| Ησυχία βασίλευε στην κρύα
σκοτεινή γη στα ανατολικά. Χαμηλά πάνω από τον
ορίζοντα απλωνόταν μια ζεστή λουρίδα, μόλις
ορατή. Ο αέρας ήταν εντελώς ήρεμος.
Οι ρίζες του Τόμας Σίμονς ήταν γαντζωμένες
σφιχτά στο χώμα. Το δένδρο ανοιγόκλεινε την
ομπρέλα του αδιάκοπα, δοκιμάζοντας τη λειτουργία
της. Καθώς, λεπτό το λεπτό, η εξωτερική πλευρά
άπλωνε όλο και περισσότερο, άνοιγε το χρώμα της
προς το υπεριώδες και υψωνόταν συνεχώς προς το
σκοτεινό ουρανό, ο Σίμονς άρχισε να αισθάνεται τα
αντικείμενα στο κοντινό του περιβάλλον και
προσπαθούσε να βγάλει συμπεράσματα.
Η ζέστη απλωνόταν πάνω
από τη γη και οι ανατολικές πλαγιές άρχιζαν να
διαγράφονται στη νυχτερινή παγωνιά. Ο Σίμονς
στεκόταν στην κορυφή του χαμηλού περάσματος
ανάμεσα στους λόφους που το δέντρο είχε
διασχίσει την προηγούμενη μέρα. Χαμηλά στην
πλαγιά απλωνόταν μια ανοιχτή περιοχή αρκετών
χιλιομέτρων που τη διέκοπταν μόνο μερικά σκόρπια
γκρίζα κοφτήρια. Έχοντας αισθανθεί την παρουσία
του, είχαν τραβηχτεί, στη διάρκεια της νύχτας, σε
μια χαλαρή σειρά κατα μήκος του περάσματος. Ο
Σίμονς μπορούσε να δει τη θαμπή λάμψη από τις
δαγκάνες τους καθώς τον περίμεναν κάτω, ανάμεσα
στους εύθραυστους μίσχους που είχαν μεγαλώσει το
βράδυ.
Το φως ανέβαινε και απλωνόταν. Το πρώτο
προειδοποιητικό φύσημα της αύρας στροβιλίστηκε
γύρω του, ανακάτεψε τα φύλλα του, γαντζώθηκε
θυμωμένα στη μισόκλειστη ομπρέλα του. Ο Σίμονς
ετοιμάστηκε για την ανατολή.
Πιο πέρα, κάτω στην
πλαγιά, μετά από τα διπλωμένα κοφτήρια, αρκετά
μακριά, εκεί που το πέρασμα άνοιγε, στην πεδιάδα,
ένας τεράστιος θόλος ύψωνε ένα πλατύ τόξο που
έλαμπε κατακόκκινο στην αυγή. Θα σκέπαζε το
μεγαλύτερο μέρος του κομματιού της γης απ' όπου ο
Σίμονς σκόπευε να περάσει. Το δέντρο το
παρατήρησε, ψάχνοντας για τον καλύτερο τρόπο να
το παρακάμψει. Έπρεπε να στρίψει αριστερά όσο πιο
απότομα μπορούσε.
Ψηλά στο μακρινό ορίζοντα, η άκρη του ήλιου έκοβε
ένα βαθύ αυλάκι στα όρια του οπτικού του πεδίου.
Υψώθηκε στρογγυλός και άγριος, με την
αναβράζουσα επιφάνειά του υπερβολικά
εκτυφλωτική για να την κοιτάξει κατάματα. Από τον
ορίζοντα έβγαιναν μακριές στήλες αστραφτερού
ατμού που ανέβαιναν εκρηκτικά προς την
αναπόφευκτη θερμική τους αποθέωση.
Και με μια απότομη
έκρηξη, ο άνεμος της αυγής τον χτύπησε σαν πέτρα.
Σφύριξε και ούρλιαξε ανάμεσα στα κλαδιά του.
Νιώθοντας τις ρίζες του να υποχωρούν, ο Σίμονς
κατάστρωσε άλλη μια φορά τη διαδρομή του και
τότε, ενώ ο ανεμοστρόβιλος έφτανε στο κρεσέντο,
μάζεψε τις ρίζες του και άπλωσε την ομπρέλα του
στην καταιγίδα. Αμέσως παρασύρθηκε κάτω στην
πλαγιά προς τα κοφτήρια που τον περίμεναν.
Υπολογίζοντας με ακρίβεια τον αντιπερισπασμό
του, το δέντρο κατηφόρισε σταδιακά,
κατευθυνόμενο προς το κοφτήρι στ' αριστερά του
περάσματος. Όταν είχε πλησιάσει στα εκατό μέτρα,
έβγαλε τον αέρα από την μπροστινή άκρη της
ομπρέλας του, έστριψε απότομα δεξιά,
χαμηλώνοντας όλα τα κλαδιά και τραβώντας τα
κοντά στον κορμό του, και σπρώχτηκε από την
καταιγίδα, περνώντας τις δαγκάνες από ελάχιστα
εκατοστά απόσταση.
Ασφαλής, ο Σίμονς
άπλωσε πάλι την ομπρέλα και προχώρησε κόντρα
στον πρωινό άνεμο. Πίσω του, παρατήρησε
διασκεδάζοντας ότι το κοφτήρι που είχε αποφύγει,
μέσα στη λαχτάρα του, είχε ξεφύγει από το κέντρο
βάρους του. Ο άνεμος της αυγής το είχε αρπάξει και
κουτρουβαλούσε στην πλαγιά από κόψη σε κόψη, ενώ
κομμάτια του κόβονταν σε κάθε χτύπημα.
Ηλίθια κοφτήρια,
σκέφτηκε ο Σίμονς και τα ξέχασε, κοιτώντας
μπροστά για το επόμενο εμπόδιο.
Το έδαφος πενήντα μέτρα από αυτόν είχε σκεπαστεί
από ένα αναβράζον μίγμα σκόνης, μικρών χαλικιών
και κομματιών από βλαστάρια που τα είχε διαλύσει
ο δυνατός πρωινός άνεμος. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα
καθαρίσει τον ορίζοντα. Αλλά ήξερε ότι η
καταιγίδα σύντομα θα καταλάγιαζε, τόσο απότομα
όσο είχε αρχίσει. Ο θόλος ήταν τόσο απλωμένος
μέσα στο δρόμο του που θα ήταν αδύνατον να τον
αποφύγει εντελώς, συνειδητοποίησε ο Σίμονς με
γρήγορη σκέψη. Για να είναι ασφαλής θα έπρεπε να
προσπαθήσει να περάσει το κρεμαστό τόξο του
θόλου στο πιο χαμηλό σημείο που θα μπορούσε, ώστε
να μην πάθει πολλά πράγματα πέφτοντας, αν ο
άνεμος ξέσπαγε πριν να τον περάσει.
Αλλά απο την άλλη
πλευρά, του ήρθε ξαφνικά η σκέψη, αν βάλω
στόχο το υψηλότερο σημείο του ίδιου του θόλου...
Το δέντρο άρχισε να λυγίζει τους μυώνες που
συγκρατούσαν την ομπρέλα.
Περίμενε ένα λεπτό, σκέφτηκε ο Σίμονς, αυτό
είναι τρελό. Αυτό το πράγμα είναι διακόσια μέτρα
ψηλό. Αν πέσω από εκεί πάνω θα σκοτωθώ.
Προσπάθησε να
τακτοποιήσει την ομπρέλα όπως την ήθελε, αλλά τα
μέλη του δεν αντέδρασαν.
Ξέρω τι κάνω, είπε το δέντρο. Κάτσε ήσυχος και
απόλαυσε το ταξίδι.
Ποιος είσαι; ρώτησε ο Σίμονς. Νόμιζα ότι είμαι
εγώ.
Δεν ξέρω ποιος είσαι εσύ, είπε το δέντρο, αλλά
σίγουρα δεν είσαι εγώ. Είσαι κάτι σαν ελεύθερος
επιβάτης. Σε πρόσεξα μέσα μου για πρώτη φορά
σήμερα το πρωί.
Η ομπρέλα σηκώθηκε για
να διατηρήσει σταθερή την πορεία του δέντρου
προς την κορυφή του θόλου. Υψωνόταν όλο και πιο
ψηλά πάνω από την πεδιάδα, που τώρα απλωνόταν
πολύ κάτω από τις ρίζες του. Σκόρπιοι βράχοι
διακρίνονταν κάτω από την ομίχλη που είχε
σηκωθεί και οι μίσχοι από τα βραδινά φυντάνια
τσακίζονταν στον πρωινό άνεμο.. Ο μαβί θόλος όλο
και πλησίαζε.
Πραγματικά νόμιζα ότι είμαι εγώ, επανέλαβε
διστακτικά ο Σίμονς.
Με τίποτα, σκέφτηκε το δέντρο. Εγώ ήμουν πάντα
εγώ. Κοίτα, δεν με νοιάζει να σ' έχω μαζί μου, αλλά
τώρα Θα περάσουμε ξυστεί από το θόλο. Θα σε
πείραζε να σωπάσεις για λίγο;
Ο Σίμονς σώπασε και
κοίταξε τη μάζα του θόλου που τους πλησίαζε με
ταχύτητα. Ήταν εξαιρετικά μπερδεμένος και αρκετά
νευρικός. Απ' όσο ήξερε, αυτό ήταν το μόνο σώμα που
είχε και οι μοναδικές αισθήσεις που του ήταν
οικείες. Αν αυτά δεν ήταν δικά του, πού ήταν
τα δικά του; Οι μόνες μνήμες που είχε ήταν μνήμες
ομπρελόδεντρου. Για παράδειγμα, ότι ένας θόλος
σαν αυτόν, που μπορεί να βρεθεί καμιά δεκαριά
φορές το πολύ σ' όλο τον κόσμο, είχε στηθεί από
πλάσματα από κάποιον άλλον πλανήτη, που δεν ήταν
δέντρα, πλάσματα τόσο λίγο περίεργα για το
καινούριο τους περιβάλλον που δεν είχαν βγει
ποτέ από το καβούκι τους. Πώς μπορούσε να θυμάται
πράγματα που δεν ήταν δικές του αναμνήσεις; Κάτι
δεν πήγαινε καλά.
Απλώς επειδή
μοιράζομαι τις μνήμες μου μαζί σου, του είπε το
ομπρελόδεντρο αδιάφορα, αυτό δεν σημαίνει ότι
είναι δικές σου. Τώρα κράτα τις σκέψεις σου
ήσυχες, αλλιώς θα βρούμε και οι δυο μας μεγάλο
μπελά. Η ξέχασες τι θα συμβεί αν κάνω λάθος τώρα;
Ο Σίμονς το σκέφτηκε
αυτό, όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Αν ο πρωινός άνεμος
ξέσπαγε πριν φτάσουν στο θόλο, ή και πριν
μπορέσουν να κατέβουν σε χαμηλότερο ύψος, θα
γίνονταν ξύλα για προσάναμμα. Ακολούθησε τους
έμπειρους ελιγμούς του πιλότου του με κάποια
δόση προσωπικής ανησυχίας, νιώθοντας το απαλό
παιχνίδισμα των μυώνων σε κάθε κλαδί και κλαράκι
καθώς το δέντρο έπαιζε με τον αέρα για τη ζωή
τους.
Είχε τέλειο
συγχρονισμό. Καθώς οι μαζεμένες ρίζες πέρασαν
πάνω από τη στρογγυλεμένη κορυφή, ο κυκλώνας
διαλύθηκε και το δέντρο βυθίστηκε καμιά
εικοσαριά μέτρα, χτυπώντας στην ακραία καμπύλη
και βουτώντας κάτω στο πλάι με μια βουτιά
διακεκομμένη, καταλήγοντας να προσγειωθεί όρθιο
στο έδαφος λίγα μέτρα μακριά από το θόλο.
Ωραία τα κατάφερες,
είπε ο Σίμονς με ανακούφιση ύστερα από ένα λεπτό. Πολύ
καλή δουλειά. δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το
κάνω αυτό.
Εμένα μου λες; σκέφτηκε το δέντρο λίγο
αυτάρεσκα. Έμπηγε κιόλας τις ρίζες του στο παχύ
χώμα.
Έψαχνα για ένα διάλειμμα σαν κι αυτό. Τώρα
φυτεύτηκα στο καλύτερο μπατζανέμι που έχω δει
στη ζωή μου. Με λίγη τύχη θα προφυλάγομαι από τον
πρωινό άνεμο. Αναρωτιόμουνα πώς θα είναι να μείνω
στο ίδιο σημείο μερικές μέρες. Τώρα μπορεί να
μάθω.
Ο αέρας πέρα στον ουρανό, που είχε πάρει τώρα ένα
ζεστό χρώμα, ήταν όλο γεύσεις. Μια στήλη από
εύοσμα θυμιάματα αναδυόταν από τον κοντινό θόλο.
Ο Σίμονς ένιωθε κιόλας την κεντρική ρίζα του
δέντρου να ρουφά υγιεινές ύλες από το υπέδαφος.
Μπορώ να μείνω εδώ μαζί σου; ρώτησε ο Σίμονς. Τουλάχιστον
μέχρι να θυμηθώ ποιος είμαι; Αν είσαι σίγουρος
ότι δεν είμαι εσύ.
Δεν είναι στο χέρι μου ξέρεις, είπε το δέντρο με
κάποια έλλειψη ενδιαφέροντος, συνεπαρμένο από το
νέο περιβάλλον και τις καινούριες του
προοπτικές. Μου φαίνεται όμως ότι όπου να 'ναι
φεύγεις.
Ο Σίμονς το ένιωσε τότε, κάποια αποσύνθεση στις
αισθήσεις του, κάποιο θάμπωμα στις παρυφές της
αντίληψής του. Η παρουσία του εδώ στο
ομπρελόδεντρο άρχιζε πραγματικά να δείχνει πολύ
προβληματική.
Μα τότε, σκέφτηκε ο Σίμονς απελπισμένα, αν δεν
είμαι εσύ, ποιος είμαι;
Δεν ξέρω, σκέφτηκε το δέντρο. Αλλά σου συνιστώ
να μάθεις. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε πριν
μάθεις ποιος είσαι. Καλή τύχη.
Ο Σίμονς προσπάθησε να
κρατηθεί. Αλλά ένιωσε να γλιστράει, την αίσθηση
των λεπτών φύλλων να χάνεται πρώτη, μετά των
λεπτοπλεγμένων κλαδιών. Και τότε, αποκομμένος
από την κοινή συνείδηση που είχε μοιραστεί με το
δέντρο, αποσυνδέθηκε από το κεντρικό νευρικό
σύστημα του μοναδικού πλάσματος που γνώριζε.
Βγήκε, με πόνο, από το σώμα που νόμιζε δικό του,
και τον χτύπησε το κρύο. Αν αυτό δεν ήταν θάνατος,
τον θύμιζε πάντως πολύ.
Ο άνθρωπος στο κρεβάτι κουνήθηκε λίγο. H φιγούρα
δίπλα του έσκυψε από πάνω του με προσοχή.
«Μπορείς να μ' ακούσεις, Τομ; Είσαι καλά;»
Τα μάτια του ανθρώπου στο κρεβάτι δεν άνοιξαν.
Συγκεχυμένες λέξεις βγήκαν από το στόμα του. «Μα
ποιος είμαι; Ποιος είμαι εγώ;»
«Είσαι ο Τόμας Σίμονς». Ο άνθρωπος μίλησε γρήγορα
και καθαρά. «Μπορείς να μ' ακούσεις;»
Το κεφάλι του άντρα κουνήθηκε ελάχιστα
δεξιά-αριστερά. «Το ξέρω αυτό», είπε με λίγη
τραχύτητα. «Αλλά ποιος είμαι;»
Και ξαφνικά το σώμα του
πάγωσε, κάθε κίνηση σταμάτησε. Κι όπου κι αν ήταν
ο Τόμας Σίμονς, δεν ήταν πια μέσα σ' εκείνο το σώμα
στο κρεβάτι.
Ήταν κάπου αλλού.
Ένα πράγμα έδειχνε σίγουρο.
Δεν ήταν πια φιλοξενούμενος του ομπρελόδεντρου..
Τίνος φιλοξενούμενος ήταν, δεν το ήξερε ακόμα.
Έλπιζε ότι αυτή τη φορά μπορεί να ήταν ο εαυτός
του. Αυτό θα ήταν ανακούφιση.
Μέσα από τις αισθήσεις του της όρασης, της αφής
και της πίεσης, έρχονταν αλληλοσυγκρουόμενα
μηνύματα που τον μπέρδευαν. Προσπάθησε να τα
ερμηνεύσει. Ήταν σφιχτά πιεσμένος σε κάποιο
σκληρό υλικό, ενώ κάτι πιο κολλώδες κυλούσε γύρω
του. Πάντως υπήρχε κάτι το στραβό στη θέση του.
Χρώματα ξεχείλιζαν, ανάβλυζαν και διαλύονταν,
απομακρυνόμενα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Έδιωχνε και ξαναδεχόταν αυτά τα στοιχεία,
προσπαθώντας να τα συνδυάσει σε κάποιο κατανοητό
σχέδιο.
Δεν υπήρχε τώρα καθόλου
αυτή η άμεση και εύκολη ταύτιση με το σώμα, το
περιβάλλον και τις μνήμες, που τον είχε κάνει να
πιστέψει ότι ήταν ο ίδιος το ομπρελόδεντρο. Το
ασυνείδητο του οικοδεσπότη του, αν υποθέσουμε
ότι υπήρχε, ήταν ακόμα θαμπό γι' αυτόν.
Καμπύλα μέλη απλώνονταν στο οπτικό του πεδίο, με
βεντούζες χταποδιού. Αυτά κολλούσαν μεθοδικά σε
επιφάνειες και τραβούσαν αργά προς τα μπρος το
σώμα μέσα στο οποίο είχε βρεθεί. Πάντως αυτός ο
ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τη βούληση που τους
μετακινούσε.
Γειά, σκέφτηκε ο
Σίμονς προσεκτικά. Είναι κανείς εδώ;
Καμιά απάντηση από τον υποτιθέμενο οικοδεσπότη
του. Τα άκρα συνέχισαν τον αργό τους κυματισμό,
βρήκαν μια επιφάνεια που τους άρεσε, κόλλησαν σ'
αυτήν σφιχτά και προώθησαν το σώμα μερικά ακόμα
εκατοστά προς τα εμπρός.
Η κίνηση ήταν διαγώνια και ανοδική, πάνω σε μια
λεία μεταλλική επιφάνεια. Ο ιχθυοειδής κορμός
τραβιόταν από τις βεντούζες σαν παραφορτωμένο
σακί από λινάτσα. Περίπου δέκα πόντοι υγρού με
ασυνήθιστη άνωση έγλειφαν το σώμα και κατέβαιναν
πάλι. Ξανά τα άκρα προχώρησαν και τράβηξαν το
σώμα.
Μπορείς να με
ακούσεις; ρώτησε ο Σίμονς. Γεια χαρά.
Καμία απάντηση. Αν και κάπου ο Σίμονς αισθάνθηκε
ένα περίεργο μουρμούρισμα σε τόνο που ψήλωνε και
χαμήλωνε ακολουθώντας την κίνηση του σώματός
του. Το πλάσμα φαίνεται ότι σφύριζε καθώς
δούλευε.
Ανέβαινε στην πλαγιά σ' ένα αυλάκι βάθους ενός
μέτρου δοκιμάζοντας και αγγίζοντας τα τοιχώματα
καθώς ανέβαινε. Έφτασε σ' ένα σημείο όπου η πλευρά
του χαντακιού ήταν υγρή από σταγόνες που
ξεχώριζαν σαν χάντρες από λιωμένο μέταλλο. Τα
πλοκάμια δίστασαν ένα λεπτό σ' αυτό το σημείο.
Μετά, ένα γύρισε προς μια θήκη ανάμεσα σε
σκυμμένους ώμους για να βγάλει μερικούς κόκκους
σκόνη. Έτριψε προσεχτικά τα παλαιότερα στρώματα,
που είχαν λεπτύνει. Μετά, με την ίδια αργή
επιμονή, η άνοδος συνεχίστηκε.
Αισθανόταν ένα ελαφρό
τρεμούλιασμα πάνω στην επιφάνεια που
σκαρφάλωναν και ο οικοδεσπότης του μαζεύτηκε
προς στιγμήν. Μια κίνηση από πάνω, μια ξαφνική
αύξηση της πίεσης, και απότομα λούστηκαν από ένα
ζεστό υγρό που έσταζε από πάνω. Αυτό το καινούριο
υγρό διατήρησε τη στάθμη του, αρνούμενο να
ανακατευτεί με το προηγούμενο υγρό.
Το σφύριγμα σταμάτησε
και επιτέλους οι αργές σκέψεις του οικοδεσπότη
του Σίμονς ανέβλυσαν. Όπως το περίμενα. Το Φλελτ
έλιωσε. Σύντομα θα λιώσει και το μέταλλο Ρέηλ. Η
τελική δοκιμασία των καναλιών μου. Μέχρι εδώ,
καλά.
Ανασηκώθηκε λίγο ακόμα, και σταμάτησε απότομα,
τρέμοντας με μια καινούρια σκέψη. Αλλά το
μέταλλο Φλελτ δεν κυλά απευθείας κάτω στην
πλαγιά όπως θα 'πρεπε. Κυλά σ' ένα μόνο μέρος της
δυτικής πλευράς. Αυτό δεν το περίμενα.
Ξανακουβαριάστηκε και σκεφτόταν.
Αν η μάζα του Ρέηλ κυλήσει από τα δυτικά, μπορεί
να σπάσει τα τοιχώματα του καναλιού μου. Αυτό θα
εμπόδιζε τη σωστή ροή του μίγματος. Αλλά έχω
ελέγξει πολλές φορές τη δυτική στάθμη. Tι μπορεί
να επηρεάζει τη ροή;
Μη με ρωτάς, είπε ο Σίμονς. Εγώ μάλλον είμαι
περαστικός από εδώ.
Ο οικοδεσπότης του, απορροφημένος στις
λεπτομερειακές του σκέψεις, δεν του έδωσε
σημασία.
Το πάνω μέρος αυτού του καναλιού είναι σχεδόν
σίγουρα σε καλή κατάσταση. Το έλεγξα προχτές.
Αλλά αυτή η καινούρια απόκλιση μπορεί να χαλάσει
όλο μου το σχέδιο. Πρέπει να τη διερευνήσουμε.
Ναι, πρέπει να ελέγξω τη δυτική στάθμη.
Έστριψε βαριά προς την άκρη του χαντακιού και
σήκωσε τα μέλη του προς την κορυφή της όχθης. Μ'
ένα δυνατό τράβηγμα σήκωσε όλο το σώμα του ως την
κορυφή της όχθης του καναλιού. Εκεί απλώθηκε,
πάλι μισό έξω από το υγρό μέταλλο, ελέγχοντας την
ανηφορική πλαγιά για ανωμαλίες στην όψη ή την
πίεση.
Υπάρχει κάτι εδώ επάνω που δεν θα 'πρεπε να
υπάρχει, σκέφτηκε. Είναι ένας τοίχος, ένα
ανεπιθύμητο ανάχωμα.
Σταμάτησε να σκεφτεί ένα λεπτό.
Το μάγμα που έσπρωξε εκείνο το ανάχωμα θα χαλάσει
τις όχθες του καναλιού μου. Θα πρέπει να το
καταστρέψω γρήγορα.
Σκαρφάλωσε στην πλαγιά,
παρατηρώντας το ανάχωμα, καθώς πλησίαζε.
Ναι, είναι όλο βράχοι Γκούριεκ και Δpov. Δεν
λιώνουν. Αυτό δεν είναι φυσικό. Είναι κάτι που
έχει κατασκευαστεί, και εγώ πρέπει να το
καταστρέψω.
Φτάνοντας το ανάχωμα, ο οικοδεσπότης άρχισε να
αποσπά κομμάτια του τοίχου με τα δυνατά μέλη του,
και άσκησε πίεση μπρος - πίσω, κόβοντας το υλικό
και πετώντας τα κομμάτια στην πλαγιά.
Αυτό είναι ένα αρκετά πλατύ άνοιγμα εδώ κάτω,
σκέφτηκε και το μάγμα θα κυλήσει από μέσα του και
δεν θα συσσωρευτεί στο κανάλι μου.
Υπήρξε μια ξαφνική ροή ενέργειας στην ατμόσφαιρα
και, έvα λεπτό αργότερα, στο περιβάλλον υγρό. Αν
και δεν γινόταν αισθητή με την ακοή, ήταν
αναμφισβήτητα ένα θυμωμένο μούγκρισμα. Σκέψη από
κάποια άλλη πηγή ακολούθησε αμέσως, ψυχρή, βαριά
και κατευθυνόμενη.
Δεν θα καταστρέψεις τον τοίχο μου. Σταμάτα
αμέσως.
Ο οικοδεσπότης του
Σίμονς απέσπασε μεθοδικά άλλο ένα κομμάτι βράχο
και το πέταξε προς τα κάτω πριν γυρίσει
αργοκίνητος προς τα αριστερά. Από αυτή την
κατεύθυνση πλησίαζε ένα άλλο πλάσμα. Και
υποθέτοντας κάποια ομοιότητα των ειδών, ο Σίμονς
είδε ότι υπήρχε πολύ μεγαλύτερη πολυπλοκότητα
και βάρος στο πλάσμα που τον φιλοξενούσε απ' ό,τι
είχε μπορέσει να δει μέχρι τώρα. Πίσω από το
επίπεδο κεφάλι και τα μπροστινά άκρα που έκαναν
τους χειρισμούς υπήρχαν προεξοχές και
κοιλότητες από σκληρή πανοπλία, καθεμία με μια
δική της σειρά από μικρά μέλη και όργανα για τη
λειτουργία της. Ήταν ένα τοπίο σε μικρογραφία.
Θύμιζε την αδράνεια ενσαρκωμένη. Και ήταν πολύ
θυμωμένο.
Δεν θα ξαναπειράξεις
τον τοίχο μου. Οι σκέψεις του αντήχησαν γύρω
τους. Θα σε πετάξω κομματιασμένο σ' αυτή την
κατηφόρα.
Αυτός ο τοίχος δεν μπορεί να μείνει, είπε ο
οικοδεσπότης του Σίμονς, ασυγκίνητος από την
απειλή που πλησίαζε. Καταστρέφει τις
προετοιμασίες μου στην κατωφέρεια.
Και διευκολύνει τις δικές μου, είπε ο άλλος. Κουνήσου
απο δω, για να φτιάξω πάλι αυτά που χάλασες.
Ούτε θα κουνηθώ ούτε θα σταματήσω, είπε ο
οικοδεσπότης. Ο Σίμονς αισθανόταν το σφίξιμο των
μυώνων στο σώμα που τον φιλοξενούσε, καθώς
βοηθητικά πόδια στερέωναν καλύτερα το σώμα για
να καλυφθεί ή να επιτεθεί, ανάλογα με την ανάγκη. Οι
ανάγκες μου είναι ουσιώδεις. Έχω ένα σχέδιο που
πρέπει να πραγματοποιηθεί.
Το σχέδιο σου δεν έχει συνέπεια, δήλωσε επίπεδα
ο νεοφερμένος. Στην απίθανη περίπτωση που δεν
στερείσαι λογικής, θα σου εξηγήσω σύντομα, μόνο
μια φορά. Αυτός ο τοίχος προστατεύει ένα τμήμα
αυτής της κατωφέρειας από τα μάγμα που πλησιάζει.
Αυτός ο τοίχος προστατεύει κατασκευές που έχω
ολοκληρώσει ο ίδιος την προηγούμενη εποχή, που
πρέπει να προστατευτούν από το λιώσιμο και το
ξαναπάγωμα που πλησιάζει. Κανείς μέχρι τώρα δεν
έχει κάνει ένα παρόμοιο σχέδιο. Εγώ το έχω κάνει,
και θα το ολοκληρώσω. Τώρα φύγε.
Μαζεύοντας τις
ωμοπλάτες του, ο οικοδεσπότης του Σίμονς πρόβαλε
ένα μακρύ σπιρούνι από το πάνω μέρος του σώματός
του. Πρόβαλε προς την κατεύθυνση του άλλου σαν
σημαία.
Επουσιώδες,
σκέφτηκε. Τέτοιες μικρές προστατευόμενες
περιοχές ακούω ότι συνηθίζονται στα μέρη της
πολυτέλειας. Τώρα εγώ, με την απίθανη ελπίδα ότι
μπορεί να σε ωθήσει να υποχωρήσεις και να σώσεις
την άχρηστή σου ύπαρξη, θα σου εξηγήσω ότι έχω ένα
αληθινό σχέδιο. Και που ο ασήμαντος τοίχος σου το
βάζει σε κίνδυνο. Ανατολικά από αυτό το σημείο
έχω ετοιμάσει, με απαράμιλλη φροντίδα και
πρόβλεψη, μια σειρά από κανάλια και φράγματα,
κατασκευασμένα όλα από μέταλλα που δεν λιώνουν,
που οδηγούν σε ένα σύνολο από σχηματισμένα
καλούπια.
Το μάγμα θα
ακολουθήσει αυτά τα κανάλια, Θα μπει στα
καλούπια, και θα παγώσει στο σχήμα τους. Από εκεί
θα αποκτήσω εργαλεία και συσκευές για να κόψω και
να σκάψω και να χτίσω όλη την κρύα περίοδο, να
σχηματίσω μεγαλύτερες κατασκευές και καλούπια
για το επόμενο μάγμα. Κανείς άλλος εκτός από μένα
δεν θα μπορούσε να καταστρώσει ένα τόσο ισχυρό
σχέδιο, και δεν θα το αναστείλει ένας απλός
κρετίνος σαν εσένα.
Αρκετά μυξόκλαιγες, φώναξε ο άλλος. Κάνε ένα
γρήγορο σχέδιο για το θάνατό σου, γιατί
πλησιάζει.
Παιδιά, παιδιά,
φώναξε ο Σίμονς, ή κάτι παρόμοιο. Αλλά δεν έπιασε
το μήκος κύματός τους. Οι δύο άρχισαν προσεκτικά
να κυκλώνουν ο ένας τον άλλον με ένα αργό πένθιμο
βήμα. Από ψηλά από την πλαγιά κατέβηκε άλλο ένα,
πολύ δυνατότερο τρεμούλιασμα, και η αίσθηση από
κάτι πολύ βαρύ και τρομερά ογκώδες που κατέβαινε
προς το μέρος των πολεμιστών. Το βήμα τους δεν
διακόπηκε, αλλά ο Σίμονς φαντάστηκε ότι ο αγώνας
επρόκειτο να διακοπεί πολύ γρήγορα. Φοβόταν πολύ
ότι το Ρέηλ είχε λιώσει.
Ο Σίμονς δεν
στενοχωρήθηκε που ένιωσε να αποχωρίζεται, να
αποσύρεται από τη σκηνή. Σίγουρα έφευγε. Τον
τραβούσαν από την προσωρινή του κατοικία
ασύλληπτες δυνάμεις και τον πέταξαν
απροστάτευτο στις μοναχικές ερήμους της
έλλειψης ταυτότητας.
Τα βλέφαρα του Σίμονς
άνοιξαν. Και ο ακροατής ήταν αμέσως δίπλα του,
χαϊδεύοντας τα μαλλιά στο μέτωπό του.
«Ησύχασε, Τομ», είπε εκείνη. «Είχες κάποιο
ατύχημα, αλλά βρίσκεσαι σε καλά χέρια. Μη μιλάς,
παρά μόνο αν το θέλεις».
Τα μάτια του Σίμονς την κοίταξαν για λίγο, ύστερα
εξέτασαν το υπόλοιπο δωμάτιο με αργό θαυμασμό.
Τελικά, αφού έψαξε για άλλους τρόπους
επικοινωνίας και κατάλαβε ότι δεν υπήρχαν στην
τωρινή του κατάσταση, κατέφυγε στο λόγο.
«Νομίζω πως ούτε αυτό δεν είμαι εγώ», είπε.
Σώπασε.
Ο ακροατής του δεν ήταν σίγουρος για το νόημα.
«Νομίζω ότι τώρα θα γίνεις καλά», είπε εκείνη
προσεκτικά. «Μόνο μην πιέζεις τον εαυτό σου.
Ανησυχούμε για σένα εδώ και ώρες».
Ο Τόμας την ξανακοίταξε και αναρωτήθηκε για πόση
ώρα θα κατάφερνε να μείνει σ' αυτό τον κόσμο.
«Δεν ξέρω καν την αιτία», είπε αργά.
«Την αιτία για ποιο πράγμα, Τομ;»
«Αυτό είναι που δεν ξέρω», είπε.
Και απότομα, τραβήχτηκε ανήμπορος μακριά, από την
παλίρροια που τον κυριαρχούσε, αφήνοντας πάνω
στο κρεβάτι ένα ακατοίκητο σώμα.
Δεν υπήρχε ούτε ανάγκη, ούτε
δυνατότητα εκλογής προορισμού για τον Σίμονς.
Δεν ήταν σίγουρος αν τον μετέφεραν ένας ή πολλοί,
αλλά όποιος και να 'ταν, ήταν αποφασισμένος να τον
κυριεύσει. Έδειχνε να χαίρεται που τον είχε. Τον
μανουβράριζε, τον έστηνε, τον έβαζε στην πρίζα,
τον άναβε. Αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε
εκτός από το ίδιο το γεγονός των χειρισμών, μέχρι
που, όπως με το άναμμα ενός διακόπτη, ξαφνικά ήταν
εκεί. Όχι πως το εκεί είχε και πολύ νόημα σχετικό
με χώρο. Δεν υπήρχαν αισθητηριακά δεδομένα που να
μπορούσε να απομονώσει, ούτε σώμα, ούτε
περιβάλλον. Υπήρχε μόνο η γνώση ότι βρισκόταν σε
άμεση αντιπαράθεση με κάποιον ή κάτι πολύ ρευστό,
που είχε αντίληψη της παρουσίας του και ήταν πολύ
πρόθυμο να επικοινωνήσει.
Γεια χαρά. Λοιπόν,
αν αυτές δεν ήταν λέξεις, ή ακόμα και αν δεν
υπήρχαν καθόλου λέξεις, αυτή ακριβώς ήταν η ιδέα. Χαίρομαι
που μπόρεσες να'ρθεις. Ένας καινούριος στην πόλη.
Πώς πήγαν τα πράγματα;
Ο Σίμονς αισθάνθηκε
περιστοιχισμένος από χαρούμενη
χτύπα-με-στην-πλάτη εγκαρδιότητα. Ψάχνοντας ένα
γύρω για κάποιο όργανο επικοινωνίας, δεν βρήκε
τίποτε. Αλλά η απάντησή του βγήκε έτσι κι αλλιώς,
και έδειξε να γίνεται κατανοητή.
Όχι πολύ καλά, νομίζω.
Κρίμα. Πάντως, τώρα είναι καλά, τουλάχιστον
έφτασε, έτσι δεν είναι; Θα σε πείραζε να μας πεις
ποιος είσαι;
Αυτή δεν ήταν και πολύ διακριτική ερώτηση για την
ώρα. Ε, δεν ξέρω, άρθρωσε ο Σίμονς. Φαίνεται
ότι τώρα τελευταία ήμουνα πάνω από ένα πρόσωπο.
Μη σε νοιάζει αυτό, είπε η φιλική παρουσία
καθησυχαστικά: Δεν είναι φανερό ότι έχει ένα
κενό μνήμης; δεν σε πειράζει που ρωτάμε, ε; Δώσε
μας μόνο μια γpήγoρη αναφορά για όσα ξέρεις.
Αυτό δεν θα πάρει πολλή ώρα, είπε ο Σίμονς λοξά. Δεν
νομίζω να ξέρω απολύτως τίποτε.
Ένα ζωηρό γέλιο ακούστηκε από πάνω του. Τότε
σίγουρα έχει έρθει στο σωστό μέρος. Εμείς ξέρουμε
κάτι για όλα. Δεν έχεις παρά να ρωτήσεις. Αλλωστε
γιατί είναι οι φίλοι;
Ο Σίμονς εγκατέλειψε το ψάξιμο για σώμα ή για
αισθήσεις που προφανώς αυτή τη φορά δεν του είχαν
δοθεί. Τότε θα μπορούσατε να βοηθήσετε πολύ,
άρχισε. Αν μπορούσατε να μου δώσετε μια ιδέα...
Δεν μου λες, μήπως είσαι Φενδρανός; Κρταστίτης;
Φλοξίνης; Μάλλον είναι Χρονομανής. Κοίτα πόσο
μπερδεμένος είναι!
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι είμαι, είπε
o Σίμονς. Αλήθεια.
Αυτό είναι εντελώς καταπληκτικό, είπαν οι
ακροατές (τής) του. Ας το ελέγξει κάποιος.
Μπορούμε να το διορθώσουμε αυτό; βγάλε μερικά
κυκλώματα από το σύνορο Γκροντέλ. Μπορούμε να τα
διαθέσουμε; Σίγουρα, αυτό είναι αληθινό εύρημα.
Πες μας την ιστορία σου.
Του πήρε ένα λεπτό για να καταλάβει ότι το
τελευταίο απευθυνόταν πάλι σ' αυτόν.
Δεν ξέρω ποιος υποτίθεται ότι είμαι, είπε πάλι. 'H
τι υποτίθεται ότι κάνω. 'Η οτιδήποτε. Ελπίζω οτι
μπορείτε να με βοηθήσετε. Ποιοι είσαστε;
Απλώς εμείς, πέταξε
η φωνή εύθυμα, στον ίδιο τόνο από όλα τα στόματα. Δεν
είναι από εδώ κοντά πάντως. Τουλάχιστον όχι από
μια απόσταση μέχρι καμιά ντουζlνα παρσέκς. Πω, πω,
είναι καταπληκτικός δέκτης. Μπορούμε να λάβουμε
ένδειξη προέλευσης από την πηγή του; Οχι ακόμα,
δώσε μας λίγo καιρό, ε;
Ο Σίμονς προσπάθησε να
διακόψει το σταθερό κύμα από λέξεις. Κοιτάξτε,
μου φαίνεται ότι ξέρετε πολύ περισσότερα για όλα
αυτά από μένα. Δεν μπορείτε να μου δώσετε
τουλάχιστον μερικά βασικά στοιχεία; Σίγουρα θα
με βοηθούσαν, στην κατάσταση που είμαι τώρα.
Φυσικά, φίλε. Δείχνεις να το έχεις ανάγκη. Κάνε
ερωτήσεις, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να
μάθεις οτιδήποτε. Απ' όπου κι αν είναι, είναι
σχεδόν ακριβώς προς το κέντρο γαλαξία μας. Μήπως
θα μπορούσε να είναι από τους Πολιτισμούς του
Πηγαδιού; Ε, φίλε, μήπως έρχεσαι από κάπου κοντά
στο πηγάδι;
Δεν νομίζω. Δεν ξέρω τι είναι αυτό.
Ε, είσαι σε κακό δρόμο.
Κάποιος με τη δική σου δεκτικότητα από κάπου εκεί
κοντά, θα 'πρεπε να μπορούσε να λάβει από το
Πηγάδι οπωσδήποτε. Κοίτα, σου είπαμε κιόλας ότι η
μνήμη του κάνει νερά. Περίμενε, ελέγξαμε για
απάτη; Φυσικά, αμέσως, μήπως νομίζεις ότι
κοιμάμαι; Τότε είναι ειλικρινής. Απλώς ανίδεος.
Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μείνει πολύ. Είναι σε
ένα κύκλο περιστροφής που δεν ελέγχει.
Η διάθεση του Σίμονς
ήταν στα όρια θραύσης της, και εξέπληξε ακόμα και
τον ίδιο η λύσσα της κραυγής του.
ΘΑ ΣΚΑΣΕΤΕ ΓΙΑ ΕΝΑ
ΛΕΠΤΟ;
Ξαφνικά όλα σώπασαν στο μυαλό του.
Ο Σίμονς μαζεύτηκε. Κοιτάξτε, αφού δεν έχω πολύ
καιρό, ας τον χρησιμοποιήσουμε. θα μου λετε κάτι,
ύστερα θα σας λέω εγώ, και πάει λέγοντας, όσο
καιρό θα είμαι εδώ. Εντάξει;
Μικρή παύση. Αυτό είναι λογικό. Μα, αυτό δεν
κάναμε ως τώρα; Φυσικά. Δεν ήταν ανάγκη να
διακόψει. Σε συγχωρούμε, δεν έχεις αγωγή. Δεν
φταις εσύ. Δες αυτή την ένδειξη, δεν είναι από τον
Ομφαλό. Διάβολε, το ξέραμε αυτό, είναι από μέσα,
κοντά στον πυρήνα. Δεν μου λες, φίλε, πού ήσουν
πριν από λίγο;
Αν ακούσετε, θα σας πω. Πριν λίγo ήμουνα για δυο
ώρες σ' ένα πλανήτη τόσο ζεστό που τα μέταλλα
έλιωναν και πάγωναν σαν πάγος.
Το 'πιασες αυτό; βέβαια, θυμίζει τον εσωτερικό
πλανήτη του Μένκαρ. Αυτό είναι λογικό, αν γυρίζει
αντίστροφα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού.
Μπορεί να πάει και στον Ομφαλό. Πρόσεξες τη σκέψη
του για πάγο που παγώνει - αυτό περιορίζει την
προέλευσή του σε μερικούς βασικούς τύπους
κόσμων...
Ο Σίμονς έβγαλε μια νοητή κραυγή. Σωστά! Ο πάγος
είναι φυσικός για μένα ενώ τα λιωμένα μέταλλα δεν
είναι. Πρέπει να είναι από... Όχι, περίμενε, και η
πρωινή καταιγίδα μου φαινόταν τότε αρκετά
φυσική.
Πρωινή καταιγίδα; Η φωνή ακούστηκε κατάπληκτη. Αυτό
δεν το ξέρουμε. Πες μας... Ω, έχουμε πρόβλημα στο
Γκροντέλ. Πλήρης ισχύς μέχρι τα σύνορα, και
πατήστε τα. Η φωνή διακόπηκε απότομα.
Ο Σίμονς περίμενε λίγο, τριγυρισμένος από σιωπή
και τίποτε άλλο. Στο τέλος είπε προσεκτικά: Ναι;
Είναι κανείς εκεί;
Η φωνή ακούστηκε πιο χαμηλή από πριν. Κατά ένα
μέρος, είπε. Μετά, Είσαι ο ακούσιος ταξιδιώτης
μυαλών, ε;
Δεν μίλαγα με σένα προηγουμένως;
Μπορεί, είπε η φωνή. Πιστεύουμε ότι ήσουν σε
θέση να 'χεις ενορατικές αισθήσεις, σωστά; Μήπως
θα μπορούσες να μας πεις πώς είναι αυτό; Ποτέ δεν
μπορέσαμε να το προσεγγίσουμε απευθείας.
Αισθήσεις; Θέλετε να περιγράψω σαν τι
μοιάζουν;
Αν μπορείς.
Ο Σίμονς σκέφτηκε για
λίγο. Η εμπειρία μου είναι μικρή, αλλά μοιάζει
να εξαρτάται από το σώμα στο οποίο βρίσκεται
κανείς. Ίσως θα ξέρετε για τις διαφορές στη
θερμική διασπορά, στο οπτικό μήκος κύματος, στις
διαβαθμίσεις της πίεσης... όλα αυτά. Και ό,τι κι αν
είναι, μεταφράζεται σε ένα φάσμα ποιοτικών
διαφορών με... με μια ειδική αίσθηση μέσα τους.
Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Ήταν η
πρώτη φορά, μέσα σε αρκετές ώρες ύπαρξης απ' όσο
ήταν σε θέση να θυμηθεί, που είχε συμπληρώσει μια
σκέψη και την εξήγησε, και ένιωθε πολύ ωραία.
Αλλά η ΑΙΣΘΗΣΗ, επέμενε η φωνή. Αυτό είναι το
κομμάτι που δεν καταλαβαίνουμε. Σαν τι
αισθάνεσαι;
Πες μου πρώτα πώς είστε εσείς, ρώτησε ο Σίμονς
και πρόσθεσε: Νομίζω ότι είναι η σειρά σου vα
απαντήσεις.
Είμαι... απλώς εμείς, είπε η φωνή. Οι
περισσότεροι από τους άλλους που συναντάμε
μοιάζουν να έχουν αισθήσεις, αλλά δεν μπορούν να
επικοινωνήσουν μαζί μας.
Έχετε... σώματα;
ρώτησε ο Σίμονς.
Πώς να ξέρουμε; ρώτησε η φωνή. Δεν έχω υπόψη
μου κανένα, αλλά αν έχεις δίκιο για τις αισθήσεις,
μπορεί να τις έχουμε και να μην το ξέρουμε,
κατάλαβες; Υπήρχε ένας επισκέπτης πολύ παλιά
που ισχυριζόταν, ενώ μιλούσε μαζί μας, ότι
στεκόταν στη μέση μιας πεδιάδας γεμάτης με
εκατομμύρια κρύσταλλα, λαμπερά και εκθαμβωτικά
τα έλεγε. Και νόμιζε οτι είμαστε εμείς. Αλλά δεν
είμαστε σίγουροι. Νομίζω οτι μπορεί να
αστειευόταν. Πάντως... περίμενε, αρχίζεις να
ξεγλιστράς! Μπορούμε να τον κρατήσουμε; Κόντρα
στον Ομφαλό; Δεν γίνεται, θα πρέπει να
αστειεύεσαι. Ε, φίλε, γύρνα πίσω όποτε θέλεις,
έχουμε πολλά πράγματα να σε ρωτήσουμε. Ποτέ δεν
καταλάβαμε ακριβώς από πού ήρθες. Κοίτα, υπάρχει
μια νέα κατασκευή σκέψης στον Μαλερίθωνα, τρέχα...
Ο Σίμονς αισθάνθηκε
εγκαταλειμμένος και αποσυνδεδεμένος ακόμα και
πριν τραβηχτεί μακριά.
Τα μάτια του Σίμονς
άνοιξαν πάλι. Μια έκφραση έκπληξης σχηματίστηκε
στο πρόσωπό του.
«Έχω ξανάρθει εδώ, έτσι δεν είναι;» ρώτησε. «Πού
βρίσκομαι; »
Η ίδια γυναίκα ήταν πάλι δίπλα στο κρεβάτι.
«Είσαι στο σπίτι σου, Τομ. Σε φέραμε εδώ
κατευθείαν από το εργαστήριο. Ξέρεις τι...»
«Τι μου συμβαίνει; Τι τρέχει;» ρώτησε ο Σίμονς
βιαστικά. «Πες μου τα όλα, τι σημαίνουν όλα αυτά».
Έσπρωξε τα μαλλιά πάνω στο μέτωπό του απαλά.
«Ακόμα προσπαθούμε να καταλάβουμε, Τομ. Πέφτεις
σε μια σειρά από περίεργα κώματα όλο το απόγευμα.
Το βασικό...»
«Γιατί υπάρχω; Ποια είναι η αιτία για όλες αυτές
τις ανοησίες; Πες μου ό,τι ξέρεις».
«Υπάρχει πολύς χρόνος, Τομ. Το βασικό είναι να μη
μιλάς. Δείχνεις να γίνεσαι καλύτερα κάθε φορά που
βγαίνεις από το κώμα. Μήπως μπορείς να φας.:.»
Ο Σίμονς ανακάθισε στο κρεβάτι με χέρια που δεν
είχε καταλάβει ότι διέθετε μέχρι εκείνη τη
στιγμή. «Εδώ ανήκω; Αυτό είναι το σώμα μου; Μπορώ
να μείνω...» Πάγωσε για λίγο, με το κεφάλι
στραμμένο προς την κοπέλα, ύστερα το βλέμμα του
καρφώθηκε σε μια γωνιά του ταβανιού, αλλά σε
τεράστια απόσταση πέρα απ' αυτήν. Τα χείλη του
χώρισαν.
«Ο Ομφαλός;» ρώτησε έκπληκτος και οι αγκώνες του
υποχώρησαν.
Η γυναίκα έσκυψε και έπιασε το σφυγμό του.
«Ξανάφυγε», είπε.
«Ο κύκλος παραμένει σταθερός», είπε ο γιατρός.
«Περίπου δύο ώρες».
Η γυναίκα κοίταξε το σώμα που ήταν τυλιγμένο στα
σεντόνια του κρεβατιού.«Τότε καλέστε με σε δυο
ώρες περίπου», είπε.
Έκανε τρία βήματα,
κατέρρευσε σε μια πολυθρόνα και σε δευτερόλεπτα
είχε φύγει κι αυτή, με το δικό της τρόπο.
Η πρώτη πανικόβλητη
αντίδραση του Σίμονς ήταν να κρατήσει την
αναπνοή του, πράγμα εντελώς γελοίο. Αν το νέο σώμα
του δεν ήταν προσαρμοσμένο στο περιβάλλον του,
δεν θα ήταν ζωντανό για να τον δεχτεί. Πάντως
σημείωσε το γεγονός στη συλλογή του από πιθανά
σημαντικά στοιχεία, που όλο μεγάλωνε. Μπορεί να
μην προερχόταν από οργανισμό που να αναπνέει
μόνο στο νερό.
Ο λασπωμένος βυθός όπου
κυλιόταν, απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση, μέχρι
που χανόταν στο σκοτάδι. Η όρασή του σύντομα
εξουδετερώθηκε από τη μαυρίλα.
Σε αντιστάθμισμα, έδειχνε να διαθέτει μια πολύ
χρήσιμη ικανότητα να εντοπίζει τη θέση και την
υφή των αντικειμένων σε αρκετά μεγάλες
αποστάσεις από τις κατευθύνσεις ροής των
ρευμάτων γύρω του. Αφησε το σώμα του να
παρατηρήσει το περιβάλλον του και με τη σειρά του
παρατήρησε αυτές τις παρατηρήσεις.
Πρωτόγονα φυτά έσερναν
τα φύλλα τους αθόρυβα μέσα στο νερό που κινείτο
ελαφρά. Δεν έδειχναν μεγάλη πολυπλοκότητα και
αισθάνθηκε ότι δεν ήταν τόσο έξυπνα όσο το άλλο
φυτό που είχε γνωρίσει, το ομπρελόδεντρο. Αλλά
συνέχισε να τα παρακολουθεί με το ένα του μάτι. Με
τα άλλα μάτια σημείωσε κοντόχοντρες κατασκευές
σε μεσαία απόσταση, γλοιώδεις και με αμβλείες
πλευρές, που μπορεί να ήταν κατασκευασμένες αλλά
μπορεί και να ήταν έτσι από φυσικού τους. Εδώ κι
εκεί πάνω στον επίπεδο βυθό στέκονταν ακίνητοι
σκοτεινοί βράχοι όλων των μεγεθών. Αυτούς τους
κοίταξε με περιέργεια, νιώθοντας ότι και ο ίδιος
τώρα έμοιαζε με βράχο, αλλά διατήρησαν την
ακινησία τους.
Ο Σίμονς προσπάθησε να
κινηθεί, αλλά κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο. Δεν
υπήρχε μυϊκή ανταπόκριση σε ό,τι ζητούσε από το
σώμα του, που έμοιαζε εντελώς ακατάλληλο σαν
κέλυφος ζωής για οποιοδήποτε πλάσμα.
Ήταν περιορισμένος
στις αισθήσεις του, που δεν περιλάμβαναν ούτε
στόμα ούτε αυτιά που να μπορούσε να εντοπίσει.
Υπήρχε μόνο η βαριά και συμπαγής αίσθηση του
σώματός του, της περιορισμένης όρασης και της
λεπτομερούς εικόνας που σχημάτιζε με κάθε αλλαγή
στη διεύθυνση, στην πίεση, στη θερμοκρασία και
στην περιεκτικότητα σε αλάτι των ρευμάτων που
τον τριγύριζαν.
Εστίασε πάλι στο τοπίο μπροστά του και
αναρωτήθηκε. Σίγουρα ο πιο κοντινός βράχος,
χαμηλότερα από αυτόν, είχε κινηθεί λίγο. 'Οχι
ακριβώς προς την κατεύθυνσή του, αλλά ήταν
σίγουρα πιο κοντά από πριν. Τον παρατήρησε λίγο,
αλλά δεν κινήθηκε.
Υπήρχε κάτι το γνώριμο
σ' αυτή την κατάσταση, βαθιά πίσω από το μέρος του
μυαλού του που του ήταν προσιτό. Το απαλό
λίκνισμα των υδρόβιων φυτών, η κίνηση του θολού
νερού, η σύνθλιψη της λάσπης δίπλα του. Αντίθετα,
δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος με το ίδιο του το
σώμα. Δεν μπορούσε να σχηματίσει καμία εικόνα για
το πώς έμοιαζε.
Τώρα ήταν σίγουρος ότι
ο βράχος είχε κινηθεί πάλι, όση ώρα δεν τον
κοίταζε, στρίβοντας προς τα αριστερά του.
Επικέντρωσε τις αισθήσεις του σ' αυτόν,
αποφασισμένος να μην τον αφήσει να του
ξεγλιστρήσει πάλι.
Τίποτε δεν έγινε για
πολλή ώρα. Μετά, μακριά δεξιά του, αντιλήφθηκε τον
απότομο σχηματισμό μιας μεγάλης φυσαλίδας που
ανέβαινε γρήγορα διασχίζοντας το νερό. Τα μάτια
του δεν μπορούσαν να κινηθούν, αλλά την
αισθανόταν να πετάει ψηλά, σέρνοντας λεπτά
πλοκάμια, από μερικά από τα οποία κρέμονταν βαριά
αντικείμενα που θύμιζαν ξεραμένα κομμάτια
λάσπης. Σηκώθηκε και εξαφανίστηκε στα ύψη.
Ο Σίμονς ενοχλήθηκε
συνειδητοποιώντας ότι o γειτονικός «βράχος» είχε
φτάσει, χωρίς να το καταλάβει, σε μια θέση λίγα
μόλις μέτρα από αυτόν και τον παρατηρούσε
παγωμένα. Από αυτή την απόσταση έμοιαζε κάπως
λιγότερο με απλό βράχο. Ο Σίμονς υπέθεσε ότι τώρα
μπορούσε να φανταστεί σαν τι έμοιαζε και ο ίδιος.
Το σώμα έδειχνε άχαρο.
Το ανώτερο τμήμα του προεξείχε σαν κοιλιά
μεθύστακα πάνω από σφιγμένη ζώνη. Το πρόσωπο, που
εντοπιζόταν μόνο από τα τρία μάτια, ήταν πλατύ
και παχύ. Τα μάτια ήταν, περιέργως, ένα ζωηρό και
διαπεραστικό γαλάζιο. Όλες οι πλευρές του
πλάσματος ήταν σκεπασμένες με σειρές από κρόσσια
ή βλεφαρίδες που πάλλονταν ελαφρά με τα ρεύματα.
Ο Σίμονς, μην έχοντας κανένα γνωστό όργανο
ομιλίας, αναρωτήθηκε πώς θα επικοινωνούσε.
Προσπάθησε να κλείσει το μάτι με νόημα, ύστερα να
κουνήσει τα κρόσσια που υπέθετε ότι είχε, και τα
δυο χωρίς αποτέλεσμα. Τι άχρηστο που ήταν αυτό το
σώμα! Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε μ' αυτό.
Μια σκέψη εισχώρησε στο
μυαλό του. Πήγαινε σπίτι σου. Δεν ανήκεις εδώ.
Ο Σίμονς επέπληξε νοερά τον εαυτό του που ξέχασε
την πιθανότητα της τηλεπάθειας. Αφησε να
μιλήσουν οι αντιδράσεις του σώματός του,
δίνοντάς τους περιεχόμενο.
Μόλις αναρωτιόμουν αν
ανήκω εδώ ή όχι. Είσαι εντελώς σίγουρος ότι δεν
ανήκω;
Το πλάσμα κουνήθηκε νευρικά μέσα στο νερό, λίγα
εκατοστά δεξιά-αριστερά.
Όχι εδώ, όχι εδώ! Είσαι κάποιο είδος από έξω. Τώρα
φύγε. Ενοχλείς την οικογένεια.
Δεν μπορώ να πάω σπίτι, διαμαρτυρήθηκε ο
Σίμονς. Δεν ξέρω αν έχω σπίτι, ακόμα λιγότερο
πού είναι, αν έχω. Δεν ξέρω πώς ήρθα εδώ, ή πώς να
φύγω.
Η ίδια ιστορία, είπε ο άλλος γκρινιάρικα. Αυτό
λένε όλοι. Βολεύτηκε ανάλογα με το ρεύμα. Αν
αρνείσαι να φύγεις, τότε τουλάχιστον πάψε. Δεν
έχω διάθεση. Έκλεισε τα μάτια του και τα
αισθητήρια όργανα στα πλευρά του σταμάτησαν να
κινούνται.
Έγινε μια μακριά παύση.
Ο Σίμονς δεν ήταν σίγουρος αν θα κέρδιζε κάτι από
την περαιτέρω συζήτηση. Προφανώς επρόκειτο να
αλλάξει σώμα ξανά. Αν ανακάλυπτε ότι θα έπρεπε να
μείνει εδώ, θα ξανάρχιζε τη συζήτηση.
Αλλά δεν μπορούσε να κρατήσει αυτή την απόφαση.
Χρειαζόταν πληροφορίες. Θυμήθηκε, κάνε
ερωτήσεις, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να
μάθεις οτιδήποτε, και πριν απ' αυτό, δεν μπορείς vα
καταλήξεις πουθενά αν δεν ξέρεις ποιος είσαι.
Έλπισε να είναι καλή η συμβουλή. Ήταν η μόνη που
είχε.
Ξύπνησε κανάλια σκέψης. Λυπάμαι αληθινά που
ενοχλώ, σκέφτηκε, αλλά βλέπεις, αυτή είναι η
κατάσταση μου, και σε μια έκρηξη αναμνήσεων
περιέγραψε τη ζωή των τελευταίων ωρών όπως τη
θυμόταν, ένα κύμα εικόνων και αισθήσεων χωρίς
λόγια. Πρόσεξε ένα ίχνος αυτολύπησης στην
πλημμυρίδα που δεν είχε εντοπίσει μέσα του μέχρι
που αντικειμενοποιήθηκε. Είμαι τόσο τρελός
άραγε; αναρωτήθηκε.
Τα μάτια του πλάσματος άνοιξαν διάπλατα και τον
κοίταξαν σοβαρά για ένα λεπτό. Μετά έβγαλε μια
φωνή.
Ε, μαμά. Μαμά!
Από το πουθενά, ένας μεγάλος βράχος εμφανίστηκε
κάτω από τον Σίμονς.
Μή φωνάζεις έτσι, Ζηφ. Ο μπαμπάς σου δουλεύει.
Μα υπάρχει άλλος ένας εισβολέας στον Κορλή. Ένας
πολύ περίεργος εισβολέας.
Και λοιπόν; Αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά. Γι' αυτό
είναι φτιαγμένος ο Κορλή; έτσι δεν είναι, Ζήφερυ;
Αλλά αυτός έχει πρόβλημα, είπε ο Ζήφερυ. Ακου,
μαμά, και το περιεχόμενο όλων των εμπειριών του
Σίμονς διοχετεύτηκε μέσα σ' ένα λεπτό σε άλλο ένα
μυαλό.
Ο Σίμονς περίμενε όσο η νεοφερμένη χώνευε τις
πληροφορίες. Μετά εκείνη γύρισε τα λαμπερά
γαλάζια μάτια της σ' αυτόν.
Λοιπόν, κύριε, έχετε φασαρίες;
Αυτό σκεφτόμουν
και εγώ, παραδέχτηκε ο Σίμονς. Μακάρι να
μπορούσαμε να σας βοηθήσουμε, είπε
η Μαμά, αλλά δεν βλέπω πώς. Το μόνο που μπορούμε
είναι να κρατάμε την τάξη στον Ομφαλό, δεν
γίνεται να νοιαζόμαστε για όλα εσάς τα περίεργα
πλάσματα εκεί έξω. Αλλά ελπίζω να βρείτε το σπίτι
σας.
Κι εγώ το ίδιο, τιτίβισε ο Ζήφερυ. Σκέψου, να
μην ξέρεις ούτε πού ανήκεις. Θα χα τρελαθεί!
Θέλετε να φάτε κάτι; ρώτησε η Μαμά. Αυτό,
τουλάχιστον μπορούμε να σας το δώσουμε. Κανένας
από τους προηγούμενους οικοδεσπότες σας δεν το
σκέφτηκε αυτό. Ντροπή τους.
Δεν μπορεί να φάει, μαμά, είπε ο Ζηφ με
συμπάθεια. Είναι κακοφτιαγμένος.
Ο Σίμονς αναρωτήθηκε
πώς δεν αισθανόταν έκπληξη να βρίσκεται εδώ στο
βυθό και να του προσφέρουν κοτόσουπα δύο βράχοι.
Κοτόσουπα! Από πού ξεπήδησε αυτό; Το πρόσθεσε στο
φάκελό του.
Η μεγαλύτερη βοήθεια
που μπορείτε να μου δώσετε είναι πληροφορίες,
πρότεινε.
Η Μαμά έμεινε σιωπηλή
για λίγο.
Δεν μπορώ να σου πω πολλά πράγματα για τον Ομφαλό,
είπε τελικά. Μας αρέσει αυτό που έχουμε εδώ, και
δεν θέλουμε να το διαδώσουμε. Ήρθαν πολλοί
εισβολείς στο σώμα του Κορλή, αν και οι
περισσότεροι ήξεραν από πού έρχονται και τι
ψάχνουν. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περίεργα
και συχνά μάλλον δυσάρεστα πλάσματα έχουν κάτσει
εκεί που είσαστε τώρα εσείς, κύριε. Πλάσματα που
θέλουν να μας κατακτήσουν, ή να κλέψουν τα
κειμήλιά μας, ή να μας αναγκάσουν να
κατασκευάσουμε ηλιθιότητες γι' αυτά, ή να μας
καταβροχθίσουν το φαϊ, ή να αλλάξουν τη γνώμη
μας... είναι τρομερό.
Έδειχνε πολύ πεσμένη.
Πρέπει να 'ναι δύσκολο για τον Κορλή, σκέφτηκε ο
Σίμονς, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να εντοπίσει
ίχνη των προκατόχων του.
Η Μαμά γέλασε, μια νοητή
τρίλια που προκάλεσε μηχανικά ένα ιδεατό
χαμόγελο στον Σίμονς. Ω, δεν υπάρχει πια ο Κορλή,
εξήγησε. Ήταν κακοφτιαγμένος από γεννησιμιού
του, θα πέθαινε έτσι κι αλλιώς. Απλώς τον
κρατήσαμε στη ζωή, ενισχύσαμε τους αδένες του και
βγάλαμε το υπόλοιπο μυαλό. 'Ετσι, οποιοδήποτε
από τα τέρατα που τριγυρνάνε στο διάστημα
κουβαληθεί, θα εγκατασταθεί σ' αυτόν και όχι σε
κάποιον από μας. Και φυσικά, κύριε, καθώς είναι
απολύτως ακίνητος, αργά ή γpήγoρα βαριούνται και
γυρίζουν πίσω στην πατρίδα τους. Κανείς δεν έχει
εισβάλει στον Ομφαλό με επιτυχία, όχι, κύριε.
Γέλασε πάλι. Σαν αστραπή, σκέφτηκε ο Σίμονς,
ύστερα σκεφτικός, πρόσθεσε και αυτό στο
αρχείο του.
Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας που μου τα λέτε
όλα αυτά, κυρία, είπε ο Σίμονς. Αν έχετε τόσο
σοβαρό λόγο να μην εμπιστεύεστε τους ξένους.
Ω, μα εσείς
συμμετείχατε, είπε η Μαμά. Μας δώσατε όλες τις
σκέψεις και τα αισθήματά σας, κύριε Σίμονς. Πώς
μπορούμε να μη σας εμπιστευόμαστε τώρα; Όχι πως
σας καταλαβαίνουμε πολύ καλά, αλλά τώρα που σας
γνωρίσαμε πρέπει να σας σεβαστούμε.
Δεν γνωρίσαμε και πολλά, έτσι δεν είναι, μαμά,
είπε ο Ζηφ. Είναι μόλις επτά ωρών. Ακόμα
μικρότερος και από μένα!
Είναι σίγουρα πολύ
μεγαλύτερος από σένα, Ζήφερυ, είπε η Μαμά
υπομονετικά. Αλλά κάτι καταστροφικό του συνέβη
πρόσφατα, και έχασε τον εαυτό του. Τώρα πρέπει να
αρχίσει πάλι από την αρχή. Είναι κρίμα. Λοιπόν,
θα κάνω ό,τι μπορώ. Να κάτι για να πάρετε μαζί σας,
κύριε, ένα μικρό ενθύμιο, με τις ευχές μας για
επιστροφή στην πατρίδα.
Και έξαφνα μια πλημμύρα
κατανόησης γέμισε το μυαλό του Σίμονς. Ήταν η
ολότητα του Ομφαλού, η μεγάλη φυσαλίδα που ήταν
τόσο γεμάτη με φροντίδα και με αγάπη, όσο και με
νερό. Όλα συγκεντρωμένα σε μια μοναδική εικόνα
θαλπωρής, σπιτιού, οικογένειας, ασφάλειας και
κλεισμένα στην άκρη με ένα μικρό, καθαρό νοητικό
τερτίπι που θα τον εμπόδιζε να τα μεταφέρει ποτέ
σε κάποιον άλλον.
Και τη στιγμή που έλαβε αυτή την εικόνα σ' όλη τη
μεγαλόπρεπη ομορφιά της, ο Σίμονς τραβήχτηκε
μακριά από τον Ομφαλό, από δυνατότερα ρεύματα,
αόρατα όσο και ακατανίκητα.
Ο Σίμονς ανασηκώθηκε
κλαίγοντας και η γυναίκα ήταν εκεί και τον
κρατούσε σφιχτά.
«Εντάξει, Τομ, εντάξει. Είμαι εδώ».
Απλωσε και τα δυο του χέρια και την έπιασε, με
ασυγκράτητους λυγμούς.
«Τι τρέχει, Τομ; Είσαι καλά;»
Την άφησε και έπεσε πίσω στα μαξιλάρια, ενώ
σκούπιζε τα μάτια του τόσο φυσικά, σαν τα χέρια να
ήταν δικά του. Κράτησε την ανάσα του.
«Ήταν ο Ομφαλός», είπε τελικά. «Με πλήγωσε».
Έσκυψε από πάνω του, και ένα απαλό χέρι χάιδεψε
την υγρασία στα μάγουλά του. «Μίλησέ μου γι' αυτό
αν θες», είπε εκείνη. «Μόνο αν θες. Δεν ξέρουμε
ακόμα τι σου συμβαίνει. Αλλά προσπαθούμε».
Την κοίταξε και τα μάτια του πλανήθηκαν στο
πρόσωπό της σαν να την έβλεπε επιτέλους για πρώτη
φορά. «Μόλις μου έδειξαν τον Ομφαλό», επανέλαβε.
«Έναν εξαιρετικά σφιχτό σύνδεσμο... κάπου. Ένα
μέρος για να ανήκεις. Ένα σπίτι». Σφίχτηκε. «Θεέ
μου, θέλω ένα μέρος για να ανήκω. Αλλά όχι τον
Ομφαλό. Αυτό δεν θα 'ταν ποτέ δικό μου. Είναι για
κάποιον άλλον. Πρέπει να υπάρχει ένα μέρος για
μένα κάπου». Κοίταξε γύρω του, στο δωμάτιο, τις
κουρτίνες, τη λάμπα, το ενυδρείο, το ρολόι.
«Αυτό είναι το μέρος σου, Τομ», είπε εκείνη με
ήσυχη σιγουριά. «Ανήκεις εδώ. Και σύντομα θα
μπορέσουμε να σε κρατήσουμε εδώ. Κάθε φορά που
γυρίζεις κάθεσαι περισσότερο. Τελικά θα σε
φέρουμε πίσω για πάντα. Μην ανησυχείς».
Έπιανε τα άσπρα σεντόνια με θαυμασμό. «Μακάρι να
μπορούσα να το πιστέψω», είπε, και μετά,
κοιτάζοντάς την ξανά: «Και ποια είσαι εσύ;»
Η ξαφνική έκφραση πόνου στο πρόσωπό της έσβησε σ'
ένα λεπτό. «Είμαι μια παλιά φίλη, Τομ», είπε ήρεμα.
«Θα θυμηθείς όταν θα γίνεις καλά».
«Αυτός είναι λοιπόν ο τόπος μου, ο κόσμος μου;»
ρώτησε διπλώνοντας τα δάχτυλά του με περιέργεια.
«Και αυτό είναι προφανώς το σώμα μου;»
«Πώς μπορείς να αμφιβάλλεις;»
«Είχα τόσους πολλούς κόσμους και σώματα
τελευταία», είπε αργά. «Δεν είμαι ακόμα έτοιμος
να εμπιστευτώ αυτό. Αλλά πραγματικά φαίνεται ότι
ξαναγυρνάω συνεχώς εδώ. Και δεν μπορώ να
επικοινωνήσω με κανένα προηγούμενο κάτοχο αυτού
του σώματος... Θα 'θελα να το πιστέψω», είπε πάλι.
Υπήρχε μια περίεργη
έκφραση στο πρόσωπό της. «Αλλοι κόσμοι», είπε.
«Αλλα σώματα; Τομ, πού ακριβώς πας όταν... φεύγεις
από δώ;»
Μπορεί και να της απαντούσε, αν ήταν ακόμα εκεί.
Ο Σίμονς βρέθηκε σε ένα περιβάλλον
που τον καθησύχασε με την οικειότητά του. Το
γεγονός ότι ακόμα δεν μπορούσε να θυμηθεί το δικό
του περιβάλλον, στο οποίο θα πρέπει να αναφέρεται
η αίσθηση της οικειότητας, υποχωρούσε μπροστά
στην ανακούφιση να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε
ένα κόσμο πολύ πιο παραπλήσιο προς το δικό του απ'
ό,τι είχε δει σε όλες τις ώρες που θυμόταν.
Στεκόταν όρθιος
(όρθιος! Φαινόταν τόσο φυσικό!) πάνω σε
κοντόχοντρα πόδια, σε κάτι που θα μπορούσε να
ονομαστεί μπαλκόνι και έβλεπε κάτι που ήταν
σχεδόν σίγουρα μια πόλη, και από πάνω του ήταν
ένας ουρανός γεμάτος με κάτι που θα μπορούσαν να
είναι σύννεφα. Η μικρή διαφορά (οι βάσεις των
κτιρίων ήταν μικρότερες από τις κορυφές τους, το
κυρίαρχο χρώμα της ατμόσφαιρας ήταν ένα πλούσιο
πορτοκαλί, και το σώμα του έμοιαζε να είναι
εντελώς κλεισμένο σε φλούδα) φάνταζε σχετικά
ασήμαντη, μπροστά σε όσα είχε περάσει τελευταία.
Το σώμα μέσα στο οποίο
βρέθηκε, ακόμα κι αν του θύμιζε έναν ογκώδη κορμό
δέντρου, έμοιαζε κάτι
που θα μπορούσε να συνηθίσει. Τουλάχιστον ήταν
ένα άτομο.
Ο οικοδεσπότης του κατάλαβε αμέσως την παρουσία
του.
«Μπα, τι έκπληξη είναι αυτή; Νομίζω ότι έχω ένα
φιλοξενούμενο. Καλώς ήλθατε, κύριε. Με ακούτε;»
«Αρκετά καλά», είπε ο Σίμονς. «Με συγχωρείτε για
την αδιακρισία».
«Καθόλου, καθόλου. Ευχαρίστησή μου. Επιτρέψτε μου
να συστηθώ, αλφ-Κουάτρ λετ-Μίμας, καλλιτέχνης
στην αυλή του Φλέηντζ. Θα θέλατε να δείτε μερικές
από τις τελευταίες μου δημιουργίες;»
Χωρίς να περιμένει τις άλλες μισές συστάσεις, o
αλφ-Κουάτρ απομακρύνθηκε από το στηθαίο και
περπάτησε πάνω σε άκρα που θύμιζαν ρίζες, κατά
μήκος ενός οβάλ προθαλάμου προς τα μέσα δωμάτια.
Εδώ υπήρχαν ράφια, τραπέζια και πεζούλια γεμάτα
με περίπλοκα αντικείμενα ασαφούς προορισμού. Ο
αλφ-Κουάτρ σταμάτησε ένα λεπτό και ύστερα,
απλώνοντας ένα χέρι που ο Σίμονς θεώρησε κατά
μισό μέτρο πιο μακρύ απ' ό,τι θα 'πρεπε, έβγαλε ένα
αντικείμενο από μια εσοχή του τοίχου.
«Ελπίζω να σου αρέσει
αυτό. Είναι για πέταμα, φυσικά, αλλά πιστεύω ότι
διαθέτει κάποια γοητεία. Καταλαβαίνεις τι λέω,
φαντάζομαι».
Ο Σίμονς δυσκολεύτηκε
να συγκεντρωθεί στο επεξεργασμένο αντικείμενο,
γιατί ο οικοδεσπότης του, στου οποίου τα οπτικά
όργανα ήταν περιορισμένος, δεν το κοιτούσε
απευθείας. Αποτελείτο από στριμμένες ίνες
κάποιας πλαστικής ύλης, κεντημένες σε μια όρθια
κατασκευή ασαφούς σημασίας...
«Δεν το καταλαβαίνω», παραδέχτηκε ο Σίμονς. «Δεν
ξέρω τι υποτίθεται ότι είναι». Πραγματικά
υπήρχαν άλλα θέματα που θα προτιμούσε να
συζητήσει όσο ήταν εδώ.
Ο αλφ-Κουάτρ λετ-Μίμας κάγχασε.«Το φανταζόμουνα! Είσαι
ηλίθιος, έτσι δεν είναι; Κοίτα εδώ, αν είσαι
εντελώς ανίδεος, καλά θα κάνεις να γυρίσεις από
εκεί που ήρθες. Κανείς δεν σε κάλεσε εδώ, ξέρεις».
Ο Σίμονς αισθάνθηκε να οπισθοχωρεί διανοητικά
από την ένταση της ειρωνείας του άλλου. «Ε, με
συγχωρείς», είπε. «Απλώς εννοούσα ότι αυτό είναι
τόσο διαφορετικό από ό,τι έχω συνηθίσει. Δεν ξέρω
πώς να το κρίνω. Πάντως καταλαβαίνω ότι είναι
ωραίο».
«Είναι, δεν είναι;» είπε ο οικοδεσπότης του,
μαλακωμένος. «Δεν θα σου πάρει καιρό να μάθεις να
το εκτιμάς. Τελικά είσαι μάλλον τυχερός που
διάλεξες εμένα για να σε φιλοξενήσω. Μερικοί από
αυτούς τους δήθεν καλλιτέχνες ικανοποιούνται με
μάλλον πρόστυχη δουλειά. Έλα να σου δείξω κάτι
πιο πρωτοποριακό».
Διέσχισε το φορτωμένο εργαστήριο. «Αυτό είναι
ένα πραγματάκι που παιδεύω καιρό τώρα. Ξέρω ότι
θα...»
Ο αλφ-Κουάτρ διακόπηκε από κάτι που ήταν προφανώς
το νοερό αντίστοιχο ενός χτυπήματος στην πόρτα.
«Όχι τώρα», σκέφτηκε ο αλφ-Κουάτρ ενοχλημένος.
«Έχω επισκέψεις».
«Το ξέρω αυτό», ήρθε μια άλλη σκέψη, τσαντισμένη.
«Και είναι πολύ αγενές εκ μέρους σου να τον
κρατάς για σένα. Ξέρεις ότι θέλω να πληροφορούμαι
για όλους τους επισκέπτες. Τώρα πέρασέ τον σε
μένα».
«Διαμαρτύρομαι, Υψηλότατε», ο αλφ-Κουάτρ σφύριξε
έξαλλος. «Αυτός ο κύριος είναι γνώστης των τεχνών
και δεν ενδιαφέρεται για τις πολιτικές σας
μηδαμινότητες...»
Κατά κάποιο τρόπο στη
διάρκεια αυτής της λογομαχίας, ο Σίμονς ένιωσε να
αλλάζει το οπτικό του πεδίο. Το ατελιέ του
αλφ-Κουάτρ θάμπωνε, και κοιτούσε μέσα από ένα
κοντόχοντρο σώμα που καθόταν πάνω σε κάτι που
θύμιζε θρόνο, με μερικές παραχωρήσεις για
παραλλαγές από πολιτισμό σε πολιτισμό. Από κει
που ήταν αρχικά οικοδεσπότης του, ο καλλιτέχνης
της αυλής είχε γίνει μια απλή μακρινή φωνή που
ξεστόμιζε απειλές.
«Λοιπόν», είπε ο νέος
του οικοδεσπότης, κόβοντας με μια νοητική
απώθηση την επικοινωνία με τον αλφ-Κουάτρ που
μουρμούριζε ακόμα, «τώρα που σώθηκες από αυτή την
τρομερή βαρεμάρα, επίτρεψέ μου να συστηθώ. Είμαι
ο χαρ-Ναστ λετ-Ραγκελ, ιμπεριάρχης του Φλέηντζ,
που αν μου επιτρέπεις νομίζω ότι έχω κάνει ένα
από τα καλύτερα κράτη, αν όχι το καλύτερο, σε όλο
τον εξωτερικό Γκορνέστ. Ελπίζω να μου επιτρέψεις
να σε ξεναγήσω για λίγο στην επικράτειά μου...»
«Αγάπη», έφτασε ένας νοητός ψίθυρος από μια νέα
πηγή, «άσε με πρώτα ένα λεπτό, σε παρακαλώ, με τον
προσκεκλημένο μας. Το έχεις υποσχεθεί».
Ο ιμπεριάρχης του Φλέηντζ πάτησε τα πόδια του
στην εξέδρα με θυμό. «Χάσου από δω γυναίκα»,
πέταξε. «Δεν μπορώ ποτέ να έχω την ευχαρίστηση
μιας κρατικής επίσκεψης χωρίς να παρεμβαίνουν τα
θηλυκά μέλη της οικογένειας;»
«Πως τολμάς να μου μιλάς έτσι, Ναστ, μπροστά σε
ξένους; Εχω καλό μυαλό...»
Ο χαρ-Ναστ έκοψε απότομα την επικοινωνία και
βούλιαξε ξανά στο θρόνο του. «Ξέρεις, ποτέ της δεν
είχε. Καλό μυαλό. Αλλά τι σώμα. Φτιαγμένο σαν
γκλερτς. Ας φύγουμε για λίγο μέχρι να ηρεμήσει...»
Εκείνη τη στιγμή άνοιξαν απότομα οι διπλές
πόρτες της αίθουσας και εμφανίστηκε ένας έξαλλος
αλφ-Κουάτρ λετ-Μίμας. 'Ορμηξε προς το θρόνο,
κραδαίνοντας ένα μακρύ αιχμηρό αντικείμενο με
κάπως απειλητική όψη. Ο ιμπεριάρχης σηκώθηκε
όρθιος, αρπάζοντας ένα όπλο από τον τοίχο που
ήταν πίσω του. Ο Σίμονς ένιωσε να τον
παραμερίζουν και κρεμάστηκε ανάμεσα στους
οικοδεσπότες του για ένα λεπτό, πριν τον αρπάξει
ένα άλλο μυαλό και τον απομακρύνει σταθερά...
Ήταν κουρνιασμένος στην ηλιόλουστη γωνιά μιας
αυλής, κάτω από τη σκιά μιας από τις κατασκευές σε
σχήμα ανάποδου κώνου. Μικρά ευκίνητα άκρα
σήκωσαν ένα αντικείμενο μπρος στα καινούρια του
μάτια. Ήταν ένα μικρό σκαλιστό ομοίωμα ενός...
κάτι που θύμιζε κορμό δέντρου.
«Δεν είναι αυτή η
κουκλίτσα η πιο ωραία κουκλίτσα στον κόσμο; Πάω
στοίχημα ότι σου αρέσει πολύ, γιατί αν δεν σου
αρέσει...»
Ο Σίμονς ανακάθισε απότομα στο κρεββάτι.
«Τομ. Γύρισες, έτσι δεν είναι;»
Κούνησε το κεφάλι του, παρατηρώντας προσεκτικά
τα ανήσυχα χαρακτηριστικά του προσώπου της. «Σε
θυμάμαι».
Το πρόσωπό της έλαμψε με ανακούφιση. «Δόξα τω
Θεώ».
«Ναι, είσαι εδώ κάθε φορά που περνάω απ' αυτό το
καταραμένο μέρος. Αν δεν μπορείς να κάνεις τίποτε
για την κατάστασή μου, θα πρέπει να μπορέσω εγώ.
Φύγε απ' τη μέση, σε παρακαλώ. Θα σηκωθώ».
«'Ισως θα έπρεπε να μείνεις στο κρεβάτι λίγο
ακόμα, Τομ. Μπορεί να μην είναι ασφαλές...»
«Για το Θεό, γυναίκα. 'Ο,τι και να μου συμβαίνει,
δεν είναι αρρώστια. Μη μου κάνεις χατίρια». Μετά,
κοιτάζοντας το έκπληκτο πρόσωπό της: «Δεν είναι
ότι δεν εκτιμώ που προσπαθείς να με φροντίσεις,
αλλά δεν είναι ανάγκη».
Κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι και με την
υπερβολική προσοχή ενός αρχάριου, σηκώθηκε και
έκανε δύο βήματα. Με ένα απαλό χαμόγελο στάθηκε
μπροστά της και υποκλίθηκε ελαφρά.
«Επίτρεψέ μου να συστηθώ», είπε επίσημα. «Τόμας
Σίμονς, πολλών σωμάτων και τόπων, για λίγο εδώ και
στη διάθεσή σας. 'Εχω επισκεφθεί τις μυριάδες
χώρες του βασιλείου μου και θα διηγηθώ τις
περιπέτειές μου για ευχαρίστησή σου. Απ' όσο ξέρω,
κανείς άλλος δεν είχε ποτέ την αμφίβολη τιμή να
πετύχει τέτοια κατορθώματα».
«Σε παρακαλώ Τομ, θα προτιμούσα...»
«Αλλά πρώτα, αν θες, πολύ θα εκτιμούσα κάτι
φαγώσιμο. Υποθέτω ότι ακόμα και σ' αυτή την
ξεχασμένη γωνιά του Σύμπαντος καταναλώνετε
τρόφιμα»,
Ένευσε καταφατικά και σήκωσε το τηλέφωνο. Μίλησε
στο μικρόφωνο χωρίς να καλέσει αριθμό. «Στείλτε
φαγητό. Πεινάει», και κατέβασε το ακουστικό.
«Πολύ καλά», είπε ο Τόμας Σίμονς. «Και τώρα άσε με
να σου εξηγήσω ποια είναι η κατάσταση. Πηδάω από
κόσμο σε κόσμο. Υποθέτω ότι είναι κάτι που δεν
γίνεται συνήθως, παρ' όλα αυτά το κάνω. Είναι θέμα
χρόνου να μάθω να ελέγχω τη διαδικασία και τότε,
ε, θα 'ναι μάλλον αρετή παρά μειονέκτημα. Γι' αυτό
μην ανησυχείς για μένα, εντάξει;»
«Πιστεύεις ότι πηγαίνεις πραγματικά σε άλλους
κόσμους;» ρώτησε με έκπληξη.
«Θα προτιμούσα να μη με κοίταζες σαν να μη με
πιστεύεις».
«Αλλά... πηγαίνεις άραγε τηλεπαθητικά;»
Την κοίταξε με έκπληξη.
«Τι ξέρεις για την τηλεπάθεια; »
«Να, γι' αυτό έγινε το πείραμα, Τομ. Αλήθεια, δεν
θυμάσαι; Προσπαθούσαμε, για δωδέκατη φορά, να σου
προκαλέσουμε μια κατάσταση τηλεπάθειας!».
Την κοίταξε
συλλογισμένος. «Τότε», είπε τελικά, «το πείραμα
δούλεψε εκδικητικά. Τώρα βρίσκομαι σε
τηλεπαθητική επικοινωνία με πλάσματα που
βρίσκονται έτη φωτός μακριά, με τυχαίο τρόπο.
Αλήθεια, μήπως αυτή η κατάσταση είναι κάτι που να
ξέρεις να το σταματήσεις;»
Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αλλά, Τομ, αν
είσαι τηλεπαθητικός, πρέπει να ξέρεις τι
σκέφτομαι εγώ. Δεν γίνεται να μπαίνεις στο μυαλό
όλων των πλασμάτων του σύμπάντος και να μην
μπαίνεις στα ανθρώπινα μυαλά στη Γη, έτσι δεν
είναι;»
Έγινε μια μακριά παύση
καθώς την κοίταξε, αναλογιζόμενος το επιχείρημά
της, και μετά εκείνη μόλις πρόλαβε να τον πιάσει
την ώρα που έπεφτε.
Ο Σίμονς
παρακολουθούσε τώρα πιο στενά αυτό που του
συνέβαινε. Το νέο τράβηγμα μπήκε στο μυαλό του μ'
ένα τίναγμα, μακρινό αλλά σίγουρο, αν το πρόσεχε
κανείς. Για λίγα λεπτά το νέο στοιχείο απλά ήταν
εκεί, χωρίς περιεχόμενο, ύστερα άρχιζε να
διαπερνά τις σκέψεις του με μια αίσθηση
αυθεντικότητας που δεν μπορούσε να αντικρούσει
το ανθρώπινο περιβάλλον του.
Το εκεί γινόταν πιο
αληθινό, πιο ζωντανό, από το εδώ. Ύστερα το εκεί
και το εδώ άλλαζαν θέση. Υπήρχε μια στιγμή που το
τράβηγμα μεγάλωνε, πολλαπλασιαζόταν σ' ένα
μεγάλο αριθμό μικρών προσκλήσεων. Τότε το ίδιο
του το μυαλό σε κάποιο επίπεδο που δεν μπορούσε
να ελέγξει, διάλεγε μία, φαινομενικά στην τύχη,
ενώ οι άλλες ξεθώριαζαν. Η επιλεγμένη πρόσκληση
άπλωνε και γινόταν ο κόσμος. H πολλαπλότητα
έσβηνε και βρισκόταν τώρα σ' ένα καινούριο εδώ.
Αν οτιδήποτε απ' αυτά
είχε την παραμικρή λογική. Στάθηκε, και
προσπάθησε να εξετάσει την κατάστασή του. Το
περιβάλλον του ήταν ασαφές, αλλά είχε αρχίσει να
το περιμένει αυτό. Θα είχε μπερδευτεί αν δεν ήταν.
Αλλά όλα ήταν όμορφα, οι εναλλασσόμενες λάμψεις
και τα σκοτάδια ήταν διφορούμενα και έμοιαζαν
κατά περίεργο τρόπο οικεία μέσα στο σουρεαλισμό
τους. Δεν έμοιαζε να 'χει καθόλου σώμα.
Έψαξε για το μυαλό που
τον φιλοξενούσε.
Όταν το εντόπισε, κατάλαβε. Ο
οικοδεσπότης του κοιμόταν. Τα κομμάτια που
περνούσαν μπροστά από τα μάτια του ήταν τμήματα
ονείρων.
Αυτό ήταν πολύ καλό για τον οικοδεσπότη του, αλλά
ο Σίμονς δεν είχε πολύ καιρό εδώ και δεν ήθελε να
τον σπαταλάει σε ύπνο. Προσπάθησε να ξυπνήσει,
και ένιωσε τον οικοδεσπότη του να κουνιέται στην
προσπάθειά του να αντισταθεί. Ο Σίμονς
αποδείχτηκε ισχυρότερος. Ανοιξε το μάτι τους.
Μια εσωτερική φωνή, ακόμα βαριά απ' τον ύπνο,
αναρωτιόταν τι τον είχε ξυπνήσει. Ο Σίμονς την
αγνόησε, και εξερεύνησε τις νέες του αισθήσεις
και το νέο του περιβάλλον.
Όραση: χαμηλός φωτισμός
που έπεφτε από διαυγείς φεγγίτες σε μια θολωτή,
κυκλική κάμαρα. Ήταν βυθισμένος μέχρι το μακρύ
του σαγόνι σε κάποιο κρύο υγρό που έβγαζε συνεχώς
φουσκάλες. Αισθάνθηκε το ίδιο του το σώμα, τα
μακριά ευλύγιστα πλοκάμια που έπλεαν στο υγρό,
σαν σαλαμάνδρα με πολλά πόδια. Τα πλοκάμια
έδειχναν τόσο πολύμορφα που ξαφνικά αναρωτήθηκε
αν ήταν όλα δικά του, και καθυστερημένα θυμήθηκε
να ανατρέξει στην τηλεπαθητική του αίσθηση.
Συνειδητοποίησε ότι υπήρχε κάποιος άλλος στο
δωμάτιο μαζί του, που κοιμόταν με τα πλοκάμια του
μπερδεμένα στα δικά του.
Η φωνή του οικοδεσπότη
του, έντρομη και θυμωμένη, ούρλιαζε σιωπηλά μέσα
του. Τώρα την άκουσε. Τι μου συνέβη; Είμαι τρελός
ή άρρωστος; Γιατί είμαι ξύπνιος ενώ έπρεπε να
κοιμάμαι;
«Δεν είναι τίποτε», είπε ο Σίμονς καθησυχαστικά,
έχοντας τον έλεγχο των πραγμάτων. «Δεν θα βλάψω
το σώμα σου στο παραμικρό. Λυπάμαι αν σε ενοχλώ,
αλλά θα φύγω γρήγορα».
Θεοί, ΕΙΜΑΙ τρελός,
είπε η εσωτερική φωνή και ύστερα από μια μικρή
παύση ξέσπασε πάλι: Εσύ να βγεις από μέσα μου
τώρα αμέσως, κατάλαβες; Αμέσως! Είμαι ένα
αξιοπρεπές γκλάουλ, υγιές, δουλεύω σκληρά, δεν
έχεις το δικαίωμα να μπαίνεις μέσα μου κατ' αυτό
τον τρόπο. Τώρα πήγαινε. Υπήρχε ένα ισχυρό
ρεύμα πανικού.
«Θα φύγω όταν έρθει η
ώρα μου», είπε ο Σίμονς όσο πιο παρηγορητικά
μπορούσε. «Μόνο ηρέμησε και πάψε να με
απασχολείς. 'Η πες μου για τον κόσμο σου και τον
πληθυσμό του. Χρειάζομαι όσο περισσότερες
πληροφορίες μπορώ να βρω».
Λύγισε το σώμα του, επιβεβαιώνοντας οτι τα
κοντόχοντρα πλοκάμια-πτερύγια μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν για να προχωρήσει.
Χρησιμοποιούσε μυώνες που διέτρεχαν όλη τη
μακριά κουκούλα που είχε για σώμα.
Πάψε να με
κουλουριάζεις! φώναξε ο άλλος. Δεν έχεις
καθόλου λογική! Ούτε ντροπή! ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ΤΗ
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ!
Ο Σίμονς σήκωσε τους ώμους του με μια κίνηση πιο
εντυπωσιακή σ' αυτό το σώμα απ' ό,τι στα
προηγούμενα και γλίστρησε για να ξεχωρίσει από
τα πλοκάμια της γυναίκας. Έκανε ένα διερευνητικό
κύκλο του δωματίου. Ήταν μια ευχάριστη αλλαγή να
έχει εκείνος τον έλεγχο.
Το δωμάτιο ήταν
κλεισμένο γύρω-γύρω με παράθυρα με γρίλιες.
Ανάμεσά τους διέκρινε μέσα στο σκοτάδι της
νύχτας μια πλατιά θάλασσα. Το δωμάτιο έμοιαζε με
πυργίσκο στην κορυφή ενός ψηλού πύργου στη μέση
των νερών (ή των οξέων ή ό,τι άλλο). Στο βάθος
έβλεπε αχνά κάτι νησάκια και δύο ακόμα μακρινούς
πύργους και γραμμές που οδηγούσαν σ' αυτούς, ίσως
υπερυψωμένες οδούς.
Σπρώχνοντας το κεφάλι του οικοδεσπότη του έξω
από το παράθυρο, ο Σίμονς κοίταξε κάτω τον πύργο.
Αντλίες ύψωναν νερό μέχρι αυτό το ύψος, όπου
κελάρυζε μέσα στον πυργίσκο κι ύστερα κυλούσε
στις πλευρές του πύργου μέχρι κάτω στον ωκεανό.
Κάτι κουνήθηκε στη
δεξαμενή πίσω του, και αισθάνθηκε τη σύντροφό του
στο κρεβάτι να ξυπνάει. Έβαλε πάλι μέσα το κεφάλι
του. Ω, διάολε, είπε o οικοδεσπότης του. Σε είχα
προειδοποιήσει. Τώρα την έπαθα. Μπορείς σε
παρακαλώ να φύγεις και ν' αφήσεις εμένα να το
χειριστώ;
Στο βάθος του δωματίου, το άλλο πλάσμα άνοιξε το
μεγάλο κόκκινο μάτι του και τον κοίταξε
επιτιμητικά. Μια ευθεία επικοινωνία, που δεν
αποκάλυπτε περισσότερα από τα αναγκαία, έφτασε
μέχρις αυτόν.
Γιατί είσαι ξύπνιος
την ώρα του ύπνου, Ταιντρέηκερ; Είσαι άρρωστος ή
τρελός;
Το εσωτερικό εγώ προσπάθησε να ανακτήσει τον
έλεγχο και απέτυχε. Ψιθύρισε απεγνωσμένα: Διάολε,
πες της... πες της ότι με ξύπνησε μια αλλαγή στον
ήχο των οσμωτικών αντλιών.
Ο Σίμονς κατάφερε να παράγει μια μάλλον φτωχή
κατευθυνόμενη ακτίνα σκέψης. «Προσφιλή σύζυγε
του οικοδεσπότη μου, είμαι ένας τυχαίος
επισκέπτης στο γοητευτικό σας κόσμο και βρέθηκα
για λίγο διάστημα κλεισμένος αναπόδραστα μέσα
στο μυαλό του άξιου συζύγου σας. Παρακαλώ να μου
συγχωρήσετε την παροδική αναστάτωση που μπορεί
να προκαλέσει αυτή μου η επίσκεψη». Του φαινόταν
αδύνατον να χρησιμοποιήσει λιγότερες γλωσσικές
περικοκλάδες μ' αυτή τη συσκευή νοητικής
επικοινωνίας.
Η γυναίκα τον κοίταξε
σταθερά για ένα λεπτό, ύστερα κούνησε το πάνω
μέρος του κορμού της μ' έναν τρόπο που ο Σίμονς
ταύτισε με κατάφαση.
Τρελός, είπε εκείνη. Το φοβόμουνα.
«Ο σύζυγός σας δεν είναι άρρωστος», είπε ο Σίμονς.
«Απλώς για κάποιο διάστημα δεν θα μπορεί να
επικοινωνήσει. Προς το παρόν μιλάτε με ένα
πλάσμα, που αν και ξένο προς αυτό το μέρος, δεν
έχει διάθεση να βλάψει εσάς και τους δικούς σας».
Πρέπει να ενημερώσω τις αρχές, σκέφτηκε
αφηρημένα. Το συντομότερο, το καλύτερο, για
όλους τους ενδιαφερομένους. Ω, Ταιντρέηκερ, πώς
μπόρεσες;
Βαθιά μέσα του οι σκέψεις του Τάιντρέηκερ ύψωναν
ένα μοιρολόι, για το πώς μπορούσε να συμβεί κάτι
τέτοιο σ' αυτόν που πάντα είχε ξύπνιο μυαλό,
γυαλισμένα λέπια και άμεμπτη ηθική. Δεν έβρισκε
βοήθεια από κει.
«Διατηρώ την ελπίδα ότι δεν θα σπεύσετε να
καταδικασετε το σύζυγο σας που είναι παντελώς
ανεύθυνος για την παρούσα κατοχή του σεβαστού
προσώπου του από εμένα», πρότεινε πονηρά ο
Σίμονς. «Μέχρι να έρθουν οι αρχές θα έχω φύγει
ήδη».
Η γυναίκα τού έριξε ένα βλέμμα, ύστερα προχώρησε
σε μια γωνιά με τσουμπλέκια στον απέναντι τοίχο,
όπου απασχολήθηκε με κάτι αντίστοιχο του να
φτιάχνει καφέ. Αν υπήρχε αλήθεια σ' αυτό τον
τρελό ισχυρισμό, πέταξε αδιάφορα, αυτό δεν θα
αθώωνε τον άντρα μου. Το να επιτρέψει να
καταληφθεί από κάποιο τέρας από το Διάστημα δεν
δείχνει να προστατεύει καλά τη διανοητική του
κατάσταση, δεν είν' έτσι;
Δίστασε, και το
πτερύγιο του λαιμού της έγειρε μια κουτάλα πάνω
από ένα μεταλλικό σκεύος. Θα πιείτε καφέ; Δεν
σκέφτηκε «καφέ», αλλά αυτό εννοούσε.
«Γιατί όχι;» είπε ο Σίμονς. Η γυναίκα
αναποδογύρισε την κουτάλα και ανακάτεψε το
μίγμα.
Τώρα, είπε γυρνώντας προς αυτόν με το πάνω
μέρος του κορμού της να προεξέχει από τη
δεξαμενή, κοιτώντας τον μέσα στο μάτι, Τάιντρέηκερ,
δεν είναι πολύ αργά για να ανακαλέσω την κλήση
στις αρχές. Αλλά ξέρεις ότι σ' αυτή την περίπτωση
θα πρέπει να με διαβεβαιώσεις για τη μελλοντική
σου συμπεριφορά. Πρέπει να σκέφτομαι την
κοινωνική μας θέση και τα παιδιά μας. Εγώ δεν
φοβάμαι φυσικά οποιαδήποτε δική σου συμπεριφορά.
«Τι είδους
διαβεβαίωση;» ρώτησε ο Σίμονς. «Από περιέργεια
ρωτάω».
Εσωτερική κραυγή. Θεία ρεύματα, θα θέλει τα
μετρητά και τα κλειδιά!
Θέλω τα μετρητά και τα κλειδιά, είπε η γυναίκα.
Δος τα.., Όχι, μη. Αχ, πώς έμπλεξα έτσι; βόγκηξε ο
Τάιντρέηκερ.
Πρέπει να καταλαβαίνεις, είπε η γυναίκα, ότι
αν αυτό μαθευτεί, θα κατηγορηθώ για συνεργία.
Ξέρεις ότι περίμενα μεγαλύτερες προόδους από
σένα. Τώρα που είσαι τρελός... σήκωσε τους ώμους,
καταλαβαίνεις ότι πρέπει να έχω όλη την εξουσία
για να το αποσιωπήσω και να διαχειριστώ τα του
σπιτιού μας με τον τρόπο μου. Αλλιώς θα σε
παραδώσω για να αποκαταστηθώ κι εγώ. Είναι
δύσκολο, γιατί σε αγαπώ πραγματικά, Τάιντρέηκερ,
αλλά, αναστέναξε, τι άλλο μπορεί να κάνει μια
σωστή σύζυγος;
Τα πρώτα λόγια του Σίμονς μόλις γύρισε στη Γη
ήταν «Με συγχωρείς».
Υπήρχαν άλλοι στο δωμάτιο και κινούνταν αθόρυβα
γύρω του. Κάποιος του 'δωσε ένα σάντουιτς. Αλλά τα
μάτια του στάθηκαν στη γυναίκα.
«Σου συμπεριφέρθηκα
μάλλον δυσάρεστα την περασμένη φορά, νομίζω.
Ελπίζω μόνο να καταλαβαίνεις τι τραβάω».
«Εντάξει, Τομ. Φυσικά καταλαβαίνω».
Ένας άνθρωπος με πλατύ πρόσωπο τον πλησίασε.
«Ευτυχώς βγαίνεις μόνος σου απ' αυτή την
κατάσταση σταδιακά. Έξι ώρες πριν ήσουν
παράλογος».
Ο Σίμονς τον κοίταξε αυστηρά. «Εσύ θα 'σουνα
λογικός αν περνούσες ό,τι περνάω εγώ;
Καταλαβαίνεις ότι μπήκα σε έξι ξένα σώματα, εφτά
αν μετρήσεις και αυτό εδώ, σε... πόση ώρα;»
«Περίπου δώδεκα ώρες», είπε η γυναίκα. «Αρχίζουμε
να σε πιστεύουμε», είπε ο άντρας. «Και θα
χρειαστεί να μας τα διηγηθείς όλα εν καιρώ. Απλώς
είναι εκπληκτικό να δουλεύεις πάνω στην
τηλεπάθεια και να πέφτεις σε διαστημικά ταξίδια.
Μάλλον σε διαστρικές προβολές».
Η γυναίκα ακούμπησε το
χέρι της στο μπράτσο του. «Πιστεύουμε ότι αυτό
συμβαίνει. Είναι μεγάλη ανακούφιση να ξέρεις ότι
δεν είναι θέμα φυσιολογικής... ή ψυχικής...
κατάρρευσης».
Ο Σίμονς κοίταξε από τον έναν στον άλλον και
ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι τους είχε δεχτεί σαν
δικούς του. Για καλό ή για κακό, και μέχρι να
αποδειχτεί το αντίθετο, αυτός ήταν ο κόσμος του.
Τουλάχιστον ήταν κάτι στο οποίο ξαναγύριζε.
Πρέπει να σε δεχτούν.
«Πιστεύουμε ότι αν πραγματικά επικοινωνείς με
τηλεπαθητικές φυλές κάπου πέρα στ' άστρα», έλεγε
ο άλλος άντρας, «και καθόλου με τις ανθρώπινες
σκέψεις, το μόνο που μπορεί να συμβαίνει είναι
ότι οι άνθρωποι δεν είναι τηλεπαθητικοί πομποί.
Για την επαφή χρειάζεται ένας πομπός και ένας
δέκτης, και οι άνθρωποι δεν είναι ούτε το ένα ούτε
το άλλο. Φαίνεται ότι σε μετατρέψαμε σε
υπερευαίσθητο δέκτη, κι όμως δεν μπορείς να
λάβεις ανθρώπινες σκέψεις».
Ο Σίμονς δάγκωσε σκεφτικά το σάντουιτς που
κρατούσε, και ανακάλυψε μια μέχρι τότε
απαρατήρητη αίσθηση του σώματός του. Του άρεσε η
γεύση.
Μίλησε στη γυναίκα: «Φοβάμαι πως μέχρι τώρα ήμουν
αναγκασμένος να σε λεω «η γυναίκα». Φαντάζομαι
ότι θα έχεις κάποιο όνομα».
Δάγκωσε τα χείλη της. «Είμαι η Ντέμπι. Ντέμπορα
Σίμονς».
«Ω». Σκέφτηκε. «Όχι συγγενής ή κάτι τέτοιο;»
Κούνησε το κεφάλι της.
«Ω», είπε ο Σίμονς πάλι. Ύστερα, «Κοίτα, Ντέμπι,
λυπάμαι. Θα τα θυμηθώ όλα, πρέπει να τα θυμηθώ!»
«Καλύτερα να ξαπλώσεις πάλι», είπε ο άλλος
άντρας. «Αν κρίνουμε από την προηγούμενη
εμπειρία...»
«Ω, όχι», μούγκρισε ο
Σίμονς, «Πάνω που άρχιζε να μου αρέσει αυτό το
μέρος. Θέλετε να πείτε ότι όπου να 'ναι
ξαναφεύγω;» Αφήσε να τον οδηγήσουν πίσω στο
κρεβάτι, διαμαρτυρόμενος ακόμα. «Τι έχω κάνει για
να μου αξίζει τέτοια μεταχείριση; Δεν το ήθελα
και δεν το θέλω. Μήπως θέλει κανείς σας να
χοροπηδάει ανάμεσα στους κόσμους για λίγο; Γιατί
δεν μπορώ απλά να μείνω σπίτι, να μάθω ξανά το
σπίτι μου και την Ντέμπι και...»
Τα παράπονα χάθηκαν
κάπου στο κενό.
Για άλλη μια φορά ο Σίμονς
βρέθηκε σε ένα ασχημάτιστο κενό, έτοιμος για άλλη
μια εξωγήινη γέννηση. Πέρασαν ώρες ενώ
προσπαθούσέ να βρει αισθήσεις.
Είναι κανείς εδώ; σκέφτηκε, και η σκέψη του
διασκορπίστηκε προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς
να γυρίζει πίσω καμιά ηχώ. Δεν είχε τίποτε που να
μπορεί να κουνήσει, τίποτε για να μπορέσει να
αιστανθεί.
Στη χειρότερη
περίπτωση, αποφάσισε, θα ήταν εδώ στη μέση του
τίποτε για κάτι περισσότερο από μια ώρα και
ύστερα θα επέστρεφε στο σώμα του... αν εκείνο το
ανθρώπινο σώμα ήταν το δικό του. Όχι, όχι άλλες
αμφιβολίες. Είχε δεχτεί ότι ο ρόλος του ανθρώπου
του ταίριαζε.
Ξαφνικά αισθάνθηκε μια λαμπερή κίνηση, σαν να τον
χτύπησε μια δέσμη φωτός, και μετά να έσβησε τόσο
απότομα όσο είχε ανάψει. «'Eι», είπε ο Σίμονς.
«Είναι κανείς εδώ;»
'Έγινε μια παύση, ύστερα
άλλη μια αστραπή έκοψε φέτες ενός καινούριου
οπτικού πεδίου με μεγάλη ταχύτητα από την μία
άκρη ως την άλλη. Κι ύστερα άλλη μία.
«Περίμενε», είπε ο Σίμονς. «Δεν μπορώ να το
πιάσω».
Το φως εμφανίστηκε ξανά, ηπιότερο. Γύριζε και
ξαναγύριζε σαν μια σειρά από γλόμπους που
αναβόσβηναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου,
υπογραμμίζοντας λέξεις μπροστά του μέσα στο
σκοτάδι.
«ΕΪ. ΤΟ ΠΙΑΣΩ. ΚΑΝΕΙΣ
ΕΔΩ. ΤΟ ΠΙΑΣΩ. ΕΪ».
«Μπορώ να βλέπω λέξεις», είπε ο Σίμονς. «Αλλά δεν
νομίζω ότι προχωράμε πολύ».
Το φως αναμορφώθηκε. «ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΩ. ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ.
ΝΟΜΙΖΩ ΛΕΞΕΙΣ, ΒΛΕΠΩ ΛΕΞΕΙΣ. ΤΟ ΠΙΑΣΩ. ΠΡΟΧΩΡΑΜΕ
ΠΟΛΥ. ΝΟΜΙΖΩ ΛΕΞΕΙΣ».
«Μπορείς να δεις μόνο το λεξιλόγιο που
χρησιμοποιώ», μάντεψε ο Σίμονς και το φως
χοροπήδησε θριαμβευτικά, συμφωνώντας.
«ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ, ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩ
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ. ΠΡΟΧΩΡΑΜΕ ΠΟΛΥ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΣ
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ».
Ο Σίμονς καταπιάστηκε με το λεξιλόγιο. Αυτός που
επικοινωνούσε μαζί του μάθαινε γρήγορα. Σύντομα
ο Σίμονς ένιωσε έτοιμος να θέσει το πρόβλημά του.
«ΣΚΕΨΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ...»
«Απάντηση, ίσως;» πρότεινε ο Σίμονς.
«ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΙΣΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ, ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΙΣΩΣ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ. ΣΚΕΨΟΥ».
Αυτή έδειχνε χρήσιμη συζήτηση. Έχοντας επίγνωση
του περιορισμένου χρόνου του ο Σίμονς ανέλυσε τα
βασικά σημεία της κατάντιας του γρήγορα και
ανταμείφθηκε με ένα σβήσιμο των φώτων για τρία
ολόκληρα δευτερόλεπτα.
Μετά: «ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΙ. ΠΟΛΥ
ΠΙΘΑΝΕΣ ΜΟΝΟ ΔΥΟ, ΘΑ ΣΟΥ ΠΟΥΜΕ. ΑΦΕΝΟΣ ΚΙΝΕΙΣΑΙ
ΑΘΕΛΗΤΑ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΑ ΠΗΔΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ».
«Πώς γίνεται αυτό; και πώ μπορώ να το σταματήσω; »
«ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ. ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙΣ, ΠΟΛΥ
ΚΑΛΥΤΕΡΟ. ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙΣ ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ».
Το φως τρελάθηκε εντελώς και γέννησε μια ζωηρή
απόδοση ενός γαλαξία που στροβιλιζόταν μπροστά
του σε μια σιωπηλή λάμψη. Αφού καθένα από αυτά τα
εκατομμύρια άστρα έμοιαζε να βασίζεται σ' ένα
στροβοσκοπικό φως που προερχόταν από μια
μοναδική πηγή, η κίνηση του σημείου αυτού πρέπει
να ήταν αληθινά πολύ γρήγορη.
Κείμενο εμφανίστηκε πίσω από την εικόνα:
«ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΜΑΣ», και ύστερα, συγκαταβατικά:
«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ».
«Αχά».
«ΣΤΟ ΦΩΣ ΒΛΕΠΕΙΣ. ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΑΝ
ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΟΝ ΓΑΛΑΞΙΑ ΜΕ ΤΕΤΟlΟ
ΤΡΟΠΟ».
Ο Γαλαξίας τρεμόπαιξε και πήρε μια καινούρια όψη.
Πολλά αστέρια είχαν σβήσει, αλλά πολλές πηγές
έλαμπαν πιο ζωηρά, και ο πυρήνας έλαμπε με
συμπυκνωμένη λαμπρότητα.
«ΒΛΕΠΩ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΑΝ ΦΩΣ», άναψε ο Μέντοράς του.
«ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΦΥΣΙΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ, ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ,
ΜΠΟΡΕΙ... ΑΛΛΑ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΚΕΨΗ», και ένα κόκκινο
βέλος κινήθηκε ανάμεσα στ' αστέρια. «ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟ,
ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΝΝΕΦΟ, ΙΣΩΣ ΟΧΙ ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΑΛΛΑ
ΣΚΕΨΕΙΣ, ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. ΕΔΩ,
ΕΔΩ, ΠΑΝΤΟΥ, ΟΧΙ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΠΟΛΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ, ΟΛΟΙ
ΟΧΙ ΣΑΝ ΟΛΟΥΣ. ΑΛΛΑ ΟΛΟΙ ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ. ΑΛΛΟΙ ΕΔΩ, ΕΔΩ,
ΕΔΩ, ΕΔΩ, ΟΧΙ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ. ΛΑΜΠΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ
ΣΚΕΨΗ. ΟΧΙ ΛΑΜΠΡΗ Η ΜΙΚΡΗ ΣΚΕΨΗ».
Ο Σίμονς τρόμαξε. Προσπαθούσε να απομνημονεύσει
όσο μπορούσε περισσότερα για τη μορφή του
γαλαξία, αλλά η πολυπλοκότητα ξεπερνούσε τις
δυνάμεις του. «Πού είμαστε τώρα;» ρώτησε. «Και πού
είναι η Γη;» «ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗ ΛΑΜΒΑΝΕΙΣ», ήρθε η
απάντηση. «ΕΣΥ ΣΩΜΑ ΤΩΡΑ ΣΤΗ ΓΗ. ΕΜΕΙΣ ΜΥΑΛΟ ΜΕ
ΜΥΑΛΟ ΣΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΕ ΑΛΛΟΥ. ΑΛΛΑ ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΕΔΩ,
ΔΕΣ ΕΔΩ, Ο,67003% ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΚΕΝΤΡΟ ΓΑΛΑΞΙΑ. ΔΕΝ
ΑΝΗΚΕΙΣ ΣΕ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ, ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΕΔΩ.
ΟΧΙ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΟ ΦΩΣ. ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙΣ
ΕΔΩ. ΠΗΓΕΣ ΣΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ ΤΟΥ
ΟΜΦΑΛΟΥ. ΕΔΩ. ΜΕΡΙΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΠΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΠΑΣ ΣΤΟ
ΠΗΓΑΔΙ, ΔΗΛΑΔΗ ΚΕΝΤΡΙΚΟΙ ΓΑΛΑΞΙΑΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ.
ΜΠΟΡΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΟΣΜΟΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ». Το τόξο
ανίχνευσε ένα κολοσσιαίο τμήμα του Γαλαξία.
«ΜΠΟΡΕΙ ΠΑΝΤΩΣ ΚΑΙ OXI».
Ο Γαλαξίας
εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από τη
σχηματική αναπαράσταση ενός πλανήτη που
περιστρεφόταν αργά προς τα πάνω σ' ένα φόντο
διάστικτο με αστέρια. Ένας κόκκινος σταυρός
εμφανίστηκε στην επιφάνεια του πλανήτη και η
αναπαράσταση κινήθηκε μαζί του.
«ΕΧΕΙΣ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ
ΣΕ ΘΕΣΗ ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ. ΔΕΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ. ΞΑΦΝΙΚΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙΣ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ
ΚΑΙ...»
Πάνω από τον ορίζοντα
του περιστρεφόμενου πλανήτη, το έναστρο φόντο
ξαφνικά εξερράγη σε νέες λάμψεις και σπινθήρες
και συμπλέγματα κόκκινου φωτός.
«ΞΑΦΝΙΚΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ, ΜΕΓΑΛΗ,
ΜΙΚΡΗ, ΜΑΚΡΙΑ, ΚΟΝΤΑ. ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΕΚΡΗΞΗ.
ΞΕΧΝΑΣ ΕΑΥΤΟ, ΠΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΕ... ΝΑΙ,
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΣΤΗΝ ΑΜΝΗΣΙΑ. ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΜΥΑΛΟ ΚΕΝΟ
ΑΝΑΖΗΤΑ ΕΑΥΤΟ».
Πάνω από τον ορίζοντα υψώθηκε μια λαμπρή
σημειακή πηγή φωτός που επισκίασε όλες τις άλλες
σ' εκείνο το σημείο του ουρανού: «ΠΟΛΥ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ. ΜΕΓΑΛΟΣ ΙΣΧΥΡΟΣ
ΕΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙΣ. ΜΠΟΡΕΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΚΑΙ
ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΛΛΑ ΝΟΜΙΖΩ ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΟΝΤΙΝΟΣ ΣΟΥ.
ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΜΕ
ΟΜΠΡΕΛΟΔΕΝΤΡΑ».
Ο Σίμονς κοίταξε
έκθαμβος καθώς ο πλανήτης μπροστά του συνέχισε
να γυρίζει και νέα άστρα μπήκαν στον ουρανό.
Ξαφνικά ένα καινούριο σημείο φάνηκε στον
ορίζοντα.
«ΑΚΟΜΑ ΨΑΧΝΕΙΣ ΕΑΥΤΟ, ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΕΑΥΤΟ, ΟΧΙ
ΟΜΠΡΕΛΟΔΕΝΤΡΟ. ΑΛΛΑ ΝΕΟΙ ΙΣΩΣ ΕΑΥΤΟΙ ΘΑ
ΕΜΦΑΝΙΣΤΟΥΝ ΣΕ ΣΕΝΑ. ΑΣΕ ΤΑ ΟΜΠΡΕΛΟΔΕΝΤΡΑ ΚΑΙ
ΠΡΟΧΩΡΗΣΕ ΣΕ ΝΕΕΣ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ».
Ο Σίμονς κοίταξε την
νέα έκρηξη του τηλεπαθητικού φωτός να
σκαρφαλώνει στον ουρανό. «Έτσι φαίνεται ότι με
πετάνε σαν φρίσμπη από μυαλό σε μυαλό», είπε αργά,
«καθώς με αιχμαλωτίζει κάθε νέα εκπομπή. Και
ύστερα από εικοσιτέσσερις ώρες θα αρχίσω να
επαναλαμβάνω, φαντάζομαι». Παρατήρησε κάτι το
εκπληκτικό. «Πού βρήκες αυτό το σχέδιο των
άστρων;» ρώτησε γρήγορα. «Το αναγνωρίζω». Ένα
μέρος του μυαλού του αναρωτήθηκε για το είδος της
αμνησίας που μπορούσε να ξεχνάει τον εαυτό και το
είδος, αλλά να θυμάται τους αστερισμούς και το
φρίσμπη.
«ΑΠΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ. ΠΙΘΑΝΟ
ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΤΡΩΝ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗΣ
ΣΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ ΑΣΤΡΑ. ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΙΟ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ
ΣΟΥ».
«Αυτό το κόκκινο άστρο είναι ο Αλδεβαράν», είπε ο
Σίμονς. «Αυτός ο αστερισμός είναι ο Ταύρος».
«ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ», είπαν τα φώτα.
«ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΚΟΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΕΙ
ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΕΙΡΑΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ».
«Ποιας σειράς;»
«ΚΡΙΟΣ, ΤΑΥΡΟΣ, ΔΙΔΥΜΟΙ, ΚΑΡΚΙΝΟΣ, ΛΕΩΝ, ΠΑΡΘΕΝΟΣ.
ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΜΑΣ ΛΕΣ ΖΥΓΟ».
«Οχι!» φώναξε ο Σίμονς.
«'Οχι, Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό!»
«ΟΧΙ ΠΙΘΑΝΟ ΜΠΟΡΕΙ
ΑΚΡΙΒΗΣ ΣΧΕΣΗ ΕΝΑ ΠΡΟΣ ΕΝΑ. ΠΙΘΑΝΟΝ
ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΟΙ ΚΟΣΜΟΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΙΔΙΟ... ΝΑΙ,
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΙΔΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΗΚΟΣ ΟΠΩΣ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ. ΤΩΡΑ,
ΑΠ' ΤΗΝ ΑΛΛΗ, ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ ΔΥΟ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΝ ΔΙΚΗ
ΣΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ».
Ο Σίμονς είχε ξεχάσει ότι έπρεπε να υπάρχει και
άλλο.
«Τι είναι αυτό;»
«ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΥΓΙΗΣ. ΠΙΘΑΝΟ. ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΠΑΣ ΣΤ'
ΑΣΤΡΑ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ. ΟΠΩΣ... ΟΧΙ... ΟΧΙ... ΝΑΙ,
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ. ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΟΧΙ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΒΛΕΠΕΙ ΟΧΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ... ΝΑΙ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ. ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ
ΤΟ ΒΡΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ».
«Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι βλέπω εσένα σε
παραίσθηση!»
«ΠΟΛΥ ΠΙΘΑΝΟ ΙΣΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑΙ. ΠΙΘΑΝΟ ΜΠΟΡΕΙ ΟΧΙ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ...»
Τα φώτα έσβησαν όλα
πολύ απότομα.
«Ζυγέ; Ζυγέ, είσαι εκεί;»
Ο Σίμονς ήταν ξανά
μόνος του μέσα στο τίποτα. «Νομίζω ότι το βρήκαμε
τώρα», είπε ο Σίμονς ξαφνικά, και όλα τα κεφάλια
στο δωμάτιο γύρισαν σ' αυτόν. 'Ενα λεπτό νωρίτερα
δεν ήταν σ' αυτό τον κόσμο. Τώρα περπατούσε
νευρικά πάνω-κάτω.
«Πρώτον, ας υποθέσουμε
ότι η τηλεπαθητική μου περιπλάνηση στους
πλανήτες είναι γεγονός. Η άλλη άποψη είναι ότι
είμαι τρελός, και δεν πρόκειται να το δεχτώ αυτό.
Αυτά τα μέρη είναι τόσο αληθινά όσο και τούτο εδώ.
Οποιοσδήποτε προτιμά να πιστεύει ότι έχω
παραισθήσεις είναι ευπρόσδεκτος να εξετάσει
αυτή την περίπτωση, αλλά δεν θέλω να μου πει
τίποτε. Δεν ενδιαφέρομαι. Ύστερα, ο τρόπος
λειτουργίας είναι λογικός. Υπάρχουν ορδές
τηλεπαθητικών σταθμών εκπομπής εκεί έξω, κι εγώ
τους λαμβάνω, καθώς περιστρέφεται ο κόσμος, τον
ένα μετά τον άλλον, κλικ, κλικ, κλικ... Τι τρέχει,
Ντέμπι;»
Τον κοίταζε με δέος.
«Απλώς έχουμε χάσει το μυαλό μας», είπε. «Τη μια
στιγμή είσαι βαθιά μέσα σε κώμα, και την άλλη
εκτοξεύεις ισχυρισμούς πιο γρήγορα απ' ό,τι
μπορούμε να παρακολουθήσουμε».
«Δεν ήμουν σε κώμα», είπε ο Σίμονς κοφτά. «Το σώμα
μου αναπαυόταν ενώ εγώ παρακολουθούσα ένα
ταχύρυθμο μάθημα τηλεπαθητικής γαλακτογραφίας.
Η κατάσταση είναι περίεργη, αλλά μπορούμε να τη
χειριστούμε αν σκεφτούμε καλά. Τα οφέλη είναι
τεράστια. Πρέπει πρώτα να τελειοποιήσουμε αυτή
την υπόθεση της τηλεπαθητικής επαγωγής και,
πράγμα το ίδιο σημαντικό, να βρούμε τρόπο να τη
σταματάμε. Τελικά θα βρούμε κάποιο τρόπο να το
ελέγχουμε, ώστε να λαμβάνουμε τους σταθμούς που
θέλουμε. Στο μεταξύ, θα παίρνουμε πληροφορίες για
την κατάσταση του Γαλαξία. Ακούστε, υπάρχουν εκεί
έξω τέχνες και φιλοσοφίες και επιστήμες που μας
περιμένουν. Αυτό δεν είναι καταστροφή, είναι μια
μεγάλη ευκαιρία. Είμαστε σε θέση να ακούσουμε το
Σύμπαν από τη μικρή, ασφαλή φωλίτσα μας εδώ στη
Γη».
«Ακούγεται υπέροχο», είπε ο στρογγυλοπρόσωπος
άνθρωπος που ο Τομ δεν ήξερε ακόμα το όνομά του.
«Αλλά αν όλο αυτό το υλικό πρόκειται να περάσει
από μέσα σου, θα πρέπει να περιποιηθούμε πολύ το
δέκτη μας. Ακόμα δεν είμαστε σίγουροι για το πώς
τον δημιουργήσαμε».
Ο Σίμονς γύρισε προς το
μέρος του. «Τι είδους πείραμα ήταν;» ρώτησε.
«Μπορούμε να το επαναλάβουμε;»
«Επέμβαση στον εγκέφαλο, φάρμακα, ύπνωση, όλα
μαζί σε ένα συνδυασμό που επινόησες εσύ, Τομ»,
είπε ο άλλος. «Θα μπορούσαμε να το επαναλάβουμε
αν βρίσκαμε άλλον εθελοντή. Προς το παρόν ήσουν ο
μόνος αρκετά τρελός για να... συγνώμη, τρόπος του
λέγειν... για να δοκιμάσεις τη συνταγή σου».
Σταμάτησε. «Δεν νομίζω ότι αυτό που σου συμβαίνει
αφήνει περιθώριο για άλλους εθελοντές».
«Σύμφωνοι. Δέστε όλοι, σκεφτείτε το, σκεφτείτε το
όλοι... Τα πάντα, το πείραμα, τους πιθανούς
κινδύνους, τα σημεία που ανέφερα προηγουμένως.
Την άλλη φορά που θα επιστρέψω, θα ήθελα να 'χετε
έναν κατάλογο με συστάσεις για το τι θέλουμε να
μάθουμε. Μπορεί να συναντήσω εκεί έξω μυαλά που
να μπορούν να απαντήσουν. Καρκίνος, πόλεμος,
ενεργειακό... διαστημικά ταξίδια, αν τα
χρειαζόμαστε ακόμα... Όλες οι απαντήσεις
βρίσκονται εκεί έξω, και σύντομα θα τις έχω».
«Τομ», ρώτησε η Ντέμπι, «πώς είναι εκεί έξω; Δεν
μας έχεις πει τίποτε ακόμα».
Της χαμογέλασε. « Είναι
σαν όλη την τρελή επιστημονική φαντασία που έχει
ποτέ γραφτεί. Έχετε έτοιμο ένα μαγνητόφωνο μόλις
γυρίσω και θα αρχίσω να υπαγορεύω τις
ταξιδιωτικές μου εντυπώσεις. Σύμφωνοι, τώρα
καλύτερα να φεύγω».
Ξάπλωσε στο κρεβάτι
και χαμογέλασε στη Ντέμπι. «Θα σε δω σε κα'να δυο
ώρες», είπε και έκλεισε τα μάτια του.
«Δεν ξέρω τι διάβολο να σκεφτώ», παραδέχτηκε o δρ
Μπέρκσον. «Ιατρικά δεν βρίσκω τίποτε περίεργο
στο σώμα του. Είναι όλα στο μυαλό του... και αυτό
μπορείς να το ερμηνεύσεις με όποιον τρόπο θέλεις.
Τι είναι αυτή η υπόθεση των τηλεπαθητικών
ταξιδιών, Αρτ; Είναι δυνατόν να συμβαίνει; Δεν
είναι στην ειδικότητά μου».
«Κατά κάποιο περίεργο τρόπο ακούγεται λογικό»,
παραδέχτηκε ο Αρτ Χόβερ, σπρώχνοντας τα γυαλιά
του ψηλά στο μέτωπο. «Είναι απολύτως αδύνατον,
φυσικά. Αλλά αυτό δεν το εμποδίζει να είναι
ενδεχόμενα η αλήθεια, υποθέτω!»
«Αλλά τι πιστεύεις πραγματικά, Αρτ; Δεν είναι ώρα
τώρα για παραδοξολογίες».
«Φοβάμαι ότι έχει ξεφύγει από τα όρια», είπε o
Τζιμ Λίντλαντ. «Πρέπει να τον φέρουμε πίσω».
Η Ντέμπορα Σίμονς
κοίταξε τους τρεις άντρες από εκεί που καθόταν,
κοντά στο έρημο σώμα του άντρα της.
«Δεν είναι τρελός», είπε σταθερά. «Νομίζω πως
λεει την αλήθεια γι' αυτό που του συμβαίνει».
Οι τρεις άντρες την κοίταξαν, ύστερα μίλησαν
μεταξύ τους πιο σιγά.
Η Ντέμπορα κοίταξε τον Σίμονς ξανά. Τα μάτια του
ήταν ανοιχτά. Έγινε μια μεγάλη παύση. Ύστερα
μίλησε.
«Κάνε πέρα. Πρέπει να σηκωθώ».
«Μα μόλις έφυγες πέντε λεπτά πριν», είπε εκείνη,
σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Αλλά
σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Ο Σίμονς σηκώθηκε. Ο δρ Μπέρκσον άρχισε να λεει
κάτι και σταμάτησε.
«Έχουμε ελάχιστο καιρό για να δράσουμε», είπε ο
Τόμας Σίμονς με επίπεδη φωνή, «και καθόλου για να
σας εξηγήσω. Ακούστε προσεκτικά. Είναι απόλυτα
αναγκαίο να με μετακινήσετε γρήγορα, σε αντίθετη
κατεύθυνση από την περιστροφή της Γης, για να
μπορέσω να διατηρήσω την τωρινή διανυσματική μου
γωνία με την αστρική σφαίρα. Πώς θα το κάνουμε; »
Έγινε μια σιωπή γεμάτη έκπληξη. Ύστερα ο Αρτ
Χόβερ καθάρισε το λαιμό του νευρικά.
«Δεν νομίζω ότι σε καταλαβαίνουμε, Τομ. Τι ζητάς;»
Ο Σίμονς συνοφρυώθηκε. «Νόμιζα ότι ήμουν πολύ
σαφής. Πρέπει να ταξιδέψω... δυτικά, με την
ταχύτητα της περιστροφής του πλανήτη. Και αμέσως.
Βασίζομαι σε σας για να ρυθμίσετε τις
λεπτομέρειες».
«Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό», είπε ο Τζιμ
Λίντλαντ καί ο δρ Μπέρκσον είπε: «Γύρνα πίσω στο
κρεβάτι, Τομ», και ύστερα σώπασαν και οι δύο,
καθώς τους κοίταξε.
Η Ντέμπορα μίλησε. «Δεν
μπορούν να κάνουν τίποτε αν δεν τους πεις γιατί
το χρειάζεσαι, Τομ. Δεν έχουν αποφασίσει ακόμα αν
είσαι λογικός».
Υπήρχε καταπιεσμένη οργή κάτω από το ήρεμο ύφος
του. «Σας είπα, δεν υπάρχει χρόνος για εξηγήσεις,
δεν μ' αρέσει να επαναλαμβάνω, κουνηθείτε!»
«Θα κινηθούμε γρηγορότερα αν μας δώσεις ένα
«γιατί», Τομ», είπε ο Αρτ νευρικά, γλείφοντας τα
χείλη του.
Τα χέρια του Σίμονς
ήταν ίσια στα πλευρά του, αλλά τα δάχτυλα λύγιζαν
σπασμωδικά. «Γρήγορα, τότε. Δεν θα είχαμε καμιά
ελπίδα αν δεν υπήρχε ένα ευχάριστο δεδομένο. Ότι
δεν υπάρχει κανείς τηλεπαθητικός πολιτισμός που
να εκπέμπει σ' αυτές τις τριάντα μοίρες
γεωγραφικού μήκους. Αυτό σημαίνει ότι στη
διάρκεια αυτών των δύο ωρών, και μόνο τότε, ελέγχω
το μυαλό μου. Αν μπορούσαμε να με κρατήσουμε σ'
αυτήν τη γωνία με τους αστερισμούς θα είμαι
ασφαλής και, το πιο σημαντικό, η ανθρωπότητα θα
είναι ασφαλής. Τώρα μπορούμε σας παρακαλώ να
ξεκινήσουμε αμέσως!»
«Η ανθρωπότητα ασφαλής; Από τι;» ρώτησε ο
Λίντλαντ.
«Από την πιο ύπουλη και ολοκληρωτική εισβολή
εξωγήινων που μπορείτε να φανταστείτε. Θέλετε να
με κρατήσετε εδώ να μιλάμε μέχρι να είναι πολύ
αργά; »
Ο Αρτ κοίταξε τον Τζιμ. «Δεν το πιστεύω, δεν
νομίζω να προλαβαίνουμε, αλλά θα καλέσω το
αρχηγείο και θα δω». Βγήκε από το δωμάτιο.
«Αν δεν τα καταφέρουμε
αυτή τη φορά», είπε o Τόμας Σίμονς, «θέλω να μου
υποσχεθείτε αυτό: Κρατήστε το σώμα μου εδώ,
κλειδωμένο συνεχώς. Μη δίνετε σημασία σε
οτιδήποτε μπορεί να πω άλλες ώρες. Δεν θα είναι ο
Τόμας Σίμονς που θα μιλάει, αλλά κάτι τόσο ξένο
που δεν θα το πιστεύατε. Μόνο στη διάρκεια του
κενού διαστήματος μπορώ να δρω ελεύθερα, σ' αυτή
την περίοδο μεταξύ οκτώ και δέκα το βράδυ».
«Δεν μπορεί να το εννοείς», είπε ο Λίντλαντ. «Δεν
μπορεί να περιμένεις να πιστέψουμε...»
«Το σύμπαν είναι ένας πολύ ανελέητος τόπος», είπε
ο Σίμονς, «και δεν νοιάζεται για το τι πιστεύει ο
οποιοσδήποτε άνθρωπος. Δρα ενώ εσείς σκέφτεστε
και προσπαθείτε να αποφασίσετε. Τώρα, θέλω να
ρυθμίσετε να επαναληφθεί το πείραμά μου σε
άλλους. Χρειαζόμαστε όσο το δυνατόν
περισσότερους τηλεπαθητικούς δέκτες για την
ανθρώπινη άμυνα».
«Δεν είναι δική μου απόφαση, κύριε Σίμονς», είπε ο
δρ Μπέρκσον, «αλλά δεν νομίζω ότι είναι πιθανόν
να βρεθούν πολλοί εθελοντές που να σε
ακολουθήσουν μέχρι να γίνει σαφές το τι ακριβώς
συνέβη σε σένα».
Ο Σίμονς γύρισε προς το μέρος του γιατρού και τον
κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Είναι δευτερεύον το αν θα είναι εθελοντές ή
όχι», είπε ψυχρά, «φτάνει να τους έχουμε».
Κοιτούσε μέχρι που ο δρ Μπέρκσον απέστρεψε το
βλέμμα, ύστερα πήγε στο παράθυρο και τράβηξε την
κουρτίνα. Έμεινε εκεί αλύγιστος, κοιτώντας το
νυχτερινό ουρανό ανατολικά. «Μέχρι να
τοποθετήσουμε τουλάχιστον ένα τηλεπαθητικό
δέκτη σε κάθε τριάντα βαθμούς γεωγραφικού
μήκους, είμαστε ευάλωτοι σε εισβολή, τώρα που
στείλαμε σήμα για την ύπαρξή μας στο Γαλαξία. Δεν
μπορεί να καθυστερούμε με δεοντολογίες».
Η Ντέμπορα Σίμονς
στεκόταν πίσω του και κοίταξε εκεί που ο Αντάρης
άστραφτε στα βάθη της νύχτας. «Μπορείτε να μας
αφήσετε για λίγο;» ρώτησε. «Θέλω να μιλήσω στον
Τομ μόνο του».
Όταν έμειναν μόνοι, ο Σίμονς γύρισε προς αυτήν με
μια απελπισμένη χειρονομία. «Εσύ καταλαβαίνεις»,
είπε. «Ξέρω ότι θα με βοηθήσεις». Ακούμπησε τα
χέρια του στους ώμους της, απαλά, ικετευτικά.
«Είσαι η μόνη στην οποία μπορώ να βασιστώ για να
με βοηθήσει όταν θα σκουρύνουν τα πράγματα. Θα το
κάνεις, έτσι;» Πολύ σιγά, την τράβηξε προς τo μέρος
του και τη φίλησε για πολλή ώρα, κι ύστερα την
κράτησε στο στήθος του. «Δεν ξέρεις πόσο πολύ σε
χρειάζομαι».
Τον κράτησε για ένα
λεπτό, ύστερα αργά απομακρύνθηκε και τον κοίταξε.
«Ασφαλώς δεν θέλω να εισβάλουν στη Γη εξωγήινοι»,
είπε.
«Τότε βοήθησέ με να τους πείσω. Ξέρω τι κάνω,
είναι ο μόνος τρόπος».
«Ξαναφίλα με», είπε εκείνη.
Το έκανε.
Τελικά απομακρύνθηκε από αυτόν. «Λυπάμαι», είπε.
«Θα 'κανα πολλά για κάτι τέτοιο, αλλά σου είπα. Δεν
θέλω να εισβάλουν στη Γη οι εξωγήινοι. Δεν θα σε
βοηθήσω».
«Αλλά σου είπα...»
«Δεν σε πιστεύω. Λες ψέματα. Και πρέπει να τους το
πω αυτό».
Του γύρισε την πλάτη και τη σταμάτησε το χέρι του
που έπιασε τον ώμο της.
«Δεν θα με κάνεις ρεζίλι. Δεν θα πεις λέξη!»
«Πρέπει. Το ξέρεις. Έχεις αλλάξει πολύ. Δεν νομίζω
ότι είσαι ο εαυτός σου πια. Είσαι ένα... ένα «κάτι»,
δεν είναι έτσι;»
Το χέρι του την έσφιξε και συστράφηκε και ξαφνικά
εκείνη έπεσε στα γόνατα. Το άλλο χέρι του
απλώθηκε και σήκωσε το τηλέφωνο από τη βάση του.
Στεκόταν εκεί από πάνω της, καθώς εκείνη πάλευε
για να ελευθερωθεί, με το τηλέφωνο πάνω από το
κεφάλι της, και η φωνή του έπεσε βαριά επάνω της.
«Μα σε κρατάω, χρυσή μου, δεν πρόκειται να πεις
τίποτε σε κανένα!»...
Κι ύστερα μίλησε ξανά, βιαστικά: «... πιστεύεις.
Μην το πιστεύεις. Μην...» Αιωρήθηκε όρθιος για ένα
λεπτό, ύστερα κατέρρευσε στην άκρη του κρεβατιού.
Έγινε μια μακριά σιωπή καθώς στριφογύριζε το
τηλέφωνο στο χέρι του. Τελικά κοίταξε την Ντέμπι.
«Δεν ήμουν εγώ», είπε.
Κούνησε το κεφάλι της αμίλητη, χλωμή.
Ξεροκατάπιε. «Ήμουν παγιδευμένος εδώ μέσα όλη
αυτή την ώρα, προσπαθώντας να σου φωνάξω, να τον
σταματήσω. Αλλά έλεγχε την κατάσταση καλά. Δεν
είχα καμιά τύχη». Τα μάτια του ικέτευαν. «Το
ξέρεις ότι δεν ήμουν εγώ;»
Ήταν γονατιστή πλάι του και τον κρατούσε σφιχτά.
«Ω, Θεοί, ναι. Το ξέρω, Τομ! Φαντάζεσαι πως δεν
καταλαβαίνω τη διαφορά; Ευτυχώς που ξαναγύρισες
».
Η όψη του ήταν ακόμα ανήσυχη. «Το ένα πράγμα για
το οποίο είπε ψέματα ήταν ο δήθεν κενός τομέας.
Στην πραγματικότητα είναι κατειλημμένος... από
αυτούς».
«ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ;»
«Ποιος ξέρει; Μυαλά αρκετά ισχυρά ώστε να με
αρπάξουν την ώρα που ήρθα σε επαφή μαζί τους και
να 'ρθουν εδώ. Τόσο ανελέητα ώστε να αποφασίσουν
να καταλάβουν τον κόσμο μας. Και αρκετά ισχυρά
ώστε παραλίγο να το πετύχουν».
Καθόταν εκεί στο κρεβάτι με το χέρι της γύρω του
κι εκείνος δεν μπορούσε να πάψει να τρέμει.
«Θα χρειαστεί να με εξουδετερώνετε με φάρμακα ή
με κάτι άλλο κάθε μέρα στις οκτώ, Ντέμπι. Δεν
μπορώ να το ξαναζήσω αυτό. Δεν μπορούμε να το
διακινδυνεύσουμε».
Χάιδεψε με το χέρι της το μηρό του και τον πίεσε.
«Θυμάσαι τι είπες πιο πριν... όσο ήσουν ακόμα εσύ...
Θα βρεις κάποιον εκεί έξω που να ξέρει την
απάντηση και γι' αυτούς.»
«Το ελπίζω. Αλλά, Ντέμπι, φοβάμαι.. Δεν θέλω να
ξαναφύγω. Νόμιζα ότι όλα ήταν ωραία. Ότι εκεί έξω
υπάρχουν φίλοι με γνώση και φιλανθρωπία. Αλλά
υπάρχουν και άλλα πράγματα, καταλαβαίνεις;»
«Θα τα καταφέρεις, Τομ. Είμαστε όλοι μαζί σου».
Χαμογέλασε λοξά σ' αυτό.
«Θα ταξιδεύω πολύ μακριά από την ηθική σας
υποστήριξη. Αλλά εκτιμώ την καλή σας πρόθεση».
Έπεσε σε μια σιωπή τόσο βαθιά που ξαφνικά εκείνη
τον κοίταξε για να δει μήπως είχε φύγει καθιστός
αυτή τη φορά. Αλλά ήταν ακόμα εκεί. Αυτό που
τελικά είπε, θα 'πρεπε να της προξενήσει έκπληξη.
«Κόντεψε να σε ρίξει, ε;»
«Το 'ξερα ότι δεν είσαι εσύ, Τομ. Σχεδόν αμέσως».
Σηκώθηκε και περπάτησε αμήχανα. «Τομ, αυτό μας
μπερδεύει όλους πολύ. Όχι τόσο όσο εσένα, αλλά...
καταλαβαίνεις;»
«Κατάλαβα πώς τον κοίταζες όταν προσπαθούσε να
σε πείσει. Ήμουν παγιδευμένος εδώ μέσα, δεν
μπορούσα να κάνω τίποτε περισσότερο από το να
βλέπω και να ωρύομαι χωρίς να μπορείς να με
ακούσεις. Κόντεψε να σε ρίξει, Ντέμπι, δεν μπορείς
να το αρνηθείς». Σταμάτησε, ύστερα είπε σιγά:
«Νομίζω ότι πάει πολύς καιρός που δεν σου 'χω
δώσει αυτό που αληθινά θέλεις από μένα. 'Η μήπως
δεν στο 'δωσα ποτέ;»
Έτρεξε προς το μέρος του μ' ένα λυγμό, κι έπιασε
το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της. «Τομ, Τομ»,
είπε, «για το Θεό, όχι ζήλιες! 'Ακου, αγάπη μου.
Ήταν εδώ, ερχόταν όπως στο όνειρο ενός κοριτσιού,
ήταν μέσα στο σώμα σου, για τ' όνομα του Θεού,
και δεν με έριξε. Γιατί δεν ήταν εσύ! Εντάξει;»
Ο Σίμονς την αγκάλιασε και ακούμπησε το μάγουλό
του στο στήθος της. «Σύμφωνοι, Ντέμπι», είπε
τελικά. «Σ' ευχαριστώ. Αυτή είναι μια ωραία σκέψη
για να πάρω μαζί μου. Γιατί φοβάμαι ότι τώρα
πρέπει να πάω στον Τοξότη».
Και
από πού διάολο ήρθες εσύ, βιαστικέ; ήταν το
νόημα της πρώτης επικοινωνίας. Μη μου
απαντήσεις αμέσως, η κατάσταση είναι λεπτή. Θα
'μαι μαζί σου σε ένα λεπτό.
Πρέπει να 'ταν δύσκολο να 'ναι κανείς
περισσότερο μαζί με κάποιον απ' ό,τι ήταν ήδη,
σκέφτηκε ο Σίμονς. Τι συντροφιά! Προσπάθησε να
νιώσει την τελευταία προσωρινή του κατοικία.
Ει, μην το κάνεις αυτό, έφτασε η φωνή του
οικοδεσπότη του. Ασε ήσυχους αυτούς τους
μυώνες. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι αυτή
τη στιγμή είναι τα επιπλέον στριφογυρίσματα.
Ο Σίμονς υποχώρησε, και ικανοποιήθηκε με μια
παθητική παρατήρηση του νέου του περιβάλλοντος
με τις νέες του αισθήσεις. Η πρώτη είσοδος σ' ένα
καινούριο σώμα, σ' ένα καινούριο κόσμο ήταν ακόμα
μια περίοδος πλήρους σύγχυσης και όντας ανίκανος
να ξεκινήσει το μηχανισμό της κίνησης, ήταν
σχεδόν αδύνατον να διαφοροποιήσει το σώμα του
από το υπόλοιπο περιβάλλον του. Αρχισε να
εξερευνά τις αισθήσεις του με κάποια σειρά,
προσπαθώντας να τις εντάξει σε μια λογική
κατάσταση. Ήταν πολύ περίπλοκο, γιατί είχε μόνο
τις υποκειμενικές του αισθήσεις Για να δέχεται
εντελώς διαφορετικά αντικειμενικά ερεθίσματα.
Αυτό που αποφάσιζε να μεταφράσει με οπτικούς
όρους μπορεί να ήταν η άμεση αίσθηση μαγνητικών
πεδίων και τα ακουστικά του ερεθίσματα μπορεί να
προέρχονταν από κάποιο είδος σόναρ. Ύστερα
γίνονταν όλα πολύ περίεργα και ασαφή και ήταν
αναγκασμένος να προσπαθήσει ξανά, νιώθοντας το
μαγνητισμό και μυρίζοντας τις αντηχήσεις. Αυτό
τον κράτησε απασχολημένο για λίγη ώρα. Στο μεταξύ
ο οικοδεσπότης του ήταν αφοσιωμένος στις δικές
του υποθέσεις.
Στη μέση αυτής της διαδικασίας, ο Σίμονς
αντιλήφθηκε αναμφίβολα κάτι που γινόταν όλο και
πιο σαφές για όλες του τις αισθήσεις. 'Η μεγάλωνε,
ή πλησίαζε, ή γινόταν πιο έντονο, μ' έναν τρόπο που
έβρισκε εκνευριστικό, είτε το ερμήνευε σαν ήχο
που δυνάμωνε, σαν φως που λάμπραινε ή σαν μυρωδιά
που εντεινόταν. Μια γρήγορη εκτίμηση υπέδειξε
πως ό,τι και να ήταν, σε λίγα λεπτά θα ήταν το μόνο
που θα υπήρχε. Η ύπαρξή του έμοιαζε ασυμβίβαστη
με τη δική του.
Ύστερα, σαν να 'σβησε ένας διακόπτης, άρχισε πάλι
να μικραίνει, να φεύγει ή να συρρικνώνεται. Ο
Σίμονς θ' άφηνε το νέο του σώμα να καταρρεύσει αν
ήξερε πώς.
Μετά ο οικοδεσπότης του τον θυμήθηκε επιτέλους.
Παραλίγο να φύγεις προηγουμένως, δεν νομίζεις;
Λοιπόν τώρα βρισκόμαστε στην ευθεία για λίγo.
Ποιος είπες ότι είσαι;
«Τι ήταν αυτό;» κατάφερε να πει ο Σίμονς.
Αυτό; Ποιο; Ω... μόλις περάσαμε μια ηλιακή
χρωμόσφαιρα. Ο πιο γρήγορος τρόπος για να βγούμε
από το σύστημα, αλλά είναι δύσκολο να το πετύχεις
ακριβώς. Γι' αυτό δεν ήθελα να έχω εσένα να με
ανησυχείς.
Παιχνίδια με τις ηλιακές εκρήξεις; Για πλάκα; Ο
Σίμονς δεν ρώτησε. Απάντησε στην ερώτηση του
άλλου καθυστερημένα.
«Είμαι απλώς ένας προσωρινός επισκέπτης», είπε.
«Δεν ελέγχω απόλυτα που εμφανίζομαι, αλλά θα
προσπαθήσω να μη σε ενοχλώ, αν θες. Δεν θα μείνω
για πολύ».
Ω, δεν χρειάζεται να σε απασχολούν οι τύποι,
είπε ο άλλος. Είσαι εδώ, ας ανταλλάξουμε
εμπειρίες, γι' αυτό είναι φτιαγμένα τα μυαλά.
Είναι πολύς ο δρόμος μέχρι το επόμενο σύστημα.
«Θα σε πείραζε να με προσανατολίσεις λίγο;» είπε
ο Σίμονς. «Έχω πρόβλημα να υπολογίσω τι ακριβώς
είσαι εσύ και τι είναι το... σκάφος σου. Για
παράδειγμα, αυτή η παλλόμενη ράβδος είναι ένα από
τα εξαρτήματα σου ή είναι κάποια εξωτερική
συσκευή;»
Ο οικοδεσπότης του πέτυχε το ακριβές αντίστοιχο
ενός γέλιου. Τα πάντα λύγισαν και έτρεμαν. Είναι
όλο εγώ, κάγχασε. Τινάχτηκε, και η κίνηση
διέτρεξε όλο του το μήκος. Οι προεξοχές υψώθηκαν,
τα ταμπλώ συρρικνώθηκαν, οι κύλινδροι πάλλονταν
και τα κυκλώματα αναβόσβησαν. Απλώς εγώ. Αυτό
που δεν κατάφερα να κουνήσω είναι τα άστρα.
Ήταν περίπου τριάντα χιλιόμετρα μήκος. Ήταν o
ίδιος το διαστημόπλοιό του. Ο Σίμονς
εντυπωσιάστηκε.
«Ποτέ δεν είχα φανταστεί κάτι σαν εσένα»,
ομολόγησε.
Λοιπόν πώς νιώθεις που είσαι τόσο αδαής; είπε
το πλοίο, και ύστερα, νιώθοντας ότι ο Σίμονς
προσβλήθηκε, Ει, απλώς εννοούσα οτι πάει τόσος
καιρός από τότε που βγήκαμε στο Διάστημα, που
είμαι κάπως περίεργος πώς νιώθετε εσείς τα
μικροσκοπικά είδη που μόλις βγαίνετε από το
καβούκι σας.
Ο Σίμονς το άφησε να περάσει. Στο κάτω-κάτω, η
παρατήρηση ήταν σωστή.
Ποια είναι η εμβέλεια σου; ρώτησε το πλοίο. Δεν
μπορεί να έρχεσαι από το σύστημα που μόλις
περάσαμε, Θα έλεγα. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ζωής
και ούτως ή άλλως η ένταση της παρουσίας σου δεν
μειώνεται. Ξέρεις αν αυτή είναι η πρώτη επαφή;
«Είναι η πρώτη με το είδος σας» είπε ο Σίμονς. «Αν
και έχω έρθει σε επαφή με άλλα».
Γουαου, σκέφτηκε ο άλλος. Πρέπει να 'ρχεσαι
εντελώς από έξω από αυτό το σμήνος. Κρατήσου,
πλησιάζει άλλο ένα σύστημα. Στάσου ήσυχος και μην
κινείσαι καθόλου.
Αλλος ένας ήλιος ανέτειλε, στην αρχή σταδιακά
και ύστερα μ' εκείνη την ταχύτητα που θα 'κανε την
καρδιά του Σίμονς να σταματήσει, αν είχε καρδιά
εκείνη την ώρα. Καθώς απομακρύνθηκε πίσω τους, το
κοινό μυαλό τους το κατέλαβε για μια στιγμή ένα
φλύαρο συνονθύλευμα από ασυνάρτητες εικόνες,
αισθήματα και πάθη που εξαφανίστηκαν το ίδιο
απότομα.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Σίμονς μπερδεμένος.
Ω, υπήρχε μια μάλλον πρωτόγονη μορφή ζωής στο
δεύτερο πλανήτη. Διάλεξα ένα μυαλό από κάθε είδος
και τα έστειλα όλα στην Κεντρική Επεξεργασία για
εκτίμηση. Συνήθης Διαδικασία Δράσης. Φυσικά, στην
περίπτωσή σου, εννοώ τελείως απο έξω απο το
Σμήνος. Τι χρειάζεται; Έχεις πολλή πλάκα, το
παραδέχομαι, αλλά το Σμήνος είναι η κύρια
φροντίδα μας, δεν συμφωνείς; Αλλωστε μπορείς να
βοηθήσεις περισσότερο εδώ μαζί μου τώρα. Αν δεν
σε πειράζει να αναλάβεις το βάρος, σύμφωνοι;
«Απολύτως, αν και αμφιβάλλω αν θα είμαι μαζί σου
αρκετόν καιρό ώστε να μπορέσω να σε βοηθήσω».
Ω, τα πας περίφημα, σχετικά με το τι είσαι,
παραδέχτηκε το σκάφος με ύφος. Μόνο κάνε μια
καταχώρηση στο ημερολόγιο, αν θέλεις.
«Ημερολόγιο;»
Ω, ναι, δες. Προσπάθησε να αισθανθείς τι κάνω εδώ.
Αυτός ο μυς (το 'πιασες;) ενεργοποιεί αυτόν το
μηχανισμό εκτίμησης. Όσο είναι ανοιχτός, δώσε του
ένα Θερμογράφημα μ' αυτό τον τρόπο. Τώρα θέλουμε
να σημειώσουμε αυτό το άστρο, το δεύτερο πλανήτη,
για επανέλεγχο σ' ένα μεγαέτος περίπου για
περαιτέρω εξελικτική πρόοδο.
«Κάνεις συχνά αυτή τη δουλειά;»
Πρέπει. Ξέρεις πόσα άστρα έχει το Σμήνος; Μέχρι να
ρίξουμε μια ματιά σε όλα είναι ώρα να
ξαναρχίσουμε. Δεν ξέρω πώς οι τύποι στο Πηγάδι
του Πυρήνα τα καταφέρνουν με τη δική τους
περιοχή. Να 'μαστε πάλι. Ω, υπέροχα, αυτό είναι
τριπλό.
Αν ο Σίμονς είχε μάτια, θα τα είχε κλείσει για τα
επόμενα πέντε λεπτά.
Όταν τέλειωσε, και το πλοίο είχε ευθυγραμμιστεί
στην πορεία του, ο Σίμονς θυμήθηκε να ανακινήσει
ένα φλέγον ζήτημα. Καλά ήταν να διασκεδάζει στη
χώρα των γαλαξιών, αλλά ο δικός του μικρός κόσμος
αντιμετώπιζε μια απειλή. Απειλή που απρόθυμα
αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε προκαλέσει o
ίδιος.
«Αναρωτιέμαι», ρώτησε δειλά τον οικοδεσπότη του,
«αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις με κάποιο
πρόβλημα».
Ρίξ' το.
«Να, προέρχομαι από ένα μη τηλεπαθητικό είδος σε
κάποιο μικρό πλανήτη εκεί έξω, δεν ξέρω πού στην
ευχή ακριβώς, και μόλις ήρθαμε σε επαφή με κάτι
πολύ σκληρούς τύπους». Σκιαγράφησε την απειλή
του Σκορπιού. Το πλοίο αγανάκτησε.
Για δες, το ξέρω αυτό το είδος. Βάζουν το πόδι τους
στην πόρτα και κάνουν κατάληψη. Αληθινά
ενοχλητικοί. Κοίτα, υπάρχει μόνο ένας τρόπος να
τους χειριστείς αυτούς. Ξέρεις τι εννοώ;
«Ποιός είναι αυτός;»
Να, πρώτα τους αφήνεις να εισβάλουν. Στο μεταξύ,
κανονίζεις μια τηλεπαθητική μεταφορά του δικού
σου λαού σε κάποια πηγή εκτός πλανήτη...
«Πώς φαντάζεσαι ότι θα το καταφέρουμε αυτό;»
Ύστερα όταν είναι όλοι μέσα στα σώματά σας στο
μητρικό σας πλανήτη και σεις είσαστε όλοι έξω...
«Ναι;»
Ανατινάζετε τον πλανήτη! Γουαπ! Και δεν
ξαναενοχλούν ποτέ κανένα. Έτσι είναι ο μόνος
τρόπος.
Ο Σίμονς αναστέναξε μέσα του. «Δεν νομίζω να το
καταφέρουμε αυτό».
Τότε είσαστε νεκροί, φίλε μου. Αλλο άστρο. Ήσυχα
τώρα.
Το καινούριο άστρο διογκώθηκε και τους πλησίασε.
Ο Σίμονς κόντευε να συνηθίσει την ιδέα του ξυστού
περάσματος. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα
εξελίχθηκαν διαφορετικά.
Σκατά, φώναξε το σκάφος ξαφνικά. Αριστερά!
Εννοώ, δεξιά, δεξιά, δεξιά! βούτηξαν κατευθείαν
μέσα στην ισχυρή δίνη και, απ' όσο καταλάβαινε ο
Σίμονς, εξαερώθηκαν αυτόματα.
Θα ήταν εκπληκτικό, αν δεν είχε υπερφορτωθεί εδώ
και ώρα η ικανότητα του για τέτοιου είδους
συγκινήσεις, όταν βρέθηκε να πλέει μέχρι το λαιμό
σ' ένα κουτί γεμάτο λάσπη, πάνω από σειρές
ολόκληρες με ανάλογους κύβους. Κρίνοντας απ'
αυτούς που ήταν μέσα, πρέπει να ήταν μέσα σ' ένα
σώμα κάτι μεταξύ βατράχου και αστακού.
Ήθελα να πω «δεξιά», είπε ο οικοδεσπότης
του ξανά, με λυπημένη φωνή. Ο Σίμονς σκέφτηκε ένα
λεπτό. «Θα πρέπει να υποθέσω ότι δεν είσαι ακριβώς
το πλοίο, αλλά ο διανοητικός χειριστής του
πλοίου», συμπέρανε τελικά.
Τι; Παλιόφιλε, ακόμα εδώ είσαι; Ναι, πρώτος
ηλίθιος είμαι, χάλασα άλλο ένα πλοίο, και θα
περάσουν μέρες πριν μου δώσουν καινούριο. Δεν
πιστεύεις ότι θα διακινδυνεύαμε την ίδια την
ευφυία εκεί έξω, έτσι; Δεν είναι απαραίτητο.
Το πρώην πλοίο περίμενε για απάντηση, αλλά o
προσωρινός επισκέπτης του είχε φύγει για άγνωστα
μέρη
Όσα πάνε κι όσα έρθουν, σκέφτηκε. Πω πω,
περίεργος που ήταν αυτός. Και αφού σύρθηκε έξω
από το κουτί του, άρχισε να ψάχνει για κανένα
άδειο σκάφος.
«Ω, Τομ. Πολύ χαίρομαι που γύρισες. Ήρθες πάνω
στην ώρα για να πεις σ' αυτούς τους ηλίθιους γιατί
δεν μπορούν να σε πάρουν. Θέλουν να σε φυλακίσουν
ή κάτι τέτοιο».
Ο Σίμονς ανακάθισε κουρασμένος. «Για το όνομα του
Θεού, δεν μπορεί να απολαύσει κανείς ένα
δεκάλεπτο διάλειμμα χωρίς γαϊδουρινές
παρεμβολές; Τι συμβαίνει πάλι;»
Ο Ματ και ο Τζεφ στέκονταν δίπλα στο κρεβάτι του.
Ο Ματ άνοιξε ένα πορτοφόλι και έδειξε κάτι από
μέσα, όπως κάνουν στις ταινίες. Θα μπορούσε να
είναι οτιδήποτε.
«Κυβέρνηση», είπε ο Ματ. «Για τη δική σου
ασφάλεια».
«Φύγετε από εδώ, σας παρακαλώ», είπε ο Σίμονς,
προσπαθώντας να παραμείνει ευγενικός. «Έχω δει
κυβερνήσεις που δεν θα με πιστεύατε αν σας
έλεγα»,
«Συγνώμη», είπε ο Ματ αδιάφορα. «Θα χρειαστεί να
'ρθεις μαζί μας. Διαταγές από ψηλά». Κι αυτός o
διάλογος ήταν παρμένος από το σινεμά.
«Προτιμώ όχι, είπε ο Σίμονς. Κλείνοντας το μάτι
στον Τζεφ που ήταν στο βάθος, πρόσθεσε, «και
μπορείς ν' αφήσεις αυτό στη θήκη του. Δεν θα σου
χρειαστεί. Τι σημαίνουν όλα αυτά;»
Η Ντέμπι παρεμβλήθηκε. «Ω, η Ουάσινγκτον είναι
κάπου δώδεκα ώρες πίσω σε όλα αυτά. Ακόμα
νομίζουν ότι μπορείς να διαβάζεις ανθρώπινες
σκέψεις».
Ο Σίμονς το σκέφτηκε. «Ω, φυσικά. Οπότε αυτό με
μεταμορφώνει σε μυστικό όπλο, φυσικά, και
στρατιωτική ασφάλεια. Και πιθανόν και πολιτική
απειλή, σωστά;»
Το πρόσωπο του Ματ δεν άλλαξε. «Δεν θέλουμε να
χρησιμοποιήσουμε βία, δρ Σίμονς, αλλά έχουμε
διαταγές...»
Η Ντέμπι: «Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι δεν
μπορείς να διαβάσεις ανθρώπινες σκέψεις, αλλά
αυτοί...»
«Παρακαλώ, αφήστε το σε μας, κυρία Σίμονς», είπε ο
Ματ.
«Όχι, αφήστε το σε μένα», είπε ο Σίμονς. Κοίταξε
κατευθείαν τον Ματ. «Πέστε μου, κύριε, ποιος σας
έστειλε;» Περίμενε, αλλά δεν πήρε απάντηση.
«Καταλαβαίνω. Λοιπόν, τι γνώμη έχετε αλήθεια για
τον αρχηγό σας;... Καλά. Τότε θα του πω όταν τον δω
τι ακριβώς σκέπτεστε γι' αυτόν».
Έγινε μια σύντομη σιωπή. Μετά ο Ματ είπε αργά:
«Μπλοφάρεις».
«Ω, τότε παρακαλώ σκέψου τι γνώμη έχεις για το
μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο... Καταλαβαίνω. Θα θέλατε
αυτό να φτάσει στον Τύπο; Τώρα φύγετε».
Ο Ματ στάθηκε αβέβαιος για ένα λεπτό, ύστερα
γύρισε στον Τζεφ. «Καλύτερα να...»
«'Ει», μίλησε ο Τζεφ για πρώτη φορά. «Αφήνεις αυτό
το ρεμάλι να σε ρίξει; Οι διαταγές μας...»
Ο Σίμονς τον κοίταξε. «Ε, εσύ, για σκέψου μια
γυναίκα με την οποία πήγες πρόσφατα... Τώρα σκέψου
κάποιον που δεν θα 'θελες να μάθει γι' αυτήν... Το
'πιασες! Προσπάθησε να με κλείσεις μέσα και ένα
σωρό άνθρωποι θα λάβουν νοητικά μηνύματα για
πράγματα που σίγουρα δεν θα 'θελες να μάθουν».
Ένα λεπτό αργότερα ο Σίμονς ήταν μόνος με την
Ντέμπι.
«Θεούλη μου», είπε εκείνη με θαυμασμό, κοιτώντας
τον σαν να ήταν κάποιος άλλος, «Πώς ξέφυγες έτσι;»
«Τρελή τύχη, υποθέτω», γέλασε. «Το είδος της τύχης
που περνάει με τρελούς σαν αυτούς. Τελικά νομίζω
ότι έμαθα μερικά πράγματα από τον Σκορπιό».
«Τον Σκορπιό;»
«Είναι το όνομα που έχω δώσει στα τέρατα που
προσπάθησαν να εισβάλλουν στη Γη πριν δύο
επεισόδια», εξήγησε. «Αν μη τι άλλο, έχουν θράσος,
και αυτό είναι που χρειαζόμουν τώρα. Αυτό δεν θα
τους κρατήσει μακριά για πολύ, πάντως. Τώρα
πρέπει να προσθέσω ένα καινούριο στοιχείο στον
κατάλογό μου. Πώς να απομακρύνετε τις
κυβερνήσεις. Λοιπόν, κάποιος εκεί έξω...»
«... θα 'χει την απάντηση γι' αυτό. Σωστά», είπε η
Ντέμπι. «Ξέρεις, τώρα που ξέρω ότι δεν είσαι
τρελός και ότι αλήθεια πηγαίνεις έξω σ' εκείνους
τους κόσμους, σχεδόν ζηλεύω την εμπειρία σου».
«Να μη ζηλεύεις», είπε ο Σίμονς. «Η ιχνηλασία δεν
είναι διασκέδαση. Περίμενε μέχρι να εξερευνήσω
όλο το πεδίο». Απλωσε το χέρι του και την τράβηξε
κοντά του. «Ντέμπι, θα είσαι εδώ την άλλη φορά που
θα γυρίσω, ακούς;»
«Φυσικά», είπε, χαμογελώντας του. «Δεν είμαι
πάντα;»
«Εσύ, και κανένας άλλος», διευκρίνισε. «Ας έχουμε
λίγη ιδιωτικότητα στις δύο».
«Πραγματικά, νομίζω ότι αρχίζει να επανέρχεται η
μνήμη σου», αποφάσισε η Ντέμπι. «Νόμιζα ότι είχες
άλλα πράγματα στο μυαλό σου».
«Χάρις σ' αυτούς τους ηλίθιους από την
Ουάσινγκτον», παρατήρησε ο Σίμονς, «δεν σηκώθηκα
από το κρεβάτι αυτή τη φορά. Και ούτε σκοπεύω να
σηκωθώ την επομένη».
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ
ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΤΟΝ ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΟ ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ.
ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΟΛΟΙ ΗΣΥΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ
ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΙΣΟ ΟΚΚΑΔΙΟ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΕΥΘΕΙΤΕ ΟΛΟΙ ΣΩΣΤΑ
ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ.
Η διανοητική αίσθηση ήταν ένας άβολος
συνωστισμός σε ένα προθάλαμο.
«Με συγχωρείτε», είπε ο Σίμονς, «Θα είμαι εδώ μόνο
για λίγα...»
ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, τον διέκοψαν. ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΟ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ. ΤΩΡΑ ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΩ
ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ,
ΟΠΟΥ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΡΙΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
ΖΟΥΝ ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ. ΘΑ 'ΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΟΤΙ
ΜΕΣΑ Σ' ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΗΛΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΠ' Ο,ΤΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΙΠΟ
ΓΑΛΑΞΙΑ. ΚΑΘΕ ΟΚΚΑΔΙΟ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 50.000 ΝΕΑ ΕΙΔΗ
ΠΕΤΥΧΑΙΝΟΥΝ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΚΚΑΔΙΟ ΕΣΕΙΣ ΕΙΣΤΕ ΟΙ ΤΥΧΕΡΟ1
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ.
«Θα κρατήσει πολύ αυτό;» ρώτησε ο Σίμονς. 'Εχω
λιγότερο από δύο ώρες. Δεν ξέρω πόσα οκκάδια
είναι αυτό, αλλά...» Αισθάνθηκε μια πίεση απαλή
αλλά ακαταμάχητη και ένιωσε ανίκανος για
περαιτέρω επικοινωνία.
ΠΑΡΑΚΑΛΩ, είπε ο ξεναγός του γύρου αυστηρά,
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΥΠΟΜΕΙΝΑΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ. Ο
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΓΥΡΟΣ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΣΧΕΔΙΑΣΤΕΙ
ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΡΟΠΟ. ΑΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ. ΘΑ
ΔΕΙΤΕ ΟΤΙ ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΛΕΣ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ.
Μια λεπτή γραμμή σκέψης ξετυλίχτηκε στην άμεση
νοητική γειτονία του Σίμονς. «Μα το είδος μου
διατρέχει ένα μεγάλο κίνδυνο. Ζητάμε βοήθεια
επειγόντως...» Απρόθυμα, η σκέψη πέθανε, βουβάθηκε
τελείως.
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΤΑΤΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ,
τους μάλωσε ο ξεναγός. 10.000 ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΙΔΗ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΑΙ Σ' ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΓΥΡΟ. ΚΑΘΕ
ΟΚΚΑΔΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 29.000 ΕΙΔΗ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΕΛΗ
ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ, ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ
ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ,
ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟ ΖΗΤΗΣΕΤΕ ΚΑΙ ΣΕΙΣ. ΕΤΣΙ,
ΧΩΡΙΣ ΑΛΛΗ ΑΝΑΒΟΛΗ, ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ
ΓΑΛΑΞΙΑ.
Με μια έκρηξη εμφανίστηκε το Διάστημα. Ο
Γαλαξίας στροβιλιζόταν πέρα με σιωπηλή
μεγαλοπρέπεια, ίσως από πάνω τους. Ήταν φοβερό
για τον Σίμονς που το ένιωθε με έξι διαφορετικές
αισθήσεις, τέσσερις από τις οποίες δεν είχε ποτέ
πριν. Κοίταζαν μέσα από σκοτεινούς ουρανούς, μέσα
από τα μάτια και τα άλλα αισθητήρια όργανα του
αρχετύπου των σφιγγών, κουλουριασμένοι με το
κεφάλι στα πόδια πάνω σε χλιαρές βιολετί
αμμουδιές.
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΜΑΣ, συνέχισε η
πολυλογία, ΕΙΔΩΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ
ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΣΤΑ 30.000 ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ
ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ. ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η
ΤΙΛΕΝΓΚ Η 2102η ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΗ ΦΟΥΡΙΝΙ. ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΟΙ
ΑΜΕΣΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ, ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΤΗΝ
ΠΛΗΡΗ ΜΝΗΜΗ, ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙ ΤΟΝ ΓΑΛΑΞΙΑ ΑΠΟ
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΟΚΤΩ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ
ΧΡΟΝΙΑ. ΤΙΛΕΝΓΚ, ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙΣ ΣΤΟΥΣ
ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΥΣ ΜΑΣ ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ
ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ
ΔΙΑΣΤΗΜΑ;
Η Τιλένγκ λύγισε τα δυνατά της νύχια και μια
βαθιά και αυστηρή σκέψη διαπέρασε τα μυαλά που
συνωστίζονταν. Ξέρεις, Κλάουφ, υποθέτω ότι οι
μεγαλύτερες αλλαγές που φάνηκαν από εδώ είναι η
έκρηξη του πυρήνα, τεσσεράμισι εκατομμύρια
χρόνια πριν, και η συνοχή και η χρήση του τα
επόμενα εκατομμύρια χρόνια. Ύστερα, το
ξεθώριασμα του πυρήνα στα μακρύτερα μήκη
κύματος, με τη συνακόλουθη αύξηση σε εκπομπή
υπερύθρων καθώς όλο και περισσότερα εσωτερικά
άστρα καλύπτονταν σε σφαίρες.
ΤΟΤΕ ΘΑ 'ΛΕΓΕΣ ΟΤΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ
ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΓΑΛΑΞΙΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΒΛΕΠΕΤΕ ΑΠΟ
ΕΚΕΙ ΕΙΝΑΙ... ΠΟΥ, ΤΙΛΕΝΓΚ;
Ω, στον Πυρήνα, αναμφίβολα, Κλάουφ. Από εδώ
πάνω πολύ σπάνια βλέπουμε αληθινά σημάδια ευφυών
χειρισμών έξω από το κέντρο του Γαλαξία. Ο
Πυρήνας, πάντως, έχει κάνει τρομερές προσπάθειες,
αρκετά εμφανείς ακόμα και απ' αυτή την απόσταση.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ, ΤΙΛΕΝΓΚ. ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΕΛΛΟΓΟΙ,
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΤΙΛΕΝΓΚ ΤΗΣ 2102ης ΚΑΤΟΧΟΥ
ΤΗΣ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑΣ ΑΔΙΑΚΟΠΗΣ ΟΨΗΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ ΜΑΣ
ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΓΝΩΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ, ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΘΑ
ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΤΕ ΟΤΙ ΘΑ 'ΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΕΙ, ΑΝ ΞΕΡΕΙ
ΚΑΠΟΙΟΣ. ΤΩΡΑ, ΦΙΛΟΙ, ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΓΙΑ ΣΑΣ.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ΤΟΥ
ΕΠΟΜΕΝΟΥ ΣΥΚΚΑΔΙΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΕ ΣΤΙΣ
ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΣΑΣ.
Η μικρή φωνούλα τιτίβιζε ακόμα μελαγχολικά. «Ο
πλανήτης μου έχει προσδοκώμενη ζωή λιγότερο από
ένα συκκάδιο, εκτός αν εσείς μπορείτε να
βοηθήσετε...» Πνίγηκε.
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΙΟ ΕΥΓΕΝΙΚΟΙ. Ενας πονεμένος
τόνος φάνηκε πίσω από το στεγνό άκουσμα της
σκέψης του ξεναγού. ΑΝ ΟΛΟΙ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ ΝΑ
ΜΙΛΗΣΟΥΝ, ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΗΞΟΥΜΕ ΠΟΥΘΕΝΑ. ΣΑΣ
ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΩ ΟΤΙ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΣΥΚΚΑΔΙΑ, ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ
ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΛΛΟΓΩΝ ΘΑ ΣΑΣ
ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΠΡΟΘΥΜΑ Σ' ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΥΠΕΡΟΧΟ
ΚΑΤΑΤΟΠΙΣΤΙΚΟ ΓΥΡΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΤΩΡΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ
ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΜΕ. ΤΩΡΑ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΝΟΝΙΣΕΙ ΜΕ ΕΚΑΤΟΝ
ΕΞΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΕΙΔΗ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ Σ' ΑΥΤΟΝ
ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΝΑ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΤΗΛΕΠΑΘΗΤΙΚΑ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΣΥΚΚΑΔΙΟ. ΑΦΗΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ
ΣΑΣ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. ΓΙΑΤΙ
ΤΩΡΑ, ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΕΛΛΟΓΟΙ, ΚΑΙ, ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ,
ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ
ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ, ΘΑ ΣΑΣ ΧΑΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΤΑΞΙΔΙ
ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ... ΤΗ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ
ΓΑΛΑΞΙΑ. ΤΩΡΑ!
Και η έρημος εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε
από μια κοντινότερη άποψη. Ο Γαλαξίας άπλωσε στο
νυχτερινό ουρανό, πάνω από τα κωνοειδή φύλλα ενός
έλους όπου ένα πλάσμα δέχτηκε τους νοητικούς
επισκέπτες για λίγο, κι ύστερα τους πέρασε αλλού.
Βήμα-βήμα τα πλήθη των άστρων πλησίαζαν,
χωρίζονταν σε διάφορες κηλίδες και διογκώνονταν
καλύπτοντας το οπτικό πεδίο. Ο Γαλαξίας, καθώς το
σκάφος προσπερνούσε το φως, φάνηκε να στρέφεται
ανάποδα.
Όλο και πιο κοντά και μέσα στα πεδία των άστρων,
με το συνωστισμένο κέντρο να φαντάζει μπροστά
τους, φλικ, φλικ, φλικ, μέχρι που όλος ο ουρανός
έγινε μια φωτεινή λάμψη. Ακούστηκαν κραυγές που
σύντομα πνίγηκαν, από τα πιο ευαίσθητα μέλη του
γύρου. Μέσα στην πανταχού παρούσα λάμψη σιγά σιγά
εμφανίστηκε μια απόλυτη μαυρίλα που μεγάλωνε σε
κάθε βήμα μέχρι που όλος ο ουρανός σκεπάστηκε από
ένα φαρδύ μαύρο κύλινδρο που τους πλησίαζε.
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ, είπε ο ξεναγός
επίσημα. ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ
ΜΕΤΡΩΝΤΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ, ΠΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΕΙ
ΣΤΗ ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ.
ΕΔΩ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ, ΠΟΥ ΕΚΛΕΓΕΤΑΙ ΚΑΘΕ
ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΣΥΝΕΡΧΕΤΑΙ ΜΟΝΙΜΩΣ. ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ
Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΜΟΥΣΕΙΟ, ΣΤΑΜΠΛΑΤΣ,
ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ, ΕΚΘΕΤΗΡΙΟ ΜΥΑΛΩΝ ΚΑΙ ΚΟΥΩΟΥ
ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΥΡΗΝΑ. ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ
ΕΛΛΟΓΟΙ, ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΣΑΣ ΣΥΓΧΑΡΩ ΓΙΑΤΙ
ΕΣΕΙΣ, ΠΡΩΤΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΣΑΣ, ΕΡΧΕΣΤΕ ΣΤΟ ΙΔΙΟ
ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ. ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΩ... ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ!
Οι τελευταίες λέξεις είχαν προγραμματιστεί
άψογα χρονικά, γιατί οι καλειδοσκοπικές εικόνες
σταμάτησαν απότομα. Ο τελευταίος οικοδεσπότης
στάθηκε ακίνητος στο διάστημα, μια μεγάλη κηλίδα
πρωτοπλάσματος φορτωμένη με κάθε μορφή
αισθητήριου οργάνου που υπάρχει. Έγινε μια
ψυχική ώθηση καθώς δέκα χιλιάδες ανεξάρτητα
μυαλά πάλευαν να προσαρμοστούν με τα όργανα
αίσθησης που τους ήταν οικεία.
ΜΗ ΣΠΡΩΧΝΕΣΤΕ. ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΔΩ ΓΙΑ 1,4286
ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΣΥΚΚΑΔΙΑ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΑΡΚΕΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΣΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΤΕ ΟΣΟ ΘΕΛΕΤΕ
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ.
Ο Σίμονς γλίστρησε μέσα στο νοητικό συνωστισμό,
και εντόπισε μερικά οπτικά ερεθίσματα γι' αυτόν
λίγο πιο πέρα προς το υπεριώδες απ' ό,τι είχε
συνηθίσει, αλλά μ' αυτήν τη θέα δεν πείραζε
καθόλου.
Ο Συνταξιδιώτης που είχε προσέξει ο Σίμονς
προηγουμένως του μιλούσε. «Με συγχωρείτε, άλλά
είχα τη σαφή εντύπωση ότι είδατε με συμπάθεια τις
προσπάθειές μου να προκαλέσω την προσοχή».
«Νομίζω πως είναι ντροπή τους που δεν σας
άκουσαν», είπε ο Σίμονς γυρνώντας την πλάτη του
στη θέα. «Πραγματικά αντιμετωπίζει ο κόσμος σας
μεγάλο κίνδυνο;»
«Είμαστε χαμένοι», είπε ο άλλος. «Είναι πολύ αργά
για μας. Αυτό που ήθελα να πω ήταν... να, νομίζω
πραγματικά ότι τα πράγματα θα έπρεπε να
κανονίζονται διαφορετικά. Ίσως κάποτε μπορείς να
κάνεις κάτι γι' αυτό. Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε».
«Το μόνο που θέλω απ' αυτό το μέρος είναι να φύγω
τρέχοντας», είπε ο Σίμονς. «Αλλά κοίτα, για το λαό
σου που δεν τον βοηθάει κανείς και αυτά... θέλω να
πω, λυπάμαι».
«Λοιπόν», είπε ο άλλος, «Υποθέτω πως αυτό είναι
καλύτερο από το τίπ-»
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΩΝ
ΜΑΥΡΩΝ ΟΠΩΝ, ΣΑΝ ΑΝΟΙΧΤΟΣ ΚΥΛΙΝΔΡΟΣ ΜΑΛΛΟΝ ΠΑΡΑ
ΣΑΝ ΣΦΑΙΡΑ.. ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ
ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΠΟΛΥ ΘΕΑΜΑΤΙΚΑ. ΤΩΡΑ
ΕΙΧΑΜΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΟΡΙΣΟΥΜΕ ΜΙΑ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΥΠΟΓΡΑΜΜΑΤΕΑ,
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΦΟΡΤΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ
ΠΥΡΗΝΑ, ΠΟΥ ΘΑ...
«Πάει πολύ», είπε ο Σίμονς κουρασμένος. «Πάει
πάρα, πάρα πολύ. Το μυαλό μου δεν μπορεί να το
κουμαντάρει - κανένας άντρας δεν θα μπορούσε.
Ούτε γυναίκα».
«Δεν χαμογελούσα γι' αυτό, αγάπη μου».
«Ελπίζω να μη χαμογελάς για την τεχνική μου.
Πρέπει να κάνεις υποχωρήσεις, Ντέμπι. Αληθινά δεν
θυμάμαι πώς γίνεται».
«Το σώμα σου θυμάται και πολύ καλά μάλιστα.
Νομίζω πως γίνεται καλύτερα όταν αφήνεις απέξω
το μυαλό σου. Μην το σκέπτεσαι, απλά κάν' το».
«Λοιπόν, αν συνειδητοποιήσεις ότι αυτό είναι ένα
ξένο σώμα πρακτικά που κάνει ξένα πράγματα, δεν
νομίζω να τα πηγαίνω άσχημα».
«Ω, όχι, αγαπητέ Τομ, καθόλου άσχημα... Τομ;»
«Χμμμ;»
«Αν κοιμηθείς πριν φύγεις πάλι, τι θα συμβεί;»
«Θα περάσω τις δυο μου ώρες σ' ένα ξένο όνειρο.
Έζησα κάτι παρόμοιο μπαίνοντας στην Παρθένο».
«Καταλαβαίνω... μμμμμμ... Τομ, μια και το θυμήθηκα...
η σύζυγος του Παρθένου...»
«Τι τρέχει μ' αυτήν;»
«Ήταν πιο όμορφη από μένα;»
«Κοίτα, μη μιλάς γι' αυτήν κι εγώ θα σταματήσω για
το Σκορπιό».
«Σύμφωνοι. Τώρα φώλιασε».
«Μακάρι να μπορούσα, αλλά ήρθε πάλι η ώρα. Γεια».
Κάποτε
θα 'πρεπε να συμβεί, σκέφτηκε ο Σίμονς και αληθινά
ήταν λίγο παραξενεμένος που δεν είχε συμβεί
νωρίτερα. Υπέθεσε ότι το μυαλό του χρειαζόταν
κάποια προετοιμασία πριν να μπορέσει να
χειριστεί την εμπειρία της επικοινωνίας σ' αυτό
το επίπεδο πολυπλοκότητας.
Ήξερε ακριβώς πού ήταν. Σερνόταν μέσα σε χαμηλά
τούνελ με τοιχώματα από λάσπη, πάνω σε πλατιά
πτερύγια και ακουμπούσε σε σταθερά τρίποδα πάνω
σ' ένα κατάστρωμα κάτω από κίτρινα σύννεφα.
Κοίταζε μια πόλη από οπτόπλινθους, πάνω από έναν
ψηλό οδοντωτό πύργο και ο όγκος του κορμιού του
κυλιόταν στη λάσπη ενός απλωμένου ποτάμιου
δέλτα. Κοίταξε, με διάφορες αισθήσεις, μέσα από
μυριάδες μορφές ζωής, άγγιξε ισάριθμα μυαλά και
τα κράτησε όλα χωριστά. Και ανάμεσά τους, κράτησε
πάντα τον εαυτό του.
Τώρα αυτό, σκέφτηκε ο Σίμονς, θυμίζει πιο
πολύ αυτό που υποτίθεται ότι είναι η τηλεπάθεια.
Είμαστε ευτυχείς που το εγκρίνεις.
Η επαφή του, συνειδητοποίησε ο Σίμονς, ήταν ένα
είδος απαρτίας αποτελούμενης από τις ενότητες
που βρίσκονταν στην εμβέλειά του και αποφάσιζαν
να αναμιχθούν με την παρουσία του. Πολλοί τον
αγνόησαν, ή απλώς καταχώρησαν την παρουσία του
και συνέχισαν τις ασχολίες τους, που όλες
υπέπεσαν στην αντίληψή του: πολεμούσαν,
κατασκεύαζαν, κινούνταν, αγαπούσαν, σκέφτονταν.
Αλλά πολλοί στράφηκαν με τη σκέψη τους προς το
μέρος του, εντελώς ή μερικά, και κινήθηκαν μαζί
για να σχηματίσουν μια νέα προσωρινή ενότητα για
τον εξειδικευμένο στόχο του καλωσορίσματος του
Τόμας Σίμονς.
Είχε συναίσθηση κάθε έλλογου και της
ατομικότητάς του, αλλά και του συνόλου σαν να
ήταν μια συνδυασμένη προσωπικότητα. Κι όμως αυτό
το νεογέννητο σύνολο κέρδιζε συνεχώς νέα μέλη
και απέβαλε προηγούμενα όταν βαριόνταν ή τα
καλούσαν για πιο επείγουσες δουλειές. Και μέσα
από τη σκοπιά της αντίληψής του αισθανόταν και
άλλες παρόμοιες ενότητες που σχηματίζονταν,
διαλύονταν, τροποποιούνταν σε ομάδες των δύο
μέχρι και των εκατομμυρίων, για διάφορους λόγους
κάτω από τους ήλιους.
Γεια, είπε ο Σίμονς. Μ' αρέσει αυτή η
αίσθηση.
Και σε μας αρέσει η αίσθησή σου, είπε ο
νεοφερμένος. Μοιάζεις να χρειάζεσαι ένα όνομα
για μας. Φώναζέ μας Τσάρλυ.
Μια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό ενός αμφίβιου που
τεμπέλιαζε στην ακτή μιας χλιαρής παραλίας, και η
σκέψη αυτή τροποποιήθηκε με τακτ από ένα μάγειρα
κάποιου διαπλανητικού σκάφους επανδρωμένου με
όντα σαν σακούλες υδρογόνου, και μεταφράστηκε σε
πιο ανθρώπινους όρους από ένα καθηγητή σε
μυρμηγκοτροφείο και παρουσιάστηκε στη
συγκέντρωση - όλα αυτά σε κλάσματα του
δευτερολέπτου.
Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας τρόπος να
διακόπτεις την τηλεπάθειά σου, αυτό είναι όλο. Θα
το ήθελες;
Ο Σίμονς πήρε κάτι που αν είχε σώμα θα ήταν βαθιά
αναπνοή. Να 'σαι σίγουρος γι' αυτό, είπε.
Μια μικρή ομάδα ειδικών συνεδρίασε στιγμιαία,
τον εξέτασε και υπέδειξε μετά από λεπτή νοητική
εξέταση, μέρη του εγώ του. Σκέψου έτσι,
είπαν οι άλλοι, έτσι, και μετά κάνε αυτό,
κατάλαβες;
Τόσο απλό είναι; ρώτησε ο Σίμονς.
Όταν ξέρεις τον τρόπο, είπε ο Τσάρλυ. Χρειάζεσαι
βοήθεια για να το βρεις την πρώτη φορά.
Ευχαριστώ, είπε ο Σίμονς. Νομίζω ότι θα
αποτελέσει μεγάλη βοήθεια για μένα.
Πρόσεξε ότι οι συντελεστές του «Τσάρλυ» είχαν
αλλάξει ακόμα και σ' αυτό το σύντομο διάστημα.
Μέλη είχαν αποσυρθεί χωρίς σχόλιο, μερικά, όπως
παρατήρησε με λύπη του, από βαρεμάρα γι' αυτήν τη
σχετικά απλή κατάσταση. Κι όμως, ρίχνοντας μια
ματιά σε μερικά από τα καινούρια πράγματα με τα
οποία καταπιάνονταν, συνειδητοποίησε ότι,
αντικειμενικά, παρουσίαζε πράγματι ένα κοινό και
κάπως ανούσιο πρόβλημα. Αλλοι, πάντως, είχαν
αναδυθεί και αύξησαν και τροποποίησαν τον
«Τσάρλυ» καθώς το νοητικό τσαμπί δεχόταν αυτούς
που έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το είδος
του.
Υποθέτω, είπε ο Σίμονς, πως καταλαβαίνετε
την κατάσταση μου τόσο καθαρά όσο καταλαβαίνω
και εγώ τη δική σας. Έχετε καμία συμβουλή για μένα
και τη φυλή μου;
Τα πάτε μια χαρά, είπε ο Τσάρλυ. Σαν άτομο, σε
λιγότερο από μια μέρα του δικού σας χρόνου, έχεις
ανασκευάσει τον εαυτό σου από το τίποτα σχεδόν σε
ένα κοινωνικά συνειδητό άτομο. Και η φυλή σου
δείχνει ικανή να χειριστεί το νέο περιβάλλον το
οποίο φυσικά θα τους παρουσιάσεις. Απλά να 'σαι
ψύχραιμος, να το μελετήσεις, και θυμήσου, μην
πλησιάζεις πολύ κανέναν από τους πομπούς σκέψης
μεγάλης εμβέλειας - εκτός φυσικά από εμάς.
Μερικοί δείχνουν πιο επικίνδυνοι από άλλους,
παρατήρησε ο Σίμονς.
Είναι όλοι επικίνδυνοι από κοντά, είπε ο
Τσάρλυ. Θανατηφόροι για τη φυλετική σας
ελευθερία και ιδιαιτερότητα, που είναι φυσικά το
πιο σημαντικό. Κανένα είδος δεν μπορεί να
εξελιχθεί κοντά σε έναν από αυτούς τους σταθμούς
υψηλής ισχύος χωρίς να γίνει κακέκτυπο του δικού
τους τρόπου σκέψης. Ο λαός σου είναι τυχερός που
βρίσκεται σε σχετικά ισορροπημένη θέση ανάμεσα
σ'ένα μεγάλο αριθμό σταθμών. Σου δίνει μια
σχετική διαφοροποίηση και ελαστικότητα αντί για
δουλεία. Καλύτερα να το κρατήσετε έτσι.
Αλλά εσείς είστε ασφαλείς; ρώτησε ο Σίμονς.
Επειδή δεν θέλουμε να σας αλλάξουμε για να γίνετε
σαν εμάς, ήρθε η απάντηση. Ας είστε ό,τι είστε,
ή ό,τι Θέλετε να είστε. Ελάτε σε όποιον από μας
θέλετε, για όσον καιρό θέλετε, και φύγετε όταν θα
'χετε τελειώσει μαζί μας. Αυτό είναι η ζωή, δεν
είναι έτσι;
Ίσως να χετε δίκιο, είπε ο Σίμονς. Θα το
σκεφτώ. Τώρα όμως γυρίζω σπίτι. Είμαι σίγουρος
ότι θα επικοινωνήσω μαζί σας ξανά σε λίγο καιρό.
Όποτε θες, είπε ο Τσάρλυ που ήδη διαλυόταν
και ανασχηματιζόταν σε χιλιάδες άλλους
σχηματισμούς πέρα μακριά. Πέρασε όποτε θες.
Ο Σίμονς βυθίστηκε στις σκέψεις του, έκανε έτσι
και έτσι, μετά έκανε αυτό και άνοιξε τα
μάτια του..
Τίναξε τα πόδια του κάτω από το κρεβάτι και
σηκώθηκε. Κοίταξε τους άλλους ανθρώπους στο
δωμάτιο και χαμογέλασε χαρούμενα.
«Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους για τη φροντίδα
σας για μένα», είπε. «Φοβάμαι ότι όλοι σας έχετε
χάσει τον ύπνο σας». Περιδιάβηκε το δωμάτιο,
μοιράζοντας χειραψίες. «Τζιμ, Αρτ, δρ Μπέρκσον,
έτσι δεν είναι; Χαίρομαι που είστε όλοι καλά.
Ντέμπι...» την αγκάλιασε και τη φίλησε με μεγάλη
φροντίδα. «Ας μου φέρει κάποιος λίγο καφέ και
γάλα με δημητριακά. Αλλά μην ανησυχείτε. Τώρα δεν
θα πάω πουθενά παρά μόνον αν το θελήσω».
«Το βρήκες;» ρώτησε η Ντέμπι, κοιτώντας τον με
μισόκλειστα μάτια.
«Το βρήκα». Έκανε μια πλατιά χειρονομία προς όλο
το δωμάτιο και πέρα απ' αυτό, προς τον Γαλαξία.
«Έχω τη μνήμη μου, έχω τον έλεγχο. Μπορώ να πάω ή
να μην πάω, όπως θέλω. Μπορώ να διδάξω και άλλους.
Ο 'Ανθρωπος μπορεί να ενωθεί με το... δίκτυο σκέψης
εκεί έξω».
«Αν είσαι ακόμα εδώ σε μισή ώρα», είπε ο Αρτ Χόβερ,
ο στρογγυλοπρόσωπος άντρας που ήταν για χρόνια
συνάδελφος ερευνητής του Σίμονς στο
Πανεπιστήμιο, «θα αρχίσω να πιστεύω ότι τη
γλίτωσες. Αλλά με τον τρόπο που αναβοσβήνεις σαν
φάρος, θα περιμένω αυτήν τη μισή ώρα», πρόσθεσε
γκρινιάρικα κι ύστερα πέρασε το χέρι του γύρω από
τον ώμο του Σίμονς και τον έσφιξε δυνατά.
«Αν γύρισες από τους νεκρούς», είπε ο Τζιμ
Λίντλαντ «κάνε ένα θαύμα για μας». Χαμογέλασε.
«Θα γίνουν πολλά θαύματα», είπε ο Σίμονς «και
γρήγορα»,
Τόσο αργή επικοινωνία, σκέφτηκε ο Σίμονς. Μια
λέξη τη φορά, μια φράση μετά την άλλη, με κόπο.
Είχε ξεμάθει τον προφορικό διάλογο. Θα μπορούσε
να τους τα έχει μεταδώσει όλα ως τώρα, αν ήταν
δέκτες. Όχι, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πομποί.
Οι Υδροχόοι και οι Ζυγοί θα είχαν καταλύτες που
θα επέτρεπαν σε ένα ανθρώπινο μυαλό να
συναντήσει ένα άλλο. Λοιπόν, κι αυτό θα μπορούσε
να γίνει.
Περπάτησε ως το παράθυρο και τράβηξε τις
κουρτίνες. Πίσω του, ο μικρός όμιλος των φίλων του
τον κοίταζαν με αβέβαιο δέος. Δεν ήξεραν ακόμα αν
ήταν ο Μάρκο Πόλο ή ένας αθεράπευτα τρελός. Θα
μάθαιναν σύντομα.
Έξω, πάνω από τις φτελιές του περίβολου, η πρώτη
λάμψη της αυγής άρχισε να χρωματίζει τον
ορίζοντα. Η τελευταία αυγή που είχε δει ήταν στον
Κριό. Αυτή θα ήταν λιγότερο βίαιη αλλά όχι
λιγότερο όμορφη. Ήταν ένας καλός κόσμος και την
τελευταία μέρα είχε εμφανιστεί η ευκαιρία να
γίνει καλύτερος. Θα 'πρεπε να είναι πολύ
προσεκτικός για να χρησιμοποιηθεί σωστά.
Ένα λαμπρό αστέρι έφεγγε νοτιοανατολικά,
παλεύοντας με την αυγή. Έλεγξε τις γωνίες με τα
άλλα άστρα για να το αναγνωρίσει. Ήταν ο Φομαλχώ.
Οι Ιχθείς ανέτειλαν. Τόσο απλά και φυσικά που
έμοιαζε αναπόφευκτο, το τελευταίο κομμάτι μπήκε
στη θέση του και το σχέδιο ολοκληρώθηκε.
Τα ζώδια δεν ήταν αυθαίρετα. Δεν ήταν μόνο μια
ευχάριστη μνήμη.
Ήταν αληθινό.
Δεν έπρεπε να προσπαθήσει να τους το πει ακόμα.
Είχαν πολλά να καταλάβουν όταν ο άνθρωπος θα
προετοιμαζόταν για το μεγαλύτερο άλμα που θα
μπορούσε να φανταστεί. Οι άνθρωποι δεν ήταν
έτοιμοι να αισθανθούν ευτυχείς με τη σκέψη ότι
ήταν στο έλεος ξένων δυνάμεων που τους
σχημάτιζαν στη γέννα. Έτσι τουλάχιστον θα το
έβλεπαν.
Κι όμως ο Σίμονς τώρα ήταν σίγουρος γι' αυτό. Ο
μηχανισμός γι' αυτό θα 'πρεπε να βρεθεί, η επιρροή
της πηγής και της απόστασης, της αστρικής γωνίας
και της κίνησης, της θέσης της Γης και της
ημερομηνίας γέννησης. Αλλά με κάπως αδρό και
πρόχειρο τρόπο, η βασική δουλειά είχε γίνει για
χιλιάδες χρόνια.
Αυτοί οι θετικοί επιστήμονες θα αντιδρούσαν
και στον απλούστερο υπαινιγμό. Αλλά ο Σίμονς
ήξερε. Ήταν πολύ καθαρό για να είναι απλή
σύμπτωση. H ιδέα της «αστρολογικής επιρροής» ήταν
ανάθεμα για την επιστήμη.. Και πολύ σωστά, αφού
δεν είχε τεκμηριωeεί ένας τρόπος χρήσης.
Αλλά ο Σίμονς είχε πάει εκεί. Είχε ταξιδέψει με
τον άνεμο της αυγής μαζί με τον Κριό οικοδεσπότη
του, το ομπρελόδεντρο, και είχε σκαλίσει με
πρόθεση τους πεισματάρικους βράχους μαζί μ' έναν
Ταύρο. Πήρε συνέντευξη από τους αιθέριους
Δίδυμους και πήγε για λίγο σπίτι μ' έναν Καρκίνο.
Είχε φιλοξενηθεί στο βασίλειο του Λέοντα, και
είχε αναστατώσει το νοικοκυρεμένο κόσμο της
Παρθένου, είχε δει τον Ζυγό να αγωνίζεται για
ισορροπία και τον Σκορπιό αποφασισμένο να
κατακτήσει τον κόσμο όλο με το ένα χέρι. Είχε
συγκρουστεί με τους ήλιους του Τοξότη, είχε δει
τα απίστευτα αποτελέσματα της οργάνωσης του
Πυρήνα από τον Αιγόκερω και πήρε μια εικόνα για
την ατομικότητα του παιχνιδιού του Υδροχόου.
Ακόμα και αν η προληπτική ικανότητα ενός
ανθρώπου ήταν ελάχιστη και αχρηστεμένη, δεν θα
είχε αποφύγει εντελώς το αποτέλεσμα αυτών των
συμπαγών διανοητικών κυμάτων που σάρωναν το
μικρό του κόσμο απέξω. Κάθε άνθρωπος θα είχε
διαμορφωθεί κατά κάποιο τρόπο από αυτά,
αρχίζοντας με τον πρώτο εξωγήινο πολιτισμό κάτω
από την επήρεια του οποίου ερχόταν.
Η σωτηρία μας, σκέφτηκε ο Τόμας Σίμονς, έρχεται
από την αποτελεσματική μας ίση απόσταση από
όλους αυτούς τους πολιτισμούς. Αν ήταν πολύ κοντά
σε κάποιον απ' αυτούς, θα είχαμε ακολουθήσει όλοι
ένα σχέδιο. Τουλάχιστον έχουμε ποικιλία, και μ'
αυτή μια πιθανότητα για ελευθερία.
Απομακρύνθηκε από το παράθυρο. «Καλέστε μια
πλήρη συνέντευξη Τύπου για κα'να-δυο ώρες απο
τώρα», είπε, «και θα δώσω στον κόσμο ένα
προκαταρκτικό σκίτσο του σύγχρονου Γαλαξιακού
πολιτισμού. Αλλά για τώρα, έχω να κάνω ένα μικρό
ταξίδι. Μου λείπει ακόμα ένας Οίκος.
Η Ντέμπι τον πλησίασε γρήγορα. «Τομ είναι ανάγκη;
Δεν μπορεί να περιμένει;»
Πλησίασε το πρόσωπό της και τη φίλησε ελαφρά.
«Θα γυρίσω πίσω, Ντεμπ. Τίποτε δεν με κρατάει
μακριά από σένα. Αλλά έχω προχωρήσει μέχρι εδώ
στον τροχό. Θα σκάσω αν σταματήσω ενώ μένει μόνο
ένας Οίκος ακόμα».
Και άνοιξε τα κανάλια του στο Σύμπαν.
Και
παρασύρθηκε από τα ρεύματα της εξωγήινης σκέψης,
86 παρσέκ μακρύτερα, σ' αυτόν το μικρό κόσμο έξω
προς τον Φομαλχώ, όπου τον περίμενε o Θεός.
Αναδύεται με τον Θεό, πλέοντος στην απεραντοσύνη
περιέχοντας το Σύμπαν. Ο Θεός κάνει πέρα ίσα-ίσα
για να τον αφήσει να περάσει.
Καλώς ήλθες, απολωλώς. Καλώς ήλθες οίκαδε.
Ο Σίμονς λιώνει στη μοναδικότητα, στο μοίρασμα,
και ενώνεται με τη χορωδία που ψέλνει το μήνυμα
σε όλα τα πλάσματα, σε κάθε είδος ζωής, παντού και
οπουδήποτε.
Ελάτε, ελάτε, ελάτε μαζί μας στο Όλον. Ο Θεός
είναι η αλήθεια, ο Θεος είναι η ομορφιά, ο Θεος
είναι η αγάπη. Ο Θεός σας περιμένει. Ελάτε μαζί
μας, ελάτε.
Από ένα μεγάλο τμήμα του Γαλαξία οι φωνές
αναδύονται, περνούν και διαπερνούν. Σε χίλιους
κόσμους, όντα μυριάδων μορφών που συνωστίζονταν,
κυνηγούσαν, κολυμπούσαν, πετούσαν, σταματούν,
καθώς μέσα στο μυαλό τους κυλά η παράξενη
μουσική, και έμμονες ακατάληπτες σκέψεις
στροβιλίζονται χωρίς να μπορούν να τις
εννοήσουν.
Ο Θεός είναι η αλήθεια. Ελάτε μαζί μας, ελάτε.
Κάποια μακρινή εποχή, στο απόγειο της
μεγαλοδυναμίας τους, δεν θα παραλείψουν να
έρθουν. Το μήνυμα εξαπλώνεται προς μακρινούς
κόσμους, όπου αγγίζει και άλλα μυαλά που ανθούν.
Κάπως πιο θαμπό, χωρίς να σε κυριεύει πια η έντασή
του, αφήνει περιθώρια επιλογής.
Ο Θεος είναι η ομορφιά. Ελάτε μαζί μας, ελάτε.
Μακριά, στις άκριες του Διαστήματος, κομμάτια
από το τραγούδι πετούν, εκεί όπου το μήνυμα θα
προσθέσει μια ελάχιστη αίσθηση χαμένης
ευκαιρίας και ασύλληπτης ομορφιάς σε μια φυλή
που δεν έχει σχηματιστεί ακόμα.
Ο Σίμονς, ξέρει, καθώς αναδύεται από τις δύο
ώρες της μοιρασμένης θεϊκότητας, ότι έχει
πιαστεί από τους κατοίκους του σ3 των Ιχθύων, μια
φυλή μυστικιστικών αραχνών που, τυλιγμένες στα
κουκούλια τους, κρέμονται από τα δέντρα, γλεντούν
και στέλνουν τις σκέψεις τους στο άπειρο,
προσκαλώντας δέκα τρισεκατομμύρια μίλια στην
αρμονία και την ειρήνη. Είναι μόνο οι αράχνες των
Ιχθύων.
Αλλά από τη στιγμή που θα πιαστείς, μπορεί να
είναι και ο Θεός.
Ποιος ξέρει: Θα μπορούσε αληθινά να είναι.
|