Ο
Ήρωας
Σαν
Λυκάνθρωπος
 
Πατήματα στη ζούγκλα δίχως αχνάρι!
Μάτια που βλέπουν στο σκοτάδι-το σκοτάδι!
γαύγισε-γαύγισέ τα! Ακου! Ακου!
Μια, δυο και ξανά πάλι!
-Κίπλιγκ,
«Τραγούδι κυνηγιού του Κοπαδιού Σκόνη».

Gene Wolfe
The Hero as Werwolf (1975)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη

Μια κουκουβάγια έκρωξε κι ο Πωλ τινάχτηκε. Φόβος, πεζοδρόμιο, σάρκα, θάνατος, πέτρα, σκοτάδι, μοναξιά και αίμα, αυτός ήταν ο κόσμος του Πωλ. Το αίμα ήταν πάντα ίδιο, μα ο φόβος έπαιρνε διάφορες μορφές και δεν είχε δει ούτε έναν άνθρωπο σ' αυτά τα τέσσερα χρόνια από το θάνατο της μητέρας του. Σ' αυτή τη νυχτερινή συγκέντρωση στο πάρκο ήταν ο ροδομάγουλος νεαρός στο τέλος της τελευταίας σειράς, που καθόταν με σφιγμένα τα γόνατά του και τα σχολαστικά καθαρισμένα χέρια του (ο Πωλ έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα νύχια του) ακουμπισμένα πάνω τους.

Ο ομιλητής ήταν άνετος και διασκεδαστικός. Γνώριζε καλά το θέμα του - όποιο και νάταν - και άρεσε στο κοινό. Ο Πωλ, ακροατής και θεατής, ήξερε πολλές από τις λέξεις που χρησιμοποιούσε... κι όμως δεν είχε καταλάβει τίποτε σ' αυτή τη μιάμιση ώρα που καθόταν, τυλιγμένος στην κλεμμένη του κάπα και απορροφημένος από τις σκέψεις του, κάνοντας πως ακούει, παρατηρώντας το πλήθος, στο πάρκο-αυτό τουλάχιστον δεν ήταν σπίτι-φάντασμα, ούτε παγίδα. Το φεγγάρι είχε ψηλώσει, τα νυχτολούλουδα γέμιζαν ευωδιά τον αέρα του πάρκου και τα δέντρα κατά μήκος των μονοπατιών έφεγγαν με μια αυτόφωτη γαλαζωπή λάμψη. Στην πόλη, πέρα από τον τελευταίο φράχτη τα ψηλά κτίρια έλαμπαν, παλιά και καινούργια, σαν βουνά φωτισμένα από μέσα.

Ούτε άνθρωπος ούτε αφέντης, ένας αστυνομικός ξεπρόβαλε περπατώντας γύρω από το ακροατήριο με μάτια που έλαμπαν από βλακεία. Ο Πωλ θα μπορούσε να τον σκοτώσει σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο και σε κάποια μακρινή γωνιά του μυαλού του γεύτηκε το όνειρο αυτού του σκοτωμού ενώ συνέχιζε να συγκεντρώνει όλη του την προσοχή στην προσπάθειά του να μοιάζει μ' αυτούς. Ένας επιβατικός πύραυλος πέρασε κάτω απ' τ' αστέρια σέρνοντας φωτεινές σημαίες.
Η συγκέντρωση τέλειωσε κι ο Πωλ αναρωτήθηκε αν ο πύραυλος ήταν κατά κάποιο τρόπο το σύνθημα για το τέλος. Οι αφέντες δεν χρησιμοποιούσαν το χρόνο, όχι τουλάχιστον όπως αυτός, όπως του τον είχε διδάξει η λεπτή γυναίκα που ήταν μητέρα του, στο μικρό σπιτικό τους στον πυργίσκο ενός σπιτιού που κάποτε ήταν (όπως του έλεγε) το Γκόρους - και τώρα ήταν ένα σπίτι πολύ παλιό για να το γκρεμίσουν. Δεν χρησιμοποιούσαν ούτε τα χρήματα, αυτό τον ξεχασμένο θεό που ο Πωλ όπως και άλλοι παλιοί Homo Sapiens κρατούσαν σαν φυλετική μνήμη στο μυαλό τους - ένα μαγικό που κάποτε ήταν ισχυρό μα τώρα είχε χάσει όλη του τη δύναμη.

Οι αφέντες σηκώνονταν τώρα όρθιοι με δάκρυα και γέλια κι αυτό τον τρίτο συγκινησιακό τόνο που δεν ήταν ούτε διασκέδαση ούτε λύπη - το μεταξωτό ήχο που έλειπε από τους ανθρώπους αλλά που κατά τη γνώμη του Πωλ ίσως να εξέφραζε την ικανοποίηση όπως το γουργούρισμα της γάτας, ή επικοινωνία όπως το κουκούρισμα των περιστεριών. Ο αστυνομικός κούνησε το τριχωτό κεφάλι του, χαμογελώντας, ξεχειλίζοντας από αναγνώριση και θαυμασμό απέναντι σ' αυτούς που τον είχαν βγάλει από τη θέση του ζώου.
Κοιτάτε (έλεγαν οι χειρονομίες του, οι κινήσεις του κορμιού του) τα ρούχα που μου χαρίσατε. Tι ωραία που είναι! Προσέχω πολύ τα πράyματά μου γιατί είναι δικά σας. Κοιτάτε το όπλο μου. Εκτελώ ένα χρήσιμο έργα - αν δεν ήμουνα εγώ θάπρεπε να το κάνετε μόνοι σας.
Αν έβλεπε ο αστυνομικός τον Πωλ θα τέλειωναν όλα. Ήταν πολύ περιορισμένος, πολύ κοντός για να ξεγελαστεί από τα φαινόμενα όπως οι αφέντες του. Πιστεύοντας ότι ο Πωλ ήταν αφέντης ποτέ δεν θα τολμούσε να αντικρίσει τη ματιά του, θα έψαχνε όμως το πρόσωπό του αναζητώντας την επιδοκιμασία και δεν θα έβλεπε αυτό που περίμενε αλλά αυτό που βρισκόταν εκεί. Ο Πωλ χώθηκε μέσα στο πλήθος αποφεύγοντας μια όμορφη γυναίκα με μαργαριταρένια μάτια, προτιμώντας να περπατήσει στη σκιά του χοντρού συνοδού της, εκεί που ο αστυνομικός δεν μπορούσε να τον διακρίνει. Ο χοντρός συνοδός έβγαλε λίγη σκόνη από ένα κουτί στο σχήμα του φεγγαριού και την έτριψε ανάμεσα στα χέρια του, κάνοντας να ξεχυθεί γύρω μια μυρωδιά βατόμουρου. Η σκόνη πάγωσε κι ο άντρας έτριψε τους μικροσκοπικούς κρυστάλλους του πορφυρού πάγου πάνω στο πουκάμισό του αναστενάζοντας από ικανοποίηση. Μετά πρόσφερε το κουτί στη γυναίκα που αρχικά αρνήθηκε για να δεχτεί, τρία βήματα αργότερα, όταν εκείνος επέμεινε.
Τώρα πια είχαν προσπεράσει τον αστυνομικό. Ο Πωλ άφησε το ζευγάρι να ξεμακρύνει λίγο διστάζοντας ν' αποφασίσει αν αυτοί θα ήταν οι αποψινοί - το αποψινό κρέας. Κάποιοι είχαν αμάξια που τους περίμεναν. Αν το ζευγάρι που είχε διαλέξει ήταν απ' αυτούς, θάπρεπε να βρει άλλους όσο γινόταν πιο γρήγορα.
Δεν ήταν. Τους είδε να χώνονται στα φαράγγια ανάμεσα στα κτίρια. Τους άφησε να ξεμακρύνουν ακόμη πιο πολύ, ύστερα έστριψε τη γωνία.
Τρία λεπτά αργότερα βρισκόταν σ' ένα στενοσόκακο εκατό μέτρα μπροστά τους και περίμενε να φτάσουν στο ύψος του. Το κλασικό κόλπο ήταν να μιμείσαι το κλάμα του μωρού και ο Πωλ τα κατάφερνε πολύ καλά σ' αυτό, είχε βρει όμως ένα καινούργιο κόλπο, καλύτερο, γιατί πολλοί είχαν μάθει να μην μπαίνουν σε στενοσόκακα ακόμα κι όταν άκουγαν μωρουδίστικο κλάμα. Το νέο του κόλπο ήταν ένα ασημένιο καμπανάκι που είχε βρει στο σπίτι, μικρό και πολύ παλιό. Το έβγαλε από την τσέπη του και ξετύλιξε το πανί που είχε χώσει γύρω απ' το γλωσσίδι. Η σκούρα κάπα του τον έκρυβε τώρα κι είχε κατεβασμένη την κουκούλα για να κρύβει την ασπριδερή λάμψη του δέρματός του. Στεκόταν σε μια στενή είσοδο λίγα μέτρα μόνο από την αρχή του σοκακιού.

Έφταναν. Ακουγε το χοντρό γέλιο του άντρα, το μεταξωτό ήχο της γυναίκας. Ήταν λίγο ζαλισμένη από τη σκόνη που της είχε δώσει ο άντρας και σίγουρα θα κρατιόταν από το μπράτσο του καθώς περπατούσαν, τρίβοντας το μηρό της πάνω στο δικό του. Τα μαύρα παπούτσια του άντρα και η χοντρή κοιλιά του ξεπρόβαλαν από τη γωνία του κτιρίου, ένα πνιγμένο βογκητό ακούστηκε.
Ο χοντρός γύρισε ψάχνοντας με τα μάτια το στενό. Ο Πωλ είδε το φόβο να γεννιέται στο πρόσωπο της γυναίκας διαλύοντας αργά τις αναθυμιάσεις του βατόμουρου. Αλλο ένα βογκητό και ο άντρας προχώρησε λίγα βήματα ψάχνοντας στην τσέπη του για ένα καταυγαστήρα. Η γυναίκα τον ακολούθησε διστακτικά. Το φόρεμά της ήταν από ανθισμένα κλήματα στο χρώμα του έρωτα και το λευκό της δέρμα έφεγγε ανάμεσα στα φύλλα. Ένα χρυσό φίδι αγκάλιαζε τα στήθη της.
Κάποιος ήταν πίσω του. Κολλημένος πάνω στη μεταλλική πόρτα παρατηρούσε το ζευγάρι καθώς περνούσε μπροστά του. Ο χοντρός είχε βγάλει τον καταυγαστήρα του και τον κρατούσε ψηλά πάνω απ' το κεφάλι του εξερευνώντας γωνίες και εισόδους.

Έπεσαν πάνω τους κι από τις δυο πλευρές, ένα κορίτσι κι ένας γέρος με γκρίζα γενειάδα. Ο χοντρός άντρας, ο αφέντης, με το διορθωμένο γενετικό κώδικα προς την κατεύθυνση της ψηλότερης νοημοσύνης και της πραότητας δεν πρόλαβε ούτε να γυρίσει το κεφάλι του πριν ν' αρχίσει το αίμα ν' αναβλύζει από το στόμα του. Η γυναίκα έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει, ενώ τα φύλλα του φορέματός της μαζεύτηκαν για να τη διευκολύνουν στο τρέξιμο και το φίδι ξετυλίχτηκε από τα στήθη της για να δαγκώσει με ξεδοντιασμένα σαγόνια το αναμαλλιασμένο κορίτσι που την κυνηγούσε, πριν να τυλιχτεί τελικά γύρω από τους αστραγάλους του κοριτσιού. Το κορίτσι έπεσε, αλλά καθώς η γυναίκα με τα μαργαριταρένια μάτια περνούσε από μπροστά του, ο Πωλ της τσάκισε το λαιμό. Η όψη των άλλων ανθρώπων μπροστά του τον είχε αιφνιδιάσει τόσο που για μια στιγμή έμεινε βουβός. Ύστερα είπε: «Αυτοί οι δύο είναι δικοί μου».
«Δικοί μας», πέταξε ο γέρος που ήταν ακόμη στημένος πάνω από το σώμα του χοντρού. «Είμαστε εδώ πάνω από μια ώρα». Η φωνή του έμοιαζε με τρίξιμο ατσάλινης πόρτας κι ο Πωλ σκέφτηκε πάλι τα σπίτια-φαντάσματα.
«Τους ακολούθησα από το πάρκο». Το κορίτσι - μαύρα μαλλιά, γκρίζα μάτια καθώς το φως από την είσοδο του στενού έπεσε πάνω στο πρόσωπό της ξετύλιγε γύρω από τα πόδια της το φίδι που είχε ξαναγίνει και πάλι ένα άψυχο κατασκεύασμα από μαλακό μεταλλικό δίχτυ. Ο Πωλ σήκωσε από κάτω το πτώμα της γυναίκας και το τύλιξε στην κάπα του. «Δεν μου δώσατε σήμα», είπε. «Πρέπει να με είδατε όταν σας προσπέρασα».
Το κορίτσι κοίταξε τον γέρο. Τα μάτια της έλεγαν πως θα στεκόταν στο πλευρό του σε περίπτωση καβγά και ο Πωλ αποφάσισε πως θα πέταγε πάνω της το πτώμα της γυναίκας.
«Κάποιος θα φανεί όπου νάναι», είπε ο γέρος. «Και χρειάζομαι τη βοήθεια της Τζάνι για να τον κουβαλήσω αυτόν εδώ. Θα πάρουμε ό,τι χτύπησε ο καθένας. Αυτή είναι η δίκαιη μοιρασιά. Αλλιώς θα σε χτυπήσουμε. Το κορίτσι μου είναι καλύτερο κι από άντρα στους καβγάδες κι όσο για μένα θα δεις ότι κάτι αξίζω ακόμα, παρά την ηλικία μου».
«Δώσε μου τα πράγματά του. Η δική μου δεν έχει τίποτε».
Τα κόκκινα χείλια του κοριτσιού τραβήχτηκαν πίσω ξεγυμνώνοντας τα δυνατά λευκά δόντια της. Είχε τραβήξει ένα μεγάλο μαχαίρι κάτω απ'το κουρελιασμένο της πουκάμισο και ένα φως που άστραψε ξαφνικά από ένα παράθυρο κάπου ψηλά διέτρεξε σ' όλο το μήκος της τη λεκιασμένη λεπίδα. Μπορεί τo κορίτσι να ήταν επικίνδυνος αντίπαλος όπως υποστήριζε ο πατέρας της, ο Πωλ όμως ένιωθε τη θηλυκότητά της, τη μυρωδιά της γυναίκας από κει που στεκόταν. «Όχι, είπε ο πατέρας της. «Εσύ έχεις καλά ρούχα. Αυτά τα χρειάζομαι». Κοίταξε με φόβο το παράθυρο ψηλά ενώ τα χέρια του πάλευαν με τα κουμπιά.
«Η κάπα του θα κρέμεται πάνω σου σαν κουβέρτα».
«Τότε θα παλέψουμε. Πάρε τη γυναίκα και φύγε αλλιώς θα παλέψουμε».

Δεν μπορούσε να τους κουβαλήσει και τους δύο και το κρέας του χοντρού θάχε μολυνθεί από τους όρχεις. Όταν ο Πωλ ήταν μικρός και δεν υπήρχε κανένας άλλος από τη μάνα του για να σκοτώνει είχαν φαει μερικές φορές γέρικα αρσενικά. Τώρα πια δεν τάτρωγε ποτέ. Φορτώθηκε στον ώμο τη γυναίκα με τα μαργαριταρένια μάτια κι άρχισε να ξεμακραίνει.
Έξω από το στενοσόκακο οι δρόμοι ήταν πολύ καλά φωτισμένοι και μερικοί διαβάτες κοίταξαν παραξενεμένοι το σκοτεινό φορτίο του. Λίγοι θα ήταν αυτοί που θα υποψιάζονταν την πραγματική του ταυτότητα - είχε μάθει να ντύνεται σαν τους αφέντες, να έχει ακόμη και τη δική τους έκφραση. Αναρωτήθηκε πώς θα τάβγαζαν πέρα το κορίτσι και ο γέρος με τα κουρελιασμένα τους ρούχα. Πρέπει να μένουν πολύ κοντά...

Το δικό του καταφύγιο ήταν το μέρος όπου τον είχε γεννήσει η μάνα του, ένα μέρος ψηλά σ' ένα σπίτι χτισμένο την εποχή που αφέντες ήταν οι άνθρωποι. Όλες οι πόρτες ήταν καρφωμένες και σφραγισμένες αλλά στη μια πλευρά υπήρχε ένας μικρός κήπος ανάμεσα σε δύο πτέρυγες, και στη γωνιά αυτού του κήπου πίσω από ένα θάμνο όπου οι σκιές ήταν πυκνές ακόμη και το μεσημέρι, τα τούβλα είχαν κάπου γκρεμιστεί. Τα χαμηλότερα πατώματα ήταν γεμάτα με σαπισμένα έπιπλα και μύριζαν ποντίκια και μούχλα αλλά ψηλά στον ξύλινο πυργίσκο του οι τοίχοι ήταν ακόμη στεγνοί κι ο ήλιος έμπαινε τη μέρα από τα οχτώ του παράθυρα. Εκεί κουβάλησε το φορτίο του και το πέταξε σε μια γωνιά. Ήταν σημαντικό να κρατάει τα ρούχα του καθαρά όπως οι αφέντες αν και δεν διέθετε τα δικά τους μέσα. Τράβηξε την κάπα του κάτω από το πτώμα και την τίναξε με δύναμη.
«Τι πρόκειται να μου κάνεις;» τον ρώτησε η νεκρή γυναίκα πίσω του.
«Θα σε φάω» της απάντησε. «Τι φαντάζεσαι ότι θα σου έκανα;»
«Δεν ήξερα». Και συμπλήρωσε: «Έχω διαβάσει για 'τα πλάσματα του είδους σου, αλλά δεν πίστευα πως υπήρχατε πραγματικά».
«Εμείς ήμασταν οι αφέντες κάποτε», της απάντησε. Δεν ήταν σίγουρος ότι εξακολουθούσε να το πιστεύει αυτό, αλλά του το είχε διδάξει η μητέρα του παλιά. «Το σπίτι αυτό χτίστηκε εκείνη την εποχή. Γι' αυτό δεν το γκρεμίζετε: φοβόσαστε». Είχε τελειώσει με την κάπα του. Την κρέμασε και κάθισε στο κρεβάτι απέναντί της. «Φοβόσαστε να ξυπνήσετε το παρελθόν», της είπε. Η γυναίκα ήταν πάντα σωριασμένη στη γωνία και παρ' όλο ότι το στόμα της ανοιγόκλεινε, τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και κοίταζαν χωρίς να βλέπουν.
«Γκρεμίσαμε ένα σωρό», του είπε.
«Αν έχεις σκοπό να συνεχίσεις να μιλάς, καλύτερα να σηκωθείς». Την ανασήκωσε από τους ώμους και την έστησε στη γωνία. Ένα καρφί ήταν μπηγμένο σ' αυτό το σημείο του τοίχου. Τύλιξε γύρω του μια μπούκλα από τα μαλλιά της για να της στερεώσει το κεφάλι. Τα μαλλιά της είχαν ένα ρόδινο χρώμα σαν κοριτσίστικο φουστανάκι και ήταν μαλακά αλλά κάπως γλοιώδη.
«Είμαι νεκρή, ξέρεις».
«Όχι, δεν είσαι». Όλοι το έλεγαν αυτό (εκτός ίσως από τα παιδιά) και η μητέρα του πάντοτε τους διέψευδε. Ο Πωλ αισθάνθηκε σαν να κρατούσε μια οικογενειακή παράδοση.
«Νεκρή», είπε η γυναίκα με τα μαργαριταρένια μάτια. «Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Αλλη μια χρονιά κι όλα θα ήταν εντάξει. Θέλω να κλάψω αλλά δεν έχω ανάσα».
«Το είδος σου ζει πολύ καιρό με σπασμένο λαιμό» της είπε. «Τελικά όμως θα πεθάνεις».
«Είμαι νεκρή από τώρα».
Δεν την άκουγε. Υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι στην πόλη. Το ήξερε αυτό από πάντα, μόνο τώρα όμως με την εμφάνιση του γέρου και του κοριτσιού έγινε πραγματική η ύπαρξή τους.
«Νόμιζα πως είχατε εξαφανιστεί όλοι», είπε σιγανά η νεκρή γυναίκα με τα μαργαριταρένια μάτια. «Εδώ και πολλά χρόνια, σαν κακό όνειρο».
Χαρούμενος για τη νέα του ανακάλυψη ο Πωλ τη ρώτησε: «Γιατί τότε μας στήνετε παγίδες; Ίσως να είμαστε τελικά πιο πολλοί απ' όσο νομίζετε".
«Δεν μπορεί να είσαστε πολλοί. Πόσους σκοτώνετε το χρόνο;» Το πνεύμα της σήκωνε το σεντόνι απ' το κρεβάτι με την ελπίδα να τον πνίξει μ' αυτό. Τόχε ξαναδεί όμως το κόλπο αμέτρητες φορές.
«Είκοσι με τριάντα» (τα παράλεγε).
«Τόσους πολλούς».
«Όταν δεν βρίσκεις να φας τίποτε άλλο εκτός από κρέας, χρειάζεσαι πολύ. Κι άλλωστε εγώ δεν τρώω παρά τα καλύτερα μέρη -γιατί όχι; Σκοτώνω δυο φορές το μήνα ή και πιο συχνά εκτός απ' όταν κάνει κρύο και θα μπορούσα να σκοτώσω για δύο ή για τέσσερις αν ήταν απαραίτητο». (Το κορίτσι είχε μαχαίρι. Τα μαχαίρια δεν ήταν καλά παρά μόνο για το τεμάχισμα, μετά. Αφηναν ματωμένα σημάδια. Θα μπορούσε να σκοτώνει για λογαριασμό της - κι αυτή να μένει εδώ και να φρογτίζει τα ρούχα του, να του ετοιμάζει το φαγητό. Φαντάστηκε τον εαυτό του να γυρίζει σπίτι με το νέο φεγγάρι και να βλέπει το πρόσωπό της στο παράθυρο του πυργίσκου). Γύρισε στη νεκρή λέγοντάς της:«Το είδες αυτό το κορίτσι; Με τα μαύρα μαλλιά; Αυτή και ο γέρος σκότωσαν τον άντρα σου και θα τη φέρω να ζήσει εδώ». Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω στο μικρό δωμάτιο, ηρεμώντας με τον ήχο των βημάτων του.
«Δεν ήταν άντρας μου». Το σεντόνι σωριάστηκε κάτω τώρα που δεν ακουμπούσε πια στο κρεβάτι. «Γιατί δεν άλλαξες; Μαζί με τους άλλους όταν έγινε η μεταλλαγή των γονιδίων;»
«Δεν ζούσα τότε».
«Πρέπει να κληρονόμησες κάποια παράδοση»
«Δεν θέλαμε. Εμείς είμαστε οι άνθρωποι».
«Όλοι το θέλαμε. Η παλιά σας ράτσα είχε εξαντλήσει τον πλανήτη. Ακόμη και με την πολύ καλύτερη τεχνολογία μείναμε χωρίς ενέργεια και πρώτες ύλες εξαιτίας σας».
«Δεν υπήρχε αρκετή τροφή τότε», της απάντησε. «Όταν όμως άλλαξαν οι περισσότεροι υπήρχε άφθονη. Γιατί ν' αλλάξουν κι άλλοι;»
Αργούσε να του απαντήσει και ο Πωλ κατάλαβε ότι είχε αρχίσει η ακαμψία. Αυτό ήταν άσχημο γιατί όσο ζούσε η σάρκα της θα έμενε γλυκιά, μόλις πέθαινε όμως έπρεπε να βιαστεί να την κομματιάσει πριν οι ακαθαρσίες στο λεπτό της έντερο μολύνουν το υπόλοιπο κρέας.
«Αλλόκοτη εξέλιξη», είπε τελικά η νεκρή. «Ο άνθρωπος να γίνεται τροφή για τον άνθρωπο».
«Δεν καταλαβαίνω τη δεύτερη λέξη. Μίλα έτσι που να σε καταλαβαίνω». Την κλώτσησε στο στήθος για να υπογραμμίσει τα λόγια του και την πέταξε κάτω. Ακουσε ένα πλευρό της να σπάει... Δεν του απάντησε κι ο Πωλ ξάπλωσε στο κρεβάτι. Η μητέρα του του είχε πει πως υπήρχε ένα σημείο στην πόλη όπου οι άνθρωποι μαζεύονταν κάποιες ορισμένες νύχτες είχε ξεχάσει όμως (αν το ήξερε ποτέ) ποιες ήταν αυτές οι νύχτες.
«Δεν είναι καν μεταγλώσσα», είπε η νεκρή γυναίκα. «Απλώς παιδική διάλεκτος».
«Βούλωστο».

Ύστερα από λίγο πρόσθεσε: «Θα βγω τώρα. Αν καταφέρεις να στήσεις όρθιο το κορμί σου και να βγεις από 'δω μέσα, και να κατεβείς στο ισόγειο και να βγεις στο δρόμο, τότε ίσως να βρεις κάποιο να του πεις για μένα και να φέρει την αστυνομία να με περιμένει όταν θα γυρίσω». Βγήκε κι έκλεισε την πόρτα. Μετά κάθισε και περίμενε υπομονετικά επί πέντε λεπτά.

Όταν την ξανάνοιξε το πτώμα στεκόταν όρθιο με τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι και οι σπασμοί της τράνταζαν τα χρωματιστά μεταλλικά ανθρωπάκια του τσίρκου που είχε από τα παιδικά του χρόνια - την ακροβάτισσα, τον κλόουν με το τσέρκι του και το εκπαιδευμένο γουρουνάκι. Το ένα πόδι της δεν στερεωνόταν με τίποτε. «Ακου», της είπε, «δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρεις. Στα είπα αυτά επειδή ήξερα πως θα τα σκεφτόσουν και μόνη σου. Όλοι τα σκεφτόσαστε μα ποτέ δεν τα καταφέρνετε. Το πιο μακριά που έφτασε ποτέ κάποιος ήταν να βγει απ' την πόρτα και να περπατήσει ως την κορυφή της σκάλας. Έπεσε απ' τα σκαλιά και τον βρήκα στον πάτο όταν γύρισα. Είσαι νεκρή. Κοιμήσου».
Τα τυφλά μάτια είχαν γυρίσει προς το μέρος του όταν άρχισε να μιλάει μα δεν τον κοίταζαν πια. Το ωραίο πρόσωπό της είχε γίνει τώρα το πρόσωπο ενός πτώματος. Το λυγισμένο πόδι τεντώθηκε προς το πάτωμα καθώς την κοίταζε, σταμάτησε κι άρχισε πάλι να τεντώνεται. Αναστενάζοντας, σήκωσε τη νεκρή γυναίκα, την ξανάβαλε στη γωνία και κατέβηκε την παλιά σκάλα να βρει το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά.

«Την ζήτησαν κάμποσοι από τότε που ήρθαμε στην πόλη», είπε ο πατέρας της. «Κάμποσοι». Καθόταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου, στην πισινή θέση που έπιανε από τη μια άκρη ως την άλλη, σαν καναπές. «Είσαι ο πρώτος όμως που μας βρήκες εδώ. Οι άλλοι άκουσαν γι' αυτήν κι άφησαν μήνυμα στη συγκέντρωση».
Ο Πωλ ήθελε να μάθει πού άφησαν αυτά τα μηνύματα, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Ξέρεις δεν έχουν μείνει πια πολλοί άνθρωποι», συνέχισε ο πατέρας της, «κι οι γυναίκες είναι ακόμα πιο λίγες. Κι απ' αυτές ελάχιστες είναι νεαρά κορίτσια σαν τη δικιά μου τη Τζάνι. Είχα έναν άλλο τύπο εδώ που την ήθελε πριν από δυο βδομάδες - είπε πως είχε δυο χρόνια ν' αγγίξει αληθινή γυναίκα. Δεν μου καλάρεσε ο τρόπος που είπε το αληθινή και τον ρώτησα τι έκανε κι αυτός μου απάντησε ότι καμιά φορά έπαιζε λιγάκι μ' αυτά που σκότωνε, πριν να κρυώσουν για τα καλά. Δεν πιστεύω να κάνεις και συ τέτοια πράγματα;»
Ο Πωλ είπε πως δεν έκανε.

«Πώς τη βρήκες αυτή την κρυψώνα;»
«Έψαξα». Είχε ερευνήσει όλη την περιοχή σε ολοένα διευρυνόμενους κύκλους ξεκινώντας από το στενό όπου είχε δει το κορίτσι με τον πατέρα του. Διέθεταν ένα από τα ψυγεία των αφεντάδων για να διατηρούν τα σφαχτά τους (όπως κι αυτός) παρ' όλα αυτά όμως πλανιόταν στον αέρα μια μυρωδιά πηγμένου αίματος. Η κρυψώνα βρισκόταν πίσω από ένα μεγάλο φράχτη, πιο κοντά στο πάρκο απ' όσο φαινόταν δυνατό.
«Όταν ήρθαμε ζούσε κάποιος άλλος εδώ. Καλό παιδί, Γερμανός. Τον λέγανε Κέρτεν - ή κάτι τέτοιο. Ερωτεύτηκε την Τζάνι μου από την πρώτη στιγμή. Εμένα δεν μου πολυάρεσε η ιδέα να μπάσω έναν ξένο στην οικογένειά μας, αλλά μας υποδέχτηκε καλά και μας άφησε να μείνουμε στο μεγάλο στέησον βάγκον. Μου είπε πως ήθελε να παντρευτεί την Τζάνι μα εγώ είπα όχι, είναι πολύ μικρή. Κάνε υπομονή έναν χρόνο, του είπα, και θα την πάρεις με την ευχή μου. Τότε ήταν ακόμη στα δέκατέσσερα. Το λοιπόν αυτός ο Γερμανός βγήκε έξω μια νύχτα και πρέπει να τον πιάσανε γιατί ποτέ δεν ξαναγύρισε. Έτσι κι εμείς μετακομίσαμε σ' αυτό το λεωφορείο για περισσότερο χώρο».
Ο γέρος άπλωσε το χέρι του με τα στραβωμένα δάχτυλα και χάιδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά της κόρης του που καθόταν στα πόδια του. Το κορίτσι τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Όμορφη, δεν είναι;" ρώτησε ο γέρος.
Ο Πωλ έγνεψε καταφατικό.
«Λίγο αδυνατούλα, αυτό δεν θες να πεις; Έχεις δίκιο. Κάνω ό,τι μπορώ για να τη θρέψω, αλλά με φοβούνται, δεν ντρέπομαι να το πω».
«Τα σπίτια-φαντάσματα», είπε ο Πωλ.
«Τι είναι αυτό;»
«Έτσι τα λέω. Δεν έχω μιλήσει με πολλούς άλλους ανθρώπους».
«Εκεί που κλείνουν οι πόρτες πίσω σου - που σε κλειδώνουν μέσα».
«Ναι».
«Δεν είναι φαντάσματα- και μη νομίσεις τώρα πως είμαι απ' αυτούς τους ανόητους που δεν τα πιστεύουν. Ξέρω πολλά. Αυτά όμως δεν είναι φαντάσματα. Βλέπεις, ψάχνουν πάντα για ανθρώπους που δεν είναι στα καλά τους κατά τη γνώμη τους. Σαν κι εμάς δηλαδή. Δουλεύουν με ηλεκτρισμό. Πιάστηκες ποτέ σ' αυτά;»
Ο Πωλ έγνεψε καταφατικά. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο μαλακό φούσκωμα που σχημάτιζαν τα στήθη της Τζάνι πάνω στο βρώμικο πουκάμισό της και μόλις που άκουγε τον πατέρα της. Η μνήμη όμως διαπέρασε το νεογέννητο πόθο που τον έκανε να νιώθει λίγο αμήχανα, φέρνοντας μαζί της το φόβο. Τα παράθυρα του λεωφορείου ήταν ρυθμισμένα στο μαύρο και το φως μέσα ήταν χαμηλό - κι όμως ήταν πιθανό κάποια ακτίνα να περνούσε έξω. Δεν πρέπει να υπάρχουν φώτα στις κρυψώνες. Έστησε το αυτί του ν' ακούσει αλλά μόνο οι κατσαρίδες βούιζαν μέσα στα σκουπίδια.
«Νόμιζαν πως ήμουνα αφέντης -ντύνομαι σαν κι αυτούς», είπε ο Πωλ. «Αυτό θα 'πρεπε να κάνεις κι εσύ. Ήθελαν να με περάσουν από ένα τεστ. Αναποδογύρισα τη μηχανή, την έσπασα και πήδηξα απ' το παράθυρο». Ήταν στον έκτο όροφο και σώθηκε μόνο και μόνο γιατί προσγειώθηκέ στο φύλλωμα ενός δέντρου που τα σπασμένα κλαδιά και τα κομματιασμένα φύλλα του ανάδιναν μια ξινή μυρωδιά, τη μυρωδιά του ίδιου του πανικού. Δεν ήταν όμως οι αφέντες, ούτε η γεμάτη με μηχανήματα αίθουσα των εξετάσεων, ούτε καν το πήδημα απ' το παράθυρο που τον είχε τρομοκρατήσει, αλλά η αναμονή στο θάλαμο των φαντασμάτων, εκεί που οι τοίχοι μιλούσαν ο ένας στον άλλον με λόγια που καμιά φορά, για λίγα δευτερόλεπτα, σχεδόν τα καταλάβαινε.
«Δεν θα γινόταν τίποτε με μένα - έχω πολλά στραβά. Ρυτίδες στο πρόσωπο - ακόμη και μια κρεατοελιά - αυτοί δεν έχουν ποτέ τέτοια»
«Η Τζάνι θα μπορούσε να περάσει».

Ο γέρος καθάρισε το λαιμό του. Ήταν ένας θόρυβος υγρός σαν νερό που κυλάει στην υδρορροή σε δυνατή βροχή. «Είχα σκοπό να σου μιλήσω γι' αυτήν, να σου πω γιατί αυτοί οι άλλοι τύποι που σου είπα δεν την πήραν τελικά - όχι ότι θα την έδινα σε μερικούς απ' αυτούς: η Τζάνι είναι ο μόνος συγγενής που μου απέμεινε. Δεν με νοιάζει όμως αυτό, δεν έχω καμιά βιασύνη να τη δω παντρεμένη - κάθε άλλο. Αν δεν ήταν η Τζάνι δεν θα 'ρχόμαστε καθόλου εδώ. Όταν της ήρθε η περίοδός της είπα μέσα μου, τώρα θα χρειαστεί έναν άντρα και τι θα κάνεις εδώ κάτω; Αν και πρέπει να πω πως τα πράγματα είχαν αρχίσει να σφίγγουν στην ύπαιθρο. Αν είχαν πραγματικά σκυλιά νομίζω πως θα μας είχαν πιάσει εδώ και καιρό»
Σταμάτησε για λίγο, φέρνοντας ίσως στο μυαλό του την εποχή εκείνη, τα φώτα μέσα στο δάσος, τη νύχτα και το τρέξιμο, ίσως πάλι προσπαθώντας απλώς να βάλει τάξη στις σκέψεις του. Ο Πωλ περίμενε, ξύνοντας τον αστράγαλό του και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα ο γέρος πρόσθεσε: «Ξέρεις, δεν θέλαμε να το κάνουμε αυτό εμείς οι Πέντλετον. Αυτό είναι το όνομά μου εμένα και της Τζάνι. Πέντλετον. Η Τζάνι λέγεται Αυγούστα Τζέην και εγώ 'Εμιτ Τζέη».
«Πωλ Γκόρου» είπε ο Πωλ.
«Χαίρω πολύ, κ. Γκόρου. Όταν ήρθε ο καιρός πήραν ένα ολόκληρο κλάδο της οικογένειας. Τους Γουόρθμορ Πέντλετον - τους λέγαμε έτσι γιατί οι περισσότεροί τους ζούσαν εκεί γύρω. Ξαδέρφια μου ήταν και δευτεροξάδερφα. Εμείς είμαστε οι 'Εβερσον Πέντλετον και δεν πήραν κανέναν από μας. Κακή κληρονομικότητα είπαν - πολλά στραβά που δεν άξιζαν το φτιάξιμο ή που κινδύνευαν να μη φτιαχτούν σωστά και να ξαναφανούν αργότερα. Η μάνα μου - ζούσε τότε ακόμη - ορκιζόταν πάντα πως αυτό μας τόκανε ο γιος της αδερφής της της Λίλιαν. 'Ολη η μία πλευρά του κεφαλιού του ήταν χωμένη προς τα μέσα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Έλεγαν τότε πως τον είχε κλωτσήσει μια αγελάδα όταν ήταν μικρός μα δεν ήταν αλήθεια - έτσι γεννήθηκε. Η μάνα μου έλεγε πως αν δεν ήταν αυτός θα μας έπαιρναν οπωσδήποτε. Το μοναδικό άλλο κουσούρι ήταν της αδερφής μου της Κλάρας που γεννήθηκε με χαλασμένο μάτι - τυφλή δηλαδή και είχε κάτι στο βλέφαρο. Μα στα μυαλά της ήταν σωστή πιο πολύ απ' τον καθένα. Έπιανε πουλιά στον αέρα. Μου φαίνεται λοιπόν πως η Μητέρα είχε δίκιο. Τα ίδια και στη δική σου οικογένεια φαντάζομαι...»
«Έτσι νομίζω. Δεν ξέρω πραγματικά».
«Πολλοί έπασχαν από διαβήτη. Μπορούσαν να σε φτιάξουν μα, αν είχες κι άλλα πράγματα σε κρατούσαν απέξω. Φυσικά όταν τέλειωσε η ιστορία δεν υπήρχαν πια φάρμακα γι' αυτούς και πέθαιναν στα γρήγορα. Όταν ήμουν μικρός νόμιζα πως αυτό σημαίνει η λέξη: διαβητικοί: «διαβατικοί», έφευγαν στα γρήγορα. Στην πραγματικότητα σημαίνει ζάχαρο στο αίμα. Το έχεις ακούσει;»
Ο Πωλ έγνεψε καταφατικά.
«Θάθελα να το δοκίμαζα καμιά φορά μα δεν το σκέφτηκα τότε που υπήρχαν ακόμη μερικοί ζωντανοί».
«Αν δεν ήταν αφέντες...»
«Δεν θα τους σκότωνα», είπε γρήγορα ο γέρος. «Απλώς θάβαζα έναν να κόψει το χέρι του λίγο για να το δοκιμάσω. Σ' εκείνα τα χρόνια - μιλάμε για το δυο χιλιάδες εννιά, πάνω από πενήντα χρόνια τώρα - γνώριζα πολλούς στην ίδια ηλικία με μένα... Αυτό που ήθελα να πω είναι πως στην αρχή εμείς οι Πέντλετον δεν φανταστήκαμε ποτέ πως τα πράγματα θα γύριζαν έτσι. Καλλιεργούσαμε τη γη κι έτσι είχαμε σκοπό να συνεχίσουμε παράγοντας τα δικά μας προϊόντα και εκτρέφοντας τα δικά μας ζώα. Το πράγμα πήγε καλά για ένα διάστημα, μετά όμως στράβωσε».

Ο Πωλ που ποτέ δεν είχε σκεφτεί να ζήσει καλλιεργώντας τη γη ούτε κι είχε φανταστεί ποτέ πως κάτι τέτοιο είναι δυνατό, τον κοίταζε σαστισμένος.
«Πάρε παράδειγμα τα κοτόπουλα. Όλος ο κόσμος έλεγε πάντα πως δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από τα κοτόπουλα, αυτό όμως ίσχυε τότε που υπήρχαν φάρμακα που τα διέλυες στο νερό για να κρατάνε μακριά τις αρρώστιες. Ήρθε όμως κάποτε η εποχή που δεν έβρισκες φάρμακο όπως δεν μπορούσες ν' αγοράσεις ούτε μια κονσέρβα φασόλια στα μαγαζιά τους που δε χρησιμοποιούσαν χρήματα ή κάρτες ή κάτι τέλος πάντων που να το καταλαβαίνει ο άνθρωπος. Ο πατέρας μου είχε διακόσια κοτόπουλα όταν έπεσε η αρρώστια και μέσα σε τέσσερις μέρες δεν έμεινε κότα για κότα. Κανονικά δεν έπρεπε να τις τρωει κανείς μια και ήταν άρρωστες. Εμείς όμως τις φάγαμε. Τις μαδήσαμε και τις κονσερβοποιήσαμε - γιατί από τότε είχε ήδη πάψει να δουλεύει ο καταψύκτης μας. Όταν έγιναν όλα τα κοτόπουλα κονσέρβες, ο πατέρας σέλωσε ένα άλογο που είχαμε τότε και ταξίδεψε είκοσι πέντε μίλια σ' ένα μέρος όπου κάτι καινούργιοι έτρεφαν κοτόπουλα για τη δική τους διατροφή. Το αποτέλεσμα το καταλαβαίνεις κι από μόνος σου - ούτε να πουλήσουν ήθελαν, ούτε ν' ανταλλάξουν. Τελικά ο πατέρας τους παρακάλεσε. Ήταν ένας Πέντλετον κι όταν το διηγιόταν αυτό έκλαιγε. Όσο πιο πολύ τους παρακαλούσε, έλεγε, τόσο πιο πολύ τρόμαζαν αυτοί. Τελικά άπλωσε το χέρι του κι άρπαξε τον ένα τους απ' το πόδι - είχε γονατίσει μπροστά τους -κι αυτός τον χτύπησε στο πρόσωπο μ' ένα βιβλίο που κράταγε».

Ο γέρος κουνιόταν μπρος πίσω στο κάθισμά του καθώς μιλούσε και τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. «Σπόρο δεν είχαμε άλλο απ' αυτόν που είχαμε κρατήσει απ' τον περασμένο χρόνο και το καλαμπόκι βγήκε τόσο αχαμνό που τα στάχυα δεν ήταν πιο μεγάλα από πεσμένα τσουτσούνια. Έμεινε χωρίς σφαίρες το παλιό ντουφέκι του Πατέρα και αδύνατο να βρεις νέες παγίδες όταν έχανες τις παλιές. Και τελικά μια μέρα λίγο πριν απ' τα Χριστούγεννα ήρθαν τα μηχανήματα κι άρχισαν να ξεριζώνουν τα χωράφια μας. Μας είχαν ξεχάσει, βλέπεις, τους πετούσαμε πέτρες μα δεν γινόταν τίποτε και γύρω στα μεσάνυχτα ένα μηχάνημα μπούκαρε κανονικά στο σπίτι. Δεν βρισκόταν κανένας άλλος εκεί εκτός από τη Μητέρα και τον Πατέρα και τον αδερφό μου τον Τομ κι έμενε κι η Τζάνι. Η Τζανι ήταν μια σταλιά μωρό. Το μηχάνημα τραυμάτισε τον Τομ στο πόδι μ' ένα σίδερο δύο επί τέσσερα... τούχωσε μέσα στο κρέας το σπασμένο άκρο, κατάλαβες. Η πληγή κακοφόρμισε κι ο Τομ πέθανε μια βδομάδα αργότερα. Ήταν χειμώνας τότε και μείναμε σε μια καλύβα που φτιάξαμε o πατέρας κι εγώ πάνω στο λόφο, με κλαδιά και θάμνα».

«Για τη Τζανι που λέγαμε», τον διέκοψε ο Πωλ «Καταλαβαίνω ότι μπορεί να μην θέλεις να την αποχωριστείς - ...»
«Πας να μου πεις πως δεν την θέλεις;» Ο γέρος μετακινήθηκε στο κάθισμά του και ο Πωλ είδε πως το δεξί του χέρι είχε μετακινηθεί προς τη χαραμάδα, εκεί που η οριζόντια επιφάνεια συναντούσε την κάθετη. Η χαραμάδα ήταν πιο φαρδιά απ' το κανονικό και κατάλαβε τι μπορεί να κρυβόταν εκεί. Δεν τον φοβόταν τον γέρο και πολλές στιγμές του είχε έρθει η ιδέα πως αν τον σκότωνε, τίποτε δεν θα τον εμπόδιζε να πάρει τη Τζάνι.
«Τη θέλω», είπε. «Δεν πρόκειται να φύγω από δω χωρίς αυτήν». Σηκώθηκε όρθιος χωρίς να ξέρει το γιατί.
«Κι άλλοι το έχουν πει αυτό. Έφευγα, πήγαινα στη συγκέντρωση κανονικά και τον άλλο μήνα ο τύπος περίμενε».
Ο γέρος ετοιμαζόταν να σηκωθεί και το σαγόνι του πετούσε επιθετικά μπροστά. «Την έβλεπαν κι έλεγαν ένα σωρό λόγια, σαν κι εσένα, πόσο θα τη φρόντιζαν και κανένας δεν έφερε ποτέ μια μπουκιά να φάμε όταν ερχόταν. Εγώ κι η Τζάνι πολλές φορές κάνουμε τρεις και τέσσερις μέρες να φαμε - αυτό κανείς δεν το λογαριάζει. Έλα δω, κοίταξέ την καλά».
Σκύβοντας έπιασε την κόρη του από το χέρι. H Τζάνι σηκώθηκε με μια λυγερή κίνηση κι ο γέρος την έκανε να γυρίσει. «Η μητέρα της ήταν όμορφη γυναίκα», είπε, «όχι όμως τόσο όμορφη σαν κι αυτήν, όσο αδύνατη κι αν είναι. Κι έχει και μυαλό - ό,τι κι αν λένε οι άλλοι».
Η Τζάνι κοίταξε τον Πωλ με φοβισμένα μάτια ζώου. Της έγνεψε όσο γινόταν πιο φιλικά, να πλησιάσει κοντά του μα εκείνη σφίχτηκε πάνω στον πατέρα της.
«Μπορείς να της μιλήσεις. Καταλαβαίνει».
Ο Πωλ άρχισε να μιλάει, σταμάτησε όμως για να καθαρίσει το λαιμό του. Τελικά είπε: «Έλα κοντά Τζάνι. Θάρθεις να ζήσεις μαζί μου. Θα ξαναγυρίσουμε να δούμε τον πατέρα σου αργότερα».
Το χέρι της Τζάνι χώθηκε μέσα στο πουκάμισό της και ξαναβγήκε κρατώντας ένα μαχαίρι. Το βλέμμα της γύρισε στον γέρο που της έπιασε το μαχαίρι και το πέταξε στο κάθισμα δίπλα της λέγοντας: «Στην αρχή θα πρέπει να προσέχεις λίγο, αλλά αν της φέρεσαι καλά θα σε συνηθίσει γρήγορα. Σε θέλει από τώρα -το βλέπω στο ύφος της».
Ο Πωλ έγνεψε καταφατικά παίρνοντας απ' τα χέρια του το κορίτσι σαν να 'παιρνε ένα δέμα κι αγκαλιάζοντας την από τη στενή της μέση.
«Κι όταν πιάσεις τίποτε κυνήγι, της αρέσει να τα σφάζει όσο κινούνται ακόμη. Τις περισσότερες φορές δεν της το επιτρέπω, αν την αφήνεις κάπου-κάπου όμως θα σε συμπαθήσει πιο πολύ».
Ο Πωλ έγνεψε και πάλι. Το χέρι του σαν από μόνο του είχε γλιστρήσει προς τη μαλακή καμπύλη του γοφού της και είχε νιώσει ένα τέτοιο πόθο που ποτέ πριν δεν είχε αισθανθεί.
«Στάσου», είπε ο γέρος. Η ανάσα του μύριζε άσχημα μέσα στον κλειστό χώρο. «Ακουσε με καλά. Είσαι ένα νεαρό παλικάρι και ξέρω πώς αισθάνεσαι αλλά εσύ δεν ξέρεις πώς αισθάνομαι εγώ. Θέλω να καταλάβεις κάτι πριν να φύγεις. Το κορίτσι μου το αγαπάω. Φρόντισέ την καλά! αλλιώς θα σε βρω και θα μου το πληρώσεις. Κι αν αλλάξεις γνώμη και δεν τη θέλεις μην τολμήσεις να τη διώξεις. Την ξαναπαίρνω πίσω οποιαδήποτε στιγμή, κατάλαβες;"
«Εντάξει», είπε ο Πωλ.
«Ακόμα κι ένας κακός άνθρωπος μπορεί να αγαπάει το παιδί του. Αυτό να το θυμάσαι γιατί είναι αλήθεια».
Ο άντρας της Τζάνι την έπιασε απ' το χέρι και την οδήγησε έξω απ' το κατεστραμμένο λεωφορείο. H Τζάνι κοίταξε πίσω απ' τον ώμο της κι ο άντρας κατάλαβε ότι περίμενε να του πετάξει ο πατέρας της ένα μαχαίρι στην πλάτη.

Είδαν το αγόρι - ένα καστανό αγόρι με φακίδες, εννέα ή δέκα χρόνων φορτωμένο μια αγκαλιά βιβλία - στη γωνία όπου ένα χαμηλό κτίριο με κολόνες σκέπαζε την είσοδο του μονοτροχιακού και οι δρόμοι ήταν πλατιοί και άδειοι. Σπάνια άφηναν οι αφέντες τα παιδιά τους αργά έξω. Ο Πωλ του έκανε νόημα, μην τολμώντας να μιλήσει αλλά δείχνοντας με τη στάση του ότι ήθελε να ζητήσει πληροφορίες. Φορούσε τη μαύρη κάπα και το κόκκινο σχιστό πουκάμισο, τα χρυσά σαντάλια και το φαρδύ διάφανο μαύρο παντελόνι που άρμοζαν σε μια βραδινή έξοδο διασκέδασης. Στο μπράτσο του η Τζάνι ήταν ντυμένη στα κατακόκκινα και το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με ένα βέλο στολισμένο με μικροσκοπικούς συνθετικούς αιματίτες. Η μόδα των βέλων με τους πολύτιμους λίθους είχε περάσει για τις γυναίκες των αφεντάδων, ήταν όμως χρήσιμη για να κρύβει την ανέκφραστη ματιά της Τζάνι που την πρόδινε αμέσως, όπως είχε ανακαλύψει από την πρώτη στιγμή o Πωλ. Ένα σιγανό βογγητό πείνας βγήκε από τα χείλια της, κι έσφιξε πιο πολύ το μπράτσο του Πωλ.

Ο Πωλ έκανε πάλι νόημα στο αγόρι.
Το παιδί κοντοστάθηκε σαν να τους περίμενε, μα όταν βρέθηκαν σε απόσταση πέντε μέτρων τόβαλε στα πόδια. Η Τζάνι έτρεξε πίσω του πριν να προλάβει ο Πωλ να τη σταματήσει. Το αγόρι χώθηκε ανάμεσα σε δύο κτίρια και όρμησε να βγει στον άλλο δρόμο. Ο Πωλ μόλις που πρόλαβε να δει την Τζάνι να μπαίνει ξοπίσω του σε μια πόρτα στο κέντρο του τετραγώνου.
Βρήκε τα παπούτσια της με τα διάφανα τακούνια στο διάδρομο κάτω από μια τετραδιάστατη εικόνα του Χιούγκο ντε Βρις. Ο ντε Βρις βρισκόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής του και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που χρειάστηκε ο Πωλ για να κρύψει τα παπούτσια πίσω από ένα ενυδρείο με φωσφορίζοντα κεφαλόποδα, είχε πεθάνει, αποσυντεθεί, είχε γίνει σκόνη και είχε ξαναγεννηθεί σαν διχοτομούμενο κύτταρο μέσα στην κοιλιά της μάνας του έχοντας ακόμα να διανύσει μπροστά του όλο το λαβύρινθο της γενετικής.

Ο Πωλ ήξερε ότι στα κάτω πατώματα ήταν τα διαμερίσματα. Τα είχε διαρρήξει κάποιες φορές, όταν δεν έβρισκε κυνήγι στους δρόμους. Πρέπει να υπήρχε ένα σχολείο στην κορυφή.
Μια σαστισμένη και φοβισμένη γυναίκα στεκόταν σ' έναν άδειο διάδρομο μ' ένα ξεφυλλισμένο βιβλίο πεταμένο στα πόδια της. Καθώς την προσπερνούσε ο Πωλ φαντάστηκε την Τζάνι να τη σπρώχνει τρέχοντας και τη φρίκη της γυναίκας όταν αντίκρισε το άγριο, ξαναμμένο πρόσωπο πίσω από το βέλο.
Υπήρχαν ασανσέρ, ένας αγωγός ανόδου κι ένας καθόδου, συγκεντρωμένα σε μια εσοχή του τοίχου. Δεν μπορεί το αγόρι νά κάθισε να περιμένει το ασανσέρ με τη Τζάνι πίσω του...
Ο αεραγωγός αγκάλιασε τον Πωλ και τον σήκωσε όπως το νερό της πηγής ένα φελλό. Περασμένος από μια ειδική επεξεργασία που τον πύκνωνε, ο αέρας δεν έπαυε να είναι αέριο. Όπως ήταν εμπλουτισμένος με πρόσθετο οξυγόνο ο Πωλ αισθανόταν να αναζωογονείται αν και τον ένιωθε παχύρρευστο σαν σιρόπι καθώς τον ανάσαινε. Πολύ πιο ψηλά του, κλεισμένη (όπως του φαινόταν) μέσα σε κρύσταλλο και περιτριγυρισμένη από τα βιβλία που είχε πετάξει πάνω της το παιδί, είδε την Τζάνι με το κόκκινο φόρεμά της απλωμένο γύρω και τα λευκά της πόδια να φέγγουν. Ανέβαινε προς τα πάνω, προς τον ψηλότερο όροφο κι ο Πωλ σκέφτηκε πως το αγόρι αφού την παρέσυρε εκεί σκόπευε να πηδήσει στον αγωγό καθόδου για να της ξεφύγει. Βγήκε στον ογδοηκοστό πέμπτο όροφο, άνοιξε την πόρτα του αγωγού καθόδου και ικανοποιήθηκε βλέποντας το αγόρι μόλις εκατό μέτρα πιο πάνω του.
Ήταν απλή υπόθεση τώρα να περιμένει το αγόρι και να το τραβήξει από την κινητή κολώνα του πυκνωμένου αέρα.
Το μυτερό, στενό πρόσωπο του αγοριού, κάτασπρο από το φόβο κάτω από το ηλιοκαμένο του χρώμα, γύρισε προς το μέρος του.

«Μη», είπε το παιδί. «Σας παρακαλώ κύριε καλέ αφέντη-» αλλά ο Πωλ το σφήνωσε κάτω απ' το αριστερό του μπράτσο και με μια γρήγορη κίνηση του δεξιού του τσάκισε το λαιμό.
Η Τζάνι κολυμπούσε με το κεφάλι κάτω στο ρεύμα του αγωγού καθόδου με το στόμα της λαίμαργα ανοιχτό και τα μαύρα μαλλιά της σαν σύννεφο γύρω από το κεφάλι της. Είχε χάσει το βέλο της. Ο Πωλ της έδειξε το παιδί, και μπήκε μαζί της στον αγωγό. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και η κίνηση του αέρα σταμάτησε.
Κοίταξε την Τζάνι. Είχε πάψει να κολυμπά και κάρφωνε με λαχτάρα το πρόσωπο του παιδιού. «Κάτι συμβαίνει», της είπε και η Τζάνι φάνηκε να καταλαβαίνει, ίσως όμως και νάπιασε απλώς το φόβο στη φωνή του. Η πόρτα δεν άνοιγε και το ρεύμα είχε αρχίσει να αντιστρέφεται αργά και να τους ανεβάζει. Ο Πωλ προσπάθησε να κολυμπήσει κόντρα στον αέρα αλλά η προσπάθεια ήταν μάταιη. Όταν έφτασαν στην κορυφή, το αγόρι άρχισε να μιλάει. Η Τζάνι έβαλε το χέρι της πάνω στο στόμα του για να σκεπάσει τον ήχο.

Στο τέρμα η πόρτα άνοιξε και βρέθηκαν στο εκατοστό πρώτο πάτωμα. Μια φωνή από το μεγάφωνο του τοίχου ανήγγειλε:

«Λυπάμαι που σας καθυστερώ αλλά έχω λόγους να πιστεύω ότι έχετε υποστεί μια πρόσφατη παρέκκλιση από το επιλογιακό αναπτυξιακό πρότυπο. Σε λίγα λεπτά θα είμαι προσωπικά κοντά σας να σας παρέχω τις απαιτούμενες συμβουλές. Κατά την αναμονή σας είναι ίσως χρήσιμο να ξαναδούμε τι ακριβώς σημαίνει η «Βέλτιστη ανάπτυξη. Κοιτάξτε την προβολή.
«Στην Βρεφική ηλικία του το παιδί αισθάνεται πρώτα αγάπη για τη μητέρα του που του προσφέρει ζεστασιά και τροφή...»

Υπήρχε μια πόρτα στην άλλη άκρη του δωματίου και ο Πωλ πέταξε πάνω της μια βαριά καρέκλα κάνοντας ένα δυνατό θόρυβο που σκέπασε σχεδόν τη φωνή του μεγαφώνου.

«Αργότερα η ομάδα των συνομηλίκων γίνεται το πιο σημαντικό πράγμα για το παιδί - ή σχεδόν. Tο αγόρι και τα κορίτσια που βλέπετε φοιτούν σ' ένα πρότυπο σχολείο στο Αρμστρονγκ. Θα παρατηρήσετε ότι δεν χρησιμοποιείται χρώμα για να σκεπάσει το μαύρο του διαστήματος πάνω από τον αεροκώδωνα τους».

Η κλειδαριά ξεκόλλησε από τον παραστάτη της πόρτας αλλά ένας αυτόματα κινούμενος υδραυλικός κύλινδρος την έκλεινε κάθε φορά που ένα χτύπημα της καρέκλας την άνοιγε. Ο Πωλ την πάτησε με τον ώμο του και πριν να προλάβει να ξανακλείσει έβαλε το γόνατό του εκεί που βρισκόταν η σπασμένη υποδοχή της κλειδαριάς. Μια επιχρωμιωμένη ατσάλινη βέργα παχιά σαν δάχτυλο είχε πέσει από την καρέκλα όταν τα χτυπήματά του έσπασαν το ξύλο και το πλαστικό που την κρατούσαν. Ύστερα από ένα δευτερόλεπτο αμηχανίας η Τζάνι άφησε κάτω το νεκρό αγόρι, έχωσε τη βέργα ανάμεσα στην πόρτα και τον παραστάτη και γλίστρησε έξω. Ο Πωλ την ακολούθησε αλλά την ίδια στιγμή η βέργα σηκώθηκε και η πόρτα έκλεισε πάνω στο πόδι του...
Ούρλιαξε ξανά και ξανά και μετά, μέσα στη σιωπή που ακολούθησε την κραυγή του, άκουσε το μεγάφωνο να μιλάει για την εκπαίδευση και την τρεμουλιαστή ανάσα των λυγμών της Τζάνι. Από τη χαραμάδα ανάμεσα στην πόρτα και τον παραστάτη, μέσα από τα δύο εκατοστά που την κρατούσε ανοιχτή ό,τι απέμενε από το δεξί του πόδι, διέκρινε το χλωμό πρόσωπο και τα τυφλά, μοχθηρά μάτια του νεκρού αγοριού, η θέληση του οποίου εξακολουθούσε να κρατάει τη βέργα μετέωρη στον αέρα. «Πέθανε!» του φώναξε ο Πωλ. «Πέθανε! Είσαι νεκρός!» Η βέργα έπεσε με θόρυβο κάτω.

«Αυτή η νεαρή γυναίκα», έλεγε το μεγάφωνο, «διάλεξε το επαγyελμα της ιατρικής. Θα γίνει γιατρός και λεει τώρα πως έχει γεννηθεί γι' αυτό. Θα περάσει την υπόλοιπη ζωή της ανακουφίζοντας τις δυστυχίες της ασθένειας».

Πέρασαν αρκετά λεπτά πριν να καταφέρει να δώσει στη Τζάνι να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.

«Μετά από την πενταετή της εκπαίδευση στις βασικές ιατρικές τεχνικές, θα ειδικευτεί ακόμη τρία χρόνια στη χειρουργική πριν να-»

Η Τζάνι χρειάστηκε αρκετή ώρα για να κόψει με τα δόντια της τον Αχίλλειο τένοντά του. Όταν τέλειωσε άρχισε να ξεσκίζει τους συνδέσμους που συνέδεαν τα οστά του ταρσού με το πόδι. Πάνω από τον πόνο αισθανόταν τα καυτά της δάκρυα να ξεπλένουν το αίμα από το πόδι του.