William Gibson
New Rose Hotel (1981)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

Επτά νοικιασμένες νύχτες σ' αυτό το φέρετρο, Σάντιι. Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο. Πόσο σε θέλω τώρα. Μερικές φορές σε χτυπάω. Το παίζω στο μυαλό μου τόσο αργά και γλυκά και πρόστυχα που σχεδόν το αισθάνομαι. Μερικές φορές βγάζω το μικρό σου αυτόματο από την τσάντα μου και περνάω το δάχτυλό μου στο λείο, φτηνό χρώμιο. Κινέζικο 0,22, στο ίδιο διαμέτρημα με τις διεσταλμένες κόρες των χαμένων σου ματιών.
Ο Φοξ είναι νεκρός τώρα, Σάντιι.
O Φοξ μου είπε να σε ξεχάσω.

Θυμάμαι τον Φοξ να στηρίζεται στο μπαρ, στο σκοτεινό σαλόνι ενός ξενοδοχείου της Σιγκαπούρης, στην Μπενκούλεν Στρητ, με τα χέρια του να περιγράφουν διαφορετικές σφαίρες επιρροής, εσωτερικές διαμάχες, το τόξο μιας συγκεκριμένης καριέρας, ένα αδύναμο σημείο που είχε ανακαλύψει στη θωράκιση κάποιας δεξαμενής εγκεφάλων. Ο Φοξ είχε κεντρική θέση στους πολέμους των εγκεφάλων, ήταν μεσάζων στις ανταλλαγές μεταξύ των εταιρειών. Ήταν ένας στρατιώτης στις μυστικές αψιμαχίες των ζαϊμπάτσου, των πολυεθνικών εταιρειών που ελέγχουν ολόκληρες οικονομίες.
Βλέπω τον Φοξ να χαμογελά, να μιλά γρήγορα, απορρίπτοντας τις προτάσεις μου σχετικά με τη βιομηχανική κατασκοπεία μ' ένα κούνημα του κεφαλιού του. Την Ακρη, είπε, πρέπει να βρεις αυτή την Ακρη. Όπως το έλεγε ακουγόταν το κεφαλαίο Α. Η άκρη ήταν το Αγιο Δισκοπότηρο του Φοξ, αυτό το ουσιώδες κομματάκι της καθαρής ανθρώπινης ιδιοφυΐας που είναι αδύνατον να μεταφερθεί σε άλλον, κλειδωμένο στα μυαλά των πιο περιζήτητων ερευνητών επιστημόνων του κόσμου.
Την Ακρη δεν μπορείς να τη γράψεις στο χαρτί, έλεγε ο Φοξ, δεν μπορείς να τη χτυπήσεις σε δισκέτα.
Τα λεφτά βρίσκονται στις αποσκιρτήσεις από τις εταιρείες.

Ο Φοξ ήταν ήρεμος, με την αυστηρότητα των σκούρων γαλλικών κουστουμιών του να ισοφαρίζεται από μια αγορίστικη φράντζα που ποτέ δεν στεκόταν στη θέση της. Πάντα αντιπαθούσα τον τρόπο που χαλούσε το στυλ του όταν έκανε πίσω από το μπαρ και ο αριστερός του ώμος στράβωνε σε μια γωνία που δεν μπορούσε να κρύψει κανένας Παρισινός ράφτης. Κάποιος είχε περάσει από πάνω του μ' ένα ταξί στη Βέρνη, και κανείς δεν ήξερε να τον φτιάξει καλά.
Υποθέτω πως πήγα μαζί του επειδή είπε πως έψαχνε την Ακρη.

Και κάπου εκεί έξω, όπως ψάχναμε για την Ακρη, βρήκα εσένα, Σάντιι.

Το Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο είναι μια σειρά φέρετρα στις άθλιες παρυφές του Διεθνούς Αεροδρομίου της Ναρίτα. Είναι πλαστικές κάψουλες ένα μέτρο ύψος και τρία μάκρος, στοιβαγμένες σαν περισσευάμενα δόντια του Γκοντζίλα σ' ένα τσιμεντοστρωμένο οικόπεδο δίπλα στον κύριο δρόμο που οδηγεί στο αεροδρόμιο. Κάθε κάψουλα έχει μια τηλεόραση στο επίπεδο του ταβανιού. Πέρασα μέρες ολόκληρες παρακολουθώντας γιαπωνέζικα τηλεοπτικά παιχνίδια και παλιές ταινίες. Μερικές φορές κρατάω το όπλο σου στο χέρι μου.
Μερικές φορές ακούω τα τζετ που φτιάχνουν δαντέλες στον ουρανό πάνω από τη Ναρίτα. Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι το λευκά δίχτυ που σχηματίζουν τα αέρια από τις εξατμίσεις τους να ξεθωριάζει, να γίνεται ασαφές.

Μπήκες σ' ένα μπαρ στη Γιοκοχάμα, την πρώτη φορά που σε είδα. Ευρασιάτισσα, μισή γκαϊτζίν, με μακριά πόδια, άνετη μέσα σ' ένα πρωτότυπο φόρεμα κάποιου σχεδιαστή του Τόκιο. Σκούρα ευρωπαϊκά μάτια, ασιατικά ζυγωματικά. Σε θυμάμαι ν' αδειάζεις την τσάντα σου στο κρεβάτι, αργότερα, σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου, ψάχνοντας τα σύνεργα του μέηκ-απ σου. Ένα τσαλακωμένο μάτσο Νέα Γιεν, μια ξεχαρβαλωμένη ατζέντα που κρατιόταν με λαστιχάκια, ένα τραπεζικό τσιπ της Μιτσουμπίσι, ένα ιαπωνικά διαβατήριο μ' ένα χρυσό χρυσάνθεμο τυπωμένο στο κάλυμμα, και το κινέζικο 0,22.
Μου είπες την ιστορία σου. Ο πατέρας σου ήταν στέλεχος στο Τόκιο, αλλά τώρα ήταν ντροπιασμένος, αποκηρυγμένος, διωγμένος από την Χοζάκα, τη μεγαλύτερη ζαϊμπάτσου απ' όλες. Αυτή τη νύχτα η μάνα σου ήταν Ολλανδή, κι εγώ άκουγα καθώς έπλεκες εκείνα τα καλοκαίρια στο Αμστερνταμ για μένα, τα περιστέρια στη Νταμ Σκουέαρ σαν απαλό, καφετί χαλί.
Ποτέ δεν ρώτησα τι είχε κάνει ο πατέρας σου και έπεσε σε δυσμένεια. Σε κοίταζα που ντυνόσουν παρακολουθούσα τα τόξα των σκούρων, ίσιων μαλλιών σου, πώς έκοβαν τον αέρα.
Τώρα με κυνηγάει η Χοζακα.

Τα φέρετρα του Νέου Ρόδου είναι στοιβαγμένα σε μια σκαλωσιά από ανακυκλωμένο μέταλλο, ατσάλινοι σωλήνες με ζωηρόχρωμο βερνίκι. Η μπογιά ξεφλουδίζει όταν ανεβαίνω τη σκάλα, πέφτει σε κάθε μου βήμα καθώς προχωράω στο στενό διάδρομο. Το αριστερό μου χέρι μετρά τις καταπακτές με τις επιγραφές τους σε πολλές γλώσσες που προειδοποιούν για το πρόστιμο που θα πληρώσεις αν χάσεις το κλειδί.
Κοιτάζω ψηλά καθώς τα τζετ απογειώνονται από τη Ναρίτα, ένα εισιτήριο για το σπίτι μου μακρινό τώρα όσο και το φεγγάρι.

Ο Φοξ είδε γρήγορα πως θα μπορούσαμε να σε χρησιμοποιήσουμε, αλλά δεν είχε την οξυδέρκεια που χρειαζόταν για να καταλάβει τις φιλοδοξίες σου. Αυτός όμως δεν βρέθηκε ποτέ ξαπλωμένος μαζί σου όλο το βράδυ στην ακτή στην Καμακούρα, ποτέ δεν άκουσε τους εφιάλτες σου, ποτέ δεν άκουσε μια ολόκληρη φανταστική παιδική ηλικία να μεταμορφώνεται κάτω από εκείνα τα άστρα, να μεταμορφώνεται και να αναποδογυρίζει, το παιδικό σου στόμα ν' ανοίγει για να φανερώσει κάποιο νέο παρελθόν, και πάντα, όπως ορκιζόσουν, το οριστικά και πραγματικά αληθινό.
Δεν μ' ένοιαζε, καθώς κρατούσα τους γοφούς σου κι η άμμος κρύωνε στο δέρμα σου.
Μια φορά με άφησες κι έτρεξες πίσω σ' εκείνη την παραλία, λέγοντας πως ξέχασες το κλειδί μας. Το βρήκα στην πόρτα και γύρισα να σε βρω, για να σε δω μέσα στο κύμα ως τους αστραγάλους, με τη λεία σου πλάτη τεντωμένη, να τρέμεις. το βλέμμα σου ήταν μακρινό. Δεν μπορούσες να μιλήσεις. Είχες ανατριχιάσει. Ήσουν χαμένη. Έτρεμες, για διαφορετικά μέλλοντα και για καλύτερα παρελθόντα.

Σάντιι, με άφησες εδώ.
Μου άφησες όλα σου τα πράγματα.
Αυτό το όπλο. Το μέηκ-απ σου, όλες τις σκιές και τα ρουζ με τα πλαστικά τους καλύμματα. Τον μικροκομπιούτερ Cray, δώρο του Φοξ, με τα ψώνια που είχες καταχωρήσει. Μερικές φορές κοιτάζω τον κατάλογο, τα πράγματα που ήθελες να αγοράσεις να περνούν ένα-ένα από τη μικρή ασημένια οθόνη.
Ένα ψύκτη. Μια συσκευή ζυμώσεως. 'Εναν επωαστήρα. 'Ενα σύστημα ηλεκτροφόρησης με αγαρόζη. Εναν ενθέτη ιστών. Μια συσκευή υγρής χρωματογραφίας. 'Ενα κυτταρόμετρο. 'Ενα φασματοφωτόμετρο. Τέσσερις γκρόσες φιαλίδια σπινθηρισμού βοριοπυριτίου. Μια μικροφυγόκεντρο. Και έναν συνθετητή DNA, με ενσωματωμένο κομπιούτερ. Συν προγράμματα.
Πολυέξοδη, Σάντιι, αλλά βέβαια η Χοζάκα πλήρωνε τους λογαριασμούς σου. Έπειτα τους έκανες να πληρώσουν περισσότερα, αλλά είχες ήδη φύγει.
Ο Χιρόσι σου έφτιαξε αυτό τον κατάλογο. Στο κρεβάτι, πιθανώς. Ο Χιρόσι Γιομιούρι. Τον είχαν τα Βιοεργαστήρια Μάας. Τον ήθελε η Χοζάκα.
Ήταν περιζήτητος. Με Ακρη, και πολλή μάλιστα. Ο Φοξ ακολουθούσε τους γενετικούς μηχανικούς όπως ο οπαδός ακολουθεί τους παίκτες της ομάδας του. Ο Φοξ ήθελε τον Χιρόσι τόσο που ήδη αισθανόταν τη γεύση του στο στόμα του.
Με έστειλε στην Φρανκφούρτη τρεις φορές προτού φανείς εσύ, μόνο για να δω τον Χιρόσι. Όχι για να του κάνω καμιά πρόταση ή έστω ένα κλείσιμο του ματιού κι ένα νεύμα. Μόνο να δω.

Ο Χιρόσι είχε όλα τα σημάδια του τακτοποιημένου. Είχε βρει μια Γερμανίδα που της άρεσε το ακατέργαστο μέταλλο και οι μπότες ιππασίας στο χρώμα της φρέσκιας καρυδιάς. Είχε αγοράσει ένα ανακαινισμένο σπίτι στην κατάλληλη πλατεία. Είχε αρχίσει ξιφασκία και είχε παρατήσει το κέντο.
Και παντού βρισκόταν η ασφάλεια της Μάας, ήσυχοι και βαρείς, ένα πλούσιο, καθαρό σιρόπι επιτήρησης. Γύρισα και είπα του Φοξ πως δεν θα μπορούσαμε να τον αγγίξουμε ποτέ.
Τον άγγιξες εσύ για μας, Σάντιι. Τον άγγιξες όπως έπρεπε.
Οι επαφές μας με τη Χοζάκα ήταν σαν εξειδικευμένα κύτταρα που προστατεύουν τον αρχικό οργανισμό. Ήμασταν μεταλλαξιογόνα, ο Φοξ κι εγώ, αμφίβολοι παράγοντες που έπλεαν ακυβέρνητοι στο σκοτεινό ωκεανό ανάμεσα στις εταιρείες.

Όταν σε είχαμε στη θέση σου στη Βιέννη, τους προσφέραμε τον Χιρόσι. Δεν έδειξαν καμιά αντίδραση. Απόλυτη ψυχραιμία σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Λος 'Αντζελες. Είπαν πως έπρεπε να το σκεφτούν.
Ο Φοξ ανέφερε το όνομα της κυριότερης ανταγωνίστριας της Χοζάκα στο παιχνίδι της γενετικής, το πέταξε έτσι γυμνό, σπάζοντας το πρωτόκολλο που απαγόρευε τη χρήση κυρίων ονομάτων.
Έπρεπε να το σκεφτούν, είπαν.
Ο Φοξ τους έδωσε τρεις μέρες.
Σε πήγα στη Βαρκελώνη μια βδομάδα πριν σε πάω στη Βιέννη. Σε θυμάμαι με τα μαλλιά σου μαζεμένα πίσω μέσα σ' ένα γκρίζο μπερέ, και τα ψηλά σου μογγολικά ζυγωματικά ν' αντανακλώνται στις βιτρίνες αρχαίων μαγαζιών. Περπατώντας στη Ράμπλας προς το Φοινικικό λιμάνι, περνώντας τη Μερκάντο με τη γυάλινη σκεπή που πουλούσε πορτοκάλια από την Αφρική.
Στο παλιό Ριτζ, στο ζεστό δωμάτιο, σκοτεινά, με όλο το απαλό βάρος της Ευρώπης πάνω μας σαν πάπλωμα. Μπορούσα να μπω μέσα σου όσο κοιμόσουν. Ήσουν πάντα έτοιμη. Έβλεπα τα χείλια σου να σχηματίζουν ένα μικρό, στρογγυλό Ο έκπληξης, το πρόσωπό σου έτοιμο να βυθιστεί στο παχύ, λευκό μαξιλάρι - το αρχαϊκό λινό του Ριτζ. Μέσα σου φανταζόμουν όλο εκείνο το νέον, το πλήθος μαζεμένο γύρω από το Σταθμό του Σιντζούκου, την ηλεκτρισμένη νύχτα. Εσύ προχωρούσες προς τα κει, με το ρυθμό μιας νέας εποχής, ονειροπολώντας και μακριά από το χώμα κάθε έθνους.
Όταν πήγαμε στη Βιέννη, σ' εγκατέστησα στο αγαπημένο ξενοδοχείο της γυναίκας του Χιρόσι. Ήσυχος, βαρύς, ο προθάλαμος με τα μάρμαρα σαν σκακιέρα, με μπρούτζινα ασανσέρ που μύριζαν λεμόνι και μικρά πούρα. Ήταν εύκολο να τη φανταστώ εκεί, με τις μπότες της να καθρεφτίζονται στο γυαλισμένο μάρμαρο, αλλά ξέραμε πως δεν θα ερχόταν μαζί, όχι σ' αυτό το ταξίδι.

Ήταν σε κάποια λουτρόπολη της Ρηνανίας, και o Χιρόσι ήταν στη Βιέννη για ένα συνέδριο. Όταν η ασφάλεια της Μάας πλημμύρισε το ξενοδοχείο για να το ελέγξει, εσύ δεν φαινόσουν πουθενά.
Ο Χιρόσι έφτασε μια ώρα αργότερα, μόνος. Φαντάσου έναν εξωγήινο, είπε κάποτε ο Φοξ, που έρχεται για να βρει την κυρίαρχη μορφή νοημοσύνης του πλανήτη μας. Ο εξωγήινος ρίχνει μια ματιά, και μετά διαλέγει. Τι λες ότι διαλέγει; Εγώ τότε σήκωσα τους ώμους μου, μάλλον.
Τις ζαϊμπάτσου, είπε ο Φοξ, τις πολυεθνικές. Το αίμα μιας ζαϊμπάτσου είναι πληροφορία, όχι άνθρωποι. Η δομή είναι ανεξάρτητη από τα άτομα που την αποτελούν. Η εταιρεία σαν μορφή ζωής.
'Οχι πάλι διάλεξη για την Ακρη, είπα.
Η Μάας δεν είναι έτσι, είπε αγνοώντας με.
Η Μάας ήταν μικρή, γρήγορη, ανελέητη. Ένας αταβισμός. Η Μάας ήταν όλη Ακρη.
Θυμάμαι τον Φοξ να μιλάει για τη φύση της Ακρης του Χιρόσι. Ραδιενεργές πυρηνάσες, μονοκλωνικά αντισώματα, κάτι σχετικό με τις αλυσίδες των πρωτεϊνών, των νουκλεοτιδίων... Θερμές, τις έλεγε o Φοξ, θερμές πρωτεΐνες. Σύνδεσμοι υψηλής ταχύτητας. Είπε πως ο Χιρόσι ήταν ένα τέρας της φύσεως, του είδους που σπάει τα πρότυπα, αναποδογυρίζει ένα ολόκληρο πεδίο της επιστήμης, φέρνει τη βίαιη αναθεώρηση ενός ολόκληρου σώματος γνώσης. Βασικές πατέντες, είπε, με το λαρύγγι του να γεμίζει από τον πλούτο, με τη δυνατή, λεπτή μυρωδιά των αφορολόγητων εκατομμυρίων που περιείχαν αυτές οι δυο λέξεις.
Η Χοζάκα ήθελε τον Χιρόσι, αλλά η Ακρη του ήταν αρκετά ριζοσπαστική για να τους κάνει ν' ανησυχούν. Τον ήθελαν να δουλέψει απομονωμένος.

Πήγα στο Μαρακές, στην παλιά πόλη, τη Μεδίνα. Βρήκα ένα εργοστάσιο ηρωίνης που είχε μετατραπεί σε εργαστήριο απόσταξης φερομονών. Το αγόρασα, με χρήματα της Χοζάκα.
Έκανα βόλτες στο παζάρι στην Ντζέμαα-ελ-Φνα μ' έναν καταϊδρωμένο Πορτογάλο επιχειρηματία συζητώντας για φώτα φθορισμού και για την εγκατάσταση εξαεριζόμενων κλουβιών. Πέρα από τα τείχη της πόλης, ο ψηλός Ατλας. Η Ντζέμαα-ελ-Φνα ήταν γεμάτη ζογκλέρ, χορευτές, παραμυθάδες, μικρά παιδιά που γύριζαν τροχούς αγγειοπλαστών με τα πόδια τους, ζητιάνους χωρίς πόδια με ξύλινα πιάτα κάτω από κινούμενα ολογράμματα που διαφήμιζαν γαλλικά προγράμματα.
Περάσαμε μπάλες ακατέργαστου μαλλιού και πλαστικούς κάδους με κινέζικα μικροτσίπς. Έκανα μια νύξη, πως οι εργοδότες μου ήθελαν να κατασκευάσουν συνθετική βήτα-ενδορφίνη. Πάντα θέλουν να τους δίνεις κάτι που να μπορούν να το καταλάβουν.

Σάντιι, σε θυμάμαι καμιά φορά στο Χαρατζούκου. Κλείνω τα μάτια μου σ' αυτό το φέρετρο και σε βλέπω εκεί - μ' όλο τον αστραφτερό, κρυστάλλινο λαβύρινθο των μπουτίκ, τη μυρωδιά των καινούριων ρούχων. Βλέπω τα μάγουλά σου να περνούν από τα χρώμια των ραφιών με τα γαλλικά δερμάτινα. Καμιά φορά σου κρατώ το χέρι.
Νομίζαμε πως σε βρήκαμε εμείς, Σάντιι, αλλά στην πραγματικότητα εσύ μας βρήκες. Τώρα ξέρω πως μας έψαχνες, ή κάποιους σαν εμάς. Ο Φοξ ήταν ενθουσιασμένος, και γελούσε με το εύρημά μας: ένα πανέμορφο καινούριο εργαλείο, αστραφτερό σαν νυστέρι. Αυτό που μας έλειπε για να κόψουμε μια ατίθαση Ακρη σαν του Χιρόσι από το ζηλόφθονο σώμα των Βιοεργαστηρίων Μάας.
Πρέπει να έψαχνες πολύ καιρό για μια διέξοδο, όλες αυτές τις νύχτες στο Σιντζούκου. Τις νύχτες που έκοβες προσεκτικά τη σκορπισμένη τράπουλα του παρελθόντος σου.
Το δικό μου παρελθόν είχε βουλιάξει εδώ και χρόνια, αύτανδρο, χωρίς ν' αφήσει ίχνος. Καταλάβαινα τη συνήθεια που είχε ο Φοξ αργά τα βράδια, ν' αδειάζει το πορτοφόλι του, ν' ανακατώνει τα χαρτιά του και τις ταυτότητές του. Απλωνε τα κομμάτια σε διαφορετικά σχήματα, τα τακτοποιούσε ξανά, περιμένοντας να σχηματιστεί κάποια εικόνα. Ήξερα τι έψαχνε. Κι εσύ έκανες το ίδιο πράγμα με τις διάφορες παιδικές σου εποχές.

Σήμερα, στο Νέο Ρόδο, διαλέγω ένα χαρτί από την τράπουλα των παρελθόντων σου.
Διαλέγω την αρχική ιστορία, το περίφημο αφήγημα του ξενοδοχείου της Γιοκοχάμα που μου διηγήθηκες εκείνη την πρώτη νύχτα στο κρεβάτι. Διαλέγω τον αποδιωγμένο πατέρα, το στέλεχος της Χοζάκα. Χοζάκα. Τέλειο. Και την Ολλανδή μητέρα, τα καλοκαίρια στο Αμστερνταμ, την απαλή κουβέρτα των περιστεριών το απόγευμα στην Νταμ Σκουέαρ.
Βγήκα από τη ζέστη του Μαρακές στον κλιματισμό του Χίλτον. Το πουκάμισό μου ήταν υγρό και κρύο και κολλούσε στην πλάτη μου καθώς διάβαζα το μήνυμα που μου έστειλες μέσω του Φοξ. Είχες προχωρήσει ως το τέλος...ο Χιρόσι θ' άφηνε τη γυναίκα του. Δεν σου ήταν δύσκολο να επικοινωνήσεις μαζί μας, ακόμα και μέσα από το καθαρό, σφιχτό φράγμα της ασφάλειας της Μάας έδειξες του Χιρόσι το τέλειο μαγαζί για καφέ και κίπφερλ. Το γκαρσόνι που προτιμούσες είχε άσπρα μαλλιά, ήταν καλοσυνάτο, κούτσαινε λίγο, και δούλευε για μας. Αφηνες τα μηνύματά σου κάτω από τη λινή πετσέτα.
Όλη μέρα σήμερα παρακολουθούσα ένα ελικόπτερο να χτενίζει προσεκτικά τη χώρα μου, τη γη της εξορίας μου, το Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο. Παρακολουθούσα από την μπουκαπόρτα μου καθώς η σκιά του διέσχιζε το λεκιασμένο από τα λάδια τσιμέντο. Κοντά. Πολύ κοντά.

Έφυγα από το Μαρακές για το Βερολίνο. Συναντήθηκα μ' έναν Ουαλλό σ' ένα μπαρ και άρχισα τις προετοιμασίες για την εξαφάνιση του Χιρόσι.
Θα ήταν μια περίπλοκη δουλειά, δυσνόητη σαν τα μπρούτζινα γρανάζια και τους κινητούς καθρέφτες των μαγικών κόλπων της βικτοριανής εποχής, αλλά το επιθυμητό αποτέλεσμα ήταν αρκετά απλό. Ο Χιρόσι θα περνούσε πίσω από μια Μερσεντές με κινητήρα υδρογόνου και θα εξαφανιζόταν. Μια ντουζίνα πράκτορες της Μάας που τον ακολουθούσαν συνεχώς θα μαζεύονταν γύρω από το αμάξι σαν μυρμήγκια οι συσκευές ασφαλείας της Μάας θα καρφώνονταν στο σημείο της εξαφάνισής του.

Ξέρουν πώς να κάνουν αμέσως τις δουλειές τους στο Βερολίνο. Μπόρεσα να κανονίσω ακόμα και μια τελευταία νύχτα μαζί σου. Το κράτησα μυστικό από τον Φοξ μπορεί να μη συμφωνούσε. Τώρα έχω ξεχάσει το όνομα της πόλης. Το θυμόμουν επί μία ώρα στον αυτοκινητόδρομο, κάτω από τον γκρίζο ουρανό της Ρηνανίας, και το ξέχασα στην αγκαλιά σου.
Η βροχή άρχισε κατά το ξημέρωμα. Το δωμάτιό μας είχε ένα μοναδικό παράθυρο, ψηλό και στενό, όπου στεκόμουν και κοίταζα τη βροχή ν' αναταράζει το ποτάμι με ασημένιες βελόνες. Ο ήχος της αναπνοής σου. Το ποτάμι κυλούσε κάτω από χαμηλές, πέτρινες αψίδες. Ο δρόμος ήταν άδειος. Η Ευρώπη ήταν ένα νεκρό μουσείο.
Είχα ήδη κλείσει την πτήση για το Μαρακές, από το Ορλύ, στο καινούριο σου όνομα. Θα είχες ξεκινήσει όταν θα έκανα την τελική κίνηση και θα εξαφάνιζα τον Χιρόσι.
Αφησες την τσόντα σου στο σκοτεινό, παλιό γραφείο. Καθώς κοιμόσουν ξανακοίταξα τα πράγματά σου, βγάζοντας ό,τι δεν συμφωνούσε με το νέο σου πρόσωπο που είχα αγοράσει στο Βερολίνο. Έβγαλα το κινέζικο 0,22, το μικροκομπιούτερ σου, και το τραπεζικό σου τσιπ. Πήρα ένα καινούργιο διαβατήριο, ολλανδικό, από την τσάντα μου, ένα ελβετικό τραπεζικό τσιπ στο ίδιο όνομα, και τα έχωσα στην τσάντα σου.

Το χέρι μου έπιασε κάτι επίπεδο. Το έβγαλα έξω, ήταν μια δισκέτα. Χωρίς ετικέτα.
Την κρατούσα εκεί, στο χέρι μου, γεμάτη θάνατο. Σε λανθάνουσα κατάσταση, κωδικοποιημένο, να περιμένει.
Έκατσα και σε κοίταζα ν' ανασαίνεις, παρακολουθούσα τα στήθη σου ν' ανεβοκατεβαίνουν. Έβλεπα τα χείλη σου που ήταν μισάνοιχτα, και στο κάτω σου χείλος το γεμάτο μια αμυδρή υποψία μελανιάς.
Έβαλα τη δισκέτα πίσω στην τσάντα σου. Μόλις ξάπλώσα δίπλα σου, γύρισες πάνω μου ξυπνώντας, και στην αναπνοή σου βρισκόταν όλη η ηλεκτρική νύχτα της νέας Ασίας, το μέλλον που φούσκωνε μέσα σου σαν φωτεινό υγρό να με ξεπλένει απ' όλα τα άλλα εκτός από τη στιγμή αυτή. Αυτή ήταν η μαγεία σου, το ότι ζούσες έξω από την ιστορία, ήσουν όλη παρόν.
Και ξέρεις να με βάζεις στο παρόν.
Για μια τελευταία φορά, με πήρες.
Καθώς ξυριζόμουν σ' άκουσα ν' αδειάζεις το μέηκαπ σου στην τσάντα μου. Είμαι Ολλανδή τώρα, είπες, χρειάζομαι νέο στυλ.

Ο δρ Χιρόσι Γιομιούρι χάθηκε στη Βιέννη, σε μια ήσυχη πάροδο της Σίνγκερστράσε, δυο τετράγωνα από το ξενοδοχείο που προτιμούσε η γυναίκα του. Ένα αίθριο απόγευμα του Οκτωβρίου, μπροστά σε μια ντουζίνα έμπειρους μάρτυρες, ο δρ Γιομιούρι εξαφανίστηκε.
Πέρασε μέσα από έναν καθρέφτη. Κάπου, πίσω από τη σκηνή, η καλολαδωμένη λειτουργία του βικτοριανού μηχανισμού.
Κάθισα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στη Γενεύη και πήρα το τηλεφώνημα του Ουαλλού. Είχε γίνει, ο Χιρόσι είχε πέσει στην τρύπα και κατευθυνόταν προς το Μαρακές. Έβαλα ένα ποτήρι και σκέφτηκα τα πόδια σου.

Ο Φοξ κι εγώ συναντηθήκαμε την επομένη στη Ναρίτα, σ' ένα σούσι μπαρ στο τέρμιναλ της JAL. Μόλις είχε βγει από ένα τζετ της Αιρ-Μαρόκ, εξαντλημένος και θριαμβευτής.
Του αρέσει εκεί, είπε, εννοώντας τον Χιρόσι. Την αγαπάει, είπε, εννοώντας εσένα.
Χαμογέλασα. Είχες υποσχεθεί να με συναντήσεις στο Σιντζούκου σ' ένα μήνα.
Το φτηνό, μικρό σου όπλο στο Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο. Το χρώμιο αρχίζει να ξεφλουδίζει. Για διακόσμηση έχει άγαρμπα, θαμπά κινέζικα σταμπωτά στο τραχύ ατσάλι. Η λαβή είναι από κόκκινο πλαστικό, μ' έναν ανάγλυφο δράκοντα σε κάθε πλευρά. Σαν παιδικό παιχνίδι.
Ο Φοξ έφαγε σούσι στο τέρμιναλ της JAL, ενθουσιασμένος απ' ο,τι είχε πετύχει. Ο ώμος του τον ενοχλούσε, αλλά είπε πως δεν τον ένοιαζε. Είχε λεφτά τώρα για καλύτερους γιατρούς. Είχε λεφτά τώρα για τα πάντα.
Για κάποιο λόγο δεν μου φαίνονταν σημαντικά τα λεφτά που είχε πάρει από την Χοζάκα. Όχι οτι αμφέβαλλα πως ήμασταν πια πλούσιοι, αλλά αυτή η τελευταία νύχτα μαζί σου με είχε πείσει πως ήταν φυσιολογικό να μας έρχονται όλα καλά, στη νέα τάξη πραγμάτων, σαν μια ιδιότητα του ποιοι και τι ήμασταν.
Ο κακόμοιρος ο Φοξ. Με τα μπλε του ζιβάγκο κολλαρισμένα, τα γαλλικά του κουστούμια πιο σκούρα και πιο ακριβά. Καθώς καθόταν εκεί στη JAL και έριχνε σούσι σ' ένα μικρό τετράγωνο δίσκο χόρτα, του έμενε λιγότερο από μια βδομάδα ζωής.

Σκοτείνιασε τώρα, και οι σειρές με τα φέρετρα του Νέου Ρόδου φωτίζονται όλη τη νύχτα από προβολείς κρεμασμένους σε ψηλά, βαμμένα μεταλλικά κοντάρια. Τίποτα εδώ δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τον αρχικό του σκοπό. Όλα είναι περίσσια, ανακυκλωμένα, ακόμα και τα φέρετρα. Πριν από σαράντα χρόνια αυτές οι πλαστικές κάψουλες ήταν στοιβαγμένες στο Τόκιο ή τη Γιοκοχάμα, μια μοντέρνα άνεση για τον επιχειρηματία που ταξίδευε. Ίσως ο πατέρας σου να είχε κοιμηθεί σ' ένα τέτοιο. Όταν η σκαλωσιά ήταν καινούρια υψωνόταν γύρω από το κέλυφος κάποιου πύργου με παράθυρα - καθρέφτες στην Γκίνζα γεμάτη οικοδόμους.
Το αεράκι απόψε φέρνει το θόρυβο ενός καταστήματος πατσίνκο, τη μυρωδιά βραστών λαχανικών από τα καροτσάκια του δρόμου.
Απλώνω κρέμα με γεύση καβουριού από ένα σωληνάριο σε πορτοκαλιά μπισκότα ρυζιού. Ακούω τα αεροπλάνα.

Αυτές τις τελευταίες μέρες στο Τόκιο ο Φοξ κι εγώ είχαμε δυο γειτονικές σουίτες στο πεντηκοστό τρίτο πάτωμα του Χυάτ. Καμιά επαφή με τη Χοζάκα. Μας πλήρωσαν και μετά μας έσβησαν από την επίσημη μνήμη της εταιρείας. Αλλά ο Φοξ δεν μπορούσε να τα παρατήσει. Ο Χιρόσι ήταν το μωρό του, το αγαπημένο του σχέδιο. Είχε αναπτύξει ένα κτητικό, σχεδόν πατρικό ενδιαφέρον για τον Χιρόσι. Τον λάτρευε για την Ακρη του. Έτσι ο Φοξ με είχε βάλει να κρατήσω επαφή με τον Πορτογάλο επιχειρηματία στη Μεδίνα, που ήταν πρόθυμος να παρακολουθεί λιγάκι το εργαστήριο του Χιρόσι για λογαριασμό μας.
'Οταν τηλεφώνησε, μας έπαιρνε από έναν υπαίθριο πάγκο στη Ντζέμαα-ελ-Φνα, κι από πίσω ακούγονταν οι φωνές των εμπόρων και φλάουτα του Πανός. Κάποιος μετέφερε ομάδες ασφαλείας στο Μαρακές, μας είπε. Ο Φοξ κούνησε το κεφάλι του. Η Χοζάκα.
Μετά από καμιά δεκαριά τηλεφωνήματα είδα την αλλαγή στον Φοξ, μια ένταση, μια αφηρημένη έκφραση. Τον έβρισκα στο παράθυρο να κοιτάζει από το ύψος πενήντα τριών ορόφων τους Βασιλικούς Κήπους, χαμένος μέσα σε κάτι για το οποίο δεν μπορούσε να μιλήσει.

Ρώτα τον περισσότερες λεπτομέρειες, είπε μετά από κάποιο τηλεφώνημα. Πίστευε πως κάποιος που είδε ο σύνδεσμός μας να μπαίνει στο εργαστήριο του Χιρόσι θα μπορούσε να είναι ο Μένερ, ο επικεφαλής του γενετικού τμήματος της Χοζάκα.
Αυτός ήταν ο Μένερ, είπε μετά το επόμενο τηλεφώνημα. Αλλο ένα τηλεφώνημα και πίστευε πως αναγνώρισε τον Τσεντάν, που ήταν επικεφαλής του τμήματος πρωτεϊνών. Κανείς τους δεν είχε εμφανιστεί έξω από τα άδυτα της εταιρείας εδώ και δυο χρόνια.

Ήταν πια φανερό πως οι κορυφαίοι ερευνητές της Χοζάκα μαζεύονταν διακριτικά στη Μεδίνα, με τα μαύρα υπηρεσιακά Ληρστ να περνούν ψιθυριστά από το αεροδρόμιο του Μαρακές με τα φτερά τους από ανθρακικές ίνες. Ο Φοξ κουνούσε το κεφάλι του. Ήταν ένας επαγγελματίας, ένας ειδικός, και ερμήνευσε αυτή την ξαφνική συγκέντρωση της καλύτερης Ακρης της Χοζάκα στη Μεδίνα σαν μια σοβαρή αποτυχία στο χώρο της Ζαϊμπάτσου.
Χριστέ μου, είπε γεμίζοντας ένα ποτήρι Μπλακ Λέημπελ, αυτή τη στιγμή έχουν εκεί όλο τους το βιολογικό τμήμα. Μια βόμβα. Κούνησε το κεφάλι του.
Μια χειροβομβίδα στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή...
Του θύμισα τις τεχνικές ασφαλείας που προφανώς θα χρησιμοποιούσε η Χοζάκα. Είχε επαφές με τον πυρήνα της Δίαιτας, και η μαζική διείσδυση πρακτόρων της στο Μαρακές θα μπορούσε να γίνει μόνο με τη γνώση και τη συνεργασία της κυβέρνησης του Μαρόκου.
Παράτα τα, είπα. Τελείωσε. Τους πούλησες τον Χιρόσι. Ξέχασέ τον τώρα.
Ξέρω τι είναι, είπε. Ξέρω. Το έχω ξαναδεί.

Είπε πως υπήρχε κάποιος «τρελός» παράγοντας στη δουλειά των εργαστηρίων. Η άκρη της Ακρης, το έλεγε. Όταν ένας ερευνητής βρίσκει κάτι καινούργιο, μερικές φορές οι άλλοι δεν μπορούν να επαναλάβουν τα αποτελέσματα του πρώτου. Αυτό ήταν ακόμα πιο πιθανό με τον Χιρόσι, που η δουλειά του ήταν αντίθετη με την εννοιολογική μορφή της επιστήμης του. Η λύση ήταν συχνά η μεταφορά της ιδιοφυΐας από το ένα εργαστήριο της εταιρείας στο άλλο για ένα τελετουργικό, θαυματουργό άγγιγμα. Μερικές άσκοπες διορθώσεις στις ρυθμίσεις των μηχανημάτων, και το πείραμα πετύχαινε. Τρελό πράγμα, είπε, κανένας δεν ξέρει γιατί λειτουργεί έτσι, αλλά είναι γεγονός. Μόρφασε.
Το διακινδυνεύουν όμως, είπε. Οι μπάσταρδοι μας είπαν πως ήθελαν να απομονώσουν τον Χιρόσι, να τον κρατήσουν μακριά από το κεντρικό τους ερευνητικό ρεύμα. Αρχίδια. Βάζω στοίχημα πως υπάρχουν εσωτερικές διαμάχες στο τμήμα ερευνών τους. Κάποιος μεγάλος στέλνει τους ευνοούμενούς του να τριφτούν στον Χιρόσι για να τους δώσει τύχη. Όταν ο Χιρόσι ανατρέψει όλο το πεδίο της γενετικής μηχανικής, όλοι αυτοί που είναι τώρα στη Μεδίνα θα είναι έτοιμοι.
Ήπιε το ουίσκι του και σήκωσε τους ώμους.
Πήγαινε να κοιμηθείς, είπε. Έχεις δίκιο, τελείωσε.
Πήγα για ύπνο, αλλά με ξύπνησε το τηλέφωνο. Μαρακές πάλι, με το θόρυβο της δορυφορικής σύνδεσης, και βιαστικά, φοβισμένα πορτογαλικά.
Η Χοζάκα δεν πάγωσε τα χρήματά μας, τα έκανε να εξατμιστούν. Σαν παραμυθένιος θησαυρός. Τη μια στιγμή ήμασταν εκατομμυριούχοι στο πιο σκληρό νόμισμα του κόσμου, και την επομένη ήμασταν πάμπτωχοι. Ξύπνησα τον Φοξ.
Η Σάντιι, είπε. Μας πούλησε. Η ασφάλεια της Μάας την εξαγόρασε στη Βιέννη. Χριστέ μου.
Τον είδα να σκίζει την παλιά του βαλίτσα μ' έναν ελβετικό σουγιά. Είχε κρυμμένες τρεις ράβδους χρυσού κολλημένες με τσιμέντο. Μαλακές ράβδους, η καθεμιά τους με τη σφραγίδα κάποιας εξαφανισμένής αφρικανικής κυβέρνησης.
Θα έπρεπε να το προβλέψω, είπε με επίπεδη φωνή.
Είπα όχι. Νομίζω πως είπα το όνομά σου.
Ξέχασέ την, είπε. Η Χοζάκα μας θέλει νεκρούς. Θα υποθέσουν πως τους προδώσαμε. Πήγαινε στο τηλέφωνο και έλεγξε το λογαριασμό μας.
Τα λεφτά μας είχαν εξαφανιστεί. Υποστήριζαν πως δεν είχαμε ποτέ λογαριασμό.
Εξαφανιζόμαστε, είπε ο Φοξ.

Το βάλαμε στα πόδια. Από την έξοδο υπηρεσίας στην κυκλοφορία του Τόκιο, και κάτω στο Σιντζούκου. Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά ως πού είχε προσβάσεις η Χοζάκα.
Όλες οι πόρτες είχαν κλείσει. Ανθρωποι με τους οποίους δουλεύαμε δυο χρόνια μας έβλεπαν να ερχόμαστε και ήταν σαν να κατέβαιναν ατσάλινες πόρτες πίσω από τα μάτια τους. Φεύγαμε προτού βρουν ευκαιρία να πιάσουν το τηλέφωνο. Η επιφανειακή τάση του υποκόσμου είχε τριπλασιαστεί, και παντού συναντούσαμε αυτή την αδιαπέραστη μεμβράνη που μας απωθούσε. Δεν μπορούσαμε να βυθιστούμε, να χαθούμε.
Η Χοζάκα μας άφησε να τρέχουμε σχεδόν όλη εκείνη την πρώτη μέρα. Μετά έστειλαν κάποιον να σπάσει την πλάτη του Φοξ για δεύτερη φορά.
Δεν τους είδα να το κάνουν, αλλά τον είδα να πέφτει. Ήμασταν σ' ένα πολυκατάστημα της Γκίνζα μια ώρα πριν κλείσει, και είδα το τόξο που έκανε πέφτοντας από τον αστραφτερά διακοσμημένο ημιώροφο μέσα σ' όλα τα εμπορεύματα της νέας Ασίας.

Για κάποιο λόγο εγώ τους ξέφυγα, και συνέχισα να τρέχω. Ο Φοξ πήρε το χρυσάφι μαζί του, αλλά είχα εκατό Νέα Γιεν στην τσέπη μου. Έτρεξα. Ως το Ξενοδοχείο Νέο Ρόδο.
Τώρα ήρθε η ώρα.
Έλα μαζί μου, Σάντιι. Ακου το βούισμα του νέον στο δρόμο για το Διεθνές Αεροδρόμιο της Ναρίτα. Μερικές πεταλούδες της νύχτας κάνουν σπαστικούς κύκλους γύρω από τους προβολείς που πέφτουν στο Νέο Ρόδο.
Και το αστείο, Σάντιι, είναι το πως μερικές φορές δεν μου φαίνεσαι πραγματική. Ο Φοξ είπε κάποτε πως ήσουν ένα εκτόπλασμα, ένα φάντασμα που το κάλεσαν οι υπερβολές της οικονομίας. Το φάντασμα του νέου αιώνα, που υλοποιείται σε χιλιάδες κρεβάτια των Χυάτ και των Χίλτον του κόσμου.
Τώρα κρατάω στο χέρι μου το όπλο σου, μέσα στην τσέπη του τζάκετ, και μου φαίνεται πως το χέρι μου βρίσκεται πάρα πολύ μακριά. Αποσυνδεδεμένο.

Θυμάμαι τον φίλο μου τον Πορτογάλο επιχειρηματία να ξεχνά τα αγγλικά του, να προσπαθεί να μου μιλήσει σε τέσσερις γλώσσες που δεν καταλάβαινα, και νόμισα πως μου έλεγε ότι η Μεδίνα καίγεται. Δεν ήταν η Μεδίνα. Ήταν οι εγκέφαλοι των καλύτερων ερευνητών της Χοζάκα. Επιδημία, ψιθύριζε ο επιχειρηματίας μου, επιδημία και πυρετός και θάνατος.
Ο Φοξ ήταν έξυπνος, τα είχε συνδυάσει όλα όσο προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε. Δεν χρειάστηκε καν να του πω για τη δισκέτα που είχα βρει στην τσάντα σου στη Γερμανία.
Κάποιος είχε αναπρογραμματίσει το συνθετητή DNA, είπε. Ήταν εκεί, για να φτιάξει μέσα σε μια νύχτα το κατάλληλο μακρομόριο. Με τον ενσωματωμένο του κομπιούτερ και το έτοιμο πρόγραμμα του. Πολυέξοδη, Σάντιι. Αλλά όχι όσο πολυέξοδη αποδείχτηκες τελικά για τη Χοζάκα.
Ελπίζω να έπιασες μια καλή τιμή από τη Μάας.
Η δισκέτα στο χέρι μου. Βροχή στο ποτάμι. Το ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να το αναγνωρίσω. Έβαλα τον κώδικα αυτού του ιού μηνιγγίτιδας πίσω στην τσάντα σου και ξάπλωσα δίπλα σου.
Έτσι πέθανε ο Μένερ, μαζί με άλλους ερευνητές της Χοζάκα. Και ο Χιρόσι μαζί. Ο Τσεντάν έπαθε μόνιμη εγκεφαλική βλάβη.

Ο Χιρόσι δεν ανησυχούσε για κάποια μόλυνση. Οι πρωτεΐνες που έφτιαχνε ήταν ακίνδυνες. Έτσι o συνθετητής δούλευε όλη νύχτα, φτιάχνοντας έναν ιό σύμφωνα με τις προδιαγραφές των Βιοεργαστηρίων Μάας.
Η Μάας. Μικρή, γρήγορη, ανελέητη. Όλο Ακρη. Ο δρόμος για το αεροδρόμιο είναι μια μεγάλη ευθεία. Να μένω στη σκιά.
Κι εγώ φώναζα σ' αυτή την πορτογαλική φωνή, τον έβαλα να μου πει τι συνέβη στο κορίτσι, την κοπέλα του Χιρόσι. Εξαφανίστηκε, είπε. Το βουητό των βικτοριανών μηχανισμών.
Έτσι ο Φοξ έπρεπε να πέσει, να πέσει με τις τρεις θλιβερές του ράβδους χρυσού και να σπάσει την πλάτη του για τελευταία φορά. Στο πάτωμα ενός πολυκαταστήματος της Γκίνζα, με όλους τους πελάτες να τον κοιτάζουν για μια στιγμή, πριν βάλουν τις φωνές.

Δεν μπορώ να σε μισήσω, μωρό.

Και το ελικόπτερο της Χοζάκα γύρισε, χωρίς φώτα, κυνηγώντας στο υπέρυθρο, ψάχνοντας για τη θερμότητα κάποιου σώματος. Ένας πνιχτός ήχος καθώς γυρίζει, ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, πίσω προς το μέρος μας, προς το Νέο Ρόδο. Μια πολύ γρήγορη σκιά στη λάμψη της Ναρίτα.

Δεν πειράζει, μωρό. Μόνο σε παρακαλώ έλα εδώ. Κράτα μου το χέρι.