Philip
K. Dick
I Hope I Shall Arrive Soon (1985)
με τον Paul Williams
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Μετά την απογείωση, το πλοίο έβαλε εμπρός την καθιερωμένη διαδικασία για να ελέγξει την κατάσταση των 60 ατόμων που κοιμούνταν μέσα στις κρυονικές δεξαμενές του. Εντόπισε μια βλάβη στον αριθμό 9. Το εγκεφαλογράφημα έδειχνε νευρονική δραστηριότητα.
Σκατά, είπε μέσα του το πλοίο.
Πολύπλοκες ομοιοστατικές συσκευές συνδέθηκαν με το κύκλωμα τροφοδοσίας και το
πλοίο ήρθε σ' επαφή με τον αριθμό εννέα.
«Βρίσκεσαι σε μερική εγρήγορση» του είπε το πλοίο, χρησιμοποιώντας
την ψυχοτρονική οδό. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξυπνήσει εντελώς τον αριθμό
εννέα. Στο κάτω κάτω η πτήση θα διαρκούσε δέκα ολόκληρα χρόνια.
Θεωρητικά αναίσθητος, αλλά δυστυχώς απόλυτα ικανός να σκέφτεται, ο αριθμός εννέα
σκέφτηκε: Κάποιος μου μιλάει. Μετά είπε: «Πού βρίσκομαι; Δεν βλέπω τίποτε».
«Βρίσκεσαι σε ελαττωματική κρυονική νάρκη».
«Τότε δεν θα 'πρεπε να μπορώ να σε ακούω» είπε ο εννέα.
«Ελαττωματική, σου είπα. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, ότι μπορείς να με ακούς.
Ξέρεις πώς σε λένε; »
«Βίκτορ Κέμμιγκς. Ξύπνησέ με εντελώς».
«Είμαστε εν πτήσει».
«Τότε νάρκωσέ με».
«Μια στιγμή». Το πλοίο εξέτασε τους κρυονικούς μηχανισμούς, τον έλεγξε, μέτρησε
και μετά είπε: «Θα προσπαθήσω».

Η ώρα περνούσε. Ο Βίκτορ Κέμμιγκς, ανίκανος να
δει οτιδήποτε, σωματικά αναίσθητος,
εξακολουθούσε να διατηρεί τη συνειδητότητά του.
«Χαμήλωσε μου τη θερμοκρασία» είπε. Δεν μπορούσε
ν' ακούσει τη φωνή του, ίσως να το φαντάστηκε ότι
μίλησε. Χρώματα ανέμισαν προς το μέρος του και
μετά τον περικύκλωσαν. Του άρεσαν τα χρώματα. Του
θύμιζαν παιδικά κραγιόνια, εκείνα που ήταν
μισοζώντανα κάποια τεχνητή μορφή ζωής. Τα
χρησιμοποιούσε στο σχολείο πριν από 200 χρόνια.
«Δεν μπορώ να σε ναρκώσω» ακούστηκε μέσα στο
κρανίο του Κέμμιγκς η φωνή του πλοίου. «Η βλάβη
είναι σοβαρή. Δεν μπορώ να τη διορθώσω ούτε να
κάνω επισκευή. Θα διατηρήσεις τη συνείδησή σου
επί δέκα χρόνια».
Τα μισοζωντανά χρώματα όρμησαν και τον
περικύκλωσαν, τώρα όμως είχαν κάτι το απειλητικό,
δημιούργημα του φόβου του. «Θεέ μου» είπε. Δέκα
χρόνια! Τα χρώματα σκοτείνιασαν.
Ενώ ο Βίκτορ Κέμμιγκς έμενε ξαπλωμένος
παράλυτος και περιτριγυρισμένος από απειλητικές
χρωματικές ανταύγειες, το πλοίο του εξήγησε τα
μέτρα που σκόπευε να πάρει. Τα μέτρα αυτά δεν ήταν
προϊόν δικής του απόφασης. Το πλοίο ήταν
προγραμματισμένο να αναζητήσει αυτή τη λύση αν
προέκυπτε τέτοιου είδους βλάβη.
«Αυτό που θα κάνω» έφτασε στο κεφάλι του η φωνή
του πλοίου, «είναι να σε τροφοδοτήσω με
αισθητηριακά ερεθίσματα. Ο κίνδυνος που
διατρέχεις είναι η αισθητηριακή στέρηση. Αν
μείνεις συνειδητός επί δέκα χρόνια, χωρίς
αισθητηριακά δεδομένα, το μυαλό σου θα διαλυθεί.
Όταν φτάσουμε στο σύστημα LR4 θα είσαι φυτό».
«Και με τι σκοπεύεις να με τροφοδοτήσεις;» είπε
πανικόβλητος ο Κέμμιγκς. «Τι έχεις στις τράπεζες
πληροφοριών σου; Όλα τα βίντεο από τα φτηνά
σήριαλ του περασμένου αιώνα; Προτιμώ να με
ξυπνήσεις και να κόβω βόλτες».
«Δεν έχω καθόλου αέρα» είπε το πλοίο. «Ούτε τροφή.
Ούτε και κανέναν να κουβεντιάσεις αφού όλοι
είναι ναρκωμένοι».
«Μπορώ να μιλάω με σένα» είπε ο Κέμμιγκς.
«Μπορούμε να παίξουμε σκάκι».
«Όχι επί δέκα χρόνια. Ακουσε με καλά: σου είπα
ότι δεν έχω ούτε τροφή ούτε αέρα. Πρέπει να
μείνεις όπως είσαι... είναι η καλύτερη δυνατή
λύση. Μιλάς μ' εμένα αυτή τη στιγμή. Δεν διαθέτω
πολλές αποθηκευμένες πληροφορίες. Η τακτική μας
για παρόμοιες καταστάσεις είναι η εξής: θα σε
τροφοδοτώ με τις δικές σου ξεχασμένες αναμνήσεις
δίνοντας έμφαση στις πιο ευχάριστες. Έχεις
αναμνήσεις από διακόσια είκοσι χρόνια κι οι
περισσότερες απ' αυτές είναι βαθιά χαραγμένες
στο ασυνείδητό σου. Είναι μια καταπληκτική πηγή
αισθητηριακών δεδομένων για σένα. Μην το
παίρνεις κατάκαρδα. Η κατάστασή σου δεν είναι
μοναδική. Εμένα δεν μου έχει ξανασυμβεί, αλλά
είμαι προγραμματισμένος να την αντιμετωπίσω.
Ηρέμησε και δείξε μου εμπιστοσύνη. θα φροντίσω να
σου φτιάξω ένα κόσμο».
«Θα 'πρεπε να με είχαν προειδοποιήσει», είπε o
Κέμμιγκς, «πριν να μεταναστεύσω».
«Ηρέμησε» είπε το πλοίο.
Προσπάθησε να ηρεμήσει, ήταν όμως
τρομοκρατημένος. θεωρητικά θα έπρεπε να είχε
χάσει κάθε συνείδηση μέσα στην κρυονική νάρκη
και να ξυπνήσει μισό λεπτό αργότερα στο αστέρι
του προορισμού του - ή μάλλον στον πλανήτη, στον
πλανήτη-αποικία αυτού του άστρου. Όλος ο κόσμος
μέσα στο πλοίο. ήταν βυθισμένος στην πλήρη
αναισθησία, μόνον αυτός διέφερε, σαν να τον είχε
χτυπήσει για άγνωστους λόγους ένα κακό κάρμα. Και
το χειρότερο απ' όλα ήταν πως έπρεπε να
εξαρτιέται απόλυτα από την καλή θέληση του
πλοίου. Τι θα γινόταν αν αποφάσιζε να τον
τροφοδοτεί με τέρατα; Το πλοίο ήταν σε θέση να τον
τρομοκρατεί επί δέκα χρόνια - δέκα αντικειμενικά
χρόνια και γύρευε πόσα από υποκειμενική άποψη.
Βρισκόταν στην απόλυτη εξουσία του πλοίου, αυτή
ήταν η αλήθεια. Αραγε να τις γλεντούσαν αυτές τις
καταστάσεις τα διαστρικά πλοία; Δεν ήξερε και
πολλά πράγματα για τα διαστρικά πλοία, ο δικός
του τομέας ήταν η μικροβιολογία. Στάσου να
σκεφτώ, είπε μέσα του. Η πρώτη μου γυναίκα ήταν η
Μαρτίν, αυτή η χαριτωμένη Γαλλιδούλα που φόραγε
μπλουτζήν κι ένα κόκκινο πουκάμισο ανοιχτό ως τη
μέση κι έφτιαχνε θαυμάσιες κρέπες.
«Σε άκουσα» είπε το πλοίο. «Εντάξει λοιπόν».

Τα σκόρπια χρώματα κρυσταλλώθηκαν σε
οργανωμένα, συμπαγή σχήματα. Ένα κτίριο: ένα
μικρό, κίτρινο, ξύλινο σπίτι που είχε στο
Γουαϊόμιγκ όταν ήταν 19 χρονών. «Στάσου» είπε
πανικόβλητος. «Τα θεμέλιά του ήταν σάπια, ήταν
χτισμένο σε βαλτώδες έδαφος. Και η στέγη έτρεχε».
Είδε όμως την κουζίνα με το τραπέζι που είχε
φτιάξει μόνος του. Και ένιωσε ευχαριστημένος.
«Ύστερα από λίγο» είπε το πλοίο «θα ξεχάσεις ότι
σε τροφοδοτώ με τις ίδιες σου τις θαμμένες
αναμνήσεις».
«Έχω έναν αιώνα να το θυμηθώ αυτό το σπίτι» είπε
παραξενεμένος. Σαν σε όνειρο διέκρινε την παλιά
του ηλεκτρική καφετιέρα με το κουτάκι των
χάρτινων φίλτρων στο πλάι. Αυτό είναι το σπίτι
που έζησα με τη Μαρτίν, συνειδητοποίησε.
«Μαρτίν!» φώναξε δυνατά.
«Μιλάω στο τηλέφωνο» του απάντησε η Μαρτίν από το
καθιστικό.
Το πλοίο είπε: «Δεν θα ξαναεπέμβω παρά αν
παραστεί ανάγκη. Θα σε παρακολουθώ όμως για να
είμαι σίγουρος ότι τα πράγματα πάνε καλά. Μη
φοβάσαι.
«Κλείσε το δεξί πίσω μάτι της κουζίνας» του
φώναξε η Μαρτίν. Την άκουγε μα δεν την έβλεπε.
Προχώρησε από την κουζίνα στο καθιστικό
περνώντας από την τραπεζαρία. Στο βιντεόφωνο η
Μαρτίν συζητούσε ζωηρά με τον αδελφό της. Φορούσε
σορτς και ήταν ξυπόλητη. Από τα μπροστινά
παράθυρα του καθιστικού έβλεπε το δρόμο, ένα
φορτηγάκι προσπαθούσε, χωρίς επιτυχία, να
παρκάρει.
Κάνει ζέστη, σκέφτηκε. θα 'πρεπε να βάλω μπρος το
αιρ κοντίσιον.
Κάθισε στο παλιό ντιβάνι ενώ η Μαρτίν συνέχιζε τη βιντεοφωνική της συζήτηση και βρέθηκε να κοιτάζει το πιο αγαπημένο του απόκτημα, ένα κορνιζαρισμένο πόστερ στον τοίχο πάνω από το κεφάλι της Μαρτίν: το σκίτσο του Γκίλμπερτ Σέλτον «Ο Χοντρός Φρέντυ λέει» όπου ο Φρέντυ Φρηκ κάθεται με το γάτο του στην αγκαλιά και προσπαθεί να πει «Το σπιντ σκοτώνει» μα ο ίδιος είναι τόσο σπινταρισμένος κρατάει στο χέρι του κάθε δυνατή μορφή αμφεταμίνης, δισκία, χάπια, κάψουλες - που δεν καταφέρνει να το πει και ο γάτος του τρίζει τα δόντια κάνοντας μια γκριμάτσα απελπισίας και αηδίας ταυτόχρονα. Το πόστερ φέρνει την υπογραφή του ίδιου του Γκίλμπερτ Σέλτον - το έχει χαρίσει σ' αυτόν και στη Μαρτίν ο καλύτερος φίλος του Κέμμιγκς, ο Ρέη Τόρανς σαν γαμήλιο δώρο. Αξίζει πολλά λεφτά. Εχει υπογραφεί από τον ζωγράφο τότε, στα 1980, πολύ πριν γεννηθούν ο Βίκτορ Κέμμιγκς και η Μαρτίν.
Αν μείνουμε ποτέ χωρίς λεφτά, σκέφτηκε ο
Κέμμιγκς, μπορούμε να πουλήσουμε το πόστερ. Δεν
ήταν απλώς ένα πόστερ, ήταν το πόστερ. Η Μαρτίν το
λάτρευε. Οι Φανταστικοί Μαλλιαροί Αδελφοί Φρηκ -
από τη χρυσή εποχή μιας παλιάς χαμένης κοινωνίας.
Δεν ήταν περίεργο που την αγαπούσε τόσο την
Μαρτίν. Ήταν κι η ίδια γεμάτη αγάπη, αγαπούσε τις
ομορφιές του κόσμου, τις αντιμετώπιζε με στοργή
και ζεστασιά όπως και τον ίδιον. Ηταν μια
προστατευτική αγάπη που σε έτρεφε χωρίς να σε
πνίγει. Δική της ήταν η ιδέα να κορνιζάρουν το
πόστερ. Αν ήταν μόνος του θα το είχε κολλήσει
απλώς στον τοίχο, τόσο ανόητος ήταν.
«Ήρθα», είπε η Μαρτίν που είχε κλείσει τώρα το
βιντεόφωνο. «Τι σκέφτεσαι;»
«Πως κρατάς ζωντανό ό,τι αγαπάς».
«Έτσι δεν κάνουμε όλοι;» είπε η Μαρτίν. «Είσαι
έτοιμος για το φαγητό; Ανοιξε ένα μπουκάλι
κόκκινο κρασί, ένα καμπερνέ».
«Ένα '07 κάνει;» τη ρώτησε καθώς σηκωνόταν. Ένιωσε
την επιθυμία να πιάσει τη γυναίκα του και να τη
σφίξει στην αγκαλιά του.
«Ένα '07 ή ένα '12», τον πρόσταξε προχωρώντας προς
την κουζίνα μέσα από την τραπεζαρία.
Κατέβηκε στο κελάρι κι άρχισε να ψάχνει ανάμεσα
στα μπουκάλια που φυσικά ήταν αποθηκευμένα
οριζόντια. Κλεισούρα και υγρασία. Του άρεσε η
μυρωδιά του κελαριού, σε μια στιγμή όμως πρόσεξε
τις σανίδες από κοκκινόξυλο που ήταν
μισοθαμμένες μέσα στο χώμα και σκέφτηκε, πρέπει
να φέρω κάποιον να ρίξει ένα πέδιλο από τσιμέντο.
Ξέχασε το κρασί και προχώρησε ως την άλλη γωνία
που το χώμα έφτανε πιο ψηλά. Σκύβοντας χτύπησε
ελαφρά μια σανίδα... τη χτύπησε μ' ένα μυστρί και
μετά αναρωτήθηκε: Πού το βρήκα αυτό το μυστρί; Δεν
το είχα πριν από λίγο. Η σανίδα έγινε θρύψαλα κάτω
από το μυστρί. Ολόκληρο το σπίτι κινδυνεύει να
γκρεμιστεί, συνειδητοποίησε ξαφνικά.. Για τ'
όνομα του Θεού. Πρέπει να το πω στη Μαρτίν.
Ανέβηκε πάνω ξεχνώντας το κρασί και άρχισε να της λεει πως τα θεμέλια του σπιτιού είχαν σαπίσει σ' επικίνδυνο βαθμό. Όμως η Μαρτίν δεν ήταν πουθενά. Και τίποτε δεν έβραζε στη φωτιά, ούτε κατσαρόλια, ούτε τηγάνια. Έκπληκτος ακούμπησε το χέρι του στο μάτι και το βρήκε κρύο. Μα μόλις τώρα δεν μαγείρευε κάτι; αναρωτήθηκε.
«Μαρτίν!» φώναξε δυνατά.
Καμιά απάντηση. Εκτός από τη δική του παρουσία, το
σπίτι ήταν άδειο. Αδειο, σκέφτηκε, και
ετοιμόρροπο. Ω, θεέ μου. Κάθισε στο τραπέζι της
κουζίνας κι ένιωσε την καρέκλα να υποχωρεί
ελαφρά κάτω από το βάρος του. Δεν ήταν πολύ, αλλά
το ένιωσε, ένιωσε το βούλιαγμα.
Φοβάμαι, σκέφτηκε. Πού να πήγε;
Γύρισε στο καθιστικό. Ίσως να πήγε δίπλα να
δανειστεί κανένα μπαχαρικό ή βούτυρο ή κάτι άλλο,
είπε προσπαθώντας να καθησυχάσει τον εαυτό του.
Όμως ο πανικός άρχισε να τον πλημμυρίζει.
Κοίταξε το πόστερ. Δεν ήταν κορνιζαρισμένο. Και
οι άκρες του είχαν σχιστεί.
Το ξέρω ότι το έχει κορνιζώσει, σκέφτηκε. Έτρεξε
στην άλλη άκρη του δωματίου να το εξετάσει από
κοντά. Μισοσβησμένη... η υπογραφή του ζωγράφου
ήταν μισοσβησμένη, μόλις που διακρινόταν. Εκείνη
είχε επιμείνει να το κορνιζώσουν και μάλιστα
κάτω από ειδικό ματ γυαλί, χωρίς αντανακλάσεις.
Κι όμως ήταν ακορνιζάριστο και σχισμένο! Το πιο
πολύτιμο πράγμα που έχουμε!
Ξαφνικά βρέθηκε να κλαίει. Τον άφησαν κατάπληκτο
τα δάκρυά του. Η Μαρτίν έχει φύγει, το πόστερ
σχίστηκε, το σπίτι γκρεμίζεται, τίποτε δεν βράζει
στη φωτιά. Είναι τρομερό, σκέφτηκε. Και δεν
καταλαβαίνω τίποτε.
Το πλοίο καταλάβαινε τα πάντα. Το πλοίο είχε
παρακολουθήσει προσεκτικά τα σχήματα των
εγκεφαλικών κυμάτων του Βίκτορ Κέμμιγκς και
ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι κυματικοί
σχηματισμοί έδειχναν ταραχή και πόνο. Πρέπει να
τον βγάλω απ' αυτό το κύκλωμα αλλιώς θα τον
σκοτώσει, αποφάσισε το πλοίο. Μα πού βρίσκεται το
λάθος; αναρωτήθηκε. Λανθάνουσα ανησυχία, κρυφά
άγχη. Ίσως αν ανέβαζα το σήμα... Θα χρησιμοποιήσω
την ίδια πηγή ενισχύοντας όμως τη φόρτιση. Αυτό
που έγινε είναι ότι πήραν το πάνω χέρι οι
λανθάνουσες ανασφάλειές του. Το λάθος δεν είναι
δικό μου, πηγάζει από την ψυχολογική του
ιδιοσυστασία.
Θα δοκιμάσω με μια προηγούμενη περίοδο της ζωής
του, αποφάσισε το πλοίο. Πριν αποκρυσταλλωθούν τα
νευρωτικά άγχη.
Στην πίσω αυλή του σπιτιού ο Βίκτορ καθόταν και κοίταζε μια μέλισσα που είχε παγιδευτεί στον ιστό μιας αράχνης. Η αράχνη έδενε και ξανάδενε τη μέλισσα με μεγάλη προσοχή. Αυτό. δεν είναι σωστό, σκέφτηκε ο Βίκτορ. Θα την ελευθερώσω. Απλώνοντας το χέρι έπιασε τη χιλιοδεμένη μέλισσα, την τράβηξε από τον ιστό και κοιτάζοντάς την με απέραντη προσοχή άρχισε να την ξετυλίγει.
Η μέλισσα τον τσίμπησε, ένιωσε ένα κάψιμο, σαν να είχε πάρει φωτιά το χέρι του.
Γιατί με τσίμπησε; αναρωτήθηκε. Προσπαθούσα να
την ελευθερώσω.
Μπήκε μέσα να βρει τη μητέρα του και της το είπε,
μα εκείνη δεν τον άκουσε: έβλεπε τηλεόραση. Το
δάχτυλό του πονούσε εκεί που τον είχε τσιμπήσει η
μέλισσα, μα το πιο σημαντικό ήταν πως δεν
καταλάβαινε γιατί η μέλισσα είχε επιτεθεί στο
σωτήρα της. Δεν θα το ξανακάνω ποτέ, είπε μέσα του.
«Βάλε λίγο Μπακτίν» του είπε τελικά η μητέρα του,
ξεκολλώντας από την τηλεόραση.
Είχε αρχίσει να κλαίει. Ήταν άδικο. Δεν
καταλάβαινε τίποτε. Ήταν σαστισμένος και
απογοητευμένος κι ένιωσε μίσος για όλα τα μικρά
ζωντανά πράγματα που ήταν κουτά, χωρίς λογική.
Βγήκε από το σπίτι, έπαιξε για λίγο με την
κούνια του, με την τσουλήθρα του, με την άμμο του
και μετά μπήκε στο γκαράζ γιατί άκουσε ένα
περίεργο πετάρισμα, σαν ηλεκτρικό ανεμιστήρα.
Μέσα στο σκοτεινό γκαράζ είδε πως ένα πουλί
πετάριζε πάνω στο αραχνιασμένο πισινό παράθυρο
προσπαθώντας να βγει έξω. Από κάτω η γάτα, η
Ντόρκυ, πηδούσε ξανά και ξανά προσπαθώντας να
πιάσει το πουλί.
Ο Βίκτορ σήκωσε στην αγκαλιά του τη γάτα. Η γάτα
τέντωσε το κορμί και τα μπροστινά της πόδια,
τέντωσε τα σαγόνια της και δάγκωσε το πουλί.
Αστραπιαία η γάτα πήδησε κάτω κι εξαφανίστηκε
κρατώντας στο στόμα της το πουλί που ακόμη
πετάριζε.
Ο Βίκτορ έτρεξε κι αυτός στο σπίτι. «Η Ντορκυ
έπιασε ένα πουλί!» ανήγγειλε στη μητέρα του.
«Αυτή η καταραμένη γάτα». Η μητέρα του πήρε μια
σκούπα από το ντουλάπι της κουζίνας κι έτρεξε
έξω, προσπαθώντας να βρει την Ντόρκυ. Η γάτα όμως
είχε κρυφτεί κάτω από τις βατομουριές και δεν την
έφτανε με τη σκούπα. «Θα την ξεφορτωθώ αυτή τη
γάτα» είπε η μητέρα του.
Ο Βίκτορ δεν της είπε ότι είχε βοηθήσει τη γάτα
να φτάσει το πουλί. Παρακολουθούσε σιωπηλά τη
μητέρα του καθώς προσπαθούσε ξανά και ξανά να
ξετρυπώσει την Ντόρκυ από την κρυψώνα της. H
Ντόρκυ τραγάνιζε το πουλί - ακουγόταν ο ήχος από
κόκαλα που σπάζουν, μικρά κόκαλα. Ο Βίκτορ ένιωσε
ένα περίεργο συναίσθημα σαν να έπρεπε να πει στη
μητέρα του τι είχε κάνει κι όμως αν της το έλεγε
θα τον τιμωρούσε. Δεν θα το ξανακάνω, είπε μέσα
του. Συνειδητοποίησε ότι το πρόσωπό του είχε
γίνει κατακόκκινο. Κι αν το καταλάβαινε η μητέρα
του; Κι αν είχε κάποιο μυστικό τρόπο να τα
μαθαίνει όλα; H Ντόρκυ δεν μπορούσε να μιλήσει και
το πουλί ήταν νεκρό. Κανείς δεν θα το μάθαινε
ποτέ. Δεν κινδύνευε.
Ένιωθε άσχημα όμως. Το βράδυ δεν μπόρεσε να φάει
το φαγητό του. Το παρατήρησαν κι οι δυο γονείς
του. Φοβήθηκαν μήπως ήταν άρρωστος. Του έβαλαν
θερμόμετρο. Δεν είπε τίποτε γι' αυτό που είχε
κάνει. Η μητέρα του είπε στον πατέρα του για την
Ντόρκυ κι αποφάσισαν να την ξεφορτωθούν.
Καθισμένος στη θέση του στο τραπέζι, ο Βίκτορ
τους άκουσε κι έβαλε τα κλάματα.
«Εντάξει» είπε καθησυχαστικά ο πατέρας του. «Δεν
θα την ξεφορτωθούμε. Είναι φυσικό για μια γάτα να
πιάνει πουλιά».
Την άλλη μέρα καθόταν κι έπαιζε στο μικρό του
σκάμμα. Μερικά φυτά είχαν ξεπεταχτεί μέσα από την
άμμο. Τα ξερίζωσε. Αργότερα η μητέρα του του είπε
πως δεν ήταν καλό αυτό που έκανε.
Μόνος του στην πίσω αυλή καθισμένος στο σκάμμα
του δίπλα σ' ένα κουβαδάκι νερό έφτιαχνε ένα
μικρό λοφάκι από υγρή άμμο. Ο ουρανός, που ήταν
γαλανός και καθαρός, άρχισε σιγά σιγά να
σκοτεινιάζει. Μια σκιά πέρασε πάνω του και ο
Βίκτορ σήκωσε τα μάτια.
Αισθάνθηκε μια παρουσία γύρω του, κάτι απέραντο
που μπορούσε να σκέφτεται.
Είσαι υπεύθυνος για το θάνατο του πουλιού,
σκέφτηκε η παρουσία. Ο Βίκτορ καταλάβαινε τις
σκέψεις της.
«Το ξέρω» είπε. Ευχήθηκε τότε να πέθαινε.
Να έπαιρνε τη θέση του πουλιού και να πέθαινε
αντί για εκείνο, αφήνοντάς το έτσι όπως ήταν να
πεταρίζει πάνω στο αραχνιασμένο παράθυρο του
γκαράζ.
Το πουλί ήθελε να πετάει, να τρώει, να ζει,
σκέφτηκε η παρουσία.
«Ναι» είπε ο Βίκτορ απελπισμένος.
Ποτέ δεν πρέπει να το ξανακάνεις αυτό, του
είπε η παρουσία.
«Λυπάμαι» είπε ο Βίκτορ κι άρχισε να κλαιει.

Έχουμε να κάνουμε με πολύ νευρωτική
προσωπικότητα, συνειδητοποίησε το πλοίο. Θα
δυσκολευτώ πολύ να του βρω ευτυχισμένες
αναμνήσεις. Έχει μέσα του τόσο φόβο και τόση
ενοχή! Τα έχει θάψει όλα βαθιά κι όμως μένουν εκεί
και τον βασανίζουν σαν το σκύλο που δαγκώνει ένα
κουρελόπανο. Πού να ψάξω αναμνήσεις που να του
δίνουν κάποια παρηγοριά; Πρέπει να βρω
αναμνήσεις για δέκα χρόνια, αλλιώς το μυαλό του
θα καταρρεύσει.
Ίσως, σκέφτηκε το πλοίο, το λάθος να είναι η
περιοχή της επιλογής που κάνω. Θα 'πρεπε να τον
αφήσω να διαλέξει αυτός τις αναμνήσεις του.
Ωστόσο, σκέφτηκε το πλοίο, κάτι τέτοιο θα
επέτρεπε την εισαγωγή ενός στοιχείου
φαντασίωσης. Πράγμα που συνήθως δεν είναι καλό.
Όπως και να 'ναι πάντως...
Θα ξαναδοκιμάσω το κομμάτι με τον πρώτο του γάμο,
αποφάσισε το πλοίο. Την αγαπούσε πραγματικά τη
Μαρτίν. Ίσως αυτή τη φορά αν κρατήσω σε υψηλότερο
επίπεδο την ένταση των αναμνήσεων, να
αποκλειστεί ο παράγων εντροπία. Αυτό που συνέβη
ήταν μια αδιόρατη διολίσθηση του αναμνηστικού
κόσμου, μια δομική εκτροπή. Θα προσπαθήσω να το
επανορθώσω. Να δούμε.
«Πιστεύεις ότι το έχει υπογράψει πραγματικά o
Γκίλμπερτ Σέλτον;» είπε σκεφτικά η Μαρτίν.
Στεκόταν μπροστά στο πόστερ με σταυρωμένα χέρια.
Κουνιόταν ελαφρά μπρος-πίσω σαν να αναζητούσε
την καλύτερη οπτική γωνία για να κοιτάξει το
ζωηρά χρωματισμένο σκίτσο που κρεμόταν στον
τοίχο του καθιστικού τους. «Θέλω να πω ότι μπορεί
να έχει πλαστογραφηθεί. Από κάποιον έμπορο. Τότε
που ζούσε ο Σέλτον ή και μετά».
«Η βεβαίωση αυθεντικότητας...» της θύμισε ο
Βίκτορ Κέμμιγκς.
«Α, ναι, έχεις δίκιο!» του χαμογέλασε με το ζεστό
της χαμόγελο. «Ο Ρέη μας έδωσε και βεβαίωση μαζί.
Για φαντάσου όμως να είναι και η βεβαίωση πλαστή;
Τότε θα χρειαζόμαστε μια δεύτερη βεβαίωση που να
βεβαιώνει την αυθεντικότητα της πρώτης».
Γελώντας απομακρύνθηκε από το πόστερ.
«Και τελικά» είπε ο Κέμμιγκς «θα 'πρεπε να
φέρουμε τον ίδιο τον Γκίλμπερτ Σέλτον εδώ για να
βεβαιώσει ότι η υπογραφή είναι δική του».
«Ίσως και να μην ξέρει. Λένε μια ιστορία για
κάποιον που έδειξε στον Πικάσσο ένα πίνακά του
και τον ρώτησε αν είναι αυθεντικός. Ο Πικάσο τον
υπέγραψε επιτόπου και είπε: «Τώρα είναι
αυθεντικός». Αγκάλιασε τον Κέμμιγκς και πατώντας
στις μύτες των ποδιών της τον φίλησε στο μάγουλο.
«Είναι αυθεντικό. Ο Ρέη δεν θα μας χάριζε ποτέ ένα
πλαστό πόστερ. Είναι ο μεγαλύτερος εξπέρ πάνω
στην τέχνη της αντικουλτούρας του Εικοστού
Αιώνα. Ξέρεις ότι έχει ένα γνήσιο γραμμάριο
ναρκωτικό; Διατηρείται μέσα σε -»
«Ο Ρέη είναι νεκρός» είπε ο Βίκτορ.
«Τι;» Τον κοίταξε έκπληκτη. «Θέλεις να πεις πως
κάτι του συνέβη από την τελευταία φορά που -»
«Πάνε δυο χρόνια που έχει πεθάνει» είπε ο
Κέμμιγκς. «Εγώ φταίω. Εγώ οδηγούσα το αυτοκίνητο.
Δεν μου έκανε μήνυση η αστυνομία, αλλά εγώ
έφταιγα»,
«Ο Ρέη ζει στον Αρη!» Τον κοίταξε χωρίς να
καταλαβαίνει.
«Ξέρω πως ήταν δικό μου το λάθος. Δεν σου είπα
τίποτε. Δεν το είπα σε κανέναν. Λυπάμαι. Δεν το
έκανα επίτηδες. Το είδα να πεταρίζει πάνω στο
παράθυρο και την Ντόρκυ να προσπαθεί να το φτάσει
και σήκωσα την Ντόρκυ στην αγκαλιά μου και δεν
ξέρω γιατί μα η Ντόρκυ το άρπαξε και -»
«Κάθισε κάτω, Βίκτορ». Η Μαρτίν τον οδήγησε σε μια
βαθιά πολυθρόνα και τον έβαλε να καθίσει. «Κάτι
δεν πάει καλά».
«Το ξέρω» της είπε. «Κάτι δεν πάει καθόλου καλά.
Είμαι υπεύθυνος γιατί χάθηκε μια ζωή, μια
πολύτιμη ζωή που ποτέ δεν θα αντικατασταθεί.
Λυπάμαι. Θα 'θελα πολύ να επανορθώσω αλλά δεν
γίνεται»
Ύστερα από λίγο η Μαρτίν του είπε: «Τηλεφώνησε
στον Ρέη».
«Η γάτα -» είπε ο Βίκτορ.
«Ποια γάτα;»
«Εκεί» της έδειξε. «Στο πόστερ. Στην αγκαλιά του
Χοντρού Φρέντυ. Είναι η Ντόρκυ. Η Ντόρκυ σκότωσε
τον Ρέη».
Σιωπή. «Μου το είπε η παρουσία», συνέχισε ο
Κέμμιγκς. «Ήταν ο Θεός. Δεν το συνειδητοποίησα
τότε, μα o Θεός με είδε να διαπράττω το έγκλημα. Το
φόνο. Και δεν θα με συγχωρέσει ποτέ».
Η γυναίκα του τον κοίταζε μουδιασμένη.
«Ο Θεός βλέπει τα πάντα όσα κάνουμε» είπε o
Κέμμιγκς. «Βλέπει ακόμη και το σπουργίτι που
πέφτει από το κλαδί. Μόνο που σ' αυτή την
περίπτωση δεν έπεσε, το άρπαξε η γάτα. Το άρπαξε
στον αέρα και το 'κανε κομματάκια. Ο Θεός
γκρεμίζει αυτό το σπίτι που είναι το σώμα μου για
να μου ξεπληρώσει αυτό που έκανα. Θα 'πρεπε να
φέρναμε ένα μηχανικό να δει το σπίτι πριν να το
αγοράσουμε. Καταρρέει συνέχεια. Σ' ένα χρόνο δεν
θα 'χει μείνει τίποτε. Δεν με πιστεύεις;»
Η Μαρτίν δίστασε. «Δεν -»
«Κοίτα». Ο Κέμμιγκς σήκωσε τα χέρια του ψηλά.
Σηκώθηκε όρθιος. Τεντώθηκε: δεν μπορούσε να
φτάσει το ταβάνι. Πλησίασε στον τοίχο και μετά,
ύστερα από μια μικρή παύση, πέρασε το χέρι του
μέσα από τον τοίχο.
Η Μαρτίν ούρλιαξε.

Το πλοίο απέσυρε αστραπιαία τη μνημονική
ανασύνθεση αλλά το κακό είχε γίνει.
Έχει πλέξει τους παλιούς του φόβους και την ενοχή
του σ' ένα σφιχτό κουβάρι, είπε μέσα του το πλοίο.
Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τον τροφοδοτήσω με
μια ευχάριστη ανάμνηση γιατί τη μολύνει
αυτομάτως. Όσο ευχάριστη και να ήταν η αρχική
εμπειρία. Η κατάσταση είναι σοβαρή, αποφάσισε το
πλοίο. Ο άνθρωπος αυτός παρουσιάζει ήδη ψυχωσικά
συμπτώματα. Και το ταξίδι μόλις άρχισε. Έχουμε
χρόνια και χρόνια μπροστά μας.
Αφού αφιέρωσε κάποιο χρόνο στη μελέτη της
κατάστασης, το πλοίο αποφάσισε να απευθυνθεί και
πάλι στον ίδιο τον Κέμμιγκς.
«Κύριε Κέμμιγκς» του είπε.
«Λυπάμαι πολύ» είπε ο Κέμμιγκς. «Δεν ήθελα να τις
χαλάσω αυτές τις μνημονικές ανασυνθέσεις. Εσείς
κάνατε καλή δουλειά εγώ όμως -»
«Μια στιγμή» είπε το πλοίο. «Δεν είμαι κατάλληλα
εξοπλισμένος για να σας αντιμετωπίσω ψυχιατρικά.
Είμαι ένας απλός μηχανισμός και τίποτε παραπάνω.
Τι είναι αυτό που ζητάτε; Πού θα θέλατε να είσαστε
αυτή τη στιγμή και τι θα θέλατε να κάνατε;»
«Θέλω να φτάσω στον προορισμό μου» είπε ο
Κέμμιγκς. «Θέλω να τελειώσει αυτό το ταξίδι».
Α, σκέφτηκε το πλοίο. Να ποια είναι η λύση.
Ένα ένα τα κρυονικά συστήματα έπαψαν να
λειτουργούν. 'Ενας ένας οι άνθρωποι ξαναγύρισαν
στη ζωή και μαζί τους ο Βίκτορ Κέμμιγκς. Αυτό που
τον εντυπωσίασε πιο πολύ ήταν που δεν είχε
καταλάβει καθόλου το πέρασμα του χρόνου. Είχε
μπει στο θάλαμο, είχε ξαπλώσει, είχε νιώσει τη
μεμβράνη να τον καλύπτει και τη θερμοκρασία που
άρχισε να πέφτει
Και τώρα στεκόταν όρθιος στην εξωτερική εξέδρα
του πλοίου, στην εξέδρα αποβίβασης και κοίταζε το
χλοερό πλανητικό τοπίο. Αυτός είναι λοιπόν ο
LR4-έξι, ο κόσμος που με περιμένει για ν' αρχίσω μια
νέα ζωή.
«Ωραίος φαίνεται» είπε μια χοντροκαμωμένη
γυναίκα δίπλα του.
«Ναι» συμφώνησε κι ένιωσε την αίσθηση του
καινούριου να τον κατακλύζει με την υπόσχεση
μιας νέας αρχής. Κάτι καλύτερο από ό,τι είχε
γνωρίσει τα τελευταία 200 χρόνια. Είμαι ένας
καινούριος άνθρωπος σ' ένα καινούριο κόσμο,
σκέφτηκε. Κι ένιωσε χαρούμενος.
Τα χρώματα τον περικύκλωσαν σαν μισοζώντανα
παιδικά κραγιόνια. Φωτεινά μετέωρα, σκέφτηκε.
Βέβαια υπάρχει μεγάλος ιονισμός στην ατμόσφαιρα
αυτού του πλανήτη. «Τσάμπα φωτορυθμικά», όπως
έλεγαν τότε στον Εικοστό Αιώνα.
«Κύριε Κέμμιγκς» τον φώναξε μια φωνή. Ένας
ηλικιωμένος άντρας τον είχε πλησιάσει για να του
μιλήσει. «Ονειρευτήκατε καθόλου;»
«Στη διάρκεια της νάρκης;» είπε ο Κέμμιγκς. «'Όχι,
δεν θυμάμαι τίποτε τέτοιο».
«Εγώ νομίζω πως ονειρεύτηκα» είπε ο ηλικιωμένος
κύριος. «Να σας πιάσω λίγο στη ράμπα καθόδου; Τα
πόδια μου τρέμουν. Ο αέρας φαίνεται κάπως αραιός.
Τον βρίσκετε κι εσείς αραιό;»
«Μη φοβόσαστε» του είπε ο Κέμμιγκς. Έπιασε τον
ηλικιωμένο από το χέρι. «Θα σας βοηθήσω να
κατεβείτε τη ράμπα. Να, κοιτάξτε, έρχεται ένας
ξεναγός προς το μέρος μας. Αυτός θα κανονίσει
όλες τις διαδικασίες εισόδου μας, είναι μέσα στη
συμφωνία. Θα μας πάνε σ' ένα ξενοδοχείο όπου θα
μας προσφέρουν όλες τις ανέσεις. Διαβάστε το
φυλλάδιό σας». Χαμογέλασε στον ανήσυχο
ηλικιωμένο για να τον καθησυχάσει.
«Θα περίμενε κανείς να έχουν ατονήσει εντελώς οι
μυς μετά από δέκα χρόνια νάρκης» είπε ο
ηλικιωμένος.
«Είναι όπως γίνεται και με τον κατεψυγμένο
αρακά» είπε ο Κέμμιγκς. Στηρίζοντας το φοβισμένο
γέρο κατέβηκε τη ράμπα ως το έδαφος. «Μπορείς να
τον διατηρήσεις αιωνίως φτάνει να τον καταψύξεις
σωστά».
«Το όνομά μου είναι Σέλτον» είπε ο ηλικιωμένος
άντρας.
«Πώς;» είπε ο Κέμμιγκς και κοντοστάθηκε. Ένα
περίεργο συναίσθημα τον διαπέρασε.
«Ντον Σέλτον» είπε ο ηλικιωμένος και άπλωσε το
χέρι του. Ο Κέμμιγκς άπλωσε σαν αυτόματο το δικό
του κι έσφιξαν τα χέρια. «Τι συμβαίνει κύριε
Κέμμιγκς; Δεν νιώθετε καλά;»
«Όχι, εντάξει» είπε. «Είμαι πολύ καλά. Μόνο που
πεινάω. Θα 'θελα να έτρωγα κάτι. Ανυπομονώ να
φτάσουμε στο ξενοδοχείο να κάνω ένα ντους και ν'
αλλάξω». Αναρωτήθηκε πού να ήταν οι αποσκευές
τους. Το πλοίο μπορεί να χρειαζόταν και μια
ολόκληρη ώρα για να τις κατεβάσει. Το πλοίο δεν
ήταν ιδιαίτερα έξυπνο.
Σ' ένα προσωπικό κι εμπιστευτικό τόνο ο γηραιός
κύριος Σέλτον του είπε: «Ξέρετε τι έχω φέρει μαζί
μου; Μια μποτίλια μπέρμπον Γουάιλντ Τέρκυ. Το
καλύτερο μπέρμπον της Γης. Θα το φέρω στο δωμάτιό
σας και θα το πιούμε παρέα». Τον σκούντησε με τον
αγκώνα συνωμοτικά.
«Δεν πίνω» είπε ο Κέμμιγκς. «Μόνο κρασί».
Αναρωτήθηκε αν υπήρχαν καλά κρασιά σ' αυτή τη
μακρινή αποικία. 'Οχι πια μακρινή. 'Επρεπε να κάνω
σαν τον κύριο Σέλτον και να κουβαλήσω μερικές
μποτίλιες μαζί μου.
Σέλτον. Τι του θύμιζε το όνομα; Κάτι από το
μακρινό παρελθόν του, τα παλιά πρώτα χρόνια. Κάτι
πολύτιμο που είχε σχέση με καλό κρασί και μια
όμορφη γλυκιά κοπέλα που έφτιαχνε κρέπες σε μια
παλιομοδίτικη κουζίνα. Μνήμες οδυνηρές, μνήμες
που πονούσαν.
Τώρα στεκόταν όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του στο
δωμάτιο του ξενοδοχείου, με ανοιχτή τη βαλίτσα.
Στη γωνία ένα τηλεοπτικό ολογράφημα έδειχνε τις
ειδήσεις: το αγνόησε αλλά δεν το έσβησε επειδή
του άρεσε να ακούει την ανθρώπινη φωνή.
Ονειρεύτηκα καθόλου; ρώτησε τον εαυτό του. Αυτά
τα δέκα χρόνια που πέρασαν;
Το χέρι του τον πονούσε. Κοιτάζοντάς το, είδε πάνω
του μια κοκκινίλα, σαν να τον είχε τσιμπήσει κάτι.
Με τσίμπησε μια μέλισσα, συνειδητοποίησε. Πότε
όμως; Πού; Όταν βρισκόμουνα σε κρυονική νάρκη;
Αδύνατον. Κι όμως έβλεπε το κοκκίνισμα κι ένιωθε
τον πόνο. Πρέπει να βρω κάτι να του βάλω, σκέφτηκε.
Θα υπάρχει οπωσδήποτε ένας ρομπογιατρός μέσα στο
ξενοδοχείο - είναι πρώτης κατηγορίας.
Όταν έφτασε ο ρομπογιατρός κι άρχισε να
περιποιείται το χέρι του, ο Κέμμιγκς του είπε:
«Αυτό το έπαθα για τιμωρία που σκότωσα το πουλί».
«Αλήθεια;» είπε ο ρομπογιατρός.
«Οτιδήποτε είχε αξία για μένα μου το πήραν» του
εξήγησε ο Κέμμιγκς. «Τη Μαρτίν, το πόστερ, το
παλιό μου σπιτάκι με το κρασί στο κελάρι. Είχαμε
τα πάντα και τώρα έχουν χαθεί. Η Μαρτίν με
παράτησε εξαιτίας του πουλιού».
«Του πουλιού που σκότωσες» είπε ο ρομπογιατρός.
«Με τιμώρησε ο Θεός. Μου πήρε ό,τι πολύτιμο είχα
εξαιτίας της αμαρτίας μου. Δεν έφταιγε η Ντόρκυ,
εγώ αμάρτησα».
«Μα δεν ήσουνα παρά ένα μικρό αγοράκι» είπε o
ρομπογιατρός.
«Πώς το ξέρεις αυτό;» είπε ο Κέμμιγκς. Τράβηξε
απότομα το χέρι του από τα χέρια του γιατρού.
«Κάτι δεν πάει καλά. Δεν έπρεπε να το ξέρεις
αυτό».
«Μου το είπε η μητέρα σου», του είπε ο
ρομπογιατρός.
«Η μητέρα μου δεν ήξερε τίποτε!»
«Το μάντεψε. Η γάτα δεν είχε τρόπο να φτάσει το
πουλί αν δεν τη βοηθούσες εσύ».
«Ώστε όλα τα χρόνια που εγώ μεγάλωνα εκείνη το
ήξερε. Δεν είπε όμως τίποτε, ποτέ».
«Ξέχασέ το τώρα» είπε ο ρομπογιατρός.
Ο Κέμμιγκς του είπε: «Δεν νομίζω πως υπάρχεις.
Είναι εντελώς αδύνατο να τα ξέρεις αυτά τα
πράγματα. Βρίσκομαι ακόμη σε κρυονική νάρκη και
το πλοίο με τροφοδοτεί με τις θαμμένες
αναμνήσεις μου. Για να μην πάθω ψύχωση από
αισθητηριακή στέρηση».
«Δεν θα μπορούσες να έχεις ανάμνηση από το τέλος
του ταξιδιού».
«Ονειρική εκπλήρωση επιθυμίας, τότε. Είναι το
ίδιο πράγμα. Θα στο αποδείξω. Έχεις ένα
κατσαβίδι;»
« Γιατί;»
«Θα ξεβιδώσω την πλάτη της τηλεόρασης και θα
δεις. Δεν υπάρχει τίποτε μέσα, ούτε μηχανισμός,
ούτε εξαρτήματα, ούτε σασί - τίποτε».
«Δεν έχω κατσαβίδι».
«Ένα μαχαιράκι τότε. Έχεις ένα στη χειρουργική
σου τσάντα». Σκύβοντας ο Κέμμιγκς έπιασε ένα
μικρό νυστέρι. «Αυτό μου κάνει. Αν σου αποδείξω
αυτό που λεω θα με πιστέψεις;»
«Αν δεν υπάρχει τίποτε μέσα στο κουτί της
τηλεόρασης -»
Μισοκαθίζοντας ο Κέμμιγκς έβγαλε τις βίδες που
κρατούσαν στη θέση της την πλάτη της συσκευής.
Τράβηξε την πλάτη και την απέθεσε στο πάτωμα.
Δεν υπήρχε τίποτε μέσα στο κουτί της
τηλεόρασης. Κι ωστόσο το χρωματιστό ολογράφημα
συνέχιζε να γεμίζει ένα τέταρτο του δωματίου και
η φωνή του παρουσιαστή έβγαινε από την
τρισδιάστατη εικόνα του.
«Παραδέξου ότι είσαι το πλοίο» είπε ο Κέμμιγκς
στον ρομπογιατρό.
«Αντε πάλι!» είπε ο ρομπογιατρός.
Αντε πάλι, είπε μέσα του το πλοίο.
Και να σκεφτείς ότι έχω σχεδόν δέκα χρόνια
μπροστά μου με την ίδια γεύση. Μολύνει αθεράπευτα
τις παιδικές του εμπειρίες με ενοχή. Φαντάζεται
ότι τον άφησε η γυναίκα του επειδή όταν ήταν
τεσσάρων χρόνων βοήθησε μια γάτα να πιάσει ένα
πουλί. Η μόνη λύση θα ήταν να ξαναγύριζε κοντά του
η Μαρτίν-πώς θα το καταφέρω όμως αυτό; Μπορεί να
έχει πεθάνει. Υπάρχουν όμως και κάποιες
πιθανότητες, σκέφτηκε το πλοίο, να ζει ακόμη. Ίσως
να μπορούσε να πειστεί να κάνει κάτι για. να σώσει
την ψυχική υγεία του πρώην συζύγου της. Οι
άνθρωποι έχουν συχνά πολύ καλές παρορμήσεις. Και
μετά από δέκα χρόνια θα χρειαστούν τρομερές
προσπάθειες για να σωθεί - ή μάλλον για να
αποκατασταθεί η ψυχική του υγεία. Πρέπει να γίνει
κάτι δραστικό, κάτι που δεν μπορώ να κάνω μόνος
μου.
Στο μεταξύ δεν μου μένει τίποτε άλλο από το να
ανακυκλώνω τη φαντασιακή άφιξη του πλοίου στον
προορισμό του. Θα τον φτάσω μέχρι την άφιξη,
αποφάσισε το πλοίο, μετά θα σβήσω τη μνήμη του και
θα του δώσω τη συνέχεια.
Βυθισμένος μέσα σε κρυονική νάρκη - σε
ελαττωματική κρυονική νάρκη - ο Βίκτορ Κέμμιγκς
φαντάστηκε, για μια φορά ακόμη ότι το πλοίο
προσγειωνόταν και ότι ξυπνούσε από τη νάρκη του.
«Ονειρευτήκατε καθόλου;» τον ρώτησε μια
χοντροκαμωμένη γυναίκα καθώς η ομάδα των
επιβατών συγκεντρωνόταν στην εξωτερική
εξέδρα.«Εγώ έχω την εντύπωση πως ονειρεύτηκα.
Σκηνές από τα πρώτα μου χρόνια... εδώ κι έναν
αιώνα».
«Δεν θυμάμαι τίποτε» είπε ο Κέμμιγκς. Βιαζόταν να
φτάσει στο ξενοδοχείο. Ένα ντους και μια καθαρή
αλλαξιά ήταν ό,τι έπρεπε για το ηθικό του. Ένιωθε
ένα πλάκωμα κι αναρωτήθηκε γιατί.
«Να ο ξεναγός μας» είπε μια ηλικιωμένη κυρία.
«Θα μας συνοδεύσουν ως τα δωμάτιά μας».
«Είναι μέσα στη συμφωνία» είπε ο Κέμμιγκς. Η
κατάθλιψή του συνέχιζε. Οι άλλοι έδειχναν τόσο
κεφάτοι, τόσο γεμάτοι ζωή, αυτός όμως ένιωθε μόνο
κάτι σαν κούραση, ένα σφίξιμο σαν να μην άντεχε τη
βαρύτητα του πλανήτη. Ίσως να φταιει αυτό
πραγματικά, είπε μέσα του. Σύμφωνα με το φυλλάδιο
όμως η βαρύτητα εδώ ήταν ίδια με της Γης - ένα από
τα κυριότερα πλεονεκτήματα του νέου πλανήτη.
Μουδιασμένος προχώρησε αργά στη ράμπα,
βαδίζοντας διστακτικά και κρατώντας την
κουπαστή. Έτσι κι αλλιώς δεν την αξίζω αυτή τη νέα
ευκαιρία για ζωή, συνειδητοποίησε. Μόνο τις
κινήσεις κάνω... Δεν μοιάζω μ' αυτούς τους άλλους
ανθρώπους. Κάτι δεν πάει καλά με μένα. Δεν μπορώ
να θυμηθώ τι είναι, κι όμως υπάρχει κάτι. Κάτι
μέσα μου. Μια πικρή αίσθηση οδύνης. 'Η
αναξιότητας.
Ένα έντομο προσγειώθηκε στη ράχη του χεριού του
Κέμμιγκς, ένα γέρικο έντομο, κουρασμένο να
πετάει. Ο Κέμμιγκς κοντοστάθηκε κι έμεινε να το
κοιτάει καθώς σερνόταν πάνω στις αρθρώσεις του.
Θα μπορούσα να το λιώσω, σκέφτηκε. Είναι τόσο
φανερά άρρωστο, έτσι κι αλλιώς δεν θα ζήσει πολύ.
Το έλιωσε - κι ένιωσε μέσα του μια απέραντη φρίκη.
Τι έκανα; ρώτησε τον εαυτό του. Μόλις έφτασα σ'
αυτό τον τόπο κι αφάνισα μια μικρή ζωή. Αυτή είναι
η νέα μου αρχή;
Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το πλοίο. Ίσως θα
'πρεπε να ξαναγυρίσω πίσω, στέφτηκε. Να τους πω να
με βάλουνε στην ψύξη για πάντα. Είμαι ένας
άνθρωπος ένοχος, ένας άνθρωπος που καταστρέφει.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Και βαθιά μέσα στο μηχανισμό σκέψης του το
διαστρικό πλοίο αναστέναξε απαυδισμένο.
Μέσα στα δέκα ατέλειωτα χρόνια που κράτησε το
ταξίδι στο σύστημα LR4, το πλοίο είχε όλο τον καιρό
να βρει τη Μαρτίν Κέμμιγκς. Της εξήγησε την
κατάσταση. Η Μαρτίν είχε μεταναστεύσει σε ένα
μεγάλο δορυφορικό θόλο στο σύστημα του Σείριου,
δεν της άρεσε η ζωή εκεί και τώρα επέστρεφε στη
Γη. Ξυπνώντας από την κρυονική της νάρκη, άκουσε
αυτά που της είπαν και συμφώνησε να βρίσκεται
στον πλανήτη LR4 όταν θα έφτανε ο πρώην σύζυγός
της, αν βέβαια ήταν δυνατό αυτό.
Ευτυχώς ήταν δυνατό.
«Δεν νομίζω πως θα με αναγνωρίσει» είπε στο πλοίο
η Μαρτίν. «Έχω αφεθεί να γεράσω. Δεν συμφωνώ να
σταματάει κανείς εντελώς το πέρασμα του χρόνου».
Θα είναι τυχερός αν είναι σε θέση να αναγνωρίζει
οτιδήποτε, σκέφτηκε το πλοίο.
Στο διαστημικό διαστημοδρόμιο της αποικίας LR4 η Μαρτίν στεκόταν και περίμενε να εμφανιστούν οι ταξιδιώτες στην εξωτερική εξέδρα του πλοίου. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον πρώην σύζυγό της. Φοβόταν λιγάκι αλλά ήταν ευχαριστημένη που έφτασε εγκαίρως στον LR4. Μόλις που πρόλαβε. Αλλη μια βδομάδα και το πλοίο του θα έφτανε πριν από το δικό της. Η τύχη είναι με το μέρος μου, είπε μέσα της κοιτάζοντας το διαστρικό πλοίο που είχε μόλις προσεδαφιστεί.
Ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στην εξέδρα. Τον
διέκρινε. 'Ο Βίκτορ είχε αλλάξει πολύ λίγο.
Τον είδε να κατεβαίνει τη ράμπα κρατώντας την
κουπαστή σαν να ήταν κουρασμένος και
διστακτικός, τον πλησίασε χώνοντας βαθιά τα
χέρια της στις τσέπες του παλτού της. Ένιωθε
αμηχανία κι όταν μίλησε η φωνή της μόλις
ακουγόταν.
«Γεια σου, Βίκτορ», κατάφερε τελικά να πει.
Ο άντρας κοντοστάθηκε, την κοίταξε. «Σε γνωρίζω
της είπε».
«Είμαι η Μαρτίν».
Χαμογέλασε και της άπλωσε το χέρι. «Έμαθες για το
μπέρδεμα στο πλοίο;»
«Το πλοίο με βρήκε». Έπιασε το χέρι του και το
κράτησε. «Τι ταλαιπωρία».
«Ναι, φοβερή» της είπε. «Αυτή η αέναη ανακύκλωση
των αναμνήσεων. Σου είπα ποτέ για μια μέλισσα που
προσπάθησα να σώσω από τον ιστό μιας αράχνης όταν
ήμουνα τεσσάρων χρονών; Το ηλίθιο πλάσμα με
τσίμπησε». Έσκυψε και τη φίλησε. «Χαίρομαι που σε
ξαναβλέπω» είπε.
«Σου είπε το πλοίο ότι -»
«Είπε ότι θα προσπαθούσε να σε φέρει εδώ. Δεν ήταν
σίγουρο όμως ότι θα τα κατάφερνε».
Καθώς περπατούσαν προς τα κτίρια υποδοχής, η
Μαρτίν του είπε: «Στάθηκα τυχερή. Κατάφερα να με
μεταφέρουν σ' ένα στρατιωτικό όχημα, ένα πλοίο
υπερυψηλής ταχύτητας που έτρεχε σαν τρελό. Ένα
εντελώς νέο σύστημα προώθησης».
Ο Βίκτορ Κέμμιγκς της είπε: «Έχω περάσει
περισσότερο χρόνο απ' οποιοδήποτε άλλο θνητό
χωμένος μέσα στο ασυνείδητό μου. Πολύ χειρότερα
από τις ψυχαναλύσεις του Εικοστού Αιώνα. Πάλι και
πάλι με το ίδιο υλικό. Το ήξερες ότι φοβόμουνα τη
μητέρα μου;»
«Να δεις εγώ πόσο τη φοβόμουνα!» είπε η Μαρτίν.
Στέκονταν στο χώρο εκφόρτωσης των αποσκευών
περιμένοντας να δουν τις δικές του. «Αυτός ο
πλανήτης φαίνεται πολύ συμπαθητικός. Πολύ
καλύτερος από εκεί που ήμουνα... Δεν μου άρεσε
καθόλου».
«Ίσως να υπάρχει λοιπόν κάποιο συμπαντικό
σχέδιο» είπε ο Κέμμιγκς χαμογελώντας, «είσαι
πολύ όμορφη».
«'Εχω γεράσει».
«Η ιατρική επιστήμη -»
«Ήταν δική μου απόφαση. Μ' αρέσουν οι μεγαλύτεροι
. άνθρωποι». Τον κοίταξε προσεκτικά. 'Εχει
τραυματιστεί πολύ από την κρυονική βλάβη, είπε
μέσα της. Το βλέπω στα μάτια του. Μοιάζουν
ρημαγμένα. Ρημαγμένα μάτια. Τσακισμένα από την
κούραση και-την απόγνωση. Σαν ν' ανέβηκαν στην
επιφάνεια όλες οι παλιές μνήμες του και να τον
τσάκισαν. Τώρα όμως όλα αυτά τέλειωσαν, σκέφτηκε.
Κι έφτασα εγκαίρως.
Στο μπαρ του κτιρίου υποδοχής κάθισαν και ήπιαν
ένα ποτό.
«Αυτός ο γέρος ήθελε να πιούμε μπέρμπον Γουαιλντ
Τέρκυ» είπε ο Βίκτορ. «Είναι τρομερό μπέρμπον.
Λεει πως είναι το καλύτερο της Γης. Έφερε μαζί του
μια μποτίλια από...» Η φωνή του χαμήλωσε μέχρι που
έσβησε.
«Ήταν ένας από τους συνταξιδιώτες σου» συμπέρανε
η Μαρτίν.
«Μάλλον» απάντησε εκείνος.
«Τώρα πάντως μπορείς να πάψεις να σκέφτεσαι τα
πουλιά και τις μέλισσες» είπε η Μαρτίν.
«Σεξ;» τη ρώτησε και γέλασε.
«Η μέλισσα που σε τσίμπησε. Η γάτα που βοήθησες να
πιάσει το πουλί. Όλα αυτά είναι παρελθόν». «Αυτή η
γάτα» είπε ο Βίκτορ «έχει πεθάνει εδώ και εκατόν
ογδόντα δύο χρόνια. Κάθισα και τα λογάριασα την
ώρα που μας έβγαζαν από την κρυονική νάρκη.
Ντόρκυ. Ντόρκυ η γάτα δολοφόνος. Καμιά σχέση με το
γάτο του Χοντρού Φρέντυ».
«Αναγκάστηκα να το πουλήσω το πόστερ» είπε η
Μάρτιν. «Τελικά».
Ο Βίκτορ έσμιξε τα φρύδια του.
«Δεν θυμάσαι;» του είπε «Με άφησες να το πάρω εγώ
όταν χωρίσαμε. Πολύ εντάξει. κίνηση από μέρους
σου».
«Πόσα πήρες γι' αυτό;»
«Πολλά. Θα 'πρεπε να σου δώσω ένα ποσόν γύρω στα...»
Αρχισε να λογαριάζει. «Λαβαίνοντας υπόψη τον
πληθωρισμό, σου χρωστάω γύρω στα δύο εκατομμύρια
δολάρια».
«Τι λες αν αντί για τα λεφτά, το μερίδιό μου για
την πώληση του πόστερ, σου πρότεινα να μείνεις
λίγο καιρό μαζί μου; Όσο να συνηθίσω αυτό τον
πλανήτη;»
«Συμφωνοι» του απάντησε. Και το εννοούσε. Με όλη
της την καρδιά. Τέλειωσαν το ποτό τους και μετά,
ενώ οι αποσκευές του μεταφέρονταν με το ρομπότ,
ξεκίνησαν για το ξενοδοχείο του.
«Πολύ ωραίο δωμάτιο» είπε η Μαρτίν, καθισμένη
στην άκρη του κρεβατιού. «Έχει και ολογραφική
τηλεόραση. Αναψε την».
«Είναι περιττό να την ανάψω» είπε ο Βίκτορ
Κέμμιγκς. Στεκόταν όρθιος μπροστά στην ανοιχτή
ντουλάπα και κρέμαγε τα πουκαμισά του.
«Γιατί;»
«Δεν έχει τίποτε μέσα» είπε ο Κέμμιγκς.
Η Μαρτίν πλησίασε την τηλεόραση και την άνοιξε.
Ένα ματς χόκεϊ υλοποιήθηκε μέσα στο δωμάτιο,
έγχρωμο, κι ο ήχος του παιχνιδιού γέμισε τα αυτιά
της.
«Δουλεύει μια χαρά» του είπε.
«Το ξέρω» απάντησε ο Κέμμιγκς. «Μπορώ να στο
αποδείξω. Αν έχεις μια λίμα νυχιών ή κάτι
παρόμοιο. Θα ξεβιδώσω την πλάτη και θα σου δείξω».
«Μα μπορώ -»
«Κοίτα εδώ». Σταμάτησε να κρεμάει τα ρούχα του.
«Κοίταξε πώς θα περάσω το χέρι μου μέσα από τον
τοίχο». Ακούμπησε την παλάμη του δεξιού του
χεριού πάνω στον τοίχο. «Βλέπεις;»
Το χέρι του δεν πέρασε μέσα από τον τοίχο γιατί τα
χέρια δεν περνούν μέσα από τους τοίχους. Το χέρι
του έμεινε κολλημένο πάνω στον τοίχο, ακίνητο.
«Και τα θεμέλια» είπε «είναι σάπια».
«Έλα, κάτσε λίγο δίπλα μου» του είπε η Μαρτίν.

«Το έχω ζήσει αυτό αρκετές φορές και ξέρω» της
είπε. «Το έχω ζήσει ξανά και ξανά. Βγαίνω από την
κρυονική νάρκη. Κατεβαίνω τη ράμπα. Παίρνω τις
αποσκευές μου. Αλλοτε πίνω ένα ποτό στο μπαρ κι
άλλοτε ανεβαίνω κατ' ευθείαν στο δωμάτιό μου.
Συνήθως ανοίγω την τηλεόραση και τότε...» Πήγε
κοντά της και της έδειξε το χέρι του. «Βλέπεις εδώ
που με τσίμπησε η μέλισσα;»
Η Μαρτίν δεν είδε κανένα σημάδι στο χέρι του.
Έπιασε το χέρι του και το κράτησε.
«Δεν υπάρχει κανένα τσίμπημα» του είπε.
«Κι όταν έρθει ο ρομπογιατρός θα δανειστώ από την
τσάντα του ένα εργαλείο και θα ξεβιδώσω την πλάτη
της τηλεόρασης. Για να του αποδείξω πως δεν έχει
ούτε σασί ούτε εξαρτήματα. Και τότε το πλοίο θ'
αρχίσει πάλι από την αρχή».
«Βίκτορ» είπε η Μαρτίν. «Κοίταξε το χέρι σου».
«Εσύ είσαι εδώ για πρώτη φορά, ωστόσο» είπε αυτός.
«Κάθισε κάτω» είπε η Μαρτίν.
«Εντάξει». Κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα της, αλλά όχι
πολύ κοντά.
«Δεν θέλεις να έρθεις πιο κοντά μου;» τον ρώτησε.
«Με γεμίζει θλίψη η ανάμνησή σου» της είπε. Σ'
αγαπούσα πραγματικά. Θα 'θελα να ήταν αληθινά όλα
αυτά».
Η Μαρτίν είπε: «Θα καθίσω μαζί σου ώσπου να γίνουν
αληθινά για σένα».
«Θα προσπαθήσω να ξαναζήσω την ιστορία με τη
γάτα» είπε ο Βίκτορ «κι αυτή τη φορά δεν θα σηκώσω
τη γάτα και δεν θα την αφήσω να πιάσει το πουλί. Αν
το κάνω αυτό ίσως ν' αλλάξει η ζωή μου και να γίνει
κάτι ευτυχισμένο. Κάτι πραγματικό. Το βασικό μου
λάθος είναι που χώρισα από σένα. Να, θα περάσω το
χέρι μου από μέσα σου». Έβαλε το χέρι του πάνω στο
μπράτσο της. Η πίεση των μυών του ήταν έντονη. Η
Μαρτίν ένιωσε το βάρος του, τη φυσική του
παρουσία δίπλα της. «Βλέπεις;» της είπε. «Περνάει
από μέσα σου».
«Κι όλα αυτά επειδή σκότωσες ένα πουλί όταν
ήσουνα παιδί».
«Όχι» είπε ο Κέμμιγκς. «Επειδή παρουσιάστηκε μια
βλάβη στο σύστημα ρύθμισης της θερμοκρασίας μέσα
στο πλοίο. Δεν έχω κατέβει στη σωστή θερμοκρασία.
Υπάρχει ακόμη αρκετή θερμότητα στα εγκεφαλικά
μου κύτταρα ώστε να επιτρέπει την εγκεφαλική
δραστηριότητα». Σηκώθηκε, τεντώθηκε και της
χαμογέλασε. «Πηγαίνουμε για φαγητό;»
«Λυπάμαι, δεν πεινάω» του απάντησε.
«Εγώ πεινάω. Έχω σκοπό να δοκιμάσω τα ντόπια
θαλασσινά. Το φυλλάδιο λεει πως είναι
ασυναγώνιστα. Έλα μαζί μου πάντως. Ίσως ν'
αλλάξεις γνώμη όταν θα δεις το φαγητό και θα το
μυρίσεις».
Τον ακολούθησε παίρνοντας μαζί το παλτό και την
τσάντα της.
«Είναι ένας όμορφος μικρός πλανήτης» της είπε.
«Τον έχω εξερευνήσει χιλιάδες φορές. Τον ξέρω
καλά. Πρέπει όμως να κάνουμε μια στάση στο
φαρμακείο να πάρουμε λίγη Μπακτίν. Για το χέρι
μου. Αρχίζει να πρήζεται και με πονάει φοβερά».
Της έδειξε το χέρι του. «Αυτή τη φορά πονάει πιο
πολύ από όλες τις άλλες».
«Θέλεις να ξαναγυρίσω κοντά σου;» τον ρώτησε η
Μαρτίν.
«Το λες σοβαρά;»
«Ναι» του είπε. «Θα μείνω μαζί σου όσο θα το
θελήσεις. Συμφωνώ, δεν έπρεπε να χωρίσουμε.
Ο Βίκτορ Κέμμιγκς είπε: «Το πόστερ είναι
σχισμένο».
«Τι;» είπε η Μαρτίν.
«Έπρεπε να το είχαμε κορνιζώσει» της είπε.
«Δεν φροντίσαμε να το προφυλάξουμε. Τώρα είναι
σχισμένο. Και ο ζωγράφος είναι νεκρός».