Bruce Sterling
Swarm (1982)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας
Photo/Illustration: Sergei

«Θα μου λείψουν πολύ οι συζητήσεις μας στο υπόλοιπο αυτού του ταξιδιού», είπε ο ξένος.

Ο λοχαγός Δρ Σάιμον Αφριελ σταύρωσε τα φορτωμένα με βραχιόλια χέρια του επάνω στο χρυσοκεντημένο γιλέκο του. «Κι εγώ λυπάμαι γι' αυτό, σημαιοφόρε», είπε στη συριστή γλώσσα του ξένου. «Βρήκα πολύ χρήσιμες τις συνομιλίες που είχαμε. Κάτω από άλλες συνθήκες θα έπρεπε να πληρώσω κάποιο αντίτιμο για να μάθω τα όσα έμαθα, εσύ όμως μου τα πρόσφερες χωρίς κανένα αντάλλαγμα».
«Μα ήταν μονάχα πληροφοριακά στοιχεία», είπε o ξένος. Τα γυαλιστερά σαν χάντρες μάτια του κρύφτηκαν κάτω από παχιές μηνοειδείς πτυχές. «Εμείς οι Επενδυτές συναλλασσόμαστε με ενέργεια και πολύτιμα μέταλλα. Το να βάζεις τιμή στη γνώση και το να την κυνηγάς αποτελεί φυλετικό γνώρισμα ανωριμότητας». Ο ξένος ανασήκωσε το μακρύ πτυχωτό προσάρτημα που κάλυπτε τη μικροσκοπική οπή των αυτιών του.
«Έχεις δίκιο, χωρίς αμφιβολία», είπε ο Αφριελ με κάποια δόση περιφρόνησης. «Μπροστά σε άλλες φυλές εμείς οι άνθρωποι φαντάζουμε σαν μικρά παιδιά, επομένως μια κάποια ανωριμότητα μας φαίνεται τελείως φυσική». Ο Αφριελ έβγαλε τα γυαλιά ηλίου που φορούσε για να τρίψει τη μύτη του στο σημείο που στηρίζονταν. Η καμπίνα του διαστρικού σκάφους λουζόταν σε ένα καυτό γαλάζιο φως, κυρίως υπεριώδες. Ήταν οι φωτεινές συχνότητες που προτιμούσαν οι Επενδυτές, και δεν ήταν βέβαια διατεθειμένοι να τις αλλάξουν για έναν και μόνο ανθρώπινο επιβάτη.
«Δεν τα έχετε καταφέρει και άσχημα», είπε ο ξένος μεγαλόψυχα. «Είσαστε ένα είδος με το οποίο μας αρέσει να κλείνουμε δουλειές. Είστε φυλή νέα, ενθουσιώδης, εύπλαστη, πρόθυμη να δοκιμάσει νέες εμπειρίες. Θα είχαμε έρθει πολύ νωρίτερα σε επαφή μαζί σας, αλλά η τεχνολογία σας ήταν ακόμη πολύ αδύναμη για να μας προσφέρει κάποιο κέρδος».
«Τα πράγματα είναι διαφορετικά τώρα», είπε ο Αφριελ. «Θα σας κάνουμε πλούσιους».
«Πράγματι», είπε ο Επενδυτής. Το προσάρτημα πίσω από το φολιδωτό του κρανίο τρεμόπαιξε γρήγορα, σημάδι ότι ήταν χαρούμενος. «Σε διακόσια χρόνια από τώρα θα είσαστε αρκετά πλούσιοι και θα μπορέσετε να αγοράσετε από εμάς τα μυστικά για τις διαστρικές πτήσεις. 'Η μπορεί μέχρι τότε να τα έχουν ανακαλύψει οι Μηχανοκράτες σας».
Ο Αφριελ ενοχλήθηκε φανερά με την παρατήρηση αυτή. Καθότι ήταν μέλος του κόμματος του Μετασχηματισμού, κάθε αναφορά στην αντίπαλη φατρία των Μηχανοκρατών του προκαλούσε δυσαρέσκεια. «Μην έχεις τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στην τεχνική κατάρτιση και μόνο», του είπε. «Λάβε υπόψη και την ικανότητα που έχουμε εμείς οι Σχηματιστές για τις γλώσσες. Μας κάνει πολύ πιο κατάλληλους για εμπορικές συναλλαγές. Οι Μηχανοκράτες, όλους τους Επενδυτές τους βλέπουν ίδιους».

Ο ξένος φάνηκε σαν να διστάζει κάπου. Ο Αφριελ χαμογέλασε. Είχε αγγίξει με αυτή την τελευταία του δήλωση τις προσωπικές φιλοδοξίες του ξένου. Εκεί ακριβώς την πατάγανε πάντα οι Μηχανοκράτες. Προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή με τους Επενδυτές με τον ίδιο πάντα τρόπο, χρησιμοποιώντας κάθε φορά την ίδια προγραμματισμένη ρουτίνα. Τους έλειπε η φαντασία.

Κάτι θα έπρεπε επιτέλους να γίνει με τους Μηχανοκράτες, σκέφτηκε ο Αφριελ. Κάτι πιο μόνιμο από τις περιορισμένες αλλά πάντα μοιραίες συναντήσεις μεμονωμένων σκαφών στη Ζώνη των Αστεροειδών και τα παγωμένα δαχτυλίδια του Κρόνου. Και οι δυο φατρίες μηχανορραφούσαν ασταμάτητα προσπαθώντας να πετύχουν το καίριο πλήγμα, εξαγόραζαν τα καλύτερα ταλέντα του άλλου, έστηναν ενέδρες, σχεδίαζαν δολοφονίες, έκαναν βιομηχανική κατασκοπεία.

Ο λοχαγός Δρ Σάιμον Αφριελ είχε στο παρελθόν αριστεύσει στους τομείς αυτούς. Αυτός ήταν και o λόγος που το κόμμα του Μετασχηματισμού είχε δώσει τα εκατομμύρια κιλοβάτ που ζητούσαν για τα ναύλα του. Ο Αφριελ είχε ντοκτορά στη βιοχημεία και τη διαπλανητική γλωσσολογία καθώς και ένα μάστερ στη μηχανική κατασκευής μαγνητικών όπλων. Ήταν τριάντα οκτώ ετών και είχε Μετασχηματιστεί σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα που επικρατούσαν κατά την εποχή της σύλληψής του. Είχαν μεταβάλει λιγάκι την ορμονική του ισορροπία για να μπορεί να αντεπεξέρχεται σε μακρόχρονη παραμονή σε καταστάσεις έλλειψης βαρύτητας. Δεν είχε σκωληκοειδή απόφυση. Είχαν ξανασχεδιάσει τη λειτουργία της καρδιάς του ώστε να μπορεί να αποδίδει περισσότερο και είχαν μετατρέψει το παχύ του έντερο σε αυτόνομη μονάδα παραγωγής των βιταμινών που θα συνέθεταν τα βακτήρια του εντερικού σωλήνα. Η γενετική μηχανική και η αυστηρή άσκηση κατά την παιδική ηλικία τον έκαναν να έχει ένα δείκτη νοημοσύνης της τάξης του εκατόν ογδόντα. Δεν ήταν o πλέον ευφυής από τους παράγοντες του Συμβουλίου, ήταν όμως ένας από τους πιο σταθερούς στην κρίση του και ο πλέον αξιόπιστος.

«Είναι κρίμα», είπε ο ξένος. «Ένας άνθρωπος με τα δικά σου χαρίσματα να πάει να σαπίσει για δυο ολόκληρα χρόνια σε τούτο το μίζερο, απομακρυσμένο μέρος».
«Δεν θα πάνε χαμένα αυτά τα χρόνια», είπε ο Αφριελ.
«Γιατί όμως διάλεξες να μελετήσεις την Κυψέλη; Δεν πρόκειται να μάθεις τίποτα από αυτούς αφού δεν ξέρουν να μιλάνε. Δεν επιθυμούν εμπορικές ανταλλαγές, η τεχνολογία τους είναι ανύπαρκτη, δεν χρησιμοποιούν ούτε καν εργαλεία. Είναι η μοναδική φυλή στο διάστημα που της λείπει εντελώς η νοημοσύνη».
«Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να παρακινήσει κάποιον να τους μελετήσει».
«Σκοπεύετε λοιπόν να τους μιμηθείτε; Έχω την εντύπωση ότι μάλλον θα ρεζιλευτείτε». Ο σημαιοφόρος δίστασε πάλι για λίγο. «Ίσως και να καταφέρετε κάτι. Σίγουρα όμως δεν θα ευδοκιμήσει η συνεργασία σας».

collembola.gif (4340 bytes)

Από τα μεγάφωνα του σκάφους ακούστηκε μια παράταιρη εξωγήινη μελωδία κι αμέσως μετά μια διαπεραστική φωνή που ανακοίνωσε κάτι στη γλώσσα των Επενδυτών. Στο μεγαλύτερό της μέρος ο τόνος της φωνής ήταν υπερβολικά οξύς για να μπορέσει να τον παρακολουθήσει ο Αφριελ.

Ο ξένος σηκώθηκε και η άκρη του φορέματός του, που ήταν στολισμένο με πολύτιμες πέτρες, ακούμπησε τις άκρες των δαχτύλων με τα γαμψά νύχια που θύμιζαν πόδια πουλιού. «Έφθασε ο συμβιώτης της Κυψέλης», είπε.
«Ευχαριστώ», είπε ο Αφριελ. Μόλις ο σημαιοφόρος άνοιξε την πόρτα της καμπίνας, η μυρωδιά του αντιπροσώπου της Κυψέλης έφθασε ως τη μύτη του Αφριελ. Με την ανακύκλωση του αέρα η ζεστή, έντονη οσμή του όντος αυτού είχε σκορπιστεί γρήγορα μέσα στο διαστημόπλοιο.

Ο Αφριελ κοιτάχτηκε γρήγορα σε ένα μικρό καθρεφτάκι που έβγαλε από την τσέπη του. Πουδράρισε λίγο το πρόσωπό του και ίσιωσε το στρογγυλό, βελούδινο καπέλο του πάνω στα κοκκινόξανθα μαλλιά που του έφθαναν ως τους ώμους. Οι άκρες των αυτιών του λαμπύριζαν από τα χοντρά, κόκκινα ρουμπίνια που ήταν φυτεμένα στους λοβούς του, και που τα είχαν βγάλει από τα ορυχεία της Ζώνης των Αστεροειδών. Φορούσε ένα μακρύ σακάκι που του έφθανε ως τα γόνατα κι από μέσα ένα γιλέκο, φτιαγμένα και τα δυο από χρυσό μπροκάρ, κι ένα πουκάμισο πανέμορφο κεντημένο με χρυσή και κόκκινη κλωστή. Είχε επίτηδες ντυθεί έτσι για να εντυπωσιάσει τους Επενδυτές που περίμεναν από τους πελάτες τους, και φυσικά το εκτιμούσαν, να έχουν κάποια ένδειξη πλούτου στην εμφάνισή τους. Πώς θα μπορούσε άραγε να εντυπωσιάσει αυτόν τον καινούριο ξένο; Με τη μυρωδιά, ίσως. Ξανάβαλε λίγο άρωμα.

Δίπλα από τον δευτερεύοντα θάλαμο αποπίεσης, ο συμβιώτης της Κυψέλης τιτίβιζε ασταμάτητα με τον κυβερνήτη του σκάφους. Ο κυβερνήτης ήταν μια ηλικιωμένη, νυσταλέα Επενδύτρια, σχεδόν διπλάσια σε όγκο από το υπόλοιπο ανδρικό της πλήρωμα. Το τεράστιο κεφάλι της ήταν καλυμμένο από ένα κράνος διακοσμημένο με διαμάντια. Μέσα από το κράνος τα συννεφιασμένα μάτια της γυάλιζαν σαν κάμερες.

Ο συμβιώτης σηκώθηκε στα έξι πίσω πόδια του και χαιρέτησε διστακτικά με τα τέσσερα μπροστινά του μέλη που κατέληγαν σε γαμψά νύχια. Η τεχνητή βαρύτητα του σκάφους, που δεν ξεπερνούσε το ένα τρίτο της γήινης, φαινόταν να τον ενοχλεί. Τα υποτυπώδη μάτια του που αργοκουνιούνταν πάνω στις άκρες των κοντών κεραιών του ήταν ερμητικά κλειστά για να προστατευτούν από το φως. Θα είναι μάλλον συνηθισμένο στο σκοτάδι, σκέφτηκε ο Αφριελ.
Η κυβερνήτης απάντησε στο ον στη δική του γλώσσα. Ο Αφριελ έκανε ένα μορφασμό μιας και έλπιζε πως το ον αυτό θα μιλούσε τη γλώσσα των Επενδυτών. Τώρα θα έπρεπε να μάθει μιαν ακόμα γλώσσα, μια γλώσσα σχεδιασμένη για ένα πλάσμα χωρίς γλώσσα.

Μετά από μια ακόμη συνομιλία μαζί του, η κυβερνήτης γύρισε προς το μέρος του Αφριελ. «Ο συμβιώτης δεν είναι ευχαριστημένος με την άφιξή σου», είπε στον Αφριελ στη γλώσσα των Επενδυτών. «Έχουν προφανώς υπάρξει προηγούμενα κατά το παρελθόν με άλλους ανθρώπους. Παρ' όλα αυτά, επέμεινα, και τελικά τον έπεισα να σε δεχτούν στη Φωλιά. Το συμβάν έχει καταγραφεί. Η αμοιβή μου για τη διπλωματική αυτή παρέμβαση θα κανονιστεί με τους αρμόδιους του κόμματός σου όταν επιστρέψω ξανά στο αστρικό σύστημα που ανήκεις».
«Ευχαριστώ την Αρχή για τη μαρτυρία της», είπε ο Αφριελ. «Παρακαλώ διαβιβάστε στο συμβιώτη τις καλύτερες προσωπικές μου ευχές καθώς και το ότι ο σκοπός της επίσκεψής μου παραμένει άδολος και ταπεινός...» Σταμάτησε ξαφνικά να μιλάει καθώς o συμβιώτης όρμησε κατά πάνω του και τον δάγκωσε άγρια στη γάμπα του αριστερού του ποδιού. Ο Αφριελ τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω για να ελευθερώσει το πόδι του κι έχασε την ισορροπία του με τις αλλοιωμένες συνθήκες βαρύτητας που επικρατούσαν, παίρνοντας μια στάση αμυντική. Ο συμβιώτης είχε ξεσκίσει ένα μεγάλο μέρος από το ύφασμα του παντελονιού του και ήσυχος πια τώρα, είχε κουλουριαστεί σε μιαν άκρη και το έτρωγε.
«Θα μεταφέρει έτσι τη μυρωδιά και τη σύνθεσή σου στα υπόλοιπα μέλη της Φωλιάς», είπε η κυβερνήτης. «Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Σε αντίθετη περίπτωση, θα χαρακτηριζόσουν εισβολέας και θα σε εξόντωνε αυτόματα η πολεμική κάστα της Κυψέλης».

Ο Αφριελ ηρέμησε αμέσως και έβαλε το χέρι του πάνω στην πληγή για να σταματήσει την αιμορραγία. Έλπιζε ότι κανένας από τους Επενδυτές δεν θα πρόσεχε την αντανακλαστική του κίνηση. Δεν θα πολυταίριαζε με τον τρόπο που ήθελε να παρουσιαστεί σαν ένας ακίνδυνος ερευνητής.

«Σύντομα θα ξανανοίξουμε το θάλαμο αποπίεσης», είπε με φλέγμα η κυβερνήτης, ρίχνοντας το βάρος του σώματός της πάνω στη χοντρή κροκοδειλίσια ουρά της. Ο συμβιώτης εξακολουθούσε να μασουλάει το ύφασμα. Ο Αφριελ παρατήρησε το χωρισμένο σε τμήματα και χωρίς ίχνος λαιμού κεφάλι του πλάσματος. Είχε στόμα και ρουθούνια, οπτικούς βολβούς πάνω σε κοντά στηρίγματα που φύτρωναν από το κεφάλι του και του πρόσφεραν μια ατροφική όραση, περιστρεφόμενες πλάκες που μάλλον θα λειτουργούσαν σαν ραδιοδέκτες, και δυο παράλληλες ραχοκοκαλιές που προεξείχαν και ήταν γεμάτες με κεραίες που στριφογύριζαν ολόγυρα και που ξεφύτρωναν ανάμεσα από τρεις χιτινικές πλάκες. Η λειτουργία τους του ήταν εντελώς άγνωστη.

Η πόρτα του θαλάμου αποπίεσης άνοιξε. Ένα ρεύμα πυκνού, αρωματισμένου καπνού γέμισε απότομα το θάλαμο αναχώρησης. Φάνηκε να ενοχλεί τους έξι Επενδυτές που έσπευσαν να απομακρυνθούν γρήγορα. «Θα επιστρέψουμε μετά από εξακόσιες δώδεκα ημέρες σας όπως έχουμε συμφωνήσει», είπε ο κυβερνήτης.
«Ευχαριστώ την Αρχή», είπε ο Αφριελ.
«Καλή τύχη», είπε ο κυβερνήτης στα αγγλικά. Ο Αφριελ χαμογέλασε.

collembola.gif (4340 bytes)

Ο συμβιώτης με μια ευέλικτη σύσπαση του αρθρωτού του σώματος πέρασε στο θάλαμο αποπίεσης. Ο Αφριελ τον ακολούθησε. Η πόρτα του θαλάμου έκλεισε ερμητικά πίσω τους. Το πλάσμα δεν έδειξε καμιά διάθεση να του μιλήσει, συνέχισε μονάχα να μασουλάει με θόρυβο. Ανοιξε και η δεύτερη πόρτα και ο συμβιώτης τινάχτηκε έξω, προς τη φαρδιά, στρογγυλή, πέτρινη σήραγγα που ανοιγόταν μπροστά τους. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο είχε εξαφανιστεί μέσα στα σκοτάδια.

Ο Αφριελ έβαλε τα γυαλιά ηλίου σε μια τσέπη του σακακιού του κι έβγαλε κάτι ειδικά γυαλιά υπερύθρων με χοντρούς φακούς. Τα στερέωσε στο πρόσωπό του και βγήκε από το θάλαμο αποπίεσης. Η τεχνητή βαρύτητα που επικρατούσε στο σκάφος εξαφανίστηκε και βρέθηκε στη σχεδόν ανεπαίσθητη βαρύτητα του αστεροειδούς όπου βρισκόταν η Κυψέλη. Ο Αφριελ χαμογέλασε με ευχαρίστηση. Βρισκόταν επιτέλους μετά από πολλές εβδομάδες σε άνετες συνθήκες βαρύτητας. Τον περισσότερο καιρό τα τελευταία χρόνια τον είχε περάσει σε χώρους με μηδενική βαρύτητα, όπως ήταν οι αποικίες των Σχηματιστών στα δαχτυλίδια του Κρόνου.

Κουλουριασμένο μέσα σε μια κατασκότεινη κοιλότητα στα τοιχώματα της σήραγγας βρισκόταν ένα τριχωτό ζώο με κεφάλι σαν δίσκο και μεγάλο σαν ελέφαντας. Φαινόταν καθαρά από την υπέρυθρη ακτινοβολία που έβγαζε η θερμότητα του σώματός του. Ο Αφριελ μπορούσε να ξεχωρίσει τον ήχο της αναπνοής του. Το ζώο περίμενε υπομονετικά μέχρι να απομακρυνθεί ο Αφριελ και να χαθεί στα βάθη της σήραγγας. Μετά αυτό ξαναγύρισε στην είσοδο του τούνελ, φούσκωσε το σώμα του με αέρα μέχρι που το τεράστιο πια κεφάλι του έκλεισε εντελώς το άνοιγμα του διαδρόμου. Τα πολλαπλά του πόδια ήταν γερά στερεωμένα σε υποδοχές που βρίσκονταν στα τοιχώματα.

Το σκάφος των Επενδυτών είχε φύγει. Ο Αφριελ έμεινε εκεί, μέσα στα έγκατα ενός από τους εκατομμύρια πλανητοειδείς που περιστρέφονταν κυκλικά γύρω από το γιγάντιο αστέρα Μπετελγκέζ, με μάζα που έφθανε σχεδόν το πενταπλάσιο της μάζας του Δία. Σαν πιθανή πηγή πλούτου, έκανε ολόκληρο το ηλιακό σύστημα να φαντάζει μικροσκοπικό μπροστά του και ανήκε, κατά κάποιο τρόπο, στην Κυψέλη. Καμιά άλλη φυλή τουλάχιστον δεν είχε δοκιμάσει να τον καταλάβει, όσο μπορούσαν να θυμηθούν οι Επενδυτές.

Ο Αφριελ κοίταξε προς το βάθος του διαδρόμου. Φαινόταν έρημος και η έλλειψη άλλων ζώων που να ακτινοβολούν θερμότητα τον έκανε να μην μπορεί να δει και πολύ μακριά. Ψηλαφώντας γύρω γύρω γλίστρησε διστακτικά στον αέρα προς το βάθος του διαδρόμου.

Ακουσε μια ανθρώπινη φωνή. «Δόκτωρ Αφριελ!»
«Δόκτωρ Μίρνυ!» φώναξε δυνατά. «Από δω!»
Πρώτα είδε ένα ζευγάρι νεαρούς συμβιώτες να έρχονται γρήγορα προς το μέρος του με τα νύχια των ποδιών τους ίσα που να ακουμπάνε στα τοιχώματα.

Από πίσω τους ερχόταν μια γυναίκα που φορούσε γυαλιά σαν τα δικά του. Έδειχνε νέα και ελκυστική στο κομψό, ανώνυμο στυλ των γενετικά μετασχηματισμένων.
Στρίγκλισε κάτι στους συμβιώτες στη γλώσσα τους κι αυτοί αμέσως σταμάτησαν και περίμεναν ακίνητοι. Αυτή συνέχισε τη διαδρομή της και τη στιγμή που περνούσε από μπροστά του ο Αφριελ έπιασε το χέρι της και σταμάτησε επιδέξια τη φόρα και των δυο.
«Δεν φέρατε αποσκευές μαζί σας, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ανήσυχα.
Αυτός κούνησε το κεφάλι του. «Λάβαμε το μήνυμά σας αρκετά πριν φύγω. Έχω μόνο τα ρούχα που φορώ και μερικά αντικείμενα στις τσέπες μου».
Τον κοίταξε με μια εξερευνητική ματιά. «Έτσι ντύνονται τώρα πια στους Δακτυλίους; Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ περισσότερο από ό,τι φανταζόμουν».

Ο Αφριελ κοίταξε τα μπροκάρ ρούχα του και γέλασε. «Θέμα πολιτικής. Οι Επενδυτές είναι πολύ πιο πρόθυμοι να έρθουν σε επαφή και να συζητήσουν για δουλειές με έναν άνθρωπο που δείχνει έτοιμος να αναλάβει μεγάλες υποθέσεις. Έτσι ντύνονται σήμερα όλοι οι εκπρόσωποι των Σχηματιστών. Βρισκόμαστε πολύ πιο μπροστά από τους Μηχανοκράτες στον τομέα αυτό. Αυτοί ντύνονται ακόμα με φόρμες». Δίστασε λίγο καθώς δεν είχε πρόθεση να την προσβάλλει. Ο δείκτης νοημοσύνης της Γκαλίνα Μίρνυ έφθανε το διακόσια. Αντρες και γυναίκες με τέτοια νοημοσύνη παρουσίαζαν μερικές φορές συμπτώματα σύγχυσης και αστάθειας, και κατέφευγαν συνήθως σε προσωπικούς χώρους της φαντασίας τους ή παγιδεύονταν σε παράξενους και αδιαπέραστους ιστούς και ορθολογιστικές πλεκτάνες. Οι Σχηματιστές, στον αγώνα τους να κυριαρχήσουν πολιτιστικά είχαν ακολουθήσει τη στρατηγική της υψηλής ευφυΐας και ήταν υποχρεωμένοι να παραμείνουν στη μέθοδο αυτή παρά τα περιστασιακά μειονεκτήματά της. Είχαν επιχειρήσει να διασταυρώσουν τους υπερευφυείς μεταξύ τους αυτούς που είχαν δείκτη πάνω από διακόσια αλλά ήταν τόσοι πολλοί εκείνοι που στη συνέχεια έφευγαν από τις αποικίες των Σχηματιστών που σταμάτησαν να τους παράγουν.

«Αναρωτιέσαι για τα ρούχα μου φαντάζομαι», είπε η Μίρνυ.
«Είναι όντως πολύ πρωτότυπα θα τολμούσα να πω», είπε χαμογελώντας ο Αφριελ.
«Είναι φτιαγμένα από νήμα κουκουλιού», είπε εκείνη. «Τα ρούχα που είχα στην αρχή μου τα έφαγε κάποιος συμβιώτης που τρύπωσε μέσα τους πέρσι στις φασαρίες. Συνήθως κυκλοφορώ γυμνή, δεν ήθελα όμως να σε προσβάλλω δείχνοντας μια τέτοια οικειότητα».
Ο Αφριελ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Και εγώ στο δικό μου περιβάλλον κυκλοφορώ συνήθως γυμνός. Όταν είναι σταθερή η θερμοκρασία τα ρούχα είναι εντελώς περιττά εκτός ίσως από τις τσέπες τους. Κουβαλάω ορισμένα εργαλεία μαζί μου, τα περισσότερα όμως δεν είναι και τόσο απαραίτητα. Είμαστε οι Μετασχηματισμένοι και τα εργαλεία μας τα έχουμε εδώ μέσα». Χτύπησε απαλά με το χέρι το κεφάλι του. «Αν μπορούσες να μου δείξεις ένα μέρος να βάλω τα ρούχα μου...»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. Του ήταν αδύνατο να δει τα μάτια της πίσω από τα σκούρα γυαλιά που σκέπαζαν το πρόσωπό της και τον δυσκόλευαν να αντιληφθεί τις εκφράσεις της. «Μόλις κάνατε το πρώτο σας λάθος, δόκτωρ. Ιδιωτικοί χώροι δεν υπάρχουν εδώ. Ακριβώς το ίδιο λάθος έκαναν και οι εκπρόσωποι των Μηχανοκρατών, το ίδιο που έκανα και εγώ στην αρχή και που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραίο. Εδώ δεν υπάρχει καθόλου η έννοια της μυστικότητας και της ιδιοκτησίας. Εδώ είναι η Φωλιά. Αν προσπαθήσεις να οικειοποιηθείς τον οποιοδήποτε άλλο τότε αυτομάτως χαρακτηρίζεσαι εισβολέας, εχθρός. Εκείνοι οι δυο Μηχανοκράτες, ένας άντρας και μια γυναίκα, δοκίμασαν να χρησιμοποιήσουν έναν κενό χώρο για να βάλουν μέσα το κομπιούτερ τους. Οι πολεμιστές έσπασαν την πόρτα και τους καταβρόχθισαν. Μετά μπήκαν μέσα οι σκουπιδοφάγοι και έφαγαν όλα τα μηχανήματα, γυαλί, μέταλλο, τα πάντα».
Ο Αφριελ χαμογέλασε παγωμένα. «Θα τους είχε κοστίσει ολόκληρη περιουσία να φέρουν ως εδώ όλα αυτά τα μηχανήματα».

Η Μίρνυ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Είναι πολύ πιο πλούσιοι από μας. Όλες αυτές οι μηχανές, τα ορυχεία. Νομίζω ότι είχαν στο μυαλό τους να με σκοτώσουν. Μυστικά βέβαια, ώστε να μην αντιληφθούν καταστάσεις βίας οι πολεμιστές. Είχαν ένα κομπιούτερ που μάθαινε τη γλώσσα των κολεμβόλων πολύ πιο γρήγορα από εμένα».
«Τελικά όμως επέζησες», είπε με σημασία ο Αφριελ. «Και οι ταινίες και οι αναφορές που έστειλες ειδικά οι πρώτες, όταν είχες ακόμα τα μηχανήματα αποδείχτηκαν τρομερά ενδιαφέρουσες. Το Συμβούλιο σε υποστηρίζει ανεπιφύλακτα. Έγινες πολύ διάσημη στους Δακτύλιους όσο καιρό λείπεις».
«Ναι, το περίμενα άλλωστε κάτι τέτοιο», είπε εκείνη.
Ο Αφριελ βρέθηκε σε αμηχανία. «Οι ελλείψεις που έτυχε να επισημάνω αφορούσαν το δικό μου τομέα, τη διαπλανητική γλωσσολογία», είπε προσέχοντας τα λόγια του. Έδειξε απροσδιόριστα προς το μέρος των δυο συμβιωτών που τη συνόδευαν.«Υποθέτω πως θα έχεις κάνει σημαντικές προόδους στην επικοινωνία με τους συμβιώτες. Φαίνεται ότι μονάχα αυτοί μιλάνε εδώ στη Φωλιά».

Τον κοίταξε με ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα και σήκωσε τους ώμους της. «Υπάρχουν τουλάχιστον δεκαπέντε διαφορετικά είδη συμβιωτών εδώ πέρα. Αυτά που με συνοδεύουν ονομάζονται κολέμβολα και μιλούν τη δική τους γλώσσα. Είναι σε άγρια κατάσταση, γιατρέ, και οι Επενδυτές τα πρόσεξαν μόνο και μόνο επειδή μιλάνε ακόμα. Κάποτε ήταν μια φυλή που ταξίδευε στο διάστημα, αλλά φαίνεται ότι το ξέχασαν. Ανακάλυψαν τη Φωλιά και σιγά σιγά αφομοιώθηκαν και κατάντησαν παράσιτα». Χάιδεψε το ένα από αυτά στο κεφάλι. «Αυτά τα δυο εξημερώθηκαν από τη στιγμή που έμαθα να κλέβω και να ζητιανεύω φαγητό καλύτερα από αυτά. Τώρα μένουν μαζί μου και με προστατεύουν από τα μεγαλύτερα. Ξέρεις, είναι πολύ ζηλιάρικα. Βρίσκονται εδώ στη Φωλιά τα τελευταία δέκα χιλιάδες χρόνια μονάχα και είναι ακόμη αβέβαια για τη θέση τους. Πάντως δουλεύει ακόμα η σκέψη τους και μερικές φορές αναρωτιούνται για διάφορα πράγματα. Κάτι τους έχει απομείνει μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια».
«Σε άγρια κατάσταση», είπε ο Αφριελ. «Το πιστεύω αυτό. Ένα από αυτά με δάγκωσε όσο ήμουν ακόμη πάνω στο σκάφος. Του έλειπαν πολλά μέχρι να γίνει ένας καλός πρέσβης».
«Ναι, τον προειδοποίησα ότι θα ερχόσουνα», είπε η Μίρνυ. «Δεν του πολυάρεσε η ιδέα, αλλά κατάφερα να τον μεταπείσω με λίγο φαγητό... Ελπίζω να μη σου έκανε ζημιά».
«Γρατζουνιές μονάχα», είπε ο Αφριελ. «Υποθέτω πως δεν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης».
«Πολύ αμφιβάλλω, εκτός κι αν κουβάλησες μαζί σου τα δικά σου βακτήρια».
«Αυτό αποκλείεται», είπε ο Αφριελ σαν να προσβλήθηκε. «Δεν έχω καθόλου βακτήρια. Έτσι κι αλλιώς δεν επρόκειτο να φέρω κανένα μικροοργανισμό σε ένα ξένο περιβάλλον».
Η Μίρνυ κοίταξε από την άλλη μεριά. «Πίστευα ότι θα είχες κάποια από τα μεταλλαγμένα... Νομίζω ότι μπορούμε να πηγαίνουμε τώρα. Το κολέμβολο θα έχει σκορπίσει πια με το στόμα τη μυρωδιά σου στην από κάτω αίθουσα. Μέσα σε λίγες ώρες θα έχει απλωθεί σε ολόκληρη τη Φωλιά. Από τη στιγμή που θα φτάσει στη Βασίλισσα θα αρχίσει να σκορπίζεται πολύ γρήγορα».
Έβαλε τα πόδια της πάνω στο σκληρό κέλυφος του ενός από τα δυο νεαρά κολέμβολα και τινάχτηκε προς το βάθος της αίθουσας. Ο Αφριελ την ακολούθησε. Ο αέρας ήταν ζεστός και είχε αρχίσει να ιδρώνει μέσα στην επιτηδευμένή του αμφίεση, όμως o αντισηπτικός του ιδρώτας ήταν άοσμος.

collembola.gif (4340 bytes)

Βγήκαν σε μια απέραντη αίθουσα σκαμμένη μέσα στο ζωντανό βράχο. Ήταν θολωτή και στενόμακρη, ογδόντα μέτρα μήκος και γύρω στα είκοσι μέτρα διάμετρο. Ήταν πλημμυρισμένη από τα μέλη της Φωλιάς.
Υπήρχαν εκατοντάδες από αυτά εκεί μέσα. Τα περισσότερα ήταν εργάτες με οκτώ πόδια και πυκνό τρίχωμα, μεγάλα σαν δανέζικα σκυλιά. Ανάμεσά τους μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τα μέλη που ανήκαν στην κάστα των πολεμιστών. Αυτά είχαν μέγεθος αλόγου, τριχωτά τέρατα με τεράστιο κεφάλι που κατέληγε σε ισχυρές δαγκάνες σε σχήμα και μέγεθος παραγεμισμένης με άχυρο πολυθρόνας.

Λίγα μέτρα πιο κει, δυο εργάτες κουβαλούσαν ένα μέλος της κάστας των αισθητήριων, ένα ον με εξαιρετικά μεγάλο και πλακουτσωτό κεφάλι που φύτρωνε από ένα ατροφικό σώμα που αποτελείτο κυρίως από πνεύμονες. Ο αισθητήριος αυτός είχε μάτια, κι από το τριχωτό χιτινικό περίβλημα που τον κάλυπτε ξεπήδαγαν μακριές, σπειροειδείς κεραίες που ταλαντεύονταν ασθενικά καθώς τον μετέφεραν οι εργάτες. Οι εργάτες για να μετακινηθούν πιάνονταν από τα κοιλώματα του τοίχου με τα ειδικά άγκιστρα και τις βεντούζες που είχαν στα πόδια τους.

Ένα άλλο τέρας, με άκρα σαν κουπιά κι ένα άτριχο, χωρίς πρόσωπο κεφάλι πέρασε γουργουρίζοντας από μπροστά τους ταξιδεύοντας μέσα στο ζεστό, δύσοσμο αέρα. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν μια εφιαλτική μάζα από κοφτερά σαγόνια και καλά προφυλαγμένους εκτοξευτήρες οξέων. «Ένας ορύκτης», είπε ο Μίρνυ. «Αν τον ακολουθήσουμε μπορεί να μας κατεβάσει στο κέντρο της Φωλιάς έλα μαζί μου». Κινήθηκε προς το μέρος του και γραπώθηκε από την τριχωτή, αρθρωτή του πλάτη. Ο Αφριελ την ακολούθησε, μαζί με τα δυο μικρά κολέμβολα που έσπευσαν να γαντζωθούν κι αυτά στο τρίχωμα του ζώου με τα μπροστινά τους πόδια. Ο Αφριελ ανατρίχιασε μόλις ακούμπησε το ζεστό, λιγδερό κι απαίσιο τρίχωμά του. Αυτό συνέχισε να πλέει στον αέρα με τα οκτώ κροσσωτά του πόδια που θύμιζαν κουπιά και συλλάμβαναν τον αέρα όπως τα πανιά της βάρκας.

«Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες από αυτά», είπε ο Αφριελ.
«Στην αναφορά που είχα κάνει μιλούσα για εκατό χιλιάδες κι αυτό πολύ πριν εξερευνήσω ολόκληρη τη Φωλιά. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και τώρα υπάρχουν κομμάτια που δεν τα έχω δει. Θα πρέπει να είναι κοντά στις διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Αυτός ο αστεροειδής έχει μέγεθος ίσο με τη μεγαλύτερη βάση των Μηχανοκρατών, τη Δήμητρα. Υπάρχουν ακόμα πλούσιες φλέβες ανθρακούχων ορυκτών και δεν έχει εξορυχτεί παρά ένα μικρό τους μέρος μονάχα».
Ο Αφριελ έκλεισε τα μάτια του. Αν έχανε τα γυαλιά που φορούσε θα έπρεπε, σαν τυφλός πια, να ψάξει να βρει το δρόμο του ψηλαφώντας ανάμεσα σε αυτή την πλημμύρα από τα χιλιάδες τούτα ζώα που μετακινούνταν σπασμωδικά. «Αρα, ο πληθυσμός τους συνεχώς μεγαλώνει;»
«Σίγουρα», του απάντησε εκείνη. «Σε λίγο καιρό η αποικία τους ετοιμάζεται να διώξει ένα σμήνος για να ζευγαρώσει.. Υπάρχουν τρεις ντουζίνες φτερωτά, αρσενικά και θηλυκά, στους θαλάμους γύρω από τη Βασίλισσα. Μόλις βγουν, θα ζευγαρώσουν και θα στήσουν καινούριες Φωλιές. Θα σε πάω κάποια στιγμή να τα δεις». Κόμπιασε λίγο. «Τώρα μπαίνουμε σε έναν από τους κήπους όπου καλλιεργούν μύκητες».

Το ένα από τα δυο μικρά κολέμβολα άλλαξε αθόρυβα θέση. Πιασμένο με τα μπροστινά του πόδια από το τρίχωμα του ορύκτη, άρχισε να μασουλάει σιγα σιγά το ρεβέρ του παντελονιού του Αφριελ. Ο Αφριελ το κλώτσησε με δύναμη κι αυτό τινάχτηκε προς τα πίσω μαζεύοντας μέσα τα μάτια του.

Όταν ο Αφριελ ξανασήκωσε τα μάτια του είδε πως είχαν μπει σε μια δεύτερη αίθουσα ακόμα πιο μεγάλη από την προηγούμενη. Οι τοίχοι της γύρω, η οροφή και το δάπεδο ήταν όλα καλυμμένα με μια παχιά βλάστηση από διάφορους μύκητες. Αυτά που βρίσκονταν σε μεγαλύτερη αφθονία είχαν σχήμα φουσκωτό σαν βαρελάκια, άλλα φύτρωναν σε πυκνές συστάδες και διακλαδίζονταν ασταμάτητα, ενώ άλλα έμοιαζαν με μπερδεμένα κουβάρια που θύμιζαν μακαρόνια και κουνιόνταν ανεπαίσθητα με την ελαφριά κίνηση του βρωμερού αέρα. Μερικά από εκείνα που ήταν σαν φούσκες περιβάλλονταν από ένα αραιό σύννεφο από εκτοξευμένα σπόρια.

«Τους βλέπεις εκείνους τους ξεραμένους σωρούς κάτω από τους μύκητες; Είναι το υπόστρωμα ανάπτυξης», είπε η Μίρνυ.
«Ναι». «Δεν είμαι σίγουρη αν πρόκειται για κάποια ξεχωριστή μορφή φυτού, ή αν είναι κάποια σύνθετη μορφή βιοχημικών αποβλήτων», είπε. «Γεγονός πάντως είναι ότι φυτρώνει στο φως, στην επιφάνεια του αστεροειδούς. Μια πηγή τροφής που αναπτύσσεται στο διάστημα! Σκέψου μονάχα την αξία που θα είχε στους Δακτύλιους».
«Ανυπολόγιστη, σίγουρα», είπε ο Αφριελ.
«Στη μορφή πάντως που βρίσκεται, δεν τρώγεται», πρόσθεσε. «Δοκίμασα κάποτε να φάω ένα κομματάκι από αυτό. Ήταν σαν να τρως πλαστικό».
«Με το φαγητό πώς τα πας εδώ πέρα;»
«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Η βιοχημεία μας είναι παρόμοια με αυτή της Κυψέλης. 'Ολοι τούτοι οι μύκητες είναι σπουδαία τροφή. Αυτό που βγάζουν όμως οι εργάτες από τα στομάχια τους είναι πολύ πιο θρεπτικό. Γίνεται εσωτερική ζύμωση στο χαμηλότερο σημείο του εντέρου τους κι έτσι, με τον τρόπο αυτό εμπλουτίζεται πολύ η σύνθεσή του και αυξάνεται η θρεπτική του αξία».

Ο Αφριελ την κοιτούσε έκπληκτος. «Το συνηθίζεις εύκολα με τον καιρό», είπε η Μίρνυ. «Αργότερα θα σου μάθω πώς να πλευρίζεις τους εργάτες και να παίρνεις από αυτούς φαΐ. Είναι μια απλή αντανακλαστική διαδικασία δεν ελέγχεται από φερομόνες όπως το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριφοράς τους». Έδιωξε με το χέρι της ένα μακρύ, βρώμικο τσουλούφι που έπεφτε στο πρόσωπό της. «Ελπίζω τα φερομονικά δείγματα που είχα στείλει να άξιζαν το κόστος μεταφοράς τους».
«Α, σίγουρα», είπε ο Αφριελ. «Αποδείχτηκε πολύ ενδιαφέρουσα η χημική τους σύσταση. Καταφέραμε να συνθέσουμε στο εργαστήριο τις πιο πολλές από αυτές τις ενώσεις. Είχα πάρει και εγώ μέρος σε εκείνο το ερευνητικό πρόγραμμα». Έκανε μια παύση. Μέχρι ποιου σημείου θα μπορούσε να την εμπιστευτεί; Δεν της είχαν αναφέρει τίποτα από το πείραμα που σχεδίαζε αυτός και οι ανώτεροί του. Η Μίρνυ το μόνο που ήξερε γι' αυτόν ήταν ότι επρόκειτο για έναν απλό, ειρηνικό ερευνητή σαν κι εκείνη. Η επιστημονική κοινότητα των Σχηματιστών πάντα υποπτευόταν τη μειονότητα εκείνη που ανακατευόταν με τα στρατιωτικά πειράματα και την κατασκοπεία.

Οι Σχηματιστές είχαν στείλει, σαν μια μορφή επένδυσης για το μέλλον, ερευνητές και στις δεκαεννέα εξωγήινες φυλές που τους είχαν αναφέρει και περιγράψει οι Επενδυτές. Αυτό είχε βέβαια στοιχίσει πολλά γιγαβάτ πολύτιμης ενέργειας καθώς και τόνους ολόκληρους από σπάνια μέταλλα και ισότοπα στην οικονομία των Σχηματιστών. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπόρεσαν να στείλουν παρά μονάχα δυο ή τρεις ερευνητές και σε επτά από αυτές, μονάχα έναν. Για την Κυψέλη είχε επιλεγεί η Γκαλίνα Μίρνυ. Είχε πάει εκεί με εντελώς ειρηνικές διαθέσεις, βασισμένη στις γνώσεις και την ευφυΐα της καθώς και στην καλή της θέληση να επιβιώσει, τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Αυτοί που την είχαν στείλει εκεί δεν μπορούσαν να ξέρουν από πριν αν τα ευρήματά της θα είχαν κάποια αξία ή όχι. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι έπρεπε να πάει εκεί οπωσδήποτε, έστω και ολομόναχη, έστω και με ελλιπή εξοπλισμό, προτού προλάβει κάποια άλλη ομάδα να στείλει τους δικούς της ανθρώπους εκεί και που πιθανώς θα ανακάλυπταν κάποια τεχνική ή κάποιο άλλο επιστημονικό γεγονός ανυπολόγιστης σημασίας. Και πράγματι, η Δρ Μίρνυ είχε ανακαλύψει κάτι τέτοιο. Κάτι που έκανε ξαφνικά την αποστολή της πρωταρχικής σημασίας για την ασφάλεια των Δακτυλίων. Αυτός ήταν ο λόγος για την άφιξη του Αφριελ στη Φωλιά.

«Συνθέσατε τις ενώσεις αυτές; Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε παραξενεμένη.
Ο Αφριελ την κοίταξε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Ίσως για να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι μπορούσαμε να το καταφέρουμε».
Εκείνη κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. «Ας μην παίζουμε με τις λέξεις, δόκτωρ Αφριελ, σας παρακαλώ. Ενας από τους λόγους που ήρθα μέχρις εδώ ήταν γιατί ήθελα να ξεφύγω από όλα αυτά τα παιχνίδια. Πείτε μου την αλήθεια».
Ο Αφριελ την κοίταξε, κάθε άλλο παρά ευχαριστημένος που δεν μπορούσε να μαντέψει τι έκρυβαν τα μάτια της πίσω από τα προστατευτικά γυαλιά που φορούσε. «Πολύ καλά, λοιπόν», είπε στο τέλος. «Μάθε ότι ο λόγος που το Συμβούλιο των Δακτυλίων μ' έστειλε εδώ είναι για να διεξάγω ένα πείραμα που μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή και των δυο μας».
Η Μίρνυ έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Ώστε λοιπόν είσαι της Ασφάλειας».
«Έχω βαθμό λοχαγού».
«Το ήξερα... Το κατάλαβα μόλις έφθασαν εκείνοι οι δυο Μηχανοκράτες. Ήταν τόσο ευγενικοί, τόσο φιλύποπτοι πιστεύω πως αν δεν έτρεφαν την ελπίδα να με δωροδοκήσουν ή να μου αποσπάσουν κάποια μυστικά με τη βία, θα με είχαν σκοτώσει από την πρώτη στιγμή. Τους φοβόμουν τρομερά, λοχαγέ Αφριελ... Όπως κι εσάς».
«Ζούμε σε έναν κόσμο τρομακτικό, δόκτωρ. Πρόκειται για ζήτημα ασφαλείας της ομάδας μας».
«Για σας, τα πάντα είναι ζήτημα ασφάλειας της ομάδας», του είπε. «Δεν θα έπρεπε να σας δείξω τους υπόλοιπους χώρους, ή να σας πάω αλλού. Αυτή εδώ η Φωλιά, τούτα τα πλάσματα, δεν διαθέτουν ευφυΐα, λοχαγέ. Δεν είναι σε θέση να σκεφτούν και να μάθουν. Είναι αθώα, έχουν μια πρωτόγονη αθωότητα. Δεν γνωρίζουν τι είναι καλό ή κακό. Δεν γνωρίζουν τίποτα. Και το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται είναι το να γίνουν πιόνια στο παιχνίδι της εξουσίας που παίζεται σε κάποια άλλη φυλή, έτη φωτός μακριά».

Ο ορύκτης είχε στο μεταξύ περάσει σε μια έξοδο που έβγαζε από τις μυκητοφόρες αίθουσες και κωπηλατούσε αργά μέσα στο ζεστό σκοτάδι. Μια ομάδα από όντα σαν γκρίζες ξεφούσκωτες μπάλες του μπάσκετ πέρασε από δίπλα τους κινούμενη αργά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα από αυτά πιάστηκε με τα λεπτά, μακριά σαν μαστίγια, πλοκάμια του από το μανίκι του Αφριελ. Αυτός το έδιωξε απαλά κι εκείνο ελευθερώθηκε αμέσως, βγάζοντας μια σειρά από βρώμικες, κοκκινωπές σταγόνες.

«Πιστέψτε με, δόκτωρ, κατά βάθος συμφωνώ μαζί σας», είπε μαλακά ο Αφριελ. «Σκεφτείτε όμως λίγο και τους Μηχανοκράτες. Ορισμένες από τις πιο ακραίες φράξιές τους έχουν μεταβληθεί σε μηχανές σε ποσοστό μεγαλύτερο από πενήντα τα εκατό. Περιμένετε ανθρωπιστικά κίνητρα από τέτοια όντα; Είναι εντελώς ψυχροί, δόκτωρ ψυχρά και άψυχα όντα που μπορούν να κόψουν κομματάκια έναν άντρα ή μια γυναίκα και να μην αισθανθούν το παραμικρό από τον πόνο του. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες φράξιες μας μισούν. Πιστεύουν ότι έχουμε γίνει υπεράνθρωποι ρατσιστές επειδή και μόνο δεν διασταυρωνόμαστε μεταξύ μας, επειδή έχουμε διαλέξει το δικαίωμα να χειριζόμαστε μόνοι μας τα δικά μας γονίδια. Θα κάνετε αυτό που πρέπει να κάνετε ή θα προτιμήσετε να το κάνουν εκείνοι και να χρησιμοποιήσουν μετά τα αποτελέσματα εναντίον μας;»
«Αυτά που μου λέτε είναι πλασματικές σοφιστείες». Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε από την άλλη μεριά. Γύρω τους εργάτες φορτωμένοι μύκητες, με τα σαγόνια τους γεμάτα και τα στομάχια τους παραφουσκωμένα, απλώνονταν ολόγυρα από τη Φωλιά, τρέχοντας γρήγορα δίπλα από αυτούς ή εξαφανίζονταν σε πλαϊνές σήραγγες, όλοι σε κίνηση, πάνω κάτω.

Ο Αφριελ πρόσεξε ένα ον που έμοιαζε με εργάτη αλλά με έξι πόδια μονάχα, που πέρασε γρήγορα πάνω από τα κεφάλια τους πηγαίνοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν ένα παράσιτο μιμητής. Πόσο διάστημα, αναρωτήθηκε, να χρειάζονταν άραγε αυτά τα πλάσματα για να πάρουν αυτή τη μορφή;

«Δεν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβει κανείς το λόγο που έχουν σημειωθεί τόσες πολλές αποστασίες στους Δακτύλιους», είπε με κάποια λύπη στη φωνή της. «Αν τελικά η ανθρωπότητα είναι τόσο ηλίθια που να οδηγηθεί στην κατάσταση που περιέγραψες, τότε καλύτερα να μην έχει κανείς σχέση μαζί της. Καλύτερα να ζει κανένας μόνος του. Καλύτερα να μη βοηθήσεις να εξαπλωθεί τούτη η τρέλα».
«Αν σκεφτόμαστε με αυτό τον τρόπο, το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι το να σκοτωθούμε όλοι»,
είπε ο Αφριελ. «Οφείλουμε υποταγή στην ομάδα που μας δημιούργησε».

«Πείτε μου την αλήθεια, λοχαγέ», είπε εκείνη. «Δεν έχετε αισθανθεί ποτέ την ανάγκη να παρατήσετε τους πάντες και τα πάντα, όλες σας τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς και να φύγετε κάπου μακριά, να κάτσετε να ξαναδείτε τα πράγματα; Τον κόσμο ολόκληρο και το ρόλο που παίζετε εσείς σε όλα αυτά; Είμαστε τόσο σκληρά εκπαιδευμένοι από μικρά παιδιά κι απαιτούν τόσα πολλά από μας. Δεν νομίζετε ότι αυτό μας κάνει να μη βλέπουμε τον τελικό σκοπό των όσων κάνουμε;»
«Ζούμε στο διάστημα», είπε κατηγορηματικά ο Αφριελ. «Το διάστημα είναι ένα περιβάλλον εντελώς αφύσικο και απαιτεί μια αφύσικη προσπάθεια από τη μεριά των αφύσικων ανθρώπων που θέλουν να ευτυχήσουν εκεί. Ο νους μας είναι το μοναδικό μας εργαλείο και οι φιλοσοφίες έρχονται δεύτερες. Είναι φυσικό να έχω αισθανθεί και εγώ αυτά που σε ανησυχούν. Δεν αποτελούν παρά μιαν ακόμη απειλή από την οποία πρέπει να φυλαγόμαστε. Πιστεύω σε μια κοινωνία όπου επικρατεί η τάξη. Η τεχνολογία έχει απελευθερώσει τρομακτικές δυνάμεις που προσπαθούν να διαλύσουν την κοινωνία. Κάποια ομάδα θα πρέπει να αναδυθεί από τον αγώνα αυτό και να γίνει ο ρυθμιστής των πραγμάτων. Εμείς που έχουμε Μετασχηματιστεί διαθέτουμε τη σοφία και τους περιορισμούς για να το πετύχουμε ανθρώπινα. Αυτός είναι ο λόγος που κάνω τη δουλεία που κάνω».

Δίστασε λίγο. «Δεν περιμένω να δω τη μέρα του θριάμβου μας. Φαντάζομαι ότι θα πεθάνω σε κάποια συμπλοκή ή ότι θα με δολοφονήσουν. Μου φθάνει ότι μπορώ να δω από μακριά τη μέρα αυτή».
«Όλη αυτή η έπαρση όμως, λοχαγέ!» είπε εκείνη ξαφνικά. «Όλη αυτή η έπαρση κι ο ζήλος της μικρής σας θυσίας! Σκεφτείτε λίγο την Κυψέλη, αν πραγματικά ψάχνετε για τάξη κι ανθρωπιά. Βρίσκονται όλα εδώ, μπροστά στα μάτια σας! Εδώ που πάντα είναι ζεστά και σκοτεινά, που μυρίζει όμορφα, που το να βρεις φαγητό είναι πανεύκολο και όπου τα πάντα ανακυκλώνονται ασταμάτητα και τέλεια. Οι μόνοι πόροι που χάνονται είναι τα σμήνη που φεύγουν για να ζευγαρώσουν και λίγος αέρας από τους θαλάμους αποπίεσης όταν βγαίνουν έξω οι εργάτες για τη συγκομιδή. Μια Φωλιά σαν αυτή μπορεί να παραμείνει αναλλοίωτη για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Εκατοντάδες από χιλιάδες χρόνια. Ποιος, ή τι, θα μας θυμάται εμάς και την ηλίθια φατρία μας σε χίλια χρόνια από τώρα;»

Ο Αφριελ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν στέκει αυτή η σύγκριση. Εμείς έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε ένα τόσο μακρύ μέλλον. Σε χίλια χρόνια από τώρα θα είμαστε ή μηχανές, ή θεοί». Έπιασε το μέτωπό του. Το βελούδινο καπέλο του είχε κάνει φτερά. Χωρίς αμφιβολία, κάποιος το έτρωγε τώρα.

Ο ορύκτης συνέχιζε να τους κατεβάζει όλο και πιο βαθιά στον κυψελωτό λαβύρινθο του αστεροειδούς. Είδαν τις αίθουσες των νυμφών, όπου οι χλωμές προνύμφες συσπούνταν φασκιωμένες με μεταξωτό νήμα, τους κυρίους κήπους με τους μύκητες στους λάκκους των νεκροταφείων, όπου φτερωτοί εργάτες ανακάτευαν συνεχώς τον πηχτό αέρα που ολοένα ζεσταινόταν από τη θερμότητα που δημιουργούσε η αποσύνθεση. Μαύροι διαβρωτικοί μύκητες κατέτρωγαν τα νεκρά σώματα μετατρέποντας τα σε χοντρή σκόνη που την απομάκρυναν μαυρισμένοι εργάτες, νεκροί κι αυτοί κατά τα τρία τέταρτα.

Αργότερα άφησαν τον ορύκτη και συνέχισαν να ταξιδεύουν μόνοι τους. Η γυναίκα κινιόταν με άνεση, εξασκημένη καθώς ήταν.. Ο Αφριελ την ακολουθούσε χωρίς να γλιτώνει τις συγκρούσεις με τους εργάτες που έβγαζαν τότε κάτι οξείς ήχους. Ήταν ολόκληρες χιλιάδες από αυτούς, κρέμονταν από την οροφή, τους τοίχους, το δάπεδο, αλλού μαζεμένοι όλοι μαζί κι αλλού να στροβιλίζονται ασταμάτητα προς κάθε κατεύθυνση.

Μετά επισκέφθηκαν την αίθουσα των φτερωτών πριγκίπων και των πριγκιπισσών, μια κυκλική, θολωτή κρύπτη με έντονο αντίλαλο από όπου κρέμονταν από ψηλά κάτι όντα σαράντα μέτρα μήκος με τα πόδια διπλωμένα. Τα σώματά τους ήταν αρθρωτά και φτιαγμένα από μέταλλο με οργανικά ακροφύσια πυραύλου στο θώρακα τους, εκεί που κάποτε ίσως να στηρίζονταν φτερά. Διπλωμένες κατα μήκος της γυαλιστερής τους πλάτης υπήρχαν κεραίες ραντάρ στερεωμένες πάνω σε μακρείς, περιστρεφόμενους βραχίονες. Μοιάζαν περισσότερο με διαστημικά οχήματα που βρίσκονταν υπό κατασκευή παρά με οτιδήποτε το βιολογικό. Εργάτες τα τάιζαν συνεχώς. Οι φουσκωμένες τους κοιλιές με τις πλαϊνές οπές αναπνοής ήταν γεμάτες με οξυγόνο υπό πίεση.

Η Μίρνυ ζήτησε ένα μεγάλο κομμάτι μύκητα από έναν εργάτη που περνούσε από δίπλα, χτυπώντας απαλά αλλά επιδέξια τις κεραίες του προκαλώντας έτσι μια αντανακλαστική ενέργεια. Το μεγαλύτερο μέρος από το κομμάτι που πήρε το έδωσε στα δυο κολέμβολα τα οποία το καταβρόχθισαν με λαιμαργία και περίμεναν και για άλλο.
Ο Αφριελ δίπλωσε τα πόδια του σε λωτό κι άρχισε να μασάει αποφασιστικά το δερματώδη μύκητα. Ήταν σκληρός αλλά είχε νόστιμη γεύση, όπως το καπνιστό κρέας μια Γήινη λιχουδιά που την είχε δοκιμάσει μονάχα μια φορά στη ζωή του. Η μυρωδιά του καπνού σήμαινε καταστροφή σε μια αποικία των Σχηματιστών.
Η Μίρνυ ήταν απόλυτα σιωπηλή. «Τελικά δεν υπάρχει πρόβλημα με το φαγητό», είπε χαρούμενα ο Αφριελ. «Πού θα κοιμηθούμε;»
Εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Οπουδήποτε... υπάρχουν παντού πολλά αχρησιμοποίητα τούνελ κι άδειες γωνιές. Υποθέτω ότι θα θέλεις να δεις τώρα την αίθουσα της Βασίλισσας». «Οπωσδήποτε».
«Πρέπει να βρω τότε κι άλλους μύκητες. Την είσοδο τη φυλάνε πολεμιστές και θα πρέπει να τους δωροδοκήσουμε με λίγο φαγητό».

Μάζεψε μια ολόκληρη αγκαλιά από τα μανιτάρια αυτά από κάποιον άλλο εργάτη από το ατέλειωτο ρεύμα που περνούσε και βγήκαν από μια άλλη σήραγγα. Ο Αφριελ, που είχε ήδη μπερδευτεί εντελώς, αποπροσανατολίστηκε για μια ακόμα φορά μέσα στο δαιδαλώδη εκείνο λαβύρινθο από σήραγγες και αίθουσες. Μετά από ώρα βρέθηκαν σε μια τεράστια σκοτεινή σπηλιά, όπου το τερατώδες σώμα της Βασίλισσας ακτινοβολούσε στο φάσμα του υπέρυθρου. Αυτό αποτελούσε το κεντρικό εργοστάσιο της αποικίας. Το γεγονός ότι ήταν φτιαγμένο από ζεστή πολτώδη σάρκα δεν έκρυβε την κατά βάση βιομηχανική του φύση. Ολόκληροι τόνοι από προχωνευμένο πολτό του μύκητα οδηγούνταν στα λεία, τυφλά σαγόνια που βρίσκονταν στη μια άκρη του σώματος. Οι στρογγυλεμένες δίπλες της μαλακιάς σάρκας τον χώνευαν και τον επεξεργάζονταν αναρροφώντας κυματιστά με παλμικές κινήσεις και εκκωφαντικά χοχλακίσματα και παφλασμούς που νόμιζες ότι έβγαιναν από κάποια μηχανή. Από την άλλη μεριά του σώματος έβγαινε μια ατέλειωτη σειρά από αυγά σαν σταγόνες πάνω σε ατέρμονη ταινία μεταφοράς, το καθένα καλυμμένο από μια παχιά ζελατινώδη ορμονική ουσία που το λίπαινε και το προφύλασσε. Οι εργάτες έγλειφαν αχόρταγα τα αυγά μέχρι να καθαρίσουν τελείως και κατόπιν τα μετέφεραν σε ειδικές κοιτίδες. Το κάθε αυγό είχε το μέγεθος ανθρώπινου κορμού.

Η διαδικασία αυτή δεν σταματούσε ποτέ. Εδώ, στα έγκατα του αστεροειδούς, δεν ξεχώριζε η μέρα από τη νύχτα. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπήρχε η παραμικρή θύμηση από τους ημερήσιους ρυθμούς που κάποτε θα ακολουθούσαν τα πλάσματα αυτά. H ροή παραγωγής ήταν τόσο σταθερή και κανονική όσο και οι εργασίες σε ένα αυτοματοποιημένο ορυχείο.

«Αυτός είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ», μουρμούρισε με δέος ο Αφριελ. «Κοιτάχτε τι συμβαίνει εδώ, δόκτωρ Μίρνυ. Οι Μηχανοκράτες έχουν κατασκευάσει μηχανήματα εξορύξεων που κατευθύνονται από κομπιούτερ και είναι γενιές ολόκληρες μπροστά από μας. Ομως εδώ στα βάθη αυτού του μικρού ανώνυμου κόσμου, υπάρχει μια τεχνολογία που κατευθύνεται γενετικά και που τρέφεται από μόνη της, αυτοσυντηρείται, αυτολειτουργεί αποτελεσματικά, ασταμάτητα, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιας ανώτερης διάνοιας. Είναι το τέλειο οργανικό εργαλείο. Η ομάδα που θα κατάφερνε να χρησιμοποιήσει αυτούς τους ακούραστους εργάτες θα γινόταν ένας βιομηχανικός κολοσσός. Κι όσο για τις βιοχημικές μας γνώσεις είναι αξεπέραστες. Εμείς οι Σχηματιστές είμαστε εκείνοι που θα το πετύχουμε».
«Και με ποιο τρόπο πιστεύεις πως θα το καταφέρετε;» ρώτησε σκεπτικά η Μίρνυ. «Θα πρέπει να κουβαλήσετε μια γονιμοποιημένη Βασίλισσα όλη αυτή την απόσταση μέχρι το ηλιακό σύστημα. Δύσκολα θα το αντέχαμε αυτό οικονομικά, ακόμα κι αν μας το επέτρεπαν οι Επενδυτές, κάτι που δεν νομίζω ότι θα το έκαναν».
«Δεν χρειάζομαι ολόκληρη αποικία», είπε με υπομονή ο Αφριελ. «Το μόνο που χρειάζομαι είναι οι γενετικές πληροφορίες που υπάρχουν μέσα σε ένα και μόνο αυγό. Τα εργαστήρια που έχουμε στους Δακτύλιους θα μπορέσουν με κλωνισμό να παράγουν μια ατέλειωτη σειρά από αυτά».
«Ναι, αλλά οι εργάτες είναι άχρηστοι χωρίς την υπόλοιπη αποικία από δίπλα να τους δίνει διαταγές. Χρειάζονται οι φερομόνες για να προκαλέσουν και να ελέγξουν τη δράση τους».

«Ακριβώς», είπε ο Αφριελ. «Τυχαίνει να έχω στη διάθεσή μου αυτές τις φερομόνες σε συμπυκνωμένη μορφή. Αυτό που πρέπει να κάνω τώρα είναι να τις δοκιμάσω. Πρέπει να αποδείξω ότι μπορώ να τις χρησιμοποιήσω κάνοντας τους εργάτες να εκτελέσουν όποια δουλειά αποφασίσω εγώ. Από τη στιγμή που θα έχω αποδείξει πως γίνεται κάτι τέτοιο, έχω εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο να φέρω λαθραία πίσω στους Δακτύλιους τις απαραίτητες γενετικές πληροφορίες. Οι Επενδυτές δεν θα το εγκρίνουν βέβαια. Υπεισέρχονται ηθικά ερωτήματα και αυτοί δεν έχουν προοδεύσει γενετικά. Ομως εμείς θα κερδίσουμε κατά κάποιο τρόπο την έγκρισή τους αργότερα, όταν θα πλουτίσουμε. Και το σπουδαιότερο, θα έχουμε καταφέρει να νικήσουμε τους Μηχανοκράτες στο δικό τους τομέα».
«Έχεις φέρει ως εδώ τις φερομόνες;» ρώτησε η Μίρνυ. «Δεν υποπτεύθηκαν τίποτα οι Επενδυτές όταν τις ανακάλυψαν;»
«Τώρα έκανες εσύ το λάθος», είπε ήρεμα ο Αφριελ. «Παίρνεις σαν δεδομένο ότι είναι αλάνθαστοι. Κάνεις σφάλμα. Μια φυλή που δεν έχει περιέργεια δεν πρόκειται ποτέ να εξερευνήσει την κάθε πιθανότητα που ανοίγεται μπροστά της, όπως κάνουμε εμείς οι Σχηματιστές». Ο Αφριελ σήκωσε το ρεβέρ του παντελονιού του και τέντωσε το δεξί του πόδι. «Φαντάσου για λίγο αυτή τη φλέβα σε αυτούς εδώ τους κιρσούς στο πόδι μου. Κυκλοφοριακά προβλήματα τέτοιου είδους είναι πολύ συνηθισμένα σε αυτούς που περνούν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους σε χώρους που δεν υπάρχει βαρύτητα. Αυτή εδώ η φλέβα έχει στομωθεί τεχνητά και έχουν επεξεργαστεί τα τοιχώματα της βιοχημικά έτσι ώστε να μειωθεί η όσμωσή τους. Μέσα στη φλέβα υπάρχουν δέκα ξεχωριστές αποικίες από γενετικά μεταλλαγμένα βακτήρια που το καθένα μπορεί να συνθέσει κι από μια διαφορετική φερομόνη της Κυψέλης».

Χαμογέλασε. «Οι Επενδυτές με έψαξαν, πολύ προσεκτικά μάλιστα, ακόμα και με ακτίνες Χ. Είναι φυσικό να επιμένουν να ξέρουν για το οτιδήποτε που μεταφέρεται με τα πλοία τους. Ομως αυτή η φλέβα φαίνεται κανονική στις ακτίνες, κι όσο για τα βακτήρια αυτά βρίσκονται παγιδευμένα μέσα σε χωρίσματα στη φλέβα. Δεν εντοπίζονται. Έχω μαζί μου ένα μικρό φαρμακείο. Περιλαμβάνει και μια σύριγγα. Μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να βγάλουμε τις φερομόνες και να τις δοκιμάσουμε. Όταν τελειώσουν τα τεστ αυτά και είμαι σίγουρος ότι θα σημειώσουν επιτυχία, να σκεφτείς μονάχα ότι πάνω τους στηρίζω τη μελλοντική μου καριέρα μπορούμε να αδειάσουμε τη φλέβα και τα χωρίσματα που υπάρχουν. Τα βακτήρια θα πεθάνουν μόλις έρθουν σε επαφή με τον αέρα. Κατόπιν θα γεμίσουμε ξανά τη φλέβα με τη λέκιθο από ένα έμβρυο που αναπτύσσεται. Τα κύτταρα ίσως επιζήσουν στη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής, αλλά κι αν ακόμη πεθάνουν δεν πρόκειται να σαπίσουν. Δεν πρόκειται να έρθουν καθόλου σε επαφή με βακτήρια που μπορούν να τους προκαλέσουν αποσύνθεση. Στους Δακτύλιους πια, θα μάθουμε να ενεργοποιούμε ή να σταματάμε τη δράση των διαφόρων γονιδίων για να δημιουργήσουμε έτσι τις διάφορες κάστες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη φύση. Θα αποκτήσουμε εκατομμύρια εργάτες, στρατιές πολεμιστών αν χρειαστεί, ίσως ακόμα και οργανικά διαστημόπλοια φτιαγμένα από μεταλλαγμένους φτερωτούς. Αν τελικά πετύχει αυτή η προσπάθεια, δεν νομίζεις ότι μάλλον θα περάσει το όνομά μου στην ιστορία; Εγώ και η αλαζονική μου ζωή, η θυσία μου;»

Αυτή τον κοιτούσε. Ακόμα και τα χοντρά της γυαλιά δεν μπορούσαν να κρύψουν το θαυμασμό αλλά και το φόβο της γι' αυτόν. «Είσαι αποφασισμένος τελικά να το κάνεις».
«Έχω θυσιάσει το χρόνο μου και την ενέργειά μου. Και περιμένω αποτελέσματα, δόκτωρ».
«Ομως αυτό είναι απαγωγή. Και μιλάτε για δημιουργία μιας φυλής δούλων».

Ο Αφριελ σήκωσε περιφρονητικά τους ώμους του. «Εξαπατάσθε από τις λέξεις που χρησιμοποιείτε, δόκτωρ. Δεν πρόκειται να κάνω το παραμικρό κακό σε αυτή την αποικία. Ίσως κλέψω λίγο από την εργασία των εργατών της όσο αυτοί θα υπακούουν τις δικές μου χημικές διαταγές όμως, πραγματικά, το ποσό αυτό είναι ελάχιστο και δεν θα γίνει αισθητό. Δέχομαι ότι θα σκοτώσω ένα αυγό, όμως κι αυτό το έγκλημα δεν είναι βαρύτερο από μια ανθρώπινη άμβλωση. Το να θεωρηθεί Απαγωγή, η κλοπή μιας και μόνο γενετικής πλεξίδας, αυτό πια παραείναι τραβηγμένο, νομίζω. Όσο για τη σκανδαλώδη ιδέα της φυλής των δούλων, αυτή την απορρίπτω ασυζητητί. Αυτά τα πλάσματα είναι από μόνα τους γενετικά ρομπότ. Δεν πρόκειται να γίνουν περισσότερο σκλάβοι από ό,τι είναι σήμερα γεωτρύπανα ή μπουλντόζες. Το χειρότερο που μπορεί να πάθουν είναι να γίνουν κάποια μέρα κατοικίδια ζώα».

Η Μίρνυ συλλογίστηκε τα επιχειρήματα. Δεν άργησε πολύ για να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα. «Αυτό είναι αλήθεια. Δεν πρόκειται για την περίπτωση κάποιου συνηθισμένου εργάτη που κοιτάζει τα αστέρια κι αναπολεί την ελευθερία του. Αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά εργάτες χωρίς φύλο και νου».
«Ακριβώς, δόκτωρ».
«Μονάχα εργάζονται. Αν θα δουλεύουν για μας ή για την Κυψέλη δεν τους κάνει καμιά διάφορα». «Βλέπω ότι αναγνώρισες την ομορφιά αυτής της ιδέας».
«Και αν τελικά πετύχει», είπε η Μίρνυ, «αν τελικά πετύχει, η ομάδα μας θα έχει ένα αστρονομικό κέρδος».

Ο Αφριελ χαμογέλασε αυθόρμητα χωρίς να μπορεί όμως να αντιληφθεί τον παγωμένο σαρκασμό που έδειχνε η έκφρασή του. «Και το προσωπικό όφελος, δόκτωρ... η πολύτιμη εμπειρία για τον πρώτο που θα ασχοληθεί με την τεχνική αυτή». Μιλούσε απαλά, με ευγένεια. «Έχεις δει ποτέ χιονόπτωση αζώτου πάνω στον Τιτάνα; Φαντάζομαι ένα φυσικό περιβάλλον που επιτέλους θα μας ταιριάζει μεγαλύτερο, πολύ μεγαλύτερο από οτιδήποτε δοκιμάσαμε πιο πριν... Μια σωστή πόλη, Γκαλίνα, ένα μέρος όπου δεν θα τον τρελαίνουν τον άνθρωπο οι κανονισμοί κι η πειθαρχία...»
«Τώρα μου φαίνεται ότι εσείς μιλάτε για αποστασία, λοχαγέ».

Ο Αφριελ έμεινε για λίγο σιωπηλός και κατόπιν έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει. «Τώρα μου το χάλασες τελείως αυτό που οραματιζόμουν», είπε. «Και πέρα από αυτό, εκείνο που περιέγραφα ήταν η πολυπόθητη και τόσο άξια κερδισμένη οριστική ξεκούραση κάποιου που δούλεψε και πλούτισε κι όχι η μαλθακότητα κάποιου ερημητηρίου... υπάρχει μικρή αλλά σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δυο». Έκανε μια ακόμη παύση. «Τέλος πάντων, πέρα από αυτά, μπορώ να συμπεράνω ότι είσαι υπέρ αυτού του προγράμματος;»
Εκείνη γέλασε και τον έπιασε από το χέρι. Υπήρχε κάτι το αλλόκοτο στο γέλιο της, ένας μικρός ήχος που πνίγηκε μέσα στο δυνατό οργανικό γουργούρισμα που ακουγόταν από τα τερατώδη εντόσθια της Βασίλισσας... «Νομίζετε ότι θα αντιδρώ στα επιχειρήματα σας για δυο ολόκληρα χρόνια; Καλύτερα να υποχωρήσω τώρα και να γλιτώσουμε από τώρα τις προστριβές».
«Μάλιστα».
«Στο κάτω κάτω δεν πρόκειται να κάνετε κανένα κακό στην αποικία. Δεν θα καταλάβουν τίποτα. Κι αν τελικά καταφέρουμε να αναπαράγουμε με επιτυχία το γενετικό τους υλικό, δεν θα έχει κανένα λόγο μετά η ανθρωπότητα να τους ξαναενοχλήσει.
«Αυτό είναι αλήθεια», είπε ο Αφριελ, αν και προς στιγμή το μυαλό του βρέθηκε να σκέφτεται τα μυθικά πλούτη του συστήματος αστεροειδών του Μπετελγκέζ. Ήταν αναπόφευκτο, θα ερχόταν κάποια μέρα που η ανθρωπότητα θα μετανάστευε μαζικά στα αστέρια, στα σοβαρά. Και τότε θα ήταν καλό να ξέρουν τα υπέρ και τα κατά της κάθε φυλής που θα μπορούσε να αποδειχτεί ανταγωνιστής τους.

«Θα σε βοηθήσω όσο πιο πολύ μπορώ», του είπε. Μια σιωπή κυριάρχησε για λίγο. «Είδες ό,τι ήθελες να δεις από αυτή την αίθουσα;»
«Nαι». Έφυγαν από το θάλαμο της Βασίλισσας.
«Στην αρχή είχα την εντύπωση πως δεν θα σε συμπαθούσα καθόλου», του είπε με ειλικρίνεια. «Νομίζω ότι σε συμπαθώ κάπως, τώρα. Φαίνεται να έχεις κάποιο χιούμορ, κάτι που λείπει από τους περισσότερους ανθρώπους της Ασφάλειας».
«Δεν πρόκειται για αίσθηση του χιούμορ», είπε με κάποια λύπη στη φωνή του ο Αφριελ. «Πρόκειται για αίσθηση ειρωνείας μεταμφιεσμένη σε χιούμορ».

Δεν υπήρχαν μέρες και νύχτες στο ατέλειωτο ποτάμι ωρών που ακολούθησε. Υπήρχαν μονάχα ακανόνιστες περίοδοι ύπνου, στην αρχή χωριστά και κατόπίν μαζί καθώς κρατούσε ο ένας τον άλλον, μετέωροι από την έλλειψη της βαρύτητας. Η σεξουαλική αίσθηση που ένιωθε το δέρμα και το κορμί τους έγινε άγκυρα για την κοινή ανθρώπινη καταβολή τους, μια φύση διαχωρισμένη, ξεφτισμένη πια και τόσα έτη φωτός μακριά που η έννοιά της να μην κουβαλάει πλέον το παραμικρό νόημα σε αυτούς. Η ζωή μέσα στις ζεστές, πολυσύχναστες σήραγγες ήταν το εδώ και τώρα. Μαζί και οι δυο ήταν σαν δυο μικρόβια μέσα σε ένα τεράστιο κυκλοφοριακό σύστημα αίματος που παλλόταν ασταμάτητα στο ρυθμό της παλίρροιας. Δοκίμασαν τις φερομόνες μια μια, καθώς οι ώρες σχημάτιζαν μήνες και ο χρόνος κατάντησε να μην έχει πια νόημα.

Τα φερομονικά τους πειράματα ήταν αρκετά σύνθετα, όχι όμως και τρομερά δύσκολα. Η πρώτη από τις δέκα φερομόνες που μελέτησαν προκαλούσε ερεθίσματα συνάθροισης κάνοντας τους εργάτες να μαζεύονται σε μεγάλες ομάδες καθώς η φερομόνη μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλον με τις κεραίες τους. Κατόπιν οι εργάτες περίμεναν να πάρουν τις επόμενες διαταγές κι όταν πια δεν ερχόταν καμιά, διαλύονταν. Για να λειτουργήσουν κανονικά, οι φερομόνες έπρεπε να δίνονται σε συνδυασμό μεταξύ τους, με κάποια σειρά δηλαδή, όπως οι εντολές στα κομπιούτερ: η νούμερο ένα, για παράδειγμα, (συνάθροιση) μαζί με τη νούμερο τρία (μετακίνηση και μεταφορά) που έκανε τους εργάτες να εκκενώνουν ένα δεδομένο θάλαμο και να μεταφέρουν το περιεχόμενό του σε έναν άλλο. Η ένατη φερομόνη που μελέτησαν έδειξε ιδιότητες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για βιομηχανικούς σκοπούς. Ήταν μια εντολή κατασκευής, που έκανε τους εργάτες να συγκεντρώνουν τους ορύκτες και τις φαγάνες και να τους βάζουν να δουλέψουν. Κάποιες άλλες αποδείχτηκαν ενοχλητικές: η φερομόνη νούμερο δέκα, για παράδειyμα, προκάλεσε στους εργάτες μια περιποιητική συμπεριφορά και πολύ γρήγορα απομάκρυναν από τον Αφριελ τα υπολείμματα των κουρελιασμένων ρούχων του. Η όγδοη φερομόνη έκανε τους εργάτες να βγουν στην επιφάνεια του αστεροειδούς για να μαζέψουν τροφή και λίγο έλειψε οι δυο ερευνητές, στην προσπάθειά τους να παρακολουθήσουν τα αποτελέσματα της δράσης της, να παρασυρθούν κάποια στιγμή και να χαθούν στο διάστημα.

Οι δυο τους πλέον δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από τους πολεμιστές. Είχαν ανακαλύψει πως μια δόση από την έκτη φερομόνη τους έκανε να φεύγουν τρέχοντας για να πάνε να υπερασπίσουν τα αυγά, όπως ακριβώς έκανε και τους εργάτες να πηγαίνουν να τα περιποιηθούν. Η Μίρνυ και ο Αφριελ εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό και εξασφάλισαν έτσι ένα δικό τους χώρο, μια αίθουσα που την άνοιξαν στο βράχο εργάτες «κλεμμένοι» χημικά και που τη φυλούσε ένα ον σαν αυτά που χρησιμοποιούσε η Κυψέλη για τη φύλαξη του θαλάμου αποπίεσης, «δανεισμένο» κι αυτό με παρόμοιο χημικό τρόπο. Είχαν τους δικούς τους κήπους με τους μύκητες για να ανανεώνουν τον αέρα, όπου είχαν συγκεντρώσει τα μανιτάρια που είχαν βρει πιο νόστιμα καθώς κι έναν εργάτη που είχε αναλάβει τη διαδικασία της πέψης τους και που τον κρατούσαν διαρκώς ναρκωμένο για να τους παρέχει τροφή σε αυτούς και μόνο. Από το πολύ στούμπωμα και την έλλειψη κίνησης, ο εργάτης αυτός είχε φουσκώσει και είχε πάρει την πιο αναπτυγμένη του μορφή κρεμασμένος στον ένα τοίχο θυμίζοντας κάποιο τερατώδες τσαμπί σταφυλιού.

Ο Αφριελ είχε κουραστεί. Τον τελευταίο καιρό είχε μείνει για μεγάλο διάστημα άυπνος, για πόσο ακριβώς δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει. Οι βιορυθμοί του δεν ήταν τόσο καλά προσαρμοσμένοι όσο της Μίρνυ και κάθε τόσο τον έπιαναν κρίσεις μελαγχολίας ή γινόταν ευερέθιστος κι οξύθυμος και δύσκολα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. «Κάποια μέρα θα γυρίσουν πίσω οι Επενδυτές», είπε. «Σύντομα μάλλον».

Η Μίρνυ τον άκουγε αδιάφορα. «Οι Επενδυτές», είπε και συνέχισε την παρατήρησή της με κάτι στη γλώσσα των κολεμβόλων το οποίο αυτός δεν μπόρεσε να καταλάβει. Παρόλη τη γλωσσολογική του κατάρτιση, ο Αφριελ δεν είχε όλο αυτό το διάστημα καταφέρει να φθάσει τα δικά της επίπεδα στην τραχιά και κακόηχη διάλεκτο των κολεμβόλων. Όσα είχε μάθει τα είχε μάθει πιο πολύ από υποχρέωση κι η γλώσσα αυτή είχε εκφυλιστεί τόσο πολύ πια που είχε καταντήσει μια παραφθορά της αρχικής γλώσσας, χωρίς κανόνες και συντακτικό. Ήξερε πάντως αρκετές λέξεις ώστε να μπορεί να τους δίνει απλές διαταγές, κάτι που το πετύχαινε σχεδόν ολοκληρωτικά με το μερικό έλεγχο που είχε πάνω στους πολεμιστές. Τα κολέμβολα τον φοβούνταν κι όσο για εκείνα τα δυο νεαρά που είχε εξημερώσει η Μίρνυ αυτά είχαν καταντήσει δυο χοντροί, υπερμεγέθεις τύραννοι που τρομοκρατούσαν ανεμπόδιστα τα μεγαλύτερα. Ο Αφριελ ήταν απασχολημένος με άλλα πράγματα για να κάτσει να μελετήσει τα κολέμβολα ή τους άλλους συμβιώτες. Προείχαν άλλα θέματα, πιο επείγοντα.

«Αν έρθουν πολύ σύντομα δεν θα προλάβω να ολοκληρώσω την τελευταία μου μελέτη», είπε στα αγγλικά.
Ο Αφριελ έβγαλε τα υπέρυθρα γυαλιά του και τα έδεσε σφιχτά γύρω από το λαιμό του. «Υπάρχει και κάποιο όριο, Γκαλίνα», είπε καθώς χασμουριόταν. «Δεν μπορείς να απομνημονεύσεις παραπάνω στοιχεία χωρίς τεχνικό εξοπλισμό. Θα πρέπει να περιμένουμε ήρεμα τη στιγμή που θα επιστρέψουν και θα μας μεταφέρουν πίσω. Ελπίζω να μη σοκάρω τους Επενδυτές όταν θα με δουν έτσι. Έχασα μια περιουσία με κείνα τα ρούχα».
«Από τότε που έφυγε εκείνο το σμήνος για να ζευγαρώσει κατάντησε βαρετή η κατάσταση. Κι έπρεπε να σταματήσουμε και τα πειράματα για να μπορέσει να θρέψει η φλέβα σου. Αν δεν είχε σημειωθεί κι αυτή η νέα ανάπτυξη στην αίθουσα των φτερωτών δεν θα είχα τι να κάνω». Έδιωξε και με τα δυο της χέρια τα λιγδωμένα μαλλιά από το πρόσωπό της. «Θα κοιμηθείς;»
«Ναι, αν τα καταφέρω».
«Δεν θέλεις να έρθεις μαζί μου; Επιμένω να σου λεω ότι αυτή η καινούργια αύξηση που παρατηρείται είναι πολύ σημαντική. Νομίζω ότι πρόκειται για μια τελείως νέα κάστα. Σίγουρα δεν είναι φτερωτοί. Έχει μεν μάτια σαν τα δικά τους αλλά παραμένει προσκολλημένο στα τοιχώματα».
«Ίσως τότε να μην είναι μέλος της Κυψέλης», είπε κάπως κουρασμένα, αστειευόμενος μαζί της. «Ίσως να είναι κάποιο παράσιτο, κάποιο που μιμείται τους φτερωτούς. Πήγαινε δες το άμα θέλεις. Θα μείνω εδώ να σε περιμένω».

Την άκουσε που έφευγε. Χωρίς τα υπέρυθρα γυαλιά του το σκοτάδι δεν ήταν και τόσο απόλυτο, υπήρχε μια ελαφριά λάμψη που έβγαινε από τους μύκητες που αναπτύσσονταν στον πίσω θάλαμο. Ο παραφουσκωμένος εργάτης που ήταν αδύνατο να μεγαλώσει άλλο, κουνήθηκε λίγο πάνω στον τοίχο γουργουρίζοντας απαλά. Τον πήρε ο ύπνος.

Όταν ξύπνησε, η Μίρνυ δεν είχε γυρίσει ακόμα. Δεν ανησύχησε. Πήγε καταρχήν στο θάλαμο αποπίεσης, στην αρχική σήραγγα που τον είχαν αφήσει κάποτε οι Επενδυτές. Οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι - οι Επενδυτές πάντα εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους - όμως εκείνου του είχε μπει στο μυαλό η ιδέα ότι κάποια μέρα θα έρχονταν, θα βαριούνταν να τον περιμένουν και θα έφευγαν χωρίς αυτόν. Οι Επενδυτές όφειλαν βέβαια να τον περιμένουν. Η Μίρνυ θα τους απασχολούσε όση ώρα θα χρειαζόταν αυτός για να πάει μέχρι τις κοιτίδες των αυγών και να βουτήξει μερικα ζωντανά κύτταρα από μέσα τους. Θα έπρεπε το αυγό να είναι όσο το δυνατόν πιο φρέσκο.

Αργότερα έφαγε. Μασουλούσε κάποιο μύκητα σε έναν από τους μπροστινούς θαλάμους όταν τον βρήκαν τα δυο εξημερωμένα κολέμβολα της Μίρνυ.
«Τι θέλετε;» τα ρώτησε στη γλώσσα τους.
«Αυτό που δίνει φαΐ όχι καλά», τσίριξε το μεγαλύτερο κουνώντας σπασμωδικά τα μπροστινά του πόδια. «Οχι δουλειά, όχι ύπνος".
«Οχι κουνιέται», είπε το δεύτερο. Και πρόσθεσε με κάποια ελπίδα: «Φαί τώρα;»
Ο Αφριελ τους έδωσε λίγο από αυτό που έτρωγε. Το έφαγαν από συνήθεια πιο πολύ παρά από πραγματική όρεξη, κάτι που τον ανησύχησε. «Πηγαίνετέ με σε αυτή», τους είπε.
Τα δυο κολέμβολα ξεκίνησαν βιαστικά. Τα ακολούθησε εύκολα και επιδέξια ανοίγοντας δρόμο μέσα από τα πλήθη των εργατών. Τον οδήγησαν μετά από αρκετά μίλια μέσα σε εκείνους τους λαβύρινθους, στην αίθουσα των φτερωτών. Εκεί σταμάτησαν λες και είχαν μπερδευτεί. «Έφυγε», είπε το μεγαλύτερο.
Η αίθουσα ήταν άδεια. Ο Αφριελ δεν την είχε ποτέ ξαναδεί άδεια και ήταν πολύ ασυνήθιστο για την Κυψέλη να σπαταλάει χώρους με το να μένουν άδειοι. Ξαφνικά ένιωσε τρόμο. «Ακολουθήστε αυτή που δίνει φαί», είπε. «Ακολουθήστε τη μυρωδιά».

Τα δυο κολέμβολα μύρισαν απρόθυμα τους γύρω τοίχους. Ήξεραν ότι δεν είχε φαγητό μαζί του και δεν φαίνονταν διατεθειμένα να κάνουν το οτιδήποτε χωρίς άμεση ανταμοιβή. Στο τέλος το ένα από αυτά εντόπισε τη μυρωδιά, ή τουλάχιστον προσποιήθηκε ότι τη βρήκε, και την ακολούθησε μέχρι ψηλά επάνω στην οροφή και κατόπιν χάθηκε μέσα στο στόμιο μιας σήραγγας που έχασκε εκεί πάνω.

Ήταν πολύ δύσκολο για τον Αφριελ να δει καθαρά μέσα στην άδεια αίθουσα αφού η υπέρυθρη ακτινοβολία που υπήρχε ήταν ελάχιστη. Ανέβηκε κι αυτός προς τα πάνω ακολουθώντας το κολέμβολο.

Τότε άκουσε το ουρλιαχτό ενός πολεμιστή και τις τσιριχτές πνιγμένες φωνίτσες του κολέμβολου, που πετάχτηκε έξω από το τούνελ, πιτσιλώντας τον τόπο με ένα πηχτό υγρό που τιναζόταν με ορμή από το τσακισμένο του κεφάλι. Έκανε μερικές κουτρουβάλες ώσπου χτύπησε τελικά στον απέναντι τοίχο με έναν υπόκωφο, ζουληχτό ήχο. Ήταν πια νεκρό.

Το δεύτερο κολέμβολο το έβαλε αμέσως στα πόδια τσιρίζοντας από λύπη και τρόμο. Ο Αφριελ προσγειώθηκε στο στόμιο της σήραγγας λυγίζοντας τα πόδια του για να απορροφήσουν τη φόρα του. Μπορούσε να μυρίσει την καυστική μυρωδιά θυμού του πολεμιστή, μια φερομόνη τόσο πυκνή που ακόμα και η ανθρώπινη μύτη μπορούσε να τη συλλάβει. Ντουζίνες ολόκληρες από πολεμιστές θα μαζεύονταν εκεί σε λίγα λεπτά ή και δευτερόλεπτα ακόμη. Πίσω από τον αγριεμένο πολεμιστή ακούγονταν εργάτες και ορύκτες που μετακινούσαν και στερέωναν βράχια. Μπορούσε βέβαια να κοντρολάρει έναν εξαγριωμένο πολεμιστή, όμως δύο ή είκοσι... προτιμούσε καλύτερα να μην το σκέφτεται. Βγήκε γρήγορα από τη σήραγγα και την αδειανή αίθουσα.

Έψαξε να βρει το δεύτερο κολέμβολο - ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να το ξεχωρίσει, ήταν τόσο πολύ μεγαλύτερο από όλα τα άλλα - δεν κατάφερε όμως να το βρει. Με την ισχυρή του όσφρηση του ήταν πολύ εύκολο να του κρυφτεί άμα ήθελε.

Η Μίρνυ δεν γύρισε. Πέρασαν αμέτρητες ώρες. Ξανακοιμήθηκε. Γύρισε πάλι πίσω στην αίθουσα των φτερωτών. Τώρα την αίθουσα τη φύλαγαν πολεμιστές, πολεμιστές που δεν ενδιαφέρονταν για φαγητό και που άνοιγαν απειλητικά τις τεράστιες πριονωτές τους δαγκάνες όταν πλησίαζε κοντά στην είσοδο. Φαίνονταν να είναι έτοιμοι να τον κατασπαράξουν, οι αποπνικτικές αναθυμιάσεις των επιθετικών φερομονών πλανιόνταν σαν ομίχλη πάνω από τον χώρο. Δεν παρατήρησε κανένα συμβιώτη να παρασιτεί πάνω στα σώματα των πολεμιστών. Υπήρχε ένα είδος, κάτι σαν τεράστιο τσιμπούρι, που προσκολλούταν μονάχα στους πολεμιστές, όμως ακόμα κι αυτά είχαν φύγει.
Ξαναγύρισε στα διαμερίσματά του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το σώμα της Μίρνυ δεν βρισκόταν ούτε στους λάκκους με τα σκουπίδια. Θα μπορούσε βέβαια να την είχε καταβροχθίσει κάτι άλλο, κάποιο άγνωστο ον. Να έβγαζε την υπόλοιπη φερομόνη από το πόδι του και να προσπαθούσε να μπει μέσα στην αίθουσα των φτερωτών; Πίστευε πως η Μίρνυ, ή ότι τελοσπάντων είχε απομείνει από αυτήν, βρισκόταν κάπου εκεί μέσα στη σήραγγα όπου είχε σκοτωθεί το κολέμβολο. Δεν είχε ποτέ εξερευνήσει μόνος του τη σήραγγα εκείνη. Υπήρχαν χιλιάδες σήραγγες που δεν τις είχε εξερευνήσει.

Ο φόβος κι η αναποφασιστικότητα τον είχαν παραλύσει. Αν κατάφερνε να μείνει ήρεμος, αν δεν έκανε τίποτα, ίσως να έφταναν οι Επενδυτές. Μπορούσε να αναφέρει ό,τι ήθελε για το θάνατο της Μίρνυ στο Συμβούλιο των Δακτυλίων, αν είχε μαζί του το γενετικό υλικό κανείς δεν θα τον πολυσκότιζε με αυτές τις λεπτομέρειες. Δεν την αγαπούσε, τη σεβόταν βέβαια αλλά όχι τόσο ώστε να διακινδυνεύσει τη ζωή του ή την επένδυση που είχε κάνει η ομάδα του. Δεν είχε σκεφτεί καθόλου το Συμβούλιο όλο αυτό τον καιρό και η σκέψη αυτή τον έκανε να ξυπνήσει. Θα έπρεπε να δικαιολογήσει τις αποφάσεις του...

Ήταν ακόμη χαμένος στις ονειροπολήσεις του όταν άκουσε έναν απότομο συριστικό ήχο σαν να ξεφούσκωνε ο φύλακας που είχε στην είσοδο της σπηλιάς του. Τρεις πολεμιστές είχαν έρθει να τον πάρουν. Δεν έβγαζαν την παραμικρή μυρωδιά θυμού. Κινήθηκαν αργά και προσεκτικά. Ήξερε ότι θα ήταν μάταιο να αντισταθεί. Ο ένας από αυτούς τον άρπαξε απαλά με τα ογκώδη σαγόνια του και τον πήρε μαζί του.

Τον κουβάλησε έτσι μέχρι την αίθουσα των φτερωτών και τη σήραγγα που φρουρούσαν. Στην άλλη άκρη της σήραγγας είχαν ανοίξει μια καινούρια και μεγάλη αίθουσα. Η αίθουσα αυτή ξεχείλιζε από μια λευκή μάζα από σάρκα με μικρές μαύρες πιτσιλιές. Στο κέντρο της μαλακιάς εκείνης διάστικτης μάζας ξεπρόβαλαν ένα στόμα και δυο υγρά, λαμπερά μάτια στις άκρες δυο κοντών κεραιών. Κάτι λεπτοί σαν κληματόβεργες σωλήνες που ξεφύτρωναν από μια συστάδα εξογκωμάτων λίγο πάνω από τα μάτια κουνιόνταν πέρα-δώθε ψαχουλεύοντας το χώρο. Τα μακριά αυτά πλοκάμια κατέληγαν σε ροδαλά σαρκώδη εξάρματα που έμοιαζαν με βύσματα.

Ένα από αυτά τα πλοκάμια είχε τρυπήσει το κρανίο της Μίρνυ κι η άκρη του τυλιγόταν σφιχτά γύρω από το λαιμό της. Το σώμα της κρεμόταν ψηλά στον αέρα, μαλακό σαν κερί. Τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα αλλά νεκρά.

Ένα άλλο πλοκάμι ήταν χωμένο μέσα στον εγκέφαλο ενός μεταλλαγμένου εργάτη. Ο εργάτης αυτός διατηρούσε ακόμα τη χλομάδα της προνύμφης, είχε ζαρώσει και παραμορφωθεί από την αφαίμαξη των χυμών του και το στόμα του θύμιζε έντονα το ρυτιδωμένο στόμα κάποιας γριάς. Από μέσα φαινόταν μια άμορφη μάζα σαν γλώσσα και μια σειρά από λευκές ανώμαλες προεξοχές σαν ανθρώπινα δόντια. Πουθενά δεν υπήρχαν μάτια.

Αρχισε να μιλάει με τη φωνή της Μίρνυ. «Λοχαγέ Αφριελ...»
«Γκαλίνα...»
«Δεν είναι αυτό το όνομα μου. Μπορείς να απευθύνεσαι σε μένα με το όνομα 'Κυψέλη'».
Ο Αφριελ ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται και ξέρασε. Η κεντρική μάζα ήταν ένα τεράστιο κεφάλι. Ο εγκέφαλός του σχεδόν γέμιζε ολόκληρη την αίθουσα.
Περίμενε ευγενικά μέχρι να συνέρθει ο Αφριελ. «Νιώθω οτι έχω ξαναξυπνήσει», είπε με ύφος ονειροπόλο η Κυψέλη. «Είναι ευχάριστο ότι ο λόγος που με έκανε να εμφανιστώ και πάλι δεν είναι και τρομερά σπουδαίος. Πρόκειται αντίθετα για μια απλή απειλή από αυτές που έχουν πια καταντήσει ρουτίνα». Δίστασε για λίγο, ίσως από αβρότητα. Το σώμα της Μίρνυ κουνήθηκε λίγο στον αέρα. Η αναπνοή της φαινόταν απάνθρωπα κανονική. Τα μάτια ανοιγόκλεισαν μια δυο φορές. «Αλλη μια καινούρια φυλή».
«Τι είσαι;»
«Είμαι η Κυψέλη. Για την ακρίβεια, μια από τις κάστες της. Είμαι ένα εργαλείο, μια προσαρμογή. Η ειδικότητά μου είναι η ευφυΐα. Δεν χρειάζεται συχνά η παρουσία μου. Είναι ωραία όμως που ξαναχρειάστηκα».
«Εδώ βρισκόσουν πάντα; Γιατί δεν ήρθες σε επαφή μαζί μας νωρίτερα; Θα σου είχαμε αναφέρει τους σκοπούς μας. Δεν είχαμε το κακό στο μυαλό μας».

Το υγρό στόμα που βρισκόταν στην άκρη του πλοκαμιού έβγαλε ένα παράξενο γέλιο. «Μου αρέσει, ξέρεις, η ειρωνεία, όπως και σένα άλλωστε», είπε. «Έχεις βρεθεί σε μια ωραία παγίδα, δόκτωρ. Είχες σκοπό να βάλεις την Κυψέλη να δουλεύει για σένα και τη φυλή σου. Είχες σκοπό να μας διασταυρώσεις, να μας μελετήσεις και να μας χρησιμοποιήσεις. Είναι ένα περίφημο σχέδιο που όμως το σκεφτήκαμε και εμείς πολύ πριν εμφανιστείτε εσείς».
Κεντρισμένο από τον πανικό, το μυαλό του Αφριελ άρχισε να δουλεύει σε ένα ξέφρενο ρυθμό. «Είσαι ένα ον με νοημοσύνη», είπε. «Δεν υπάρχει λόγος να μας κάνεις κακό. Ας το συζητήσουμε το θέμα μαζί. Μπορούμε να σε βοηθήσουμε».
«Nαι», είπε η Κυψέλη συμφωνώντας μαζί του. «Θα φανείς χρήσιμος. Η μνήμη του συντρόφου σου με πληροφορεί πως διανύουμε μια από εκείνες τις άβολες περιόδους που η γαλαξιακή νοημοσύνη έχει εξαπλωθεί παντού. Η νοημοσύνη είναι πολύ μεγάλος μπελάς. Μας δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα».
«Τι εννοείς;»
«Είσαστε νέα φυλή και επομένως δίνετε μεγάλη σημασία στην εξυπνάδα σας», είπε η Κυψέλη. «Κι όπως βέβαια συμβαίνει συνήθως, παραβλέπετε το γεγονός ότι η νοημοσύνη δεν είναι χαρακτηριστικό της ικανότητας επιβίωσης».

Ο Αφριελ σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. «Τα καταφέραμε όμως καλά», είπε.
«'Ηρθαμε σε σας και με ειρηνικούς σκοπούς. Εσείς δεν ήρθατε ως εμάς».
«Σε αυτο ακριβώς αναφέρομαι», είπε πολιτισμένα η Κυψέλη. «Αυτή η ακατανίκητη τάση σας να εξαπλωθείτε, να εξερευνήσετε, να εξελιχθείτε, είναι αυτό ακριβώς που θα προκαλέσει τον αφανισμό σας. Έχετε την αφέλεια να πιστεύετε ότι μπορείτε να συνεχίσετε να τροφοδοτείτε την περιέργειά σας επ' αόριστο. Είναι μια παλιά ιστορία που την έχουν επαναλάβει αμέτρητες φυλές πριν από σας. Μέσα σε χίλια χρόνια - ή λίγο πιο πολύ ίσως - θα έχει εκλείψει εντελώς το είδος σας».
«Ώστε έχετε σκοπό να μας καταστρέψετε; Σας προειδοποιώ ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι καθόλου εύκολο -»
«Ξανακάνεις λάθος. Η γνώση είναι δύναμη! Νομίζετε ότι τούτη η εύθραυστη κατασκευή σας - τα πρωτόγονα ποδαράκια σας, τα γελοία χέρια, ο μικροσκοπικός σας εγκέφαλος με τις ελάχιστες αυλακώσεις του - μπορεί να χωρέσει όλη εκείνη τη δύναμη; Σε καμιά περίπτωση! Ήδη η φυλή σας διαλύεται από την ίδια σας την επιδεξιότητα. Η αρχική μορφή που είχε το ανθρώπινο σώμα πέφτει συνεχώς σε αχρηστία. Τα γονίδια σας έχουν μεταλλαχθεί, και εσείς o ίδιος, λοχαγέ, δεν είσαστε παρά ένα κακοφτιαγμένο πειραματόζωο. Σε εκατό χρόνια από τώρα θα είστε ένας Νεάντερταλ. Σε χίλια χρόνια δεν θα είσαστε ούτε μια μνήμη. Η φυλή σας θα ακολουθήσει το δρόμο που πήραν χιλιάδες άλλες».

«Και ποιος είναι αυτός ο δρόμος;»
«Δεν ξέρω». Το πράγμα που βρισκόταν στην άκρη του βραχίονα της Κυψέλης έβγαλε ένα χαιρέκακο γέλιο. «Έχουν περάσει πέρα από τα όρια της αντίληψής μου. 'Ολες έχουν ανακαλύψει κάτι, έχουν μάθει κάτι που τις έκανε να ξεπεράσουν αυτά που εγώ είμαι σε θέση να αντιληφθώ. Ίσως και να έχουν πηδήσει πέρα από τα όρια της ύπαρξης. Όπως και να έχει πάντως, δεν αισθάνομαι πουθενά την ύπαρξή τους. Φαίνεται πως δεν κάνουν τίποτα, δεν παρεμβαίνουν πουθενά, φαίνεται να είναι νεκροί. Εξαφανίστηκαν. Ίσως να έγιναν θεοί ή πνεύματα. Όποια κι αν είναι η περίπτωσή τους πάντως δεν προτίθεμαι να τους ακολουθήσω».
«Ώστε λοιπόν - ώστε λοιπόν διαθέτεις -»
«Η διάνοια μοιάζει πολύ με δίκοπο μαχαίρι, λοχαγέ. Είναι χρήσιμη ως ένα σημείο μόνο. Παρεμβαίνει στη λειτουργία της ζωής. Ζωή και νοημοσύνη δεν φτιάχνουν καλό μίγμα. Δεν συσχετίζονται και τόσο στενά, όπως με τόση παιδικότητα θέλετε να πιστεύετε».

«Όμως εσύ - εσύ είσαι ένα λογικό ον -»
«Εγώ είμαι ένα εργαλείο, όπως σου είπα και πιο πριν». Το μεταλλαγμένο πράγμα που βρισκόταν στην άκρη του βραχίονά της έβγαλε έναν ήχο σαν αναστεναγμό. «Όταν αρχίσατε τα φερομονικά σας πειράματα, η Βασίλισσα αντιλήφθηκε τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας. Αυτό ενεργοποίησε ορισμένους γενετικούς μηχανισμούς στο σώμα της κι έτσι ξαναδημιουργήθηκα. Η χημική δολιοφθορά είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με τη νοημοσύνη. Εγώ είμαι η τέλεια μορφή εγκεφάλου από ό,τι βλέπεις, ειδικά σχεδιασμένη για πολύ περισσότερη ευφυΐα από οποιαδήποτε νεοδημιουργημένη φυλή. Μέσα σε τρεις μέρες είχα αποκτήσει πλήρη αυτογνωσία. Μέσα σε πέντε μέρες είχα αποκωδικοποιήσει αυτά τα σημάδια που είναι πάνω στο σώμα μου. Είναι η ιστορία της φυλής μου κωδικοποιημένη γενετικά... μέσα σε πέντε μέρες και δυο ώρες εντόπισα το πρόβλημα και βρήκα τα μέτρα που θα πρέπει να πάρω και που τα έχω ήδη ξεκινήσει. Έχω ηλικία έξι ημερών».

«Τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Η φυλή σας είναι πολύ δραστήρια. Την περιμένω να έρθει εδώ και να μας ανταγωνιστεί σε πεντακόσια περίπου χρόνια από τώρα - ίσως και πολύ νωρίτερα. Θα είναι αναγκαίο να έχουμε μελετήσει καλά τον αντίπαλό μας. Σε προσκαλώ να γίνεις μόνιμο μέλος της κοινότητάς μας».
«Τι εννοείς;»
«Σε προσκαλώ να γίνεις συμβιώτης. Έχω εδώ ένα αρσενικό και ένα θηλυκό με αλλοιωμένα γονίδια κι επομένως χωρίς ατέλειες. Φτιάχνετε ένα τέλειο ζευγάρι αναπαραγωγής. Με γλιτώνει από τη διαδικασία του κλονισμού που είναι μεγάλος μπελάς άλλωστε».

«Νομίζεις λοιπόν ότι θα προδώσω τη φυλή μου και θα σου χαρίσω έτσι μια ολόκληρη φυλή δούλων;» «Οι επιλογές σου είναι περιορισμένες, λοχαγέ. 'H παραμένεις ένα νοήμον και ζωντανό ον ή γίνεσαι άβουλη μαριονέτα σαν το σύντροφό σου. Έχω πάρει στα χέρια μου όλες τις λειτουργίες του νευρικού της συστήματος. Το ίδιο ακριβώς μπορώ να κάνω και με σένα».
«Μπορώ να αυτοκτονήσω».
«Αυτό θα με βάλει σε μπελάδες γιατί θα με αναγκάσει να καταφύγω στη δημιουργία μιας τεχνολογίας κλονισμού. Η τεχνολογία, αν και δεν είναι κάτι το ακατόρθωτο για μένα, μου είναι επώδυνη. Είμαι ένα γενετικό κατασκεύασμα, υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες μέσα μου που με εμποδίζουν να εξουσιάσω τη Φωλιά και να τη χρησιμοποιήσω για δικούς μου σκοπούς. Κάτι τέτοιο θα με έκανε να πέσω στην ίδια παγίδα της προόδου που έπεσαν και οι άλλες νοήμονες φυλές. Για τον ίδιο λόγο είναι περιορισμένο και το εύρος της ζωής μου. Θα ζήσω μονάχα χίλια χρόνια, μέχρι να εξαντληθεί η σύντομη έκρηξη ενέργειας που παρουσίασε η φυλή σας και κατόπιν θα επανέλθουν τα πράγματα στην αρχική τους τάξη και ηρεμία».

«Μονάχα χίλια χρόνια;» Ο Αφριελ γέλασε πικρόχολα. «Και μετά; Υποθέτω πως θα σκοτώσεις τους απογόνους μου μια και δεν θα σου χρησιμεύουν πλέον».
«Όχι. Δεν σκοτώσαμε καμιά από τις δεκαπέντε άλλες φυλές που πήραμε για να τις μελετήσουμε για αμυντικούς σκοπούς. Δεν παρουσιάστηκε τέτοια ανάγκη. Δες αυτό το μικρό σαπροφάγο που στέκεται πάνω από το κεφάλι σου, λοχαγέ, και που τρώει τον εμετό σου. Πριν από πεντακόσια εκατομμύρια χρόνια οι πρόγονοί του είχαν κάνει το Γαλαξία να τρέμει. Όταν μας επιτέθηκαν, εμείς εξαπολύσαμε εναντίον τους μέλη της ίδιας τους της φυλής που τα είχαμε κάνει βέβαια πιο έξυπνα, πιο δυνατά και φυσικά πιστά σε μας. Οι Φωλιές μας ήταν ο μόνος κόσμος που ήξεραν, και έτσι πολέμησαν για να τον υπερασπίσουν με τέτοια ανδρεία και εφευρετικότητα που εμείς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τη φτάσουμε... Αν κάποια μέρα θελήσει να έρθει εδώ η φυλή σας για να μας εκμεταλλευτεί θα ξανακάνουμε φυσικά το ίδιο».
«Εμείς οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί».

«Βέβαια».
«Χίλια χρόνια εδώ δεν πρόκειται να μας αλλάξουν. Εσύ θα πεθάνεις και εμείς τότε θα κυριαρχήσουμε σε τούτη τη Φωλιά. Μετά από μερικές γενιές, οι απόγονοί μας θα ρυθμίζουν τα πάντα εδώ μέσα, παρά την ύπαρξή σου. Το σκοτάδι δεν θα τους κάνει καμιά διαφορά».
«Σίγουρα. Εδώ μέσα δεν χρειάζεσαι μάτια. Δεν χρειάζεσαι τίποτα».
«Θα μου επιτρέψεις να μείνω ζωντανός; Να τους διδάξω ό,τι θέλω εγώ;»
«Και βέβαια, δόκτωρ. Είναι αλήθεια πως σου κάνουμε χάρη. Μετά από χίλια χρόνια οι απόγονοί σου που θα βρίσκονται εδώ μέσα θα αποτελούν τα μοναδικά απομεινάρια της φυλής σας. Είμαστε πολύ γενναιόδωροι με την αθανασία μας, θα αναλάβουμε εμείς να σας διατηρήσουμε».

«Κάνεις λάθος, Κυψέλη. Κάνεις λάθος σχετικά με την ευφυΐα, όπως κάνεις λάθος και με οτιδήποτε άλλο. Ίσως άλλες φυλές να κατέληξαν να γίνουν παράσιτα και τίποτα παραπάνω, όμως εμείς οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί».
«Σίγουρα. Θα δεχθείς λοιπόν;»
«Ναι. Δέχομαι την πρόκλησή σου. Και θα σε νικήσω».
«Πολύ ωραία τότε. Όταν θα επιστρέψουν εδώ οι Επενδυτές τα κολέμβολα θα τους πουν ότι σας σκότωσαν και ότι δεν υπάρχει λόγος να ξαναέρθουν εδώ. Αυτοί δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Οι επόμενοι που θα ξαναέρθουν εδώ θα είναι μάλλον οι άνθρωποι».
«Αν δε σε νικήσω εγώ, θα το κάνουν αυτοί».
«Ίσως».

Αναστέναξε ξανά. «Χαίρομαι που δεν αναγκάζομαι να σε αφομοιώσω. Θα μου λείπαν πολύ οι συζητήσεις μας».