Carter Scholz
Amadeus (1980)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
Η μητέρα μου, μου είπε όταν ήμουνα πολύ μικρός, τότε που πρωτάρχισα να παίζω πιάνο, ότι καταγόμουν από τον Μότσαρτ. Το οικογενειακό μας όνομα ήταν Σβαρτς και το δικό μου προσωπικά, φοβερά γελοίο όσο και πετυχημένο στην αναίρεση κάθε τέτοιου ισχυρισμού: Γκρέγκορυ Κόρσο Αμαντέους Σβαρτς (κι όπως έμαθα αργότερα το Αμαντέους δεν ήταν καν γραμμένο στο πιστοποιητικό γέννησής μου, αλλά αποτελούσε μια χαρακτηριστική διόρθωση του παρελθόντος, απ' αυτές που συνήθιζε η μητέρα μου - παρ' όλα αυτά επέμενε ότι η γιαγιά της μητέρας της ήταν νόθο τέκνο του Φραντς Ξαβέρ Μότσαρτ, του γιου του Βόλφγκαγκ. Γνωρίζοντας τη θλιβερή ζωή του Φραντς Ξαβέρ δεν μ' ενθουσίασε καθόλου η ιστορία αυτή, ούτε βέβαια η χρήση της από τη μητέρα μου που δεν παρέλειπε, όταν μοχθούσα κάτω από το βάρος μιας δύσκολης σονάτας, να μου θυμίζει επικριτικά την υψηλή μου καταγωγή.
Η μητέρα μου χρησιμοποιούσε φωνές δανεισμένες από το σινεμά όπως ανακάλυψα αργότερα στο κολέγιο όταν έτυχε να δω την Κάθριν Χέμπορν ή την Τζην Αρθουρ ή τη Ρόζαλιντ Ράσελ σε κάποιο παλαιολιθικό έργο, παλιό ακόμη και για τη γενιά της μητέρας μου (βρισκόμαστε στο τέλος της χιλιετηρίδας) και άκουσα πίσω από τα τριξίματα και τα γδαρσίματα των μηχανημάτων και της φυσικής φθοράς τη φωνή της μητέρας μου και είδα κάποιες από τις χαρακτηριστικές της χειρονομίες. Γέλασα φέρνοντάς την στη μνήμη μου και καθώς ζωντάνεψε μέσα μου όλο το μίσος που έτρεφα γι' αυτήν, σκέφτηκα πως ήταν ανίκανη να τελειώσει μια σκηνή. Δεν κατάλαβε ποτέ πως η ζωή δεν είναι τόσο βολική όσο τη δείχνουν οι σεναριογράφοι και πελάγωνε όταν τα πράγματα δεν υπάκουαν στους διαυγείς κανόνες του μοντάζ.
Πίστευε μήπως πως αυτό θα την έσωζε; Πως η χάρη είναι κάτι που το δανείζεσαι; Όχι. Αρχισα να καταλαβαίνω τις υπεκφυγές, τις πλαστοπροσωπίες και τις υποκρισίες της και με τον καιρό βρήκα δικούς μου τρόπους να ξεγλιστράω και ν' αντιμετωπίζω τη φρίκη χωρίς όνομα που κατοικούσε στην καρδιά της. Δεν είχα την τέχνη να τη δαμάσω, έμαθα όμως τα απαραίτητα τεχνάσματα για να την κρατώ σε απόσταση.
Αποφοίτησα από το UCLA το 2007 με μάστερ στη μουσική κι έπιασα τη μόνη δουλειά που ήταν ανοιχτή για μένα: να διδάσκω στους φοιτητές τη μουσική του Μότσαρτ. Έπαιζα πολύ καλό πιάνο και μπορούσα να συνθέσω εύκολα σε οποιοδήποτε από τα στυλ της υψηλής Δυτικής Τέχνης, εκτός από το σύγχρονο: δεν υπήρχε σύγχρονο στυλ, πέρα από τις άχαρες, νευρωτικές επαναλήψεις μιας ετοιματζήδικης λαϊκής μουσικής που δεν ήταν τίποτ' άλλο από οστινάτι σε διάφορα μέτρα, επαναλαμβανόμενα επί τέσσερα λεπτά ακριβώς (πράγμα που έκανε τη μουσική αυτή εξαιρετικά χορευτική) και μια λειτουργική μουσική βασισμένη στην ίδια διαδικασία, που αντικαθιστούσε τους ανούσιους αμερικανικούς στίχους με μπαγιάτικα λατινικά - λες και αν μετονομάσεις ένα σόλο μπάσο σε κάντους φίρμους θ' αποκτήσει περισσότερη αξιοπρέπεια. Ένας φίλος μου έγραφε τέτοια νέα εκκλησιαστική μουσική και το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τις τύψεις.
Το μάθημα της σύνθεσης όμως το κάναμε σαν βοηθητικό για την ανάλυση. Η άποψη ήταν πως η τέχνη είναι μια άκαρπη ματαιοπονία. Δεν χρειαζόμουν κανέναν να μου το πει αυτό, δεδομένου ότι η μητέρα μου, η χορεύτρια που δεν χόρευε ποτέ αλλά κάθε έξι μήνες άρχιζε δίαιτα και ασκήσεις Τάι Τσι και ο πατέρας μου, ο Τζέραλντ, ο ποιητής που δεν ξανάγραψε ποτέ αφού πλήρωσε μια φορά δύο χιλιάδες δολάρια για την έκδοση ενός βιβλίου σε ηλικία είκοσι επτά χρόνων (απ' όσο θυμάμαι έμεναν ακόμη χίλια αντίτυπα σ' ένα ντουλάπι του σπιτιού που έμενα ώσπου έγινα είκοσι ενός χρόνων κι εκείνοι σχεδόν πενήντα), που μου έδωσε το όνομα αυτό προς τιμήν ' ενός ποιητή με τα διπλά του χρόνια, που δίδασκε κοινωνική θεωρία και εισήγαγε την επαναστατική ιδεολογία παντού εκτός από τη δική του προσωπική ζωή, ήταν κι οι δύο τυπικοί εκπρόσωποι της γενιάς τους - της πιο πλατιάς που θα έβλεπε αυτός ο πλανήτης, της πιο φανταχτερής και της πιο συνολικά θλιβερής. Η κάθε οικογένεια δεν γινόταν δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, αλλά έφταναν όλοι μαζί σε μια στατιστική δυστυχία πιο σπαρακτική από οποιαδήποτε τραγωδία. Γνώρισα πολλούς απ' αυτούς γιατί στους δικούς μου άρεσε να οργανώνουν γλέντια με φαγητό και μαριχουάνα ή τηλεόραση μετά και είδα ότι οι πολιτικοί τους δεν διέφεραν από τους καλλιτέχνες τους.
Έτσι λοιπόν δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω με την εκπαίδευσή μου παρά να προσποιούμαι πως μ' ενδιαφέρει ο Μότσαρτ, η παλιά μου νέμεση, και να μεταβιβάζω τις δανικές μου γνώσεις στη νεότερη γενιά που έφερνε ήδη στο πρόσωπό της τα σημάδια της ήττας, της αποτυχίας και του κάλπικου. Έτσι πήγαιναν τα πράγματα ώσπου μου πρόσφεραν μια δουλειά στον τομέα που ονομαζόταν εύστοχα γκεστάπο της τέχνης.
Το ανεπίσημο αυτό όνομα είχε δοθεί με την απελπισία, την περιφρόνηση και τον εύκολο κυνισμό που διακρίνει τους αξιόλογους ανθρώπους μιας κακής εποχής. Τα μέλη της ομάδας αυτής ήταν οι σταρ του τμήματος, δηλαδή εκείνοι που είχαν αποτύχει πιο μεγαλοπρεπώς στο σχεδιασμό της ζωής τους και γι' αυτό κατέφυγαν στην ιστορία, άνθρωποι που μισούσαν το παρελθόν (άτεκνοι όλοι τους) μα που δεν τολμούσαν να το αγνοήσουν γιατί ήξεραν καλά σε πόσο μεγάλο βαθμό ήταν δημιουργήματά του. H δουλειά τους ήταν να επεμβαίνουν στο χρόνο. Πραγματοποιούσαν μικρές αλλαγές στον καμβά του παρελθόντος. Επειδή οι ιδιοκτήτες του μηχανικού εξοπλισμού θεωρούσαν την τέχνη σαν την πιο ασήμαντη ανθρώπινη απασχόληση, τα πρώτα πειράματα με το παρελθόν έγιναν στο πεδίο της ιστορίας της τέχνης. Έτσι λοιπόν με πλησίασαν με πλάγιο τρόπο, σαν τέκτονες γεμάτοι προτάσεις και επιφυλάξεις μαζί, για να μου αποκαλύψουν την απόκρυφη γνώση της μεγαλόπρεπης ένδοξης αποτυχίας τους.
Η ζωή του τμήματος ήταν γεμάτη κουτσομπολιά και απίθανες ιστορίες. Ένας κύριος που έκανε ένα μάθημα πάνω στον Βάγκνερ υποστήριζε πως είχε πυροβολήσει τον Αντον Βέμπερν το 1945 απαλλάσσοντας τον κόσμο από τη συνέχεια των «θλιβερών τσιριγμών» αυτού του πρωτοπόρου. Ισχυριζόταν ακόμη πως είχε καταστρέψει τα μισά χειρόγραφα του Βέμπερν, ότι είχε συνθέσει τη Μουσική Προσφορά του Μπαχ κι ότι είχε βάλει βόμβα στο Μπαουχάους. Αφού μου τα εμπιστεύτηκε όλα αυτά με όρκισε να μην τα επαναλάβω, πράγμα που του υποσχέθηκα αμέσως, αν και είχα ξανακούσει άλλες δύο φορές την ίδια ιστορία από άλλους.
Για τις τεχνικές που χρησιμοποιούσαν ήξερα ελάχιστα πράγματα. Αρχικά είχαν μεταφυτεύσει τη συνειδητότητα ενός ερευνητή στο μυαλό ενός καλλιτέχνη νεκρού από χρόνια. Η μέθοδος αυτή έδειχνε αρκετά ασφαλής δεδομένου ότι δεν υπήρχε υλική ρήξη της συνεχείας. Έμοιαζε περισσότερο με παρακολούθηση τηλεφώνου παρά με διάρρηξη. Όμως μερικοί απ' αυτούς που ταξίδεψαν έτσι στο παρελθόν έχασαν τα μυαλά τους κι άλλοι γύρισαν σε άθλια κατάσταση, ανίκανοι να κοιμηθούν ενώ ατέλειωτα όνειρα διέσχιζαν το ξύπνιο μυαλό τους σαν οπτικές ψευδαισθήσεις. Κάποιος που πήγε στην Αρχαία Ελλάδα να επαληθεύσει την ύπαρξη του Ομήρου επέστρεψε τυφλός και τρελός μιλώντας μόνο σε δακτύλους, απ' ό,τι λένε τουλάχιστον. Τελικά η δυνατότητα να επιστρέψει κανείς ένα λεπτό ή μια μέρα πίσω στο μυαλό ενός φίλου ή ενός εχθρού, ή του ίδιου του εαυτού του, έριξε μια απειλητική σκιά πάνω στη μέθοδο που τελικά εγκαταλείφθηκε. Το ότι συνεχίζουν όμως να γίνονται αυτές οι μεταπηδήσεις το ξέρω καλά από ένα παλιό εραστή μου που τη δοκίμασε στη διάρκεια του σεξ. Στις πιο μαύρες στιγμές μου με πιάνει o φόβος ότι η ίδια η δομή του χρόνου θα καταρρεύσει ξαφνικά, ότι θα δοθεί ένα αντικειμενικό τέλος στο χρόνο καθώς εκατομμύρια ανθρώπων δραπετεύουν από το αφόρητο μέλλον τους και ταξιδεύουν σ' ένα ασταθές παρελθόν σωριασμένοι σαν νεκροί πάνω στα ντιβάνια μετάβασης αφήνοντας το μέλλον ακατοίκητο κι επομένως αδημιούργητο - μια εφιαλτική εικόνα αποκάλυψης σαν κλίμακες του Μέμπιους που ανεβαίνοντας συναντούν την ίδια τη βάση τους, και όπου οι άνθρωποι σκοτώνουν το νεότερο εαυτό τους ή πηδάνε τον πατέρα τους ή πραγματοποιούν οποιαδήποτε άλλη ασύλληπτη ένωση εμποδίζει η τυραννία του γραμμικού χρόνου.
Η δεύτερη μέθοδος περιλάμβανε τη μετακίνηση του σώματος μέσα στο χρόνο και παρά το γεγονός ότι δεν σου επέτρεπε έτσι την επαφή με τις σκέψεις του καλλιτέχνη, είχες τη δυνατότητα να επαληθεύεις ιστορικά γεγονότα, να μεταβάλλεις τις συνθήκες και να ασκείς διάφορες επιδράσεις. Η ιδιαιτερότητα του πράγματος ήταν ότι οι παρεμβολές αυτές έπρεπε σύμφωνα με τον απειροστικό λογισμό της χρονικής πιθανότητας να φαίνονται απαραίτητες. Έτσι ένας πράκτορας ξεβίδωσε τα στηρίγματα της χρυσής λύρας που κοσμεί την Όπερα του Παρισιού ώστε να πέσει τη στιγμή ακριβώς που περνούσε από κάτω η σορός του νεκρού ποιητή Βερλαίν, όπως ακριβώς μας λεει η ιστορία ότι έγινε. Η δική μου δουλειά ήταν να παραγγείλω στον Μότσαρτ το Ρέκβιεμ που ήδη υπήρχε.
Η ιδέα δεν μου άρεσε καθόλου. Αγαπούσα το χρόνο σαν το μαθητούδι που δεν τολμάει να μιλήσει στην αγαπημένη του ή να την αγγίξει παρά μόνο στα όνειρά του - και γι' αυτό νόμιζα πως τον ήξερα καλύτερα από οποιοδήποτε άλλον. Γνώριζα την υφή του τόσο στις άδειες στιγμές όταν έπαυαν να δονούνται οι χορδές του πιάνου όσο και στο τελικό κορύφωμα μιας σονάτας ή στα βάθη των ονείρων. Ποτέ όμως δεν είχαν φανταστεί μια τέτοια παραβίαση του χρόνου. Βρισκόμουν ήδη αρκετά μακριά από την αθωότητα, η προδοσία δεν μου ήταν άγνωστο πράγμα, ίσως όμως η ιδέα μου για το χρόνο να συμπύκνωνε όλα τα απομεινάρια της αθωότητάς μου. Πολλές φορές μου περνούσε η ιδέα πως δεν ήμουνα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά ένα άθροισμα αναμνήσεων, η έκφραση μιας ολόκληρης οικολογίας του παρελθόντος που μέσα στην εξέλιξή της καθόριζε ολοκληρωτικά το παρόν μου. Δεν είχα πια την αίσθηση ενός εαυτού που στεκόταν παράμερα από την ιστορία μου για να την διευθύνει αβέβαιος τον περισσότερο καιρό για το αν ζούσα ή βιωνόμουν, μην ξέροντας ποιες λέξεις και πράξεις ήταν δικές μου και ποιες ήταν προϊόν της συνήθειας ή έκφραση των δυνάμεων που με είχαν διαμορφώσει, απρόθυμος να χρησιμοποιήσω τη λέξη αγάπη (από φόβο μήπως πέσω στο δέκατο βάραθρο του Δάντη όπου οι πλαστογράφοι τιμωρούνται με τρέλα) είχα χτίσει ένα λογικό οικοδόμημα απραξίας. Πώς να εξηγήσω ύστερα από όλα αυτά το γεγονός ότι δέχτηκα;
Η ιστορία μας λεει πως ένας μυστηριώδης ξένος πλησίασε κάποτε τον Μότσαρτ και του παράγγειλε μια λειτουργία για τους νεκρούς. Ο άρρωστος συνθέτης έφτασε να πιστεύει ότι το ρέκβιεμ που τον πίεζαν να αποτελειώσει ήταν το δικό του και τελικά η ψυχική ένταση, οι ασταμάτητες πιέσεις του φασματικού πελάτη του, τον σκότωσαν. Το τμήμα μας μου ζητούσε να παρέμβω στην ιστορία. Η ιδέα δεν με ενθουσίαζε. Δεν ήθελα να πάρω αυτή την ευθύνη. Δεν μου άρεσε καν η μουσική του Μότσαρτ, η εύκολη υποταγή της στις συμβάσεις της εποχής (χωρίς να αμφισβητώ βέβαια την τελειότητα αυτών των συμβάσεων), αυτό το ταρατατάμ που σημάδευε την υποχώρησή του στο κοινό γούστο, η δίψα για τα χειροκροτήματα (ήταν γνωστό πως σαν παιδί ρωτούσε μετά το κομμάτι του τους έκφυλους πρίγκιπες και πριγκίπισσες που τον παρακολουθούσαν: «Μ' αγαπάς; Μ' αγαπάς αληθινά;») ή τουλάχιστον για την επιδοκιμασία, μια προθυμία να αποδεχτεί και να γίνει αποδεκτός κάτω από τους πιο ταπεινούς όρους, τέτοιους που ποτέ δεν θα μπορούσα να δεχτώ εγώ. Όμως η ίδια φωνή που με είχε προτρέψει να ασχοληθώ με τη μουσική παρά το γεγονός ότι η μουσική ήταν νεκρή και να στρέψω τα πάθη μου προς το ίδιο μου το φύλο όσο κι αν ήξερα πως κάτι τέτοιο κινδύνευε να καταστρέψει την ψυχή μου, μίλησε και τώρα: είπε ναι. Υπέφερα κι εγώ από τη διαστροφή των τεχνολόγων - μόλις χαράξει στον ορίζοντα η δυνατότητα, κάθε υποχώρηση γίνεται αδύνατη. Η ιδέα άρχισε να με βασανίζει σαν πονόδοντος. Ίσως να μπορούσα να τον διδάξω. Η παρέμβασή μας δεν ήταν τόσο κακοπροαίρετη όσο φαινόταν. Για να μη δοκιμάζει ο χρόνος τους ανθρώπους με σκληρότητα, εκτρέπαμε την πορεία του. Αναθεωρήσεις, κενά, παύσεις, μορατόρια - το γεγονός ότι υπήρχαν τόσες λέξεις για να χαρακτηρίσουν αυτό ακριβώς το πράγμα, λέξεις τόσο καθορισμένες μέσα στην ιδιαιτερότητα της σημασίας τους όπως και ο χρόνος ή το ταξίδι (αν και αγκάλιαζαν σφιχτά η μια την άλλη σαν παράνομοι εραστές) αποτελούσε ισχυρό επιχείρημα ότι υπήρχε μια μαγεία του που δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Ακόμη κι αν ολόκληρο το σχέδιο ήταν μια αυταπάτη, κι αν μπαίναμε μέσα στο χρόνο τόσο φανταστικά όσο γίνεται στα όνειρα, τη μνήμη και τις παραισθήσεις, αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα να μείνω έξω από οποιαδήποτε νέα εμπειρία του χρόνου. Και ήταν απόλυτα δίκαιο που διαλέχτηκε σαν αντικείμενο μελέτης ο Μότσαρτ, ένας άνθρωπος τόσο σκληρά δοκιμασμένος από το χρόνο. Αν δεν πήγαινα εγώ, κάποιος άλλος φιλόδοξος ερευνητής θα γύριζε πίσω μ' αυτή τη γνώση. Εγώ θα τα κατάφερνα καλύτερα. Παρά το γεγονός ότι η φιλοδοξία όσο και ο ναρκισσισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο της θέλησης που έχει μείνει χωρίς σκοπό, εγώ πίστευα ότι είχα πιθανότητες να ανακαλύψω ένα σκοπό. Ίσως πάλι να ήμουνα στα ίδια χάλια με τους άλλους. Ίσως είχαμε βουλιάξει σε τόσο αρρωστημένη κατάσταση που η φιλοδοξία ήταν η ευγενικότερη αρρώστια που μας έμενε. Όπως και να 'ναι οι λόγοι δεν έχουν σημασία - τελικά (αν μπορεί κανείς να μιλήσει για κάτι τελικό υπό αυτή την καινούργια έννοια του χρόνου) δέχτηκα.
Προετοιμάστηκα για όλα. Έμαθα τα Γερμανικά της εποχής, γέμισα τους τοίχους μου με χάρτες και αναλογικές προβολές της Βιέννης. Έκανα πρόβες για ρούχα εποχής. Έκανα εμβόλια. Έμαθα λεπτομερώς τις κινήσεις του Μότσαρτ για κάθε μέρα της παραμονής μου. Ύστερα από μερικές βδομάδες ήμουνα έτοιμος. Στάθηκα όρθιος δίπλα στα λευκά μηχανήματα με τη μαύρη μπέρτα μου, το γκρίζο μαλακό καπέλο μου με τον πλατύ γείσο, τις δερμάτινες μπότες μου, με τη ζώνη των χρημάτων γεμάτη φιορίνια, δουκάτα και γκούλντεν να βαραίνει γύρω από τους αδύνατους γοφούς μου, ένας αλλόκοτος ιππότης του εργαστηρίου.
- Μυρίζεις σκατά, είπε ο βοηθός.
- Μέρος του κουστουμιού, είπε ο διευθυντής. Δεν
πρέπει να τον καθαρίσουμε. Αλλωστε έτσι μύριζαν
τότε οι ευγενείς.
Για ένα μήνα ολόκληρο με υποχρέωσαν να σταματήσω το κάπνισμα, να περιορίσω το διαιτολόγιό μου και να πλένομαι μόνο με ποτάσα. Όσα στοιχεία ήταν ξένα προς την εποχή δεν μπορούσαν να περάσουν το φράγμα. Αν κάποια άτομα από σημερινά υλικά έμεναν κολλημένα στους ιστούς μου, θα τιναζόμουνα στον αέρα στη διάρκεια της μετάβασης. Τα ρούχα μου ήταν ραμμένα στη μηχανή αλλά με κλωστή βαμβακερή. Τα χρήματα ήταν πλαστά αλλά από το σωστό κράμα, πιο τέλεια κι από τα πραγματικά.
-Ταυτότητα δεν θα μου δώσετε; ρώτησα άλλη μια
φορά. Δεν είχα παρά το δικό μου όνομα για το
ταξίδι.
- Δεν χρειάζεται. Έχεις τόσα λεφτά μαζί σου που
μπορείς να αντιμετωπίσεις οποιοδήποτε μπέρδεμα.
- Πόσα απ' αυτά θα δώσω στον Μότσαρτ;
- Πενήντα δουκάτα! Ούτε μια δεκάρα παραπάνω, το
ξέρεις καλά αυτό' θα 'πρεπε να το ξέρεις
τουλάχιστον. Και φρόντισε σε δυο βδομάδες από
τώρα να βρίσκεσαι εκεί που θα σε αφήσουμε. Αν δεν
είσαι...
- Ναι, ξέρω, ίσως να μείνω για πάντα εκεί.
- Δεν είναι αστείο. Και θα τον δεις μόνο δυο φορές!
Να φερθείς με ευγένεια και φυσικότητα...
- Ξέρω!
- Θυμήσου, είπε ο διευθυντής, δεν θέλουμε
μπερδέματα.
- Τι μπερδέματα;
- Όχι καμώματα και ερωτοδουλειές, καταλαβαίνεις.
- Καμώματα! Σαν να έκανα ποτέ καμώματα.
- Ναι, καλά λέω. Αλλο το τι κάνεις εδώ κι άλλο να
κουβαλήσεις τέτοιες ιστορίες μέσα στο χρόνο.
- Δεν χρειάζεται να ανησυχείς.
Το σχόλιό του με ενόχλησε. Η προσβολή είναι μια βίαιη κατάργηση της πολυπλοκότητας ενός ανθρώπου και η συμπύκνωσή της μέσα σε μια λέξη ή μια χειρονομία - έτσι και το σεξ γίνεται προσβολή όταν οι δυνατότητές του πάνε άδικα χαμένες, όταν η πλήρης έννοια της αμαρτίας δεν κερδίζεται αλλά παραχωρείται και το πέος σου σφιγμένο στη μέγγενη της λαγνείας δεν σε οδηγεί αλλά σε σέρνει άβουλα πίσω του - μια τέτοια προσβολή, χρειάζεται να το πω; προσπάθησα πάντα να την αποφύγω. Όπως έχει πει ο Βίκο για τον Οδυσσέα, προσπάθησα πάντα να επιδιώκω την ευπρέπεια των λόγων και την αδιαφορία στην πράξη, έτσι που οι άλλοι να είναι υπεύθυνοι για το σφάλμα τους και αίτιοι της αυταπάτης τους. Παρ' όλα αυτά το είδαν αυτό σαν «καμώματα». Ήταν μειωτικό.
Και μ' αυτά τα λόγια μ' έστειλαν πίσω στο παρελθόν. Μέσα σ' αυτή τη στιγμή της χωρίς χαράς ευφορίας δεν μετείχα ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Ήμουν αποσυνδεδεμένος. Πλανιόμουν στα όρια της ηδονής και της ναυτίας νιώθοντας μεθυσμένος ή εξαντλημένος ή στο παρατεταμένο χείλος ενός οργασμού με όλες τις ώρες και την προσπάθεια που οδηγούν εκεί συμπυκνωμένες μέσα σ' ένα διφορούμενο λεπτό κι αυτό το λεπτό να παρατείνεται, να τεντώνεται ώσπου μέσα στη σιωπή τα γρανάζια της ιστορίας άρχισαν να τρίζουν και οι θρήνοι των νεκρών γέμισαν το κενό με σιωπή. Είναι η στιγμή ακριβώς που νιώθει κανείς την αλλαγή να πλησιάζει και ξέρει πως τα πράγματα βρίσκονται πέρα από κάθε έλεγχο, πως δεν μένει παρά να υποταχτεί σ' αυτό που θα συμβεί. Ξαφνικά η Βιέννη ξεπρόβαλε γύρω μου.
- Νun! Wer bist?
Γύρισα και είδα ένα χοντρό ταβερνιάρη να κουμπώνει το παντελόνι του. Μια λιμνούλα από ούρα άχνιζε στο στενοσόκακο. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και το μούτρο του χλώμιασε.
- Entschuldigen Sie, mein Herr. Ο ευγενικός του τρόπος
απευθυνόταν στα ρούχα μου.
- Macht' s nichts. Sag mirr... kennen Sie ein Herr Μοzart?
Τα χείλια του σούφρωσαν καχύποπτα. Μήπως είχα
κάνει κάποιο γραμματικό λάθος;
- Mozart? Der Musikant?
Χαμογέλασα για τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό.
- Komponist.
- Ja, ja. Er nimmt zu sich ein Kaf f ee drin νon Zeit zυ Zeit. Κι έδειξε με
το δάχτυλο την πόρτα της ταβέρνας.
-Tausend Dank. Του έδωσα ένα νόμισμα,
- Nicht notig . Μου γύρισε υπεροπτικά την πλάτη και
ξαναμπήκε στην ταβέρνα.
Έκανα το γύρο και κοντοστάθηκα για μια στιγμή στην πόρτα. Το πέρασμα μέσα στο χρόνο είχε αφαιρέσει κάθε ίχνος από νέφος, απόβλητα, κακοσμίες, απολυμαντικά και συντηρητικά από το σώμα μου αφήνοντάς το καθαρό. Ένιωθα ανέμελος και αναρωτήθηκα αν κάποια πλευρά της συνειδητότητάς μου, διαμορφωμένη κι αυτή από κάποιο χημικό της εποχής μου είχε κατά παρόμοιο τρόπο ξεπλυθεί βαθιά. Απολάμβανα με ηδονή τη ρευστότητα του αέρα, το τσουχτερό του πέρασμα μέσα από το λαιμό μου, την ξεχωριστή ποιότητα κάθε ήχου. Οι αισθήσεις μου είχαν χρόνια να είναι τόσο ζωντανές. Ακούμπησα σ' ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα και τα χέρια μου χάρηκαν τη ζεστασιά του. Αμάξια πέρασαν σκορπίζοντας μια βαριά μυρωδιά αλόγου και ξεσηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Πετροχελίδονα σπάθιζαν το μεσημεριάτικο ουρανό, γεμάτο ανάλαφρα σύννεφα. Ένα τραγούδι άρχισε μέσα μου. Στο Λος Αντζελες η τάξη μου ήταν αφάνταστα θλιβερή' ο στεκάμενος αέρας, το νεκρό γκρίζο φως μέσα από τα βρώμικα τζάμια, ο ασταμάτητος θόρυβος από τα χτισίματα και τα γκρεμίσματα έξω, ήταν προσβολή για το εύθραυστο πνεύμα της μουσικής που δίδασκα. Είχαμε αποξενωθεί απ' αυτή την ελαφριά, κρυστάλλινη μουσική που δεν ενέπνεε ούτε αποστροφή ούτε πόθο - τις μοναδικές πηγές ενέργειας του καιρού μας - αλλά τραγουδούσε, απλή σαν την καρδιά ενός πουλιού, σε ζωτικούς ρυθμούς ξένους προς το ρυθμό των μηχανών ή του δηλητηρίου μέσα στο αίμα μας. Τώρα όμως η αίσθηση της μουσικής με συνεπήρε ολόκληρο κι ένιωσα ευγνωμοσύνη γι' αυτό.
Μέσα τον είδα να κάθεται μόνος σ' ένα τραπεζάκι
στη γωνία. Με κατέκτησε αμέσως. Τα χαρακτηριστικά
του έμοιαζαν αρκετά με τα δικά μου, ήταν όμως πιο
απαλά, πιο σβησμένα, σαν ο χρόνος να είχε
αποφασίσει να μην τον σημαδέψει με κανένα τρόπο
αλλά να τον χρησιμοποιήσει με τέλεια αδιαφορία.
Ήταν πιο μεγάλος από μένα αλλά ένιωσα πατρικά
απέναντί του. Είχε ακόμη το ίδιο γλυκό, λυπημένο,
εύθραυστο ύφος που πρέπει να είχε και στα έξι του
χρόνια.
- Herr Mozart?
- Nein.
- Johannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart.
- Nein! Heisse Amadeus.
- Amadeus, είπα χαμογελώντας. Was fϋr en Zusammentreffen ist auch meine
Name.
Κάθισα απέναντί του και συνέχισα να μιλάω με
προσεκτικά Γερμανικά.
- Όμορφο όνομα. Μου το έδωσε η μητέρα μου. Σημαίνει
αγαπημένος του Θεού, νομίζω. Μπορώ να σας κεράσω
ένα καφέ;
- Ναι. Αλλά... θα προτιμούσα κρασί αν δεν σας
πειράζει.
Παρήγγειλα δυο ποτήρια κρασί και τον κοίταξα
σοβαρά.
- Geehrfer Herr Mozarf. Σας ζητώ να γράψετε μια λειτουργία,
μια λειτουργία νεκρική.
- Για ποιον;
- Ο εργοδότης μου επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος
αλλά υπόσχεται να σας πληρώσει όσα νομίζετε ότι
πρέπει.
Μιλούσα σαν να είχα μάθει τη λόγια μου απέξω, πράγμα που ήταν απολύτως αλήθεια. Έπρεπε όμως να επιβεβαιώσω για χάρη του τμήματος ότι η τιμή που θα καθόριζε θα ήταν πενήντα δουκάτα.
- Δεν ξέρω. Γράφω μια όπερα αυτή τη στιγμή και
ξέρετε η γυναίκα μου είναι έγκυος, έτσι
αναγκάστηκε να πάει στη Βάδη και γι' αυτό - γι'
αυτό, έχω ένα σωρό έξοδα.
Χρέη, ήθελε να πει. Ήταν χωμένος ως το λαιμό στα
χρέη. Αυτή η αδύναμη υπεκφυγή με συγκίνησε.
- Πεν - πενήντα δουκάτα τώρα; Και πενήντα στην
παραλαβή;
- Ναι, εντάξει.. Έβαλα το χέρι στη ζώνη μου και
ασυναίσθητα έβγαλα εκατό δουκάτα.
- Κι άλλα τόσα στην παραλαβή.
Με μια ελαφριά κίνηση του χεριού σκέπασε τα
νομίσματα και τα τράβηξε προς την άκρη του
τραπεζιού. Ντράπηκα. Χρειαζόταν πενήντα φορές
τόσα.
Σ' όλη τη διάρκεια της διαμονής μου δεν θα τον ξανάβλεπα παρά μόνο μια φορά, λίγο πριν από την επιστροφή μου. Αυτές ήταν οι οδηγίες. Όμως μια ταραχή είχε γεμίσει την ψυχή μου κι άρχισα να κάνω περιπάτους γύρω από το σπίτι του στην Rauhensteingasse. Τον είδα σ' ένα βρώμικο παράθυρο του δεύτερου ορόφου και μόλις με πήρε είδηση ταράχτηκε. Αυτός ήταν ο φόβος του που ακόμα δεν είχε μετατραπεί σε φρίκη: ότι ήμουνα σταλμένος από έναν άλλο κόσμο, αγγελιοφόρος του θανάτου και η αλήθεια ήταν τόσο κοντινή, που, σπρωγμένος από μια ξαφνική επιθυμία να σβήσω αυτή την εικόνα, ανέβηκα τα σκαλιά και χτύπησα. Μου άνοιξε γρήγορα, στενοχωρημένος.
- Τι συμβαίνει; Ήρθατε για το ρέκβιεμ; Είχα πολλά
να κάνω, δεν πρόλαβα...
- Όχι, όχι, πέρασα απλώς να σας δω. Μπορώ να μπω
μέσα;
Δίστασε μια στιγμή και μετά άνοιξε διάπλατη τη
βαριά πόρτα.
- Σας διακόπτω; Το γραφείο του ήταν στρωμένο με
χαρτιά.
- Όχι ακριβώς. Μια όπερα.
- Ο Μαγικός Αυλός;
- Ναι, πώς το ξέρετε;
- Είδα την επικεφαλίδα.
-Α ναι, ένα αστείο κομμάτι, για τον Σικανέντερ' τα
λεφτά, βλέπετε. Μόνο που το θέλει οπωσδήποτε για
το τέλος της βδομάδας κι αν δεν το αποτελειώσω
δεν θα με πληρώσει. Την πρώτη γραφή όμως την έχει
αυτός και λέει πως αν δεν το τελειώσω δεν θα με
πληρώσει αλλά θα το ανεβάσει και δεν μου έχει
απομείνει καθόλου χρόνος, ποτέ δεν έχω χρόνο και
τώρα η Κονστάνς δεν είναι εδώ... δεν μπορώ να το
κάνω, είναι αδύνατον!
Κι άρχισε να κλαίει. Μια ασυνήθιστή συμπάθεια με
πλημμύρισε. Αντίθετα με όλους όσους γνώριζα,
αντίθετα μ' εμένα τον ίδιο, ήταν ανεύθυνος για τη
μοίρα του. Παρακινούμενος από την αμηχανία μου
και από μια επιθυμία να τον ανακουφίσω μάζεψα
μερικά φύλλα από το τραπέζι και του είπα:
- Μήπως μπορώ να σας βοηθήσω;
- Να με βοηθήσετε; Λυπάμαι για όλα αυτά, δεν είχα
σκοπό... αλλά να με βοηθήσετε πώς; Είσαστε
μουσικός;
- Γνωρίζω το στυλ σας. Θα μπορούσα να σας βοηθήσω
στην αντιγραφή ή να προσθέσω κάποια γεμίσματα
εδώ κι εκεί. Σαν δείγμα εκτίμησης. Για να
μπορέσετε να τελειώσετε.
- Doch.
Έτσι απέκτησα τα προσχέδια για μια πράξη της Die Zauberflote. Η δουλειά μου πάνω σ' αυτά τα μαγικά φύλλα ήταν πραγματική μαθητεία. Κατάλαβα το σχόλιο ενός συναδέλφου μου, ότι ο Μότσαρτ είναι πολύ εύκολος για τους αρχάριους και πολύ δύσκολος για τους δεξιοτέχνες. Οι μελωδίες του ήταν αβίαστες και ρευστές και μέσα σ' ένα βράδυ μπορούσα να αποτελειώσω χωρίς προσπάθεια τρεις ή τέσσερις παραλλαγές' τόσο σίγουρα έφερναν μέσα τους τους σπόρους της ανάπτυξής τους. Πολλές φορές η λάμπα άρχιζε να σπιθίζει κι εγώ, νομίζοντας πως είχαν περάσει μόλις δέκα λεπτά σήκωνα τα μάτια κι έβλεπα με έκπληξη πως είχαν μαζευτεί κιόλας μισή ντουζίνα σελίδες τελικής γραφής και το φυτίλι χρειαζόταν ψαλίδισμα. Αισθανόμουν ότι αυτές τις λίγες γαλήνιες νύχτες τις είχα κερδίσει.
Δεν ήμουν ελεύθερος όμως. Στη διάρκεια της μέρας είχα συνείδηση ότι περπατούσα ανάμεσα στους νεκρούς και τη νύχτα, μετά τη μουσική, ήξερα πως οι δικοί μου νεκροί δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Στα πρόσωπα που συναντούσα έβλεπα ομοιότητες με ανθρώπους γνωστούς μα μου αντιγύριζαν βλέμματα εχθρικά. Δυο φορές με σταμάτησε η αστυνομία και χρειάστηκα πενήντα γκούλντεν για να τους πείσω να αδιαφορήσουν για την έλλειψη διαβατηρίου μου. H οστρακιά έκανε θραύση αυτό το καλοκαίρι. Φοβόμουν μήπως τα εμβόλιά μου είχαν κι αυτά ξεπλυθεί. Η αίσθηση του κινδύνου ήταν έντονη. Η Βιέννη ήταν δυσάρεστα ζεστή. Σκέφτηκα πως από τότε που έφυγα από τη Νέα Υόρκη σε ηλικία εννέα χρόνων δεν είχα ξαναδεί φθινόπωρο. Θυμήθηκα με τις αισθήσεις μου μια πνοή παγωμένου βρώμικου ανέμου από τον Ηστ Ρίβερ τον Οκτώβρη και το λιγοστό χορτάρι στο μικροσκοπικό πάρκο ανάμεσα στους τούβλινους πύργους που τα τζάμια τους αντικαθρέφτιζαν το γκρίζο φως του ουρανού και μέσα στην ψυχή μου ήρθε ξανά η πρώτη γεύση της απώλειας και η πικρή γνώση πως κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο καλός όσο πρέπει να είναι.
Κοιμόμουν άσχημα. Τα όνειρά μου ήταν τρομακτικά. Σαν λόγχες μπηγμένες στο κρανίο μου. Και τα κατακάθια τους δεν σβήνονταν μέσα σε μια θολή κατάθλιψη, αλλά παρέμεναν κοφτερά και ζωντανά, ώσπου η νύχτα σκέπαζε τους δρόμους και ξαναγύριζα στο δωμάτιό μου.
Το γεγονός ότι οι νεκροί δεν μένουν θαμμένοι σήμαινε πως ακόμη κι οι ζωντανοί δεν ζουν παρά στο μυαλό των άλλων. Έτσι η μητέρα μου με είχε επισκεφτεί στα όνειρά μου, χρόνια πολλά μετά το θάνατό της σαν κατήγορος και κριτής, σαν να την είχε σκοτώσει το μίσος μου πριν να πεθάνει, σαν η αποτυχία μου να καταλάβω να είχε προκαλέσει τις δικές της αποτυχίες. Ο αληθινότερος εαυτός δεν είναι ο εαυτός μα η αντανάκλασή του. Έτσι φανταζόμουν πως ήμουν ξεχασμένος, νεκρός και ξαναζωντάνευα σαν θύμηση στο μυαλό των άλλων. Αρχιζα διάλογο με τους νεκρούς στον ύπνο μου, μου πρόσφεραν εξηγήσεις, κριτικές, κατηγορίες. Έστηνα στα όνειρά μου όλες τις συζητήσεις που απέφευγα στην πραγματική ζωή. Τις φοβόμουνα και τις καλωσόριζα. Τις καλωσόριζα γιατί μου μιλούσαν για μένα, τις φοβόμουν γιατί κινδύνευα να μην είμαι στο ύψος της σκληρής τους γνώσης. Πιο τρομερές από όλες ήταν οι συναντήσεις με τον Θεό αφού δεν πίστευα ότι υπάρχει, κι όμως Αυτός περπατούσε μέσα στους κήπους, τα δρομάκια και τις ερημιές του ύπνου μου, ξεραίνοντας τα φυτά με μια μόνη ματιά, αγγίζοντας ένα σχήμα σκέψης με μιαν ευλογία, ή μιλώντας για τη χάρη, τους τρόπους, την τέχνη, την αρρώστια και την τελειότητα. Εκεί υπήρχε ο Θεός, μέσα σ' όλο το δυναμικό Του για οργή, εκδίκηση και (καθησύχασα τον εαυτό μου) χάρη, πολύ πιο μεγαλόπρεπα απ' όσο αν είχα φροντίσει να Τον επισκέπτομαι μια φορά την εβδομάδα στην άχρωμη μοναξιά της σύγχρονης εκκλησίας. Από οικογενειακή παράδοση Εβραίος, από προσωπική πρακτική άθεος, ήμουν από ευαισθησία ένας παραστρατημένος καθολικός αφού πίστευα πως ο Θεός (αν υπήρχε) ήταν ένας αριστοκράτης, γεμάτος επιείκεια και ρεαλισμό που δεν θα μου ζητούσε τίποτε περισσότερο απ' όσα θα ζητούσα εγώ με ειλικρίνεια από τον εαυτό μου.
Η ευθύνη, η ενοχή και το δέος ήταν κλεισμένα μέσα στην καρδιά μου καθώς και η ελπίδα της προσωπικής σωτηρίας μέσα από τη δύναμη του πνεύματος. Όμως δεν ήξερα να πω αν ανήκαμε σε κάποιον ή όχι, αν οφείλαμε το πνεύμα μας στον Θεό, τον Κρίσνα, την Τέχνη, το Xρόvo, το Θάνατο ή το Χάος, ή απλώς και μόνο στον εαυτό μας, τους φίλους μας και το νοηματικό κόσμο. Ως τώρα δεν είχε καμιά διαφορά για μένα. Η ευαισθησία μου μπορούσε να δεχτεί τον Θεό' ζωντανό, νεκρό, απόντα ή και αγέννητο, αν και απ' αυτές τις τέσσερις πιθανότητες προτιμούσα την τελευταία. Τότε όμως η ευθύνη μας γινόταν απροσμέτρητη, γιατί κάθε σφάλμα του πνεύματος, μεγάλο ή μικρό, δεν θα είχε απλώς σαν συνέπεια την προσωπική καταδίκη αλλά θα έβαζε σε κίνδυνο την ενδεχόμενη ύπαρξη ενός Θεού. Μόνον αυτό μπορούσε να εξηγήσει το μέγεθος του δισταγμού, του δέους, του θυμού και της ενοχής που ένιωθα. Αν ο Θεός ήταν αγέννητος, αν δημιουργούταν εκ του μηδενός από τις πνευματικές μας προσπάθειες, τότε μια πτώση του πνεύματος κινδύνευε να προκαλέσει την αποβολή του Θεού, ως ματαίωση της αγάπης, του χρόνου και του νοήματος.
Μια νύχτα μου μίλησε ο διευθυντής. Στον ύπνο μου δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν όνειρο, εισβολή μέσα στο μυαλό μου και αν υπήρχε πραγματική διαφορά ανάμεσα στα δύο.
- Μη φέρεσαι σαν ρομαντικός ηλίθιος, μου είπε.
Έψαξα μες στο σκοτάδι μα δεν μπορούσα να τον
διακρίνω.
- Νομίζεις πως εγώ δεν ξέρω; Ξέρω πολύ καλά.
Βρέθηκα κι εγώ στη θέση σου. Νιώθεις ισχυρός και
μόνος. Είναι σκέτη αυταπάτη, δεν αλλάζεις τίποτε,
η μόνη ιστορία που φτιάχνεις είναι αυτή που
ξέρεις ήδη. Δεν μπορείς να τον σώσεις, ούτε τον
εαυτό σου δεν μπορείς να σώσεις. Αυτό το κάνουμε
επειδή δεν είμαστε σίγουροι, δεν έχουμε
εμπιστοσύνη στο χρόνο, επεμβαίνουμε όχι για να
αλλάξουμε αλλά για να διατηρήσουμε, για να
γλιτώσουμε τις αναθεωρήσεις και τις προδοσίες.
Δεν είμαστε πια τόσο αθώοι όσο παλιά.
Από κάποιο βαθύ απόθεμα γνώσης άντλησα την
απάντησή μου:
- Είναι αθωότητα ακόμη και να μιλάς για προδοσία.
- Είσαι φιλόδοξος, μου είπε. Γι' αυτό σε διαλέξαμε.
Νομίζεις πως θα φέρεις κάτι μαζί σου, κάτι που θα
το κρατήσεις κρυφό από μας, κάτι που θα σου
επιτρέψει να μας καταστρέψεις ή να μας
εγκαταλείψεις. Ακου λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι
έτσι, αυτές οι μετακινήσεις είναι διπλής
κατευθύνσεως κι εγώ έχω δει το μέλλον σου,
κατάλαβες; Γιατί νομίζεις ότι σε εμπιστευτήκαμε,
είσαι τόσο διεφθαρμένος όσο κι εμείς...
- Η διαφθορά, είπα αντιστεκόμενος με όλες τις
δυνάμεις μου, δεν είναι τίποτε άλλο από πρόωρη
γνώση. Κι εγώ δεν ξέρω τίποτε.
- Τότε δεν θα κάνεις τίποτε. Η άγνοια δεν είναι
σωτηρία. Είσαι πράκτοράς μας, ενεργείς σύμφωνα με
τις οδηγίες μας, δεν είσαι καν μια παρουσία, αλλά
μόνο η έκφραση της θέλησης ενός σχεδίου τόσο
πλατιού και πολύπλοκου που δεν υποψιάζεσαι καν
την ύπαρξή του. Είσαι αστείος με τις μεγαλόσχημες
κουβέντες σου, γελοίος σαν αποπλανημένος ιερέας,
δωροδοκημένος δικαστής, εσύ ο νεαρός καλλιτέχνης
με τα αγνά κίνητρα, ο αδιάφθορος, ο διαφθαρτός, α,
το ξέρουμε καλά το είδος σου.
- Θέλεις να καταργήσεις το χρόνο; Και τι θα γίνει ο
Θεός αν καταργηθεί ο χρόνος;
- Αν καταργηθεί ο χρόνος... θα μπει μια τάξη στο
χάος.
- Ατιμε προδότη!
- Αθώε!
Μετά κατάφερα να απελευθερωθώ. Οι βροντές και το πλατάγισμα της βροχής αντηχούσαν μέσα στον άδειο καθεδρικό των δρόμων. Σηκώθηκα κι έκλεισα το παράθυρο πατώντας σε μια λιμνούλα παγωμένο νερό. Αισθανόμουν σαν να είχα ξεφύγει από ένα όνειρο, μόνο και μόνο για να μπω σ' ένα άλλο, από το οποίο δεν θα μπορούσα να ξυπνήσω παρά την ορισμένη ώρα.
Τα πράγματα συνέχισαν έτσι. Ανέβαλα να ξαναδώ τον Μότσαρτ ως την τελευταία μέρα που ξαναπήγα στο Ungarische Krone. Του έδωσα τις σελίδες που είχα δουλέψει. Φέρθηκα απότομα, κακότροπα και υποκριτικά. Τον συγχάρηκα για τη γέννηση του Φραντς Ξαβέρ. Είπα πως περίμενα με ανυπομονησία να τελειώσει την όπερα και το ρέκβιεμ που σίγουρα θα ήταν το αποκορύφωμα της λαμπρής του καριέρας. Όση ώρα μιλούσα έπινε και δεν έλεγε τίποτε, ώσπου στο τέλος ντράπηκα και σταμάτησα. Παράγγειλε άλλη μια μποτίλια χωρίς να με ρωτήσει.
- Με συγχωρείς, μου είπε. Δεν θέλω να φανώ αγενής
αλλά δεν έχω συχνά τη δυνατότητα να πίνω κρασί.
- Εντάξει, του είπα έχοντας ξαναβρεί την
ψυχραιμία μου. Έτσι κι αλλιώς αισθάνομαι ότι κάτι
σου χρωστάω.
- Έχεις κάνει κιόλας πολλά.
- Δεν είναι τίποτε. Ξέρω πόσο είναι δύσκολο για
σένα...
- Κάνεις πολλές συνθέσεις; Ήθελε να δείξει
φιλικότητα, η ερώτησή του όμως με άγγιξε στο
ευαίσθητο σημείο. Προσπάθησα να την παραμερίσω.
- Είπες κάτι αστείο χωρίς να το ξέρεις. Όχι δεν
είμαι συνθέτης, είμαι δάσκαλος, διδάσκω τη
μουσική σου στους νέους.
- Είσαι Αγγλος;
- Όχι, Αμερικάνος.
- Αμερικάνος! Η μουσική μου. Εκτιμούν τη μουσική
μου στην Αμερική;
- Οι περισσότεροι σε θεωρούν καλύτερο από τον
Μπετόβεν. Το είπα με κάποιο δισταγμό αυτό μια και
δεν συμμεριζόμουνα τη γνώμη τους.
- Ποιον;
Ο Μπετόβεν ήταν είκοσι χρονών. Η πρώτη του σονάτα
θα γραφόταν μετά από τρία χρόνια.
- Τον Μπετόβεν, είπα απότομα. Ένα μαθητή του Χάυντ,
τον άνθρωπο που θα βάλει τέλος στη μουσική σου...
- Δόξα το Θεό. Αν ήξερες πόσο κουράζομαι. Ποτέ δεν
σταματάω, πάντα υπάρχει κάτι, ο Σικανέντερ και η
ηλίθια μασονική όπερά του, κάθε βδομάδα την
ξαναγράφει ανάλογα με τις αλλαγές στα λαϊκά
γούστα, αυτός ο τρελός εφευρέτης με το μηχανικό
του όργανο, δεν ξέρεις τι σημαίνει όταν δεν έχεις
θέση στην αυλή, τι εξευτελισμούς, φτώχεια,
προδοσία αντιμετωπίζεις...
- Σου λείπει η φιλοδοξία, είπα ξερά.
- Έχεις δίκιο. Αυτό μου είπε και ο Πούχμπεργκ, μα
δεν καταλαβαίνω, το κάθε κομμάτι μου το κάνω όσο
πιο τέλειο μπορώ...
- Μα κανείς δεν σου ζητάει την τελειότητα! Στην
πραγματικότητα δεν δίνεις δεκάρα για τη μουσική,
έτσι δεν είναι; Ναι, το κάθε κομμάτι σου είναι όσο
γίνεται πιο τέλειο, δεν υπάρχει όμως πάθος, δεν
υπάρχει πραγματική αναζήτηση για το πώς και το
γιατί. Είναι απλώς κάτι που φτιάχνεις, σαν να
έφτιαχνες καρέκλες ή...
- Κι όμως, μου είπε σοβαρά, βασανίζομαι από κάτι,
από τον Θεό. Έχω ένα χρέος.
- Στον Θεό;
- Γι' αυτό ανέλαβα τη λειτουργία σου, έχω γράψει
τόσα λίγα για την εκκλησία.
- Την εκκλησία; Μα για ποιον νομίζεις πως το
γράφεις; Γιατί το γράφεις;
Σήκωσε τους ώμους.
- Αυτή τη Λειτουργία τη γράφω για σένα. 'Η μήπως
είναι για κάποιον άλλο Αμερικανό;
- Βόλφγκαγκ, του είπα με πολύ μεγάλη φιλικότητα,
σίγουρα θα ξέρεις τώρα πια ότι όλη τη μουσική σου
τη γράφεις για σένα τον ίδιο.
Το πρόσωπό του άσπρισε. Είχε καταλάβει τα λόγια μου έτσι, που του επιβεβαίωναν τους φόβους του.
- Όχι, θέλω να πω... η μουσική για σένα είναι
μουσική όταν τη σκέφτεσαι ή μόνον όταν τη γράψείς
ή ίσως μόνον όταν την παίζουν;
- Όταν τη σκέφτομαι. Μετά... είναι κάτι άλλο.
Κανένας όμως δεν με πληρώνει μόνο και μόνο για να
τη σκέφτομαι.
- Ώστε η μουσική είναι για σένα. Το κάτι άλλο είναι
για τους άλλους.
- Είναι όμως κι άλλα πράγματα. Ακόμη και το όνομά
μου...
- Και δικό μου όνομα.
- Ίσως να σημαίνει κάτι.
- Μπορεί όμως να μας θέλει ο Θεός τόσο
δυστυχισμένους; Υπάρχει και μια τέχνη της ζωής,
ξέρεις. Σκέφτηκες ποτέ να τα παρατήσεις όλα; Αν
δεν ήσουν υποχρεωμένος τι θα 'κανες; Θα μπορούσες
να ζήσεις χωρίς...
- Τη μουσική; Μα απ' αυτήν κερδίζω τη ζωή μου.
- Την κερδίζεις αλλά δεν τη ζεις. Δεν θα 'θελες να
ζήσεις; Μπορώ να σου δώσω χρήματα.
- Για να σωπάσω;
- Όχι, για να σου διδάξω τη χρήση της σιωπής. Για να
σου δώσω τη δυνατότητα της επιλογής.
- Είναι πολύ αργά γι' αυτό.
Καθώς κοιτούσα το βασανισμένο του πρόσωπο κατάλαβα ότι οι βιογράφοι του έκαναν λάθος. Δεν πέθαινε από τον τύφο. Πέθαινε από την υπερβολική φθορά. Τα λεφτά δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Δεν εύρισκε καμιά παρηγοριά ούτε στην τέχνη του ούτε στη ζωή του και άξιζε κάτι καλύτερο, όχι γιατί ήταν μεγαλοφυΐα, όχι γιατί ήταν αθώος, αλλά γιατί ύστερα από τόσες απογοητεύσεις, πόνους και προδοσίες εξακολουθούσε να ενεργεί καλόπιστα. Στο νεκρικό του κρεβάτι, μέσα στο τελικό παραλήρημα θα έδινε οδηγίες για την ολοκλήρωση του ρέκβιεμ. Με κοίταξε περίεργα.
- Μίλησες για το γιο μου, τον Φραντς... γεννήθηκε
στη Βάδη πριν από μια βδομάδα, μόλις πήρα γράμμα
από την Κονστάνς. Εσύ πώς το ήξερες;
- Τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα.
- Και πριν από λίγο είπες για κάποιο αστείο. Τι
εννοούσες;
- Πως δεν υπάρχει μουσική στην Αμερική, απάντησα
κοφτά.
- Α. Ίσως όχι ακόμη. Η χώρα σου είναι πολύ νέα.
Γεμάτος αγωνία φώναξα: - Η χώρα μου είναι
διακοσίων πενήντα χρόνων!
Μια παγωνιά έπεσε ανάμεσά μας. Ήξερα πως δεν θα
άντεχα πολύ στην υποκρισία.
- Τι θέλεις να πεις;
Ήμουν λοιπόν αναγκασμένος να του πω τα πάντα, δεν
γινόταν αλλιώς.
- Έρχομαι από το μέλλον. Γεννήθηκα το 1984 στην πόλη
της Νέας Υόρκης και με στείλανε εδώ με ένα - ένα
μηχάνημα, για να μελετήσω εσένα και τη ζωή σου.
Αυτό θέλω να πω.
Το δέχτηκε. Έκανα νόημα vα φέρουν κι άλλο κρασί
ενώ εκείνος με κοιτούσε.
- Καταλαβαίνεις φυσικά ότι δεν έπρεπε να στο πω.
Είμαι ηλίθιος. Δεν είχα δικαίωμα να επέμβω,
Θέλησα απλώς να...Μα δεν ήξερα τι είχα θελήσει.
- Κοίτα όμως, άρχισα και προσπάθησα να εξηγηθώ
εξηγώντας του τη μουσική. Εξηγώντας τη μουσική, σ'
αυτόν. Προσπάθησα να σχηματίσω μία φράση που να
περιλαμβάνει τα πάντα. Ανέφερα τα λόγια του Τζων
Κέητζ, «μια ανθρώπινη δραστηριότητα άσκοπη κατ'
ουσίαν», μα η φράση αυτή περιλάμβανε τόσα πολλά
που έχανε το νόημά της. Είπα πως ήταν η τελειότητα
ενός χρόνου, ενός χώρου μέσα από τη μεσολάβηση
της ανθρώπινης θέλησης και μου ήρθαν στο μυαλό τα
εσωτερικά διαστήματα του Μπετόβεν, οι
χειρονομίες της σιωπής του Κέητζ που ανάβλυζαν
πνεύμα αν όχι ψυχή, οι πρωινές και οι βραδινές
ράγκας. Μετά σκέφτηκα τις μηχανές που
αντικαθιστούσαν συνθέτη και ορχήστρα, τις
ηχητικές γλυπτικές που θρηνούσαν στις ερήμους
και τα βουνά και τις δημόσιες πλατείες,
υπακούοντας με πιστότητα στα όργανα βροχής,
θερμοκρασίας, κίνησης και φωτός, εξορίζοντας το
χρόνο και σβήνοντας κάθε νόημα στην ύπαρξή τους
αφού δεν ανάβλυζε από μέσα τους ούτε πνεύμα, ούτε
ψυχή, ούτε η κίνηση του ανθρώπινου χεριού, ούτε ο
ήχος της φωνής, αλλά πάγωναν τη μουσική στα
διαστήματα μεταξύ των τρανζίστορ και
ακολουθούσε μόνο τις εντολές των κολλήσεων και
των κυμάτων. Σκέφτηκα και τη μουσική της
εκκλησίας που το στερεωμένο από θεία χάρη σχήμα
της γεννούσε μόνο την επανάληψη. Όλα αυτά ήταν
τελειοποιημένος χρόνος και χώρος με την. ίδια
έννοια που ο καρκίνος είναι μια τελειότητα: το
απλά αναπόφευκτο. Έτσι έκανα άλλη μια προσπάθεια
και είπα πως χρειαζόταν ανθρώπινη συμμετοχή,
θυμήθηκα όμως πως γι' αυτόν η μουσική ήταν
μουσική, ακόμη και μέσα στο μυαλό του μόνο. Και
είπα πως ήταν ένας τρόπος να βάλει κανείς τάξη
στο χάος... κι εδώ σταμάτησα.
Η φωνή μου πνίγηκε. Μου ήρθε στο μυαλό ότι όλη η τέχνη δεν ήταν τίποτε άλλο από τη δοκιμή αυτού του καταραμένου μηχανήματος. Αν η τέχνη υπόσχεται να εξαγοράσει το χρόνο και το κάνει δεχόμενη διάφορους χρόνους μέσα στο χρόνο της, επιτρέποντας τη μνήμη, την αναγνώριση, την ομοιότητα, την επανάληψη, τη ρήξη, τώρα πια η μουσική δεν ήταν πια αναγκαία αφού όλοι οι χρόνοι ήταν στη διάθεσή μας.
Αλλά καθώς στεκόμαστε εκεί σιωπηλοί, η ιστορία, ο χρόνος και η τέχνη άγγιξαν τις αισθήσεις μου. Σχεδόν χαμογέλασα, ήταν τόσο γλυκιά αυτή η διαπήδηση από το μυαλό στο δέρμα, γλυκιά σαν το φιλί στην πηγή της δύναμής σου.
- Ακου, του είπα.
Στον αέρα πλανιόταν ένα αυτοσχέδιο κονσέρτο από
φωνές, πέταλα αλόγων, κουδουνίσματα των γυαλικών
και των ασημικών.
- Σαν μελωδία, δεν είναι;
- Ναι. Μερικές φορές σκέφτομαι... Δεν χρειάζεται να
ξαναγράψω μουσική. Υπάρχει όλη στον αέρα.
- Η μουσική είναι ένας τρόπος να ακούς, του είπα.
Αυτό προσπαθούσα να διατυπώσω όλη μου τη ζωή.
Ανοιξε στα δύο το κλαδί, έλεγαν οι Γνωστικοί και
θα δεις τον Θεό. Ανοιξα τη σιωπή... η μουσική.
Έκλεισα τα μάτια μου και ξαφνικά πρόβαλε μπροστά
μου o πατέρας μου μέσα σε μια περιπαικτική σιωπή. Είμαστε
δεμένοι με την ιστορία, σαν όντα περιστασιακά
αντανακλούμε την εποχή μας. Τα λόγια μου δεν θα
μετέφεραν το νόημά μου γιατί οι σημασίες τους
ήταν φορτισμένες με δυόμισι αιώνες ιστορίας που
όλα τα τεχνάσματά μου δεν ήταν ικανά να
διαπεράσουν. Έτσι δεμένος ήταν κι αυτός.
- Αυτά που λες έχουν ενδιαφέρον, είπε ο Mότσαρτ. Τι
να τα κάνω όμως εγώ; Εγώ έχω τα δικά μου
προβλήματα. Η Αμερική, το μέλλον... είναι πράγματα
απίθανα. Για μένα είσαι απλώς ένας
διασκεδαστικός τρελός.
- Α, έτσι; Δεν με πιστεύεις λοιπόν;
Σηκώθηκε να φύγει.
- Είναι πιο συμπαθητικό να πιστεύω πως το
φαντάστηκες αυτό το «μέλλον». Μοιάζει υπέροχο.
- Δεν είναι.
Του άρπαξα θυμωμένος το χέρι. Δεν μπορούσε να
περιφρονεί αυτό που μου κόστισε τόσο ακριβά. Μέσα
στη ζώνη μου είχα κρυμμένο ένα αντίγραφο του
Ρέκβιεμ που είχα φτιάξει στην Καλιφόρνια. Έτσι κι
αλλιώς είχα παραβεί ήδη όλους τους κανόνες: το
έβγαλα και του το έδειξα.
- Το έχεις αρχίσει το ρέκβιεμ;
- Όχι.
Με κοίταξε γεμάτος φόβο. Ξετύλιξα το χειρόγραφο.
Τα πεντάγραμμα ήταν κενά. Το μελάνι δεν είχε επιζήσει. Φαινόταν ακόμη κάποιο ίχνος του γραπτού, ένα αποτύπωμα σαν κάποιο ισχυρό αλλά αβλαβές χημικό να είχε σβήσει τα γράμματά μου. Δεν είχα σκεφτεί πως το μελάνι θα άλλαζε τόσο σε δυο αιώνες. Ο Μότσαρτ πήρε από τα χέρια μου τις λευκές σελίδες και έσκυψε πάνω τους. Με φωνή που μόλις ακουγόταν άρχισε να τραγουδάει:
- Lacrymosa, dies illa, qua resurget ex favilla...
Δεν είχα αντιγράψει καθόλου λόγια. Αμφέβαλλα αν διέκρινε τις νότες. Όχι,. θυμόταν κάτι που δεν είχε γράψει ακόμη ή το συνέθετε εκείνη τη στιγμή. Καθώς οι λευκές σελίδες έτρεμαν μέσα στα δάχτυλά του -το αχρησιμοποίητο χαρτί που είχα αγοράσει σε ένα πλειστηριασμό χειρογράφων του Μπετόβεν το 2016 στη Βιέννη, για να εξασφαλίσω το σίγουρο πέρασμά του από το φράγμα του χρόνου - θυμήθηκα πως διάβαζα όταν ήμουνα επτά με οχτώ χρονών τις ζωές των μεγάλων συνθετών στη βιβλιοθήκη του Λίνκολν Σέντερ ανάμεσα στα μαθήματά μου στο Τζούλιαρντ, και πόση εντύπωση μου είχε κάνει η μανία του χρόνου να σβήνει τα ίχνη. Ο τάφος του Μπαχ δεν βρέθηκε ποτέ - μια καταιγίδα δέχτηκε την ψυχή του Μπετόβεν.
Το ίδιο κι αυτός ο δύστυχος νέος θα άφηνε την τελευταία του πνοή μέσα σε μια νυχτερινή καταιγίδα και στις έξι του Δεκέμβρη θα τον κατέβαζαν σ' ένα μνήμα χωρίς σταυρό. Οι λιγοστοί του φίλοι θα έκαναν μεταβολή πριν να φτάσουν στον τόπο της ταφής, διωγμένοι από τη βροχή και το χιόνι - και θα κατέβαινε στον τάφο μόνος, με μοναδική παρέα το νεκροθάφτη. Ακόμη και τα χαρακτηριστικά του θα σβήνονταν από το χρόνο και τις φροντίδες των αδέξιων προσωπογράφων, όταν χρόνια αργότερα η νεκρική μάσκα του θα έπεφτε από το ράφι και θα έσπαγε. Όπως ένας ασκητής βασανίζει το σώμα του για να δεχτεί τον Θεό, όπως εγώ επέβαλα την ποινή της ενοχής σε κάθε σκέψη και πράξη μου με την ελπίδα να φτάσω σε κάποια προσωπική χάρη, έτσι κι ο χρόνος έμοιαζε αποφασισμένος να εξαλείψει κάθε ανθρώπινη ιδιαιτερότητα από τον καλλιτέχνη, σαν να μπορούσε να πάρει τη μουσική του Μότσαρτ χωρίς τον Μότσαρτ.
- Ξέρεις τη ζωή μου; Πότε θα πεθάνω; Θα το
τελειώσω;
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
- Ξέρω πως δεν μου μένει πολύς καιρός. Πόσος;
- Δεν είναι καθορισμένο. Η παρουσία μου εδώ
αλλάζει τα πράγματα.
Στριφογύρισε στα χέρια του το άδειο ποτήρι του.
Τελικά είπε:
- Στείλε εμένα.
- Δεν σε καταλαβαίνω.
- Λες ότι η εποχή σου είναι εχθρική απέναντί σου.
Το ίδιο και η δική μου σε μένα. Μείνε εσύ εδώ.
Στείλε με εμένα στη θέση σου.
- Μα όχι, αυτό δε γίνεται, υπάρχουν νόμοι όπως δεν
μπορείς να μετατονίσεις από το Μι στο Σι ύφεση,
έτσι δεν μπορείς και...
- Κι όμως εγώ το έκανα αυτό σ' ένα κουαρτέτο.
Υπάρχουν πάντα τρόποι να παρακάμψεις τους νόμους
αν έχεις τη θέληση και την τέχνη.
- Δεν είναι τόσο απλό, είπα δηκτικά.
Ήθελα να τον προσβάλω μα δεν το πήρε είδηση.
- Η εποχή μου είναι εχθρική απέναντι στην τέχνη.
Δεν θα επιζούσες.
- Ούτε εδώ θα επιζήσω.
Έστρεψα τη ματιά μου αλλού. Μια μύγα είχε πέσει στο ποτήρι μου και την παρατηρούσα καθώς αγωνιζόταν να ξεφύγει. Μια αχτίδα του ήλιου έπεφτε μέσα από το παράθυρο πάνω στο γυαλί του ποτηριού και οι απόπειρες της μύγας ζωγράφιζαν χορευτικά σχέδια πάνω στο τραπέζι. Κοίταζε κι εκείνος.
- Θα σ' έβγαζα απ' το ποτήρι, είπα στη μύγα, όμως
φτιάχνεις τόσο όμορφα σχέδια! Εσύ προτιμάς
σίγουρα να ζήσεις από το να φτιάχνεις όμορφα
σχέδια. Πολύ συχνό λάθος.
Ο Μότσαρτ βούτηξε το δάχτυλό του στο κρασί μου κι
έσωσε τη μύγα.
Έπιασα το χέρι του και το έσφιξα. Η καρδιά μου
χτυπούσε σαν τρελή και σταμάτησα να πάρω ανάσα.
- Βόλφγκαγκ. Wolferl, geliebter Amadeus... Θέλω να σου κάνω
έρωτα.
Τινάχτηκε. Με κοίταξε με μάτια τρελά. Και μετά
σήκωσε ήρεμα το χέρι μου στα χείλια του.
Καθώς προχωρούσαμε προς την Rauhensteingasse, ένιωθα
χαρούμενος.
- «Ο έρωτας που δεν τολμάει να πει τ' όνομά του»
είπα. Ένας Ιρλανδός το έχει πει αυτό.
- Ένας Ιρλανδός από το μέλλον; με ρώτησε
παιχνιδιάρικα.
- Ναι, αλλά πιο κοντινός από μένα.
Όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα δεν υπήρξε κανένας από τους συνηθισμένους δισταγμούς. Όλα κυλούσαν άνετα, σαν σε όνειρο. Σκέφτηκα τότε: σεξ σημαίνει ανταλλαγή. Για να το πούμε πιο ρεαλιστικά αλλά και πιο κυριολεκτικά, κάτι περνάει από τον ένα στον άλλον και γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται. Παρά το γεγονός ότι περίμενα αυτή την περιποίηση από τους εραστές μου, σε σημείο μάλιστα να την απαιτώ σχεδόν, εγώ δεν άντεχα τη γλιστερή αίσθηση του σπέρματος στη γλώσσα μου, ούτε την έντονη γεύση του. Αυτό τώρα άλλαξε. Ήμουνα άπληστος κι όταν εκείνος πνίγηκε και τραβήχτηκε τον κράτησα πολλή ώρα μετά. Ακολούθησε μια σιωπή.
-Δεν μπορούσα να...
- Δεν πειράζει. Όμως έδειχνε λυπημένος και
αμήχανος. Τα μάτια του ήταν παραπονεμένα.
- Μ' αγαπάς; Μ' αγαπάς πραγματικά;
Παρά λίγο θα 'βαζα τα γέλια. Μετά ένα μεγάλο κύμα
θλίψης, η συνήθεια της ενοχής και της σιωπής, με
παρέσυρε και με ξανάκανε σοβαρό. Μου ήρθαν στο
μυαλό όλα τα χρόνια που είχα αποφύγει αυτές τις
μικρές λέξεις που τόσο μας πληγώνουν και
σκέφτηκα πως μαζί τους είχα αποφύγει και την
ευτυχία και δήλωσα βαθιά μέσα μου πως δεν θα τις
απέφευγα πια.
- Ναι. Σ' αγαπώ. Πιο πολύ κι απ' τη ζωή.
- Πιο πολύ κι απ' τη ζωή σου;
- Η ζωή μου, δεν είναι αξιαγάπητη, είπα γυρίζοντάς
το στο αστείο.
- Βοήθησέ με τότε.
- Θέλεις να πεις πως εξακολουθείς να... Θεέ και
Κύριε! Θα παρατούσες την Κονστάνς, τον Φραντς, τη
δουλειά σου...
- Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω! Το ξέρω αυτό πολύ καλά!
Τι καλό μπορώ να κάνω εδώ; Εσύ όμως είσαι
μαθημένος, γερός, πλούσιος, ξέρεις από μουσική
και θα τα έβγαζες μια χαρά πέρα μ' αυτούς τους
ανθρώπους, τον Σικανέντερ και τους άλλους τον
Πούχμπεργκ, τον βαν Σβίτεν, Θεέ μου, τι αηδιαστικά
πράγματα μου ζητάνε! Κι όλα αυτά για λίγα θλιβερά
δουκάτα!
-Τι! Το κάνεις αυτό με τον...
- Σε παρακαλώ.
- Εγώ όμως είμαι τόσο διεφθαρμένος που δεν θα μου
κόστιζε τίποτε, αυτό θέλεις να πεις, θα μπορούσα
να πλαστογραφήσω τη μουσική σου, να πετύχω εκεί
που απέτυχες, αυτό δε σκέφτηκες;
- Μα θα ήσουνα εγώ.
- Κι εσύ εγώ. Θα μπορούσες να ζήσεις μ' αυτό;
Νομίζεις πως είσαι άξιος γι' αυτά που ζητάει από
μένα η ζωή;
- Εδώ θα πεθάνω, είπε απλά.
- Καλά λοιπόν. Εντάξει. Φόρεσε τα ρούχα μου.
- Το λες αλήθεια;
- Φόρεσέ τα!
Θα μπορούσα να του άφηνα τα λεφτά. Ίσως να κατάφερνε να αποσυρθεί και να ζήσει άλλα δέκα χρόνια ειρηνικά, χωρίς να τον βασανίζουν οι λογαριασμοί και το ατέλειωτο κουαρτέτο πάνω στο γραφείο του - είχα σκοπό να του δώσω ένα δρόμο γι' αυτή τη γαλήνη.
Κατεβήκαμε βιαστικά στην ταβέρνα και στρίψαμε στο πίσω δρομάκι.
- Στάσου εδώ, του είπα, βάζοντάς τον να σταθεί στη θέση μου. Έκανα μερικά βήματα προς τα πίσω. Έμεναν, δεν έμεναν πέντε λεπτά. Ποτέ δεν θα τον περνούσαν για μένα. Ήταν πέντε πόντους κοντύτερος από μένα, η κάπα μου σερνόταν στο χώμα, κανείς δεν θα τον πίστευε ούτε για ένα λεπτό, εκτός αν ο χρόνος έκανε κάποιες διορθώσεις, εκτός αν η μνήμη και ο χαρακτήρας ήταν σύμβολα που σβήνουν τόσο εύκολα όσο κι οι λέξεις. Ο ουρανός σκοτείνιαζε κι η αμφιβολία δάγκωσε την ψυχή μου. Αν ο Θεός είχε σημαδέψει και τα δύο μας ονόματα με την εμπιστοσύνη του, μήπως τον προδίναμε δραπετεύοντας από τον καιρό μας; Αν ήταν ακόμη αγέννητος, ίσως δεν καταδικάζαμε μόνο τον εαυτό μας μ' αυτή την εκτροπή της ιστορίας. Γιατί να χρειάζεται ο Θεός το χρόνο εκτός από το να αναπτυχθεί; Και γιατί να μας χαρίσει την αίσθηση του χρόνου, το δώρο της μουσικής, αν δεν χρειαζόταν τη βοήθειά μας; Ανοιξα το στόμα μου να μιλήσω μα ο Μότσαρτ κράταγε κιόλας το στήθος του και κοίταζε προς τα πάνω.
- Ω! φώναξε.
Μια λάμψη προσδοκίας με πλημμύρισε.
Ξαφνικά ένιωσα να συνθλίβομαι και πάλι περνώντας μέσα από το κόσκινο του γίγνεσθαι κι οτιδήποτε δεν ήταν πραγματικά δικό μου χάθηκε από πάνω μου. Βρισκόμουν στο εργαστήριο, πεσμένος στα τέσσερα, τρέμοντας από τον παγερό ιδρώτα της διαφθοράς και της αηδίας, νιώθοντας και πάλι το στέρεο σταθερό κράτημα του χρόνου σαν ένα κενό μες στην καρδιά μου. Ήξερα πως είχα γυρίσει.
Μπόρεσε τότε να γεννηθεί μέσα μου το πιο τέλειο καλλιτέχνημα, ένα αληθινό δάκρυ συμπάθειας για τον άλλον-ήταν πιο καταδικασμένος από μένα - κι αυτό το ακριβό ψυχικό πετράδι, απόσταγμα όλου του πόνου, της αγάπης και του χαμού, κύλησε στο μάγουλό μου κι έπεσε στο πάτωμα.
- Θεέ και Κύριε! Είναι γυμνός!
- Ω...
- Σήκω και πάψε να κλαψουρίζεις. Τι στην οργή
έκανες...
- Ήθελα...
- Ασ' το, δεν θέλω να ξέρω. Πού είναι τα λεφτά;
- Τα λεφτά;
- Ναι, τα λεφτά! Δεν πιστεύω να του τα άφησες!
- Ναι, έπρεπε - είναι δικά του.
- Για τ' όνομα του Θεού! Ολόκληρο πύργο αγοράζεις
μ' αυτά τα λεφτά. Ξέρεις τι έκανες; Τώρα δεν θα
γράψει ούτε μία νότα.
- Κι όμως θα γράψει... το χρέος στον Θεό... κι
άλλωστε δεν με νοιάζει, του αξίζει κάτι
περισσότερο απ' αυτό - από τη φτηνή νεκροφόρα μέσα
στη βροχή, στο μνήμα ο νεκροθάφτης μόνος, εγώ - δεν
θα είμαι εγώ αυτός που θα τον προδώσει...
- Ηλίθιε! Δεν καταλαβαίνεις τίποτε!
Νομίζω όμως πως καταλάβαινα. Και για μέρες ολόκληρες κουβαλούσα με χαρά μέσα μου την εικόνα του να κάθεται στο καφενείο με τους φίλους του, ήρεμος και γαλήνιος, μακριά από τις απαιτήσεις των ιμπρεσάριων. Τόσο σίγουρος ήμουνα που δεν κοίταξα τη βιογραφία του.
Μετά είδα ένα όνειρο. Είδα τον Μότσαρτ ντυμένο ακόμη με το πένθιμο κουστούμι μου να ανεβαίνει στητός τα σκαλιά στο νούμερο 38 της Rauhensteingasse και να χτυπάει την πόρτα. Ο συνθέτης Herr W. Mozart, χλωμός και παραζαλισμένος άνοιγε την πόρτα. Ο Μότσαρτ ζητούσε το ρέκβιεμ. Ο καιρός επείγει, έλεγε. Ο συνθέτης περνούσε τo χέρι μέσα στα αραιωμένα μαλλιά του. Σύντομα, σύντομα. Ο Μότσαρτ συμβουλευόταν ένα χρυσό ρολόι και κατσούφιαζε. Ο χρόνος επείγει.
Ξύπνησα με τα δάκρυα της υποταγής στο πρόσωπό μου.
Ήξερα τώρα πως είχα μάθει επιτέλους το σκληρότερο από τα πρώτα μαθήματα της ζωής.