείλος του. «Σ' άκουσα που ερχόσουνα. Απ' ώρα». Ίσως να μην ήταν παραπάνω από δεκαπέντε χρονών, όμως τα σκυλόδοντα κι ένα λαμπρό μωσαϊκό από ουλές συνδυασμένο με την κόγχη του ματιού που έχασκε άδεια δημιουργούσαν μια μάσκα διαστροφής και κτηνωδίας. Χρειαζόταν μια δόση δημιουργικότητας και οπωσδήποτε καιρός για να μονταριστεί αυτό το πρόσωπο, κι αν καταλάβαινα καλά από τις πόζες που έπαιρνε σίγουρα το χαιρόταν να ζει πίσω απ' αυτό. Φορούσε ένα τζην που βρισκόταν στα όρια της διάλυσης, μαυρισμένο από την καπνιά και τις μουτζούρες, που γυάλιζε στα σημεία που τσάκιζε. Το στήθος και τα πόδια του ήταν γυμνά. 'Εκανε κάτι με το στόμα που έμοιαζε με γκριμάτσα. "Σε παρακολουθάνε".
Κάπου μακριά, κάτω στην Πόλη της Νύχτας, ένας νερουλάς διαλαλούσε την πραμάτεια του.
«Κουνιούνται τα σύρματα, Ντογκ;» Αστραψε ξαφνικά τον φακό της προς το πλάι και τότε πρόσεξα κάτι λεπτά νήματα που κατάληγαν σε μπουλόνια, νήματα που πήγαιναν ως την άκρη και κατόπιν χάνονταν.

«Σβήστο το γαμημένο το φως!»
Έκλεισε τον φακό της.
«Πώς και δεν έχει φως αυτός που σ' ακολουθάει;»
«Δεν το χρειάζεται. Είναι κακός μπελάς αυτός, Ντογκ. Αν κάνουν πως τον πειράζουν οι φρουροί σου θα τους μαζεύεις με το κουταλάκι»
«Μολ, είναι φίλος φίλος αυτός;» Ακουγόταν σαν να τον έτρωγε κάτι. Ακουσα τα πόδια του να στριφογυρίζουν πάνω στο φαγωμένο κοντραπλακέ.
«Όχι. Αλλά είναι δικός μου. Κι αυτός εδώ», χτυπώντας τον ώμο μου, «είναι φίλος. Μπήκες;»
«Εντάξει», είπε εκείνος χωρίς να δείξει ιδιαίτερο ενθουσιασμό και πλησίασε αθόρυβα ως την άκρη της πλατφόρμας, εκεί που βρίσκονταν τα μπουλόνια. Αρχισε να στέλνει κάποιο είδος μηνύματος χτυπώντας απαλό τα τεντωμένα νήματα.
Η Πόλη της Νύχτας απλωνόταν από κάτω μας σαν μια τεράστια ψεύτικη ποντικοφωλιά. Μικροσκοπικά παράθυρα έδειχναν πως υπήρχε μέσα φως από κεριά, ενώ ήταν ελάχιστα τα έντονα φωτεινά τετράγωνα που μαρτυρούσαν ηλεκτρικές μπαταρίες και λάμπες ασετιλίνης. Φαντάστηκα για λίγο τα γεροντάκια να παίζουν ατέλειωτες παρτίδες ντόμινο κάτω από τις χοντρές, ζεστές στάλες του νερού που πέφτει από τα βρεγμένα ρούχα που βρίσκονται απλωμένα στα σύρματα ανάμεσα στις χάρτινες παράγκες. Κατόπιν προσπάθησα να τον φανταστώ να σκαρφαλώνει υπομονετικά μέσα στα σκοτάδια με το πλαστικό του παντελόνι κι εκείνο το ηλίθιο πουκάμισο, ήρεμα, χωρίς την παραμικρή βιασύνη. Πώς μας έβρισκε;
«Ωραία, ξηγηθήκαμε», είπε η Μόλυ. «Μας μυρίζει»
«Τσιγαράκι;» Ο Ντογκ τράβηξε από την τσέπη του ένα τσαλακωμένο πακέτο κι έβγαλε από εκεί μέσα ένα ζουλιγμένο τσιγάρο. Έριξα μια λοξή ματιά στη μάρκα καθώς μου το άναβε με ένα σπίρτο της κουζίνας. 'Γιχεγιουάν' με φίλτρο, Καπνοβιομηχανία Πεκίνου. Κατάλαβα ότι οι Λο Τεκς ήτανε μαυραγορίτες. Ο Ντογκ και η Μόλυ ξαναγύρισαν στην κουβέντα που είχαν σχετικά με κάποια επιθυμία της Μόλυ να χρησιμοποιήσει κάποιο συγκεκριμένο χώρο που ανήκε στους Λο Τεκς.
«Σου 'χω κάνει τόσες χάρες εγώ. Αυτή την πίστα τη θέλω. Και θέλω και τη μουσική».
«Δεν ανήκεις στους Λο Τεκς...»
Η κουβέντα αυτή θα κράτησε κάπου ένα χιλιόμετρο με τον Ντογκ να μας οδηγεί μέσα από γέφυρες που ταλαντεύονταν επικίνδυνα και σκοινένιες σκάλες που έπρεπε να σκαρφαλώσουμε. Οι Λο Τεκς κολλάνε τους ιστούς και τις καβάτζες τους σα βδέλλες πάνω στο υλικό της πόλης με κάτι χοντρούς εποξικούς σβώλους και κοιμούνται πάνω από την άβυσσο πάνω σε διχτυωτές αιώρες. Η χώρα τους είναι τόσο ισχνή που σε ορισμένα σημεία το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι στηρίγματα για να πιαστείς και να πατήσεις, πριονισμένα πάνω στα δοκάρια της γεωδαιτικής στέγης.
Killing Floor, Πίστα της Εξόντωσης, το ονόμαζε η Μόλυ. Σκαρφάλωνα πίσω της, τα καινούρια μου παπούτσια του 'Εντι Μπαξ γλιστρούσαν πάνω στο φαγωμένο μέταλλο και το υγρό κοντραπλακέ κι αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε άραγε να είναι πιο επικίνδυνη η υπόλοιπη περιοχή. Συγχρόνως διαισθάνθηκα πως οι διαμαρτυρίες του Ντογκ ήταν τελετουργικές πιο πολύ κι ότι αυτή περίμενε οπωσδήποτε να πάρει αυτό που του ζητούσε, ότι κι αν ήταν αυτό.

Κάπου χαμηλά, κάτω από τα πόδια μας, ο Τζόουνς θα στριφογύρναγε μέσα στη δεξαμενή του νιώθοντας τις πρώτες σουβλιές της στέρησης. Η αστυνομία θα ρωτούσε τις γνωστές βαρετές της ερωτήσεις στους τακτικούς θαμώνες του Ντρομ σχετικά με τον Ράλφι. Τι έκανε; Με ποιον ήταν προτού βγει έξω; Κι όσο για τη Γιακούζα, αυτή θα απλώνει τώρα τον αόρατο όγκο της πάνω από τις τράπεζες μνήμης της πόλης σκαλίζοντας προσεκτικά να βρει κάποιες ξεθωριασμένες μου εικόνες σε τραπεζικούς λογαριασμούς, έγγραφα μεταβιβάσεων ή σε κάποιο λογαριασμό εξόφλησης υπηρεσιών. Είμαστε μια οικονομία που βασίζεται στην πληροφορία. Αυτό στο μαθαίνουν και στο σχολείο ακόμη. Αυτό που δεν σου λένε όμως είναι πως είναι αδύνατο να κουνηθείς, να ζήσεις, να λειτουργήσεις σε ένα οποιοδήποτε επίπεδο χωρίς να αφήσεις κάποια ίχνη, κομμάτια προσωπικών πληροφοριών που μπορούν μετά να μαζευτούν, να ενισχυθούν...

Τώρα πια ο πειρατής θα πρέπει να έχει ετοιμάσει το μήνυμά μας και να το στείλει στο μαύρο κουτί για να μεταδοθεί από τον τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο της Γιακούζα. Το μήνυμα είναι απλό: Μαζέψτε τα σκυλιά σας, ειδάλλως βγάζουμε το πρόγραμμά σας στον αέρα.

Το πρόγραμμα. Δεν είχα ιδέα τι περιείχε. Ούτε και τώρα έχω. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας το τραγουδήσω χωρίς να έχω καθόλου συναίσθηση του τι λεω. Ίσως να ήταν ερευνητικά στοιχεία, καθώς η Γιακούζα είχε ασχοληθεί με προχωρημένες μορφές βιομηχανικής κατασκοπείας. Μια αριστοκρατική μορφή λύτρων απειλώντας να ανακόψεις το ερευνητικό πρόγραμμα της πολυεθνικής με το να ρίξεις το προϊόν στην αγορά.
Γιατί όμως να μην μπορεί να παίξει ο καθένας; Δεν θα ήταν πιο ευτυχισμένοι αν μπορούσαν να πουλήσουν κάτι στην 'Ονο-Σεντάι, δεν θα ήταν πιο ευτυχισμένοι από το να έχουν τον Τζόννυ από την Οδό Μνήμης στο μνήμα;
Το πρόγραμμά τους βρισκόταν στο δρόμο προς το Σίδνεϋ, σε μια διεύθυνση όπου κρατούσαν γράμματα πελατών χωρίς να ρωτάνε πώς και γιατί από τη στιγμή που πλήρωνες μια μικρή προκαταβολή. Δεν θα έφθανε βέβαια αμέσως, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Είχα σβήσει σχεδόν ολόκληρο το αντίγραφο του προγράμματος γράφοντας επάνω του το μήνυμά μας. Όσο έμεινε ανέπαφο έφτανε και με το παραπάνω για να αναγνωριστεί η αυθεντικότητά του.
Ο καρπός του χεριού μου πονούσε φριχτά. Ήθελα να σταματήσω, να καθίσω λίγο κάτω, να κοιμηθώ. Ήξερα όμως πως αν χαλάρωνα θα έχανα την ισορροπία μου και θα γκρεμιζόμουν, ήξερα πως τα καινούρια μου ολόμαυρα παπούτσια που είχα αγοράσει για μια βραδιά σαν 'Εντι Μπαξ θα έχαναν τον αγοραστή τους και θα χάνονταν μαζί του στην Πόλη της Νύχτας. Όμως αυτός εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στο μυαλό μου σαν φτηνό εκκλησιαστικό ολόγραμμα που έλαμπε ολόκληρο με το μεγεθυσμένο μικροτσίπ στο μέσο του Χαβανέζικου πουκάμισού του να ξεπροβάλλει γιγάντιο κι απειλητικό σαν αεροφωτογραφία κάποιου αστικού πυρήνα που πρόκειται να ισοπεδωθεί.

Κι έτσι ακολούθησα τον Ντογκ και την Μόλυ μέσα από τον ουρανό της Χαμηλής Τεχνολογίας, τον προχειροστημένο και ψευτοχτισμένο με τα άχρηστα υπολείμματα υλικών που ούτε και η ίδια η Πόλη της Νύχτας δεν χρειαζόταν πια.
Το Killing Floor είχε οχτώ μέτρα μήκος στην κάθε του πλευρά. Κάποιος γίγαντας θα πρέπει να είχε τυλίξει με ατσάλινο συρματόσκοινο μια μάντρα με παλιοσίδερα περνώντας το μπρος-πίσω και τεντώνοντάς το καλά. Έτριζε με το κούνημα και κουνιόταν ασταμάτητα, τραμπαλιζόταν πέρα-δώθε καθώς όλο και πιο πολλοί Λο Τεκς μαζεύονταν στην ξύλινη εξέδρα που το περιέβαλλε. Το κοντραπλακέ φαινόταν να ασημίζει από την πολυκαιρία και τη χρήση. Εδώ κι εκεί παρατηρούσες βαθιές χαρακιές που σχημάτιζαν αρχικά, απειλές και δηλώσεις πάθους. Κρατιόταν από ψηλά με ένα ξεχωριστό ζευγάρι συρματόσκοινα που χάνονταν μέσα στο σκοτάδι πίσω από την άγρια, ωμή λάμψη που έχυναν οι δυο αρχαίες λάμπες που κρέμονταν πάνω από την Πίστα.
Ένα κορίτσι με δόντια όμοια με του Ντογκ όρμησε στην Πίστα με τα τέσσερα. Τα στήθια της ήταν στολισμένα με λουλακιά σπειροειδή τατουάζ. Κατόπιν βρέθηκε στην άλλη άκρη της Πίστας γελώντας, γαντζωμένη πάνω σε ένα αγόρι που έπινε κάποιο σκουρόχρωμο υγρό από ένα μπουκάλι του λίτρου.
Οι ουλές και τα τατουάζ ήταν πολύ της μόδας στους Λο Τεκς. Καθώς και τα δόντια. Το ηλεκτρικό ρεύμα που έκλεβαν για να φωτίσουν την Πίστα φαινόταν σαν εξαίρεση στη γενική αισθητική τους στο όνομα... της τελετουργίας, του αθλήματος, της τέχνης; Δεν ήξερα, αλλά από ό,τι έβλεπα η Πίστα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Φαινόταν σαν κάτι που είχε συναρμολογηθεί λίγο-λίγο στο πέρασμα των γενεών.
Κάτω από το σακάκι μου είχα κρυμμένο το άχρηστο πυροβόλο. Ο σκληρός του όγκος και το βάρος του μόνο που το ζύγιαζα με έκαναν να νιώθω πιο άνετα, ακόμα κι αν δεν είχα άλλες σφαίρες. Και τότε μου πέρασε από το μυαλό ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει στα αλήθεια, ή για το τι υποτίθεται ότι θα έπρεπε να συμβαίνει. Αυτή όμως ήταν και η αληθινή φύση του ρόλου μου, αφού είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου σαν ένας τυφλός δέκτης που συσσώρευε τις γνώσεις των άλλων για να έρθουν κάποια ωραία στιγμή να τις πάρουν πίσω, φλυαρώντας σε γλώσσες συνθετικές που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Ένα πολύ τεχνοκρατικό παιδί. Πράγματι.
Και τότε πρόσεξα πόσο ήσυχοι είχαν γίνει ξαφνικά οι Λο Τεκς.

Βρισκόταν εκεί, στην άκρη της φωτεινής ζώνης. H παρουσία του και μόνο έκανε όσους βρίσκονταν στην Πίστα και την γαλαρία να βουβαθούν. Και καθώς τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε μια αμοιβαία αναγνώριση μια μνήμη ξεκλειδώθηκε και χύθηκε μέσα στο μυαλό μου. Μια μεγάλη Μερσεντές στο Παρίσι να γλιστράει μέσα στη βροχή προς την Νοτρ Νταμ, κινητά θερμοκήπια, πρόσωπα Γιαπωνέζικα πίσω από το τζάμι και μια εκατοστή Νίκον να ορθώνονται σε τυφλό φωτοτροπισμό, λουλούδια από ατσάλι και κρύσταλλο. Πίσω από τα μάτια του καθώς με ανακάλυπταν, εκείνα τα ίδια κλείστρα να ανοιγοκλείνουν.

Έψαξα να βρω τη Μόλυ Μίλιονς αλλά είχε εξαφανιστεί.
Οι Λος Τεκς του έκαναν χώρο για να περάσει και να ανέβει στην εξέδρα. Αυτός υποκλίθηκε με χάρη και έβγαλε με χαμόγελο τα σανδάλια του αφήνοντάς τα στην άκρη, το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο, και κατέβηκε στην Πίστα της Εξόντωσης. Ερχόταν προς το μέρος μου διασχίζοντας το παράξενο αυτό τραμπολίνο. από παλιοσίδερα που κουνιόταν πέρα-δώθε με την ίδια ευκολία που ο οποιοσδήποτε τουρίστας θα αλαφροπερπάταγε πάνω στο συνθετικό χαλί του οποιουδήποτε ανώνυμου ξενοδοχείου.
Η Μόλυ όρμησε στην Πίστα κουνώντας το σώμα της.
Η Πίστα ούρλιαξε.
Από κάτω, στα τέσσερα χοντρά ακριανά ελατήρια και τα διάφορα σκουριασμένα παλιοσίδερα είχαν τοποθετήσει ηλεκτρομαγνήτες και μικρόφωνα επαφής που πιάναν το κάθε τρίξιμο και το ενίσχυαν εκατοντάδες φορές. Σε κάποιο άλλο μέρος οι Λο Τεκς είχαν τον ενισχυτή και ένα συνθεσάιζερ. Ξεχώριζα τώρα το σχήμα των μεγαφώνων που βρίσκονταν πάνω από το κεφάλι μου πίσω από το βάρβαρο λευκό φως.
Αρχισε ένας ηλεκτρονικός ρυθμικός κτύπος σαν τον ενισχυμένο ήχο μιας καρδιάς, σταθερός όσο κι ένας μετρονόμος.

Η Μολυ είχε βγάλει το δερμάτινο σακάκι και τις μπότες της. Το μπλουζάκι που φορούσε είχε κομμένα μανίκια κάνοντας φανερά τα σημάδια των τεχνολογικών επεμβάσεων της Χίμπα Σίτυ πάνω στα λεπτά της χέρια. Το δερμάτινο παντελόνι της άστραψε κάτω από το δυνατό φως. Αρχισε να χορεύει.

Λύγισε το γόνατά της. Τα λευκά της πόδια έσφιξαν με δύναμη την επίπεδη επιφάνεια μιας δεξαμενής αερίου κι η Πίστα αναστέναξε. Ο ήχος που έβγαλε θύμισε κόσμο στα τελευταία του, λες και τα σύρματα που συγκρατούσαν τα ουράνια λάσκαραν και χτύπησαν μεταξύ τους και στη συνέχεια διπλώθηκαν το ένα με το άλλο κατά μήκος του ουρανού.
Εκείνος ακολούθησε άνετα την κίνηση αυτή για μερικούς καρδιακούς κτύπους και μετά έκανε την κίνησή του ζυγίζοντας σωστά την κίνηση της Πίστας σαν άνθρωπος που περπατάει πατώντας από τη μια πλάκα στην άλλη μέσα σ' έναν όμορφα διατηρημένο κήπο.
Τράβηξε την άκρη του μεγάλου του δάχτυλου με τη χάρη ανθρώπου που τα καταφέρνει περίφημα με τις χειραψίες και την τίναξε με δύναμη προς το μέρος της. Κάτω από το δυνατό φως το νήμα έμοιαζε με κλωστή που διαθλούσε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Εκείνη έπεσε μπρούμυτα πάνω στο δάπεδο, έκανε μερικές τούμπες και τινάχτηκε όρθια σαν σουγιάς καθώς η μοριακή αλυσίδα έσκιζε τον αέρα προσπερνώντας την. Ατσαλένια νύχια γαμψά που πετάγονται αστραπιαία προς το φως, μια κίνηση που έγινε αυτόματα, εντελώς αντανακλαστικά για την άμυνά της.

Ο ρυθμός έγινε όλο και πιο γρήγορος κι η Μόλυ άρχισε να χοροπηδάει μαζί του, τα σκούρα της μαλλιά να ανεμίζουν άγρια γύρω από τους ανέκφραστους ασημένιους φακούς, το στόμα της στενό, τα χείλια της τεντωμένα από την αυτοσυγκέντρωση. H Πίστα της Εξόντωσης βούιξε και βρυχήθηκε κι οι Λο Τεκς άρχισαν να ουρλιάζουν από τη συγκίνηση και την ταραχή.
Αυτός μάζεψε το νήμα αφήνοντας μονάχα ένα μικρό μέρος του να γυρίζει με ταχύτητα γύρω από το δάχτυλό του φτιάχνοντας έτσι μιαν ασπίδα ένα μέτρο φαρδιά από αόρατο πολύχρωμο υλικό μπροστά από το στέρνο του.
Αλλά κι η Μόλυ φάνηκε να αφήνει κάτι να βγει προς τα έξω, κάτι από μέσα της, κι αυτό ήταν η πραγματική αρχή του ξέφρενου τρελού χορού της. Πήδηξε και μετά κουλουριάστηκε, τινάχτηκε στα πλάγια και προσγειώθηκε και με τα δυο της πόδια πάνω σε έναν παλιό κινητήρα συνδεδεμένο απευθείας με τα μικρόφωνα. Βούλωσα τα αυτιά μου με τα χέρια μου κι έπεσα κάτω από τον ίλιγγο που προξενούσε o ήχος. Νόμιζα πως ολόκληρη η Πίστα μαζί με τις πλαϊνές εξέδρες είχαν ξεκολλήσει από τα στηρίγματά τους και κατευθύνονταν προς τα κάτω προς την Πόλη της Νύχτας κι είδα όλους εμάς να τσακιζόμαστε πάνω στις παράγκες, τα απλωμένα ρούχα, να σκάμε πάνω στα κεραμίδια σαν σάπια φρούτα. Όμως τα συρματόσκοινα άντεξαν κι η Πίστα σηκώθηκε και ξανάπεσε σαν μανιασμένη θάλασσα από μέταλλο. Κι η Μόλυ χόρευε πάνω της.

Και εκεί, προς το τέλος, λίγο πριν ρίξει για τελευταία φορά το νήμα του, πρόσεξα κάτι στο πρόσωπό του, μια έκφραση που δεν φαινόταν να ταιριάζει πάνω του. Δεν ήταν φόβος, αλλά ούτε και θυμός. Νομίζω πως ήταν κάτι σαν δυσπιστία, σαν να ζαλίστηκε από κάτι που δεν καταλάβαινε, μαζί με μια απέχθεια για αυτά που έβλεπε και άκουγε γύρω του - με αυτά που συνέβαιναν. Μάζεψε το νήμα που στριφογύριζε, ο αόρατος δίσκος μίκρυνε τόσο ώσπου έγινε ίσα με ένα πιάτο καθώς τίναζε το χέρι του πάνω από το κεφάλι του και το κατέβαζε κάτω με την τελευταία φάλαγγα να κρέμεται και να περιμένει επικίνδυνα τη Μόλυ σαν κάτι το ζωντανό.
Η Πίστα την κατέβασε χαμηλά ενώ η μοριακή αλυσίδα περνούσε λίγους πόνους πάνω από το κεφάλι της. Η Πίστα τινάχτηκε σαν μαστίγιο σηκώνοντάς τον προς το διάβα του τεντωμένου νήματος. Κανονικά θα έπρεπε να περάσει πάνω από το κεφάλι του χωρίς να τον αγγίξει και να μαζευτεί στη σκληρή σα διαμάντι θήκη του. Του έκοψε το χέρι λίγο πιο κάτω από τον καρπό. Υπήρχε ένα κενό πάνω στην πίστα ακριβώς μπροστά του και βούτηξε μέσα σαν καλός δύτης με μια παράξενη, προσεγμένη χάρη, ένας ηττημένος καμικάζι στην καθοδική του πορεία προς την Πόλη της Νύχτας. Από μια μεριά νομίζω πως τη βουτιά αυτή την έκανε για να κερδίσει μερικά δευτερόλεπτα από την αξιοπρέπεια της σιωπής.
Κατάφερε να τον σκοτώσει με πολιτισμικό σοκ.

Οι Λο Τεκς ουρλιάξανε, όμως κάποιος έσβησε τον ενισχυτή και έτσι η Μόλυ βρέθηκε να καβαλάει την Πίστα μέσα στη σιωπή, κοντοστάθηκε για λίγο, το πρόσωπό της άσπρο κι ανέκφραστο μέχρι που το σκαμπανέβασμα έγινε πια αδύναμο και το μόνο που ακουγόταν ήταν το σιγανό σφύριγμα των βασανισμένων μετάλλων και ο στριγκός ήχος που βγάζουν τα σκουριασμένα σίδερα όταν τρίβονται μεταξύ τους.
Ψάξαμε ολόκληρη την Πίστα για να βρούμε το κομμένο χέρι αλλά είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που βρήκαμε ήταν μια χαριτωμένη λακουβίτσα πάνω σε ένα σκουριασμένο κομμάτι ατσάλι από όπου είχε περάσει το μοριακό νήμα. Η άκρη του ήταν λαμπερή σαν το φρέσκο χρώμιο.


Ποτέ δεν μάθαμε εάν τελικά η Γιακούζα δέχθηκε τους όρους μας ή αν είχε λάβει το μήνυμά μας ή όχι. Απ' ό,τι ξέρω το πρόγραμμά τους ακόμα περιμένει τον 'Εντι Μπαξ σε κάποιο ράφι στην αποθήκη ενός μαγαζιού με δώρα στο τρίτο επίπεδο του 5ου Κεντρικού Τομέα του Σίδνεϋ. Το αυθεντικό μάλλον το είχαν πουλήσει πριν από μήνες στην 'Ονο-Σεντάι. Ίσως όμως και να έλαβαν την εκπομπή του πειρατή αφού κανείς δεν ήρθε να με βρει εδώ και τόσο καιρό. Κοντεύει ένας χρόνος τώρα. Αν τελικά έρθουν θα πρέπει να σκαρφαλώσουν πολύ μέσα στα σκοτάδια και να περάσουν τους φρουρούς του Ντογκ. Και δεν μοιάζω και τόσο πολύ με τον 'Εντι Μπαξ τώρα πια. Γι' αυτό ανέλαβε η Μόλυ με ένα καλό τοπικό αναισθητικό. Κι όσο για τα καινούρια μου δόντια έχουν σχεδόν ριζώσει για τα καλά στις καινούριες τους θέσεις.

Αποφάσισα να μείνω εδώ πάνω. Κοιτάζοντας την Πίστα λίγο πριν έρθει αυτός είχα δει πόσο άδειος ήμουν. Κι ήξερα πως ένιωθα απαίσια να είμαι συνεχώς ένας βλάκας. Κι έτσι τώρα κατεβαίνω σχεδόν κάθε βράδυ για να δω τον Τζοουνς.
Είμαστε συνεταιράκια τώρα, ο Τζόουνς, εγώ, και η Μόλυ Μίλιονς, βέβαια. Η Μόλυ κανονίζει τις δουλειές μας στο Ντρομ. Ο Τζόουνς είναι ακόμα στην Παιδική Χαρά, έχει όμως μεγαλύτερη δεξαμενή τώρα και φρέσκο θαλασσινό νερό που το φέρνει το βυτίο μια φορά την εβδομάδα. Κι έχει και την πρέζα του όταν την χρειάζεται. Εξακολουθεί να μιλάει με τα παιδιά με τον φωτεινό του πίνακα, όμως εμένα μου μιλάει με μια καινούρια οπτική οθόνη σε μια αποθήκη που νοικιάζω εκεί πέρα, μια μονάδα πολύ καλύτερη από όλες όσες είχε στο Ναυτικό.
Κι όλοι μας βγάζουμε πολύ περισσότερα λεφτά τώρα, πολύ περισσότερα από όσα έβγαζα προηγουμένως, μιας και το 'Κεφαλόποδο' του Τζόουνς μπορεί να διαβάσει όλα τα στοιχεία που σε διάφορες εποχές είχαν αποθηκεύσει διάφοροι πελάτες μέσα μου και μου τα βγάζει πάνω στην οθόνη σε γλώσσα που μπορώ να την καταλάβω. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε πολλά για τους προηγούμενους πελάτες μου. Και κάποια μέρα θα βάλω τον χειρούργο να βγάλει όλη τη σιλικόνη από τις αμυγδαλές μου και θα αρχίσω να ζω με τις δικές μου μνήμες και μόνο κι όχι πια με των άλλων. Όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Αλλά όχι τώρα αμέσως.

Στο μεταξύ είναι ψώνιο εδώ πάνω, ψηλά μέσα στο σκοτάδι καπνίζοντας Κινέζικα τσιγάρα με φίλτρο κι ακούγοντας τις δροσοσταλίδες που στάζουν από τους γεωδαιτικούς. Έχει στ' αλήθεια πολλή ησυχία εδώ πάνω - εκτός κι αν τους τη δώσει και βρεθεί κάποιο ζευγάρι που θέλει να χορέψει στην Πίστα της Εξόντωσης.
Είναι και διδακτικό εκτός από τα άλλα. Με τον Τζόουνς να με βοηθάει να καταλάβω διάφορα πράγματα γίνομαι σιγά-σιγά το πιο τεχνοκρατικό αγόρι στην πόλη.