Ray Bradbury
All Summer in a Day (1954)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου
«Έτοιμοι;»
«Έτοιμοι».
«Τώρα;»
«Σύντομα».
«Οι επιστήμονες είναι σίγουροι; Θα γίνει σήμερα, ε;»
«Κοίτα, κοίτα. Δες μόνος σου!»
Τα παιδιά πιέζονταν το 'να στ' άλλο,
σαν τόσα τριαντάφυλλα,
τόσα αγκάθια, ανακατωμένα,
κοιτάζοντας προσεκτικά για τον κρυμμένο ήλιο.
Έβρεχε.
Έβρεχε για εφτά χρόνια. Χιλιάδες πάνω σε χιλιάδες οι μέρες, ενωμένες και γεμάτες απ' τη μια άκρη ως την άλλη με βροχή, με το τυμπάνισμα και τη ροή του νερού, το γλυκό κρυστάλλινο πέσιμο της μπόρας και το ξέσπασμα της καταιγίδας, της τόσο βαριάς σαν παλιρροϊκά κύματα που σκεπάζουν νησιά. Χίλια δάση είχαν συντριφτεί κάτω απ' τη βροχή και ξαναμεγάλωναν για να συντριφτούν πάλι. Αυτός ήταν ο δρόμος της ζωής στον πλανήτη Αφροδίτη κι αυτή ήταν η τάξη των παιδιών των πυραυλανθρώπων που είχαν έρθει σ' ένα τόπο βροχής για να στήσουν τον πολιτισμό και να ζήσουν ως το τέλος της ζωής τους.
«Σταματάει,σταματάει!»
«Ναι, ναι!»
Η Μαργκό έστεκε στο πλάι αυτών των παιδιών που
δεν μπορούσαν να θυμηθούν ποτέ έναν καιρό που δεν
είχε βροχή και βροχή και βροχή. Ήταν όλα
εννιάχρονα κι αν πριν εφτά χρόνια ήταν μια μέρα,
που ο ήλιος βγήκε για μια ώρα κι έδειξε το πρόσωπό
του στον κατάπληκτο κόσμο, δεν μπορούσαν να την
ανακαλέσουν στη μνήμη τους. Μερικές φορές τη
νύχτα, τ' άκουγε ν' αναδεύονται στην ανάμνηση κι
ήξερε πως ονειρεύονταν και θυμούνταν χρυσάφι ή
ένα κίτρινο παστέλ ή ένα νόμισμα, αρκετά μεγάλο
για ν' αγοράσουν τον κόσμο. Ήξερε πως νόμιζαν ότι
θυμούνταν μια θέρμη σαν ένα κοκκίνισμα στο
πρόσωπο, στο σώμα, σε χέρια και πόδια και στις
τρεμάμενες παλάμες. Μα ύστερα πάντα ξυπνούσαν
στο κεντητό τυμπάνισμα, το ατελείωτο πέσιμο
περιδέραιων από καθαρές χάντρες, στις οροφές, το
δρόμο, τους κήπους, τα δάση και τα όνειρά τους
χάνονταν.
Όλη τη μέρα χθες, είχαν διαβάσει στην τάξη για τον ήλιο. Για το πώς ήταν σαν λεμόνι και το πόσο ζεστός. Κι είχαν γράψει μικρές ιστορίες, εκθέσεις ή ποιήματα γι' αυτόν:
Ο ήλιος είν' ένα ανθούλι
π' ανθίζει για ένα λεπτούλι
Αυτό ήταν το ποίημα της Μαργκό, διαβασμένο με ήσυχη φωνή στην ακίνητη αίθουσα, ενώ έξω έπεφτε βροχή.
«Ααα, δεν το 'γραψες εσύ αυτό» διαμαρτυρήθηκε
ένα απ' τα αγόρια.
«Το 'γραψα», είπε η Μαργκό, «εγώ το 'γραψα».
«Γουίλιαμ» είπε η δασκάλα.
Αλλ' αυτό ήταν χτες. Τώρα η βροχή και τα παιδιά
ζουλιούνταν στα παχιά μεγάλα παράθυρα.
«Πού είν' η δασκάλα;»
«Θα γυρίσει».
«Καλά θα κάνει να βιαστεί, θα το χάσει!»
Στράφηκαν μεταξύ τους, σαν πυρετώδικη ρόδα, όλο
λόγια.
Η Μαργκό στεκόταν μόνη. Ήταν ένα πολύ
λεπτεπίλεπτο κορίτσι που κοίταζε σαν να 'χε χαθεί
στη βροχή για χρόνια κι αυτή της ξεθώριασε το
γαλάζιο των ματιών της, το κόκκινο απ' το στόμα
της και το κίτρινο απ' τα μαλλιά της. Ήταν μια
παλιά φωτογραφία βγαλμένη από 'να άλμπουμ,
χλομιασμένη κι αν μιλούσε, η φωνή της θα 'ταν
φάντασμα. Τώρα έστεκε χώρια, ατενίζοντας τη βροχή
και τον ηχηρό υγρό κόσμο πέρα απ' το τεράστιο
τζάμι.
«Τι κοιτάς», είπε ο Γουίλιαμ.
Η Μαργκό δεν απάντησε.
«Να μιλάς άμα σου μιλάνε». Την έσπρωξε. Όμως αυτή
δεν κινήθηκε. μάλλον, αφέθηκε να κινηθεί απ' αυτόν
και τίποτα άλλο.
Απομακρύνθηκαν από κοντά της, δεν θα την
κοίταζαν. Τους αισθάνθηκε να φεύγουν μα κι αυτό
γινόταν, γιατί δεν θα 'παιζε καθόλου μαζί τους στα
τούνελ με τον ήχο της υπόγειας πόλης. Αν έπαιζαν
κυνηγητό, ανοιγόκλεινε τα μάτια και δεν τ'
ακολουθούσε. Όταν η τάξη έλεγε τραγούδια για την
ευτυχία, τη ζωή και τα παιχνίδια, τα χείλια της
ίσα που κινούνταν. Μόνο όταν τραγουδούσαν για τον
ήλιο και το καλοκαίρι τα χείλη της κινούνταν
πραγματικά καθώς παρακολουθούσε τα μουσκεμένα
παράθυρα.
Κι έπειτα βέβαια, το μεγαλύτερο απ' όλα τα
εγκλήματα, ήταν πως είχε έρθει από τη Γη μόλις
πέντε χρόνια πριν και θυμόταν πώς ήταν ο ήλιος κι
ο ουρανός, όταν ήταν τεσσάρων στο Οχάιο. Κι αυτά,
είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή στην Αφροδίτη, ήταν
μόνο δύο χρόνων όταν βγήκε τελευταία φορά ο ήλιος
κι από τότε είχαν ξεχάσει και το χρώμα και τη ζέση
και το πώς πραγματικά ήταν. Όμως η Μαργκό θυμόταν.
«Είναι σαν δεκάρα» είπε κάποτε με μάτια
κλειστά.
«Όχι, δεν είναι!» φώναξαν τα παιδιά.
«Είναι σαν φωτιά στη σόμπα», είπε.
«Λες ψέματα, δεν θυμάσαι!» φώναξαν τα παιδιά.
Όμως θυμόταν κι έστεκε ήσυχα στο πλάι ολωνών και παρακολουθούσε τα ζωγραφισμένα παράθυρα. Και κάποτε, ένα μήνα πριν, αρνήθηκε να κάνει ντους στο σχολικό μπάνιο, είχε κλείσει σφιχτά τ' αυτιά της με τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι της, ουρλιάζοντας πως το νερό δεν έπρεπε να την αγγίξει. Έτσι, μετά απ' αυτό θολά, θολά το αισθανόταν, ήταν διαφορετική κι ήξεραν τη διαφορά και την κρατούσαν μακριά.
Γινόταν κουβέντα πως ο πατέρας της κι η μητέρα της θα την έπαιρναν πίσω στη Γη τον επόμενο χρόνο, της φαινόταν ζωτικό να το κάνουν, αν και θα σήμαινε την απώλεια χιλιάδων δολαρίων για την οικογένειά της. Και έτσι τα παιδιά τη μισούσαν για όλους αυτούς τους λόγους, με τις μικρές και μεγάλες συνέπειες. Μισούσαν το χιονόχλωμο πρόσωπό της, τη σταθερή ησυχία της, τη λεπτότητά της και το πιθανό της μέλλον.
«Φύγε!» Το αγόρι της έδωσε άλλη μια σπρωξιά. «Τι
περιμένεις;»
Κι ύστερα, για πρώτη φορά, γύρισε και τον κοίταξε.
Κι ό,τι περίμενε, βρισκόταν μπροστά της.
«Λοιπόν, μην περιμένεις εδώ!» φώναξε τ' αγόρι
άγρια. «Δε θα δεις τίποτα!»
Τα χείλη της κουνήθηκαν.
«Τίποτα!» φώναξε αυτός. «Όλα ήταν ένα αστείο, δεν
ήταν;» Γύρισε στ' άλλα παιδιά. «Τίποτα δε
συμβαίνει σήμερα, έτσι δεν είναι;»
Όλα τον κοίταξαν κι ύστερα καταλαβαίνοντας,
γέλασαν κι έδωσαν τα χέρια. «Τίποτα, τίποτα!»
«Ω, μα», ψιθύρισε η Μαργκό με τα μάτια της
αβοήθητα. «Μα αυτή είναι η μέρα, οι επιστήμονες
προβλέπουν, λένε, ξέρουν πως ο ήλιος...».
«Όλα είν' αστείο!» είπε τ' αγόρι και τη γράπωσε
σφιχτά. «'Ει, όλοι, ας τη βάλουμε σε μια ντουλάπα
πριν έρθει η δασκάλα!»
«Μη» είπε η Μαργκό, πέφτοντας πίσω. Ξεχύθηκαν
κατά πάνω της, την έπιασαν και τη μετέφεραν ενώ
διαμαρτυρόταν κι ύστερα παρακαλούσε κι έπειτα
έκλαιγε, πίσω σ' ένα τούνελ, ένα δωμάτιο, μια
ντουλάπα, όπου χτύπησαν με δύναμη την πόρτα και
κλείδωσαν. Στάθηκαν και κοίταξαν προς την πόρτα
και την είδαν να τραντάζεται απ' το χτύπημά της
και το πέταγμα του κορμιού της πάνω της. Ακουσαν
τις πνιγμένες της κραυγές, έπειτα, χαμογελώντας,
έστριψαν, βγήκαν έξω και πίσω στο τούνελ, ακριβώς
τη στιγμή που έφτανε η δασκάλα.
«Έτοιμοι, παιδιά;» Έριξε μια ματιά στο ρολόι
της.
«Ναι!» είπαν όλοι.
«Είμαστ' όλοι εδώ;»
«Ναι!»
Η βροχή ελαττώθηκε ακόμη περισσότερο. Συνωστίσθηκαν στην τεράστια πόρτα. Η βροχή σταμάτησε.
Ήταν όπως αν στη μέση ενός φιλμ για μια χιονοστιβάδα, έναν ανεμοστρόβιλο, έναν τυφώνα, μια ηφαιστειακή έκρηξη, πρώτο κάτι είχε πάει στραβά με τον ηχητικό εξοπλισμό σβήνοντας και τελικά κόβοντας όλο τον ήχο, όλα τα φυσήματα του αέρα, τις αντηχήσεις, τους κεραυνούς και έπειτα, δεύτερο, αφαιρέθηκε το φιλμ απ' τη μηχανή προβολής για ν' αντικατασταθεί από ένα σλάιντ ειρηνικού τροπικού, που δεν κουνιόταν, ούτε τρεμούλιαζε. Το παγκόσμιο έδαφος, σε μια ακίνητη στάση.
Η ησυχία ήταν τόσο απέραντη κι απίστευτη, που νόμιζες πως είχαν βουλωθεί τ' αυτιά σου ή πως είχες χάσει την ακοή σου ολοκληρωτικά. Τα παιδιά έβαλαν τα χέρια τους στ' αυτιά τους. Στέκονταν χωριστά. H πόρτα άνοιξε κι η μυρωδιά του ήρεμου, του αναμένοντας κόσμου, μπήκε μέσα τους.
Ο ήλιος ξεπρόβαλε.
Είχε το χρώμα του πυρωμένου χαλκού κι ήταν πολύ
μεγάλος. Κι ο ουρανός γύρω του ήταν ένα πυρωμένο
γαλάζιο πλακάκι. Κι η ζούγκλα, καμένη απ' το
ηλιόφως, όπως τα παιδιά, που ελευθερωμένα απ' τα
ξόρκια τους, ξεχύθηκαν έξω στην άνοιξη.
«Λοιπόν μην πάτε πολύ μακριά» φώναξε η δασκάλα
πίσω τους, «το ξέρετε, έχετε μόνο δύο ώρες, δε θα
θέλατε να πιαστείτε έξω!» Αλλ' αυτά έτρεχαν,
γύριζαν τα πρόσωπά τους ψηλά στον ουρανό, ένιωθαν
τον ήλιο στα μάγουλά τους σαν ζεστό μέταλλο,
έβγαζαν τα μπουφάν τους και τον άφηναν να κάψει -
τα μπράτσα τους.
«Ω, πολύ καλύτερα από τις λάμπες ηλίου, ε;»
«Πολύ, πολύ καλύτερα!»
Σταμάτησαν να τρέχουν και στάθηκαν στη μεγάλη
ζούγκλα που κάλυπτε την Αφροδίτη που μεγάλωσε
και ποτέ δε σταμάτησε να επεκτείνεται
θυελλώδικα, ακόμη και καθώς την παρακολουθούσες.
Ήταν μια χταποδοφωλιά που έμπλεκε μεγάλα μπράτσα
από αγκάθια όμοια με σάρκα, αιωρούμενα, που
ανθίζουν σε αυτήν τη σύντομη άνοιξη. Είχε το
χρώμα του λάστιχου και της στάχτης αυτή η
ζούγκλα, απ' τα πολλά ανήλιαγα χρόνια. Είχε το
χρώμα απ' τις πέτρες, τ' άσπρα τυριά και τη μελάνη,
είχε το χρώμα του φεγγαριού.
Τα παιδιά απλώθηκαν έξω, γελώντας στο στρώμα της
ζούγκλας και τ' άκουσαν να βογκάει από κάτω τους,
ελαστικό και ζωντανό. Έτρεξαν ανάμεσα στα δέντρα,
έπαιξαν κρυφτό και κυνηγητό, μα πιο πολύ,
κοίταζαν με μισοσφάλιστα μάτια τον ήλιο, ώσπου
δάκρυα κυλούσαν στα πρόσωπά τους, σήκωναν τα
χέρια τους ψηλά σ' αυτή την κιτρινάδα και σ' αυτό
το υπέροχο γαλάζωμα, ανέπνεαν το φρέσκο, φρέσκο
αέρα, άκουγαν, άκουγαν την ησυχία που τα
περιέκλειε σε μια ευλογημένη θάλασσα της
Ανηχότητας και της Ακινησίας. Κοίταζαν τα πάντα
και γεύονταν τα πάντα. Ύστερα, άγρια σαν θηρία που
το 'σκασαν απ' τις σπηλιές τους έτρεξαν, έτρεξαν
σε ζωηρούς κύκλους. Έτρεξαν για μια ώρα και δε
σταματούσαν να τρέχουν.
Κι έπειτα;
Καταμεσής εκεί που έτρεχαν, ένα κορίτσι
στρίγγλισε. Όλοι σταμάτησαν.
Το κορίτσι, όρθιο στο ξέφωτο, είχε σηκωμένο το 'να
χέρι.
«Ω, κοιτάξτε, κοιτάξτε» είπε τρέμοντας.
Αργά, ήρθαν να δουν την ανοιγμένη της παλάμη. Στο
κέντρο της, σαν βεντούζα και τεράστια, μια
μοναδική σταγόνα βροχής.
Αρχισε να κλαιει κοιτώντας την. Γύρισαν ήρεμα τα
μάτια στον ουρανό.
«Ω, ω».
Μερικές κρύες σταγόνες έπεσαν στις μύτες τους,
τα μάγουλα και τα στόματά τους. Ο ήλιος χλόμιασε
πίσω απ' το σήκωμα μιας αραιής ομίχλης. Ένας
άνεμος φύσηξε ψυχρός ανάμεσά τους. Γύρισαν κι
άρχισαν να περπατούν πίσω, προς το υπόγειο
οίκημα, με τα χέρια τους κατεβασμένα, τα χαμόγελά
τους χαμένα.
Ο θόρυβος ενός κεραυνού τα τρόμαξε και σαν φύλλα
πριν από 'να καινούριο τυφώνα, σύρθηκαν το 'να
πάνω στο άλλο κι έτρεξαν. Αστραπή χτύπησε δέκα
μίλια μακριά, πέντε μίλια μακριά, ένα μίλι, μισό
μίλι. Ο ουρανός σκοτείνιασε μεσονυχτιάτικος με
μια λάμψη.
Στάθηκαν στο κατώφλι του υπόγειου για μια στιγμή,
μέχρι που έβρεχε δυνατά. Ύστερα έκλεισαν την
πόρτα κι άκουσαν το γιγάντιο ήχο της βροχής να
πέφτει σε τόνους και χιονοστιβάδες, παντού και
για πάντα.
«Θα κάνει ακόμα εφτά χρόνια;»
«Ναι. Εφτά».
Μετά ένα τους έκλαψε για λίγο.
«Μαργκό!»
«Τι;»
«Είναι ακόμα στη ντουλάπα που την κλειδώσαμε».
«Μαργκό»
Στάθηκαν, σαν κάποιος να τα 'χε καρφώσει σαν σωρό
παλούκια στο πάτωμα. Αλληλοκοιτάχτηκαν κι ύστερα
κοίταξαν μακριά. Κοίταξαν τον κόσμο που τώρα
έβρεχε κι έβρεχε κι έβρεχε, σταθερά. Τα πρόσωπά
τους ήταν σοβαρά και χλωμά. Κοίταζαν τα χέρια και
τα πόδια τους, με τα μούτρα τους χάμω.
«Μαργκό»
Ένα απ' τα κορίτσια είπε: «Λοιπόν...;»
Κανείς δεν κινήθηκε.
«Εμπρός» ψιθύρισε το κορίτσι.
Περπάτησαν αργά κάτω στο χωλ, με τον ήχο της
βροχής να πέφτει. Πέρασαν το κατώφλι με τον ήχο
της καταιγίδας και της βροντής, αστραπή στα μάτια
τους γαλάζια και τρομερή. Περπάτησαν αργά στην
πόρτα της ντουλάπας και στάθηκαν δίπλα της.
Πίσω απ' την κλειστή πόρτα, μονάχα ησυχία.
Ξεκλείδωσαν την πόρτα κι άφησαν τη Μαργκό να βγει.