Poul Anderson
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου
Αφού τέλειωσα το εσωτερικό καθάρισμα, περπάτησα λίγο έξω για να δω τη βραδιά. Ελάχιστες μέρες είχαν περάσει από τότε που μετακόμισα εδώ. Πριν, ήμουν χαμηλά, στα δάση. Τώρα βρισκόμουν πάνω από τη δασωμένη περιοχή κι ο χρόνος που είχε περάσει μόλις που ήταν αρκετός για να βολέψω το κορμί μου εδώ - να συγυρίσω την καμπίνα και την επίπλωσή της, να εξερευνήσω την περιοχή, ν' απλώσω τις συσκευές ηχογράφησης, ν' αφήσω τα πνευμόνια μου να συνηθίσουν τον αραιότερο αέρα. Η ψυχή μου ακόμα προσπαθούσε να προσαρμοστεί.
Μου έλειπαν οι σαν χρυσάφι πιτσιλιές του ήλιου στ' απαλά, σκούρα καφέ χαμόκλαδα, η αρρενωπή τραχύτητα κι η γλυκιά, σαν γυναίκας, μυρωδιά των πεύκων, το πράσινό τους που σπάθιζε τον ουρανό, εκείνο το ρυάκι που άστραφτε και τραγουδούσε, οι φωνές των πουλιών, το γουαπιτί με τα θαυμάσια κέρατα που είχε γίνει φίλος μου κι έπαιρνε τροφή απ' τα χέρια μου. (Του άρεσαν ιδιαίτερα οι αγγουρόφλουδες. Τον φώναζα Τσάρλυ).
Δε ζεις έξι μήνες σ' ένα μέρος, από τη φλόγα του φθινοπώρου και σ' όλο το σίδερο και το λευκό του χειμώνα για να ξαναγεννηθείς μαζί με τη γη όταν ανασάνει πάνω της η άνοιξη - δεν είναι δυνατό να το κάνεις αυτό και να μην κρατήσεις κάτι απ' αυτό το μέρος για πάντα, βαθιά μέσα στα σωθικά σου.
Παρ' όλα αυτά, εξακολουθούσα να θυμάμαι την
περιοχή στα ψηλά κι όταν η Τζο Μοντζελέσκι είπε
ότι δεν κατάφερε να μου εξασφαλίσει παράταση του
χρόνου διαμονής μου, αποφάσισα ν' ανέβω εδώ για
όσο καιρό μ' απόμενε. Ήταν μέρος του σχεδίου μου
αγαπούσε τη φυσική περιοχή όσο κι εγώ, όμως
κρατούσε την καρδιά της για τις κορφές κι αυτές
ήταν υποχρεωμένες να τη βοηθούν να δημιουργήσει
την κατάλληλη διάθεση. Ωστόσο, εγώ ο ίδιος
χαιρόμουν που θα επέστρεφα.
Και καθώς απομακρυνόμουν από την καμπίνα μου,
αφού προσπέρασα το όχημά μου ώστε τίποτα
φτιαγμένο απ' τον άνθρωπο να μη βρίσκεται ανάμεσα
σε μένα και τον κόσμο, ξαφνικά όλη μου η ύπαρξη
ανήκε και πάλι απόλυτα στον τόπο όπου βρισκόμουν.
Αυτή η βάση ήταν εγκατεστημένη σ' ένα ορεινό
λιβάδι. Το χορτάρι φύτρωνε παχύ κι υγρό, ελαστικό
κάτω απ' τα πόδια με μαργαρίτες εδώ κι εκεί σαν
αστέρια σκορπισμένα σ' ένα πράσινο ουρανό. Βράχια
σε μέγεθος σπιτιού υψώνονταν σκόρπια, γκριζάδα
που έσπαγε από ένα παγετώνα σμιλεμένο κάποτε από
τη μικρή λίμνη που κελάρυζε και λαμπύριζε λίγο
πιο πέρα: ένα σημάδι σε μένα, ότι κι εγώ
συμπεριλαμβανόμουν στην αιωνιότητα. Παντού
τριγύρω, τα βουνά Γουίντ Ρίβερ φορούσαν στέμματα
από χιόνι και το πιο σκούρο μπλε των Βράχων τους
σ' ένα ιλιγγιώδες, ουράνιο ύψος όπου
περιπλανιόταν ένας αετός. Έπιανε στα φτερά του
τις ηλιαχτίδες που ξεχύνονταν πλάγια απ' τη δύση.
Οι ακτίνες εκείνες έμοιαζαν να γεμίζουν την
παγωνιά κάνοντάς την κατά κάποιο τρόπο να λιώνει
και τα ύψη ζωντάνευαν με τις σκιές.
Μύριζα γύρω μου το μεγάλωμα, πιο ασκητικό απ' όσο
στο δάσος αλλά καθόλου μα καθόλου λιγότερο
δυνατό. Ένα ψάρι πήδηξε, είδα τη σύντομη λάμψη και
μια στιγμή αργότερα, πολύ αμυδρά μέσα στην
ησυχία, άκουσα το νερό να κουδουνίζει. Μ' όλο που
δε φυσούσε καθόλου, ένιωσα στο πρόσωπό μου το
φίλημα της αύρας.
Κούμπωσα το δερμάτινο τζάκετ μου, Βρήκα την πίπα κι ατένισα γύρω μου. Αρκούδα είχα ήδη παρακολουθήσει στο παρελθόν, δυο φορές. Δεν ήμουν τόσο ανόητος ώστε να προσπαθήσω να επαναλάβω τη σχέση που είχα με τον Τσάρλι μαζί της, οπωσδήποτε όμως θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε την περιοχή φιλικά, κι αν κατάφερνα να μάθω τις διαδρομές του ώστε να εγκαταστήσω μηχανήματα που θα μπορούσαν να καταγράψουν τη ζωή του-ή της, που σημαίνει ότι θα γεννούσε και-
Όχι. Είσαι υποχρεωμένος στο τέλος αυτής της βδομάδας να γυρίσεις στον πολιτισμό. Θυμάσαι;
Α, μα μπορεί να ξαναγυρίσω εδώ.
Σαν απάντηση στη σκέψη μου, άκουσα ψηλά ένα βούισμα. Δυνάμωσε μέχρι που μπόρεσα να δω άλλο ένα αερόχημα σαν το δικό μου να αιωρείται στον αέρα. Η Τζο απαντούσε στην πρόσκλησή μου μια ώρα νωρίτερα απ' ό,τι περίμενα όταν είπα «Έλα για φαγητό γύρω στο ηλιοβασίλεμα». Νωρίτερα απ' ό,τι έλπιζα; Η καρδιά μου χτύπησε. 'Εχωσα τον καπνό και την πίπα στις τσέπες μου και περπάτησα γρήγορα για να τη χαιρετήσω.
Προσγειώθηκε και τινάχτηκε έξω απ' το κουβούκλιο πριν καν σωπάσουν οι αεροκινητήρες. 'Ηταν πάντα γρήγορη στα πόδια κι ευγνώμων γι' αυτό. Κατά τ' άλλα η εμφάνισή της δεν άξιζε πολλά: πλακουτσωτή μύτη πυγμάχου, χλωμά στρογγυλά μάτια κατω από κοντοκομμένα μαύρα μαλλιά. Για την περίσταση, είχε παρατήσει τη στολή του δασοφύλακα προτιμώντας ένα εφαρμοστό κουστούμι με πρισματικές αποχρώσεις, αλλά δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει πολύ, ακόμα κι αν ήξερε να το φορέσει σωστά.
«Καλωσόρισες», είπα, έπιασα και τα δυο της χέρια
και της έδωσα το πιο πλατύ μου χαμόγελο.
«Γεια». Ακουγόταν λαχανιασμένη. Το χρώμα
πηγαινοερχόταν στα μάγουλά της. «Πώς είσαι;»
«Καλά. Λυπάμαι που θα φύγω, φυσικά». Έκανα το
χαμόγελο πικρόχολο για να μη δείχνω μεμψίμοιρος.
Κοίταξε μακριά. «Γυρίζεις στη γυναίκα σου όμως».
Μην το παρατραβάς. «Ήρθες νωρίς Τζο. Ήθελα να
'χω έτοιμα από πριν τα ποτά και τα ορεκτικά. Τώρα
θα πρέπει να 'ρθεις και να με δεις να δουλεύω».
«Θα βοηθήσω».
«Αποκλείεται όσο είσαι καλεσμένη μου. Κάθισε,
ηρέμησε». Πήρα το χέρι της και την οδήγησα στην
καμπίνα.
Αφησε ένα γέλιο αβέβαιο. «Φοβάσαι μην μπλεχτώ στα
πόδια σου Πητ; Μην ανησυχείς, τις ξέρω αυτές τις
λυόμενες μονάδες - πώς αλλιώς, μετά από τρία
χρόνια...»
Εγώ ήμουν εδώ τέσσερα, κι απ' αυτά είχαν προηγηθεί έξι άλλα κατά τα οποία περιπλανιόμουν σ' άλλες φυσικές περιοχές, μέχρi ν' αποφασίσω πως αυτή εδώ ήταν που ήθελα να καταγράψω σε βάθος, μιας και ήταν για μένα η πιο όμορφη απ' τις όμορφες.
«...κι έχουν μόνο ένα κατάλληλο μέρος για ν'
αποθηκεύσουν τα πάντα», έλεγε. Ύστερα σώπασε κι
αυτό έκανε κι εμένα να σωπάσω, γύρισε το κεφάλι
της απ' άκρη σ' άκρη, ρούφηξε βαθιά αέρα κι
ηλιαχτίδες. «Σε παρακαλώ, μη βιαστείς για χάρη
μου. Είναι τόσο όμορφο το βράδυ. Ήσουν έξω για να
το χαρείς».
Δεν ειπώθηκε: Και δε σου μένουν πολλά, Πητ. Το
πρόγραμμα συλλογής στοιχείων τερματίσθηκε
επίσημα πέρυσι. Είσαι ο τελευταίος από τους
ελάχιστους ανθρώπους των μέσων μαζικής
ενημέρωσης που πήραν ειδική άδεια να παραμείνουν
και να τελειώσουν τη δουλειά τους. Τώρα, τέρμα οι
καθυστερήσεις, τέρμα οι παρατάσεις, μια κουβέντα
μόνο, Όλοι Έξω.
Η δικιά μου ανείπωτη απάντηση: Εκτός από σας, τους
δασοφύλακες, Εσάς τους ελάχιστους με πτυχία
οικολογίας και βιοχημείας εδάφους, και τα ρέστα
μια χούφτα άνθρωποι που νίκησαν μια ορδή - μήπως
αυτό σας δίνει το δικαίωμα πάνω σ' όλα τούτα;
«Ε, λοιπόν, ναι», είπα και συνέχισα: «Θα τ'
απολαύσω, κι ιδιαίτερα μάλιστα, με την τωρινή μου
συντροφιά».
«Σας ευχαριστώ, ευγενικέ κύριε». Δεν κατάφερε ν'
ακουστεί εύθυμη.
Έσφιξα το χέρι της. «Ξέρεις Τζο, θα μου λείψεις. Θα
μου λείψεις τρομερά». Τον τελευταίο χρόνο, όσο το
σχέδιό μου φούντωνε μέσα μου, την είχα
καλλιεργήσει. Όχι μονάχα παίζοντας χαρτιά μαζί
της και συζητώντας για ώρα απ' το αισθησιόφωνο.
Όχι. Πάντα μαζί σε πεζοπορίες, περιπλανήσεις,
πικνίκ, ψάρεμα, παρακολουθήσεις πουλιών,
παρακολουθήσεις ελαφιών κι αστεριών. Ανθρωποι με
το δικό μου επάγγελμα καταφέρνουν στην εντέλεια
να καλλιεργούν απόψεις στο μυαλό των άλλων, και
μολονότι η τελευταία δεκαετία ελάχιστες φορές μ'
ανάγκασε να χρησιμοποιήσω την τέχνη αυτή, δεν
είχε πεθάνει. Με την ίδια ευκολία με την οποία
ανάσαινα, μπορούσα να δείχνω ενδιαφέρον για τις
μάλλον κοινότοπες παρατηρήσεις της, τις μάλλον
ανόητα συναισθηματικές της απόψεις... «Να 'ρχεσαι
να με βλέπεις στις διακοπές σου».
«Α, θα - θα σου τηλεφωνώ... πότε-πότε... αν δεν
έχει.. αντίρρηση η Μαρί».
«Εννοώ να 'ρχεσαι εσύ η ίδια. Ολογραφικές εικόνες,
στερεοφωνικός ήχος, ακόμα κι η μυρωδιά, η
θερμοκρασία ή οποιοδήποτε άλλο κύκλωμα που θα
μπαρούσε κανείς να πληρώσει και να
χρησιμοποιήσει -δεν είναι το ίδιο με το να 'χεις
ένα φίλο δίπλα σου».
Μόρφασε. «Θα 'σαι στην πόλη».
«Δέν είναι και τόσο άσχημα», είπα με το πιο
γενναίο μου ύφος. «Ωραίο διαμέρισμα με
ικανοποιητικό μέγεθος, πολύ μεγαλύτερο απ' αυτό
εδώ το πλαστικό κουβούκλιο. Ηχομονωμένο.
Φιλτραρισμένος και κλιματισμένος αέρας.
Ολόκληρο το συγκρότημα παρακολουθείται, και
προστατεύεται. Θωρακισμένα οχήματα για τις
μετακινήσεις σου».
«Και μια μάσκα για τη μύτη και το στόμα σου!».
Σχεδόν αστειευόταν.
«'Οχι, όχι, τις έχουν καταργήσει από καιρό. Έχουν
μειώσει τη σκόνη, το μονοξείδιο και τα
καρκινογόνα σε χαμηλό επίπεδο, τουλάχιστον στην
πόλη μου που -»
«Οι βρωμιές. Οι γεύσεις. 'Οχι, όχι Πητ, συγνώμη. Δεν
είμαι κανένα ντελικάτο λουλουδάκι αλλά οι
επισκέψεις στο Μπόσγουός που είμαι υποχρεωμένη
να κάνω για τη δουλειά μου, είναι το όριο της
ανεκτικότητάς μου... από τότε που γνώρισα αυτό τον
τόπο».
«Σκέφτομαι κι εγώ να μετακομίσω στην ύπαιθρο»,
είπα. «Θα νοικιάσω ένα εξοχικό σπίτι σε αγροτική
περιοχή, θα κάνω τις περισσότερες δουλειές μου
μέσω τηλεφώνου, δεν θα χρειάζεται να κατεβαίνω
στο κέντρο παρά μόνο όταν θα 'χω να κάνω κάποιο
ρεπορτάζ εκεί».
Έκανε μια γκριμάτσα. «Συχνά σκέφτομαι ότι οι
αγροτικές περιοχές είναι χειρότερες από κάθε
μεγαλούπολη».
«Ε;» Μου 'κανε έκπληξη το ότι μπορούσε ακόμα να με
εκπλήττει.
«Α, καθαρότερες, πιο ήσυχες, λιγότερο
επικίνδυνες, οι κάτοικοι δεν είναι κολλημένοι ο
ένας στον άλλον, πράγματι», παραδέχτηκε. «Αλλά
τουλάχιστον, εκείνος ο μανιακός κάτοικος της
πόλης, εκείνος που ουρλιάζει κι αγχώνεται, έχει
μια κάποια ελευθερία, μια κάποια... ζωή μέσα σ'
αυτήν. Ίσως να 'ναι η ζωή ενός μπουλουκιού
ποντικιών, είν' όμως αληθινή, έχει κάποια δομή,
αυθορμητισμό και - στην ενδοχώρα, ελέγχεται
εξονυχιστικά όχι μόνο η φύση αλλά κι οι
άνθρωποι».
Εγώ πάντως δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσες να οργανώσεις τα πράγματα για να θρέψεις ένα πληθυσμό δεκαπέντε δισεκατομμυρίων.
«Εντάξει», είπα. «Καταλαβαίνω. Αλλ' αυτό το
ζήτημα είναι καταθλιπτικό. Ας περπατήσουμε λίγο.
Βρήκα μερικούς θάμνους γεντιανή».
«Τόσο πρώιμα; Μπορούμε να πάμε περπατώντας; Θα
'θελα να δω».
«Φοβάμαι πως γι' αυτή την ώρα είναι πολύ μακριά.
Τριγύρισα πολύ αυτές τις μέρες. Ωστόσο, μπορώ να
σου δείξω εδώ κοντά ένα σύθαμνο με βατομουριές.
Θα πρέπει να αξίζει μια επίσκεψη, έλα προς το
τέλος του καλοκαιριού».
Καθώς ξανάπαιρνα το χέρι της, είπε μ' ένα τρόπο
κάπως αδέξιο: «Τελικά έχεις γίνει ειδικός, ε Πητ;»
«Πώς να μη γίνω,» γρύλισα. «Δέκα χρόνια τώρα που
μαζεύω αισθυλικό για το Σύστημα Φυσικών
Περιοχών».
«Δέκα χρόνια... πήγαινα γυμνάσιο όταν ξεκινούσες.
'Ηξερα μονάχα τα συνηθισμένα πάρκα όπου
στεκόμασταν σε γραμμές σε κάποιο
ασφαλτοστρωμένο μονοπάτι για να δούμε μια
σεγκόγια ή μια θερμοπηγή γκάυζερ και κλείναμε
θέσεις στο κολυμβητήριο από ένα μήνα πριν. Ενώ
εσύ...» Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω απ' τα δικά
μου, δυνατά και ζεστά: «Δε φαίνεται δίκαιο να
τερματίσουν την παραμονή σου».
«Η ζωή ποτέ δεν ήταν δίκαιη».
Πολλές, πάρα πολλές ανθρώπινες ζωές. Πολύ
λίγες άλλων ειδών. Και πρέπει να 'χουμε μερικές
φυσικές περιοχές, χώρους απαραίτητους για να
διατηρήσουμε ο,τι απόμεινε από το οικοσύστημα
του πλανήτη, πηγή γνώσης για τους ερευνητές που
προσπαθούν να μάθουν αρκετά γι' αυτό το
οικοσύστημα και να το στηρίξουν πριν να
καταρρεύσει ολοκληρωτικά. Ποτέ δεν έγινε ειδική
μνεία σ' αυτό, όμως κάθε σκεπτόμενο μυαλό έχει
υπόψη του το γεγονός ότι αν τελικά αυτή η
κατάρρευση πραγματοποιηθεί, οι φυσικές περιοχές
Θ' αποτελούν το τελευταίο φυτώριο ελπίδας για τη
Γη.
«Θέλω να πω», είπε με δυσκολία η Τζο, «εντάξει,
περιοχές σαν κι αυτήν καταστρέφονταν από τα
πλήθη - τις αγαπούσαν μέχρι θανάτου, όπως έγραψε
κάποιος - και το μόνο που θα μπορούσε να γίνει
ήταν το να τις κλείσουν για όλους εκτός από
μερικούς παρατηρητές κι επιστήμονες, κι αυτό,
πολιτικά, θα ήταν δυνατό μονάχα αν το «για όλους»
σήμαινε «για όλους». Α, ναι, ξαναγύρισε στα
ευκολοφόρετα, αδέξια κλισέ της. «Και στο κάτω
κάτω, όλ' αυτά τα αισθησιοντοκυμανταίρ που έχουν
φτιάξει καλλιτέχνες σαν κι εσένα, θα είναι
πρόσφορα και -» H αβρότητα εξαφανίστηκε. «Εσύ Πητ
δεν μπορείς να ξανάρθεις! Ποτέ!».
Τα δάχτυλά της θυμήθηκαν πού βρίσκονταν και μ' άφησαν. Τα δικά μου τ' ακολούθησαν κι έσφιξαν με συγκρατημένη ευγένεια. Στο μεταξύ, ο σφυγμός μου φτερούγιζε. Φαίνεται επίσης ότι ούτε λόγια ταίριαζαν στη στιγμή, γιατί το στόμα μου ήταν στεγνό.
Ένας άνθρωπος των media θα πρέπει να 'χει
περισσότερη αυτοπεποίθηση. Αλλά γαμώ το,
ρισκάριζα τόσα πολλά σ' αυτό το στοίχημα. Είχα
κάνει την Τζο να νοιάζεται για μένα, όχι απλά με
τη φιλανθρωπία των συναδέλφων της που,
απομονωμένοι απ' τ' ανθρώπινο γένος, μπορούσαν να
είναι φιλάνθρωποι, αλλά για μένα, για τον Πητ
προσωπικά, που ήθελε να περάσει όσες τρεμάμενες
μέρες του έμεναν στα βουνά Γουίντ Ρίβερ. Μόνο,
πόσο βαθιά νοιαζόταν;
Περπατήσαμε γύρω απ' τη λίμνη. Ο ήλιος έσταζε απ'
τις κορφές - για δευτερόλεπτα, τα χιόνια στ'
ανατολικά φλέγονταν - κι αναδύονταν σκιές. Ακουσα
μια κουκουβάγια να κρώζει στο ταίρι της. Η
Αφροδίτη λαμπύριζε μ' ένα βασιλικό γαλάζιο χρώμα.
Ο αέρας περόνιαζε κι έκανε το αίμα να κυλάει
γρηγορότερα.
«Μπρρρ!». Η Τζο γέλασε. «Τώρα το θέλω εκείνο το
ποτό».
Δεν μπορούσα να δω τα χαρακτηριστικά της στο
σούρουπο. Τα πρώτα αστέρια ορθώθηκαν μ' άπειρη
καθαρότητα. Αλλά η Τζο ήταν πια κάτι θολό, κάτι
συμπαγές, θερμό. Σχεδόν θα μπορούσε να 'ταν η Μαρί.
Αν ήταν! Η Μαρί ήταν όμορφη και σέξυ, έλαμπε και -
φυσικά, είχε εραστές όταν έλειπα για μήνες
συνέχεια, είχαμε συμφωνήσει ότι δικές μου
ερωμένες ήταν οι φυσικές περιοχές. Δεν τις
σκεφτόταν καθόλου όταν γύριζα... Αχ, αν μπορούσαμε
να τα μοιραστούμε όλ' αυτά.
Σύντομα τ' αστέρια στον ουρανό θα 'ταν
περισσότερα απ' το σκοτάδι, ο Γαλαξίας θα γινόταν
καταρράχτης, η λίμνη θα παλλόταν κατάφωτη απ' τη
λάμψη τους κι όταν θ' ανάτελλε ο Δίας θα 'φτιαχνε
ένα τέλειο ξέφωτο στην επιφάνεια του νερού. Είχα
μείνει έξω μισή νύχτα για να τα παρακολουθήσω.
Ήδη το φως ήταν τόσο που δεν χρειαζόμασταν φακό για να βρούμε την είσοδο της καμπίνας μου. Το μονωτικό τοιχείο υποχώρησε στ' άγγιγμά μου. Μπήκαμε, έκλεισα το φερμουάρ της πόρτας και με ανοιχτό τον κεντρικό διακόπτη ο φωσφορισμός ξύπνησε τόσο απαλά όσο κι ο εξαερισμός. Η Τζο είχε δίκιο: αυτές οι λυόμενες κατασκευές δεν είχαν κάτι προσωπικό. (Η Τζο είχε μόνιμο κατάλυμα φτιαγμένο από ξύλα και γεμάτο με πράγματα που αγαπούσε). Εκτός από μερικά βιβλία και τα παρόμοια το μοναδικό μου δωμάτιο ήταν άμεσα λειτουργικό. Πράγματι, το αισθησιόφωνο θα μπορούσε να μου προσφέρει τη φαντασίωση απ' οτιδήποτε ή οποιονδήποτε σχεδόν στον κόσμο θα μπορούσα να ζητήσω. Εμείς οι κάτοικοι των πόλεων μαθαίνουμε να ταξιδεύουμε δίχως βάρη. Ο εσωτερικός χώρος εδώ είχε καλές αναλογίες, ευχάριστα χρωματισμένος, αναπαυτικός. Ένα βήμα έξω βρισκόταν εκείνο το ορεινό λιβάδι. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;
Τηρώντας μια συνήθεια που πολύ δύσκολα
κατόρθωσα ν' αποκτήσω, έκανα έλεγχο στον πυρηνικό
μετρητή - υπεραρκετή ενέργεια - προτού βγάλω το
δείπνο απ' το ψυγείο και το βάλω να μαγειρευτεί.
Έπειτα πήγα κι έφερα μεζεδάκια, ρούμι και
φρουτοχυμό, κι έφτιαξα ποτά όπως άρεσαν στην Τζο.
Τελικά δεν προσπάθησε να βοηθήσει αλλά βολεύτηκε
σε μια αεροκαρέκλα. Κανείς μας δεν είχε μιλήσει
πολύ όσο περπατούσαμε. Περίμενα ν' αρχίσει να
φλυαρεί - λίγο νευρικά, λίγο πιο γρήγορα απ' ό,τι
θα 'πρεπε κι εύθυμα - από τη στιγμή που θα φτάναμε
κι ύστερα. Αντίθετα, το κοντόχοντρο σώμα της
καμπούριαζε στο μαργαριταρένιο κουστούμι που
δεν ήταν φτιαγμένο γι' αυτήν, και κοίταζε τα χέρια
της στα γόνατά της.
Μην κρυώνοντας πια, έβγαλα το τζάκετ μου και της
πήγα το ποτό της. «Γιορτάζουμε, δεν ρεμβάζουμε!»
διέταξα. Το πήρε. Τσούγκρισα τα ποτήρια μας.
Απλωσα το άλλο μου χέρι που είχε μείνει ελεύθερο
για να τραβήξω με το δείκτη και τον αντίχειρα τις
άκρες των χειλιών της.
«Ε, χαμογέλα! Υποτίθεται πως το πάρτυ είναι
χαρούμενο!»
«Είναι;» Τα μάτια που σήκωσε για να με κοιτάξει
κολυμπούσαν στα δάκρυα.
«Βέβαια, απεχθάνομαι την ιδέα ότι θα φύγω».
«Πού είναι η φωτογραφία της Μαρί;»
Αυτό με τίναξε πίσω. Δεν περίμενα μια τόσο
απότομη ερώτηση. «Μα, εεε». Εντάξει. Τα πράγματα
πάνε πιο γρήγορα απ' όσο σχεδίαζες, Πητ.
Ακολούθησέ τα. Ήπια μια γουλιά, ίσιωσα τους
ώμους μου κι είπα αντρίκεια: «Δεν ήθελα να σε
φορτώσω με τους μπελάδες μου, Τζο. Η ουσία είναι
πως η Μαρί κι εγώ έχουμε χωρίσει. Πέρ' απ' τις
τυπικότητες δεν υπάρχει τίποτα».
«Τι;» Το στόμα της είν' ανοιχτό, η ματιά της
χαμένη στη δική μου, χύνει λίγο απ' το ποτό της και
δεν το καταλαβαίνει. Αλήθεια, το κατάφερα; Τόσο
γρήγορα;
Ανασήκωσα τους ώμους μου. «Ναι. Το σημείωμα με την
πρόθεσή της να διαλύσουμε τη σχέση μας, έφτασε
χτες. Το 'χα προβλέψει βέβαια. Είχε κουραστεί πολύ
να περιμένει».
«Ω, Πητ!». Έγειρε προς το μέρος μου.
Είχα πλήρη επίγνωση -τοίχοι, ράφια γεμάτα, η
νύχτα σ' ένα παράθυρο, ζέστη και μουρμουρητό απ'
τη μονάδα θέρμανσης, η λυχνία του φούρνου
μικροκυμάτων κι η ευωδιά απ' το κρέας, αυτή η
γυναίκα την οποία πρέπει να μάθω να ποθώ - και
σκέφτηκα γρήγορα ότι έτσι όπως είχαν τα πράγματα
θα 'ταν καλύτερα να προσποιηθώ ότι δεν
αντιλήφθηκα την κίνησή της. «Δεν θέλω κάρτες με
συμπάθεια», είπα με επίπεδο τόνο στη φωνή μου.
«Για να 'μαι απόλυτα τίμιος, νιώθω πιο
ανακουφισμένος που ήρθαν έτσι τα πράγματα».
«Νόμιζα -» ψιθύρισε. «Νόμιζα ότι ήσασταν
ευτυχισμένοι οι δυο σας».
Και πραγματικά έτσι ήταν, αγαπητή μου: αν και κάποιος με τόση επιτηδειότητα στα media εύκολα υποπτεύεται ότι σημαντικό μέρος της ευτυχίας μας, σαν αντίθετο στην ευδαιμονία, οφείλεται στις μακρόχρονες απουσίες μου όλη αυτή την περασμένη δεκαετία. Αυτές είχαν βάλει τη γεύση. Κάτι που πάντα θα σου λείπει, Τζο, ο,τι και να συμβεί. Όμως, δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς μόνο με καρυκεύματα.
«Δεν κράτησε» είπα, όπως είχα σχεδιάσει. «Έχει
βρει κάποιον που της ταιριάζει περισσότερο.
Χαίρομαι γι' αυτό».
«Εσύ, Πητ;»
«Θα τα βγάλω πέρα. Έλα, πιες το ποτό σου. Επιμένω
ότι πρέπει να 'μαστε χαρούμενοι».
«Θα προσπαθήσω», είπε πνιγμένα.
Μετά από ένα λεπτό: «Δεν έχεις καν κάποιον, κάποιο
σπίτι να σε περιμένει;»
«Το σπίτι δε σημαίνει πολλά για έναν άνθρωπο της
πόλης, Τζο. Το κάθε διαμέρισμα είν' όμοιο με τ'
άλλα κι αλλάζουμε πολλά στη διάρκεια της ζωής
μας». Πρέπει να μ' είχε πιάσει λίγο τ' αλκοόλ,
γιατί έβαζα συνέχεια καινούργια ζητήματα:
«Μεγάλη η διαφορά απ' αυτά τα βουνά, ας πούμε. Κάθε
κομμάτι τους είν' απόλυτα μοναδικό. Θα μπορούσε
κανείς να περάσει όλη του τη ζωή προσπαθώντας να
γνωρίσει ένα μόνο, μεγαλώνοντας σ' αυτό - καλά».
Αγγιξα ένα διακόπτη κι η αεροκαρέκλα προεκτάθηκε
και μου 'κανε χώρο να καθίσω δίπλα της. «Θα 'θελες
λίγη μουσική;» ρώτησα.
«Όχι». Η ματιά της έπεσε - οι βλεφαρίδες της ήταν
κοντές - και κοκκίνισε - κηλίδες - αλλά κατάφερε να
πει αυτό που ήθελε με τέτοιο πείσμα που μ' έκανε
να τη θαυμάσω. Μια γυναίκα με τέτοια κότσια δεν θα
'ταν πολύ κακή συντρόφισσα. «'Η τουλάχιστον, δεν
θα την προσέξω. Αυτή είναι η τελευταία μου
ευκαιρία να... να σου μιλήσω... αληθινά, Πητ. Έτσι
δεν είναι;»
«Όχι, ελπίζω». Πάθος, Βάλε πάθος στη φωνή σου.
«Μα το Θεό, ελπίζω να μην είν' η τελευταία!».
«Περάσαμε τρομερά καλές στιγμές μαζί. Οι
συνάδελφοί μου είναι μια χαρά, ξέρεις, όμως» - τα
μάτια της τρεμόπαιζαν γρήγορα. «Εσύ ήσουν κάτι
ξεχωριστό».
«Το ίδιο κι εσύ για μένα».
Έτρεμε λίγο, τώρα συνάντησε τα μάτια μου, τα χείλη
σ' ελάχιστα εκατοστά απόσταση. Μιας κι έπινε
σπάνια, μάντεψα ότι αυτό που, είτε λίγο είτε πολύ,
την ανάγκασα να πιει, την είχε επηρεάσει αρκετά
κάτω απ' αυτές τις περιστάσεις.
Θυμήσου, δεν είναι καμιά της πόλης που θα πέσει στο κρεβάτι σου κι ούτε που θα το θυμάται σε δυο μέρες. Από μια μικρή πόλη πήγε κατευθείαν σ' ένα σκληρό πανεπιστήμιο και μετά εδώ, μπορεί μάλιστα να 'ναι παρθένα. Ωστόσο φιλαράκο, προετοίμαζες αυτή τη στιγμή εδώ και μήνες. Ξεκίνα λοιπόν!
Ήταν το πιο ευγενικό φιλί που μου 'δωσαν ποτέ.
«Τόσο καιρό, ξέρεις, φοβόμουν να σου μιλήσω»,
μουρμούρισα μέσα στα μαλλιά της που έλαμπαν σαν
βουνίσιοι τόποι. «Ίσως να φοβάμαι ακόμα. Μόνο, δεν
θέλω, δεν θέλω να σε χάσω, Τζο».
Μισοκλαίγοντας, μισογελώντας, ξαναγύρισε στο
στόμα μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερε ακριβώς
πώς, αλλά στηριζόταν σταθερά πάνω μου και
σκέφτηκα: Λες να πλαγιάσει μαζί μου απόψε κιόλας;
Δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς. Αυτό που μετράει είναι ότι η διαχείριση Φυσικών Περιοχών επιτρέπει σε αντρόγυνα με τα κατάλληλα προσόντα να ζουν μαζί κατά την άσκηση του επαγγέλματος και η Τζο είναι δασοφύλακας κι εγώ ξέρω να χειρίζομαι συσκευές παρακολούθησης, Θα είμαι αποδεκτός σαν Βοηθός ερευνητής.
Κι έπειτα:
Δεν κατάλαβα, ούτε έχω καταλάβει ακόμα τι πήγε
στραβά. Ήπιαμε δυο-τρία ποτά ακόμη παλεύοντας
υπέροχα, τα μισά της ρούχα ήταν βγαλμένα και το
φαγητό είχε αρχίσει να καίγεται στο φούρνο, όταν.
Βιάστηκα.
Παραήταν δειλή και / ή απρόθυμη, γέμισα
ανυπομονησία και το αισθάνθηκε.
Ανάσανα μια από κείνες τις ιδιαίτερες λέξεις που
οι άνθρωποι τις λένε μόνο μεταξύ τους κι αυτή,
τρομοκρατημένη κατα κάποιο τρόπο, αποφάσισε ότι
δεν ήταν κατά τύχη αλλά επειδή υποκρινόμουν στον
εαυτό μου ότι ήταν η Μαρί, αφού μάλιστα τα μάτια
μου ήταν κλειστά.
Δεν ήταν τόσο αφελής όσο εντελώς αθώα, με είχε
αφήσει να πιστέψω και σε μια από κείνες τις
στιγμές που πάντα (αντίθετα απ' τη φαντασία)
επιτίθενται στους εραστές, αναρωτήθηκε «Ε, τι
διάολο γίνετ' εδώ πέρα!».
'Η δεν ξέρω κι εγώ τι. Αδιάφορο. Ξαφνικά θέλησε να
τηλεφωνήσει στη Μαρί.
«Αν, αν είν' έτσι όπως τα λες Πητ, θα χαρεί να μάθει
ότι - »
«Για μια στιγμή! Μια στιγμή, γαμώ το! Δεν μ'
εμπιστεύεσαι;»
«Ω, Πητ αγάπη μου, και βέβαια, όμως»
«Όμως τίποτα!» Τραβήχτηκα για να δείξω ότι
προσβλήθηκα.
Αντί να μ' ακολουθήσει, ρώτησε τόσο ήρεμα όσο η νύχτα έξω: «Εσύ δεν εμπιστεύεσαι εμένα;» Τέλος πάντων. Δεν μπορείς ν' απαντήσεις σε τέτοια ερώτηση. Προσπαθήσαμε κι οι δυο και δεν θα 'πρεπε. Το μόνο που θυμάμαι αληθινά είναι το ότι την είδα έξω απ' την πόρτα. Μας καταδίωξε μια μυρωδιά από καρβουνιασμένο κρέας. Πέρ' απ' την καμπίνα, ο αέρας ήταν ψυχρός και πεντακάθαρος, ο ουρανός ακατάστατα γεμάτος αστέρια, οι κορφές κατάφωτες. Την παρακολουθούσα να πηγαίνει σκουντουφλώντας προς το αερόχημά της. Ο γαλαξίας φώτιζε το δρόμο της. Έκλαιγε σ' ολόκληρη τη διαδρομή. Αλλά πήγε.
Αν κι απογοητευμένος, ένιωσα παράλληλα και κάποια ανακούφιση. Θα έπρεπε να παίξω άσχημο παιχνίδι στη Μαρί που είχε επενδύσει δυνατή αγάπη πάνω μου. Και το διαμέρισμά μας είν' αρκετά ευχάριστο καθώς είν' ασφαλισμένο απ' τα τριγύρω, ανήκω στην ελάχιστη μειονότητα των τυχερών. Ήταν όμορφο να ξαναζούμε μαζί. Μιλούσε ακόμα και για αίτηση ν' αποκτήσουμε παιδί. Ήμουν αρκετά λογικός να κόβω κατευθείαν τη συζήτηση.
Το επόμενο βράδυ γινόταν μια δημόσια συγκέντρωση που ήταν αρκετά δύσκολο να γλιτώσουμε την παρακολούθησή της. Οι επίτροποι μπορεί να μην έχουν άδικο, έτσι κι αλλιώς πάνε οι περισσότεροι πολίτες. «Το αισθησιόφωνο, ασχέτως του αριθμού των συσκευών που επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει τη φυσική επαφή των ανθρώπινων όντων που ενώνονται υπό την αρχηγία των ηγετών τους για την επίτευξη των ένδοξων μαζικών μας σκοπών». Εμείς ωστόσο, δεν βγάλαμε τίποτα παραπάνω από πονοκέφαλους, αυτιά που κουδούνιζαν απ' τις ρυθμικές ζητωκραυγές, πνευμόνια γεμάτ' αέρα που είχε περάσει ήδη από χιλιάδες άλλα πνευμόνια, και δέρμα φορτωμένο με την αίσθηση της λίγδας και της σκόνης. Γυρίζοντας στο σπίτι συναντήσαμε νέφος τόσο πυκνό που μπέρδεψε το όχημά μας. Έτσι σταματήσαμε κοντά σ' ένα σημείο όπου γίνονταν ταραχές και πριν η στρατιωτική αστυνομία μας επιτρέψει να περάσουμε, είδαμε ένα πολυβόλο να κόβει έναν άνθρωπο στα δύο. Ήταν τεράστια ανακούφιση το να περάσουμε έλεγχο ασφάλειας στην είσοδο του συγκροτήματός μας και να πάρουμε ένα μεταφορέα που δεν έκανε το παραμικρό λάθος στη διαδρομή για το διαμέρισμά μας.
Εκεί, κάναμε ντους μαζί χρησιμοποιώντας ένα εξωφρενικό ποσοστό της μηνιάτικης υδροπαροχής μας και σκουπίσαμε ο ένας τον άλλον. έριξα πάνω μου μια ρόμπα κι η Μαρί κάτι μεμβρανώδες. Μ' ένα ποτό κι ένα τσιγαριλίκι ενώ ακουγόταν η εύθυμη μουσική του Χάυντν ηρεμήσαμε μέχρι τη στιγμή που η Μαρί τίναξε τα μακριά της μαλλιά στους ώμους της και το ψιθύρισμά της μου χάιδεψε τ' αυτί: «Ω, έλα ήρωά μου, θα πρέπει να τέλειωσαν πια οι κομπιούτερ την επεξεργασία της περσινής σου δουλειάς. Την περιμένω τόσο καιρό».
Πέρασε απ' το μυαλό μου φευγαλέα η σκέψη της Τζο. Τι να κάνεις, δεν θα εμφανιζόταν σε δημόσια προβολή ντοκιμαντέρ άμεσης εμπειρίας των φυσικών περιοχών. Κι εγώ ο ίδιος ήμουν περίεργος για το τι είχα δημιουργήσει τελικά κι ούτε που διανοήθηκα ότι η επάνοδος σ' ένα ηλεκτρονικό όνειρο θα με πλήγωνε, και μάλιστα μετά από τόσο λίγο καιρό. Ήταν λάθος μου.
Αυτό που με πλήγωσε περισσότερο ήταν η
πλασματικότητα. Α, ναι, ικανοποιητική η
αναπαραγωγή του ηράνθεμου που έγνεφε στην αύρα,
του γερακιού που εφορμά, της αφρισμένης
λευκότητας και
του σεισμού που προκαλεί η μακρινή χιονοστιβάδα,
των πεσμένων φύλλων που γίνονταν καφέ απ' το
ψήσιμο του ήλιου, της μυρωδιάς και του τριξίματός
τους, το γέλιο απ' τη ριπή του ανέμου που τίναξε τα
μαλλιά μου, την ευελιξία να παίρνει υπόσταση στο
σώμα ενός φιδιού ή κάποιου πούμα, η φαντασμαγορία
της δύσης κι η ντροπαλοσύνη της αυγής - ένα θέαμα
γεμάτο ικανότητα. Όμως δεν ήταν αληθινό, δεν ήταν
τα πράγματα που είχα αγαπήσει.
'Οπως καθόμασταν στο σκοτάδι, η Μαρί είπε αργά:
«Ήταν καλύτερα τα προηγούμενά σου. Στο Κρύγκερ,
το Μάτο Γκρόσο, τη Βαϊκάλη, οι παλιότερες
δουλειές σου σ' αυτή την περιοχή - σχεδόν ένιωθα
να βρίσκομαι στο πλευρό σου. Δεν έκανες απλά
καταγραφές εκεί, ήσουν καλλιτέχνης, σπουδαίος
καλλιτέχνης. Γιατί αυτό είναι διαφορετικό;»
«Δεν ξέρω», είπα μασημένα. «Η παρουσίασή μου
είναι κάπως μηχανική, το παραδέχομαι. Φαίνεται
πως ήμουν κουρασμένος».
«Αν ήταν έτσι» τεντώθηκε, μισό μέτρο μακριά μου
με τα δάχτυλα σφιγμένα, «δεν ήσουν υποχρεωμένος
να μείνεις. Θα μπορούσες να γυρίσεις πίσω πολύ
νωρίτερα».
Μα δεν ήμουν κουρασμένος, είπα έντονα μέσα μου. Όχι, τώρα νιώθω εξάντληση, τότε, εκεί, έσφυζα από ζωή.
Η γεντιανή που ήθελε να δει η Τζο... φυτρώνει εκεί που η γη ξαφνικά βουλιάζει. Ακριβώς εκεί στην άκρη του λόφου φυτρώνουν τα λουλούδια εκείνα, ω, γαλάζιο, γαλάζιο πάνω σε χορτάρι πράσινο κι άσπρες μαργαρίτες και στο δυνατό γκρίζο της πέτρας, ένα μικρό ρυάκι περνάει από δίπλα, βουτάει προς τα κάτω κουδουνιστό, δροσερό, η γεύση του πάγος, βράχια, χώμα κι αέρας, αυτός που φυσάει κι ολόγυρα μου, γύρω απ' τις ψηλές και ιερές κορφές πέρα...
«Κόφ' το!» ούρλιαξα. Η γροθιά μου χτύπησε το μπράτσο της καρέκλας. Το ύφασμα ήταν τσιτωμένο, παραγεμισμένο. Μια ιδέα πιο ήρεμος είπα: «Εντάξει, ίσως να παραμπήκα στην πραγματικότητα και να έχασα την απαραίτητη απόσταση». Λεω ψέματα Μαρί, λέω ψέματα σαν τον Ιούδα. Το μυαλό μου ποτέ δεν δούλεψε περισσότερο απ' την εποχή που σχεδίαζα να χρησιμοποιήσω την Τζο και να σ' εγκαταλείψω. «Αγάπη μου, τα αισθησιοντοκυμανταίρ, μόνο αυτά θα 'χω και τίποτ' άλλο». Ούτε μια γεντιανή. Παραήμουν δοσμένος στη δολοπλοκία μου για να ασχοληθώ με κάτι μικρό, λεπτεπίλεπτο και γαλάζιο. «Δεν αρκεί αυτή η ποινή;»
«Όχι. Την είχες την πραγματικότητα. Και δεν την έφερες μαζί σου».
Η φωνή της ήταν σαν άνεμος που περιδιάβαινε τα χιόνια κάποιου χειμώνα στα ψηλά.