Philip
K. Dick
The Little Black Box (1987)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου
Ο Μπόγκαρτ Κροφτς του Σταίητ Ντηπάρτμεντ είπε: «Δεσποινίς Χιάσι, θέλουμε να πάτε στην Κούβα, σαν θρησκευτικός σύμβουλος στον εκεί Κινεζικό πληθυσμό. Πιστεύουμε ότι οι ανατολικές γνώσεις σας θα βοηθήσουν»
Μ' ένα αδύναμο γόγγυσμα η Τζόαν Χιάσι αναλογίστηκε ότι οι ανατολικές γνώσεις της οφείλονταν στο ότι είχε γεννηθεί στο Λος Αντζελες κι είχε παρακολουθήσει μαθήματα στο UCSB, το Πανεπιστήμιο της Σάντα Μπάρμπαρα. Πάντως, από τεχνική πλευρά, στο θέμα της εκπαίδευσης, ήταν πράγματι ερευνήτρια της ασιατικής κουλτούρας και το είχε κατάλληλα συμπεριλάβει στο επαγγελματικό της βιογραφικό.
«Ας πάρουμε τη λέξη caritas», είπε ο Κροφτς. «Κατά
την άποψή σας, ποια έννοια της έχει προσδώσει ο
Τζέρομ στο έργο του; Ευσπλαχνία; Όχι ακριβώς. Αλλά
τότε τι; Φιλικότητα; Αγάπη;»
«Τομέας μου είναι ο Βουδισμός Ζεν», είπε η Τζόαν.
«Μα, όλοι γνωρίζουν», διαμαρτυρήθηκε έκπληκτος ο
Κροφτς, «τι σημαίνει η λέξη caritas κατά τους
ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Την εκτίμηση των
αγαθών ανθρώπων για τους ομοίους τους, αυτό
σημαίνει»,. Τα γκρίζα, επιβλητικά φρύδια του
υψώθηκαν. «Θέλετε αυτή τη δουλειά, δεσποινίς
Χιάσι; Κι αν ναι, γιατί;»
«Θέλω να μεταδώσω το μήνυμα του Βουδισμού Ζεν
στους Κινέζους της κομμουνιστικής Κούβας», είπε
η Τζόαν, «επειδή...» Δίστασε. Στην πραγματικότητα
η δουλειά αυτή σήμαινε καλό μισθό κι ήταν η πρώτη
φορά που θα δούλευε για ένα τέτοιο ποσό. Από άποψη
καριέρας, ήταν κελεπούρι. «Ω, διάολε», είπε, «ποια
είναι η φύση του Μοναδικού Δρόμου; Δεν έχω
απάντηση».
«Είναι φανερό ότι ο τομέας σας σας έχει διδάξει τον τρόπο να αποφεύγετε να δίνετε τίμιες απαντήσεις», είπε ο Κροφτς στρυφνά, «και να ξεγλιστράτε με υπεκφυγές. Ωστόσο» ανασήκωσε τους ώμους του, «αυτό πιθανότατα αποδεικνύει ότι είστε καλά εκπαιδευμένη και άρα κατάλληλη για τη δουλειά. Στην Κούβα θ' αντιμετωπίσετε μερικά μάλλον κοσμικά και εξεζητημένα άτομα, που συν τοις άλλοις, οι απόψεις τους βρίσκονται αρκετά μακριά απ' τις απόψεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Ελπίζω να τους αντιμετωπίσετε το ίδιο καλά όσο εμένα».
Η Τζόαν είπε: «Ευχαριστώ κύριε Κροφτς». Σηκώθηκε.
«Θα περιμένω να με ειδοποιήσετε λοιπόν».
«Μ' έχετε εντυπωσιάσει, είπε ο Κροφτς. «Στο
κάτω-κάτω, εσείς ήσασταν η νεαρή κυρία που
πρότεινε να τροφοδοτήσουμε τον κομπιούτερ του UCSB
με γρίφους του Βουδισμού Ζεν», έκανε, σαν να
μιλούσε στον εαυτό του.
«Ήμουν η πρώτη που το έκανε πράξη», διόρθωσε η
Τζόαν. «Η ιδέα ήταν ενός φίλου μου, του Ρέη
Μέριταν. Του αρπιστή που παίζει «γκριζοπράσινη
τζαζ».
«Τζαζ και Βουδισμός Ζεν», παρατήρησε ο Κροφτς.
«Ίσως να φανείτε αρκετά χρήσιμη για τη χώρα όταν
θα βρεθείτε στην Κούβα».
Είπε στον Μέριταν: «Πρέπει να φύγω απ' το Λος
Αντζελες, Ρέη. Δεν μπορώ ν' αντέξω τον τρόπο ζωής
εδώ πέρα». Περπάτησε προς το παράθυρο του
διαμερίσματός του και κοίταξε το μονορέιλ που
άστραφτε κάπου μακριά. Το ασημένιο όχημα
γλιστρούσε με τρομακτική ταχύτητα κι έριξε αλλού
τη ματιά της βιαστικά.
Αν μονάχα μπορούσαμε να υποφέρουμε από κάτι,
σκέφτηκε. Αυτό μας λείπει, μια πραγματική
εμπειρία οδύνης. Μπορούμε ν' αποδράσουμε από τα
πάντα ακόμη κι απ' αυτό.
«Μα, φεύγεις», είπε ο Ρέη. «Θα πας στην Κούβα να
προσηλυτίσεις βαθύπλουτους έμπορους και
τραπεζίτες, να τους πείσεις να τα παρατήσουν όλα
και να γίνουν ασκητές. Και το γνήσιο Ζεν παράδοξο:
θα πληρωθείς γι' αυτό». Κάγχασε. «Αν τροφοδοτούσα
ένα κομπιούτερ με μια τέτοια σκέψη, θα
μπλοκάριζε. Όπως και να 'χει, δεν είσαι
υποχρεωμένη να κάθεσαι κάθε βράδυ στο Κρύσταλ
Χωλ να μ' ακούς να παίζω, αν αυτό είναι που στην
πραγματικότητα θέλεις ν' αποφύγεις».
«Όχι», είπε η Τζόαν. «Θα συνεχίσω να σε βλέπω στην
τηλεόραση. Ίσως καταφέρω να χρησιμοποιήσω τη
μουσική σου στη διδασκαλία μου». Μέσα από ένα
μπαουλάκι από ροδόξυλο, τοποθετημένο στην άλλη
μεριά του δωματίου, έβγαλε ένα 32άρι πιστόλι.
Κάποτε ανήκε στη δεύτερη γυναίκα του Ρέη Μέριταν,
την 'Εντνα, η οποία το χρησιμοποίησε για ν'
αυτοκτονήσει τον περασμένο Φεβρουάριο αργά ένα
βροχερό απόγευμα. «Μπορώ να το πάρω μαζί μου;»
ρώτησε.
«Από συναισθηματισμό;» είπε ο Ρέη. «Επειδή το
έκανε εξαιτίας σου;»
«Η 'Εντνα δεν έκανε τίποτα εξαιτίας μου. Της
άρεσα. Δεν αναλαμβάνω καμιά ευθύνη για την
αυτοκτονία της γυναίκας σου, ακόμη κι αν είχε
μάθει για μας, ότι βλεπόμασταν κάπου-κάπου, ας
πούμε».
Ο Ρέη είπε σκεφτικά: «Κι είσαι αυτή που λέει στον
κόσμο να παραδέχεται το φταίξιμο, να μην το
ρίχνει σ' άλλους. Και πώς αποκαλείς τις αρχές σου
αγάπη μου; Α!», Χαμογέλασε ειρωνικά. «Το prinzip για
την Καταπολέμηση της παράνοιας. Η θεραπεία της
Δρος Τζόαν Χιάσι, για τις πνευματικές ασθένειες.
Παραδεχτείτε κάθε φταίξιμο, πάρτε το πάνω σας».
Την κοίταξε έντονα κι είπε: «Μου προκαλεί έκπληξη
που δεν είσαι ακόλουθος του Γουίλμπουρ Μέρσερ»
«Αυτού του κλόουν;» είπε η Τζόαν.
«Μα η εμφάνισή του είναι μέρος της γοητείας που
ασκεί. Να, έλα να σου δείξω». Ο Ρέη άνοιξε την
τηλεόραση στην άλλη άκρη του δωματίου, ένα έπιπλο
δίχως πόδια με διακόσμηση σ' ανατολίτικο στυλ,
δράκοντες της δυναστείας Σουνγκ.
«Είναι παράξενο που ξέρεις πότε είναι η ώρα του
Μέρσερ», είπε η Τζόαν.
Ο Ρέη, ανασηκώνοντας τους ώμους του μουρμούρισε:
«Μ' ενδιαφέρει. Μια νέα θρησκεία που παίρνει τη
θέση του Ζεν, ξεκινώντας απ' τα Μεσοδυτικά για να
κυριαρχήσει στην Καλιφόρνια. Θα 'πρεπε να 'χεις
δώσει προσοχή κι εσύ, αφού δηλώνεις τη θρησκεία
σαν επάγγελμά σου. Χάρη σ' αυτήν βρίσκεις δουλειά.
Αυτή πληρώνει τους λογαριασμούς σου αγάπη μου, μη
την κλωτσάς λοιπόν».
Στην οθόνη της τηλεόρασης βρισκόταν ο
Γουίλμπουρ Μέρσερ.
«Γιατί δεν μιλάει;» ρώτησε η Τζόαν.
«Μα, έκανε όρκο, γι' αυτή τη βδομάδα. Απόλυτη
σιωπή». Αναψε τσιγάρο. «Το κράτος Θα 'πρεπε να
στείλει εμένα κι όχι εσένα», είπε. «Είσαι
ψεύτικη».
«Τουλάχιστον δεν είμαι κλόουν», του είπε, «ή
ακόλουθος ενός κλόουν».
Ο Ρέη ήρεμα, της υπενθύμισε: «Υπάρχει ένα ρητό στο
Ζεν που λεει πως ο Βούδας είναι ένα κομμάτι
χαρτιού τουαλέτας. Κι ένα άλλο: Ο Βούδας συχνά...»
«Σταμάτα!» είπε κοφτά η Τζόαν. «Θέλω να δω τον
Μέρσερ».
«Θέλεις να δεις!» είπε ο Ρέη με τη φωνή του βαριά
απ' την ειρωνεία. «Μα, για τ' όνομα του Θεού, αυτό
είναι που θέλεις; Μα, εκεί είναι το ζήτημα, κανείς
δεν βλέπει τον Μέρσερ». Πετώντας το τσιγάρο του
στο τζάκι, πήγε στην τηλεόραση. Εκεί, μπροστά στη
συσκευή, η Τζόαν πρόσεξε ένα μεταλλικό κουτί με
δυο χερούλια. Ένα διπολικό καλώδιο το συνέδεε με
την τηλεόραση. Ο Ρέη έπιασε τις δυο λαβές κι
αμέσως το πρόσωπό του χαράχτηκε από μια
γκριμάτσα πόνου.
«Τι τρέχει;» ρώτησε η Τζόαν μ' αγωνία.
«Τ-τίποτα». Ο Ρέη συνέχισε να κρατάει τα χερούλια.
Στην οθόνη ο Γουίλμπουρ Μέρσερ περπατούσε αργά
στη χέρσα επιφάνεια μιας ανώμαλης, έρημης
λοφοπλαγιάς, το πρόσωπό του ανασηκωμένο, μια
έκφραση γαλήνης - ή κενού - στα λεπτά, μεσόκοπα
χαρακτηριστικά του. Αγκομαχώντας, ο Ρέη άφησε τα
χερούλια. «Μπόρεσα να τα κρατήσω μόνο για σαράντα
δευτερόλεπτα αυτή τη φορά», εξήγησε στην Τζόαν.
«Αυτό είναι το κουτί ενσυναίσθησης, αγαπητή μου.
Δε μπορώ να σου πω πώς το απέκτησα - για να είμαι
ειλικρινής, δεν ξέρω. Αυτοί το φέρανε, η
εταιρεία που το διανέμει. Η Γουίλσερ
Ινκορπορέητεντ. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως
όταν πιάνεις αυτές τις λαβές σταματάς να βλέπεις
τον Γουίλμπουρ Μέρσερ. Στην ουσία συμμετέχεις
στη θεοποίησή του. Νιώθεις αυτό που νιώθει».
«Φαίνεται σαν να πονάς», είπε η Τζόαν.
Ήρεμα, ο Μέριταν είπε: «Ναι. Ο Γουίλμπουρ Μέρσερ
δολοφονείται. Πηγαίνει στον τόπο όπου θα
πεθάνει».
'Εντρομη η Τζόαν απομακρύνθηκε απ' το κουτί.
«Είπες πως αυτό χρειαζόμασταν», είπε ο Ρέη.
«Θυμήσου είμαι ένας αρκετά ικανός τηλεπαθής.
Πιέζομαι ελάχιστα για να διαβάσω τις σκέψεις σου:
Αν μονάχα μπορούσαμε να υποφέρουμε από κάτι'.
Αυτό σκεφτόσουν πριν από λίγο. Να λοιπόν μια
ευκαιρία».
«Είναι-είναι αρρωστημένο!» «Ήταν η σκέψη σου
αρρωστημένη;»
«Ναι!» είπε.
«Είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι είναι ακόλουθοι
του Γουίλμπουρ Μέρσερ σήμερα. Παντού, σ' όλο τον
κόσμο. Κι υποφέρουν μαζί του καθώς βαδίζει προς
το Πουέμπλο του Κολοράντο. Τουλάχιστον, εκεί τους
είπαν πως πάει. Προσωπικά, έχω τις αμφιβολίες
μου. Όπως και να 'χει, ο Μερσερισμός είναι τώρα
αυτό που ήταν κάποτε ο Βουδισμός. Θα πας στην
Κούβα να διδάξεις μια μορφή ασκητισμού που είναι
πια άχρηστη, έχει ξεπεραστεί».
Σιωπηλά, η Τζόαν γύρισε προς την οθόνη και
κοίταξε τον Μέρσερ να περπατάει.
«Ξέρεις πως έχω δίκιο. Διαβάζω τα συναισθήματά
σου. Ίσως να μην τα συνειδητοποιείς, όμως
υπάρχουν».
Κάποιος είχε πετάξει μια πέτρα στον Μέρσερ. Τον
είχε πάρει στον ώμο.
Η Τζόαν σκέφτηκε: 'Οποίος κρατάει τώρα το κουτί
ενσυναίσθησης θα το ένιωσε όπως ο Μέρσερ.
Ο Ρέη έγνεψε. «Έχεις δίκιο».
«Και τι θα γίνει όταν θα τον σκοτώσουν;»
Ανατρίχιασε.
«Θα δούμε τότε τι θα συμβεί», είπε ήρεμα ο Ρέη.
«Δεν ξέρουμε ακόμη».
Ο Ντάγκλας Χέρικ, ο Υπουργός Εξωτερικών, είπε
στον Μπόγκαρτ Κροφτς: «Μπογκ, νομίζω ότι κάνεις
λάθος. Το κορίτσι μπορεί να είναι η κοπελιά του
Μέριταν, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ξέρει
κιόλας ».
«Θα περιμένουμε να μας πει ο κύριος Λη», είπε o
Κροφτς νευρικά. «Θα τη συναντήσει στην Αβάνα».
«Αυτός ο κύριος Λη δεν μπορεί να ψάξει τον ίδιο
τον Μέριταν;»
«Ένας τηλεπαθής να «ψάξει» έναν άλλον;» Ο
Μπόγκαρτ Κροφτς γέλασε μ' αυτήν τη σκέψη. «Κάτι
τέτοιο θα δημιουργούσε μια παράλογη κατάσταση: ο
κύριος Λη θα διάβαζε τη σκέψη του Μέριταν που,
όντας κι ο ίδιος τηλεπαθής θα διάβαζε τη σκέψη
του κυρίου Λη και θ' ανακάλυπτε ότι ο Λη τον
"ψάχνει" κι ο Λη διαβάζοντας τη σκέψη του
Μέριταν θ' ανακάλυπτε ότι ο νεαρός το έχει
αντιληφθεί και πάει λέγοντας. Μια συνεχής κι
ατέλειωτη παλινδρόμηση, ένα ανακάτεμα από
σκέψεις στις οποίες ο Μέριταν Θα προφυλαγόταν να
μην αναφέρει τον Γουίλμπουρ Μέρσερ».
«Αυτό που με πείθει», είπε ο Χέρικ, «είναι η
ομοιότητα των ονομάτων. Μέριταν, Μέρσερ. Τα τρία
πρώτα γράμματα -»
Ο Κροφτς είπε: «Ο Ρέη Μέριταν δεν είναι ο
Γουίλμπουρ Μέρσερ, αυτό είναι απόλυτα σίγουρο. Θα
σου πω πώς το ξέρουμε: πάνω στη CIA, κάναμε μια
βιντεοκασέτα από την εκπομπή του Μέρσερ, τη
μεγεθύναμε και την αναλύσαμε. Ο Μέρσερ
εμφανιζόταν στο συνηθισμένο καταθλιπτικό φόντο
με τα βράχια, τους κάκτους, την άμμο... ξέρεις».
«Ναι», είπε ο Χέρικ γνέφοντας. «Η Ερημιά, όπως τη
λένε».
«Στη μεγέθυνση, εμφανίστηκε κάτι στον ουρανό. Το
μελετήσαμε. Δεν είναι η Σελήνη. Είναι φεγγάρι,
αλλά πολύ μικρό για να είναι η Σελήνη. Ο Μέρσερ
δεν βρίσκεται στη Γη. Θα έλεγα πως δεν είναι καν
γήινος».
Σκύβοντας, ο Κροφτς σήκωσε ένα μικρό μεταλλικό
κουτί, αποφεύγοντας προσεκτικά ν' αγγίξει τα
χερούλια του. «Κι αυτά εδώ ούτε σχεδιάστηκαν,
ούτε κατασκευάστηκαν στη Γη. Το κίνημα του Μέρσερ
είναι μη-Γ κι αυτό είναι το γεγονός που πρέπει ν'
αντιμετωπίσουμε».
Ο Χερικ είπε: «Αν ο Μέρσερ δεν είναι γήινος, τότε
είναι πιθανό να έχει υποφέρει ή ακόμα και να έχει
πεθάνει κι άλλες φορές στο παρελθόν, σ' άλλους
πλανήτες».
«Α, vαι», είπε ο Κροφτς. «Ο Μέρσερ -ή όποιο κι αν
είναι τ' όνομά του - είναι πιθανό να έχει αρκετές
τέτοιες εμπειρίες. Αλλά ακόμη κι έτσι να 'ναι,
εξακολουθούμε να μην ξέρουμε τι ακριβώς ζητάμε
να μάθουμε». Και φυσικά το ερώτημα ήταν: Τι
συμβαίνει σ' αυτούς που κρατάνε τις λαβές των
κουτιών ενσυναίσθησης;
Ο Κροφτς κάθισε στο γραφείο του και
περιεργάστηκε το κουτί που έστεκε μπροστά του,
χωρίς να τολμάει να ακουμπήσει τα δυο χερούλια
που φαίνονταν να τον προσκαλούν. Ποτέ δεν τα 'χε
αγγίξει, ποτέ δεν είχε καν την πρόθεση. Όμως...
«Πόσο σύντομα θα πεθάνει ο Μέρσερ;» ρώτησε o
Χέρικ.
«Περιμένουν να γίνει στο τέλος της άλλης
βδομάδας».
«Και πιστεύεις ότι ο κύριος Λη θα καταφέρει μέχρι
τότε να ψαρέψει κάτι από το μυαλό του κοριτσιού;
Ας πούμε, πού βρίσκεται ο Μέρσερ;»
«Ελπίζω», είπε ο Κροφτς, καθισμένος ακόμη μπροστά
στο κουτί ενσυναίσθησης χωρίς να το αγγίζει. Θα
πρέπει να είναι παράξενη εμπειρία, σκέφτηκε, να
πιάνεις δυο χερούλια που φαίνονται συνηθισμένα
και ν' ανακαλύπτεις ότι δεν είσαι πια ο εαυτός
σου, είσαι ολοκληρωτικά κάποιος άλλος,
αγωνίζεσαι σκληρά σε κάποια θλιβερή κοιλάδα σε
μια λοφοπλαγιά, βαδίζεις προς τη σίγουρη
εκμηδένιση. Τουλάχιστον, έτσι λένε. Αλλά τι σου
δίνει; Αν το δοκίμαζα;
Η αίσθηση του απόλυτου πόνου... χλόμιασε,
κρατήθηκε πίσω.
Ήταν απίστευτο που υπήρχαν άνθρωποι που το
επεδίωκαν αντί να τ' αποφεύγουν. Το πιάσιμο των
δυο λαβών του κουτιού ενσυναίσθησης δεν ήταν
πράξη ενός ανθρώπου που προσπαθεί να αποδράσει.
Δεν ήταν διαφυγή από κάτι, ήταν αναζήτηση. Κι όχι
βέβαια του πόνου σαν αίσθηση, ο Κροφτς ήξερε
αρκετά ώστε να μην του περάσει καν από το μυαλό η
ιδέα ότι οι Μερσερίτες ήταν απλοί μαζοχιστές που
το μόνο που ποθούσαν ήταν η ταλαιπωρία. Ήξερε πως
ήταν το νόημα του πόνου αυτό που προσέλκυε τους
ακόλουθους του Μέρσερ.
Όλοι αυτοί οι πιστοί βασανίζονταν για κάτι
συγκεκριμένο.
Δυνατά, είπε στον ανώτερό του: «Θέλουν να
υποφέρουν, σαν το πόνημά τους να είναι το μέσο για
ν' απαρνηθούν τη δική τους, ατομική ύπαρξη. Είναι
μια εμπειρία που όλοι μοιράζονται, μια
«κοινωνία», καθώς όλοι υποφέρουν από το μαρτύριο
του Μέρσερ». Όπως ο Μυστικός Δείπνος, σκέφτηκε. Να
το πραγματικό κλειδί: η εσωτερική επικοινωνία, η
συμμετοχή που βρίσκεται πίσω από κάθε θρησκεία -
ή που θα έπρεπε να βρίσκεται - και ενώνει τα μέλη
σ' ένα κοινό σώμα, αφήνοντας όλους τους άλλους
απέξω.
Ο Χέρικ είπε: «Πάντως πρώτα απ' όλα είναι ένα
πολιτικό κίνημα, και σαν τέτοιο πρέπει να το
αντιμετωπίσουμε».
«Κατά τη δική μας άποψη» είπε ο Κροφτς, «όχι τη
δική τους».
Ακούστηκε το ιντερκόμ κι η γραμματέας είπε:
«Κύριε, έφτασε ο κύριος Λη».
«Πες του να περάσει».
Ο ψηλόλιγνος Κινέζος μπήκε χαμογελώντας κι
απλώνοντας το χέρι του. Φορούσε παλιομοδίτικο
κουστούμι και μυτερά παπούτσια μαύρα. Καθώς
έδιναν τα χέρια, ο Λη είπε: «Δεν έφυγε ακόμα για
την Αβάνα, έτσι;»
«Όχι», είπε ο Κροφτς.
«Είναι όμορφη;» είπε ο Λη.
«Ναι», είπε ο Κροφτς χαμογελώντας προς τον Χέρικ.
«Αλλά - δύσκολη. Απ' αυτές που ανάβουν εύκολα.
Απελευθερωμένη, αν με παρακολουθείτε».
«Α, φεμινίστρια», είπε ο Λη χαμογελώντας.
«Απεχθάνομαι αυτό το στυλ γυναίκας κύριε Κροφτς.
Δεν Θα τα πάμε καλά».
«Θυμηθείτε πως η δουλειά σας είναι να
προσηλυτισθείτε», είπε ο Κροφτς. «Αυτό που όλο κι
όλο έχετε να κάνετε, είναι ν' ακούτε τη διδασκαλία
της, να μάθετε να κάνετε ερωτήσεις όπως, «Αυτό εδώ
το ραβδί, είναι Βούδας;» και να περιμένετε μερικά
ξαφνικά χτυπήματα στο κεφάλι, μια τεχνική του
Ζεν, απ' ο,τι καταλαβαίνω, για την ενστάλαξη της
γνώσης».
Μ' ένα πλατύ χαμόγελο, ο κύριος Λη είπε: «'Η την
ενστάλαξη της ανοησίας. Βλέπετε, είμαι
κατατοπισμένος. Για το Ζεν, είναι το ίδιο πράγμα».
Σοβάρεψε. «Προσωπικά, είμαι Κομμουνιστής», είπε.
«Ο μόνος λόγος που συμμετέχω είναι πως η επίσημη
άποψη του Κόμματος στην Αβάνα δέχεται ότι ο
Μερσερισμός είναι επικίνδυνος και πρέπει να
εξαλειφθεί». Πήρε μελαγχολικό ύφος. «Πρέπει να πω
πως αυτοί οι Μερσερίτες είναι φανατικοί».
«Πράγματι», συμφώνησε ο Κροφτς. «Και πρέπει να
δουλέψουμε για την εξαφάνισή τους». Έδειξε το
κουτί ενσυναίσθησης. «Έχετε ποτέ,..;»
«Ναι», είπε ο κύριος Λη. «Είναι μια μορφή
τιμωρίας. Αυτοεπιβαλλόμενη, αναμφίβολα για
λόγους ενοχής. Στους αργόσχολους είναι εύκολο ν'
αναπτυχθούν τέτοια συναισθήματα, αν βέβαια
υπάρξουν οι ανάλογες προϋποθέσεις». Ο Κροφτς
σκέφτηκε: Αυτός ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει
τίποτα. Είναι απλώς υλιστής. Τυπικό δείγμα
ανθρώπου γεννημένου από κομμουνιστές,
μεγαλωμένου σε κομμουνιστική κοινωνία. Γι' αυτόν
όλα είναι μαύρα ή άσπρα.
«Κάνετε λάθος», είπε ο Λη. Είχε διαβάσει τη σκέψη
του Κροφτς.
Κοκκινίζοντας, ο Κροφτς είπε: «Συγνώμη ξέχασα, δε
σκόπευα να σας προσβάλλω».
«Βλέπω στη σκέψη σας», είπε ο Λη, «ότι πιστεύετε
πως ο Γουίλμπουρ Μέρσερ, όπως αυτοαποκαλείται,
ίσως να μην είναι γήινος. Ξέρετε τη θέση του
Κόμματος σ' αυτό το ζήτημα; Είχε συζητηθεί
δημόσια πριν μερικά χρόνια. Το Κόμμα αποδέχεται
πως δεν υπάρχουν εξωγήινες φυλές στο ηλιακό
σύστημα και πως η πίστη σε απομεινάρια φυλών
κάποτε ανώτερων από το ανθρώπινο γένος
εξακολουθεί να υφίσταται σαν μια μορφή νοσηρού
μυστικισμού».
Ο Κροφτς αναστέναξε. «Ν' αποφασίζεις με ψηφοφορία
για ένα θέμα εμπειρίας - ν' αποφασίζεις βάζοντάς
το σε αυστηρά πολιτική βάση- όχι, δεν μπορώ να το
καταλάβω αυτό».
Σ' αυτό το σημείο, ο Γραμματέας Χέρικ επενέβη,
κάνοντας και τους δυο να ηρεμήσουν. «Σας παρακαλώ
κύριοι, ας μην παρασυρόμαστε από θεωρητικά
θέματα, στα οποία δεν έχουμε κοινές απόψεις. Ας
περιοριστούμε στα βασικά - το Μερσερικό κόμμα και
τη ραγδαία ανάπτυξή του σ' ολόκληρο τον πλανήτη».
Ο κύριος Λη είπε: «Έχετε απόλυτο δίκιο, φυσικά».
Στο αεροδρόμιο της Αβάνα, η Τζόαν Χιάσι κοίταζε
γύρω της ενώ οι άλλοι ταξιδιώτες βάδιζαν γρήγορα
από το αεροπλάνο προς την είσοδο στο χώρο
συγκέντρωσης επιβατών No 20.
Συγγενείς και φίλοι είχαν προσεκτικά ξεχυθεί στο
διάδρομο, όπως γινόταν πάντα, παρά τους
κανονισμούς. Ανάμεσά τους είδε έναν ψηλόλιγνο
νεαρό Κινέζο μ' ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο
πρόσωπό του.
Περπατώντας προς το μέρος του, φώναξε: «Ο κύριος
Λη;»
«Nαι». Βιάστηκε να τη συναντήσει. «Είναι ώρα για
δείπνο. Θα θέλατε να φάτε; Θα σας οδηγήσω στο
εστιατόριο Χανγκ Φαρ Λο. Έχουν πάπια «σφιχτή» και
σούπα από φωλιά πουλιών, όλα σε Καντωνέζικο
στυλ... πολύ γλυκά, αλλά καλά για μια φορά στις
τόσες».
Σύντομα, βρίσκονταν στο εστιατόριο, σ' ένα μικρό
σεπαρέ από κόκκινο δέρμα και ξύλο απομίμηση τικ.
Παντού τριγύρω τους φλυαρούσαν Κουβανοί και
Κινέζοι. Ο αέρας μύριζε τηγανιτό χοιρινό και
καπνό πούρου.
«Είστε ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου Ασιατικών
Σπουδών της Αβάνα;» ρώτησε για να σιγουρευτεί πως
δεν eίχε γίνει κάποιο λάθος. «Σωστά. Υπάρχει μια
προκατάληψη εναντίον μας από το Κομμουνιστικό
Κόμμα Αβάνας εξαιτίας της θρησκευτικής πλευράς.
'Ομως πολλοί Κινέζοι εδώ στο νησί παρακολουθούν
ομιλίες ή βρίσκονται στον κατάλογο των
συνδρομητών μας. Και καθώς γνωρίζετε, είχαμε
διαλέξεις από διαπρεπείς μελετητές από τη Ν. Ασία
και την Ευρώπη.
Α, με την ευκαιρία. Υπάρχει μια παραβολή Ζεν που
δεν καταλαβαίνω. Για τον μοναχό που έκοψε το
γατάκι σε δυο κομμάτια - την έχω μελετήσει κι έχω
σκεφτεί αρκετά, μα δεν μπορώ να κατανοήσω πώς o
Βούδας θα μπορούσε να είναι παρών τη στιγμή που
ένα ζώο γινόταν αντικείμενο της σκληρότητας
κάποιου». Έσπευσε να προσθέσει: «Δεν το
αμφισβητώ. Απλά ζητώ κάποια διευκρίνιση».
Η Τζόαν είπε: «Απ' όλες τις παραβολές Ζεν, αυτή
έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Όμως
το σωστό ερώτημα είναι, Πού βρίσκεται τώρα το
γατάκι;»
«Αυτό θυμίζει το άνοιγμα της Bhagavad Gita», είπε ο
κύριος Λη μ' ένα γρήγορο νόημα. «Θυμάμαι πως o
Αρτζούρα λέει,
Το τόξο Γκαντίβα γλιστράει
από το χέρι μου...
Οιωνοί κακού!
Τι να ελπίσουμε απ' αυτό το μακέλεμα των
συγγενών;»
«Σωστά», είπε η Τζόαν. «Και βέβαια, Θυμάστε την
απάντηση του Κρίσνα. Είναι η πιο βαθυστόχαστη
δήλωση σ' ολόκληρη την προ-Βουδιστική θρησκεία
πάνω στο θέμα του θανάτου και της δράσης».
Ο σερβιτόρος ήρθε να πάρει παραγγελία. Ήταν
Κουβανός, φορούσε χακί κι έναν μπερέ.
«Δοκιμάστε το τηγανιτό γουόν τον», συμβούλεψε ο
Λη. «Το τσόου γιουκ και βέβαια το εγκ ρολ. 'Εχετε
εγκ ρολ σήμερα;» ρώτησε τον σερβιτόρο.
«Σι, σενιόρ Λη». Ο σερβιτόρος σκάλιζε τα δόντια
του με μια οδοντογλυφίδα. Ο κύριος Λη παράγγειλε
και για τους δυο τους κι ο σερβιτόρος έφυγε.
«Ξέρετε», είπε η Τζόαν, «όταν έχει βρεθεί κανείς
κοντά σ' ένα τηλεπαθή για τόσο καιρό όσο εγώ,
καταλαβαίνει αμέσως την εντατική παρακολούθηση
που του γίνεται... πάντα καταλάβαινα πότε ο Ρέη
προσπαθούσε να βρει κάτι μέσα μου. Είστε
τηλεπαθής. Κι αυτή τη στιγμή ερευνάτε το μυαλό
μου πολύ έντονα».
«Μακάρι να μπορούσα, δεσποινίς Χιάσι», είπε ο Λη
χαμογελώντας.
«Δεν έχω τίποτα να κρύψω», είπε η Τζόαν.
«Αναρωτιέμαι όμως γιατί ενδιαφέρεστε τόσο για
ό,τι σκέφτομαι. Ξέρετε πως είμαι υπάλληλος του
Στέητ Ντηπάρτμεντ των Η.Π. δεν είναι μυστικό.
Φοβάστε μήπως ήρθα στην Κούβα σαν κατάσκοπος; Να
βρω πληροφορίες για στρατιωτικές εγκαταστάσεις;
Μήπως κάτι τέτοιο;» Στενοχωρήθηκε. «Δεν είναι
καλή αρχή αυτή», του είπε. «Δεν σταθήκατε
ειλικρινής απέναντί μου».
«Είστε μια πολύ ελκυστική γυναίκα, δεσποινίς
Χιάσι», είπε ο Λη δίχως να χάσει την
αυτοκυριαρχία του. «Απλώς ήμουν περίεργος να
δω-ας το πω στα ίσα: τη στάση σας απέναντι στο
σεξ».
«Λέτε ψέματα», είπε ήρεμα η Τζόαν.
Τώρα το μελιστάλακτο χαμόγελο χάθηκε, την
κοίταζε.
«Σούπα από φωλιά πουλιών, κύριε». Ο σερβιτόρος
είχε επιστρέψει, έβαλε το αχνιστό μπολ στο κέντρο
του τραπεζιού. «Τσάι». Αφησε μια τσαγιέρα και δυο
μικρά κουπάκια δίχως χερούλι. «Σενιορίτα, Θέλετε
ξυλάκια;»
«'Οχι», είπε χωρίς να τον προσέξει καθόλου.
Έξω από το σεπαρέ τους, ακούστηκε μια κραυγή
πόνου. Κι οι δυο πήδηξαν όρθιοι. Ο κύριος Λη
τράβηξε την κουρτίνα, ο σερβιτόρος κοίταζε κι
αυτός και γελούσε.
Σ' ένα τραπέζι στην άλλη ακρη του εστιατορίου
καθόταν ένας αρκετά μεγάλος σε ηλικία Κουβανός
με τα χέρια του να σφίγγουν τις λαβές ενός
κουτιού ενσυναίσθησης.
«Κι εδώ», είπε η Τζόαν.
«Μα είναι μπελάς σκέτος!» είπε ο κύριος Λη.
«Τέτοια ενόχληση!»
Ο σερβιτόρος είπε, «Loco». Κούνησε το κεφάλι του
χαμογελώντας ακόμη.
«Nαι», είπε η Τζόαν. «Κύριε Λη, θα συνεχίσω εδώ, θα
προσπαθήσω να κάνω τη δουλειά μου παραβλέποντας
αυτό που συνέβη μεταξύ μας. Δεν ξέρω γιατί
έστειλαν σκόπιμα έναν τηλεπαθή να με συναντήσει -
πιθανότατα να πρόκειται για τις παρανοϊκές
υποψίες των Κομμουνιστών για τους ξένους - αλλά,
όπως και να 'χει, έχω μια δουλειά να κάνω εδώ και
σκοπεύω να την κάνω. Λοιπόν, Θα συζητήσουμε για το
γατάκι που διαμελίστηκε;»
«Την ώρα του φαγητού;» είπε χλωμά ο κύριος Λη.
«Εσείς κάνατε λόγο γι' αυτό», είπε η Τζόαν κι
άρχισε να το αναπτύσσει, μ' όλο που στο πρόσωπο
του κυρίου Λη είχε χαραχτεί μια έκφραση έντονης
δυσφορίας, καθώς ανακάτευε με το κουτάλι του τη
σούπα από φωλιά πουλιών.
Στο Λος Αντζελες, στο στούντιο του τηλεοπτικού
σταθμού KKHF, ο Ρέη Μέριταν καθόταν δίπλα στην άρπα
του, περιμένοντας τη σειρά του. Είχε αποφασίσει
να ξεκινήσει με το Πόσο χαμηλά το Φεγγάρι.
Χασμουρήθηκε κρατώντας την προσοχή του στο
θάλαμο ελέγχου.
Πίσω του, στο μαυροπίνακα, ο Γκλεν Γκόλντστρημ,
σχολιαστής της τζαζ, καθάριζε τα δίχως σκελετό
γυαλιά του μ'ένα λεπτό λινό μαντίλι κι είπε:
«Σκέφτομαι να ασχοληθώ με τον Γκύσταβ Μάλερ
απόψε».
«Ποιος στο διάολο είν' αυτός;"
«Ένας μεγάλος συνθέτης των τελευταίων χρόνων του
δεκάτου ενάτου αιώνα. Πολύ ρομαντικός. Έγραψε
μεγάλες παράξενες συμφωνίες και λαϊκότροπα
τραγούδια. Σκέφτομαι ωστόσο, τα ρυθμικά μέρη του Ο
Μέθυσος της Ανοιξης, από το Τραγούδι της Γης.
Δεν το 'χεις ακούσει ποτέ σου;»
«Όχι», είπε ο Μέριταν ανυπόμονα.
«Πολύ γκριζοπράσινο».
Ο Ρέη Μέριταν δεν ένιωθε πολύ
"γκριζοπράσινος" απόψε. Το κεφάλι του ακόμη
πονούσε από την πέτρα που πετάχτηκε ενάντια στον
Γουίλμπουρ Μέρσερ. Είχε προσπαθήσει να αφήσει
τις λαβές όταν είδε την πέτρα να 'ρχεται, αλλά δεν
είχε σταθεί αρκετά γρήγορος. Η πέτρα πήρε τον
Μέρσερ στον δεξί κρόταφο κι ανάβλυσε αίμα.
«Βρέθηκα με τρεις Μερσερίτες τ' απόγευμα», είπε ο
Γκλεν, «κι όλοι τους φαίνοντάν χάλια. Τι έπαθε
σήμερα ο Μέρσερ;»
«Πώς θες να ξέρω;»
«Σέρνεσαι όπως αυτοί, το κεφάλι σου, ε; Σε ξέρω
αρκετά καλά, Ρέη. Θ' ανακατευόσουν μ' οτιδήποτε
καινούργιο και παράξενο - και τι με νοιάζει αν
έγινες Μερσερίτης; Απλώς σκέφτηκα μήπως θα 'θελες
ένα παυσίπονο».
Απότομα, ο Ρέη Μέριταν είπε: «Αυτό θα 'ταν
αντίθετο με την όλη ιδέα, έτσι δεν είναι; Ένα
παυσίπονο. Ε, κύριε Μέρσερ, μιας κι ανεβαίνεις τη
λοφοπλαγιά, τι θα 'λεγες για μια ένεση μορφίνης;
Ούτε που θα νιώσεις τίποτα». Έπαιξε στην άρπα του
μερικές πτώσεις, αφήνοντας ελεύθερα τα
συναισθήματά του.
«Βγαίνεις», είπε ο παραγωγός από το θάλαμο
ελέγχου.
Το θέμα τους, το That's a plenty, ξεπήδησε απ' το
μαγνητόφωνο στο θάλαμο ελέγχου κι η κάμερα
νούμερο δύο που σημάδευε τον Γκόλντστρημ άναψε
το κόκκινο φως της. Με τα χέρια διπλωμένα, ο
Γκόλντστρημ είπε: «Καλησπέρα σας κυρίες και
κύριοι. Τι είναι η τζαζ;»
Αυτό που λεω κι εγώ, σκέφτηκε ο Μέριταν. Τι είναι η
τζαζ; Τι είναι η ζωή; Σκούπισε το ραγισμένο του
μέτωπο που βασανιζόταν απ' τον πόνο κι
αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να αντέξει ολόκληρη
την επόμενη βδομάδα. Ο Γουίλμπουρ Μέρσερ
πλησίαζε όλο και περισσότερο. Κάθε μέρα θα
γινόταν ακόμη χειρότερη...
«Κι έπειτα από μια σύντομη διακοπή για ένα
σπουδαίο μήνυμα», έλεγε ο Γκόλντστρημ, «θα
είμαστε και πάλι κοντά σας για να σας πούμε
περισσότερα για τον κόσμο με τους
γκριζοπράσινους άντρες και γυναίκες για τον
κόσμο της τέχνης του μοναδικού Ρέη Μέριταν».
Στο μόνιτορ που βρισκόταν μπροστά στον Μέριταν
εμφανίστηκε ένα διαφημιστικό σπότ.
Ο Μέριταν είπε στον Γκόλντστρημ: «θα το πάρω το
παυσίπονο».
Του έδωσε μια κίτρινη πλακέ ταμπλέτα, χαρακωμένη.
«Παρακωδείνη», είπε ο Γκόλντστρημ. «Εξαιρετικά
παράνομη αλλά αποτελεσματική. Εθιστικό
ναρκωτικό. Μου κάνει εντύπωση που απ' όλο τον
κόσμο, μόνο εσύ δεν κουβαλάς μαζί σου».
«Κάποτε», είπε ο Ρέη παίρνοντας ένα στρατιωτικό
κύπελλο γεμάτο νερό. Κατάπιε το χάπι.
«Και τώρα βρίσκεσαι στον Μερσερισμό».
«Τώρα βρίσκομαι...» Κοίταξε τον Γκόλντστρημ,
γνωρίζονταν χρόνια. «Δεν είμαι Μερσερίτης», είπε.
«Ξέχνα το λοιπόν, Γκλεν. Απλώς είναι μια σύμπτωση
να έχω πονοκέφαλο το βράδυ που ο Μέρσερ χτυπήθηκε
από μια πέτρα που του πέταξε κάποιος ηλίθιος
σαδιστής που θα 'πρεπε να βρίσκεται ο ίδιος σ'
εκείνη την πλαγιά». Αγριοκοίταξε τον
Γκόλντστρημ.
«Απ' ο,τι φαίνεται», είπε ο Γκόλντστρημ, «το
Υπουργείο Πνευματικής Υγείας των Η.Π. είναι στα
πρόθυρα του να ζητήσει από το Υπουργείο
Δικαιοσύνης να μαζέψει τους Μερσερίτες».
Ξαφνικά τίναξε το σώμα του για να στραφεί προς
την κάμερα δύο. Ένα μακρινό χαμόγελο ακούμπησε
στο πρόσωπό του κι είπε απλά: «Το γκριζοπράσινο
ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια στο Πινόλε της
Καλιφόρνια στο σχεδόν διάσημο σήμερα Νταμπλ Σοτ
Κλαμπ', ο Ρέη Μέριταν έπαιζε εκεί τότε, θα ήταν το
1993 ή '94. Απόψε ο Ρέη Μέριταν θα μας παίξει το πιο
γνωστό κι αγαπημένο του κομμάτι, το Καποτ'
ερωτευμένος με την 'Εημι». Γύρισε προς την
πλευρά του Μέριταν, «Ρέη... Μέριταν!»
Η άρπα άρχισε να κάνει πανκ-πλανκ καθώς τα
δάχτυλα του Ρέη Μέριταν χάιδευαν τις χορδές.
Ζωντανό παράδειγμα, σκέφτηκε ενώ έπαιζε. Να τι μ'
έκανε το FBI, θα μ' έστηνε μπροστά στους
πιτσιρικάδες σαν παράδειγμα του τι να μη γίνουν
όταν μεγαλώσουν. Πρώτα στην παρακωδείνη, τώρα
στον Μέρσερ. Φυλαχτείτε παιδιά μου!
Μακριά απ' την Κάμερα, ο Γκλεν Γκόλντστρημ του
'δειξε ένα χαρτί που 'χε γρατσουνίσει.
Ο ΜΕΡΣΕΡ ΕΙΝΑΙ ΜΗ-ΓΗΙΝΟΣ;
Από κάτω ο Γκόλντστρημ έγραψε με μολύβι υπογράμμισης:
AΥTO ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ.
Εισβολή από κάπου εκεί έξω, σκέφτηκε ο
Μέριταν καθώς έπαιζε. Αυτό φοβούνται. Ο φόβος του
άγνωστου, όπως στα μικρά παιδάκια. Αυτοί είναι οι
κύκλοι που μας κατευθύνουν: μικρούλια, φοβισμένα
παιδάκια που παίζουν τελετουργικά παιχνίδια με
πανίσχυρα όπλα.
Έπιασε μια σκέψη από κάποιον από τους
προϊσταμένους του δικτύου, μέσα στο θάλαμο
ελέγχου. Ο Μέρσερ έχει τραυματιστεί.
Αμέσως ο Μέριταν έστρεψε την προσοχή του προς
αυτή την κατεύθυνση και ερεύνησε όσο καλύτερα
μπορούσε. Τα δάχτυλά του σκάλιζαν την άρπα
μηχανικά.
Η κυβέρνηση κηρύσσει παράνομα τα ονομαζόμενα
κουτιά ενσυναίσθησης.
Σκέφτηκε αμέσως το δικό του κουτί ενσυναίσθησης,
αφημένο μπροστά από την τηλεόραση, στο λίβινγκ
ρουμ του διαμερίσματός του.
Ο οργανισμός που αντιπροσωπεύει και πουλάει τα
κουτιά ενσυναίσθησης καθίσταται παράνομος και
το FBI κάνει συλλήψεις σε αρκετές μεγάλες πόλεις.
Αναμένεται ν' ακολουθήσουν κι άλλες χώρες αυτή
την τακτική.
Πόσο άσχημα πληγώθηκε; σκέφτηκε. Πεθαίνει;
Και οι Μερσερίτες που κρατούσαν τις λαβές στα
κουτιά τους της ενσυναίσθησης εκείνη τη στιγμή;
Πώς να 'ταν τώρα; Να δέχονται άραγε ιατρική
περίθαλψη;
Ν' ανακοινώσουμε τώρα τα νέα; σκεφτόταν o
προϊστάμενος του δικτύου. 'Η να περιμένουμε
μέχρι το διαφημιστικό;
Ο Ρέη Μέριταν σταμάτησε να παίζει την άρπα του κι
είπε καθαρά απ' το μικρόφωνο: «Ο Γουίλμπουρ
Μέρσερ τραυματίστηκε. Αυτό το περιμέναμε όλοι,
αλλά ακόμα κι έτσι, παραμένει μια μεγάλη
τραγωδία. Ο Μέρσερ είναι άγιος».
Με τα μάτια ορθάνοιχτα, ο Γκλεν Γκόλντστρημ τον
κοίταξε σαν χαζός.
«Πιστεύω στον Μέρσερ», είπε ο Ρέη Μέριταν και
στις Η.Π. το τηλεοπτικό του ακροατήριο άκουσε
αυτή την ομολογία πίστης. «Πιστεύω πως το
μαρτύριό του, ο τραυματισμός του κι ο θάνατος του,
σημαίνουν κάτι για τον καθέναν από μας».
Έγινε. Καταγράφηκε. Κι ούτε χρειαζόταν μεγάλα
κότσια.
«Προσευχηθείτε για τον Γουίλμπουρ Μέρσερ», είπε
και ξανάρχισε να παίζει το γκριζοπράσινο στυλ
του στην άρπα.
Ηλίθιε! σκεφτόταν ο Γκλεν Γκόλντστρημ. Εκθέτεις
τον εαυτό σου! Σε μια βδομάδα θα είσαι στη φυλακή.
Η καριέρα σου καταστράφηκε!
Πλανκ, πλανκ, ο Ρέη έπαιζε την άρπα του και
χαμογελούσε άκεφα στον Γκλεν.
Ο κύριος Λη είπε: «Ξέρετε την ιστορία του
Ζεν μοναχού που έπαιζε κρυφτό με τα παιδιά; Ο
Μπασό την αφηγείται: Ο μοναχός κρύφτηκε σε μια
παράγκα, τα παιδιά δεν σκέφτηκαν να τον
αναζητήσουν εκεί και τον ξέχασαν. Ήταν πολύ απλός
άνθρωπος. Την άλλη μέρα..."
«Παραδέχομαι πως το Ζεν είναι μια μορφή
βλακείας», είπε η Τζόαν Χιόσι. «Εκθειάζει τις
αρετές της απλότητας και της αφέλειας. Και,
θυμηθείτε, η πρωταρχική σημασία του "αφελής"
αναφέρεται σ' αυτόν που είναι απλός, που εύκολα
παραπλανάται». Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της κι
ανακάλυψε πως είχε πια κρυώσει.
«Μα τότε κάνετε στ' αλήθεια πράξη το Ζεν», είπε ο
κύριος Λη. «Γιατί ξεγελαστήκατε». Έχωσε το χέρι
του στο παλτό του κι έβγαλε ένα πιστόλι.
«Συλλαμβάνεστε».
«Από την κουβανική κυβέρνηση;» κατόρθωσε να
ψελλίσει.
«Από την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών», είπε
ο Λη. «Διάβασα τη σκέψη σας και βρήκα πως
γνωρίζετε ότι ο Ρέη Μέριταν είναι εξέχων
Μερσερίτης κι ότι εσείς η ίδια πλησιάζετε τον
Μερσερισμό».
«Μα δεν είμαι!»
«Ασυνείδητα, βρίσκεστε κοντά. Είστε στο
μεταίχμιο της αλλαγής σας. Αυτές οι σκέψεις σας
φτάνουν σε μένα, ακόμη κι αν εσείς η ίδια τις
αρνείστε στον εαυτό σας. Θα γυρίσουμε στις Η.Π.,
μαζί, κι εκεί θα βρούμε τον Ρέη Μέριταν, που θα μας
οδηγήσει στον Γουίλμπουρ Μέρσερ. Τόσο απλό
είναι».
«Αυτός είναι ο λόγος που μ' έστειλαν στην Κούβα;»
«Είμαι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του
Κουβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος», είπε ο
κύριος Λη. «Και ο μοναδικός τηλεπαθής σ' αυτή την
επιτροπή. Ψηφίσαμε υπέρ της συνεργασίας με το
Στέητ Ντηπάρτμεντ των Η.Π. για όσο διαρκέσει αυτή
η Μερσερική κρίση. Το αεροπλάνο μας, δεσποινίς
Χιάσι, αναχωρεί για την πολιτεία της Ουάσιγκτον
σε μισή ώρα ακριβώς. Ας ξεκινήσουμε αμέσως».
H Τζόαν Χιάσι κοίταξε αμήχανα γύρω της
στο εστιατόριο. Κόσμος που έτρωγε, σερβιτόροι...
κανείς δεν τους έδινε σημασία. Τη στιγμή που
περνούσε ένας σερβιτόρος μ' ένα βαρυφορτωμένο
δίσκο, σηκώθηκε όρθια κι είπε: «Αυτός ο άνθρωπος
προσπαθεί να μ' απαγάγει. Σας παρακαλώ βοηθήστε
με».
Ο Σερβιτόρος κοίταξε τον κύριο Λη, αντιλήφθηκε
ποιος ήταν, χαμογέλασε στη Τζόαν κι ανασήκωσε
τους ώμους. «Ο κύριος Λη είναι ένας σπουδαίος
άνθρωπος», είπε ο σερβιτόρος και συνέχισε το
δρόμο του.
«Αυτό που είπε, είναι αλήθεια», της είπε ο κύριος
Λη.
Η Τζόαν βγήκε από το σεπαρέ κι έτρεξε στην άλλη
πλευρά του εστιατορίου. «Βοηθήστε με», είπε στον
γέρο Κουβανό που καθόταν μπροστά στο κουτί του
της ενσυναίσθησης. «Είμαι Μερσερίτισα. Με
συλλαμβάνουν».
Το ρυτιδιασμένο γέρικο πρόσωπο υψώθηκε, ο άντρας
την περιεργάστηκε.
«Βοηθήστε με», του είπε.
«Υμνείτε τον Μέρσερ», είπε ο γέρος.
Δεν μπορείς να με βοηθήσεις, σκέφτηκε. Γύρισε
στον Λη που την είχε ακολουθήσει, κρατώντας ακόμη
το πιστόλι του προς την κατεύθυνσή της. «Ο γέρος
αυτός δεν πρόκειται να κουνήσει ούτε το
δαχτυλάκι του», είπε ο κύριος Λη. «Ούτε καν θα σε
προσέξει».
Κατέρρευσε. «Εντάξει. Το ξέρω».
Ξαφνικά, η τηλεόραση στη γωνία σταμάτησε
να δείχνει τις σαχλαμάρες του ημερήσιου
προγράμματος, η εικόνα, το κεφάλι μιας γυναίκας
κι ένα μπουκάλι λευκαντικό, χάθηκαν απροσδόκητα
και τη θέση τους πήρε το σκοτάδι. Ύστερα,
εμφανίστηκε ένας τηλεπαρουσιαστής κι άρχισε να
μιλάει-στα Ισπανικά.
«Ο Μέρσερ πληγώθηκε», είπε ο Λη παρακολουθώντας.
«Δεν πέθανε όμως. Σαν Μερσερίτισα, δεσποινίς
Χιάσι, πώς νιώθετε; Σας συγκινεί το γεγονός; Α,
ναι, πρέπει να κρατά κανείς τις λαβές για να
καταφέρει να τον αγγίξει η αίσθηση. Πρέπει η
πράξη να είναι εκούσια».
Η Τζόαν σήκωσε το κουτί ενσυναίσθησης του Κουβανού γέρου, το κράτησε για μια στιγμή κι έπειτα έσφιξε τα χερούλια. Ο κύριος Λη την κοίταξε έκπληκτος. Κινήθηκε προς το μέρος της προσπαθώντας να πιάσει το κουτί...
Δεν ήταν πόνος αυτό που ένιωσε, έτσι
είναι λοιπόν; αναρωτήθηκε καθώς έβλεπε γύρω της
στο εστιατόριο να θολώνει και να χάνεται. Ίσως ο
Γουίλμπουρ Μέρσερ να έχει λιποθυμήσεr αυτό θα
είναι. Φεύγω μακριά σου κύριε Λη, σκέφτηκε. Δεν
μπορείς να με ακολουθήσεις -ή, τουλάχιστον, δε θα
το κάνεις. Δεν θα έρθεις στον επιτάφιο κόσμο του
Γουίλμπουρ Μέρσερ που πεθαίνει σε κάποια έρημη
κοιλάδα, τριγυρισμένος από τους εχθρούς του. Τώρα
είμαι μαζί του. Κι είναι απόδραση από κάτι
χειρότερο. Από σένα. Και δεν Θα τα καταφέρεις να
με φέρεις πίσω.
Είδε γύρω της μια γη βουλιαγμένη στη θλίψη. Ο
αέρας ανάδινε μυρωδιά αγριολούλουδων. Ήταν μια
έρημος και δεν υπήρχε καθόλου βροχή.
Μπροστά της έστεκε ένας άντρας και στα γκρίζα,
μουσκεμένα από τον πόνο μάτια του, έλαμπε ένα φως
που σε γέμιζε θλίψη. «Είμαι φίλος σου», της είπε,
«μα θα πρέπει να συνεχίσεις σαν να μην υπήρξα. Το
καταλαβαίνεις αυτό;» Απλωσε τα άδεια του χέρια.
«Όχι», του είπε «δεν μπορώ να το καταλάβω».
«Πώς μπορώ να σε σώσω», είπε ο άντρας, «αν δεν
μπορώ να σώσω τον εαυτό μου;» Χαμογέλασε. «Δεν
βλέπεις; Δεν υπάρχει σωτηρία».
«Μα τότε, γιατί γίνονται όλα αυτά;» ρώτησε.
«Για να σας δείξω πως δεν είστε μόνοι. Βρίσκομαι
εδώ μαζί σας, και πάντα θα βρίσκομαι. Γύρισε πίσω
κι αντιμετώπισέ τους. Και πες τους το".
Αφησε τις λαβές.
Ο κύριος Λη κρατώντας το πιστόλι του,
ρώτησε: «Λοιπόν;»
«Πάμε», του είπε. «Πάμε πίσω στις ΗΠΑ. Παράδωσέ με
στο FBI. Δεν έχει σημασία".
«Τι είδες;» ρώτησε ο Λη με περιέργεια.
«Δεν θα σου πω».
«Έτσι κι αλλιώς, μπορώ να το μάθω. Από τις σκέψεις
σου». Την εξέταζε τώρα, ακούγοντάς την με το
κεφάλι του γερμένο στο πλάι. Οι γωνίες στο στόμα
του είχαν τραβηχτεί προς τα κάτω σαν να
παραπονιόταν για κάτι.
«Δεν θα 'λεγα πως βλέπω και πολλά», είπε. «Ο Μέρσερ
σε κοιτάζει στο πρόσωπο και σου λεει πως δεν
μπορεί να κάνει τίποτα για σένα. Γι' αυτόν θα
παρατούσες τη ζωή σου; Κι όχι μόνο εσύ, αλλά κι οι
άλλοι. Είσαστε άρρωστοι».
«Στην κοινωνία της παραφροσύνης», είπε η Τζόαν,
«οι άρρωστοι είναι υγιείς».
«Τι ανοησία!» είπε ο κύριος Λη.
Στον Μπόγκαρτ Κροφτς, ο κύριος Λη είπε:
«Ήταν αρκετά ενδιαφέρον. Έγινε Μερσερίτισα
μπροστά στα μάτια μου. Μια λανθάνουσα κατάσταση
που τρέπεται σε ενεργητικότητα... ήταν η απόδειξη
πως δεν είχα λαθέψει για όσα είχα βρει νωρίτερα
στις σκέψεις της».
«Από στιγμή σε στιγμή, Θα είμαστε σε θέση να
μαζέψουμε και τον Μέριταν», είπε ο Κροφτς στον
ανώτερό του, τον Υπουργό Χέρικ. «Σηκώθηκε κι
έφυγε από ένα τηλεοπτικό στούντιο του Λος
Αντζελες όπου βρισκόταν, όταν έμαθε για τον
τραυματισμό του Μέρσερ. Απ' ό,τι φαίνεται, κανείς
δεν ξέρει τι έκανε μετά. Δεν γύρισε στο σπίτι του.
Η τοπική αστυνομία έκανε κατάσχεση στο κουτί του
της ενσυναίσθησης κι αναμφίβολα βρισκόταν
μακριά από το σπίτι του».
«Πού είναι η Τζόαν Χιάσι;» ρώτησε ο Κροφτς.
«Τώρα την κρατάνε στη Νέα Υόρκη», είπε ο κύριος
Λη.
«Με ποια κατηγορία;» ρώτησε τον Υπουργό Χέρικ ο
Κροφτς.
«Πολιτική αναταραχή, επιβλαβή για την ασφάλεια
των Η.Π.Α.»
«Κι έχει συλληφθεί από Κομμουνιστή επίσημο στην
Κούβα», είπε χαμογελώντας ο Λη. «Είναι ένα
παράδοξο Ζεν που χωρίς αμφιβολία δεν θα
διασκεδάζει τη δεσποινίδα Χιάσι».
Στο μεταξύ, τα κουτιά ενσυναίσθησης,
σκεφτόταν ο Κροφτς, μαζεύονται από την αστυνομία
σε τεράστιες ποσότητες. Σύντομα θ' άρχιζε η
διεργασία καταστροφής τους. Μέσα σε σαράντα οκτώ
ώρες τα περισσότερα κουτιά ενσυναίσθησης που
υπήρχαν στις Η.Π.Α. θα εξαφανίζονταν - ακόμη κι
αυτό που βρισκόταν σ' αυτό το γραφείο.
Εξακολουθούσε να μένει εκεί στο γραφείο του,
ανέγγιχτο. Ο ίδιος ήταν αυτός που αρχικά είχε
ζητήσει να το φέρουν και σ' όλο αυτό το διάστημα
είχε κρατήσει τα χέρια του μακριά, δεν είχε
ενδώσει.
Περπάτησε προς το μέρος του.
«Τι θα γινόταν», ρώτησε τον κύριο Λη, «αν έπιανα
αυτές τις δυο λαβές; Δεν υπάρχει τηλεόραση εδώ
και δεν έχω ιδέα σε τι κατάσταση βρίσκεται ο
Μέρσερ αυτή τη στιγμή. Σύμφωνα μ' όσα ξέρω, μάλλον
έχει πεθάνει».
«Αν πιάσετε τις λαβές, κύριε», είπε ο Λη, «θα
μπείτε σε μια - διστάζω να χρησιμοποιήσω τη λέξη,
μα φαίνεται να ταιριάζει - μυστικιστική κοινωνία.
Με τον κύριο Μέρσερ, όπου και να βρίσκεται. Θα
μοιραστείτε το μαρτύριό του, όπως ξέρετε, μα δεν
είναι μόνο αυτό. Θα γίνετε συμμέτοχος στην...» Ο
κύριος Λη σκέφτηκε. «Κοσμοθεωρία» δεν είν' ο
κατάλληλος όρος. «Ιδεολογία»; Ούτε».
«Πώς θα σας φαινόταν η λέξη "έκσταση;"»
πρότεινε ο Χέρικ.
«Ίσως αυτό», είπε ο κύριος Λη. «Όχι, δεν είναι ούτε
αυτό. Καμιά λέξη δεν ταιριάζει απόλυτα κι αυτό
είναι το όλο ζήτημα. Δεν μπορεί κανείς να το
περιγράψει - μόνο να το νιώσει».
«Θα δοκιμάσω», είπε ο Κροφτς.
«Όχι», είπε ο κύριος Λη. «Αν θέλετε τη συμβουλή
μου; μην το κάνετε. Σας προειδοποιώ, μείνετε
μακριά απ' αυτό το κουτί. Είδα τη δεσποινίδα Χιάσι
να το κάνει κι αμέσως είδα την αλλαγή μέσα της.
Τότε που η παρακωδείνη ήταν περιζήτητη από τις
ασταθείς κοσμοπολίτικες μάζες, θα τη
δοκιμάζατε;» Έδειχνε θυμωμένος.
«Έχω δοκιμάσει την παρακωδεϊνη», είπε o Κροφτς.
«Δεν έπαθα απολύτως τίποτα».
«Τι θες να κάνεις, Μπογκ;» τον ρώτησε ο Χέρικ.
Ανασηκώνοντας τους ώμους, ο Κροφτς είπε: «Θα
ήθελα να έβλεπα για ποιο λόγο τ' αποζητάει κανείς,
γιατί να θέλει να εθιστεί σ' αυτό». Και τελικά
άρπαξε τις λαβές του κουτιού της συναίσθησης.
Περπατώντας αργά κάτω από τη βροχή, ο Ρέη
Μέριταν έλεγε μέσα του: «Πήραν το κουτί, κι αν πάω
σπίτι θα πιάσουν κι εμένα».
Το τηλεπαθητικό του ταλέντο τον είχε σώσει.
Μπαίνοντας στην πολυκατοικία είχε συλλάβει τις
σκέψεις των μπάτσων.
Τώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Το κακό είναι πως
είμαι υπερβολικά διάσημος, σκέφτηκε, από την
κωλοεκπομπή στην τηλεόραση. Όπου και να πάω, θα με
αναγνωρίσουν.
Οπουδήποτε - στη Γη τουλάχιστον.
Πού να είναι ο Γουίλμπουρ Μέρσερ;
αναρωτήθηκε. Κάπου σ' αυτό το ηλιακό σύστημα ή
πέρα απ' αυτό, κάτω από έναν εντελώς διαφορετικό
ήλιο; Ίσως να μη μάθουμε ποτέ. 'Η τουλάχιστον, εγώ
δεν θα μάθω ποτέ.
Αλλά, είχε σημασία; Ο Γουίλμπουρ Μέρσερ υπήρχε
κάπου, κι αυτό ήταν το σημαντικό. Κι υπήρχε πάντα
ο τρόπος να τον πλησιάσεις. Το κουτί της
ενσυναίσθησης βρίσκεται πάντα - βρισκόταν
τουλάχιστον, μέχρι την επέμβαση της αστυνομίας.
Κι ένιωθε πως η εταιρία που έκανε τη διανομή -
που ήδη, μέχρι τώρα είχε μια πορεία πολύ σκοτεινή
- θα κατάφερνε να παρακάμψει το εμπόδιο της
αστυνομίας. Αν είχε σχηματίσει γι' αυτόυς ορθή
γνώμη...
Είπε στον μπάρμαν: «Κοίτα, μήπως έχεις ένα κουτί
συναίσθησης; Θα σου δώσω εκατό δολάρια για να το
χρησιμοποιήσω».
Ο μπάρμαν, ένας γεροδεμένος άντρας με τριχωτά
χέρια είπε: «Οχι δεν έχω τέτοιο πράγμα. Τράβα».
Ο κόσμος στο μπαρ παρακολουθούσε και κάποιος
είπε: «Είναι παράνομα τώρα».
«Ε, αυτός είναι ο Ρέη Μέριταν!» φώναξε κάποιος. Ο
«τζαζίστας!».
Κάποιος άλλος είπε τεμπέλικα: «Ε, τζαζίστα, παίξε
μας κάτι από τη μουσική σου». Ηπιε μια γουλιά
μπύρα.
Ο Μέριταν έκανε να φύγει από το μπαρ.
«Κάτσε», φώναξε ο μπάρμαν. «Περίμενε φίλε. Αντε σε
αυτή τη διεύθυνση». Εγραψε κάτι σ' ένα
σπιρτόκουτο και το 'δωσε στον Μέριταν.
«Τι σου χρωστάω» ρώτησε αυτός.
«Α, πέντε δολάρια φτάνουν».
Πλήρωσε κι έφυγε από το μπαρ με το σπιρτόκουτο
στη τσέπη του. Το πιο πιθανό, σκέφτηκε, είναι να
μου 'δωσε τη διεύθυνση του αστυνομικού τμήματος
της περιοχής. Θα το δοκιμάσω - έτσι και αλλιώς...
Αν κατάφερνα να πιάσω τις λαβές μια φορά ακόμη -
Η διεύθυνση που του είχε δώσει ο μπάρμαν,
ανήκε σ' ένα παλιό, σάπιο ξύλινο κτίριο στο
κέντρο του Λος Αντζελες. Χτύπησε την πόρτα και
περίμενε.
Η πόρτα άνοιξε. Μια χοντρή γυναίκα γύρω στα
πενήντα εμφανίστηκε φορώντας μπουρνούζι και
γούνινες παντόφλες. «Δεν είμαι αστυνομικός», της
είπε. «Είμαι Μερσερίτης. Μπορώ να χρησιμοποιήσω
το κουτί σας της ενσυναίσθησης;»
Η πόρτα σταδιακά, άνοιξε περισσότερο. Η γυναίκα
τον περιεργάστηκε και προφανώς τον πίστεψε, αν
και δεν είπε τίποτα.
«Να με συγχωρείτε που σας ενοχλώ τόσο αργά», είπε
απολογητικά.
«Τι πάθατε;» είπε η γυναίκα. «Φαίνεστε άσχημα».
«Ο Γουίλμπουρ Μέρσερ», είπε ο Ρέη. «Πληγώθηκε».
«Ανοίξτε το», είπε η γυναίκα οδηγώντας τον με
σερνάμενα βήματα σ' ένα σκοτεινό, κρύο σαλόνι,
όπου ένας παπαγάλος κοιμόταν σ' ένα τεράστιο
στραβωμένο κλουβί φτιαγμένο από γυαλιστερά
σύρματα. Εκεί, σ' ένα παλιομοδίτικο ραδιόφωνο -
έπιπλο, βρισκόταν ακουμπισμένο το κουτί της
ενσυναίσθησης. Μόλις το είδε, ένιωσε την
ανακούγιση να γεμίζει το κορμί του.
«Μη ντρέπεστε», είπε η γυναίκα.
«Ευχαριστώ», της είπε, κι έπιασε τις λαβές.
Μια φωνή αντήχησε στα αυτιά του: «Θα
χρησιμοποιήσουμε το κορίτσι. Θα μας οδηγήσει
στον Μέριταν. Είχα δίκιο που την προσέλαβα
τελικά».
Ο Ρέη Μέριταν δεν αναγνώρισε τη φωνή. Δεν ανήκε
στον Γουίλμπουρ Μέρσερ. Αλλά ακόμα και έτσι,
μπερδεμένος, συνέχισε ν' ακούει κρατώντας τις
λαβές. Εμεινε εκεί παγωμένος, με τα απλωμένα του
χέρια να σφίγγουν.
«Η μη-Γ δύναμη απευθύνθηκε στο πιο εύπιστο τμήμα
της κοινωνίας μας, όμως αυτό το τμήμα - το
πιστεύω απόλυτα αυτό - γίνεται υποχείριο μιας
κυνικής μειονότητας οπορτουνιστών που βρίσκεται
στην κορυφή. Ο Μέριταν ανήκει σ' αυτούς.
Εκμεταλλεύονται αυτή τη Μερσερομανία που έχει
ξεσπάσει, για να τα 'κονομήσουν». Η φωνή, γεμάτη
αυτοπεποίθηση, συνέχιζε να βουίζει στα αυτιά του.
Ο Ρέη Μέριταν, στο άκουσμά της ένιωσε φόβο. Γιατί
μιλούσε κάποιος από την «άλλη πλευρά» και με
κάποιο τρόπο είχε έρθει σε συναισθηματική επαφή
μαζί του αντί για τον Μέρσερ.
Ή μήπως ο Μέρσερ το είχε κάνει σκόπιμα, μήπως το
είχε ρυθμίσει ο ίδιος; Εστησε αυτή κι άκουσε: «...
πρέπει να φέρουμε εκείνη την Χιάσι από τη Νέα
Υόρκη για να την ανακρίνουμε ξανά». Η φωνή
πρόσθεσε: «Οπως ήδη τόνισα στον Χέρικ...»
Ο Χέρικ, ο Υπουργός Εξωτερικών. Μα τότε, κάποιος
μέσα στο Στέητ Ντηπάρτμεντ είχε στο νου του την
Τζόαν, σκέφτηκε ο Μέριταν. 'Ισως εκείνος που την
είχε προσλάβει.
Επομένως η Τζόαν δεν ήταν στην Κούβα. Ήταν στη Νέα
Υόρκη. Τι είχε πέι στραβά; Η όλη ιστορία είχε
σκοπό τη χρησιμοποίηση της Τζόαν για να τον
πλησιάσουν.
Αφησε τις λαβές κι η φωνή χάθηκε.
«Τον βρήκατε;» ρώτησε η ηλικιωμένη
γυναίκα.
«Ν-ναι», είπε ο Μέριταν ταραγμένος, προσπαθώντας
να προσανατολιστεί το καθόλου γνώριμο δωμάτιο.
«Πώς είναι; Είναι καλά τώρα;»
«Α-αυτή τη στιγμή δεν ξέρω», απάντησε μ'
ειλικρίνεια. Σκέφτηκε, πρέπει να πάω στη Νέα
Υόρκη. Και να προσπαθήσω να βοηθήσω τη Τζόαν.
Εμπλεξε εξαιτίας μου, δεν έχω άλλη εκλογή. Ακόμη
κι αν με πιάσουν γι' αυτό... πώς να την αφήσω μόνη;
Ο Μπόγκαρτ Κροφτς είπε: «Δεν βρήκα τον Μέρσερ»
Απομακρύνθηκε από το κουτί
ενσυναίσθησης, ύστερα γύρισε και το κοίταξε
κακόβουλα. «Βρήκα τον Μέριταν, αλλά δεν ξέρω πού
είναι. Τη στιγμή που έπιανα τις λαβές, το ίδιο
έκανε κι ο Μέριταν, κάπου αλλού. Συνδεθήκαμε και
τώρα ξέρει όσα ξέρω κι εγώ. Κι εμείς ξέρουμε όσα
ξέρει εκείνος -δεν είναι και πολλά». Γύρισε στον
Χέρικ: «Δεν ξέρει περισσότερα από μας για τον
Γουίλμπουρ Μέρσερ. Προσπαθούσε να έρθει σε επαφή
μαζί του κατηγορηματικά δεν είναι ο Μέρσερ».
Σώπασε.
«Υπάρχουν κι άλλα», είπε ο Χέρικ γυρίζοντας προς
τον κύριο Λη. «Τι άλλο έμαθε από τον Μέριταν,
κύριε Λη»;
«Ο Μέριταν θα έρθει στη Νέα Υόρκη για να βρει τη
Τζόαν Χιασι», είπε εκείνος διαβάζοντας τη σκέψη
του Κροφτς. «Το έμαθε από τον Μέριταν τη στιγμή
που οι σκέψεις τους συγχωνεύονταν».
«Θα ετοιμαστούμε να υποδεχτούμε τον κύριο
Μέριταν», είπε ο Χέρικ με μια γκριμάτσα.
Ο Κροφτς ρώτησε: «Μήπως ήταν μια εμπειρία απ' αυτό
στο οποίο εσείς οι τηλεπαθείς έχετε πρόσβαση
κάθε στιγμή;»
«Μόνο όταν κάποιος από μας πλησιάζει έναν άλλον
τηλεπαθή είναι έτσι», είπε ο Λη. «Μπορεί να
προκαλέσει και δυσφορία. Το αποφεύγουμε γιατί αν
οι δυο εγκέφαλοι είναι απόλυτα ανόμοιοι και κατά
συνέπεια συγκρουστούν, είναι ψυχολογικά
επιζήμιο. Θα υπέθετα πως εσείς κι ο κύριος
Μέριταν συγκρουστήκατε».
Ο Κροφτς είπε: «Κοιτάξτε, πώς μπορούμε να
συνεχίσουμε αυτή την ιστορία; Ξέρω τώρα πως ο
Μέριταν είναι αθώος. Δεν ξέρει το παραμικρό για
τον Μέρσερ ή για τον οργανισμό που διανέμει τα
κουτιά συναίσθησης, εκτός από τ' όνομά του».
Έπεσε σιωπή.
«Μα είναι από τις ελάχιστες διάσημες
προσωπικότητες που τάχτηκαν στη μεριά του
Μέρσερ», παρατήρησε ο Χέρικ. Έδωσε ένα μήνυμα από
το τηλέτυπο στον Κροφτς. «Και το έκανε ανοιχτά. Αν
κάνεις τον κόπο να διαβάσεις αυτό...»
«Ξέρω πως δήλωσε δημόσια την πίστη του στον
Μέρσερ στο αποψινό του πρόγραμμα», είπε o Κροφτς
τρέμοντας.
«Όταν έχεις να κάνεις με μια μη-Γ δύναμη που
προέρχεται από ένα εντελώς διαφορετικό ηλιακό
σύστημα», είπε ο Χέρικ, «πρέπει να κινείσαι με
προσοχή. Θα εξακολουθήσουμε την προσπάθεια να
πιάσουμε τον Μέριταν και πάντα χρησιμοποιώντας
τη δεσποινίδα Χιάσι. Όταν ο Μέριταν έρθει σε
επαφή μαζί της...»
«Μην πείτε αυτό που σκέφτεστε, κύριε Κροφτς»,
είπε ο Λη. «Θα καταστρέψει για πάντα την καριέρα
σας».
Ο Κροφτς είπε: «Χέρικ, είναι λάθος. Ο Μέριταν
είναι αθώος κι η Χιάσι το ίδιο. Αν προσπαθήσεις να
τους στήσεις παγίδα, Θα παραιτηθώ».
«Η παραίτησή σου να είναι γραπτή και να την
παραδώσεις σε μένα» είπε ο Χέρικ. Το πρόσωπό του
ήταν σκοτεινό.
«Είναι ατυχές», είπε ο Λη. «Η επαφή σας με τον
Μέριταν θα έλεγα πως στρέβλωσε την κριτική σας
ικανότητα, κύριε Κροφτς. Σας επηρέασε άσχημα.
Τινάχτε το από πάνω σας για χάρη της μεγάλης
καριέρας σας και τη χώρας σας, για να μην αναφέρω
την οικογένειά σας».
«Αυτό που θα κάνουμε είναι λάθος», είπε ο Κροφτς.
Κρυφά, ο Χέρικ του έριχνε θυμωμένες ματιές. «Δεν
αμφέβαλλα πως τα κουτιά ενσυναίσθησης κάνουν
κακό! Τώρα το είδα και με τα μάτια μου. Δεν θ'
άλλαζα τη γνώμη μου με τίποτα πια».
Σήκωσε το κουτί ενσυναίσθησης που είχε
χρησιμοποιήσει ο Κροφτς. Υψώνοντάς το, το πέταξε
στο πάτωμα. Το κουτί έσπασε κι άνοιξε κι ύστερα
σχημάτισε μια στοίβα ακανόνιστες επιφάνειες. «Μη
θεωρήσετε την πράξη αυτή παιδιάστικη», είπε.
«Θέλω να σταματήσει κάθε επαφή ανάμεσα σε μας και
τον Μέριταν μόνο επιζήμια μπορεί να είναι».
«Αν τον συλλάβουμε», είπε ο Κροφτς, «μπορεί να
συνεχίσει να ασκεί επιρροή πάνω μας». Διόρθωσε:
«'Η μάλλον, επάνω μου».
«Και μ' αυτή την προοπτική, εγώ έχω σκοπό να
συνεχίσω», είπε ο Χέρικ. Και, σας παρακαλώ κύριε
Κροφτς, να μου ετοιμάσετε την παραίτησή σας.
Σκοπεύω να ασχοληθώ και μ' αυτό το ζήτημα επίσης».
Τον κοίταξε βλοσυρά και αποφασιστικά.
«Υπουργέ», είπε ο κύριος Λη, «μπορώ να διαβάσω τη
σκέψη του κυρίου Κροφτς, και βλέπω πως αυτή τη
στιγμή είναι συγχυσμένος. Είναι θύμα μιας
συγκυρίας που ίσως να τη δημιούργησε ο ίδιος ο
Μέρσερ προσπαθώντας να σπείρει τη διχόνοια
ανάμεσά μας. Κι αν δεχτείτε την παραίτηση του
κυρίου Κροφτς θα έχει πετύχει».
«Δεν έχει σημασία αν θα τη δεχτεί ή όχι», είπε o
Κροφτς, «γιατί έτσι κι αλλιώς, τα παρατάω».
Μ' έναν αναστεναγμό ο Λη είπε: «Το κουτί της
ενσυναίσθησης σας έκανε ξαφνικά έναν ακούσιο
τηλεπαθή, κι αυτό ήταν παραπάνω απ' ό,τι
μπορούσατε ν' αντέξετε». Χτύπησε μαλακά τον
Κροφτς στον ώμο. «Η τηλεπαθητική ικανότητα κι η
ενσυναίσθηση είναι δυο μορφές του ίδιου
πράγματος. Θα έπρεπε να τ' ονομάζουν
'τηλεπαθητικό κουτί'. Εξαίρετοι αυτοί οι μη-Γ.
Μπορούν να κατασκευάσουν αυτό που εμείς είμαστε
σε θέση ν' αναπτύξουμε μέσα μας μόνο».
«Αφού διαβάζετε το μυαλό μου», είπε ο Κροφτς,
«ξέρετε τι πρόκειται να κάνω. Και δεν έχω καμιά
αμφιβολία πως θα το φανερώσετε στον Χέρικ».
Χαμογελώντας μειλίχια, ο κύριος Λη, είπε: «Ο
Υπουργός κι εγώ συνεργαζόμαστε για το καλό της
παγκόσμιας ειρήνης. 'Εχουμε κι οι δυο εντολές να
εκτελέσουμε». Στράφηκε στον Χέρικ. «Αυτός ο
άνθρωπος έχει αναστατωθεί τόσο που τώρα
σκέφτεται ν' αλλάξει πλευρά. Να γίνει Μερσερίτης
πριν εξαφανιστούν όλα τα κουτιά. Του άρεσε η
εμπειρία που είχε»,
«Αν το κάνεις, θα συλληφθείς», είπε ο Χέρικ. «Στ'
ορκίζομαι!»
Ο Κροφτς δεν είπε τίποτα.
«Δεν έχει μετανιώσει», είπε ο Λη ευγενικά,
γνέφοντας και στους δυο άντρες, προφανώς
διασκεδάζοντας με την κατάσταση.
Μα βαθιά μέσα του, ο Λη σκεφτόταν: Ενα θαυμάσιο
χτύπημα απ' αυτόν που αυτοαποκαλείται Γουίλμπουρ
Μέρσερ: Μέσω του Μέριταν ψάρεψε και τον Κροφτς.
Αναμφίβολα είχε προβλέψει ότι ο Κροφτς θα
δεχόταν τις δονήσεις από τον πυρήνα του
κινήματος. Το επόμενο βήμα είναι ο Κροφτς, να
προστρέξει και πάλι σ' ένα κουτί ενσυναίσθησης -
αν καταφέρει να βρει- κι αυτή τη φορά θα του
μιλήσει o ίδιος ο Μέρσερ. Θα μιλήσει στον νέο
μαθητή του.
Κέρδισαν έναν άνθρωπο ακόμα, αντιλήφθηκε.
Προηγούνται.
Όμως τελικά, εμείς θα νικήσουμε. Γιατί τελικά, θα
καταστρέψουμε όλα τα κουτιά ενσυναίσθησης και
χωρίς αυτά, ο Μέρσερ δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
Είναι ο μόνος τρόπος που έχει αυτός -ή, αυτό, ό,τι
κι αν είναι, - να πλησιάζει και να ελέγχει
ανθρώπους σαν το φουκαρά τον Κροφτς. Χωρίς τα
κουτιά ενσυναίσθησης, το κίνημα είναι ανίσχυρο.
Στο γραφείο της UWA, στο Αεροδρόμιο Ρόκυ
της Νέας Υόρκης, η Τζοάν Χιάσι είπε στον υπάλληλο:
«Θέλω να αγοράσω ένα εισιτήριο για το Λος
Αντζελες για την επόμενη πτήση. Οτιδήποτε, δεν
έχει σημασία. Αρκεί να φύγω».
«Πρώτη θέση ή τουριστική;» είπε ο υπάλληλος.
«'Ο,τι να 'ναι», είπε κουρασμένα η Τζόαν, «δώσε μου
ένα εισιτήριο, ό,τι να 'ναι». Ανοιξε το πορτοφόλι
της.
Καθώς έκανε να πληρώσει, ένα χέρι σταμάτησε το
δικό της. Γύρισε, και είδε τον Ρέη Μέριταν, με μια
έκφραση ανακούφισης στο πρόσωπό του.
«Ευτυχώς που δοκίμασα να πιάσω τις σκέψεις σου»,
είπε. «Έλα, πάμε κάπου πιο ήσυχα. Έχεις δέκα λεπτά
μέχρι να φύγει το αεροπλάνο σου».
Προχώρησαν βιαστικά παρακάτω, ώσπου
έφτασαν σ' έναν έρημο διάδρομο. Σταμάτησαν. «Ακου
Ρέη», είπε η Τζόαν, «το ξέρω πως είναι μια παγίδα
για σένα. Γι' αυτό με άφησαν. Αλλά πού αλλού μπορώ
να πάω;»
«Μην ανησυχείς», είπε ο Ρέη. «Θα μ' έβρισκαν αργά ή
γρήγορα. Είμαι σίγουρος πως ξέρουν ότι έφυγα από
την Καλιφόρνια και ήρθα εδώ». Κοίταξε γύρω.
«Κανένας του FBI δεν φάνηκε ακόμα. 'Η τουλάχιστον
εγώ δεν πιάνω τίποτα σχετικό». Αναψε ένα τσιγάρο.
«Δεν έχω λόγο να πάω στο Λος Αντζελες», είπε η
Τζόαν, «τώρα που είσαι εδώ. Μπορώ να ακυρώσω την
πτήση μου».
«Ξέρεις πως μαζεύουν και καταστρέφουν όλα τα
κουτιά ενσυναίσθησης που μπορούν να βρουν», είπε
ο Ρέη..
«'Οχι», είπε εκείνη. «Δεν το ήξερα. Μ' άφησαν πριν
μισή μόλις ώρα. Αυτό είναι φοβερό. Εχουν
σοβαρέψει τα πράγματα».
Ο Ρέη γέλασε. «Ας πούμε ότι φοβούvται πραγματικά».
Την αγκάλιασε και τη φίλησε. «Θα σου πω τι θα
κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε να βγούμε κρυφά από δω,
θα πάμε στο κάτω Ηστ Σάιντ και θα νοικιάσουμε ένα
μικρό, φτηνό διαμέρισμα. Θα κρυφτούμε εκεί, και θα
βρούμε ένα κουτί ενσυναίσθησης που δεν θα το
έχουν κατάσχει». Αλλά σκέφτηκε, αυτό είναι
απίθανο, τώρα πια θα τα έχουν μαζέψει όλα. Δεν
ήταν και τόσο πολλά, ούτως ή άλλως.
«'Ο,τι πεις εσύ», είπε η Τζόαν μουντά.
«Μ' αγαπάς;» τη ρώτησε. «Διαβάζω τη σκέψη σου, μ'
αγαπάς». Και μετά είπε πιο σιγά: «Διαβάζω επίσης
τη σκέψη κάποιου Λιούις Σκάνλαν, ενός πράκτορα
του FBI που είναι στο γραφείο της UWA. Τι όνομα
έδωσες; »
«Κυρία Τζωρτζ Μακίσαακ», είπε η Τζόαν. «Νομίζω».
Κοίταξε το εισιτήριό της. «Ναι, σωστά».
«Ο Σκάνλαν όμως ρωτάει αν εμφανίστηκε τα
τελευταία δεκαπέντε λεπτά μια γυναίκα με
ιαπωνικά χαρακτηριστικά», είπε ο Ρέη. «Και ο
υπάλληλος σε θυμάται. Έτσι λοιπόν...» 'Έπιασε την
Τζόαν από το μπράτσο. «Πάμε καλύτερα».
Προχώρησαν βιαστικά στο διάδρομο, πέρασαν από
τις αυτόματες πόρτες και βγήκαν στην αίθουσα
αποσκευών. Όλοι εκεί ήταν πολύ απασχολημένοι για
να προσέξουν τον Ρέη Μέριταν και την Τζόαν που
έφτασαν στην έξοδο, και, μια στιγμή αργότερα,
βρίσκονταν στο ψυχρό, γκρίζο πεζοδρόμιο όπου
περίμεναν τα ταξί σε μια διπλή ουρά. Η Τζόαν έκανε
να φωνάξει ένα ταξί
«Περίμενε», είπε ο Ρέη, τραβώντας την πίσω. «Πιάνω
πολλές σκέψεις μαζί. Ο ένας από τους οδηγούς
είναι πράκτορας του FBI, αλλά δεν ξέρω ποιος».
Στάθηκε αβέβαιος, μην ξέροντας τι να κάνει.
«Δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε, έτσι δεν είναι;»
είπε η Τζόαν.
«Θα είναι δύσκολο». Μέσα του είπε: Μάλλον
αδύνατον, έχεις δίκιο. Ένιωσε τις μπερδεμένες,
φοβισμένες σκέψεις της κοπέλας, την ανησυχία της
για κείνον, το ότι αυτή οδήγησε τους διώκτες του
στον Ρέη, την έντονη επιθυμία της να μην
ξαναγυρίσει στη φυλακή, τη διάχυτη πίκρα της για
την προδοσία του Λη, του Κινέζου Κομμουνιστή
επίσημου που την είχε συναντήσει στην Κούβα.
«Ζωή κι αυτή», είπε η Τζόαν, δίπλα του.
Κι ακόμα δεν ήξερε ποιο ταξί να πάρουν. Ο
πολύτιμος χρόνος τους περνούσε ανεπίστρεπτα
καθώς στέκονταν εκεί. «Ακου», είπε της Τζόαν,
«ίσως θα έπρεπε να χωρίσουμε».
«Όχι», είπε εκείνη κολλώντας πάνω του. «Δεν
αντέχω πια μόνη μου. Σε παρακαλώ».
Ένας πλανόδιος πωλητής με μακριά
μουστάκια τους πλησίασε μ' έναν ταμπλά
κρεμασμένο απ' τον λαιμό του. «Γεια σας παιδιά»,
μουρμούρισε.
«'Οχι τώρα», του είπε η Τζόαν.
«Δωρεάν δείγμα κορνφλέηκς», είπε ο πωλητής.
«Τζάμπα. Πάρτε ένα κουτί δεσποινίς. Κι εσείς
κύριε. Πάρτε ένα». Απλωσε τον ταμπλά με τα μικρά,
πολύχρωμα κουτιά προς τον Ρέη.
Παράξενο, σκέφτηκε ο Ρέη. Δεν πιάνω καμιά
σκέψη απ' αυτό τον άνθρωπο. Τον κοίταξε και είδε -
ή νόμισε πως είδε - μια συγκεχυμένη μορφή. Σαν να
μην είχε πραγματική υπόσταση.
Ο Ρέη πήρε ένα κουτί.
«Ευχάριστο Πρωινό, λέγεται», είπε ο πωλητής.
«Είναι ένα νέο προϊόν. Υπάρχει ένα κουπόνι μέσα.
Μ' αυτό μπορείτε...»
«Εντάξει", είπε ο Ρέη, χώνοντας το κουτί στην
τσέπη του. Έπιασε την Τζόαν και την οδήγησε προς
τα ταξί. Διάλεξε ένα στην τύχη και άνοιξε την πίσω
πόρτα. «Μπες μέσα», της είπε επιτακτικά.
«Πήρα κι εγώ ένα δείγμα Ευχάριστο Πρωινό», είπε μ'
ένα αδύναμο χαμόγελο καθώς έμπαινε κι εκείνος
δίπλα της. Το ταξί ξεκίνησε, βγήκε από την ουρά
και πέρασε την είσοδο του αεροδρομίου. «Ρέη, είχε
κάτι το παράξενο αυτός ο πωλητής. Σαν να μην ήταν
εκεί στην πραγματικότητα, σαν να ήταν μόνο μια...
εικόνα».
Καθώς το ταξί απομακρυνόταν από το αεροδρόμιο,
άλλο ένα ταξί ξεκίνησε και άρχισε να τους
ακολουθεί. Ο Ρέη γύρισε και είδε πως μέσα του
κάθονταν δυο ευτραφείς άντρες με μαύρα
κοστούμια. Πράκτορες του FBI, είπε μέσα του.
«Αυτός ο πωλητής», είπε η Τζόαν, «δεν σου θύμισε
κάποιον;"
«Ποιον;»
«Τον Γουίλμπουρ Μέρσερ, λίγο. Αλλά δεν τον έχω δει
αρκετά για να...»
Ο Ρέη άρπαξε το κουτί με τα κορνφλέηκς από τα
χέρια της κι έσκισε το καπάκι. Ψάχνοντας μέσα
είδε το κουπόνι για το οποίο μιλούσε ο πωλητής. Το
έπιασε, το έβγαλε έξω και το κοίταξε. Επάνω έγραφε
με μεγάλα, καθαρά γράμματα:
ΠΩΣ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΤΕ ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ
ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗΣ
ΑΠΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
«Αυτός ήταν», είπε στην Τζόαν.
Εβαλε το κουπόνι προσεκτικά στην τσέπη του, αλλά
μετα αλλαξε γνώμη. Το δίπλωσε και το έβαλε στο
ρεβέρ του παντελονιού του. Εκεί που ίσως δεν θα το
έβρισκαν οι πρακτορες του FBI.
Το άλλο ταξί τους πλησίασε, και άρχισε να πιάνει
τις σκέψεις των δυο ανδρών. 'Ηταν πράκτορες του FBI,
είχε δίκιο. 'Εγειρε πίσω στο καθισμά του.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει.
«Μπορώ να πάρω το άλλο κουπόνι;» είπε η Τζόαν.
«Συγνώμη». 'Εβγαλε το άλλο κουτί. Η Τζόαν το
άνοιξε, βρήκε το κουπόνι και, αφού σκέφτηκε για
μια στιγμή, το δίπλωσε και το έκρυψε στο στρίφωμα
της φούστας της.
«Αναρωτιέμαι πόσοι τέτοιοι 'πωλητές' να
υπάρχουν», είπε σκεφτικά ο Ρέη. «Θα ήθελα να ξέρω
πόσα τέτοια δωρεάν δείγματα χαρούμενου πρωινού
θα καταφέρουν να μοιρασουν προτού τους πιάσουν».
Το πρώτο συνηθισμένο αντικείμενο του σπιτιού που
χρειαζόταν ήταν ένα κοινό ραδιόφωνο αυτό το είχε
προσέξει. Το δεύτερο, το νήμα πυρακτώσεως μιας
πεντάχρονης λαμπας. Και μετά... έπρεπε να
ξανακοιτάξει, αλλά τώρα δεν ήταν η καταλληλη
στιγμή. Το άλλο ταξί είχε έρθει μπροστά τους.
Αργότερα: Κι αν έβρισκαν το κουπόνι στο ρεβέρ του,
αυτοί, το ήξερε, θα κατάφερναν να του φέρουν
άλλο.
Αγκάλιασε την Τζόαν. «Νομίζω πως θα τα
καταφέρουμε».
Το άλλο ταξί τώρα έκλεινε το δικό τους προς την
άκρη του δρόμου και οι δυο πράκτορες του FBI έκαναν
νοήματα με απειλητικό, επίσημο τρόπο στον οδηγό
να σταματήσει.
«Να σταματήσω;» είπε ανήσυχα ο οδηγός.
«Ναι», είπε ο Ρέη. Και, παίρνοντας βαθιά αναπνοή,
προετοιμάστηκε.