Harlan Ellison
Pretty Maggie Moneyeyes (1967)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Με μια ντάμα απέξω κι ένα οχτάρι κλειστό απέναντι στο ανοιχτό τεσσάρι του γκρουπιέρη, ο Κόστνερ αποφάσισε ν' αφήσει το πράγμα στα χέρια του καταστήματος. 'Ετσι είπε ότι μένει μ' αυτά κι ο γκρουπιέρης πήρε κάρτα. 'Εξι.
Ο γκρουπιέρης έμοιαζε βγαλμένος απο φιλμ του Τζώρτζ Ραφτ στα 1935: μάτια αρκτικά, σκληρά σαν διαμάντια, μακριά περιποιημένα δάχτυλα νευροχειρουργού, ίσια μαύρα μαλλιά χτενισμένα τραβηχτά πίσω από το χλωμό μέτωπο. Δεν σήκωσε τα μάτια καθώς άνοιγε κάρτες.
'Ενα τριάρι. 'Αλλο ένα τριάρι. Μπαμ. 'Ενα πεντάρι. Μπαμ. Είκοσι ένα και ο Κοστνερ είδε τα τελευταία του τριάντα δολάρια - έξη μάρκες των πέντε - να χάνονται από μπροστά του και να μεγαλώνουν το σωρό του γκρουπιέρη. Ταπί. Ξετιναγμένος. Οριστικά κι αμετάκλητα ξοφλημένος στο Λας Βέγκας της Νεβάδας. Στην καρδιά των παιχνιδιών του Δυτικού Κόσμου.
Γλίστρησε απο το άνετο σκαμνί του και γύρισε
την πλάτη του στο τραπέζι του μπλακτζάκ. Σαν το
κύμα που κλείνει πάνω απ' το κεφάλι του πνιγμένου,
το παιχνίδι άρχισε πάλι. Ήταν εκεί πριν από λίγο,
είχε φύγει, και κανείς δεν το 'χε πάρει είδηση.
Κανείς δεν είχε δει έναν άνθρωπο να χάνει και την
τελευταία ευκαιρία του για σωτηρία. Ο Κόστνερ
είχε τώρα να διαλέξει: ή θα σερνόταν ως το Λος
Αντζελες και θα προσπαθούσε να βρει κάτι που να
μοιάζει με καινούρια ζωή... ή μπορούσε ν' ανοίξει
μια τρύπα στο κρανίο του και να τινάξει μια για
πάντα τα μυαλά του στον αέρα.
Καμιά από τις δύο λύσεις δεν είχε γούστο, ούτε και
νόημα.
Εχωσε τα χέρια βαθιά μέσα στις τσέπες του φθαρμένου και βρώμικου χακί παντελονιού του κι άρχισε να προχωρεί προς τη σειρά των τυχερών μηχανών που κροτάλιζαν και κουδούνιζαν στην άλλη άκρη της αίθουσας, ανάμεσα στα τραπέζια του μπλακτζακ.
Ξαφνικά κοντοστάθηκε. Το χέρι του έπιασε κάτι μέσα στην τσέπη του. Δίπλα του, μια πενηντάρα με μπλε ελεκτρίκ παντελόνι, ψηλά τακούνια και ναυτική μπλούζα δούλευε με μανία δυο μηχανές μαζί, ταϊζοντας και τραβολογώντας τη μία, ενόσω περίμενε να κομπλάρει η άλλη. Τα νομίσματα τα έπαιρνε από τη φαινομενικά ανεξάντλητη πηγή μιας καραβάνας που κρατούσε στο αριστερό της χέρι. Η παρουσία αυτής της γυναίκας είχε κάτι το σουρεαλιστικό. 'Εμοιαζε με ρομπότ, το πρόσωπό της ήταν απόλυτα ανέκφραστο, τα μάτια της προσηλωμένα και απλανή. Μόνον όταν χτύπησε το γκονγκ δείχνοντας πως κάποιος στη σειρά είχε πετύχει τζάκποτ, η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της. Αυτή τη στιγμή ο Κόστνερ κατάλαβε πόσο κακό και ανήθικο και θανάσιμο ήταν το Λας Βέγκας, και η νομιμοποιημένη χαρτοπαιξία, τι σήμαινε να στήνεις παγίδες έτοιμες, εφοδιασμένες με το δόλωμά τους, μπροστά στον κάθε ανθρωπάκο. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν γκρίζο από το μίσος, το φθόνο, την απληστία και την αφοσίωση στο παιχνίδι - αυτήν τη μετέωρη στιγμή που άκουσε μιαν άλλη ναρκωμένη ψυχή να κερδίζει ένα μικροσκοπικο τζάκποτ. 'Ενα τζάκποτ που θ' αποκοίμιζε απλώς τον παίχτη με λόγια όπως έχω ρέντα και κερδίζω το παιχνίδι. Το δόλωμα του τζάκποr ένα λαμπερό, στριφογυριστό, πολύχρωμο σκουλήκι, μέσα σε μια θάλασσα απο θλιβερά ψάρια.
Το πράγμα μέσα στην τσέπη του Κόστνερ ήταν ένα
ασημένιο δολαριο.
Το 'βγαλε από την τσέπη του και το κοίταξε. Ο αετός
πέταγε υστερικά.
Ο Κόστνερ όμως βρέθηκε ξαφνικά μισό βήμα πιο δω
από την καταστροφή. Το είχε ακόμη μαζί του. Αυτό
που οι μεγάλοι παίχτες ονόμαζαν το ρεφάρισμα, την
καβάτζα, το τελευταίο χαρτί. 'Ενα δολάριο. 'Ενα
ασημένιο δολάριο. Χωμένο βαθιά στην τσέπη του,
όχι τόσο βαθιά όσο ήταν βαθύ το βάραθρο που
ετοιμαζόταν να καταπιεί τον Κόστνερ.
Τι έχω να χάσω, σκέφτηκε και γύρισε προς τις
τυχερές μηχανές.
Νόμιζε πως τις είχαν βάλει σε αχρηστία τις
μηχανές των ασημένιων δολαρίων. 'Ελλειψη
κερμάτων είχε πει το Νομισματοκοπείο των
Ηνωμένων Πολιτειών. Να όμως που μπροστά του,
δίπλα δίπλα με τους ληστές των νίκελ και των
κουόρτερ βρισκόταν μια μηχανή ασημένιων
δολαρίων. Τζακποτ δυο χιλιάδες δολάρια. 'Ενα
τρελό χαμόγελο έπαιξε στα χείλια του Κόστνερ. Αν
πρόκειται να φύγεις, φύγε σαν κύριος.
Τοποθέτησε το ασημένιο δολάριο στη σχισμή των
κερμάτων και έπιασε το βαρύ καλολαδωμένο μοχλό.
Λαμπερό χυτό αλουμίνιο και χάλυβας υψηλής
πίεσης. Μεγάλη μαύρη πλαστική μπάλα σε γωνία που
να βολεύει το χέρι - όλη μέρα να την τραβάς δεν θα
κουραστείς.
Χωρίς προσευχές στο σύμπαν, ο Κόστνερ κατέβασε το
μοχλό.

Είχε γεννηθεί στην Τουσόν από μάνα εκατό τοις εκατό Τσερόκι και πατέρα περιπλανόμενο μεροκαματιάρη καθ' οδόν προς το πουθενά. Η μάνα κρατούσε ένα φαγάδικο για φορτηγά, ο πατέρας έκανε μια στάση να φάει μια μπριζόλα χωρίς κόκαλο και γαρνιτούρα.
Η μάνα της μόλις είχε συνέλθει από μια δυσάρεστη ιστορία, μπερδεμένη αρχή, απογοητευτική κατάληξη. Η μάνα της εισέπραξε το κρεβάτι. Και τη γαρνιτούρα. Εννιά μήνες αργότερα γεννήθηκε η Μάργκαρετ Ανι Τζέσι: μαύρα μαλλιά, ξανθό δέρμα, καταδικασμένη να ζήσει μέσα στη φτώχεια. Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, κάτω από τις συνδυασμένες φροντίδες της Μις Κλαιρόλ και του Μπέρλιτς, με όνειρα διαμορφωμένα από το Βογκ και τον άγριο αγώνα της επιβίωσης, η Μάργκαρετ Ανι Τζέσι είχε απαλλαγεί από τις περιττές συλλαβές. 'Ηταν πια η Μάγκι.
Γάμπες μακριές, λεπτές, χυτές. Γοφοί τονισμένοι λίγο, όσο χρειάζεται για να γεννήσουν στο μυαλό των ανδρών αυτή την ειδική σκέψη: να βάλουν τα χέρια τους γύρω τους. Κοιλιά επίπεδη, γυμνασμένη. Μέση σφιχτή, λαξευτή, μια μέση που αναδεικνύεται με οποιοδήποτε ρούχο, από τις τυρολέζικες φούστες ως το παντελόνι ντίσκο. Στήθος ελάχιστο - ρόγες μυτερές, αλλά σrήθος ελάχιστο σαν πόρνη πολυτελείας (αν πιστέψουμε τον Ο' Χάρα) -κι από πιασίματα μηδέν.. ξέχνα τα ψαχνά, μωρό μου, η καυτή δράση είναι αλλού. Λείος λαιμός λαξευμένος από το Μιχαηλ Αγγελο, σαν κολώνα, περήφανος. Κι αυτό το πρόσωπο.
Προτεταμένο σαγόνι, ίσως υπερβολικά επιθετικό, αν όμως είχες κόψει κι εσύ τόσα απλωμένα χέρια, τότε θα βλέπαμε γλύκα μου... Μικρό στόμα, πεταχτό κάτω χείλος, έτοιμο για δάγκωμα, ένα κάτω χείλος γεμάτο μέλι, έτοιμο ν' ανοίξει, έτοιμο για περιπέτειες. Μια μύτη που ρίχνει το σωστό είδος σκιάς, λεπτά ρουθούνια, σφραγίδα ποιότητας - αετίσια αριστοκρατική, κλασική κι όλα τα παρόμοια. Μήλα με έντονες και γυμνές γραμμές σαν τοπίο με λόφους ύστερα από δέκα χρόνια ανοιχτής θάλασσας, μήλα που ρουφάνε το σκοτάδι σαν στενοί ίσκιοι, σκοτεινά κάτω από το τεντωμένο δέρμα, εντυπωσιακά μήλα, ολόκληρο το πρόσωπο. Σχιστά, λοξά μάτια, η κληρονομιά των Τσερόκι, μάτια που σε γυρίζουν πίσω την ώρα που προσπαθείς να μπεις μέσα τους, σαν κάποιος να σε κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα τη στιγμή που βάζεις το μάτι σου, βρώμικα μάτια στην πραγματικότητα, μάτια που λένε έλα και πάρτο.
Μαλλιά ξανθά, πλούσια μαλλιά με μπούκλες που τυλίγονται και πέφτουν πίσω κυματιστές οτο παλιό στυλ των Γκίμπσον Γκερλ που πάντα αρέσουν στους άντρες. 'Οχι η ριχτή κάσκα από γλιστερό πλαστικό, όχι τα περίεργα οικοδομήματα των περίτεχνων κομμώσεων, ούτε τα σιδερωμένα ίσια μαλλιά των ντισκοτέκ, σαν σπαγέτι νούμερο 3. Μαλλιά όπως τα ονειρεύεται ένας άντρας για να χώσει τα δάχτυλά του στη βάση του λαιμού και να τραβήξει κοντά του αυτό το πρόσωπο.
'Ενας ζωντανός μηχανισμός, μια γυναίκα λειτουργική, ένα σύστημα σε απόλυτη ετοιμότητα, οπλισμένο με απαλότητα και συγκεκριμένα κίνητρα.
Είκοσι τριών χρονών κι αποφασισμένη να γλιτώσει οριστικά απ' αυτή την κοιλάδα των δακρύων και της φτώχειας που η μάνα της ονόμαζε καθαρτήριο, πριν να την πνίξει για πάντα η τηγανίλα στον τελευταίο σταθμό, κάπου στην Αριζόνα - δόξα το Θεό τέρμα τα παρακάλια για λίγα δολάρια από την ξεπεταγμένη Μάγκι που σερβίρει ποτά σ' ένα γυμνόστηθο μπαρ του Λος Αντζελες (Κάπου πρέπει να υπάρχει κάποια τύψη για μια μάνα που έφυγε για εκεί που φεύγουν όλα τα καλά θύματα της τηγανίλας. Ψάξε λίγο, θα τη Βρεις).
Η Μάγκι.
Μια γενετική ανωμαλία. Τα σχιστά Τσερόκι μάτια της μαμάς και το γαλάζιο χρώμα του ανώνυμου Πολωνού άσου στο γpήγoρo πήδημα, σαν εγγύηση αθωότητας.
Αυτή τη Μάγκι με τα γαλάζια μάτια και τα βαμμένα ξανθά μαλλιά -αυτό το πρόσωπο, αυτά τα ατέλειωτα πόδια, όλα αυτά μπορείς να τα 'χεις για πενήντα δολάρια τη βραδιά και με ήχο που μιμείται τέλεια τον οργασμό.
Ιρλανδέζικη αθωότητα, γαλανή αθωότητα, αθωότητα με γαλλικές γάμπες: η Μάγκι.
Πολωνέζα Τσερόκι Ιρλανδή.
Γυναίκα ως το κόκαλο, η Μάγκι που βγαίνει στο παζάρι για να πληρώσει το νοίκι, τα ψώνια της βδομάδας στο σούπερ μάρκετ, το γραμμάτιο της Μάσταγκ και πς τρεις επισκέψεις στον ειδικό του Μπέβερλυ Χιλς γι' αυτό το περίεργο λαχάνιασμα ύστερα από ένα τρελό ξενύχτι.
Μάγκι, Μάγκι, Μάγκι όμορφη Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων, που ξεκίνησε από την Τουσόν και τα τροχόσπιτα και το ρευματικό πυρετό με μια τρελή δίψα για ζωή, έτοιμη να παλέψει με νύχια και με δόντια, έτοιμη για όλα. Αν αυτό που της ζητούσαν ήταν να ξαπλώνει ανάσκελα και ν' αγκομαχάει σαν πάνθηρας στην έρημο, θα το 'κανε, καμιά αντίρρηση, γιατί τίποτε στον κόσμο, τίποτε δεν ήταν τόσο φριχτό όσο το να γυρίζει φτωχιά και βρώμικη, με άπλυτα φτηνά εσώρουχα, λεκιασμένο δέρμα, σκασμένες φτέρνες, γεμάτη τρίχες και ντροπή παρέα με τους κακομοίρηδες. Τίποτε.
Μάγκι.
Εταίρα.
Πόρνη.
Ξελογιάστρα.
Ρουφήχτρα.
Ο,τι αγοραζεται με λεφτά έχει ένα ρυθμό κι ο ήχος του τραγουδάει Μάγκι Μάγκι Μάγκι.
Η Μάγκι που τα κάνει όλα. Φτάνει να πληρώνεις. Η Μάγκι έπιασε φίλο, τον Νάνσιο. Ενα Σικελό. Με σκοτεινά μάτια και πορτοφόλι κροκοδειλέ με ζελατίνες για τις πιστωτικές κάρτες. Ηταν φιγουρατζής, ανοιχτοχέρης κι έπαιζε χοντρό παιχνίδι. Πήγαν μαζί στο Λας Βέγκας.
Η Μάγκι κι ο Σικελός. Τα γαλάζια της ματια κι οι ζελατίνες στο κροκοδειλέ του.
Κυρίως όμως τα γαλάζια της μάτια.
Τα γρανάζια πίσω από τα τρία μακρόστενα τζάμια
άρχισαν να γυρίζουν και ο Κόστνερ κατάλαβε ότι
δεν είχε ούτε μια πιθανότητα. Δυο χιλιάδες
δολάρια τζάκποτ. Γύριζαν, γύριζαν τα γρανάζια.
Τρία καμπανάκια ή δύο καμπανάκια και μια μπάρα
τζάκποτ: παίρνεις 18. Τρία δαμάσκηνα ή δύο
δαμάσκηνα και μια μπάρα του τζάκποτ: παίρνεις 14.
Τρία πορτοκάλια ή δύο πορτοκάλια και μια μπάρα
του τζακ -
Δέκα, πέντε, δύο δολάρια για ένα τσαμπί κερασάκια
στην πρώτη θέση. Κάτι... βυθίζομαι... Κάτι..
Τα γρανάζια...
Στριφογυρίζουν γύρω γύρω τα γρανάζια...
Και τότε συνέβη κάτι που δεν το περιλάμβανε το
εγχειρίδιο του κατασκευαστή.
Τα γρανάζια στριφογύρισαν και σταμάτησαν, κλανκ,
κλανκ, κλανκ, το καθένα στη θέση του. Τρεις μπάρες
κοίταξαν τον Κόστνερ. 'Ομως δεν έγραφαν ΤΖΑΚΠΟΤ.
Πάνω στις τρεις μπάρες τρία γαλάζια μάτισα τον
κοίταζαν. Πολύ γαλάζια, πολύ εκεί, πολύ ΤΖΑΚΠΟΤ!!!
Είκοσι ασημένια δολάρια κύλησαν στο δισκάκι της πληρωμής, στο κάτω μέρος της μηχανής. 'Ενα πορτοκαλί φωτάκι αναβόσβησε στο κλουβί του ταμία του Καζίνου, ζωηρό πορτοκαλί στον πίνακα του τζάκποτ. Και το γκονγκ από πάνω άρχισε να χτυπάει σαν τρελό.
Ο Διευθυντής Αίθουσας για τις Τυχερές Μηχανές
έγνεψε μια φορά στον Επόπτη που σούφρωσε τα
χείλια και ετοιμάστηκε να πλησιάσει τον
κακοντυμένο τύπο που στεκόταν ακόμη με το χέρι
στη λαβή της μηχανής.
Το συμβολικό ποσό - είκοσι ασημένια δολάρια
στεκόταν ανέγγιχτο στο δισκάκι της μηχανής. Το
υπόλοιπο του τζάκποκ - χίλια εννιακόσια ογδόντα
δολαρια - θα τα πλήρωνε προσωπικά ο Ταμίας του
Καζίνου. Και ο Κόστνερ στεκόταν εκεί
μουδιασμένος απέναντι στα τρία γαλάζια μάτια που
τον κοιτούσαν.
Μεσολάβησε μια στιγμή σύγχυσης καθώς ο Κόστνερ
κοίταζε κι αυτος χωρίς να καταλαβαίνει, τα τρία
γαλάζια μάτια. Μια στιγμή που οι μηχανισμοί της
τυχερής μηχανής κατέγραψαν μόνοι τους. Και το
γκονγκ συνέχισε να σημαίνει άγρια.
Σ' όλο το Καζίνο ο κόσμος σταμάτησε το παιχνίδι
του και γύρισε να κοιτάξει. Στα τραπέζια της
ρουλέτας οι παίχτες του λευκού -στο -λευκό από το
Ντητρόιτ και το Κλήβελαντ, τράβηξαν τα θολωμένα
μάτια τους από την κινούμενη μπάλα και κοίταξαν
για ένα δευτερόλεπτο προς το διάδρομο, κοίταξαν
τον ασήμαντο τύπο μπροστά στην τυχερή μηχανή. Από
εκεί που κάθονταν δεν μπορούσαν να διακρίνουν
ποιο ήταν το ύψος του τζάκποτ κι έτσι τα
δακρυσμένα μάτια τους ξαναγύρισαν στα σύννεφα
του καπνού και στο μικρό μπαλάκι.
Οι γκρουπιέρηδες του μπλακτζακ γύρισαν κι αυτοί για μια στιγμή στα περιστρεφόμενα καθίσματά τους και χαμογέλασαν. Από ταμπεραμέντο ήταν πιο κοντά στους παίχτες των μηχανών, ήξεραν όμως πως οι μηχανές δεν ήταν παρά ένα κόλπο για να απασχολούνται οι γηραιές κυρίες, όσην ώρα οι σοβαροί παίχτες όδευαν προς τα ατέλειωτα εικοσιένα τους.
Και ο ηλικιωμένος γκρουπιέρης που δεν ήταν πια σε θέση να μοιράζει στα τραπέζια με τη γρήγορη δράση και που είχε βγει στη διαθεσιμότητα με τις ευχαριστίες της διεύθυνσης και στεκόταν τώρα δίπλα στον Τροχό της Τύχης στην είσοδο του Καζίνου, ακόμη κι αυτός σταματησε το ζομπικό παραμιλητό του («Αλλος ένας νικητής στον Τροχό της Τύχης») και γύρισε τα μάτια προς τον Κόστνερ και το απίστευτο κουδούνισμα του γκονγκ. Υστερα, μια στιγμή αργότερα, πάντα χωρίς παίχτες, ανήγγειλε άλλον ένα ανύπαρκτο νικητή.
Ο Κόστνερ άκουσε το γκονγκ από πολύ πολύ μακριά. Σήμαινε πως είχε κερδίσει δυο χιλιάδες δολάρια, αυτό ομως ήταν αδύνατο. Ξανακοίταξε τον επεξηγηματικό πίνακα πληρωμής. Τρεις μπάρες με την εγγραφή ΤΖΑΚΠΟΤ σήμαιναν ΤΖΑΚΠΟΤ. Δυο χιλιάδες δολάρια.
Όμως αυτές οι μπάρες δεν έλεγαν ΤΖΑΚΠΟΤ. 'Ηταν τρεις γκρίζες μπάρες, μακρόστενες με τρία γαλάζια μάτια στο κέντρο κάθε μπάρας.
Γαλάζια μάτια;
Κάπου έγινε μια σύνδεση κι ένα ηλεκτρικό ρεύμα, δισεκατομμύρια Βολτ ηλεκτρισμού, διαπέρασε το σώμα του Κόστνερ. Τα μαλλιά του σηκώθηκαν ορθια, οι άκρες των δαχτύλων του έτρεξαν αίμα, τα μάτια του έγιναν νερό και κάθε ίνα του κορμιού του γέμισε ραδιενέργεια. Κάπου, κάπου μακριά σ' ένα τόπο που δεν ήταν αυτός ο τόπος, ο Κόστνερ συνδέθηκε αναπόδραστα με -με κάποιον. Τα γαλάζια μάτια;
Το γκονγκ έσβησε από το μυαλό του, το μόνιμο
βουητό του Καζίνου, το κροτάλισμα από τις μάρκες,
οι ανθρώπινες ομιλίες, οι γκρουπιέρηδες που
ανάγγελαν τα παιχνίδια, όλα είχαν χαθεί - ο
Κόστνερ ήταν βυθισμένος στη σιωπή.
Δεμένος με κάποιον, εκεί στο κάπου αλλού, μέσα απ'
αυτά τα γαλάζια μάτια.
Και ξαφνικα πέρασαν όλα και βρέθηκε πάλι μόνος
του σαν να τον πέταξε μακριά ένα γιγάντιο χέρι, με
την ανάσα κομμένη. Παραπάτησε κι ακούμπησε στην
τυχερή μηχανή.
«Τρέχει τίποτε φίλε;»
'Ενα χέρι τον έπιασε από το μπράτσο, τον στήριξε.
Το γκονγκ ακόμα ηχούσε από πάνω κι ο Κόστνερ ήταν
ακόμη λαχανιασμένος από το μακρινό του ταξίδι. Τα
μάτια του ξεθόλωσαν και συνειδητοποίησε ότι είχε
μπροστά του τον Επόπτη που ήταν σε υπηρεσία την
ώρα που έπαιζε μπλακτζάκ.
«Όχι... εντάξει, λίγο ζαλισμένος είμαι απλώς».
«Πέτυχες το μεγάλο τζάκποτ, φίλε» χαμογέλασε o
επόπτης. 'Ηταν ένα χαμόγελο πέτρινο, φτιαγμένο
από τεντωμένους μυς και εξαρτημένα
αντανακλαστικά, στερημένο από κάθε χαρά.
«Ναι... το μεγάλο» είπε ο Κόστνερ προσπαθώντας να
ανταποδώσει το χαμόγελο. Ακόμα όμως έτρεμε
σύγκορμος από την ηλεκτρική εισβολή που τον είχε
σαρώσει.
«Στάσου να επιβεβαιώσω» έλεγε ο Επόπτης
περνώντας μπροστά από τον Κόστνερ και κοιτώντας
την πρόσοψη της μηχανής. «Ναι, εντάξει τρεις
μπάρες τζάκποτ. Τα κερδίζεις σίγουρα».
Τότε άστραψε η αλήθεια μέσα στο μυαλό του
Κόστνερ! Δυο χιλιάδες δολάρια! Κοίταξε την τυχερή
μηχανή και είδε -
Τρεις μπάρες με τις λέξεις ΤΖΑΚΠΟΤ. 'Οχι γαλάζια
μάτια αλλά μόνο λέξεις που σήμαιναν λεφτά. Ο
Κόστνερ κοίταξε γύρω του παραζαλισμένος: μήπως
είχε αρχίσει να χάνει το μυαλό του; Από ένα
κάπου που δεν βρισκόταν μέσα στην αίθουσα του
καζίνου άκουσε τον κρυστάλλινο ήχο ενός
πλατινένιου γέλιου.
Μάζεψε τα είκοσι ασημένια δολάρια κι ο Επόπτης
έριξε άλλο ένα δολάριο στον Αρχηγό για να σβήσει
το τζάκποτ. Μετά τον οδήγησε στα ενδότερα του
Καζίνου μιλώντας του σ' ένα τόνο σιγανό και
υπερβολικά ευγενικό. Στο γκισέ του Ταμείου ο
Επόπτης έκανε νόημα σ' ένα βαριεστημένο άντρα που
καθόταν μπροστά από μια τεράστια αρχειοθήκη
Ρολοντέζ και μελετούσε ένα πίνακα με επιτόκια.
«Μπάρνεϋ, τζάκποτ στον Αρχηγό με τα ασημένια.
Νούμερο πέντε, μηδέν - μηδέν - ένα - πέντε».
Χαμογέλασε στον Κόστνερ που προσπάθησε να του
ανταποδώσει το χαμόγελο. Δεν ήταν εύκολο. Ένιωθε
χαμένος.
Ο Ταμίας έλεγξε το βιβλίο πληρωμών να
επαληθεύσει το σωστό ποσόν και μετά έσκυψε προς
τον Κόστνερ. «Μετρητά ή επιταγή, κύριε;»
Ο Κόστνερ αισθάνθηκε το κέφι του να ξανάρχεται.
«Είναι σίγουρες οι επιταγές του Καζίνου;»
Γέλασαν κι οι τρεις με το αστείο. «Καλύτερα
επιταγή» είπε o Κόστνερ. Η επιταγή συμπληρώθηκε
και το αυτόματο πάτησε τις δύο μικρές βούλες που
σήμαιναν δύο χιλιάδες. «Τα είκοσι ασημένια είναι
δώρο» είπε ο Ταμίας σπρώχνοντας την επιταγή προς
τον Κόστνερ.
Την πήρε, την κοίταξε κι ακόμα δυσκολευόταν να το
πιστέψει. Δυο χιλιάδες δολάρια, επιστροφή στο
χρυσό δρόμο της επιτυχίας.
Καθώς διέσχιζε ξανά το Καζίνο μαζί με τον Επόπτη,
ο κοντόχοντρος άντρας τον ρώτησε πειραχτικά:
«Και τώρα τι σκοπεύετε να τα κάνετε;» Ο Κόστνερ
χρειάστηκε να σκεφτεί λιγάκι. Δεν είχε
συγκεκριμένα σχέδια. Ξαφνικά όμως
συνειδητοποίησε τι θα έκανε. «Θα παίξω ξανά στην
ίδια μηχανή». Ο επόπτης χαμογέλασε: άλλο ένα
κορόιδο. Θα τάιζε και τα είκοσι ασημένια στον
Αρχηγό και μετά θα στρεφόταν προς τα άλλα
παιχνίδια. Μπλακτζάκ, ρουλέτα, φάρο, μπακαράς...
μέσα σε λίγες ώρες οι δύο χιλιάδες θα είχαν
ξαναγυρίσει στο Καζίνο.
Έτσι συνέβαινε πάντα.
Συνόδευσε τον Κόστνερ ως την τυχερή μηχανή και τον χτύπησε στην πλάτη:. «Καλή τύχη, φίλε». Καθώς γύριζε να φύγει, ο Κόστνερ έβαλε στη σχισμή ένα ασημένιο δολάριο και τράβηξε τη λαβή. Δεν είχε προλαβει να κάνει ούτε πέντε βήματα o Επόπτης, όταν άκουσε τον απίστευτο ήχο των γραναζιών που μπλοκάρουν, το κουδούνισμα των είκοσι ασημένιων δολαρίων του δώρου καθώς έπεφταν στο δισκάκι κι αυτό το καταραμένο γκονγκ να χτυπάει σαν τρελό.
Το είχε καταλάβει πως αυτό το κτήνος ο Νάνσιο ήταν ένα διεστραμμένο γουρούνι.
'Ενα βρωμερό κάθαρμα που είχε κοπριά αντί για μυαλό στο κεφάλι του. Ενα τέρας με νάιλον σλιπάκι. Ελάχιστα ήταν τα παιχνίδια που δεν είχε παίξει η Μάγκι μα αυτο που της ζητούσε ο Σικελός ντε Σαντ ήταν σκέτος εμετός!Κόντεψε να φλιπάρει όταν το πρωτάκουσε. Η καρδιά της - που ο ειδικός του Μπέβερλυ Χιλς της είχε συστήσει να την προσέχει - άρχισε να χτυπάει άγρια. «Γουρούνι!» του φώναξε. «Βρωμιάρικο απαίσιο παλιογούρουνο, Νάνσιο βρωμογούρουνο!» Πετάχτηκε απ' το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται Βιαστικά. Χωρίς να κάνει τον κόπο να φορέσει σουτιέν, πέρασε την αραιοπλεγμένη μπλούζα της πάνω στα μικρά της στήθη που ήταν ακόμη κοκκινισμένα από τα ερωτικά δαγκώματα του Νάνσιο.
Αυτός ανακάθησε στο κρεβάτι, ένα θλιβερό ανθρωπάκι με λίγα γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους και καθολου στην κορφή του κεφαλιού, τα μάτια του ήταν υγρά. Είχε κάτι το γουρουνίσιο, ήταν πράγματι ένα βρωμερό γουρούνι όπως του είχε φωνάξει, μπροστά της όμως ήταν εντελώς ανίσχυρος.
Ηταν ερωτευμένος με την πόρνη του, με την πουτάνα που συντηρούσε. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό στον Nάvσιο το γουρούνι και είχε χάσει τα νερά του. Κατω στο Ντητρόιτ αν είχε να κάνει με μια κοινή κοκότα, μια φτηνιάρα πόρνη θα την είχε πετάξει απ' το κρεβάτι και θα της είχε δώσει ένα γερό μάθημα. Αυτή η Μάγκι όμως τον έκανε ό,τι ήθελε. Της το 'χε προτείνει... αυτό, να το κάνουν μαζί... επειδή ήταν τόσο ψωνισμένος μαζί της. Αυτή όμως είχε γίνει έξω φρενών. Γιατί; Δεν ήταν και τόσο τρελή ιδέα!
«Ασε με να σου εξηγήσω βρε γλύκα... Μάγκι...»
«Είσαι ένα βρωμογούρουνο, Νάνσιο! Δοσ' μου λεφτά, θα κατέβω στο Καζίνο και δεν θέλω να ξαναδώ τη βρωμόφατσά σου όλη τη μέρα, το 'πιασες αυτό;»
Εκανε έφοδο στο πορτοφόλι του και του πήρε οχτακόσια δεκάξι δολαρια ενώ εκείνος την κοίταζε σαν βλάκας. Μπροστά της έδινε ρέστα. Ηταν ένα πλάσμα φερμένο από έναν άλλο κ'οσμο, ένα κόσμο «αριστοκρατικό» κι ο Νάνσιο ήταν ανίσχυρος μπροστά της.Η γενετική ανωμαλία Μάγκι, η Μάγκι η κούκλα της βιτρίνας με τα γαλάζια μάτια, η όμορφη Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων που ήταν μισή Τσερόκι και μισή απ' όλα, είχε μάθει καλά το μάθημά της,
Ηταν το μοντέλο της «αριστοκρατικής γκόμενας».
«Να μη σε ξαναδώ όλη τη μέρα, εξηγηθήκαμε;» του πέταξε και κατέβηκε έξαλλη, να παίξει και να ξεχαστεί και να μη σκέφτεται τίποτε αλλο έξω από τον εαυτό της.Οι άντρες γύριζαν και την κοίταζαν καθώς περνούσε. Κυκλοφορούσε τον εαυτό της σαν πρόκληση, όπως ο παλιος πυργοδεσπότης κρατούσε το φλάμπουρό του, όπως προχωράει η σκύλα ράτσας μπροστά στην εξέδρα των κριτών. Γεννημένη στα μετάξια. Το θαύμα της υποκριτικής και του πόθου.
Η Μάγκι δεν είχε καμιά διάθεση για τυχερά παιχνίδια, απολύτως καμιά. 'Ηθελε απλώς να δοκιμάσει το πάθος της σχέσης της με τον γουρουνίσιο Σικελό, την ανάγκη της για αλληλεγγύη σε μια ζωή χτισμένη στο χείλος του χάους, τον παραλογισμό της ύπαρξής της εδώ στο Λας Βέγκας όταν θα έπρεπε να βρίσκεται στο Μπέβερλυ Χιλς. Αγρίεψε κι αρρώστησε ακόμα πιο πολύ καθώς σκέφτηκε τον Νάνσιο πάνω στο δωμάτιο να κάνει πάλι ντους. Κι αυτή έκανε μπάνιο τρεις φορές τη μέρα. Μ' εκείνον όμως ήταν διαφορετικά. Ηξερε καλά πως η Μάγκι σιχαινόταν τη μυρωδιά του. Φορές φορές είχε τη γλυκερή μυρωδιά της βρεμμένης γούνας και του το είχε πει. Τώρα πλενόταν συνέχεια και δεν του άρεσε καθόλου. Δεν ήταν συνηθισμένος στα μπάνια. Η ζωή του ήταν σημαδεμένη με διάφορα είδη βρωμιάς και το μπάνιο γι' αυτόν ήταν κάτι πιο χυδαίο κι από την ίδια τη βρωμιά. Για κείνην το μπάνιο ήταν κάτι διαφορετικό. Ηταν ανάγκη. Επρεπε να βγάλει από πάνω της τη σκουριά του κόσμου, να μένει καθαρή, λεία και λευκή.'Ενα είδωλο, όχι ένα πράγμα από σάρκα και τρίχες. 'Ενα ανοξείδωτο όργανο, κάτι που δεν το άγγιξε ποτέ η σκουριά και η φθορά.
Κάθε φορα που την άγγιζαν, όποιοι και να 'ταν αυτοί, όλοι οι άνδρες, όλοι οι Νάνσιοι, άφηναν μικρές κηλίδες ματωμένης σκουριάς πάνω στη λευκή αναλοίωτη σάρκα της, αράχνες, καπνιές.
'Επρεπε να κάνει μπάνιο. Συχνά.Περπάτησε αργά ανάμεσα στα τραπέζια και τις μηχανές των κερμάτων, κουβαλώντας μαζί της οχτακόσια δεκάξι δολάρια. Οχτώ χαρτονομίσματα των εκατό δολαρίων και δεκάξι μονά κέρματα.
Στο γκισέ των εξαργυρώσεων άλλαξε τα δεκάξι της με ασημένια δολάρια.
Ο Αρχηγός την περίμενε. Ηταν δικός της. Τον έπαιζε για να εξαγριώνει τον Σικελό. Της είχε πει να παίζει στις μηχανές για τα νίκελ, τα κουόρτερ και τα ντάιμ, εκείνη όμως τον έκανε έξω φρενών τινάζοντας στον αέρα πενήντα ή εκατό δολάρια μέσα σε πέντε λεπτά, ρίχνοντας το ένα κέρμα μετά το άλλο, στο μεγάλο Αρχηγό.Στάθηκε απέναντι από τη μηχανή κι έβαλε μέσα το πρώτο ασημένιο δολάριο. Τράβηξε τη λαβή, αυτό το γουρούνι ο Νάνσιο. Αλλο ένα δολάριο, άλλο ένα τράβηγμα, πόσο μακριά θα πάει αυτό; Τα γρανάζια πήραν βόλτες κι άρχισαν να γυρίζουν και να στριφογυρίζουν και να στροβιλίζονται σε μια θολή περιδίνηση ξανά και ξανά και ξανά βγάζοντας ένα μεταλλικό βούισμα, ενώ η Μάγκι, η γαλανομάτα Μάγκι έλιωνε μέσα στο μίσος και σκεφτόταν όλες αυτές τις γουρουνίσιες μέρες πίσω της και μπροστά της, αν είχε όλα τα λεφτά αυτής της αίθουσας αυτού του Καζίνου αυτού του ξενοδοχείου αυτής της πόλης τώρα αυτήν ακριβώς τη στιγμή μόνο μια στιγμή αυτή τη στιγμή θα σταματούσε πια αυτό το στροβίλισμα κοι το βούισμα αυτό το στριφογύρισμα γύρω και γύρω και γύρω και θα ήταν ελεύθερη ελεύθερη ελεύθερη και κανείς στον κόσμο δεν θ' άγγιζε πια το σώμα της το γουρούνι δεν θα ξανάγγιζε ποτέ πια τη λευκή σάρκα της και ξαφνικά καθώς το 'να δολάριο πίσω απ' τ' άλλο κυλούσαν γύρω και γύρω και γύρω βουίζοντας κυκλικά ανάμεσα σε γρονάζια και κεράσια και καμπάνες και μπάρες και δαμάσκηνα και πορτοκάλια ξαφνικά πόνος πόνος πόνος ένας ΤΡΟΜΕΡΟΣ πόνος! πόνος! πόνος! στο στήθος, στην καρδιά, στην ψυχή της μέσα, μια σουβλιά, μια μαχαιριά, ένα κάψιμο, μια φλόγα που ήταν καθαρός ατόφιος ΠΟΝΟΣ!
Η Μάγκι, η όμορφη Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων που λαχτάρησε όλα τα χρήματα του Αρχηγού των ασημένιων κερμάτων, η Μάγκι που είχε ξεκινήσει από τη βρωμιά και το ρευματικό πυρετό κι έφτασε στα τρία μπάνια τη μέρα και στον ειδικό από το πανάκριβο Μπέβερλυ Χιλς, αυτή η Μάγκι έπαθε ξαφνικά μια προσβολή, μια εμβολή, ένα μπλοκάρισμα της στεφανιαίας κι έπεσε νεκρή ακαριαία εκεί στο πάτωμα του Καζίνου.
Νεκρή.
Τη μια στιγμή κρστούσε σφιχτά το μοχλό της μηχανής σπρώχνοντας όλο της το είναι, όλο της το μίσος για όλα τα γουρούνια που είχαν περάσει από πάνω της, σπρώχνοντας κάθε ίνα, κάθε κύτταρο, κάθε χρωμόσωμα να χωθεί μέσα σ' αυτή τη μηχανή, θέλοντας να ρουφήξει όλους τους ασημένιους χυμούς της κοιλιάς της, και την άλλη στιγμή - τόσο κοντά με την πρώτη που θα μπορούσε να ήταν η ίδια - η καρδιά της έσπασε και τη σκότωσε σωριάζοντάς την στο πάτωμα... με το χέρι ν' αγγίζει ακόμη τον Αρχηγό.
Στο πάτωμα.
Νεκρή.
Κεραυνοβολημένη.
Ψεύτρα. 'Ολα τα ψέματα που ήταν η ζωή της.
Νεκρή στο πάτωμα.
[Μια στιγμή έξω απ' το χρόνο
φώτα που στροβιλίζονται και περιστρέφονται σ' ένα σύμπαν από μαλλί της γριάς
πέφτοντας σε μια απύθμενη χοάνη χαραγμένη ελικοειδώς σαν το κέρατο της κατσίκας
ένα αμάλθειο κέρας που ορθώνεται μαλακό σαν κουκούλι και λείο σαν ζεστή κοιλιά
ατέλειωτες νύχτες που σημαίνουν εβένινες πένθιμες καμπάνες
μέσα από την ομίχλη
μέσα από τη συνείδηση
μνήμη ανάδρομη
φλύαρη σπαστική τυφλότητα
μια άτυχη ξέφρενη κουκουβάγια παγιδευμένη μέσα σ' ένα πρισματικό σπήλαιο
άμμος που ρέει ασταμάτητα
κύματα αιωνιότητας
άκρες του κόσμου καθώς συντρίβονται
αφρός που ανεβαίνει πνίγοντας από μέσα
μυρωδιά της σκουριάς
σκληρές πράσινες γωνίες που καίνε
μνήμη η φλύαρη σπαστική τυφλή μνήμη
εφτά ορμητικά κενά του τίποτε
κίτρινο
κεχριμπαρένιες κουκίδες που τεντώνονται και μακραίνουν σαν λιωμένο κερί
πυρετός του πάγου
από πάνω μια μυρωδιά στάσης
αυτός είναι ο σταθμός πριν από την κόλαση και τον παράδεισο
είναι ο προθάλαμος του Αδη
χαμένη παγιδευμένη μόνη μέσα στην ομίχλη του πουθενό
ένα άτυχο ουρλιαχτό, άηχο στριφογύρισμα άηχο στροβίλισμα στροβίλισμα στροβίλισμα
στροβίλισμα στροβίλισμα στροβίλισμα
στροβίλισμα
στροβίλισμα
στροβίλισμααααα].
Η Μάγκι είχε επιθυμήσει ν' αποχτήσει όλο το ασήμι της μηχανής. Τη στιγμή που πέθανε χώθηκε μέσα στη μηχανή. Τώρα κοιτάζοντας τον έξω κόσμο από μέσα, από την ανυπαρξία που είχε γίνει το καθαρτήριό της, η Μάγκι ήταν παγιδευμένη μέσα στο λαδωμένο και ανοδιομένο εσωτερικό της τυχερής μηχανής των ασημένιων δολαρίων. Φυλακή του ύστατου πόθου της, εκεί που είχε θελήσει να μπει, απόλυτα παγιδευμένη μέσα σ' αυτή την τελευταία στιγμή της ζωής μεταξύ ζωής και θανάτου.
Η Μάγκι, μόνο ψυχή τώρα, παγιδευμένη για πάντα μέσα στην ψυχή της άψυχης μηχανής.
Ανυπαρξία.
Παγιδευμένη.
«Φαντάζομαι πως δεν σας πειράζει να φωνάξω έναν
από τους μηχανικούς» έλεγε ο Προϊστάμενος
Αίθουσας για τις Τυχερές Μηχανές από κάπου πολύ
μακριά. 'Ηταν ένας άντρας γύρω στα εξήντα με
βελούδινη φωνή και μάτια που δεν γνώριζαν το φως
και σίγουρα ούτε την καλωσύνη. Είχε σταματήσει
τον Επόπτη καθώς έκανε μεταβολή, έτοιμος να
ξαναγυρίσει στον Κόστνερ και τη μηχανή που είχε
ξαναβγάλει τζάκποτ. Τον έκανε ο ίδιος αυτό το
δρόμο. «Καταλαβαίνετε, πρέπει να βεβαιωθούμε πως
κάποιος δεν την έχει σκανταλίσει τη μηχανή, ίσως
να 'χει χαλάσεί κιόλας, ξέρετε».
Σήκωσε το αριστερό χέρι που κρατούσε ένα κρόταλο
σαν αυτά που χρησιμοποιούν τα παιδιά το
Καρναβάλι. Κροτάλισε πεντέξι φορές σαν βιαστικός
γρύλλος και ένα σούρσιμο ακούστηκε ανάμεσα στα
τραπέζια.
Ο Κόστνερ μόλις και μετά βίας καταλάβαινε τι
γινόταν. Αντί να είναι πιο ξύπνιος από ποτέ, να
νιώθει μέσα στις φλέβες του το κύμα της
αδρεναλίνης, το αίσθημα που νιώθει κάθε παίκτης
όταν ανοίγει η τύχη του, μια αγωνιώδη λαχτάρα να
πιάσει την καλή, αισθανόταν μουδιασμένος και
συμμετείχε στην αναστάτωση γύρω του όσο μετέχει
κι ένα ποτήρι στη δίψα του αλκοολισμού.
'Ολα τα χρώματα κι οι ήχοι είχαν στραγγίξει από πάνω του.
'Ενας κουρασμένος βαριεστημένος άντρας με ένα γκρίζο σακάκι, γκρίζο σαν τα μαλλιά του, γκρίζο σαν το πανιασμένο του δέρμα, τους πλησίασε κουβαλώντας μια δερμάτινη εργαλειοθήκη. Ο επισκευαστής των τυχερών μηχανών μελέτησε τη μηχανή και γυρίζοντας πάνω στον άξονα του το σώμα από συμπιεσμένο χάλυβα, μελέτησε καλά το πίσω μέρος. Ανοιξε με ένα κλειδί την πίσω πόρτα και για μια στιγμή o Κόστνερ είδε ένα συνονθύλευμα από γρανάζια, ελατήρια, οπλισμούς και το ρολόι που ρύθμιζε το μηχανισμό. Ο επισκευαστής έσκυψε και κοίταξε σιωπηλά τη μηχανή, μετά την έκλεισε και την ξανακλείδωσε, τη γυρισε πάλι στη θέση της και την κοίταξε.
«Δεν είναι φτιαγμένη» δήλωσε και έφυγε.
Ο Κόστνερ κοίταξε με απορία τον Προϊστάμενο
Ορόφου.
«Εννοεί ότι δεν την έχει σκαλίσει κανείς. Το
φτιάξιμο σημαίνει το ίδιο. Μερικοί παίρνουν ένα
κομμάτι πλαστικό ή σύρμα, το χώνουν μέσα στο
εσκαλέητορ και βάζει μπρος τη μηχανή. Φυσικά
κανείς δεν σκέφτηκε πως είχε γίνει τέτοιο πράγμα
εδώ, καταλαβαίνετε όμως πρέπει να είναι σίγουρος
κανείς, δυο χιλιάδες δολάρια είναι πολλά λεφτά
και δυο φορές απανωτά... είμαι σίγουρος πως μας
καταλαβαίνετε. Αν το 'κανε καποιος με μπούμεραγκ
-»
Ο Κόστνερ σήκωσε το ένα του φρύδι.
«-ναι, δηλαδή το μπούμεραγκ είναι άλλος ένας
τρόπος φτιαξίματος της μηχανής. 'Επρεπε να
κάνουμε ένα μικρό έλεγχο και τώρα όλα είναι
εντάξει κι εσείς ελάτε παρακαλώ μαζί μου στο
ταμείο του Καζίνου -»
Εκεί τον ξαναπλήρωσαν.
'Ετσι ο Κόστνερ γύρισε παλι στην τυχερή μηχανή και στάθηκε πολλή ώρα κοιτάζοντάς την. Τα κορίτσια που άλλαζαν τις μάρκες, οι γκρουπιέρηδες που τέλειωναν τη βάρδια τους, οι μικρόσωμες γηραιές κυρίες με τα χοντρά γάντια από καραβόπανο που τα φορούσαν για να μην κάνουν κάλους τα χέρια τους όταν τραβούσαν τις λαβές των μηχανών, ο υπάλληλος της ανδρικής τουαλέτας που είχε ανέβει να πάρει σπίρτα, οι άσχετοι τουρίστες, οι αργόσχολοι, οι σκληροί πότες, οι καθαριστές, οι βοηθοί των σερβιτόρων, οι χαρτοπαίκτες με τα βαθουλωμένα μάτια που έπαιζαν όλη τη νύχτα, οι χορεύτριες με τα τεράστια στήθη και οι μικροσκοπικοί προστάτες τους, όλοι έκαναν σιωπηλές προβλέψεις για τον κουρασμένο άγνωστο που είχε τα μάτια καρφωμένα στον Αρχηγό των Ασημένιων Δολαρίων. Αυτός δεν κουνιόταν, μόνο κοιτούσε τη μηχανή... κάνοντάς τους ν' αναρωτιούνται.
Η μηχανή κοίταζε τον Κόστνερ. Τρία γαλάζια μάτια.
Το ηλεκτρικό ρεύμα τον είχε κεραυνοβολήσει και πάλι καθώς γύρισαν τα γρανάζια της μηχανής και φάνηκαν για δεύτερη φορά τα μάτια, όταν κέρδισε για δεύτερη φορά. Αυτή τη φορά όμως ήξερε πως ήταν κάτι παραπάνω από τύχη γιατί κανείς άλλος δεν είχε δει αυτά τα τρία γαλάζια μάτια.
Στεκόταν λοιπόν τώρα μπροστά στη μηχανή και περίμενε. Την άκουσε να του μιλάει. Μέσα στο κρανίο του, εκεί που κανένας άλλος δεν ζούσε ως τώρα εκτός από τον εαυτό του, κάποιος κινιόταν και του μιλούσε. Μια κοπέλα. Μια όμορφη κοπέλα. Την έλεγαν Μάγκι και του μιλούσε:
Σε περίμενα. Σε περίμενα πολύ καιρό, Κόστνερ. Γιατί νομίζεις πως πέτυχες το τζάκποτ;
Γιατί σε περίμενα και σε θέλω. Θα κερδίσεις όλα τα τζάκποτ. Γιατί σε θέλω. Σε χρειάζομαι.
Αγάπησέ με, είμαι η Μάγκι. Είμαι τόσο μόνη, αγαπησέ με.
Ο Κόστνερ είχε μείνει να κοιτάζει την τυχερή μηχανή τόση ώρα που τα κουρασμένα καστανά μάτια του έμοιαζαν σαν να είχαν δεθεί με τα γαλάζια μάτια στις μπάρες του τζάκποτ. 'Ηξερε όμως ότι κανένας άλλος δεν μπορούσε να δει τα γαλάζια μάτια ούτε ν' ακούσει τη φωνή και κανένας δεν ήξερε για τη Μάγκι.
'Ηταν ολόκληρος ο κόσμος γι' αυτήν. 'Ολο το σύμπαν.
'Εριξε μέσα άλλο ένα ασημένιο δολάριο ενώ o
επόπτης τον παρακολουθούσε, ο επισκευαστής
τυχερών μηχανών τον παρακολουθούσε, ο
Προϊστάμενος Αίθουσας για τις Μηχανές Κερμάτων
τον παρακολουθούσε, τρεις κοπέλες που άλλαζαν
μάρκες τον παρακολουθούσαν και πολλοί άγνωστοι
παίκτες, μερικοί από τις θέσεις τους.
Τα γρανάζια γύρισαν, ο μοχλός τινάχτηκε πίσω και
σε μισό δευτερόλεπτο όλα σταμάτησαν απότομα,
είκοσι ασημένια δολάρια κατρακύλησαν στο
δισκάκι και μια γυναίκα σ' ένα από τα τραπέζια του
πόκερ άφησε να της ξεφύγει ένα θραύσμα υστερικού
γέλιου.
Και το γκονγκ άρχισε να χτυπάει σαν τρελό.
Ο Προϊστάμενος Αίθουσας ήρθε κοντά και είπε
πολύ σιγανά: «Κύριε Κόστνερ, θα χρειαστούμε γύρω
στα δεκαπέντε λεπτά για να αποσυνδέσουμε τη
μηχανή και να την ελέγξουμε. Είμαι σίγουρος ότι
καταλαβαίνετε». Δυο επισκευαστές μηχανών ήρθαν
από μέσα, σήκωσαν τον Αρχηγό από τη βάση του και
τον πήραν στο επισκευαστήριο στο πίσω μέρος του
Καζίνου.
'Οση ώρα περίμεναν ο Προϊστάμενος Αίθουσας
διασκέδασε τον Κόστνερ με ιστορίες για άσους του
φτιαξίματος που χρησιμοποιούσαν πολύπλοκους
μαγνήτες φορεμένους κάτω από τα ρούχα τους, για
σπεσιαλίστες του μπούμεραγκ που στερέωναν τα
πλαστικά εργαλεία τους μέσα απ' τα μανίκια τους
από τα οποία μπορούσαν να τραβηχτούν με ελατήρια,
για απατεώνες πού κατέφθαναν εξοπλισμένοι με
μικροσκοπικα ηλεκτρικά τρυπάνια και καλώδια που
έχωναν μέσα στις τρύπες που είχαν ανοίξει. 'Ολα
αυτά χωρίς να παύει να επαναλαμβάνει ότι βέβαια o
Κόστνερ θα καταλάβαινε.
Ο Κόστνερ όμως ήξερε ότι ο Προϊστάμενος Αίθουσας
δεν θα καταλάβαινε ποτέ.
'Οταν ξανάφεραν πίσω τον Αρχηγό, οι επισκευαστές
κούνησαν το κεφάλι με σιγουριά. «Δεν έχει τίποτε.
Δουλεύει ρολόι. Δεν τον έχει πειράξει κανείς».
Τα γαλάζια μάτια όμως είχαν φύγει από τις
μπάρες του τζάκποτ.
Ο Κόστνερ ήξερε ότι θα ξαναγύριζαν. Το Καζίνο τον
πλήρωσε ξανά.
Γύρισε πίσω κι έπαιξε ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Του «κόλλησαν» κάποιον να τον παρακολουθεί. Ο
Κόστνερ κέρδισε πάλι. Και πάλι. Και πάλι. Το
πλήθος είχε αρχίσει να πυκνώνει. Η φήμη απλώθηκε
σαν τις σιωπηλές επικοινωνίες του τηλεγραφικού
δίκτυου, πάνω και κάτω σ' ολόκληρο το Στριπ, από το
κέντρο του Λας Βέγκας ως τα απόμερα Καζίνα εκεί
όπου παίζουν νύχτα και μέρα κάθε μέρα του χρόνου,
και τα πλήθη άρχισαν να συρρέουν προς το
ξενοδοχείο και το Καζίνο του και τον
φτωχοντυμένο ξένο με τα κουρασμένα καστανά
μάτια. Το πλήθος ερχόταν κοντά του χωρίς να ξέρει
γιατί, τραβηγμένο σαν τους λέμμους απο τη μυρωδιά
της τύχης που αναδινόταν από μέσα του σαν
ηλεκτρικές αρωματικές εκκενώσεις. Κι εκείνος
κέρδιζε. Ξανά και ξανά. Τριάντα οχτώ χιλιάδες
δολάρια. Και τα τρία γαλάζια μάτια συνέχισαν να
τον κοιτάζουν. Ο εραστής της Μάγκι κέρδιζε. Της
όμορφης Μάγκι των Ασημένιων Νομισμάτων.
Τελικά το Καζίνο αποφάσισε να μιλήσει στον
Κόστνερ. Αποσύνδεσαν τον Αρχηγό για δεκαπέντε
λεπτα, όσο χρειαζοταν για ένα συμπληρωματικό
έλεγχο από την εταιρεία των τυχερών μηχανών στο
κέντρο του Λας Βέγκας, και την ώρα που τον
εξέταζαν, ζήτησαν από τον Κόστνερ να πάει στο
κεντρικό γραφείο του ξενοδοχείου.
Εκεί τον περίμενε ο ιδιοκτήτης. Το πρόσωπό του
φάνηκε κάπως γνωστό στον Κόστνερ. Πού το 'χε δει,
στην τηλεόραση; 'Η στις εφημερίδες;
«Κύριε Κόστνερ, το όνομά μου είναι Τζουλς
Χάρτσορν».
«Χαίρω πολύ».
«Βλέπω ότι η τύχη σας ευνοεί απανωτά».
«Μου το χρωστάει από καιρό».
«Καταλαβαίνετε ότι αυτό το είδος τύχης είναι
απίστευτο».
«Είμαι υποχρεωμένος να το πιστέψω, κύριε
Χάρτσορν».
«Χμ. Κι εγώ. Συμβαίνει στο δικό μου Καζίνο.
Είμαστε όμως απόλυτα πεπεισμένοι ότι υπάρχουν
μόνο δυο πιθανότητες, κ. Κόστνερ: ή η μηχανή έχει
χαλάσει με ένα τρόπο που δεν μπορούμε να βρούμε, ή
είσαστε ο πιο έξυπνος απατεώνας που πέρασε ποτέ
από δω».
«Δεν είμαι».
«Όπως βλέπετε, κ. Κόστνερ, χαμογελάω. Ο λόγος που
χαμογελάω είναι η αφέλειά σας να πιστεύετε ότι θα
μου αρκούσε ο λόγος σας πάνω σ' αυτό. Είμαι
απόλυτα ικανός να κουνάω ευγενικά το κεφάλι μου
και να λέω ότι φυσικά δεν είστε απατεώνας.
Κανένας δεν μπορεί να κερδίσει τριάντα οχτώ
χιλιάδες δολάρια σε δεκαεννιά απανωτά τζάκποτ
στην ίδια τυχερή μηχανή. Δεν υπάρχει καν
μαθηματικός τύπος που να διατυπώνει αυτή την
απιθανότητα, κ. Κόστνερ. Είναι τόσο συμπαντικά
απίθανο όσο και το να συγκρουστούν τρεις
σκοτεινοί πλανήτες με τον ήλιο μας μέσα στα
επόμενα είκοσι λεπτά. Είναι σαν το Πεντάγωνο, το
Πεκίνο και το Κρεμλίνο να πατήσουν το κόκκινο
κουμπί στο ίδιο μικροδευτερόλεπτο. Είναι κάτι το
αδύνατο, κ. Κόστνερ. Κατι το αδύνατο που συμβαίνει
σε μένα».
«Λυπάμαι».
«Όχι πραγματικά».
«'Οχι, όχι πραγματικά. Τα χρειάζομαι τα χρήματα».
«Να τα κάνετε τι, κ. Κόστνερ».
«Δεν ξέρω, δεν έχω σκεφτεί»
«Μάλιστα. Λοιπόν κ. Κόστνερ ας το δούμε έτσι το
πράγμα. Δεν μπορώ να σας εμποδίσω να παίζετε και
αν συνεχίσετε να κερδίζετε είμαι υποχρεωμένος να
σας πληρώσω. Κι ούτε θα στείλω κάποιους αλήτες με
σημαδεμένα προσωπα να σας ριχτούν σ' ένα σκοτεινό
δρομάκι και να σας πάρουν πίσω τα λεφτά. 'Ολες οι
επιταγές μου θα πληρωθούν. Το περισσότερο που
μπορώ να ελπίσω, κ. Κόστνερ, είναι η διαφήμιση που
μου κάνετε. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή κάθε του Λας
Βέγκας βρίσκεται μέσα σ' αυτό το Καζίνο και
περιμένει να ρίξετε δολάρια μέσα στη μηχανή. Δεν
θα αποζημιωθώ γι' αυτά που χάνω, κυρίως αν
συνεχίσετε να κερδίζετε με τον ίδιο τρόπο, αλλά
θα είναι μια βοήθεια. 'Ολοι οι χοντροί παίκτες της
πόλης θα θέλουν να βρεθούν κοντά στην τύχη. Ζητάω
μόνο τη συνεργασία σας»,
«Το ελάχιστο που έχω να κάνω μπροστά στη
γενναιοδωρία σας».
«Απόπειρα για χιούμορ;»
«Συγνώμη. Τι θέλετε να κάνω;»
«Να κοιμηθείτε καμιά δεκαριά ώρες».
«Ενώ εσείς θα αποσυνδέσετε τη μηχανή και θα την
επεξεργαστείτε καταλλήλως;»
«Ναι».
«Αν ήθελα να συνεχίσω να κερδίζω θα ήταν πολύ
ηλίθιο εκ μέρους μου να το κάνω αυτό. Μπορεί να
της αλλάξετε τα κόλπα μέσα της έτσι που να μην
ξανακερδίσω ακόμη κι αν της ρίξω πίσω ένα ένα τα
τριάντα οχτώ χιλιάδες δολάρια που πήρα».
«'Εχουμε επίσημη άδεια απο την πολιτεία της
Νεβάδα, κ. Κόστνερ».
«Κι εγώ κατάγομαι από καλή οικογένεια και δείτε
πώς κατάντησα. Είμαι ένας αλήτης με τριάντα οχτώ
χιλιάδες δολάρια στην τσέπη".
«Δεν θα κάνουμε τίποτε στη μηχανή, κ. Κόστνερ».
«Τότε γιατί θέλετε να τη βγάλετε από την
κυκλοφορία για δέκα ώρες;»
«Για να την ερευνήσουμε καλά στο εργαστήριο. Αν
συμβαίνει κάτι που δεν φαίνεται εύκολα όπως
είναι η φθορά των μεταλλων ή κάποιο χαλασμένο
δόντι του εσκαλέητορ ή - θέλουμε να βεβαιωθούμε
ότι δεν θα συμβεί αυτό και με τις άλλες μηχανές.
Και ταυτόχρονα μέσα σ' αυτό το χρόνο η φήμη θα
κάνει το γύρο της πόλης, το θέλουμε αυτό το πλήθος
που θα μαζευτεί. Μερικοί απ' αυτούς τους
τουρίστες δεν θα ξεκολλάνε από δω κι αυτό θα μας
βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε την πιθανότητα να
ξετινάξετε το Καζίνο μας - παίζοντας σε μηχανή
κερμάτων».
«Μου ζητάτε να σας πιστέψω».
«Αυτό το Καζίνο θα συνεχίσει να λειτουργεί πολύ
καιρό μετά από σας, Κόστνερ».
«'Οχι αν συνεχίσω να κερδίζω».
Το χαμόγελο του Χάρτσορν ήταν μια τεντωμένη
γραμμή: «Σωστή υπενθύμιση».
«Δεν είναι και σπουδαία τα επιχειρήματά σας».
«Είναι τα μόνα που έχω. Αν επιμείνετε να
ξαναγυρίσετε στην αίθουσα δεν μπορώ να σας
εμποδίσω».
«Δεν θα στείλετε τίποτε παλικαράδες της Μαφίας
να με περιποιηθούν αργότερα;»
«Συγνώμη δεν σας έπιασα;»
«Είπα: παλικαράδες της Μαφ...»
«Έχετε ένα πολύ γραφικο τρόπο να μιλάτε. Βασικά
δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι εννοείτε».
«Είμαι σίγουρος ότι δεν έχετε».
«Πρέπει να πάψετε να διαβάζετε το National Enquirer.
Είμαστε μια απολύτως νόμιμη επιχείρηση. Σας
ζητάω απλώς μια χάρη».
«Εντάξει, κ. Χάρτσορν. 'Εχω τρεις μέρες να κοιμηθώ.
Δέκα ώρες ύπνου θα μου κάνουν πολύ καλό». «Θα πω
στον ρεσεψιονίστα να σας βρει ένα ήσυχο δωμάτιο
στο τελευταίο πάτωμα. Ευχαριστώ κ. Κόστνερ».
«Ξεχάστε το».
«Φοβούμαι πως αυτό είναι αδύνατο».
«Πολλά αδύνατα πράγματα συμβαίνουν τώρα
τελευταία».
Γύρισε να φύγει καθώς ο Χάρτσορν άναβε τσιγάρο.
«Α, και κάτι άλλο, κ. Κόστνερ».
Τα μάτια του δυσκολεύονταν να εστιάσουν. 'Ενα
κουδούνισμα αντήχησε στ' αυτιά του. Ο Χάρτσορν
φάνηκε να κυματίζει στα όρια του οπτικού πεδίου
σαν καλοκαιρινή αστραπή σε λιβάδι. Σαν μνήμες
πραγμάτων που ο Κόστνερ είχε διασχίσει όλη τη
χώρα για να τις ξεχάσει. Σαν το θρήσκο και την
ικεσία που πολιορκούσε τα κύτταρα του μυαλού του.
Τη φωνή της Μαγκι. Πάντα εκεί να λέει... τόσα...
Θα προσπαθήσουν να σε κρατήσουν μακριά μου.
Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν οι δέκα
ώρες ύπνου που είχε υποσχεθεί. Ξαφνικά ήταν πιο
σημαντικές από τα λεφτά, από τη λησμονιά, από τα
πάντα. Ο Χάρτσορν κάτι έλεγε αλλά ο Κόστνερ δεν
τον άκουγε. 'Ηταν σαν να 'χε κλείσει τον ήχο κι
έβλεπε μόνο τη σιωπηλή λαστιχένια κίνηση των
χειλιών του Χάρτσορν. Κούνησε το κεφάλι του
προσπαθώντας να το ξεκαθαρίσει.
Οι Χάρτσορν πολλαπλασιάστηκαν κι άρχισαν να
σβήνουν ο ένας μέσα στον άλλον. Κι η φωνή της
Μάγκι.
Είμαι ζεστά εδώ, είμαι μόνη. Θα είμαι καλή μαζί σου αν έρθεις κοντά μου.
'Ελα σε παρακαλώ, κάνε γρηγορα.
«Κ. Κόστνερ;»
Η φωνή του Χάρτσορν έφτασε στ' αυτιά του
φιλτραρισμένη μέσα από μια λάσπη παχιά σαν
αλλεπάλληλα στρώματα βελούδου. Ο Κόστνερ
προσπάθησε να εστιάσει και πάλι. Τα απίστευτα
κουρασμένα καστανά μάτια του άρχισαν και πάλι να
διακρίνουν.
«Την ξέρετε την ιστορία μ' αυτή την τυχερή
μηχανή;» έλεγε ο Χάρτσορν. «'Εγινε ένα περίεργο
πράγμα εδώ και έξι βδομάδες».
«Τι έγινε;»
«Μια κοπέλα πέθανε την ώρα που έπαιζε. 'Επαθε
καρδιακή προσβολή, ένα έμφραγμα καθώς τραβούσε
το μοχλό, και σωριάστηκε κάτω νεκρή».
Ο Κόστνερ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Αγωνιούσε να
ρωτήσει τον Χάρτσορν τι χρώμα είχαν τα μάτια της
νεκρής κοπέλας αλλά φοβόταν πως θα του έλεγε
γαλάζια.
Κοντοστάθηκε λίγο με το χέρι στην πόρτα του
γραφείου. «Φαίνεται πως δεν είχατε παρά
κακοτυχίες μ' αυτή τη μηχανή».
Ο Χάρτσορν χαμογέλασε αινιγματικά. «'Ισως να
συνεχιστούν».
Ο Κόστνερ ένιωσε τους μυς των σαγονιών του να
τεντώνονται: «Που πάει να πει ότι μπορεί να
πεθάνω κι εγώ, πράγμα που θα είναι πολύ μεγάλη
κακοτυχία, ε;"
Το χαμόγελο του Χάρτσορν έγινε ιερογλυφικό,
αιώνιο, ένα σιωπηλό τραγούδι χαραγμένο πάνω στην
πέτρα: «Καλόν ύπνο, κ. Κόστνερ».
Μέσα στο όνειρο ήρθε κοντά του. Μακριοί λείοι μηροί και μαλακό χρυσό χνούδι στα μπράτσα. Μάτια γαλανά βαθιά σαν το παρελθόν υγρά από ένα λεπτό στραφτάλισμα σαν γαλάζιος ιστός αράχνης. Σφιχτό σώμα, το μοναδικό σώμα της Γυναίκας από την αρχή του κόσμου. Η Μάγκι ήρθε κοντά του.
Γεια σου, ταξιδεύω πολύ καιρό τώρα.
«Ποια είσαι;» ρώτησε ο Κόστνερ ζαλισμένος. Στεκόταν σε μια παγωμένη πεδιάδα ή μήπως ήταν οροπέδιο; Ο άνεμος τους τύλιγε και τους δυο, ή μόνον αυτόν; 'Ηταν υπέροχη και την έβλεπε καθαρά ή μόνο μέσα από ένα πέπλο ομίχλης; Η φωνή της ήταν βαθιά και μελωδική ή ανάλαφρη και ζεστή σαν νυχτερινό γιασεμί;Είμαι η Μάγκι. Σ' αγαπώ. Σε περίμενα.
«Τα μάτια σου είναι γαλάζια».
Ναι. Με αγάπη.
«Είσαι πολύ όμορφη».
Ευχαριστώ. Με γυναικεία ελαφράδα.
«Γιατί σ' εμένα όμως; Γιατί άφησες να συμβεί σε μένα; Είσαι η κοπέλα που - είσαι εκείνη που αρρώστησε - εκείνη που;»Είμαι η Μάγκι. Και σένα σε διάλεξα γιατί με χρειάζεσαι. Είναι πολύς καιρός που χρειάζεσαι κάποιον.
Τότε τα πράγματα άρχισαν να ξεδιπλώνονται για τον Κόστνερ. Το παρελθόν ξετυλίχτηκε και είδε ποιο ήταν. Είδε τον εαυτό του μόνο. Παντα μόνο. Σαν παιδί, μόνο ανάμεσα σε καλούς και στοργικούς γονείς που δεν είχαν ιδέα ποιος ήταν, τι ήθελε να γίνει, ποια ήταν τα ταλέντα του. Ετσι το 'χε σκάσει όταν έγινε έφηβος κι από τότε μόνος, πάντα μόνος στο δρόμο. Για χρόνια και μήνες, για μέρες και ώρες χωρίς κανέναν. Πρόχειρες φιλίες βασισμένες στο φαγητό, το σεξ ή σε τεχνητές προασεγγίσεις. Πάντα χωρίς κανέναν να πιαστεί πάνω του, να κολλήσει, να ανήκει. 'Ετσι ήταν τα πράγματα ως την Σούζι και μ' αυτήν είχε βρει το φως. Είχε ανακαλύψει τις χαρές και τα αρώματα μιας άνοιξης που ως τότε δεν είχε έρθει ποτέ. Είχε γελάσει, είχε γελάσει πραγματικά και ήξερε ότι μαζί της τα πράγματα θα κρατούσαν. Ετσι άφησε όλο τον εαυτό του να κυλήσει μέσα της, της έδωσε τα πάντα. Τις ελπίδες, τις κρυφές του σκέψεις, τα ευαίσθητα όνειρα του. Κι εκείνη τα πήρε, τον πήρε, τον πήρε ολόκληρο κι εκείνος ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει να έχεις δικό σου τόπο, να έχεις τη φωλιά σου στην καρδιά του άλλου. Ηταν όλα αυτά τα αστεία και τρυφερά πράγματα που κορόιδευε στους άλλους μα γι' αυτόν ήταν ένα βαθύ ανεξήγητο θαύμα.
Εμεινε μαζί της πολύ καιρό και τη συντηρούσε, μαζί με το γιο που είχε αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο. Το γάμο για τον οποίο η Σούζι δεν μιλούσε ποτέ. Και μια μέρα αυτός γύρισε όπως το 'ξερε η Σούζι πως θα γύριζε κάποτε. Ηταν ένα σκοτεινό πλάσμα με σκληρούς τρόπους και διεστραμμένη φύση αλλά η Σούζι ήταν πάντα η γυναίκα του κι ο Κόστνερ κατάλαβε πως τον είχε χρησιμοποιήσει σαν ρεζέρβα, για να πληρώνει τους λογαριασμούς ώσπου να γυρίσει κοντά της το περιπλανώμενο τέρας της. Τότε του είπε να φύγει. Αφραγκος και στραγγισμένος μ' όλους αυτούς τους σιωπηλούς εσωτερικούς τρόπους που στραγγίζεται ένας άνδρας, ο Κόστνερ έφυγε χωρίς να παλέψει καν γιατί κάθε ικανότητα για πάλη είχε χαθεί από πάνω του. 'Εφυγε και περιπλανήθηκε στη Δύση μέχρι που τέλος έφτασε στο Λας Βέγκας και χτύπησε πάτο. Και βρήκε τη Μάγκι. Μέσα σ' ένα όνειρο, με γαλάζια μάτια, βρήκε τη Μάγκι.
Θέλω να ανήκεις σε μένα. Σ' αγαπώ. Η αλήθεια της δονούσε το μυαλό του Κόστνερ. Ηταν δικιά του, επιτέλους κάποιος που ήταν γι' αυτόν, δικός του.«Μπορώ να σ' εμπιστευτώ; Ποτέ δεν μπόρεσα να εμπιστευτώ κανέναν. Ποτέ τις γυναίκες.
'Ομως χρειάζομαι κάποιον. Χρειάζομαι πραγματικά κάποιον».Εγώ είμαι, πάντα. Για πάντα. Μπορείς να μ' εμπιστευτείς.
Και ήρθε κοντά του, απόλυτα. Το κορμί της ήταν μια δήλωση αλήθειας κι εμπιστοσύνης που όμοια της δεν είχε ξαναδεί ποτέ ο Κόστνερ. Ηρθε κοντά του στην ανεμοδαρμένη πεδιάδα της σκέψης και τον άφησε να της κάνει έρωτα τόσο απόλυτα που ποτέ δεν είχε ξαναζήσει σε κανένα πάθος. Εκείνη ενώθηκε μαζί του, χύθηκε μέσα του, μέσα στο αίμα και τη σκέψη και την απελπισία του κι ο Κόστνερ βγήκε καθαρός, λάμποντας από ευτυχία.
«Ναι, μπορώ να σ' εμπιστευτώ, σε θέλω, είμαι δικός σου» της ψιθύρισε καθώς ξάπλωναν ο ένας δίπλα στον άλλον μέσα σ' ένα ονειρικό πουθενά φτιαγμένο από ομίχλη και σιωπή. «Είμαι δικός σου».
Εκείνη χαμογέλασε, το χαμόγελο της γυναίκας που πιστεύει στον άντρα της.
Ενα χαμόγελο εμπιστοσύνης και απελευθέρωσης.Και ο Κόστνερ ξύπνησε.
Ο Αρχηγός βρισκόταν και πάλι στημένος στη βάση του και το πλήθος κρατιόταν μακριά με βελουδένια σχοινιά. Πολλοί είχαν ήδη παίξει στη μηχανή, αλλά κανένας δεν είχε βγάλει τζάκποτ.
Τώρα ο Κόστνερ κατέβηκε στην αίθουσα του
Καζίνου και τα «μάτια» έπιασαν τα πόστα τους. 'Οση
ώρα κοιμόταν είχαν ψάξει τα ρούχα του κοιτώντας
για σύρματα, ή μπούμεραγκ. Τίποτε.
Τώρα ο Κόστνερ βάδισε κατ' ευθείαν προς τον
Αρχηγό και τον κοίταξε.
Ο Χάρτσορν ήταν εκεί. «Φαίνεστε κουρασμένος»
είπε μαλακά στον Κόστνερ κοιτάζοντας τα σβησμένα
καστανά του μάτια.
«Είμαι, λιγάκι» είπε ο Κόστνερ δοκιμάζοντας ένα
χαμόγελο που δεν πέτυχε. «Είδα ένα παράξενο
όνειρο»,
«Α;»
«Ναι... με μια κοπέλα...» δεν είπε περισσότερα.
Το χαμόγελο του Χάρτσορν ήταν γεμάτο κατανόηση.
Οίκτο, συμπάθεια και κατανόηση. «Υπάρχουν πολλά
κορίτσια σ' αυτή την πόλη. Δεν θα 'ναι δύσκολο να
βρείτε κάποιαν, με τόσα λεφτά».
Ο Κόστνερ έγνεψε σιωπηλά, και τοποθέτησε το πρώτο ασημένιο δολάριό του στη σχισμή. Τράβηξε τη λαβή. Τα γρανάζια στριφογύρισαν με μια αγριότητα που δεν είχε ξανακούσει πριν ο Κόστνερ και ξαφνικά όλα άρχισαν να γυρίζουν τρελά καθώς ένα φλογερό στρίψιμο του ξερίζωσε το στομάχι, καθώς το κεφάλι του τιναζόταν πάνω στο λεπτό λαιμό του, καθώς μια φλόγα του 'καιγε τα μάτια. Ακούστηκε ένα φοβερό στρίγγλισμα βασανισμένου μετάλλου, σαν μια ταχεία που σχίζει τον αέρα στο πέρασμά της, σαν χιλιάδες μικρά ζώα που τα σφάζουν και τα κομματιάζουν, ένα ουρλιαχτό ανείπωτου πόνου, ανέμων νυχτερινών που γδέρνουν γιγάντιες βουνοκορφές απο τη λάβα τους. Και το σπαρακτικό κλάμα μιας φωνής που θρηνούσε και θρηνούσε και θρηνούσε καθώς χανόταν μακριά μέσα στο εκτυφλωτικό φως...
Ελεύθερη! Ελεύθερη! Παράδεισος ή Κόλαση, τι σημασία! Ελεύθερη!
Ο ήχος που κάνει μια ψυχή καθώς απελευθερώνεται από την αιώνια φυλακή της, ένα πνεύμα που δραπετεύει από το σκοτεινό μπουκάλι. Και μέσα σ' αυτή τη στιγμή της υγρής άηχης ανυπαρξίας, ο Κόστνερ είδε τα γρανάζια να μπλοκάρουν και να μετρούν για τελευταία φορά.
'Ενα, δύο, τρία. Γαλάζια μάτια.
Όμως ποτέ, ποτέ δεν θα εξαργύρωνε τις επιταγές του.
Το πλήθος ούρλιαξε με μια φωνή καθώς ο, Κόστνερ σωριαζόταν μπρούμυτα στο πάτωμα. Η τελική μοναξιά...
Ο Αρχηγός αποσυνδέθηκε οριστικα. Είπαν πως έφερνε γρουσουζιά. Πολλοί παίχτες ενοχλήθηκαν ακομη κι απο την παρουσiα του μέσα στο Καζίνο. 'Ετσι τον αποσύνδεσαν και τον επέστρεψαν στην εταιρεία με ρητές οδηγίες να τον λιώσουν. Και μόνο όταν έφτασε στα χέρια του αρχιεργάτη του χυτηρίου που ετοιμαζοταν να τον πετάξει στο καζάνι, παρατήρησαν την τελική ένδειξη που είχε βγάλει ο Αρχηγός.
«Κοίτα εδώ τι περίεργο» είπε ο αρχιεργάτης του χυτήριου στο βοηθό του. Και του έδειξε τα τρία παραθυράκια.
«Ποτέ δεν έχω ξαναδεί τέτοιες μπάρες του τζάκποτ» συμφώνησε ο βοηθος. «Τρία μάτια. Πρέπει να 'ναι παλιό μοντέλο».
«Ναι, μερικά απ' αυτά τα παιχνίδια έχουν πολύ παλιά ιστορία», είπε ο αρχιεργάτης τοποθετώντας την τυχερή μηχανή στην κινητή ταινία που θα την πήγαινε στο φούρνο.
«Τρία μάτια. Για δες, ε; Τρία καστανά μάτια». Και κατέβασε το μοχλό που έστειλε τον Αρχηγό να γίνει ρευστό μέταλλο μέσα στη φλογερή κόλαση του φούρνου.Τρία καστανά μάτια.
Τρία καστανά μάτια που κοίταζαν πολύ πολύ κουρασμένα.
Που κοίταζαν πολύ πολύ παγιδευμένα.
Που κοίταζαν πολύ πολύ προδομένα.
Μερικά απ' αυτά τα παιχνίδια έχουν πολύ παλιά ιστορία.