Μάγμα

Greg Bear
Scattershot (1978)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Illustration: Sergei

Το Αρκουδάκι μιλούσε άπταιστα Μανδαρινικά. Είχε ύψος μισό μέτρο περίπου κι ήταν στρουμπουλό, με μάτια τοποθετημένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο, πάνω από μια μύτη ασυνήθιστα μακριά για το γυριστό σχήμα της. Έκοβε βόλτες γύρω μου και παραμιλούσε.

Γύρισα ανάσκελα κι ένιωσα χίλιες βελόνες να μου τρυπάνε την πλάτη και τα πλευρά. Τα χέρια μου δυσκολεύονταν να κινηθούν. Ανάμεσα στην επιθυμία μου να σηκωθώ και τον τρόπο που αντιδρούσαν οι μυς μου κάτι δεν πήγαινε καλά, τα νεύρα δεν μεταδίδανε σωστά τα ερεθίσματα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε, σκέφτηκα, με τα μάτια μου και το μικρό μαυρόασπρο ζωάκι που διατείνονταν ότι βλέπουν: κάποια διαταραχή της φωσγενικής δομής, σε συνδυασμό με παιδικές αναμνήσεις και υπολείμματα από γλωσσολογικά μαθήματα της περασμένης δεκαετίας.
Το ζωάκι άρχισε να μιλάει Ρωσικά. Το αγνόησα και έστρεψα αλλού την προσοχή μου. Ο πίσω τοίχος της καμπίνας, μου ήταν αγνώριστος, σκεπασμένος με γεωμετρικά σχήματα που γίνονταν πότε ανάγλυφα πότε επίπεδα κι έλαμπαν αχνά μέσα στη σκιά που έριχνε ένα λοξό φωτιστικό. Το πτυσσόμενο γραφείο μου είχε ξηλωθεί από τους μεντεσέδες του και βρισκόταν πεταμένο κάτω, κοντά στο κεφάλι μου. Το ταβάνι ήταν βαμμένο κρεμ. Την τελευταία φορά που το είχα δει, είχε ένα ευχάριστο σκούρο πορτοκαλί χρώμα. Μ' αυτές τις μικρές παραλλαγές η μισή καμπίνα μου ήταν ακόμα εδώ. Η άλλη μισή είχε χαθεί στη...

Διάσπαση.

Βόγκηξα και το αρκουδάκι έκανε πίσω ανήσυχο. Το σώμα μου άρχιζε να επικοινωνεί. Τα κομμάτια της αποδιοργανωμένης όρασής μου συντονίστηκαν και σταμάτησαν τις αυθαίρετες περιπλανήσεις τους, παρ' όλα αυτά το περίεργο ον συνέχισε να περπατάει και να μιλάει, αν και τώρα τα 'λεγε στα Γερμανικά.
Δεν ήταν μια περαστική διαταραχή. Η υπήρχε πραγματικά, ή εγώ παραληρούσα κανονικά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησα.
Έσκυψε πάνω μου, αναστέναξε και είπε: «Σκληρή και άσπλαχνη μοίρα. Αγγλο-μια γλώσσα που γνωρίζω όχι καλά». Απλωσε τα χέρια μ' ένα κομψό ρίγος.
«Συγχωρήστε μου την παραζάλη. Οι ψυχικές μου χορδές - νεύρα; - δεν αποφάσισαν σε ποιο συνεχές να υπακούσουν αυτή τη στιγμή».
«Ούτε οι δικές μου», είπα επιφυλαχτικά: «Ποιος είσαι;»
«Ψυχή, είμαστε όλοι ψυχές. Λάβε αυτή την προσοχή και μην παρασύρεσαι από αυταπάτες, αυτή την οδό, αυτή την επιθυμία. Συγνώμη. Αγγλοι συγγραφείς. Έμαθα να μιλώ εξ αναγνωσμάτων»
«Βρίσκομαι πάντα στο δικό μου πλοίο;»
«Όλοι εδώ βρισκόμαστε και hors de combat. Χωλαίνουμε άνευ διεξόδου».

Είχα ανασυγκροτηθεί αρκετά ώστε να μπορώ να σηκωθώ και έτσι έκανα, σκύβοντας πάνω από το αρκουδάκι και ταχτοποιώντας την μπλούζα μου. Το αριστερό μου στήθος πονούσε κι είχε μια μελανιά. Επειδή ταξιδεύαμε με ένα G, επί πέντε μέρες φορούσα σουτιέν και η μελανιά ήταν ακριβώς κάτω από την μπρετέλα. Σκληρή και άσπλαχνη μοίρα, όπως θα λεγε κάποιος. Καθώς το μυαλό μου άρχισε να συμμαζεύεται και να μπορεί να λειτουργήσει σκέφτηκα το τι μπορεί να είχε συμβεί κι ένιωσα κι εγώ μια δόση «παραζάλης». Αρχισα να τρέμω σαν πρωτάρης στην εκπαίδευση πτώσης και πίεσης.

Είχαμε επιζήσει. Δηλαδή, τουλάχιστον εγώ είχα επιζήσει από ένα πλήρωμα σαράντα τριών ατόμων. Πόσοι άλλοι;
«Μήπως ξέρεις... μήπως βρήκες...»
«Κάκιστα, είπε το αρκουδάκι. «Μερικά δεν συλλαμβάνω, η αποκρυπτογράφηση άλλων όχι πολύ δύσκολη. Διάσπαση επτά, οχτώ περίπου ώρες πριν. Ήταν πολλαπλή δύναμη γιατί μέτρησα δέκα χωριστά πράγματα εκτός αναγνώρισής μου». Χαμογέλασε. «Είσαι δέκα και το καλύτερο. Είμαστε ίσως σχετικά κοντινοί σε κοσμικές γραμμές».
Μας είχαν πει πως ήταν δυνατή η επιβίωση μετά τη διάσπαση. Οι στατιστικές έδειχναν πως μόνο το ένα στα 10.000 πλοία που πάθαιναν κάτι τέτοιο έμενε ακέραιο. Μπορεί ο πιθανολογικός διασπαστής να μη σκότωνε, αλλά κατά τα άλλα ήταν πολύ αποτελεσματικό όπλο.

«Είμαστε ακέραιοι;» ρώτησα.
«Moιραία», είπε το αρκουδάκι. «Αναγνωρίζω ότι μπορούμε ακόμη και να μετακινηθούμε και να αναζητήσουμε βάση. Ανάλογα».
«Ανάλογα», επανέλαβα. Ο τρόπος του φαινόταν ανδρικός παρά το μέγεθος και την παιδική φωνή. «Είσαι αρσενικός; Η...»
«Αρσενικός», είπε γρήγορα το αρκουδάκι. Αγγιξα το χώρισμα πάνω από την πόρτα κι ακολούθησα με το δάχτυλό μου μια γνωστή, λίγο στραβή ένωση. Αραγε η διάσπαση με είχε κρατήσει - πράγμα σχεδόν απίστευτο - στο δικό μου διάστημα ή με είχε στείλει σε κάποιο άλλο; Βρισκόταν άραγε έστω και ο ένας από μας σ' ένα σύμπαν που θα μπορούσε να το ονομάσει δικό του;
«Είναι επικίνδυνο να εξερευνήσει κανείς το πλοίο;» Το αρκουδάκι απάντησε μουρμουριστά: «Αναγνωρίζω όχι - δεν ξέρω. Στην τελευταία ματιά άλλοι δεν είχαν φθάσει σε οργανωμένη κατάσταση».
Το καλύτερο ήταν ν' αρχίσω από την αρχή. Κοίταξα το πλάσμα που μου μιλούσε, ενώ έτριβα ένα καρούμπαλο στο μέτωπό μου. «Από... από πού είσαι;»
«Ίδια με σένα, ίσως», απάντησε. «Από τη Γη. Υπήρξα μασκότ του κυβερνήτη, για αγκάλιασμα και συμβουλή».
Πιο τρελή εξήγηση δεν γινόταν. Προχώρησα προς την είσοδο του αμπαριού και κοίταξα το διάδρομο μπροστά μου. Ήταν απλός και λειτουργικός αλλά δεν είχε το σωστό χρώμα και σχήμα. Η θυρίδα στο άλλο άκρο ήταν στρογγυλή και είχε χειροκίνητο σύστημα ασφάλισης, έξι μαύρες αμπάρες που κανένας γήινος μηχανικός δεν θα τοποθετούσε ποτέ σε διαστημόπλοιο. «Πώς σε λένε;»
«Δεν διαθέτω επίσημο όνομα. Ονομασία μασκότ γνωστή μόνον στον κυβερνήτη.
Η τρομάρα μου έφερε στην επιφάνεια τον κακό μου χαρακτήρα, πράγμα που με έκανε να το ρωτήσω κοφτά αν έβλεπε πουθενά τον κυβερνήτη του ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα του γνωστού του κόσμου.
«Αναγνωρίζω όχι», απάντησε. «Λέγε με Σονόκ».
«Εμένα με λένε Τζινίβα», του είπα. «Φράνσις Τζινίβα».
«Είμαστε φίλοι;»
«Δεν βλέπω γιατί να μην είμαστε. Ελπίζω να μην είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να αισθανθούμε φιλικά συναισθήματα. Σε δυσκολεύουν πολύ τα Αγγλικά;»
«Καμιά ανησυχία. Μαθαίνω γρήγορα. Εξάσκηση οδηγεί σε τελειότητα».
«Γιατί αν θέλεις μπορώ να μιλήσω λίγα Ρωσικά».
«Τόσο καλά όσο εγώ τα Αγγλο;» ρώτησε ο Σονόκ. Διέκρινα μια αίσθηση χιούμορ - και αυτοεκτίμηση στο αρκουδάκι.
«Όχι μάλλον, όχι, Αγγλικά λοιπόν. Αν θέλεις να μάθεις οτιδήποτε μην ντραπείς να ρωτήσεις».
«Ο Σονόκ σπάνια ντρέπεται για κάτι. Ήταν μασκότ».
Όλη αυτή η φλυαρία με βοηθούσε να κρατήσω κάποια ψυχραιμία, να μην τρελαθώ εντελώς. Ένιωθα την ακαταλόγιστη επιθυμία ν' αρπάξω το αρκουδάκι και να το σφίξω στην αγκαλιά μου για να αισθανθώ πάνω μου κάτι ζεστό. Η έλξη του ήταν αναμφισβήτητη - εξάλλου, σκέφτηκα πως ήταν κατασκευασμένο γι' αυτόν το λόγο. Κατασκευασμένο όμως από τι; Το χρώμα του Θύμιζε Πάντα, όχι όμως και το σχήμα του.
«Τι νομίζεις πως πρέπει να κάνουμε;» το ρώτησα καθώς ξανακαθόμουν στην κουκέτα μου.
«Ο Σονόκ δεν φημίζεται για γρήγορες αποφάσεις», είπε και κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου. Τα πόδια του ήταν κοντόχοντρα αλλά καθόλου αδέξια.
«Ούτε εγώ», του είπα. «Είμαι ειδική στον προγραμματισμό και τη γλώσσα μηχανής. Δεν έχω εκπαιδευτεί για πόλεμο».
«Δεν αναγνωρίζω «προγραμματισμό», είπε ο Σονόκ.
«Επεξεργασία πληροφοριών», του εξήγησα. Το αρκουδάκι κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε να κοιτάξει από την πόρτα. Τραβήχτηκε πίσω και έτρεξε στο βάθος της καμπίνας.
«Έρχονται!», είπε. «Δυνατόν κλεισθεί η θύρα;»
«Πού να ξέρω πώς...»

Τραβήχτηκα κι εγώ όσο πιο πίσω μπορούσα και κόλλησα στο κρεβάτι μου. Ένα τσούρμο φίδια όρμησε από τη θυρίδα επικοινωνίας, με πράσινα και κίτρινα μεταλλικά χρώματα, πλακουτσωτά κεφάλια και κόκκινα λέπια κατά μήκος της ράχης. Πώς μπόρεσα να κάνω τόσο λεπτομερή παρατήρηση με την πρώτη ματιά, ούτε κι εγώ ξέρω.
Η παρέα πέρασε κυματίζοντας χωρίς ούτε την παραμικρή υποψία κακών προθέσεων και ο Σονόκ κατέβηκε από την προεξοχή όπου είχε σκαρφαλώσει.
«Τι στο διάολο κάνουν εδώ μέσα;» αναρωτήθηκα.
«Είναι μέλη του πληρώματος, νομίζω», είπε ο Σονόκ.
«Τι άλλο υπάρχει εκεί έξω;»
Το αρκουδάκι όρθωσε το σώμα του και με κοίταξε στα μάτια.
«Δεν έχεις παρά να πας να δεις», είπε επίσημα. «Αλλιώς ουδείς δικαιούται να ερωτά. Σωστά;» Προχώρησε ως την πόρτα, τη δρασκέλισε και βγήκε στο διάδρομο. «Έρχεσαι;»
Σηκώθηκα και το ακολούθησα.

Το γυναικείο μυαλό είναι ένας περίεργος χώρος μέσα στον οποίο μπαίνεις μόλις γεννηθείς. Οροθετείται από παραμέτρους από τους πρώτους κιόλας μήνες που αρχίζει κανείς να βλέπει και να ακούει. Το παιδικό μυαλό είναι ένα μεγάλο λευκό πρόπλασμα που αφομοιώνει και αποθηκεύει τα πάντα. Σ' αυτούς τους πρώτους μήνες δημιουργείται η αποδοχή του ρόλου, οι απαρχές των στάσεων και ένα προσχεδίασμα της μελλοντικής ολοκλήρωσης. Η παρακολούθηση των έργων και των λόγων των ενηλίκων δημιουργεί μια συσσώρευση προκαταλήψεων και προειδοποιήσεων:
Μη βλέπεις τα φαντάσματα στους τοίχους της κρεβατοκάμαρας - δεν υπάρχουν! Κανείς μας δεν μπορεί να δει τους φανταστικούς συντρόφους σου χρυσό μου... Αυτό πρέπει να το καταλάβεις.

Κι έτσι από την αρχή της αρχής, όχι εκ του μηδενός αλλά εκ της ολότητας, η γυναίκα αρχίζει να περιορίζει την απέραντη φύση της κόβοντας τα ανεπιθύμητα μέρη και χαρακτηριστικά. Με τον καιρό ξεχνάει ότι ήταν κάποτε μέρος του όλου και συντονίζεται με το απλό τραγούδι της ζωής αντί με το απέραντο και συμφωνικό. Πριν.
Ξεχνάει τους συντρόφους που χόρευαν στο ταβάνι πάνω απ' το κεφάλι της και της φώναζαν μέσα από το σκοτάδι. Μερικοί απ' αυτούς τους συντρόφους ήταν φιλικοί, άλλοι, ακόμα και ιδωμένοι μέσα στο διάχυτο χρόνο, δεν ήταν ευχάριστοι. Ήταν όμως όλοι τους εκείνη. Σ' όλη την υπόλοιπη ζωή της η γυναίκα αναζητάει κάποιους απόηχους αυτού του αλλόκοτου θίασου στους άντρες που αγαπάει, στις δουλειές που διαλέγει να κάνει, στον τρόπο που προσπαθεί να ζήσει. 'Ύστερα από τριάντα χρόνια λιμάρισμα γίνεται η Φράνσις Τζινίβα.

Όταν ο έρωτας πεθαίνει μεσολαβεί άλλος ένας ακρωτηριασμός, άλλο ένα σύμπαν αποχωρίζεται και το χάσμα δεν γεφυρώνεται πια ποτέ. Με τον κάθε χειμώνα που έρχεται, με την κάθε άνοιξη, μέσα και έξω από κόσμους, με ή χωρίς εποχές, η ζωή της γυναίκας γίνεται όλο και πιο συμπαγής, όλο και πιο μικρή.

Τώρα όμως τα κομμάτια ενώνονται ξανά, οι σύντροφοι προβάλλουν από το σκοτάδι, πάνω απ' το κρεβάτι του παιδιού. Φυλάξου. Είναι όλα τα πράγματα που κάποτε έχασες, ή τα παράτησες και τώρα κινούνται μόνα, έξω από τον έλεγχό σου, ξαναγεννημένα, κατά κάποιον τρόπο, και ανεξιχνίαστα.


«Έχεις κατανοήσει;» ρώτησε το αρκουδάκι. Κούνησα το κεφάλι μου για να πάψω να κοιτάζω απλανώς τη θυρίδα με τις έξι αμπάρες.
«Αν έχω καταλάβει τι;» τον ρώτησα. «Το πώς βρεθήκαμε εδώ».
«Διασπαστήκαμε. Από τους Αϊγκόρ, φαντάζομαι.
«Ναι, αυτοί είναι και για μας. Πώς όμως;;
«Δεν ξέρω», του είπα. Κανείς δεν ήξερε. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να διαπιστώνουμε τα αποτελέσματα. Όταν βρίσκονταν καμιά φορά τα συντρίμμια ενός διασπασμένου πλοίου, σου θύμιζαν πάντοτε περιπλανώμενους σωρούς σκουπιδιών σαν κάποιος να τα είχε αρπάξει από το σύμπαν μας, να τα είχε συναρμολογήσει στην τύχη και να μας τα επέστρεφε: Αυτό που μας επέστρεφε είχε την ίδια μάζα, ήταν φτιαγμένο από τα ίδια βασικά υλικά, επανασυνδυασμένα με γνώμονα την τάξη και τη βιωσιμότητα. Αλλά στα βάθη του διαστήματος 90% βιωσιμότητα σήμαινε βιωσιμότητα μηδέν. Αν τα χωριστά στοιχεία του πλοίου δεν ταίριαζαν απόλυτα - μια πιθανότητα στις εκατό χιλιάδες - δεν υπήρχαν επιζώντες. Τα πτώματα όμως κινούσαν το ενδιαφέρον όλων. Τα περισσότερα τα κρατούσαν κρυμμένα πίσω από ένα Χάρτινο Παραπέτασμα μυστικότητας, αλλά ακόμα κι έτσι κάποιες πληροφορίες διέρρεαν προς τα έξω - πληροφορίες για στρουθοκαμήλους με τεράστια κεφάλια, φουσκάλες με υπολείμματα κρυστάλλινου θαλασσινού νερού ακόμη κολλημένα πάνω τους... και τώρα τα δικά μου τελευταία δείγματα, ένα παιδικό αρκουδάκι που μιλούσε κι ένα κοπάδι πολύχρωμα φίδια. Πράγματα βγαλμένα από διάφορα γήινα πλοία σ' ένα λαβύρινθο διαφορετικών κόσμων.


Οι φήμες έλεγαν ακόμη πως από πέντε χιλιάδες τέτοιες περιπτώσεις ούτε ένα ανθρώπινο σώμα δεν είχε επιστρέψει ποτέ στο δικό μας συνεχές.
«Μερικά πράγματα ισχύουν ακόμα», είπε ο Σονόκ. «Έχουμε ακόμα το ίδιο βάρος».
Η βαρύτητα δεν είχε αλλάξει - αυτό μου είχε διαφύγει. «Το ίδιο συμβαίνει και με την αναπνοή», είπα. «Είμαστε όλοι από τον ίδιο κόσμο. Δεν έχουμε λόγο να νομίζουμε ότι θ' αλλάξουν τα βασικά στοιχεία». Κι αυτό σήμαινε ότι θα πρέπει να υπήρχαν στάνταρτ επικοινωνίας ανεξάρτητα από την ποικιλία των μορφών. Η επικοινωνία αποτελούσε μέρος της ειδικότητάς μου αλλά η σκέψη της και μόνο μ' έκανε ν' ανατριχιάσω. Ένα πλοίο λειτουργεί με κομπιούτερ ή το ανάλογό του. Πώς ήταν δυνατόν να επικοινωνήσουν δέκα τουλάχιστον διαφορετικά είδη κομπιούτερ; Είχαν κατασκευαστεί άραγε με δυνατή και διασυστηματική επαφή; Αν όχι, ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος. Όπου να 'ναι το χάος θα μας ένωνε για πάντα, σκοτάδι, κρύο και κενό.
Απομάκρυνα την εξαπλή αμπάρα και άνοιξα αργά τη θυρίδα.
«Δεν μου λες, Τζινίβα», ρώτησε ο Σονόκ καθώς κοιτούσαμε μπροστά μας το διάδρομο. «Πώς μπήκαν εδώ μέσα τα φίδια;»
Κούνησα το κεφάλι μου. Υπήρχαν πιο σημαντικά προβλήματα. «Θέλω να βρω κάτι που να μοιάζει με γέφυρα πλοίου ή τουλάχιστον με τερματικό ενός υπολογιστή. Μήπως είδες τίποτε παρόμοιο πριν να βρεις την καμπίνα μου;»
Ο Σονόκ έγνεψε καταφατικά.
«Στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Αλλά είδα κάτι... πράγματα εκεί μέσα. Δεν μου αρέσανε και πολύ γι' αυτό ήρθα απ' αυτή τη μεριά».
«Τι ήταν αυτά που είδες;» τον ρώτησα.
«Το ένα σαν τενεκές σκουπιδιών», απάντησε. «Με στήθη».
«Θα συνεχίσουμε να κοιτάμε από δω», είπα συμφωνώντας.

Το επόμενο διαμέρισμα ήταν αδιέξοδο. Στον τοίχο ήταν μερικές κυκλικές οθόνες που έδειχναν ομόκεντρους κύκλους διαφορετικού πάχους, σαν φινιστρίνια. Τέτοιου είδους σχέδια μπορούσαν να μεταφέρουν πολλές πληροφορίες αν υπήρχε το κατάλληλο οπτικό σκάνερ να τα διαβάσει - πράγμα που μαρτυρούσε την ύπαρξη μιας μηχανής μάλλον παρά ζωντανού οργανισμού, αν και κανείς δεν ξέρει ποτέ. Το αρκουδάκι άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά από τον τοίχο.
Απλωσα το ένα χέρι και άγγιξα τις οθόνες. Μετά γονάτισα και πασπάτεψα το τοίχωμα ψάχνοντας για κάποια ένωση. «Δεν βλέπω τίποτε αλλά κάτι πιάνω κάτι σαν μια δίπλα του υλικού».
Τοίχωμα, οθόνες κι όλα τα υπόλοιπα άνοιξαν σαν καρδιακή βαλβίδα κι ένα ρεύμα αέρα μας έριξε στο σκοτάδι. Κουλουριάστηκα ενστικτωδώς σ' εμβρυακή στάση. Το αρκουδάκι έπεσε πάνω μου και μου άρπαξε το χέρι. Κάποια ζωντανή δύναμη άρχισε να μας παρασέρνει πότε από δω και πότε από κει χτυπώντας μας πάνω σε υγρά πράγματα που στρίγκλιζαν. Ανάγκασα τα μάτια μου να ανοίξουν και άπλωσα χέρια και πόδια προσπαθώντας να βρω κάποιο στήριγμα. Το ένα χέρι μου χτύπησε πάνω σε μέταλλο ή σκληρό πλαστικό, ενώ το άλλο έπιασε κάτι που έμοιαζε με σχοινί. Ύστερα από κάποια προσπάθεια κρατήθηκα γερά από το σχοινί και στερέωσα τη θέση μου πάνω στο σκληρό πλαστικό. Τώρα πια είχα τον καιρό να καταλάβω αυτό που έβλεπα.

Η αίθουσα έμοιαζε ανοιχτή στο διάστημα, εμείς όμως ανασαίναμε, επομένως κάποια διαφανής μεμβράνη κρατούσε τον αέρα στο εσωτερικό. Μπορούσα να δω την εξωτερική επιφάνεια του πλοίου που φαινόταν πολύ πιο μεγάλο απ' όσο το ήξερα. Κολλημένα κυκλικά πάνω στην επιφάνεια της μεμβράνης, σαν ζωντανή αλυσίδα στο εσωτερικό μιας φουσκάλας, στέκονταν πέντε-έξι στρογγυλά συννεφάκια που έβγαζαν ένα μουντό πορτοκαλί φως σαν ετοιμοθάνατοι ήλιοι. Κρατιόμουν από κάτι που έμοιαζε με κατάρτι πλοίου, ένα μεταλλικό δοκάρι που έφτανε από τη μια πλευρά της βαλβίδας ώς το κέντρο της φούσκας. Σχοινιά συνέδεαν το δοκάρι με κάτι πασσάλους που έμοιαζαν να στέκονται στον αέρα, ενώ στην πραγματικότητα πρέπει να ήταν στηριγμένοι πάνω στη μεμβράνη. Πάνω στα σχοινιά και στο δοκάρι ήταν κολλημένα κάτι τσαμπιά από σφαίρες σε μέγεθος κεφαλιού, με πλαστικές σωληνώσεις που θύμιζαν μαλλιά ή μουστάκια φώκιας. Αρχισαν να κακαρίζουν σαν κότες καθώς γλιστρούσαν μακριά μας. «Γκοσποντίν» ούρλιαξε ο Σονόκ.
Η βαλβίδα που μας είχε επιτρέψει την είσοδο ήταν ακόμη ανοιχτή και τα τοιχώματά της πάλλονταν. Έσπρωξα με δύναμη το δοκάρι για να πάρω φόρα. Το αρκουδάκι με κρατούσε σφιχτά. Είδα τα τοιχώματα να πλησιάζουν, να μας ρουφάνε και να κλείνουν πίσω μας μ' ένα τελικό πλατάγισμα. Βρισκόμαστε στην άλλη πλευρά, ξαπλωμένοι στο πάτωμα. Το τοίχωμα ήταν και πάλι απόλυτα λείο.

Το αρκουδάκι άφησε το χέρι μου και σηκώθηκε. «Καλύτερα να δοκιμάσουμε την άλλη πλευρά», πρότεινε. «Ευκολότερα αντιμετωπίζεται, αναγνωρίζω».
Ανοιξα τη θυρίδα με την εξαπλή αμπάρα και τη διαβήκαμε σερνάμενοι.
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής και ξαναπεράσαμε μπροστά από την καμπίνα μου. Ο διάδρομος, τώρα που το σκεφτόμουνα, ήταν περίεργα γυμνός. Σε οποιαδήποτε παρόμοια περιοχή του δικού μου πλοίου θα υπήρχαν σωληνώσεις, θύρες επικοινωνίας, τυπωμένες οδηγίες - και τουλάχιστον δέκα πόρτες από καμπίνες.
Ο διάδρομος έστριβε λίγα μέτρα μετά από την καμπίνα μου και το σκηνικό απέκτησε μεγαλύτερη ποικιλία. Βρήκαμε κάτι μικρά ντουλάπια-όλα αδειανά - και ο Σονόκ έκανε με επιφύλαξη μερικά βήματα μπροστά. «Εδώ», είπε. «Τενεκές ήταν εδώ».
«Δεν είναι πια», είπα. Διαβήκαμε άλλη μια θυρίδα με εξαπλή αμπάρα και βρεθήκαμε σε μια αίθουσα που έμοιαζε κάπως με χειριστήριο. Στις χοντρές του λεπτομέρειες θύμιζε τη γέφυρα του δικού μου πλοίου και χάρηκα γι' αυτή την αμφίβολη αίσθηση ασφάλειας.
«Μπορείς να του μιλήσεις;» ρώτησε ο Σονόκ.
«Μπορώ να προσπαθήσω. Πού να βρω τερματικό όμως;»
Το αρκουδάκι μου έδειξε ένα καμπυλωτό πάγκο μπροστά από μια τετράγωνη επίπεδη επιφάνεια χωρίς πληκτρολόγιο, μικρόφωνο, ούτε διακόπτες. Δεν έμοιαζε και πολύ με τερματικό - αν και η επίπεδη επιφάνειά του θύμιζε οθόνη οπτικής προβολής-αλλά δεν το θεώρησα ντροπή να δοκιμάσω να του μιλήσω. Ούτε και ξαφνιάστηκα όταν δεν πήρα απάντηση. «Δεν γίνεται τίποτε Αλλο».
Κοιτάξαμε ένα γύρω το δωμάτιο για κάμποσα λεπτά, μα δεν είδαμε τίποτε πιο ελπιδοφόρο. «Μοιάζει με γέφυρα», είπα, «αλλά τίποτε δεν ταιριάζει ακριβώς. Ίσως να μην ψάχνουμε για το σωστό πράγμα».
«Μηχανές διευθύνονται μόνες τους, ίσως», πρότεινε ο Σονόκ.
Κάθισα στον πάγκο, ακουμπώντας τον αγκώνα μου στην άκρη της «οθόνης». Οι εξωανθρώπινες τεχνολογίες χρησιμοποιούσαν συχνά άλλες αισθήσεις από τις δικές μας για ανταλλαγή πληροφοριών. Ενώ εμείς περιορίζουμε συνήθως την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής στην όραση, την ακοή και μερικές φορές την αφή, οι Κροσιριανοί χρησιμοποιούσαν την όσφρηση και οι Αϊγκόρ κατεύθυναν μερικές φορές τις μηχανές τους με μικροκυματικές ακτινοβολίες από το νευρικό τους σύστημα. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω στην οθόνη. Ήταν ζεστή μα δεν μπόρεσα να διαπιστώσω καμιά αυξομείωση της θερμότητας. H υπέρυθρη ακτινοβολία ήταν ανεπαρκής μεταβιβαστής πληροφοριών για όντα με οπτικό προσανατολισμό. Τα φίδια χρησιμοποιούσαν το υπέρυθρο για να βρουν τη λεία τους...

«Φίδια», είπα. «Η οθόνη είναι ζεστή. Μήπως αποτελεί μέρος του πλοίου των φιδιών;»
Ο Σονόκ ανασήκωσε τους ώμους. Κοίταξα ένα γύρο την καμπίνα αναζητώντας άλλες λείες επιφάνειες. Υπήρχαν λίγες. Οι περισσότερες ήταν καλυμμένες με ψηλό κιγκλίδωμα. Μερικές ήταν ζεστές στην επαφή. Υπήρχαν πολλές πιθανότητες - αμφέβαλα όμως αν θα μπορούσα να πετύχω τη σωστή αρκετά γρήγορα. Το καλύτερο που μπορούσα να ελπίζω ήταν η επιβίωση κάποιου άλλου μέρους του πλοίου μου.
«Σονόκ, υπάρχει άλλη έξοδος από το δωμάτιο αυτό;»
«Πολλές. Η μια είναι πίσω από τη γκρίζα κολώνα», είπε. «Μια θυρίδα με έξι καμπάνες πάλι».
«Τι;».
«Έξι.» Έκανε με το χέρι μια κίνηση τραβήγματος. «Σαν τις άλλες», είπε.
«Αμπάρες», τον διόρθωσα.
«Κι εγώ νόμιζα πως τα Αγγλικά μου είχαν βελτιωθεί» είπε μουτρωμένος.
«Έχουν βελτιωθεί. Είναι όμως επόμενο να διαφέρουν από τα δικά μου, γι' αυτό πρέπει να προσαρμοζόμαστε κι οι δuo». Ανοίξαμε τη θυρίδα και κοιτάξαμε τον επόμενο χώρο. Τα φώτα τρεμόσβηναν αδύναμα και τα κατεστραμμένα όργανα έβγαζαν μια όξινη μυρωδιά. Ένα σύννεφο πυκνού καπνού κινήθηκε προς τα έξω βάζοντας αυτόματα σε κίνηση τους εξαεριστήρες. Το αρκουδάκι έκλεισε τη μύτη του και πήδηξε μέσα κάνοντας ένα σύντομο περίπατο στο δωμάτιο.
«Κάτι πεθαμένο είναι εδώ μέσα», είπε όταν γύρισε. «Όχι ακριβώς άνθρωπος αλλά κάτι παρόμοιο. Έχει χτυπηθεί στο κεφάλι». Μου έκανε νόημα να πάω μαζί του και το ακολούθησα απρόθυμα. Το σώμα ήταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο βιδωμένα καθίσματα. Το κεφάλι του ήταν σε φριχτή κατάσταση και υπήρχαν άφθονες αποδείξεις ότι χρησιμοποιούσε κόκκινο αίμα. Το σώμα ήταν ντυμένο με μια γκρίζα φόρμα και παρά την αλλόκοτη στάση που είχε πάρει ήταν φανερό πως έμοιαζε πιο πολύ με σκύλο παρά με άνθρωπο. Το αρκουδάκι είχε δίκιο σ' αυτό - το πτώμα ήταν πιο κοντά μου απ' ότι οι τριχωτές μπάλες ή τα πολύχρωμα φίδια.
«Σονόκ, υπάρχει πιθανότητα να ήταν αυτό εδώ κάποια άλλη μασκότ;»
Το αρκουδάκι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και απομακρύνθηκε σουφρώνοντας τη μύτη. Αναρωτήθηκα μήπως το είχα προσβάλει.
«Δεν βλέπω τερματικό εδώ μέσα» είπε. «Αλλωστε φαίνεται τίποτε δεν δουλεύει. Συνεχίζουμε;»

Επιστρέψαμε στην αίθουσα που έμοιαζε με γέφυρα και ο Σονόκ διάλεξε έναν άλλο διάδρομο. Από την αλλαγή της καμπυλότητας του εδάφους διαπίστωσα ότι όλες οι προηγούμενες εκτιμήσεις μου για το μέγεθος του πλοίου είχαν πέσει πολύ έξω. Δεν υπήρχε τρόπος να βρει κανείς ούτε το μέγεθος ούτε το σχήμα αυτού του διαστημικού εκτρώματος. Αυτό που είχα δει μέσα από τη σφαίρα, μου είχε φανεί απέραντο, ίσως όμως και να ήταν οπτική παραμόρφωση.
Ο διάδρομος έφτανε πάλι σε αδιέξοδο κι αυτή τη φορά δεν κάναμε την απρονοησία να αναζητήσουμε τι μπορεί να βρισκόταν πίσω από τον τοίχο. Καθώς γυρίζαμε πίσω ρώτησα: «Τι ήταν τα πράγματα που είδες; Είπες ότι ήταν δέκα τέτοια, όλα διαφορετικά».
Το αρκουδάκι σήκωσε το χνουδωτό χέρι του κι άρχισε να μετράει. Τα δάχτυλά του ήταν σαν της ενυδρίδος, αρκετά ευλύγιστα. «Ένα τα φίδια», είπε. «Οι τενεκέδες με τα στήθη, δύο, ο πίσω τοίχος της καμπίνας σου τρία, ο άδειος τοίχος με τους δίσκους, τέσσερα, κι εσύ πέντε. Αλλα πράγματα όχι τόσο διαφορετικά. Νομίζω τώρα - φίδια και θύρες με εξαπλή καμπάνα πάνε ίσως μαζί αφού τα φίδια ξέρουν να τις χρησιμοποιούν. Αλλά πράγματα - εσύ και ο εξοπλισμός του δωματίου σου, και λοιπά, όλα μαζί. Πρόσθεσε όμως το νεκρό πράγμα με τη φόρμα, τις τριχωτές μπάλες και ποιος μπορεί να πει πού θα τελειώνει αυτό;»
«Ελπίζω να τελειώνει κάπου. Έχουν κάποια όρια οι ποικιλίες που μπορώ ν' αντιμετωπίσω. Απ' το δικό σου πλοίο, έχει απομείνει τίποτε;»
«Εκεί που ήμουνα μετά τη διάσπαση», είπε το αρκουδάκι. «Μπρούμυτα στο μπάνιο».
Α, τι ευλογημένη λέξη! «Πού;» τον ρώτησα. «Δουλεύει καλά;»
Θα έκανα την απρέπεια να λερώσω τους διαδρόμους αν δεν υπήρχε άλλη λύση.
«Δουλεύει ακόμη νομίζω. Πίσω, από τον πλαϊνό διάδρομο».

Μου έδειξε το δρόμο. Από ένα μπάνιο μπορείς να μάθεις πολλά πράγματα - κοινωνικές στάσεις, τεχνολογικό επίπεδο, ακόμη και βασική ψυχολογία για να μην πούμε τίποτε για την ανατομία. Αυτό εδώ ήταν συμπαθητικό και λειτουργικό με εξοπλισμό για αρσενικούς και θηλυκούς τουλάχιστον τριών μεγεθών. Εμένα μου έκανε το μεγαλύτερο. Το αρκουδάκι με άφησε μόνη μου, πράγμα που δεν ήταν απολύτως απαραίτητο - στο δικό μου πλοίο το μπάνιο ήταν κοινό - μα που το εκτίμησα πολύ, παρ' όλα αυτά. Χρειάζεσαι κάποτε χρόνο για να συνηθίσεις την ιδέα ότι σε κοιτάζει ένα αρκουδάκι.
Όταν τελείωσα πήγα κοντά στον Σονόκ που στεκόταν στο χωλ και διαπίστωσα ότι είχα γυρίσει ανάποδα. «Πού βρισκόμαστε;»
«Αλλάζουμε», είπε ο Σονόκ. «Εκεί που βρισκόταν το χώρισμα είναι τώρα η θυρίδα. Δεν είμαι σίγουρος ότι αναγνωρίζω τώρα - διαφορετική θυρίδα.

Και ήταν πράγματι ανησυχητικά διαφορετική. Θωρακισμένη, αυτόματου χειρισμού και εξοπλισμένη με βαριά θωρακισμένο μηχανισμό ανίχνευσης. Ήταν απωθητική, βαμμένη χακί και δεν είχε καμιά δουλειά στο εσωτερικό ενός πλοίου - εκτός εάν οι επιβάτες του φοβούνταν ο ένας τον άλλον. «Ήμουνα προθάλαμο έξω από λουτρό», είπε ο Σονόκ, «με κλειστή την πόρτα. Ακούω δυνατό θόρυβο και κάτι σαν μέταλλο που κόβεταi ανοίγω την πόρτα και βλέπω αυτό».
Ακούγονταν ακόμη κάτι ακαθόριστοι μηχανικοί ήχοι, τρίξιμο, στρίγκλισμα. Δεν πλησιάσαμε την πόρτα. Ο Σονόκ μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. «Ένα ακόμα», είπε. «Παρά λίγο ξέχασα». Μου έδειξε ένα ανοιχτό ντουλαπάκι, δυο μέτρα πλάτος και ένα μέτρο βάθος περίπου. «Μοιάζει σαν ενυδρείο, ίσως;»

Ήταν ένα μεγάλο ορθογώνιο γυάλινο δοχείο γεμάτο μ' ένα θολό υγρό. Έφτανε από τα γόνατα ως την κορυφή του κεφαλιού μου και ήταν χωμένο μέσα στο ντουλάπι. «Ο,τι και να ναι δεν το χουνε καθαρίσει», είπα.

Αγγιξα το γυαλί για να διαπιστώσω αν ήταν ζεστό ή κρύο. Το γυαλί φωτίστηκε κι εγώ τινάχτηκα πίσω, πέφτοντας πάνω στον Σονόκ που έκανε μια ανάποδη τούμπα και στήθηκε στα πόδια του βαριανασαίνοντας.
Το φως μέσα στο ενυδρείο αναβόσβησε στροβοσκοπικά κι άρχισε να δυναμώνει σταδιακά ώσπου η λάμψη του έγινε σταθερή. Για μερικά δευτερόλεπτα ζαλίστηκα. Το θολό κατακάθι άρχιζε να πυκνώνει. Έσκυψα προσεκτικά για να δω καλύτερα. Το κατακάθι δεν ήταν ίδιο παντού: το αποτελούσαν μικρά ζωάκια όχι παραπάνω από ένα εκατοστό, με δύο μαύρες οπτικές κηλίδες στη μια άκρη, μια ροζ «ραχοκοκαλιά» και μια σειρά από κρόσσια που ανέμιζαν σαν φτερά ανάμεσα στο κεφάλι και την ουρά. Είχαν αρχίσει να σχηματίζουν μια πυκνή μάζα στο κέντρο του δοχείου.
Ο πάτος του δοχείου ήταν χαρακωμένος από σειρές φωτεινών κηλίδων που άλλαζαν χρώμα στα πλαίσια ενός στενού φάσματος: κόκκινο, μπλε. κεχριμπαρένιο.

«Κάτι κάνει», είπε ο Σονόκ. Η μάζα αποκτούσε ένα σχήμα. Ένα κεφάλι μαζί με τους ώμους εμφανίστηκε, μετά ο κορμός, και τα χέρια, σχεδιασμένα από τις αλλόκοτα φωτεινές γαριδούλες. Όταν το ζωντανό γλυπτό τέλειωσε, αναγνώρισα τον εαυτό μου από τη μέση και πάνω. Απλωσα το χέρι μου και η μάζα επανέλαβε αργά την κίνηση.
Ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση. Στην τσέπη του παντελονιού μου είχα ένα μαρκαδόρο για να σημαδεύω τα κουτιά από τις ταινίες. Ήταν φτιαγμένος από μαλακό πλαστικό καλυμμένο από μέταλλο. Το έβγαλα κι έγραψα πέντε γράμματα πάνω στο γυαλί του δοχείου: ΠΟΙΟΣ. Ένα μέρος της μάζας διαλύθηκε και ξανασχηματίστηκε αναπαράγοντας τα γράμματα, ενώ η υπόλοιπη συμπλήρωνε τα κενά. ΠΟΙΟΣ έγραψαν και μετά πρόσθεσαν ένα ερωτηματικό.
Ο Σονόκ έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή κι εγώ πλησίασα να δω καλύτερα. «Καταλαβαίνουν;» ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου. Δεν είχα ιδέα τι παιχνίδι παίζαμε. ΤΙ ΕΙΣΑΙ; έγραψα.

Τα ζωάκια άρχισαν να διαλύονται και να επιστρέφουν στη θολή κατάσταση. Κούνησα το κεφάλι μου απογοητευμένη. Είχα φτάσει τόσο κοντά! Μέχρι τώρα ήταν η πιο κοντινή απόπειρα επικοινωνίας.
«Περίμενε», είπε ο Σονόκ. «Μαζεύονται πάλι»>.

TENZIONA, έγραψαν οι γαρίδες. DYSFUNCTIO GUARDATEO AB PEREGRINO PEREMBULA.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Μοιάζουν με Ιταλικά ξέρεις καθόλου Ιταλικά;»
Το αρκουδάκι κούνησε το κεφάλι του.
«Dysfunctio», είπα δυνατά. «Αυτό φαίνεται εύκολο, δυσλειτουργία. Αλλά το ab pergrino; Έχει καμιά σχέση με πελαργό;
«Peregrine σημαίνει ξένος», είπε ο Σονόκ.
«Φυλάξου από τους ξένους... perambula, περίπατος δηλαδή. Φυλάξου από τους ξένους που περπατάνε; Μας λείπει βέβαια η σωστή γραμματική, μα νομίζω ότι μας λένε κάτι που ξέρουμε ήδη. Στην οργή! Θα θελα να θυμόμουνα όλες τις γλώσσες που αναγκάστηκα να μάθω πριν από δέκα χρόνια».
Τα γράμματα μέσα στο δοχείο σκοτείνιασαν και ξέφτισαν. Οι γαρίδες άρχισαν να σχηματίζουν κάτι διαφορετικό. Πρώτα σχεδίασαν κλαδιά και συνέχισαν να τοποθετούνται η μια πίσω από την άλλη ώσπου έφτιαξαν ένα κορμό και τον ρίζωσαν στον πάτο του δοχείου.
«Δέντρο», είπε ο Σονόκ.

Διαλύθηκαν και πάλι σχηματίζοντας για μερικά δευτερόλεπτα το ομοίωμα του κορμιού μου. Το ντύσιμο ήταν κάπως διαφορετικό τώρα, κάτι σαν μανδύας. Τώρα κάθε γαριδούλα άλλαξε χρώμα δίνοντας εντυπωσιακή ζωντάνια στο σχήμα. Καθώς την κοίταζα η εικόνα άρχισε να γερνά. Το περίγραμμα του προσώπου ζάρωσε, ρυτίδες σχηματίστηκαν πάνω στο δέρμα και τα μέλη μάζεψαν αισθητά. Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν και τα σταύρωσα στο στήθος,η θερμοκρασία του διαδρόμου δεν είχε αλλάξει.

Βέβαια δεν κρύβεται πραγματικά ολόκληρο το σύμπαν στο μυαλό ενός μικρού κοριτσιού. Είναι μια μικρή κλωστή σ' ένα μεγάλο κουβάρι, χωρισμένη από το κάθε άλλο σύμπαν σύμφωνα με ένα περιορισμό σταθερών και ιδιοτήτων, ακριβώς όπως ο θάνατος χωρίζεται από τη ζωή με την αιώνια απουσία των νεκρών. Φυσικά τώρα ξέρουμε ότι τα σύμπαντα είναι λιγότερο απαραβίαστα από το θάνατο γιατί υπάρχουν τρόποι να περάσει κανείς από τη μια κλωστή στην άλλη. Έτσι αυτά τα άλλα όντα από τους παράλληλους πλανήτες Γη δεν αποτελούν μέρος της αδιαφοροποίητης παιδικής μου ηλικίας. Αυτό είναι μια εύκολη φαντασίωση για μια μάλλον απροετοίμαστη νέα γυναίκα. Κι όμως παντού γύρω μου βρίσκω τα σύμβολα της παιδικής ηλικίας, εφιάλτες και αρκουδάκια και όνειρα μέσα σε γυάλινα δοχεία, όνειρα των γερατειών και τou θανάτου. Και το δέντρο, γκρίζο και σκελετωμένο, χωρίς φύλλα. Εγώ είμαι αυτό το πράγμα. Γεμάτη χειμώνα, ξύλο που τσακίζει και γίνεται χίλια κομμάτια. Πώς το ξέρουν;

Ένα σύρσιμο ακούστηκε από το διάδρομο μπροστά μας. Γυρίσαμε τα μάτια μας από τη γυάλα και είδαμε το πάτωμα ολόκληρο σκεπασμένο με τα πολύχρωμα φίδια, ακίνητα, με τα κεφάλια τους στραμμένα πάνω μας. Ο Σονόκ άρχισε να τρέμει.
«Σταμάτα», του είπα. «Δεν μας έκαναν τίποτε».
«Εσύ είσαι πιο μεγάλη», μου απάντησε. Δεν σε βλέπουν σαν φαγητό».
«Ούτε κι εσύ τρώγεσαι τόσο εύκολα. Ας καθίσουμε ήρεμα εδώ που βρισκόμαστε και θα δούμε τι θα γίνει».
Κράτησα τα μάτια μου στραμμένα πάνω στα φίδια, μακριά από το γυάλινο δοχείο. Δεν ήθελα να δω το σχήμα να γερνά κι άλλο. Με τέτοια τρέλα που επικρατούσε εδώ μέσα μπορεί να συνέχιζε πέρα από το θάνατο και την αποσύνθεση ως τα κόκαλα. Γιατί διάλεξε εμένα κι όχι τον Σονόκ;
«Δεν μπορώ να περιμένω άλλο», είπε ο Σονόκ. «Δεν διαθέτω φιδίσια υπομονή». Έκανε ένα βήμα εμπρός. Τα φίδια κοίταζαν - χωρίς ούτε μια κίνηση - το αρκουδάκι να πλησιάζει βήμα με βήμα. «Θέλω να ξέρω κάτι σίγουρο», γύρισε και μου είπε. «Έστω και το ότι τρέφονται με μικρά χνουδωτά μασκότ.»

Τα φίδια ξαφνικά μαζεύτηκαν προς τα πίσω κι άρχισαν να σκαρφαλώνουν το ένα πάνω στ' άλλο. Τα σώματά τους έβγαλαν κάτι ήχους σαν πλατάγισμα και ρούφηγμα. Καθώς διασταυρώνονταν τα κόκκινα λέπια εφάρμοζαν μεταξύ τους στέρεα. Συνέχισαν να ενώνονται σαν ομάδα ακροβατών μέχρι που έγιναν μια ενιαία μάζα σε σχήμα κόμπρας αλλά επίπεδης σαν πλαναρία. Μια σειρά από φίδια έμειναν να κυματίζουν κατά μήκος της κοιλιάς θυμίζοντας κεφαλή Μέδουσας ζωγραφισμένη από μια σαρανταποδαρούσα.
Ο γενναίος Σονόκ κατέρρευσε εντελώς. Κάνοντας μεταβολή με προσπέρασε τρέχοντας, ενώ μαρμαρωμένη από το φόβο έμενα ακίνητη απέναντι στα φίδια με ορθωμένες τις τρίχες. Ήθελα να μιλήσω μα δεν μπορούσα.
Ξαφνικά άκουσα πίσω μου:
«Σινιέ! Α Ιa discorpes»

Καθώς γύριζα το κεφάλι είδα δυο πράγματα ταυτόχρονα, ένα με την κάθε γωνία των ματιών, τα φίδια αποσυνδέθηκαν σχηματίζοντας ένα μπερδεμένο σωρό, και ένας άντρας ντυμένος στα κόκκινα και μαύρα έστριψε και χάθηκε σ' ένα πλάγιο διάδρομο. Τα φίδια ξανά-συνδυάστηκαν σχηματίζοντας μιαν ύδρα με έξι πλοκάμια που έπιασαν τις έξι αμπάρες της πόρτας, τις άνοιξαν και γλίστρησαν έξω. Η θυρίδα έκλεισε κι έμεινα μόνη.

Δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω από το να πατήσω τις φωνές για λίγο και μετά να βάλω τα κλάματα. Ακούμπησα στον τοίχο πίσω μου αφήνοντας την κρίση να ξεσπάσει όσο γινόταν πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Όταν κατάφερα να σταματήσω, σκούπισα με τις παλάμες τα μάτια μου και τα κράτησα σκεπασμένα έτσι, νιώθοντας ντροπή για τη συμπεριφορά μου. Όταν τα ξανάνοιξα ο Σονόκ στεκόταν δίπλα μου.
«Έχουμε μαζί μας έναν Ινδιάνο», με πληροφόρησε. «Ψηλό, με μαύρα μαλλιά σε τρεις κορδέλες» - δείχνοντάς μου από την κορυφή του κεφαλιού ως το λαιμό, πίσω ανάμεσα στ' αυτιά - «και πολύ φανταχτερά ντυμένο».
«Πού είναι;» ρώτησα βραχνά.
«Στο μέρος σαν γέφυρα, νομίζω. Διατάζει τα φίδια;»
Δίστασα λίγο και μετά έγνεψα καταφατικά.
«Πηγαίνουμε να δούμε;»

Σηκώθηκα και ακολούθησα το αρκουδάκι. Ο άντρας με τα μαυροκόκκινα ρούχα μας κοίταξε να μπαίνουμε στην αίθουσα, καθισμένος σ' ένα πάγκο βγαλμένο μέσα από τον τοίχο. Ήταν ψηλός, δύο μέτρα τουλάχιστον, και γεροδεμένος. Φορούσε ένα μαύρο μεταξωτό πουκάμισο με κόκκινες μανσέτες. Η κάπα του ήταν μαύρη μ' ένα κόκκινο αετό κεντημένο στην πλάτη. Έμοιαζε με Ινδιάνο - κοκκινωπό δέρμα, αριστοκρατική μύτη, χείλια σφιγμένα σαν να πονούσε.

«Quis la?» ρώτησε.
«Δεν τη μιλάω αυτή τη γλώσσα», είπα. «Μήπως ξέρεις Αγγλικά;»
Τίποτε δεν άλλαξε στην ατάραχη έκφραση του Ινδιάνου. Έγνεψε καταφατικά και γύρισε βάζοντας το χέρι του πάνω σε μια σχάρα. «Φοίτησα στο βρετανικό σχολείο του Νέου Λονδίνου», είπε με προφορά καθαρά Οξφορδιανή. «Σπούδασα στην Ινδονησία και μιλάω Ολλανδικά, Ανώτερα και Μέσα Γερμανικά και μερικές ασιατικές γλώσσες, ιδιαίτερα τα Γιαπωνέζικα και τα Ταγκαλόγκ. Στα Αγγλικά όμως έχω μεγάλη άνεση».
«Δόξα τω Θεώ», είπα. «Το ξέρεις το δωμάτιο αυτό;»
«Ναι. Εγώ το σχεδίασα. Είναι για τους Σινιέ». «Ξέρεις τι μας έχει συμβεί;»
«Γκρεμιστήκαμε στην κόλαση», μου απάντησε. «Οι Ιησουίτες δάσκαλοί μου με είχαν προειδοποιήσει».
«Δεν πέφτεις και πολύ έξω», του είπα. «Ξέρεις γιατί έγινε αυτό;»
«Δεν εξετάζει κανείς το γιατί τιμωρήθηκε».
«Δεν μας τιμώρησε κανείς - τουλάχιστον όχι o Θεός ή οι δαίμονες».
Ανασήκωσε τους ώμους του. Αποψή μου.
«Είμαι κι εγώ από τη Γη», είπα. «Από την Terre».
«Ξέρω πώς λέγεται η Γη», μ' έκοψε απότομα ο Ινδιάνος.
«Δεν νομίζω όμως ότι πρόκειται για την ίδια Γη. Από ποια χρονιά έρχεσαι;». Αφού είχε αναφέρει τους Ιησουίτες πρέπει να χρησιμοποιούσε την καθιερωμένη χριστιανική χρονολόγηση.
«Έτος Κυρίου 2345», μου απάντησε.
Ο Σονόκ έκανε το σταυρό του με πολλή κομψότητα. «Για μένα 229Ο», πρόσθεσε. Ο Ινδιάνος κοίταξε το αρκουδάκι με δυσπιστία.
Η δική μου εποχή ήταν εξήντα χρόνια μετά το αρκουδάκι και πέντε μετά τον Ινδιάνο. Τα όρια της τυχαίας συνάθροισης άρχισαν να συγκεκριμενοποιούνται πιο πολύ. «Τι χώρα;»
«Συνασπισμός Κολομβιανών Φυλών», απάντησε. «Περιοχή Κεμπέκ, Ανατολική Ακτή».
«Εγώ είμαι απ' τη Σελήνη», είπα. «Οι γονείς μου όμως γεννήθηκαν στη Γη, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ο Ινδιάνος κούνησε αργά το κεφάλι του, δεν το χε ξανακούσει.
«Είχατε εκεί...», άρχισα, μα δεν συνέχισα την ερώτηση. Από πού ν' αρχίσω; Πού χωρίζονταν οι γραμμές των κόσμων; «Νομίζω ότι πρέπει ν' αρχίσουμε να ψάχνουμε τι είδους συναρμολόγηση έχει γίνει σ' αυτό το πλοίο. Τις προσωπικές μας ιστορίες τις λέμε αργότερα. Είναι φανερό ότι διαθέτετε διαστρική κίνηση.

Ο Ινδιάνος δεν έδειξε ούτε να συμφωνεί ούτε να διαφωνεί. «Οι γονείς μου είχαν προγόνους από τη Δυτική Ακτή, το Βανκούβερ», είπε. «Ήταν Κουακιούτι και Κόντικιν. Το ζώο έχει ρώσικη προφορά;»
«Κάτι λίγο, είπα. «Τώρα μιλάει καλύτερα από πριν».
«Έχω χρέος αίματος κατά των Ρώσων».
«Καλά», του είπα. «Αμφιβάλλω όμως αν έχεις οτιδήποτε εναντίον αυτού εδώ του Ρώσου αν λάβουμε υπόψη τις αποστάσεις. Πρέπει να μάθουμε αν το πλοίο αυτό μπορεί να μας πάει κάπου.
«Ρώτησα», είπε ο Ινδιάνος.
«Ποιον;» ρώτησε ο Σονόκ. «Βρήκες τερματικό;» «Το πλοίο λέει ότι είναι περικυκλωμένο από ξένα μέρη που δεν τα καταλαβαίνει. Μπορεί όμως να κινηθεί».
«Πραγματικά δεν ξέρεις τι σου έχει συμβεί;»
«Ξεκίνησα να βρω καινούργιους κόσμους για το λαό μου και πήρα μαζί μου τους Σινιέ. Όταν έφτασα σε κάποιο σημείο του ουρανού αρκετά μακριά στη γραμμή του τόξου που καθόρισε η εξωηλιακή διείσδυσή μου, έγινε αυτό που έγινε». Σήκωσε το χέρι του. «Ήρθε ένα πλάσμα, ένας δαίμονας, που προσπάθησε να με σκοτώσει. Είναι νεκρός. Υπάρχουν κι άλλοι, τεράστιοι μαύροι άνθρωποι που φοράνε χρυσή πανοπλία και κρατάνε χρυσά όπλα σαν κανόνια και που χάθηκαν πίσω από θωρακισμένες πόρτες. Υπάρχουν τοίχοι λαστιχένιοι που πίσω τους κρύβονται κι άλλοι δαίμονες. Και τώρα βρέθηκες εσύ - και αυτό», πρόσθεσε δείχνοντας το αρκουδάκι.
«Δεν είμαι «αυτό», είπε ο Σονόκ. «Είμαι Αρκτος».
«Μικρή Αρκτος», τον διόρθωσε ο Ινδιάνος.
Ο Σονόκ του γύρισε την πλάτη πειραγμένα. «Φτάνει» τους διέκοψα. «Δεν γκρεμίστηκες στην κόλαση, όχι κυριολεκτικά τουλάχιστον. Μας χτύπησε κάτι που λέγεται διασπαστής. Μας άρπαξε από διάφορα σύμπαντα και μας ξανασυναρμολόγησε βάσει των κοσμικών γραμμών μας, των... συγγενειών μας.
Ο Ινδιάνος χαμογέλασε αδιόρατα, γεμάτος ανωτερότητα.
«Κοίτα, δεν καταλαβαίνεις σε τι παρανοϊκή κατάσταση έχουμε βρεθεί;» ρώτησα απαυδισμένη. «Πρέπει να φέρω τα πράγματα σε κάποιο λογαριασμό πριν τρελαθούμε όλοι. Τα όντα που μας το καναν αυτό στο δικό μου σύμπαν τα λέμε «Αίγκόρ». Ξέρεις τίποτε γι' αυτούς;»

Κούνησε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω άλλα όντα εκτός από αυτά της Γης. Ξεκίνησα να βρω κόσμους».
«Το πλοίο σου έχει σύστημα στρέβλωσης του χώρου - κινείται κατά μήκος μιας γεωδαιτικής γραμμής στο ανώτερο διάστημα;»
«Nαι», απάντησε. «Δεν συντονίζεται με την κορυφή της Αστρικής Θάλασσας, αλλά γλιστράει ανάμεσα στο αφρισμένο μήκος, όπου θα πρέπει να προσπαθούμε να ακολουθούμε όλους τους νόμους».
Τα λόγια του περιέγραψαν αρκετά καλά τη μετάβαση από τη στατική γεωμετρία - το σύμπαν μας στην ανώτερη γεωμετρία. Βέβαια η περιγραφή του ήταν πιο ποιητική παρά επιστημονική, αλλά υπήρχε κι αυτό έφτανε. «Εδώ και πόσο καιρό ξέρει ο λαός σου να ταξιδεύει μ' αυτό τον τρόπο;»
«Εδώ και δέκα χρόνια. Κι ο δικός σου;»
«Από τρεις αιώνες»
Κούνησε το κεφάλι του θαυμαστικά. «Τότε ξέρεις γιατί μιλάς και ίσως να μην υπάρχουν δαίμονες και να μην είμαστε στην κόλαση. Όχι αυτή τη φορά».
«Πώς χρησιμοποιείς τα όργανά σου;».
«Δεν τα χρησιμοποιώ εγώ βασικά, αλλά οι Σινιέ. Θα σου δείξω, αν μπορείς να κρατήσεις την ψυχραιμία σου».
Κοίταξα τον Σονόκ που συνέχιζε να είναι μουτρωμένος. «Φοβάσαι τα φίδια;»
Το αρκουδάκι κούνησε το κεφάλι του.
«Φέρ' τα μέσα», είπα. «Και μήπως θα ήταν καλό να πούμε τα ονόματά μας;»
«Ζαν Φρόμπις, είπε ο Ινδιάνος. Κι εγώ του είπα το δικό μου.

Τα φίδια μπήκαν μέσα όταν τα διέταξε σφυριχτά και συγκεντρώθηκαν στη μέση της καμπίνας. Ήταν δύο ομάδες, η καθεμιά από πενήντα περίπου φίδια. Ο Φρόμπις τους έδωσε οδηγίες με λόγια και μια γλώσσα που θύμιζε φωνές πουλιών. Τα φίδια υπάκουσαν άψογα, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, σαν τέλειοι υπηρέτες. Πλησίασαν τα όργανα ελέγχου, έκαναν μερικούς χειρισμούς και μετά στράφηκαν σ' αυτόν και με τη σειρά της η κάθε ομάδα του έδωσαν αναφορά με σφυρίγματα και πλαταγισμούς. Η επαφή τους είχε κάτι το αλλόκοτο και το ανατριχιαστικό. Ο Ζαν έκανε ένα νεύμα και τα φίδια χωρίστηκαν.

«Έχουν εκτραφεί ειδικά;» τον ρώτησα.
«Τεχνογεννετική καλλιέργεια», απάντησε. «Είναι εξαιρετικοί εργάτες και δεν έχουν δικιά τους θέληση, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν εγκέφαλο. Έχουν μνήμη και μπορούν να σκεφτούν συλλογικά, όχι όμως για τον εαυτό τους, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Στα χείλη του πέρασε πάλι ένα φευγαλέο χαμόγελο. Ήταν περήφανος για τους υπηρέτες του.
«Νομίζω πως καταλαβαίνω, Σονόκ, εσύ έχεις εκτραφεί ειδικά;»
«Ήμουνα μασκότ», είπε ο Σονόκ. «Μπορώ να αναπαραχθώ μόνος μου, αν μου δοθεί η ευκαιρία».
Το θέμα ήταν πολύ λεπτό, το καταλάβαινα. Καταλάβαινα επίσης ότι ο Φρόμπις και ο Σονόκ δεν τα πήγαιναν. πολύ καλά. Αν ο Σονόκ ήταν μια μεγάλη αρκούδα - και όχι Ρώσος - αντί για αρκουδοειδής νάνος ίσως ο Ινδιάνος να το έβλεπε με μεγαλύτερο σεβασμό.
«Ζαν, μπορείς να διευθύνεις ολόκληρο το πλοίο από δω;»
«Τα μέρη που υπακούουν, ναι»
«Μπορούν να σου πουν τα κομπιούτερ σου πόσο ποσοστό του πλοίου υπακούει;»
«Ο,τι έχει απομείνει από το πλοίο μου υπακούει χωρίς πρόβλημα. Το υπόλοιπο είναι απρόβλεπτο εντελώς νεκρό. Προσπαθούσα να βρω τα όριά του όταν σας συνάντησα».
«Συνάντησες τους ανθρώπους που έφτιαξαν τι θωρακισμένες πόρτες;»
Έγνεψε καταφατικά. «Πιο ψηλοί απ' τους Μασάι είπε.
Είχα τώρα την εξήγηση για μερικά πράγματα που είχαμε δει και μπορούσα να τα συνδυάσω με γήινα πράγματα. Ο Ζαν με τους Σινιέ του δεν ξεπερνούσα τα όρια κάποιας λογικής, το ίδιο και ο Σονόκ. Οι θωρακισμένες πόρτες δεν ήταν πια τόσο μυστηριώδες Αλλά εκείνο το πλάσμα που έμοιαζε με σκύλο... Ο λαιμός μου σφίχτηκε. Αυτός πρέπει να ήταν ο δαίμονας που σκότωσε ο Φρόμπις. Και πέρα από την καρδιακή βαλβίδα;
«Έχουμε πολλά να εξερευνήσουμε», είπα.
«Εσύ και το ζώο, είσαστε μαζί, από τον ίδιο κόσμο;» ρώτησε ο Φρόμπις. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Μόνη σου ήρθες;
Έγνεψα ναι. «Γιατί;»
«Χωρίς άντρες, ούτε στρατιώτες;» Είχα αρχίσει να φοβάμαι τώρα. «Όχι».
«Πολύ καλά. Σηκώθηκε και πλησίασε ένα άδειο τοίχο κοντά στην γκρίζα κολώνα. «Έτσι δεν θα έχουμε πολλούς να συντηρήσουμε, εκτός αν αυτοί με τις χρυσές πανοπλίες θέλουν το φαγητό μας». Ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και εμφανίστηκε ξαφνικά ένα στρογγυλό άνοιγμα. Μέσα από τα σκοτάδι της τρύπας, δύο πρόσωπα μας κοίταζαν με μάτια που έλαμπαν.
«Αυτές είναι οι γυναίκες μου» είπε ο Φρόμπις. Η μια ήταν μελαχρινή και λεπτή, όχι παραπάνω από δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, ήρθε πρώτη μέσα και κοίταξε επίμονα. Η δεύτερη, πιο γεμάτη και στρογγυλοπρόσωπη, είχε καστανά μαλλιά και ήταν γύρω στα είκοσι.
Ο Φρόμπις μου έδειξε πρώτα τη νεότερη. «Αυτή είναι η Αλουέτ» είπε. «Κι αυτή είναι η Μάους. Γυναίκες, από δω η Φράνσις Τζινίβα». Στάθηκαν δεξιά κι αριστερά κρατώντας τον από τους αγκώνες και μου έγνεψαν μαζί κι οι δύο.
Σύνολο τέσσερις άνθρωποι, ίσως και περισσότεροι, αν οι χρυσοί πολεμιστές ήταν άνθρωποι. Το μωσαϊκό μας είχε μεγάλη επιτυχία.

«Ζαν, είπες ότι οι μηχανές σου επικοινωνούν με το υπόλοιπο πλοίο. Μπορούν να το κατευθύνουν; Αν μπορούν, νομίζω ότι θα πρέπει να προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στη Γη».
«Σε ποια;» ρώτησε ο Σονόκ. «Ποια Γη μας περιμένει;»
«Γιατί πράγμα μιλάει η αρκούδα;» ρώτησε ο Φρόμπις.
Του εξήγησα την κατάσταση όσο καλύτερα μπορούσα. Ο Φρόμπις ήταν ένας πολυμαθής μηχανικός και πλοηγός αλλά η πείρα του - θεωρητική ή πρακτική - σχετικά με τα άλλα συνεχή, ήταν μικρή. Έσφιξε τα χείλια του και με άκουσε με ύφος σκοτεινό, μη θέλοντας να παραδεχτεί την άγνοιά του. Αναστέναξα και στράφηκα για ενίσχυση στην Αλουέτ και τη Μάους. Ήταν αμίλητες, υποταγμένες απόλυτα στην ατάραχη αυθεντία του Φρόμπις.
«Η γυναίκα λεει ν' αποφασίσουμε πού θα πάμε», είπε ο Σονόκ. «Εξαρτάται, όπως το φέρει η τύχη, από το αν θέλουμε τη Γη που μας περιμένει».
«Η δική μου Γη θα σας αρέσει, είπε ο Φρόμπις.
«Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα είναι η δική σου Γη. Πρέπει να το λάβεις κι αυτό υπόψη σου».
«Λες παράλογα πράγματα», είπε ο Φρόμπις. «Πάντως εγώ πήρα την απόφασή μου. Θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε».
Ανασήκωσα τους ώμους μη θέλοντας να συνεχίσω τη συζήτηση: «Κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς». Είχαμε καιρό ν' αντιμετωπίσουμε την αλήθεια.
«Θα βάλω τους Σινιέ να παρακολουθούν τις μηχανές αφού δώσω τις οδηγίες», είπε ο Φρόμπις. «Μετά θα ήθελα να έρθει μαζί μου η Φράνσις να δει το ζώο που σκότωσα». Συμφώνησα χωρίς να σκεφτώ τα κίνητρά του. Έδωσε στα μετα-φίδια του τις απαιτούμενες διαταγές και κατεβάζοντας ένα χώρισμα αποκάλυψε ένα μικρό πίνακα σχεδιασμένο για ανθρώπινα χέρια. Όταν τέλειωσε με τον προγραμματισμό των κομπιούτερ, συνέχισε τις οδηγίες του στους Σινιέ. Η επαφή του με τα φίδια ήταν τέλεια - η σχέση ενός μηχανικού με τα εργαλεία του. Δεν υπήρχε ούτε υποψία δισταγμού ή άλλης γνώμης. Τα φίδια έμοιαζαν από κάθε άποψη με μηχανές συντονισμένες αποκλειστικά και μόνο πάνω στη φωνή του. Αναρωτήθηκα πόσο μακριά πήγαινε η υπακοή των συζύγων του.
«Η Μάους θα βρει τροφή για την αρκούδα και η Αλουέτ θα φυλάει το θάλαμο με το fusil. Comprends-la?». Οι γυναίκες έγνεψαν καταφατικά και η Αλουέτ έβγαλε ένα όπλο από την ειδική κρύπτη, «Όταν γυρίσουμε θα φάμε».
Θα περιμένω να φάω μαζί σας», είπε ο Σονόκ που στεκόταν δίπλα μας.
Ο Φρόμπις κοίταξε ψυχρά το αρκουδάκι. «Εμείς δεν τρωμε μαζί με ζώα», είπε με την υπεροψία Βρετανού αξιωματικού που μιλάει σε υπηρέτη. «Θα φας όμως από το ίδιο φαγητό με μας».
Ο Σονόκ άπλωσε τα χέρια του και εκτόξευσε δύο ρίγη θυμού. «Κανείς δεν μου φέρθηκε ποτέ σαν κατώτερο πλάσμα», είπε. «Θα φάω μαζί με όλους ή δεν θα φάω καθόλου». Με κοίταξε με τα μικρά χρυσά του μάτια και με ρώτησε στα Ρωσικά: «Θα κάνεις ό,τι σου λεει;»
«Δεν έχουμε μεγάλα περιθώρια εκλογής», του απάντησα στην ίδια γλώσσα:
«Τι προτείνεις;»
«Μην αντιδράς για την ώρα. Καταλαβαίνω». Δεν μπορούσα να διαβάσω την έκφρασή του πίσω από τη μαύρη μάσκα με τα λευκά σημάδια, αλλά αν ήμουνα στη θέση του θα είχα αμφιβολίες για την κατανόηση. Όπως και να είχαν τα πράγματα, δεν ήταν κατάλληλη ώρα να διδάξω το αρκουδάκι να υπερασπίζει τα δικαιώματά του.

Ο Φρόμπις άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στο κατεστραμμένο δωμάτιο και με άφησε να περάσω πρώτη. Μετά την έκλεισε και την ασφάλισε. «Το έχω δει το πτώμα ήδη», του είπα. «Τι θέλεις να μάθεις;»
«Θέλω τη συμβουλή σου γι' αυτό το δωμάτιο», είπε. Δεν τον πίστεψα ούτε μια στιγμή. Έσκυψα να εξετάσω καλύτερα το πλάσμα που κειτόταν ανάμεσα στις καρέκλες.
«Τι προσπάθησε va σου κάvει;»
«Όρμησε πάνω μου. Νόμισα ότι ήταν δαίμονας, το πυροβόλησα και πέθανε».
«Όλη αυτή την καταστροφή γύρω μας ποιος την έκανε;»
«Πυροβόλησα πολλές φορές», είπε. «Ήμουνα πολύ τρομαγμένος τότε. Τώρα είμαι ήρεμος».
«Ευτυχώς», είπα. «Αυτό το πλάσμα ίσως να ήταν σε θέση να μας βοηθήσει».
«Μοιάζει με σκύλο», είπε ο Φρόμπις. «Οι σκύλοι δεν μπορούν να βοηθήσουν».

Αυτή ήταν και η τελευταία σταγόνα. «Ακου να δεις», του είπα ξερά καθώς απομακρυνόμουν από το πτώμα. «Δεν νομίζω πως έχεις πάρει είδηση τι έχει συμβεί εδώ μέσα. Αν δεν αρχίσεις σύντομα να καταλαβαίνεις, θα σκοτωθούμε όλοι εξαιτίας σου. Δεν έχω καμιά διάθεση να πεθάνω από την ηλιθιότητα κάποιου άλλου».
Τα μάτια του Φρόμπις άνοιξαν διάπλατα. «Οι γυναίκες δεν μιλάνε έτσι στους άντρες», είπε.
«Αυτή η γυναίκα μιλάει, φίλε. Δεν ξέρω τι παρανοϊκή κοινωνική δομή έχετε στον κόσμο σου, αλλά είναι ώρα να συνηθίσεις τη συνεργασία ανάμεσα στα φύλα, για να μην πω τα διαφορετικά είδη! Αν δεν το κάνεις, θα την πάθεις κι εσύ τελικά σαν αυτό το κακόμοιρο πράγμα. Δεν πρόλαβε καν να πει ναι ή όχι, αν ήταν εχθρός ή φίλος! Του ριξες μόνο και μόνο από πανικό κι αυτό δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι». Έτρεμα ολόκληρη.

Ο Φρόμπις χαμογέλασε πάνω από τα σφιγμένα δόντια του και γύρισε να φύγει. Αγωνιζόταν να κρατήσει την ψυχραιμία του. Αναρωτήθηκα αν και το δικό μου μυαλό βρισκόταν στη θέση του. Τα λίγα πράγματα που ήξερα γι' αυτό τον άντρα δεν αρκούσαν για να τον καταλάβω. Κολυμπούσα στα βαθιά, αυτό ήταν σίγουρο, και η προσπάθειά μου να κρατηθώ στην επιφάνεια μπορούσε να επιταχύνει το θάνατο αντί να τον απομακρύνει.

Ο Φρόμπις κοντοστάθηκε δίπλα στην πόρτα, ανασαίνοντας βαθιά. «Τι είναι το σκυλίσιο πλάσμα; Τι είναι αυτό το δωμάτιο;»
Ξαναγύρισα κοντά στο πτώμα και το τράβηξα από το πόδι ανάμεσα στις καρέκλες. «Πολύ πιθανό να διαθέτει νοημοσύνη», είπα. «Είναι το μόνο που μπορώ να πω. Δεν έχει προσωπικά αντικείμενα». Η μυρωδιά του αίματος έφτασε στα ρουθούνια μου και γύρισα το πρόσωπό μου. Ήμουν κουρασμένη - αφάνταστα κουρασμένη. Ένιωθα τους ποταμούς της κούρασης να στραγγίζουν τα μέλη μου. Το κεφάλι μου με πονούσε φριχτά. «Δεν είμαι μηχανικός», είπα. «Δεν μπορώ να πω αν κάποια απ' αυτά τα όργανα μας είναι χρήσιμα ούτε καν αν σώζονται. Εσύ τι λες;»

Ο Φρόμπις κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο με ελαφρά ανασηκωμένο το ένα φρύδι. «Τίποτε χρήσιμο εδώ μέσα».
«Είσαι σίγουρος;»
«Είμαι σίγουρος». Κοίταξε ξανά το δωμάτιο και μύρισε τον αέρα. «Πολλά καμένα πράγματα, κατεστραμμένα. Ξέρεις, πολλά πράγματα είναι επικίνδυνα εδώ».
«Nαι», είπα ακουμπώντας στη ράχη μιας καρέκλας.
«Χρειάζεσαι προστασία».
«Α!».
«Η καλύτερη προστασία είναι οι οικογενειακοί δεσμοί. Είσαι ξεροκέφαλη αλλά οι γυναίκες μου μπορούν να σου διδάξουν τους δικούς μας τρόπους. Με τους οικογενειακούς δεσμούς δεν υπάρχει αβεβαιότητα. Θα γυρίσουμε πίσω κι όλα θα πάνε καλά».
Είχε καταφέρει να μ' αιφνιδιάσει, και άργησα ν' αντιδράσω. «Τι εννοείς όταν λες οικογενειακούς δεσμούς;
«Θα σε πάρω γυναίκα μου και θα σε προστατεύω σαν σύζυγος».
«Ευχαριστώ πολύ, μπορώ να προστατέψω μόνη μου τον εαυτό μου».
«Δεν είναι φρόνιμο να αρνηθείς. Αν μείνεις μόνη σου, σίγουρα θα σκοτωθείς από κανένα τέτοιο πράγμα», είπε δείχνοντας το σκυλοειδές πλάσμα.
«Έτσι κι αλλιώς πρέπει να συνεργαστούμε, είτε είμαστε οικογένεια είτε όχι. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να το καταλάβεις αυτό. Όσο για τα υπόλοιπα δεν έχω καμιά διάθεση να πουληθώ με αντάλλαγμα την ασφάλειά μου».
«Εγώ δεν πληρώνω λεφτά για γυναίκες! είπε Φρόμπις. «Πάλι προσπαθείς να με γελοιοποιήσεις».

Έμοιαζε με απογοητευμένο μικρό αγόρι. Αναρωτήθηκα τι θα έλεγαν οι γυναίκες του αν τον έβλεπαν να χτυπάει στον τοίχο το κεφάλι του ακαταλόγιστα και αναίσθητα.
«Πρέπει να ξεφορτωθούμε το πτώμα προτού βρωμίσει», είπα. «Βοήθησέ με να το βγάλουμε από 'δω...»
«Δεν επιτρέπεται να το αγγίξω...»
Η κούραση με κυρίευσε σε τέτοιο βαθμό που κάθε ίχνος λογική μ' εγκατέλειψε. «Ηλίθιο πλάσμα!» φώναξα. «Κατέβασε επιτέλους τη μύτη σου και κοίταξε τι γίνεται γύρω σου! Έχουμε τρομερό πρόβλημα!!!»
«Δεν ταιριάζει σε μια γυναίκα να μιλάει έτσι, στο ξανά 'πα», μου είπε, και πλησιάζοντάς με σήκωσε την παλάμη του να με χτυπήσει. Ενστικτωδώς χαμήλωσα το κεφάλι και έχωσα τη γροθιά μου στην κοιλιά του. Το χαστούκι έπεσε σαν χάδι γάτας ενώ εκείνος έγειρε στο πλάι, και σωριάστηκε χτυπώντας πάνω στον ώμο μου και στρίβοντάς μου το χέρι σ' ένα οδυνηρό διάστρεμμα των μυών. Βλαστήμησα κι έτριψα το πονεμένο σημείο κι ύστερα κάθισα κάτω να ξανασκεφτώ αυτό που είχε συμβεί.
Δεν είχα μεγάλη εμπειρία με το σεξισμό στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ήταν κάτι αηδιαστικό και απαράδεκτο αλλά κάποια μικρή φωνή στα βάθη του μυαλού μου μου έλεγε ότι δεν ήταν πιο κατακριτέος από τις άλλες ανθρώπινες στάσεις. Οι γυναίκες του φαίνεται να μην είχαν αντίρρηση. Όπως και να ταν πράγματα, τώρα η κατάσταση ήταν για κλάματα. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να τον σύρω κοντά στις γυναίκες του και να προσπαθήσω να μπαλώσω τα πράγματα όταν θα συνερχόταν. Τον έπιασα τα δυο χέρια και τον έσυρα ως τη θυρίδα. Την απασφάλισα και μετά τον γύρισα ανάποδα για να τον πιάσω από τους ώμους. Κόντεψα να κάνω εμετό όταν ο ένας ώμος του έσπασε την κρούστα μιας λιμνούλας αίματος που μισοστέγνωνε, αφήνοντας μια κόκκινη γραμμή κατά μήκος του δαπέδου.

Η αλήθεια είναι ότι ο Τζαγκίτ Σιγκ μου λείπει πιο πολύ απ' όσο θέλω να παραδεχτώ. Τον σκεφτόμουν κι αναρωτιέμαι, τι θα κανε σ' αυτή την κατάσταση. Είναι ένας κοντός, μελαχρινός άντρας με τέλεια χαρακτηριστικά και μάτια που μοιάζουν μ' αυτά που βλέπουμε στις εικόνες του Κρίσνα. Διακόψαμε επίσημα τη σχέση μας πριν από τρεις βδομάδες, από δική μου θέληση, γιατί δεν έβλεπα να έχει κανένα μέλλον. Πιθανόν αυτός να ήξερε πώς να φερθεί στον Φρόμπις, μ' ένα χαμόγελο, ίσως και με πνεύμα συντροφικότητας, χωρίς να έρθει σε αντίθεση με τις δικές του πεποιθήσεις. Ήταν ικανός να ενώσει ξανά τα συντρίμμια μιας κοριτσίστικης παιδικής ζωής. Ήταν ικανός να συνεφέρει όλα αυτά τα τέρατα και τις παραμορφώσεις. Τζαγκίτ! Εκεί που βρίσκεσαι, έχει εποχές; Είναι ακόμα χειμώνας για σένα; Ποτέ δεν κατάλαβες το μικρό κοριτσάκι που ήθελε να παίξει με το χιόνι. Το αίμα σου ήταν υπερβολικά θερμό και κανονικό για να συλλάβει τις στιγμές της αναποφάσιστης παγερότητας μου και δεν μπορούσες - δεν ήθελες - να με υποχρεώσεις ν' αλλάξω. Ήμουνα ακινητοποιημένη ανάμεσα στο παιδί και την τριαντάχρονη μορφή μου, ανάμεσα στην άνοιξη και το χειμώνα. Είναι για σένα τώρα άνοιξη;

Η Αλουέτ και η Μάους άρπαξαν τον άντρα τους από τα χέρια μου, σε έξαλλη κατάσταση απ' το θυμό τους. Δεν μιλούσαν καθαρά, αλλά από τις κατά προσέγγιση γαλλόφωνες κραυγές τους ήταν φανερό πως έφταιγα εγώ. Είπα στο Σονόκ το τι συνέβη και το πήρε πολύ σοβαρά.

«Ίσως να μας πυροβολήσει όταν ξυπνήσει», πιθανολόγησε.
Για να αποφύγω την εξέλιξη αυτή, πήρα το όπλο και το φύλαξα στο μισό δωμάτιό μου. Υπήρχε ένα άθικτο ντουλάπι ακόμα και είχα το κλειδί. Παρ' όλα αυτά δεν το κλείδωσα. Σκέφτηκα πως ήταν καλύτερα να το κρύψω απλώς. Έπρεπε τώρα να φερθώ διπλωματικά, αν και το μόνο που ήθελα yια την ώρα ήταν να κοιμηθώ. Ο ώμος μου με πονούσε φρικτά και οι μυς μου αρνιούνταν να ισιώσουν.
Όταν γύρισα, με τον Σονόκ να προπορεύεται μερικά βήματα, ο Φρόμπις είχε ξαναβρεί τις αισθήσεις του και καθόταν σ' ένα ντιβάνι βγαλμένο από το χώρισμα, δίπλα στην τρύπα. Οι γυναίκες του ήταν καθισμένες χάμω κοντά του και έτρωγαν με ύφος σκυθρωπό από κάτι μεταλλικά πιάτα.

Ο Φρόμπις απέφυγε να με κοιτάξει στα μάτια. Αντίθετα η Αλουέτ και η Μάους με κοίταζαν καρφωτά και τα μάτια τους πετούσαν σπίθες. Πρέπει να ήταν πολύ ικανές σ' έναν καβγά αν παρουσιαζόταν ανάγκη.
Έλπιζα μόνο να μην βρισκόμουν εγώ στην αντίθετη παράταξη.
«Νομίζω ότι είναι καιρός να φερθούμε λογικά», είπα.
«Δεν υπάρχει καμιά λογική σ' αυτό το πλοίο», μου πέταξε σαν απάντηση ο Φρόμπις.
«Όσο γι' αυτό, σύμφωνοι», είπε ο Σονόκ ενώ καθόταν μπροστά σ' ένα πιάτο που ήταν αφημένο στο πάτωμα. Το εξέτασε λίγο κι άρχισε να τρώει ανόρεχτα με τα επιδέξια δάχτυλά του.
«Με τους τσακωμούς δεν θα κάνουμε τίποτε τελικά», είπα.
«Αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που με κρατάει να μη σε σκοτώσω», είπε ο Φόρμπις. Η Μάους έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. «Η γυναίκα μου μου θυμίζει ότι πρέπει να σου αφήσω τον καιρό να καταλάβεις τη λογική της νοοτροπίας μας». Ήταν άραγε οι γυναίκες τόσο λογικές παρά το θυμό τους, ή αυτός προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει μόνος του διπλωματικές τακτικές; «Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να είσαι αρχηγός. Εγώ είμαι αρχηγός και μερικές φορές είναι δύσκολο να αντιμετωπίσω έναν άλλο αρχηγό. Γι' αυτό κυβερνάω μόνος μου το πλοίο».
«Δεν είμαι...» δάγκωσα τα χείλια μου. Όχι πολλά, ούτε πολύ γρήγορα. «Πρέπει να συνεργαστούμε και να ξεχάσουμε προς στιγμήν το ποιος είναι αρχηγός».
Ο Σονόκ αναστέναξε κι έβαλε κάτω το πιάτο του. «Εγώ δεν έχω αρχηγό», είπε. «Αυτό το κομμάτι μου δεν με ακολούθησε στη διάσπαση». Ακούμπησε στο πόδι μου. «Οι μασκότ ζουν καλύτερα όταν γίνονται ολόκληρες. Γι' αυτό διαλέγω την Τζινίβα για το άλλο μέρος μου. Νομίζω πως τα Αγγλικά μου είναι αρκετά καλά ώστε να καταλαβαίνετε».
Ο Φρόμπις κοίταξε το αρκουδάκι με περιέργεια. «Το στομάχι μου πονάει», είπε ύστερα από λίγο. Στράφηκε σε μένα. «Δεν χτυπάς σαν γυναίκα. Μια γυναίκα στοχεύει στα μαλακά μέρη, την ανδρική αδυναμία. Εσύ χτυπάς συγκεκριμένα σημεία με γνώση. Δεν μπορώ να σε δεχτώ όπως σε δέχεται η αρκούδα, αλλά αν αλλάξεις γνώμη θα μπορέσουμε να συνεργαστούμε».
«Ν' αλλάξω γνώμη σχετικά με τον οικογενειακό δεσμό; »
Έγνεψε καταφατικά. Στα δικά μου μάτια φαινόταν τόσο ξένος όσο και τα φίδια του. Παραιτήθηκα από την αναμέτρηση κι αποφάσισα να κερδίσω χρόνο.
«Πρέπει να το σκεφτώ. Η ανατροφή μου... δύσκολα ξεπερνιέται», είπα.
«Τώρα θα ξεκουραστούμε», είπε ο Φρόμπις.
«Και ο Σονόκ θα μας φυλάξει», πρότεινα. Το αρκουδάκι ψήλωσε αισθητά και πήγε να σταθεί δίπλα στη θυρίδα. Προς ώρας φαινόταν ότι είχαμε έρθει σε κάποια συνεννόηση, αλλά καθώς οι άλλοι τραβούσαν ντιβάνια από τους τοίχους, σήκωσα μια μεταλλική βέργα και την έκρυψα μέσα στο παντελόνι μου.
Τα Σινιέ χώθηκαν στα πολυεπίπεδα κλουβιά τους κι έμειναν σιωπηλά και ακίνητα σαν πέτρινα. Ξάπλωσα στο ντιβάνι και τράβηξα πάνω μου ένα λεπτό σεντόνι. Ο ύπνος με πήρε αμέσως και μια υπέροχη κούραση αναισθητοποίησε επιτέλους το χέρι μου.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε ο ύπνος μου, αλλά τον διέκοψε απότομα μια κραυγή του Σονόκ. «Έρχονται! Έρχονται!»
Τινάχτηκα απ' το ντιβάνι, μπλέκοντας το ένα μου πόδι, μέσα στο σεντόνι, και όταν κατάφερα να στηθώ στα πόδια μου η ινδιάνικη οικογένεια ήταν όρθια και οπλισμένη. Κρίμα το όπλο που έκρυψα, σκέφτηκα.
«Ποιος έρχεται;» ρώτησα, ζαλισμένη ακόμα.
Ο Φρόμπις έσπρωξε με το πόδι του τον Σονόκ μακριά από την πόρτα και την έκλεισε με μια γρήγορη κίνηση του χεριού, όχι όμως πριν προλάβει να χωθεί μέσα ένα μαύρο καλώδιο. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη πάνω του και σπίθες πετάχτηκαν. Ο Φρόμπις οπισθοχώρησε,και σήκωσε το ντουφέκι του στον ώμο.
Ο Σονόκ έτρεξε κοντά του και κόλλησε στο γόνατό μου. Η Μάους άνοιξε τα κλουβιά κι άφησε τους Σινιέ να γλιστρήσουν στο πάτωμα. Ο Φρόμπις απομακρύνθηκε από την πόρτα που τραντάχτηκε ολόκληρη. Οι Σινιέ προχώρησαν. Φωνές ακούστηκαν από την άλλη πλευρά. Έμοιαζαν ανθρώπινες -για την ακρίβεια παιδικές.
«Περίμενε λίγο», είπα. Η Μάους σήκωσε το όπλο της και το έστρεψε καταπάνω μου. Δεν ξανά 'πα τίποτε.
Η πόρτα άνοιξε με πάταγο και εκατοντάδες λεπτά σχοινιά χύθηκαν μέσα στο δωμάτιο, στριφογυρίζοντας και αναζητώντας, τυλίγοντας και δένοντας. Αρπαξαν το όπλο από τα χέρια του Φρόμπις και το περιτριγύρισαν σαν το βακτηρίδιο τα αντισώματα. H Μάους πυροβόλησε στα τυφλά κι έπεσε παραπατώντας μέσα σ' ένα δίχτυ από σχοινιά που τινάζονταν κι έσφιγγαν. Η Αλουέτ πρόλαβε σχεδόν να φτάσει στην τρύπα, αλλά τα σχοινιά της άρπαξαν τους αστραγάλους και την κράτησαν αιωρούμενη.
Αλλά σχοινιά χτύπησαν στο ταβάνι κι έπεσαν πάνω στους σωρούς με τους Σινιέ. Τα φίδια χωρίστηκαν, μερικά κόλλησαν πάνω στα σχοινιά όπως τα έντομα στη γλώσσα του βάτραχου. Αλλά σχοινιά τινάχτηκαν και τα έπιασαν όλα εκτός από ένα μοναχικό φίδι που οπισθοχώρησε προσπερνώντας με. Εγώ βρέθηκα δεμένη σφιχτά με τον Σονόκ πάντα κολλημένο στο γόνατό μου. Ο καταιγισμός σταμάτησε και μια μικρή θολή μορφή εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας κρατώντας μία ματσέτα. Ξεκαθάρισε το άνοιγμα από τα κολλώδη δεσμά και μπήκε μέσα στη φωτισμένη καμπίνα κοιτάζοντας επιφυλακτικά γύρω της. Μετά έκανε νόημα στους συντρόφους πίσω της και πέντε ίδιες μορφές μπήκαν μέσα στην αίθουσα.
Ήταν εντελώς όμοιοι, με ύψος κάτω από μισό μέτρο - κοντύτεροι από τον Σονόκ - φαλακροί και ροδαλοί σαν μωρά. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν λεπτά και εμβρυακά με μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια και λεπτά διαφανή μέλη. Τα χέρια τους είχαν κοντά και παχουλά δάχτυλα σαν τα βρέφη του Ρούμπενς. Μπήκαν μέσα στην καμπίνα με βήμα σταθερό και αποφασιστικό αποφεύγοντας επιδέξια τα σχοινιά.

Ο Σονόκ τινάχτηκε ακούγοντας ένα θόρυβο που ερχόταν από το διάδρομο - ένα διστακτικό στριγκό νιαούρισμα.
«Με στήθη», μουρμούρισε μέσα από τα σχοινιά.

Ένα από τα βρεφοειδή τοποθέτησε μια ράμπα καλύπτοντας το πλαίσιο της θυρίδας. Μετά παραμέρισε και χτύπησε τα χέρια του για να τραβήξει την προσοχή τους. Οι υπόλοιποι μπήκαν στη γραμμή με τα ροδαλά πισινά τους να εξέχουν και σήκωσαν ψηλά τα χέρια τους σαν να παραδίνονταν. Το νιαούρισμα έγινε δυνατότερο και ο σκουπιδοτενεκές του Σονόκ μπήκε μέσα στην καμπίνα γέρνοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά σαν ξεχαρβαλωμένο, πρόστυχο παιχνίδι. Ήταν κυλινδρικός με πλευρές που λέπταιναν σχηματίζοντας μια φούστα με φράντζες στη βάση. Τρεις σειρές από ροδαλούς μαστούς με θηλές τον χαράκωναν σε ίσα διαστήματα από την κορφή ως τον πάτο. Ένα χαμηλό πλακουτσωτό κεφάλι στεκόταν στην κορυφή και τα μικροσκοπικά μαύρα μάτια του εξέταζαν την καμπίνα με γρήγορα, νευρικά τινάγματα. Αν έμοιαζε με κάτι αυτό ήταν η Αρτεμις της Εφέσου, η Magna Matter των Ρωμαίων.

Ένα από τα βρεφοειδή ανήγγειλε κάτι με ψιλή φωνή και η Αρτεμις αναρίγησε δείχνοντας ότι άκουσε. Με μια κίνηση των ματιών, το ίδιο βρεφοειδές έγνεψε στ' άλλα και πλησίασαν και τα έξι στα στήθη να θηλάσουν.

Όταν τέλειωσε το θήλασμα, πήραν όλα θέσεις γύρω στην καμπίνα εξετάζοντάς μας προσεχτικά. Ο αρχηγός μίλησε στον καθένα από μας με τη σειρά δοκιμάζοντας διάφορες γλώσσες. Καμιά δεν ταίριαζε με τη δικιά μας. Έβαλα τα δυνατά μου να χαλαρώσω τα σχοινιά γύρω απ' το λαιμό και το σαγόνι μου και ζήτησα απ' τον Σονόκ να μιλήσει μερικές από τις γλώσσες που ήξερε. Το έκανε όσο καλύτερα μπορούσε μέσα από τα δεσμά του. Ο αρχηγός τον άκουσε με ενδιαφέρον, μετά επανέλαβε μερικές λέξεις και γύρισε προς τα άλλα πέντε βρεφοειδή. Το ένα έγνεψε καταφατικά και προχώρησε. Μίλησε στο αρκουδάκι σε μια γλώσσα που θύμιζε ελληνικά. Ο Σονόκ μπερδεύτηκε στην αρχή, και μετά άρχισε ν' απαντάει με μικρές διστακτικές φράσεις.

Τα βρεφοειδή πλησίασαν και χαλάρωσαν τα δεσμά του ενώ με κοιτούσαν με φόβο. Ο συνδυασμός του Σονόκ και των έξι μωρών σε ηλικία θηλασμού ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου και δαγκώθηκα για να μην ξεσπάσω σε υστερικά γέλια.
«Νομίζω πως λεει ότι ξέρει τι έγινε», είπε ο Σονόκ. «Ήταν προετοιμασμένοι γι' αυτό, ήξεραν τι να περιμένουν. Νομίζω πως αυτό λένε».

Ο αρχηγός αντάλλαξε μια χειραψία με τον Ελληνόφωνο συνάδερφό μου και μετά μίλησε στην ίδια γλώσσα στον Σονόκ. Απλωσε τα παχουλά χεράκια του και έγνεψε στο αρκουδάκι να κάνει το ίδιο. Ένα τρίτο πήδησε πάνω από τις σειρές του κρυσταλλοποιημένου σχοινιού για να ελευθερώσει τα χέρια του Σονόκ.
Ο Σονόκ άπλωσε απρόθυμα τα χέρια του και τα δύο πλάσματα αγγίχτηκαν. Το βρεφοειδές ξέσπασε σ' ένα διαπεραστικό γέλιο και κυλίστηκε στο πάτωμα. Αστραπιαία η διάθεσή του ξανάγινε απόλυτα σοβαρή και αφού σηκώθηκε, τεντώθηκε να φαίνεται όσο γινόταν πιο ψηλό κοιτάζοντάς μας με θυμωμένη έκφραση.

«Εμείς διατάζουμε», είπε στα Ρώσικα. Ο Φρομπίς και οι γυναίκες του άρχισαν να φωνάζουν Γαλλικά και να παραπονιούνται για τα δεσμά τους. "Μιλούν διαφορετικά;» ρώτησε ο βρεφοειδής τον Σονόκ που κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Τότε τα αδέρφια μου θα μάθουν την γλώσσα τους. Το άλλο ψηλό πλάσμα τι γλώσσα μιλάει;"
«Αγγλικά», είπε ο Σονόκ.
Το βρεφοειδές αναστέναξε «Ήταν ανάγκη! Θα μάθω εγώ τη γλώσσα του». Έκοψαν τα δεσμά μου και άπλωσα τα χέρια μου. Τα χέρια του αρχηγού ήταν τόσο κρύα και γλοιώδη που ανατρίχιασα.
«Εντάξει», είπε σε τέλεια Αγγλικά. «Τώρα θα σας πούμε τι έγινε και τι θα κάνουμε».

Η εξήγησή του για τη διάσπαση ήταν πολύ κοντινή με τη δική μου. «Οι Εναλλάκτες μας το 'καναν αυτό». Έδειξε εμένα. «Η ψηλή τους ονομάζει Αϊγκόρ. Εμείς δεν τους κάνουμε την τιμή να τους δώσουμε όνομα -δεν είμαστε καν σίγουροι ότι είναι οι ίδιοι. Δεν είναι απαραίτητο, ξέρετε. Οποιοσδήποτε κατέχει το μυστικό της διάσπασης, σε κάθε σύμπαν, είναι εχθρός μας. Είμαστε σύντροφοι τώρα, διαλεγμένοι από το σωρό αυτών που έπαθαν διάσπαση εδώ και έναν αιώνα περίπου. Η επιλογή έγινε με κριτήριο τη στενή συγγένεια της φύσης μας - είμαστε όλοι από τον ίδιο πλανήτη. Καταλαβαίνετε την έννοια των συντρόφων;»
Ο Σονόκ κι εγώ γνέψαμε καταφατικά. Οι Ινδιάνοι δεν απάντησαν καθόλου.
«Εμείς όμως, τα μέλη της φυλής Νέμι που έχουμε για μητέρα την Νοκτιλούξ, είμαστε προετοιμασμένοι. Θα κυβερνήσουμε μέχρι το κατάλληλο σημείο, απ' όπου μπορούμε να πάρουμε ορισμένες ενδείξεις πάνω στο ποιο σύμπαν βρισκόμαστε. Μπορούμε να βασιστούμε στη συνεργασία σας;»
Το αρκουδάκι κι εγώ συμφωνήσαμε και πάλι, ενώ οι άλλοι έμειναν σιωπηλοί.

«Ελευθέρωσέ τους όλους», είπε το βρεφοειδές με μια μεγαλόψυχη κίνηση των χεριών. «Όμως μην ξεχνάτε πως μπορούμε σ' ένα λεπτό να σας περιορίσουμε ξανά και δεν θα μας άρεσε η ιδέα μιας νέας επίθεσης».
Τα δεσμά χαλάρωσαν και εξαερώθηκαν αναδίδοντας μια σχετική θερμότητα και μια ελαφρή γλυκερή μυρωδιά. Η Αρτεμις διάβηκε τη ράμπα και βγήκε από την καμπίνα ακολουθούμενη από τον αρχηγό κι άλλο ένα βρεφοειδές. Οι υπόλοιποι είχαν την προσοχή τους στραμμένη πάνω μας χωρίς νευρικότητα, αλλά παρακολουθώντας την παραμικρή μας κίνηση. Εκεί που βρίσκονταν προηγούμενα τα όπλα έβλεπες τώρα λιμνούλες από λιωμένο μέταλλο.
«Φαίνεται σαν να χάσαμε την εξουσία απ' τα χέρια μας», είπα στον Φρόμπις. Δεν έδειξε να μ' ακούει.
Λίγες ώρες αργότερα μας είπαν ως πού μας επέτρεπαν να κινηθούμε. Η επιτρεπόμενη περιοχή περιλάμβανε την καμπίνα μου και το μπάνιο που κατά τα φαινόμενα ήταν το μοναδικό στην άμεση περιοχή. Οι Νέμι δεν έδειχναν να χρειάζονται μπάνιο, αλλά η αναγνώριση των δικών μας αναγκών είχε κάτι το ενθαρρυντικό. Μέσα στην πρώτη ώρα μετά την κατάληψη της εξουσίας, τα βρεφοειδή εγκαταστάθηκαν στα όργανα της αίθουσας. Έφερναν μαζί τους υπόλοιπα κατεστραμμένου εξοπλισμού τα οποία τροποποιούσαν και εφάρμοζαν με μεγάλη επιδεξιότητα και ταχύτητα. Πριν από το επόμενο γεύμα μας, που αντλήσαμε από τις αποθήκες της τρύπας, είχαν πετύχει την κατανόηση και τον έλεγχο ολόκληρου του μηχανικού εξοπλισμού της καμπίνας.
Ο αρχηγός μας εξήγησε τότε ότι το μωσαϊκό μας ή το «μάγμα», όπως το ονόμαζε ο Σονόκ, απείχε ακόμα πολύ από την ολοκλήρωσή του. Έλειπαν ακόμη τουλάχιστον δύο ομάδες. Οι μαύροι γίγαντες με τις χρυσές πανοπλίες και τα όντα που κατοικούσαν στη διάφανη φούσκα έξω από το πλοίο. Μας προειδοποίησαν ότι αν φεύγαμε από τα καθορισμένα σύνορα διατρέχαμε κίνδυνο.

Ήρθε τέλος και η περίοδος του ύπνου. Οι Νέμι βεβαιώθηκαν ότι κοιμόμαστε πριν αποκοιμηθούν κι εκείνοι, αν τελικά κοιμήθηκαν. Ο Σονόκ ξάπλωσε δίπλα μου στην κουκέτα της καμπίνας μου κι αποκοιμήθηκε με σιγανά ροχαλητά και τινάγματα από μακρινά όνειρα. Έμεινα να κοιτάζω το σκοτάδι και να σκέφτομαι το ενυδρείο των μηνυμάτων. Ήταν o άσος που κρατούσα στο μανίκι μου. Ηθελα να ξαναγυρίσω εκεί και να δω τι μπορούσε να μου πει. Ανήκε σε καμιά από τις ομάδες που γνωρίζαμε, ή ήταν διαφορετικό, μια χωριστή ομάδα ίσως;

Προσπάθησα ν' απομακρύνω τις προσωπικές μου σκέψεις - βασανιστικές, μπερδεμένες σκέψεις - και να κοιμηθώ, μα δεν γινόταν. Ήμουν σαν ένα νεκρό βάρος τώρα, και ποτέ δεν άντεχα να είμαι άχρηστη. Από τότε που άρχισα να μπαίνω στις διάφορες ακαδημίες και να προχωρώ στη ζωή μου, το θεωρούσα πάντα αυτονόητο ότι θα μπορούσα να παίξω κάποιο ρόλο σ' οποιοδήποτε σύστημα κι αν μ' έφερνε η τύχη μου.
Τα βρεφοειδή όμως, όσο κι αν ήταν ανεκτικά ή και με κατανόηση, είχαν υπερβολική αυτάρκεια. Όπως μας είπαν από μόνα τους, είχαν προετοιμαστεί και ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Η αβεβαιότητα έδειχνε να τα χαροποιεί, ή τουλάχιστον να βελτιώνει τη συνεργασία τους. Φυσικά είχαν πάντα κοντά τους, σε λίγα μέτρα απόσταση, ένα πολύ εντυπωσιακό σύμβολο ασφάλειας - μια κινητή τροφό.
Οι Νέμι είχαν την Αρτεμη τους, ο Φρόμπις τις γυναίκες του και ο Σονόκ είχε εμένα. Εγώ δεν είχα κανέναν. Το μυαλό μου ταξίδεψε έξω, φαντάστηκε τα μαύρα σκοτάδια και τα πλήθη των αστεριών χωρίς ίσως πουθενά κάποιο κόσμο γνωστό, και βιάστηκε να γυρίσει πίσω. Το κεφάλι μου πονούσε, οι μυς της πλάτης μου είχαν αρχίσει να πιάνονται. Μην έχοντας πια εξισορροπητικές ορμόνες να πάρω, όπου νάναι θα είχα περίοδο. Γύρισα ανάσκελα σπρώχνοντας τον Σονόκ που μούγκρισε έτοιμος να ξυπνήσει κι έκλεισα τα μάτια και το μυαλό μου στα εξωτερικά πράγματα αναζητώντας ένα ήρεμο ξέφωτο και ίσως και τον Τζαγκίτ Σιγκ. Ακόμα και μέσα στον ύπνο όμως, το μοναδικό που βρήκα ήταν ένα τοπίο χιονιού και τσακισμένα γκριζωπά δέντρα.

Τα φώτα άναψαν αργά και ξύπνησα από τις κινήσεις του Σονόκ. Έτριψα τα μάτια μου και σηκώθηκα από το κρεβάτι παραπατώντας ελαφρά.
Στο μπάνιο ο Φρόμπις και οι γυναίκες του έκαναν την πρωινή τους τουαλέτα. Με κοίταξαν αλλά δεν είπαν τίποτε. Αισθάνθηκα ότι υπήρχε κάποια ένταση, αλλά προσπάθησα να την αγνοήσω. Ήμουνα εκνευρισμένη κι αν άφηνα ένα μέρος από τα συναισθήματά μου να βγει προς τα έξω ίσως να ξεχύνονταν όλα με ορμή - και τι θα γινόταν τότε;
Γύρισα στην καμπίνα μου μαζί με τον Σονόκ και δεν πήρα είδηση ότι ο Φόρμπις με ακολουθούσε ώς τη στιγμή που έφτασε στην πόρτα και κοίταξε μέσα.
«Δεν θα δεχτούμε την εξουσία των παιδιών», είπε άχρωμα. «Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου για να τους ανατρέψουμε».
«Ποιος θα τους αντικαταστήσει;» ρώτησα.
«Εγώ. Έχουν κάνει μετατροπές στα μηχανήματά μου που μπορώ να τις επανορθώσω μαζί με τους Σινιέ».
«Τα κλουβιά των Σινιέ έχουν σφραγιστεί. «Θα έρθεις μαζί μας;»
«Τι θα μπορούσα να προσφέρω; Δεν είμαι παρά μια γυναίκα».
«Εγώ θα παλέψω, οι γυναίκες μου κι εσύ θα με καλύψετε. Χρειάζομαι το όπλο που έκρυψες».
«Δεν το έχω». Πρέπει να είδε όμως τα μάτια μου να στρέφονται αθέλητα στο ντουλάπι.
«Θα έρθεις μαζί μας;»
«Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι φρόνιμο. Στην πραγματικότητα είμαι βέβαιη για το αντίθετο. Δεν είσαι προετοιμασμένος να αντιμετωπίσεις τέτοιου είδους αναμέτρηση. Είσαι πολύ περιορισμένος».
«Δέχτηκα πολλές ταπεινώσεις από σένα ως τώρα. Είσαι σκέτη αρρώστια. 'Η θα συνεργαστείς μαζί μου ή θα σε γιατρέψω αμέσως τώρα».
Οι τρίχες του Σονόκ ορθώθηκαν, και παρατήρησα εκείνη τη στιγμή ότι τα δόντια του ήταν αρκετά κοφτερά.
Σηκώθηκα όρθια και τον κοίταξα κατάματα.
«Δεν είσαι άντρας», του είπα. Δεν είσαι παρά ένα κακομαθημένο αγόρι. Δεν έχεις τρίχες στο στήθος σου ούτε και τίποτα ανάμεσα στα πόδια σου - σκέτη μπλόφα είσαι. Με έσπρωξε πίσω στην κουκέτα με το ένα χέρι και με το άλλο πίεσε το ντουλάπι ανοίγοντάς το βιαστικά. Ο Σονόκ έχωσε τα δόντια του στη γάμπα του σκίζοντας το ρούχο και ματώνοντάς τον, αλλά πριν να προλάβω να κάνω οτιδήποτε, ο Φρόμπις είχε βγάλει το όπλο και το δάχτυλό του ήταν στη σκανδάλη. Έσπρωξα μακριά μου την κάνη και η πρώτη ριπή έπεσε στο διάδρομο. Χτύπησε ένα Νέμι και του 'κοψε την κορυφή του κεφαλιού του. Το αίμα κι ο κρότος έκαναν έξαλλο τον Φρόμπις. Κατέβασε με ορμή τον υποκόπανο, προσπαθώντας να χτυπήσει τον Σονόκ, αλλά το αρκουδάκι πήδησε στο πλάι και το όπλο χώθηκε στο στρώμα της κουκέτας, κάνοντας τον Φρόμπις να χάσει την ισορροπία του. Τον χτύπησα στο λαιμό με την κόψη του χεριού μου πιέζοντας μέσα την τραχεία του.
Μετά άρπαξα το όπλο και τον κοίταξα ενώ προσπαθούσε ν' ανασάνει ακουμπισμένος στον τοίχο της καμπίνας. Μόνο όταν έχασε τις αισθήσεις του κι άρχισε να γίνεται μπλε, λιγόστεψε κάπως ο θυμός μου και τον λυπήθηκα. Τον άρπαξα απ' το σβέρκο και πιέζοντας το λαρύγγι του και από τις δυο πλευρές με τους αντίχειρές μου ελευθέρωσα τη λαβή. Ο Φρόμπις πήρε μια ανάσα και σωριάστηκε κάτω.

Κοίταξα το σωριασμένο σώμα στο διάδρομο. «Αυτό ήταν» είπα ήρεμα. «Τώρα πρέπει να βγούμε από εδώ μέσα». Κρέμασα στον ώμο μου το όπλο και κοίταξα από την πόρτα ένα γύρο. Ο θόρυβος δεν είχε φέρει ακόμα κανέναν. Έκανα νόημα του Σονόκ και τρέξαμε κατά μήκος του διαδρόμου μακριά από το χειριστήριο του Ινδιάνου και τα βρεφοειδή.
«Τζινίβα», είπε ο Σονόκ καθώς διαβαίναμε μια θωρακισμένη θυρίδα, «πού πηγαίνουμε;»
Ένας βόμβος μ' έκανε να γυρίσω το κεφάλι. Η θωρακισμένη κάμερα πάνω από τη θυρίδα μας παρακολουθούσε κινούμενη σαν μάτι πίσω από το χοντρό γκρίζο γυαλί της. «Δεν ξέρω», του είπα.
Μια ασφάλεια είχε τοποθετηθεί πάνω στην εύκαμπτη βαλβίδα στο διάδρομο που οδηγούσε στη φούσκα. Στο σημείο αυτό στρίψαμε και περάσαμε μπροστά από τη γωνιά που είχαμε δει το δοχείο των μηνυμάτων. Είχε εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω του κάποιες ανώνυμες συνδέσεις.

Μια θωρακισμένη θυρίδα είχε ανοιχτεί στον τοίχο λίγα μέτρα μετά την κόγχη και ήταν απασφαλισμένη. Η πρόσκληση ήταν ανησυχητικά φανερή, μα δεν είχα πολλές δυνατότητες επιλογής. Είχαν τρυπήσει ολόκληρο το πλοίο σαν τερμίτες. Η θυρίδα οδηγούσε σ' έναν ίσιο διάδρομο χωρίς βαρύτητα. Έπιασα απ' το χέρι τον Σονόκ και κολυμπήσαμε αργά προς τα κάτω. Στους τοίχους ήταν στερεωμένα εξαρτήματα που μου θύμιζαν το δικό μου πλοίο και αναρωτήθηκα μήπως βρίσκονταν κάπου κοντά άνθρωποι από τον κόσμο μου. Ήταν μια σκέψη χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στην κατάσταση που βρισκόμουν ήταν αμφίβολο αν μπορούσα να πιάσω φιλίες μ' οποιοδήποτε. Δεν είμαι το είδος του ανθρώπου που δημιουργεί σχέσεις κάτω από πίεση. Είμαι παιδί του χειμώνα.

Προς το τέλος του διαδρόμου, εκατό περίπου μέτρα πιο κάτω, η βαρύτητα επέστρεψε κλιμακωτά. H θυρίδα εδώ ήταν θωρακισμένη και ανοιχτή. Σήκωσα το όπλο και κοίταξα μέσα. Κανείς. Διαβήκαμε τη θυρίδα και είδα μπροστά μου τον μαύρο με τη χρυσή στολή, φρέσκο σαν φάντασμα. Ξαφνιάστηκα. Εκείνος όχι. Το όπλο μου ήταν σηκωμένο και τον σκόπευε, το δικό του ήταν κατεβασμένο. Χαμογελούσε ελαφρά. «Ψάχνουμε για μια γυναίκα που είναι γνωστή με το όνομα Τζινίβα», είπε. «Εσύ είσαι;»
Έγνεψα καταφατικά. Υποκλίθηκε άκαμπτα κουδουνίζοντας την πανοπλία του και μου έκανε νεύμα να τον ακολουθήσω. Το δωμάτιο στην άλλη γωνία δεν ήταν φωτισμένο. Ένα μεγάλο φινιστρίνι με αρκετά μέτρα πλάτος και χωρισμένο από μεταλλικές ράβδους ανοιγόταν στο έναστρο σκοτάδι. Τα άστρα κινούνταν και κατάλαβα ότι το πλοίο ταξίδευε στο διάστημα. Είδα κι άλλες μορφές μέσα στα σκοτάδια, ψηλές και μεγαλόσωμες, άλλες ανθρώπινες κι άλλες μάλλον όχι. Οι ανάσες τους μου θύμισαν θηρία έτοιμα να ορμήσουν.

Ένα χέρι έπιασε το δικό μου και μια σκιά έσκυψε πάνω μου. «Από 'δω».
Ο Σονοκ ήταν κολλημένος στη γάμπα μου και τον κουβαλούσα με κάθε βήμα που έκανα. Ήταν εντελώς αθόρυβος. Καθώς έβγαινα από το δωμάτιο με τη θέα είδα μια γαλάζια και λευκή καμπύλη να αναδύεται από τη γωνία του παραθύρου, και το μάτι μου έπιασε το περίγραμμα μιας ηπείρου. Της Ασίας ίσως. Είχαμε φτάσει κιόλας κοντά στη Γη. Τα σχήματα των ηπείρων μπορεί να έμεναν απαράλλαχτα σε αμέτρητα σύμπαντα, ακίνητες εκτάσεις κάτω από τα λεπτό εύκαμπτο επίστρωμα των ζωντανών πλασμάτων. Πώς ήταν η ζωή στις μακρινές γραμμές ζωής, εκεί όπου ακόμα και το σχήμα των ηπείρων είχε αλλάξει;
Το επόμενο δωμάτιο ήταν κι αυτό σκοτεινό, αλλά πίσω απ' τις κουρτίνες τρεμόσβηνε η φλόγα ενός κεριού. Η σκιά που με είχε οδηγήσει επέστρεψε στο δωμάτιο με τη θέα κι έκλεισε την πόρτα. Ακουσα μόνο άλλη μια ανάσα εκτός από τη δικιά μου.
Έτρεμα ολόκληρη. Θα μας το 'καναν αυτό χωριστά στον καθένα; Ναι, φυσικά, η τροφή ήταν λιγοστή. Ο αέρας λιγοστός. Όλα ήταν λιγοστά σ' αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι μάγματος. Καημένε Σονόκ, η προσκόλλησή σου σε μένα θα σ' έκανε να χαθείς πριν την ώρα σου.

Η ανάσα ερχόταν από μια γυναίκα, κάπου στα δεξιά μου. Γύρισα να κοιτάξω προς την κατεύθυνση αυτή. Η γυναίκα αναστέναξε. Ο ήχος έδειχνε πως ήταν πολύ γριά, δυσκολευόταν και λαχάνιαζε μετά από κάθε εισπνοή.
Ακουσα ένα τρίξιμο από δέρμα που ξεκολλάει, ξερά χείλια που ανοίγουν για να μιλήσουν, ύστερα το ελάχιστο κλικ των βλεφάρων που ανοιγοκλείνουν. H φλόγα του κεριού τρεμόσβησε στον αέρα. Καθώς τα μάτια μου άρχισαν να προσαρμόζονται, είδα πως οι κουρτίνες σχημάτιζαν ένα διάφανο κουβούκλιο μέσα στο σκοτάδι.
«Γειά σου», είπε η γυναίκα. Της απάντησα αδύναμα.
«Το όνομά σου είναι Φράνσις Τζινίβα;»
Κούνησα το κεφάλι, και για την περίπτωση που δεν με έβλεπε ξαναείπα: «Ναι».
«Εγώ είμαι η Χουνίπερο», είπε προφέροντας Ισπανικά το όνομά της. «Είμαι κυβερνήτης του διαστημόπλοιου ανοιχτού διαστήματος Καλλίμαχος. Εσύ διοικούσες το δικό σου πλοίο;»
«Όχι», απάντησα. «Ανήκα στο πλήρωμα».
«Τι ακριβώς έκανες;»
Της είπα με μια δυο φράσεις διακόπτοντας τη κουβέντα μου για να βήξω. Ο λαιμός μου ήταν στεγνός. «Σε πειράζει να έρθεις πιο κοντά; Δεν σε βλέπω και πολύ καλά».
Έκανα μερικά βήματα προς το μέρος της.
«Ελάχιστα πράγματα έχουν απομείνει από τα κομπιούτερ και τις τράπεζες δεδομένων του πλοίου σου», μου είπε. Μόλις που διέκρινα το πρόσωπό της, κι εκείνη έσκυψε μπροστά μισοκλείνοντας τα μάτια της προσπαθώντας να μ' εξετάσει καλύτερα. «Μάθαμε όμως να μιλάμε τη γλώσσα σου από τη συνοδεία του Ινδιάνου. Δεν διαφέρει πολύ από κάποια δικιά μας γλώσσα στο παρελθόν, κανείς μας όμως δεν την μιλούσε ως τώρα. Οι υπόλοιποι τα καταφέρατε καλά. Πολλοί μπορέσατε να επικοινωνήσετε, κι αυτό είναι καταπληκτικό. Όσο για τα μικρά παιδιά που θηλάζουν -τους Νέμι - αυτοί τα καταφέρνουν πάντα. Είχαμε πολλές ομάδες απ' αυτούς στα ταξίδια μας.
«Μπορώ να μάθω τι θέλετε;»
«Ίσως να μην καταλάβεις αν δεν σου εξηγήσω. Έχω περάσει τη mutata πολλές εκατοντάδες φορές. Εσείς την ονομάζετε διάσπαση. Ακόμα όμως δεν έχουμε βρει την πατρίδα μας -το πλήρωμά μου κι εγώ. Το πλήρωμα πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια, εγώ όμως δεν θα κρατήσω για πολύ ακόμα. Είμαι τουλάχιστον δυο χιλιάδων χρόνων και δεν μπορώ να αναζητώ αιώνια".
«Γιατί δεν έχουν γεράσει οι άλλοι;»
«Το πλήρωμά μου; Δεν είναι αρχηγοί. Μόνο η κορυφή πρέπει να γκρεμίζεται για να διατηρείται η ευκινησία της ομάδας, μόνον αυτοί που διοικούν. Κι εσύ θα γεράσεις. Όχι όμως το πλήρωμα. Αυτοί θα συνεχίσουν την αναζήτηση».
«Γιατί μίλησες για μένα;»
«Ξέρεις τι σημαίνει "Τζινίβα", αγαπητή αδερφή;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
«Σημαίνει το ίδιο πράγμα με το δικό μου όνομα, Χουνίπερο. Είναι ένα δέντρο που κάνει καρπούς. Αυτήν που ήταν πριν από μένα την έλεγαν Τζενέβρμπουμ, κι έζησε το διπλάσιο από μένα, τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Όταν ήρθε, το πλοίο ήταν πολύ μικρότερο από τώρα».
«Και οι άντρες... αυτοί με τις πανοπλίες...»
«Είναι μέρος του πληρώματος, υπάρχουν και γυναίκες".
«Και το κάνουν αυτό για έξι χιλιάδες χρόνια;»
«Πιο πολύ», απάντησε. «Είναι ευκολότερο να είσαι αρχηγός και να πεθαίνεις, νομίζω. Έχουν όμως γερή θέληση. Κοίταξε το γυάλινο δοχείο, Τζινίβα».
Ένα φως άναψε πίσω απ' το κουβούκλιο και είδα το ενυδρείο των μηνυμάτων. Το θολό υγρό κινιόταν με μια συνεχή, κυκλική κίνηση. Η γριά γυναίκα βγήκε από το κουβούκλιο και στάθηκε δίπλα μου μπροστά απ' το δοχείο. Με το δάχτυλό της έγραψε στο γυαλί κάτι που δεν μπόρεσα να καταλάβω.
Τα πλάσματα του δοχείου σχημάτισαν δύο εικόνες, μια δική της και μια δική μου. Φορούσε ένα απλό καφετί φόρεμα και τα γκριζόμαυρα μαλλιά της σχημάτιζαν κοντές μπούκλες. Αγγιξε ξανά το γυαλί κι η εικόνα άλλαξε. Τα μαλλιά μάκρυναν σχηματίζοντας ένα πλατύ στεφάνι γύρω απ' το κεφάλι της. Οι ρυτίδες μαλάκωσαν. Το σώμα έγινε πιο λεπτό και πιο μυώδες, ένα χαμόγελο φώτισε τα χείλια. Τέλος η εικόνα σταθεροποιήθηκε.
Εκτός από τα μαλλιά, ήμουν ίδια εγώ.

Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Κάθε φορά που παθαίνατε μια διάσταση, το πλοίο αποκτούσε νέους επιβάτες;» ρώτησα.
«Μερικές φορές», μου απάντησε. «Πάντοτε χάνουμε κάποιους και κάπου-κάπου αποκτούμε πολλούς μαζί. Τους τελευταίους αιώνες ο αριθμός μας ήταν περίπου σταθερός, μα με τον καιρό θ' αρχίσει ίσως να μεγαλώνει. Είμαστε πολύ μακριά από το σύνολο ακόμη. Όταν έρθει αυτή η ώρα ίσως να είμαστε διπλάσιοι. Τότε θα έχει περάσει από το πλοίο μας κάθε απομεινάρι πλοίου και κάθε άτομο που έπαθε ποτέ διάσπαση».
«Πόσο μεγάλο είναι το πλοίο τώρα;»
«Έχει τετρακόσια χιλιόμετρα μήκος. Κατασκευασμένο σαν Βολβόξ, αν ξέρεις τι σημαίνει αυτό».
«Πώς καταφέρνετε να μη γυρίζετε πίσω κι οι ίδιοι;»
«Έχουμε ειδικό εξοπλισμό που μας βοηθάει να μη διαχωριζόμαστε. Όταν ξεκινήσαμε νομίζαμε ότι θα μας προστάτευε από τη mutata αλλά είχαμε άδικο. Είναι το μόνο που μπορεί να μας εξασφαλίσει τώρα - μπορεί να μας κρατάει ακέραιους στο κάθε πήδημα. Όχι όμως ολόκληρο το πλοίο».
Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω. Ο τεράστιος όγκος του πλοίου που είχα δει από το παράθυρο ήταν πραγματικός. Ποτέ δεν είχα φύγει από αυτό το κινούμενο δειγματολόγιο. Μέσα του ταξίδευα τώρα, μέρος κι εγώ του συναρμολογήματος, ένα ελάχιστο μόριο που άφησε το διάλυμα που προσκολλήθηκε στο κολλοειδές.
Η Χουνίπερο άγγιξε το μεταλλικό δοχείο και το περιεχόμενό του επέστρεψε στην τυχαία κίνησή του. «Είναι μια διαρκής παλινδρομική διαδρομή. Κάθε φορά επιστρέφουμε στη Γη να δούμε αν κανείς βρίσκει τον τόπο και την εποχή του. Μετά ψάχνουμε να βρούμε αυτούς που έχουν τους διασπαστές, κι αυτοί μας επιτίθενται - μας ξαναστέλνουν πίσω».
«Αυτό που βλέπουμε, είναι ο δικός μας κόσμος;»
Η γριά γυναίκα κούνησε το κεφάλι της. «Όχι, είναι όμως η πατρίδα μιας ομάδας τριών ατόμων. Των τριών που κατοικούν στη φούσκα».
Έβαλα τα γέλια. «Νόμιζα πως ήταν πολύ περισσότεροι».
«Μόνο τρεις. Θα μάθεις να βλέπεις τα πράγματα πιο σωστά καθώς περνάει ο καιρός. Ίσως να είσαι εσύ εκείνη που θα μας φέρει όλους στην πατρίδα».
«Κι αν βρω πρώτη τον κόσμο μου;»
«Τότε θα φύγεις, κι αν δεν υπάρχει αντικαταστάτης σου, ένας από το πλήρωμα θα αναλάβει ώσπου να 'ρθει κάποιος.
Τελικά πάντα έρχεται κάποιος. Νομίζω μερικές φορές πως είμαστε πιόνια σ' ένα παιχνίδι, έτσι που ποτέ δεν βρίσκουμε τον κόσμο μας κι έχουμε πάντα μια Τζούνιπερ να μας κυβερνάει». Χαμογέλασε σκεφτικά. «Μην νομίσεις πάντως ότι το παιχνίδι είναι όλο πίκρες κι αναποδιές. Θα δεις και θα κάνεις και θα είσαι πολύ περισσότερα πράγματα από οποιαδήποτε κανονική γυναίκα.
«Ποτέ δεν ήμουνα κανονική», είπα.
«Τόσο το καλύτερο».
«Αν δεχτώ».
«Έχεις αυτό το δικαίωμα.
«Χουνίπερο», είπα ανασαίνοντας βαθιά. «Τζινίβα». Μετά γέλασα. «Τι διαλέγεις;»

Το μικρό κορίτσι βλέποντας τους χιλιάδες συντρόφους του να διαλύονται στο φως της μέρας, βλέποντας το σκεπτικισμό των μεγάλων, τρομάζει κι αναρωτιέται αν θα διαλυθεί κι εκείνη μαζί τους. Κάποιος θ' ανοίξει τα παραθυρόφυλλα και μια αχτίνα του ήλιου θα την διαπεράσει εξαερώνοντάς την. 'H θα της πουν πως δεν πιστεύουν ότι είναι πραγματική. Έτσι κάθεται τρέμοντας στο σκοτάδι. Το σκοτάδι γεμίζει φόβους. Γρήγορα όμως η κάθε μέρα γίνεται ένας θρίαμβος. Τα φαντάσματα χάνονται, εκείνη όμως μένει. Έτσι ξεχνάει τους ίσκιους και σκέφτεται μόνο τη μέρα. Μετά μεγαλώνει και οι σύντροφοι μένουν μόνο σαν φαντασίες και φευγαλέες σκέψεις. Σιγά σιγά ξεφτίζει όλο και πιο πολύ... οι άντρες της χάνονται στο παρελθόν, οι αγάπες της είναι στατικές κι όχι δυνητικές και η ιστορία της απλώνεται πίσω της σαν σκαλίσματα σε κρύσταλλο. Γεμίζει ρυτίδες και σύντομα το φως της μέρας τη βασανίζει και πάλι. Δεν θα 'ναι η κάθε μέρα ένας θρίαμβος. Σύντομα θα φανεί η ύστατη αχτίνα που θα τρυπήσει αργά τα θολά της μάτιd στέλνοντάς την να χαθεί μαζί με τα φαντάσματα.
Όχι τώρα όμως. Κάπου μακριά, όχι όμως εδώ. Τριγύρω της τα φαντάσματα αναστήθηκαν για να μπορεί να δει και να οδηγήσει. Έτσι θα αναστηθεί κι αυτή, πάντα κάτω από τη σκιά του δέντρου-ονόματος.

«Νομίζω», είπα, «ότι θα είναι θαυμάσιο».

Ήταν πράγματι, και κράτησε τριάντα αιώνες. Ο Σονόκ χάθηκε πριν από διακόσια χρόνια. Κι από τους άλλους μερικοί πέθαναν ή πήγαν στη δική τους Γη. Το πλοίο έχει πεντακόσια χιλιόμετρα μήκος τώρα, κι ακόμη μεγαλώνει. Δεν ήρθες ακόμη να μ' αντικαταστήσεις, εγώ όμως πεθαίνω και τ' αφήνω αυτό πίσω μου για να σε καθοδηγήσω μαζί με τις πληροφορίες που άφησαν όσες προπορεύθηκαν.

Το όνομα σου μπορεί να είναι Τζένιφερ ή Τζινέπρα ή κάτι άλλο, πάντα όμως θα είσαι εγώ. Να είσαι ευτυχισμένη για όλες μας, αγαπημένη.

Θα είμαστε ολόκληρες πάντα.