Philip
K. Dick
Imposter (1953)
Μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου
«Μια απ' αυτές
τις μέρες λέω να πάρω άδεια», είπε ο Σπενς 'Ολχαμ
στο πρωινό. Γύρισε και κοίταξε τη γυναίκα του.
«Νομίζω ότι αξίζω λίγη ξεκούραση. Δέκα χρόνια
είναι πολύς καιρός».
«Και το Πρόγραμμα;»
«Τον πόλεμο θα τον κερδίσουμε και χωρίς εμένα.
Αυτή η χωμάτινη μπάλα μας δεν διατρέχει στην
πραγματικότητα μεγάλο κίνδυvo».
Ο 'Ολχαμ κάθισε στο
τραπέζι και άναψε ένα τσιγάρο. «Οι μηχανές των
ειδήσεων αλλοιώνουν τα νέα για να δημιουργούν
την εντύπωση ότι οι Εξωγήινοι είναι από πάνω μας.
Ξέρεις τι θα 'θελα να κάνω στην άδεια μου; Θα 'θελα
να πάω κατασκήνωση σε κείνα τα βουνά έξω από την
πόλη που πήγαμε τότε. Θυμάσαι; Εγώ τσιμπήθηκα σε
μια βελανιδιά και εσύ παρά λίγο να πατήσεις ένα
φίδι».
«Στο Σάτον Γουντ;» Η Μαίρη άρχισε να μαζεύει τα
πιάτα. «Το δάσος κάηκε πριν λίγες εβδομάδες.
Νόμιζα ότι το ήξερες. Μια ξαφνική πυρκαγιά».
Ο 'Ολχαμ απογοητεύτηκε. «Δεν προσπάθησαν
τουλάχιστον να βρουν την αιτία;» Τα χείλη του
στράβωσαν. «Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια. Το μόνο
που σκέφτονται είναι ο πόλεμος». Έσφιξε τα δόντια
καθώς όλη η εικόνα ερχόταν στο μυαλό του, οι
Εξωγήινοι, ο πόλεμος, τα βελονόπλοια.
«Πώς είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε οτιδήποτε
άλλο;»
Ο 'Ολχαμ συμφώνησε. Φυσικά, εκείνη είχε δίκιο. Τα μικρά σκοτεινά πλοία από το Αλφα του Κενταύρου είχαν παρακάμψει τα γήινα περιπολικά με ευκολία, αφήνοντάς τα ανίκανα σαν αναποδογυρισμένες χελώνες. Ο δρόμος προς την Τέρρα ήταν γεμάτος μονόπλευρες μάχες. Συνεχώς, μέχρι που τα εργαστήρια της Γουέστινγκχάουζ ανακάλυψαν την προστατευτική φυσαλίδα. Τοποθετημένη πάνω από τις κυριότερες πόλεις της Γης και τελικά πάνω από όλο τον πλανήτη, η φυσαλίδα ήταν η πρώτη αληθινή άμυνα, η πρώτη ικανοποιητική απάντηση στους Εξωγήινους - όπως τους είχαν ονομάσει οι μηχανές των ειδήσεων. Αλλά το να κερδίσουν τον πόλεμο, αυτό ήταν μια άλλη υπόθεση. Όλα τα εργαστήρια δούλευαν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, ασταμάτητα, για να βρουν κάτι άλλο: ένα όπλο για αντεπίθεση. Το δικό του πρόγραμμα, για παράδειγμα. Κάθε μέρα, χρόνια ολόκληρα.
Ο 'Ολχαμ σηκώθηκε,
σβήνοντας το τσιγάρο του. «Σαν την Δαμόκλειο
Σπάθη. Πάντοτε κρέμεται από πάνω μας. Αρχίζω να
κουράζομαι. Το μόνο που θέλω να κάνω είναι να πάρω
μια μεγάλη άδεια. Αλλά φαντάζομαι ότι όλοι
νιώθουν το ίδιο». Πήρε το σακάκι του από το
ντουλάπι και βγήκε έξω από την κύρια είσοδο. Το
όχημα θα περνούσε από στιγμή σε στιγμή, το μικρό
γρήγορο σκάφος που θα τον πήγαινε στο Πρόγραμμα.
«Ελπίζω να μην άργησε ο Νέλσον». Κοίταξε το ρολόι
του. «Κοντεύει εφτά».
«Να 'το, έρχεται», είπε η Μαίρη κοιτώντας ανάμεσα
από τις σειρές των σπιτιών. Ο ήλιος έλαμπε
ανάμεσα στις σκεπές, αντανακλώντας πάνω στις
βαριές μολυβένιες πλάκες. Η περιοχή ήταν ήσυχη.
Μόνο λίγοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν.
«Θα σε δω αργότερα. Προσπάθησε να μην δουλεύεις
πέρα από τις δυνάμεις σου, Σπενς».
Ο 'Ολχαμ άνοιξε την
πόρτα του οχήματος και γλίστρησε μέσα, καθώς
εκείνο ξεκινούσε. «Ακούσατε τίποτε ενδιαφέροντα
νέα;»
«Τα συνηθισμένα», είπε ο Νέλσον. «Χτυπήθηκαν
μερικά πλοία των Εξωγήινων, άλλος ένας
αστεροειδής εγκαταλείφθηκε για στρατηγικούς
λόγους.
«Θα 'ναι καλά όταν θα φέρουμε το Πρόγραμμα στο
τελικό του στάδιο. Μπορεί να είναι μόνο η
προπαγάνδα από τις μηχανές των ειδήσεων, αλλά τον
τελευταίο μήνα τα 'χω βαρεθεί όλα αυτά. Όλα
μοιάζουν τόσο γκρίζα και σοβαρά, δεν έχει πια
χρώμα η ζωή».
«Νομίζεις ότι ο πόλεμος είναι μάταιος;» είπε
ξαφνικά ο μεγαλύτερος άντρας. «Εσύ αποτελείς
ζωτικό μέρος του πολέμου».
«Από δω ο ταγματάρχης Πήτερς», είπε ο Νέλσον. Ο
'Ολχαμ και ο Πήτερς αντάλλαξαν μια χειραψία. Ο
Όλχαμ παρατηρούσε τον ηλικιωμένο άντρα.
«Ti σας φέρνει σε μας τόσο νωρίς; Δεν θυμάμαι να
σας έχω ξανασυναντήσει στο Πρόγραμμα».
«Όχι, δεν είμαι του Προγράμματος», είπε ο
Πήτερς, «αλλά ξέρω μερικά πράγματα για τη δουλειά
σας. Η δική μου δουλειά είναι εντελώς
διαφορετική».
Αυτός και ο Νέλσον αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Ο 'Ολχαμ
το παρατήρησε και συνοφρυώθηκε. Το όχημα αύξαινε
ταχύτητα, διασχίζοντας άγονες, άψυχες περιοχές
προς τη μακρινή γραμμή των κτιρίων του
Προγράμματος.
«Ποια είναι η δουλειά σας;» ρώτησε ο 'Ολχαμ. «'Η
δεν πρέπει να μιλάτε γι' αυτό;»
«Είμαι της Κυβέρνησης», είπε ο Πήτερς. «Από την
Φ.Σ.Α., το 'Οργανο Ασφαλείας».
«Μπα;» Ο 'Ολχαμ σήκωσε το ένα φρύδι. «Υπάρχει
εχθρική διείσδυση σ' αυτή την περιοχή;»
«Στην πραγματικότητα ήρθα για να δω εσάς, κύριε
'Ολχαμ».
Ο 'Ολχαμ αιφνιδιάστηκε. Σκέφτηκε τα λόγια του
Πήτερς, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτε. «Να δείτε
εμένα; Γιατί;»
«Ήρθα για να σας συλλάβω σαν κατάσκοπο των
Εξωγήινων. Γι' αυτό σηκώθηκα τόσο νωρίς σήμερα το
πρωί. Πιάσε τον, Νέλσον-»
Το όπλο χώθηκε στα
πλευρά του 'Ολχαμ. Τα χέρια του Νέλσον έτρεμαν με
προφανή συγκίνηση, το πρόσωπό του ήταν χλωμό.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή και την ξανάβγαλε αμέσως.
«Να τον σκοτώσουμε αμέσως;» ψιθύρισε στον Πήτερς.
«Νομίζω ότι θα 'πρεπε να τον σκοτώσουμε αμέσως.
Δεν μπορούμε να περιμένουμε».
Ο 'Ολχαμ κοίταξε το
πρόσωπο του φίλου του. Ανοιξε το στόμα του για να
μιλήσει, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν. Και οι δυο
άντρες τον κοίταξαν σταθερά, γκρίζοι και
άκαμπτοι από φόβο. Ο 'Ολχαμ ένιωσε να ζαλίζεται.
Το κεφάλι του γύριζε και τον πονούσε.
«Δεν καταλαβαίνω», μουρμούρισε.
Εκείνη τη στιγμή, το
όχημα απογειώθηκε και προχώρησε προς τα πάνω, με
κατεύθυνση το διάστημα. Κάτω τους το Πρόγραμμα
απομακρυνόταν, όλο και πιο μικρό, ώσπου χάθηκε. Ο
'Ολχαμ έκλεισε το στόμα του.
«Μπορούμε να περιμένουμε λίγο», είπε ο Πήτερς.
«Θέλω πρώτα να του κάνω μερικές ερωτήσεις».
Ο 'Ολχαμ κοίταξε ανέκφραστα μπροστά του καθώς το
όχημα διέσχιζε το διάστημα.
«Η σύλληψη ολοκληρώθηκε κανονικά», είπε ο Πήτερς
στην οθόνη του βίντεο. Πάνω της εμφανίστηκαν τα
χαρακτηριστικά του Αρχηγού της Ασφάλειας.
«Νομίζω ότι έφυγε ένα βάρος από πάνω μας».
«Καμιά περιπλοκή;»
«Καμιά. Μπήκε στο όχημα χωρίς υποψία. Δεν έμοιαζε
να βρίσκει την παρουσία μου περίεργη».
«Πού είστε τώρα;»
«Όπου να 'ναι βγαίνουμε από την προστατευτική
φυσαλίδα. Κινούμαστε με τη μέγιστη ταχύτητα.
Μπορείς να είσαι σίγουρος ότι η κρίσιμη φάση έχει
περάσει. Χαίρομαι που τα τζετ της απογείωσης σ'
αυτό το σκάφος ήταν σε καλή κατάσταση. Αν είχαμε
μια αποτυχία σ' αυτό το σημείο -»
«Ασε με να τον δω», είπε ο Αρχηγός της Ασφάλειας.
Κοίταξε κατευθείαν τον 'Ολχαμ εκεί που καθόταν,
με τα χέρια πλεγμένα μπροστά και το βλέμμα
απλανές.
«Αυτός είναι λοιπόν». Κοίταξε τον 'Ολχαμ αρκετή
ώρα. Ο 'Ολχαμ δεν είπε τίποτε. Τελικά ο αρχηγός
έκανε νόημα στον Πήτερς. «Εντάξει. Αρκεί». Ένα
αδιόρατο ίχνος αηδίας ζάρωσε τα χαρακτηριστικά
του.
«Είδα αυτό που ήθελα. Κάνατε κάτι που θα το
θυμόμαστε για καιρό. Ετοιμάζουν κάποια τελετή
παρασημοφόρησης για σας».
«Δεν είναι απαραίτητο», είπε ο Πήτερς.
«Πόσος κίνδυνος υπάρχει τώρα: Υπάρχει ακόμα
μεγάλη πιθανότητα να -»
«Υπάρχει μια πιθανότητα, όχι όμως μεγάλη. Σύμφωνα
με όσα κατάλαβα, χρειάζεται μια προφορική
φράση-κλειδί. Σε κάθε περίπτωση είμαστε
αναγκασμένοι να το διακινδυνεύσουμε».
«Θα ειδοποιήσω τη βάση στη Σελήνη ότι πηγαίνετε».
«Όχι». Ο Πήτερς κούνησε το κεφάλι του. «Θα
προσεδαφίσω το σκάφος πέρα, έξω από τη βάση. Δεν
θέλω να διατρέξει κίνδυνο».
«Όπως προτιμάς». Τα μάτια του αρχηγού σπίθισαν
καθώς ξανακοίταξε τον 'Ολχαμ. Ύστερα η εικόνα του
ξεθώριασε. Η οθόνη άδειασε.
Ο 'Ολχαμ μετακίνησε το
βλέμμα του προς το παράθυρο. Το σκάφος είχε ήδη
περάσει μέσα από την προστατευτική φυσαλίδα,
προχωρώντας όλο και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο
Πήτερς βιαζόταν. Κάτω από αυτόν, τρέμοντας πίσω
από το δάπεδο, οι κινητήρες λειτουργούσαν με
πλήρη ισχύ. Φοβισμένοι, βιάζονταν τρελά για χάρη
του. Στη διπλανή θέση, ο Νέλσον κουνήθηκε
ανήσυχος.
«Νομίζω ότι θα 'πρεπε να το κάνουμε τώρα», είπε.
«Θα 'δινα τα πάντα για να ξεμπερδεύουμε».
«Ησύχασε», είπε ο Πήτερς. «Θέλω να οδηγήσεις το
σκάφος για λίγο, για να μπορέσω να του μιλήσω».
Γλίστρησε δίπλα στον 'Ολχαμ, κοιτώντας τον
καταπρόσωπο. Μετά, άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε
επιφυλακτικά, πρώτα στο μπράτσο, ύστερα στο
μάγουλο. Ο 'Ολχαμ δεν είπε τίποτε. «Αν μπορούσα να
ειδοποιήσω τη Μαίρη», σκέφτηκε πάλι. «Αν μπορούσα
να βρω έναν τρόπο να την ειδοποιήσω». Κοίταξε
γύρω του το σκάφος. Πώς; Με την οθόνη του βίντεο; Ο
Νέλσον στεκόταν δίπλα, και κρατούσε όπλο. Δεν
μπορούσε να κάνει τίποτε. Είχε πιαστεί, ήταν
παγιδευμένος.
Αλλά γιατί;
«Ακου», είπε ο Πήτερς.
«θέλω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις. Ξέρεις πού
πηγαίνουμε. Κατευθυνόμαστε προς τη Σελήνη. Σε μια
ώρα θα προσεδαφιστούμε στην αόρατη πλευρά, την
έρημη. Αφού προσεδαφιστούμε, θα σε παραδώσουμε σε
μια ομάδα αντρών που περιμένουν εκεί. Το σώμα σου
θα καταστραφεί αμέσως. Το καταλαβαίνεις αυτό;»
Κοίταξε το ρολόι του. «Μέσα σε δυο ώρες τα
κομμάτια σου θα έχουν διασκορπιστεί σ' όλη την
περιοχή. Δεν θα μείνει τίποτε από σένα».
Ο 'Ολχαμ πάλεψε για να βγει από το λήθαργο. «Δεν
μπορείς να μου πεις -»
«Φυσικά θα σου πω», είπε ο Πήτερς. «Πριν δυο μέρες
λάβαμε μια αναφορά ότι ένα Εξωγήινο πλοίο είχε
διαπεράσει την προστατευτική φυσαλίδα. Το πλοίο
άφησε έναν κατάσκοπο με τη μορφή ανθρωποειδούς
ρομπότ. Το ρομπότ ήταν προγραμματισμένο να
καταστρέψει έναν άνθρωπο και να πάρει τη θέση
του».
Ο Πήτερς κοίταξε ήρεμα
τον 'Ολχαμ.
«Μέσα στο ρομπότ υπήρχε μια βόμβα ουρανίου. Ο
πράκτοράς μας δεν ήξερε πώς είχε προγραμματιστεί
να εκραγεί η βόμβα, αλλά υπέθετε ότι μπορεί να
ήταν μια ειδική φράση, κάποια ομάδα λέξεων. Το
ρομπότ θα ζούσε τη ζωή εκείνου που θα σκότωνε,
ακολουθώντας τις συνηθισμένες του
δραστηριότητες, τη δουλειά του, την κοινωνική του
ζωή. Είχε κατασκευαστεί για να μοιάζει οπτικά με
αυτό το άτομο. Κανείς δεν θα καταλάβαινε τη
διαφορά».
Το πρόσωπο του 'Ολχαμ έγινε άσπρο σαν κιμωλία.
«Το πρόσωπο που θα υποδυόταν το ρομπότ ήταν ο
Σπενς 'Ολχαμ, ένας υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος
σε ένα από τα προγράμματα έρευνας. Επειδή αυτό
ειδικά το πρόγραμμα πλησίαζε σε κρίσιμη φάση, η
παρουσία μιας ζωντανής βόμβας που κινείτο προς
το κέντρο του Προγράμματος-»
Ο 'Ολχαμ κοίταζε τα χέρια του. «Αλλά εγώ είμαι ο
'Ολχαμ!»
«Όταν το ρομπότ θα είχε εντοπίσει και σκοτώσει
τον 'Ολχαμ, ήταν απλή υπόθεση να συνεχίσει τη ζωή
του. Το ρομπότ θα πρέπει να κατέβηκε από το σκάφος
γύρω στις οκτώ μέρες πριν. Η υποκατάσταση πρέπει
να ολοκληρώθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο,
όταν ο 'Ολχαμ πήγε μια σύντομη βόλτα στους
λόφους».
«Αλλά εγώ είμαι ο
'Ολχαμ». Γύρισε στον Νέλσον, που καθόταν στον
πίνακα ελέγχου. «Δεν με αναγνωρίζεις; Με ξέρεις
εδώ και είκοσι χρόνια. Δεν θυμάσαι που πηγαίναμε
μαζί στο σχολείο;» Σηκώθηκε όρθιος. «Εγώ και εσύ
ήμασταν μαζί στο Πανεπιστήμιο. Μοιραζόμασταν το
ίδιο δωμάτιο». Κατευθύνθηκε προς τον Νέλσον.
«Μακριά από μένα!» φώναξε ο Νέλσον.
«Ακου. Δεν θυμάσαι το δεύτερο έτος; Εκείνο το
κορίτσι; Πώς την έλεγαν -» Έτριψε το κούτελό του.
«Αυτή με τα σκούρα μαλλιά. Που τη συναντήσαμε στο
σπίτι του Τεντ».
«Σταμάτα!» Ο Νέλσον κούναγε το όπλο έξαλλος. «Δεν
θέλω ν' ακούσω άλλα. Τον σκότωσες. Παλιομηχανή!»
Ο 'Ολχαμ κοίταξε τον Νέλσον: «Κάνεις λάθος. Δεν
ξέρω τι συνέβη, αλλά το ρομπότ ποτέ δεν έφτασε
μέχρις εμένα. Κάτι πρέπει να πήγε στραβά. Μπορεί
το σκάφος να συνετρίβη». Γύρισε στον Πήτερς.
«Είμαι ο 'Ολχαμ. Το ξέρω. Δεν υπάρχει καμιά
πλαστοπροσωπία. Είμαι αυτός που ήμουν πάντα».
Αγγιξε τον εαυτό του, διατρέχοντας με τα χέρια το
σώμα του. «Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος για
να το αποδείξω. Πηγαίνετέ με πίσω στη Γη. Μια
ακτινογραφία, μια νευρολογική εξέταση, οτιδήποτε
τέτοιο θα σας πείσει. 'Η μπορεί να βρούμε τα
συντρίμμια του σκάφους».
Ούτε ο Πήτερς ούτε ο Νέλσον μίλησαν.
«Είμαι ο 'Ολχαμ», είπε ξανά. «Το ξέρω ότι είμαι.
Αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω».
«Το ρομπότ», είπε ο Πήτερς, «δεν έχει επίγνωση ότι δεν είναι o αληθινός Σπενς 'Ολχαμ. Έχει γίνει ίδιο ο 'Ολχαμ, τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα: Του δόθηκε ένα τεχνητό σύστημα μνήμης. Μοιάζει σαν αυτόν, έχει τη μνήμη του, τις σκέψεις και τα ενδιαφέροντά του, κάνει τη δουλειά του. Αλλά υπάρχει μια διαφορά. Μέσα στο ρομπότ υπάρχει μια βόμβα oυρανίου, έτοιμη να εκραγεί μόλις ακουστεί η συνθηματική φράση». Ο Πήτερς απομακρύνθηκε λιγάκι. «Αυτή είναι η μοναδική διαφορά. Γι' αυτό σε πηγαίνουμε στη Σελήνη. Θα σε αποσυναρμολογήσουν και θα βγάλουν τη βόμβα. Μπορεί να εκραγεί, αλλά εκεί δεν μας πειράζει»
Ο 'Ολχαμ έκατσε κάτω
αργά.
«Φτάνουμε όπου να 'ναι, είπε ο Νέλσον.
Καθώς το σκάφος χαμήλωνε σιγά-σιγά, αυτός κάθισε
πίσω και σκεφτόταν σαν τρελός. Από κάτω τους ήταν
η ανώμαλη επιφάνεια της Σελήνης, οι απέραντες
ερειπωμένες εκτάσεις. Τι μπορούσε να κάνει; Τι θα
μπορούσε να τον σώσει;
«Ετοιμάσου», είπε ο Πήτερς.
Σε λίγα λεπτά θα ήταν νεκρός. Κάτω μπορούσε να δει
μια μικροσκοπική κουκίδα, κάποιου είδους κτίσμα.
Υπήρχαν άνθρωποι στο κτίσμα, η ομάδα καταστροφής,
που περίμενε να τον κάνει χίλια κομμάτια. Θα τον
άνοιγαν, θα έβγαζαν τα χέρια και τα πόδια του, θα
τον διέλυαν. Όταν δεν θα 'βρισκαν βόμβα θα
παραξενεύονταν. Θα ήξεραν, αλλά θα ήταν πολύ αργά.
Ο 'Ολχαμ κοίταξε γύρω
του στη μικρή καμπίνα. Ο Νέλσον ακόμα κρατούσε το
όπλο: Δεν είχε καμία τύχη εδώ. Αν μπορούσε να
φέρει ένα γιατρό, να κάνει μια εξέταση - αυτός
ήταν ο μόνος τρόπος. H Μαίρη θα τον βοηθούσε.
Σκεφτόταν πυρετικά, το μυαλό του έπαιρνε χίλιες
στροφές. Μόνο λίγα λεπτά του έμεναν. Ας μπορούσε
να έρθει σε επαφή μαζί της, να της μιλήσει με
κάποιο τρόπο.
«Ήσυχα», είπε ο Πήτερς. Το σκάφος χαμήλωσε
σιγά-σιγά και ήρθε σε επαφή με το ανώμαλο έδαφος.
Σιωπή.
«Ακου», είπε ο 'Ολχαμ βραχνά. «Μπορώ να αποδείξω
ότι είμαι ο Σπενς 'Ολχαμ. Βρείτε ένα γιατρό. Φέρτε
τον εδώ -»
«Να η ομάδα». Ο Νέλσον έδειξε. «Έρχονται». Κοίταξε
νευρικά τον 'Ολχαμ. «Ελπίζω να μη συμβεί τίποτε».
«Θα έχουμε φύγει πριν αρχίσουν τη δουλειά», είπε
ο Πήτερς. «Θα φύγουμε από δω πέρα σε ένα λεπτό».
Φόρεσε τη διαστημική του στολή. Όταν τέλειωσε,
πήρε το όπλο από τον Νέλσον. «Θα τον προσέχω για
λίγο».
Ο Νέλσον φόρεσε και αυτός τη διαστημική του
σχολή, βιαστικά και αδέξια. «Αυτός;» έδειξε τον
'Ολχαμ. «Θα χρειαστεί στολή;»
«Όχι». Ο Πήτερς κούνησε το κεφάλι του. «Τα ρομπότ
συνήθως δεν έχουν ανάγκη από οξυγόνο».
Η ομάδα των αντρών είχε σχεδόν φτάσει στο σκάφος.
Σταμάτησαν και περίμεναν. Ο Πήτερς τους έκανε
νόημα.
«Ελάτε!» Κούνησε το χέρι του και οι άντρες
πλησίασαν με το πάσο τους. Ακαμπτες, αστείες
φιγούρες μέσα στις φουσκωμένες στολές τους.
«Αν ανοίξετε αυτή την πόρτα», είπε ο 'Ολχαμ, «αυτό
θα σημάνει το θάνατό μου. Θα είναι δολοφονία».
«Ανοιξε την πόρτα», είπε ο Νέλσον. Πλησίασε το
χερούλι.
Ο 'Ολχαμ τον κοίταζε. Είδε το χέρι του να σφίγγει
τη μεταλλική ράβδο. Σε ένα λεπτό η πόρτα θα
άνοιγε, και ο αέρας που υπήρχε μέσα στο σκάφος θα
έβγαινε έξω. Θα πέθαινε, και εκείνοι θα
καταλάβαιναν το λάθος τους. Ίσως σε άλλες εποχές,
όταν δεν ήταν o πόλεμος στη μέση, οι άνθρωποι να μη
φέρονταν με αυτό τον τρόπο, να καταδικάζουν
κάποιον σε θάνατο μόνο και μόνο από φόβο. Όλοι
ήταν τρομοκρατημένοι, όλοι ήταν πρόθυμοι να
θυσιάσουν το άτομο λόγω του ομαδικού πανικού.
Τον σκότωναν επειδή δεν μπορούσαν να περιμένουν
για να βεβαιωθούν για την ενοχή του. Δεν υπήρχε
χρόνος.
Κοίταξε τον Νέλσον. Ο Νέλσον ήταν χρόνια φίλος
του. Ήταν μαζί στο σχολείο. Ήταν κουμπάρος στο
γάμο του. Τώρα ο Νέλσον θα τον σκότωνε. Αλλά ο
Νέλσον δεν ήταν κακός. Δεν ήταν δικό του το λάθος.
Ήταν οι καιροί τέτοιοι. Κάπως έτσι θα πρέπει να
ήταν και την εποχή της πανούκλας. Όταν κάποιος
εμφάνιζε ένα σημαδάκι, τον σκότωναν αμέσως, χωρίς
κανένα δισταγμό, χωρίς απόδειξη, με μόνη την
υποψία. Σε καιρό κινδύνου δεν υπήρχε άλλος
τρόπος.
Δεν τους κατηγορούσε. Αλλά έπρεπε να ζήσει. Η ζωή
του ήταν υπερβολικά πολύτιμη για να τη θυσιάσει.
Ο 'Ολχαμ σκέφτηκε γρήγορα. Τι μπορούσε να κάνει;
Υπήρχε κάτι; Κοίταξε γύρω του.
«Εμπρός», είπε ο Νέλσον.
«Έχεις δίκιο», είπε ο 'Ολχαμ. Ο ήχος της ίδιας του
της φωνής τον εξέπληξε. Ήταν η δύναμη της
απελπισίας.
«Δεν έχω ανάγκη από οξυγόνο. Ανοιξε την πόρτα».
Σταμάτησαν και τον κοίταξαν έντρομοι.
«Εμπρός. Ανοίξτε την. Δεν έχει καμία διαφορά». Το
χέρι του 'Ολχαμ μπήκε κάτω από το σακάκι του.
«Αναρωτιέμαι πόσο μακριά μπορείτε να τρέξετε».
«Να τρέξουμε;»
«Έχετε δεκαπέντε δευτερόλεπτα ζωής». Μέσα στο
σακάκι του, τα δάχτυλά του κουνιόνταν ενώ το
μπράτσο του παρέμενε αλύγιστο. Χαλάρωσε,
χαμογελώντας λιγάκι. «Κάνατε λάθος για τον τρόπο
ανάφλεξης. Σ' αυτό το θέμα κάνατε λάθος.
Δεκατέσσερα δευτερόλεπτα από τώρα».
Δυο σοκαρισμένα πρόσωπα τον κοίταζαν μέσα από
τις διαστημικές στολές τους. Ύστερα άρχισαν να
παλεύουν, να τρέχουν, να παραβιάζουν την πόρτα. Ο
αέρας βγήκε σφυρίζοντας και διασκορπίστηκε στο
κενό. Ο Πήτερς και ο Νέλσον όρμησαν και βγήκαν από
το σκάφος. Ο 'Ολχαμ ερχόταν πίσω τους. Αρπαξε την
πόρτα και την έσυρε για να κλείσει. Το αυτόματο
σύστημα εξισορρόπησης της πίεσης δούλεψε
γρήγορα, αποκαθιστώντας το οξυγόνο. Ο 'Ολχαμ
άφησε μια εκπνοή, τρέμοντας.
Αλλο ένα δευτερόλεπτο.
Πέρα από το παράθυρο οι δυο άντρες είχαν
συναντηθεί με την ομάδα. Η ομάδα διαλύθηκε,
τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Ένας-ένας
έπεφταν κάτω, μπρούμυτα πάνω στο έδαφος. Ο 'Ολχαμ
κάθισε στον πίνακα ελέγχου. Χειρίστηκε κατάλληλα
τους διακόπτες. Καθώς το σκάφος υψώθηκε στον
αέρα, οι άντρες κάτω σηκώθηκαν όρθιοι και
κοίταξαν προς τα πάνω, με ανοιχτό στόμα.
«Συγνώμη», μουρμούρισε ο 'Ολχαμ, «αλλά πρέπει να
γυρίσω στη Γη»,
Οδήγησε το σκάφος στην
κατεύθυνση απ' όπου είχε έρθει. Ήταν νύχτα. Γύρω
από το σκάφος ακούγονταν τριζόνια που
αναστάτωναν το κρύο σκοτάδι. Ο 'Ολχαμ έσκυψε πάνω
από την οθόνη του βίντεο. Σταδιακά σχηματίστηκε
εικόνα. Η κλήση είχε διαβιβαστεί χωρίς κανένα
πρόβλημα. Έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
«Μαίρη», είπε. Η γυναίκα τον κοίταξε. Έμεινε με το
στόμα ανοιχτό.
«Σπενς! Πού βρίσκεσαι; Τι συνέβη;»
«Δεν μπορώ να σου πω. Ακου. Είμαι αναγκασμένος να
μιλάω γρήγορα. Πήγαινε στο Πρόγραμμα και βρες τον
δόκτορα Τσάμπερλαιν. Αν δεν είναι εκεί, βρες
οποιονδήποτε γιατρό. Φέρ 'τον στο σπίτι και πες
του να περιμένει εκεί. Πες του να φέρει εξοπλισμό,
ακτίνες Χ, φθοροσκόπιο, τα πάντα».
«Μα -»
«Κάνε όπως σου είπα. Βιάσου. Να είναι όλα έτοιμα
σε μια ώρα».
Ο 'Ολχαμ έσκυψε πάνω στην οθόνη. «Είναι όλα
εντάξει; Είσαι μόνη σου;»
«Μόνη μου;»
«Είναι κανένας μαζί σου; Μήπως... επικοινώνησε
μαζί σου ο Νέλσον;»
«Όχι, Σπενς, δεν καταλαβαίνω».
«Καλά, θα σε δω στο σπίτι σε καμιά ώρα. Και μην
πεις τίποτε σε κανέναν. Φέρε τον Τσάμπερλαιν με
οποιαδήποτε δικαιολογία. Πες ότι είσαι πολύ
άρρωστη».
Διέκοψε τη σύνδεση και κοίταξε το ρολόι του. Ένα
λεπτό αργότερα άφησε το σκάφος και προχώρησε
μέσα στο σκοτάδι. Είχε μισό μίλι περπάτημα.
Αρχισε να προχωράει.
Ένα φως φάνηκε στο παράθυρο, το φως του γραφείου.
Το κοίταξε, γονατίζοντας μπροστά στο φράκτη. Δεν
υπήρχε κανένας θόρυβος, καμία κίνηση. Κράτησε
ψηλά το ρολόι του και το διάβασε στο φως των
άστρων. Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα.
Από το βάθος του δρόμου ήρθε ένα ταχυσκάφος και
προσπέρασε.
Ο 'Ολχαμ κοίταξε προς το σπίτι. Ο γιατρός θα 'πρεπε
να έχει κιόλας έρθει. Πρέπει να περίμενε μέσα,
μαζί με τη Μαίρη. Του κατέβηκε μια σκέψη. Αραγε η
Μαίρη μπόρεσε να βγει από το σπίτι; Μήπως την
πρόλαβαν; Μήπως έπεσε σε παγίδα; Αλλά τι άλλο θα
μπορούσε να κάνει; Με φωτογραφίες, αναφορές και
εξετάσεις από ένα γιατρό υπήρχε μια πιθανότητα,
μια πιθανότητα για αποδείξεις. Αν τον εξέταζαν,
αν έμενε ζωντανός αρκετό διάστημα για να τον
εξετάσουν . Έτσι θα μπορούσε να το αποδείξει. Ίσως
να ήταν ο μόνος τρόπος. Η μόνη του ελπίδα
βρισκόταν μέσα στο σπίτι. Ο δόκτωρ Τσάμπερλαιν
ήταν ένας αξιόπιστος άνθρωπος. Ήταν ο γιατρός του
προσωπικού του Προγράμματος. Θα ήξερε. Τα λόγια
του πάνω στο θέμα θα εισακούονταν. Θα μπορούσε να
νικήσει την υστερία τους, το φόβο τους, με
γεγονότα. Τρέλα - αυτό ήταν. Ας περίμεναν μόνο, ας
δρούσαν αργά, υπολογισμένα. Αλλά δεν περίμεναν.
Έπρεπε να πεθάνει, να πεθάνει αμέσως, χωρίς
αποδείξεις, χωρίς κανενός είδους δίκη ή εξέταση.
Το απλούστερο πείραμα αρκούσε, αλλά δεν είχαν
χρόνο για το απλούστερο πείραμα. Το μόνο που
σκέφτονταν ήταν ο κίνδυνος. Ο κίνδυνος, και
τίποτε περισσότερο.
Σηκώθηκε και προχώρησε
προς το σπίτι. Ανέβηκε στο κεφαλόσκαλο. Στην
πόρτα σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Ακόμα κανένας
ήχος. Το σπίτι ήταν εντελώς βουβό.
Υπερβολικά βουβό.
Ο 'Ολχαμ στάθηκε στο κεφαλόσκαλο, χωρίς να
προχωράει. Μέσα προσπαθούσαν να κάνουν ησυχία.
Γιατί; Ήταν ένα μικρό σπίτι. Μόνο μερικά μέτρα
παραπέρα, πίσω από την πόρτα, θα πρέπει να
στέκονταν η Μαίρη και ο δόκτωρ Τσάμπερλαιν. Κι
όμως δεν άκουγε τίποτε, κανένα ήχο από φωνές,
τίποτε απολύτως. Κοίταξε την πόρτα. Ήταν η πόρτα
που είχε ανοίξει και είχε κλείσει χιλιάδες φορές,
κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Ακούμπησε το χέρι του στο πόμολο. Ύστερα, ξαφνικά,
προτίμησε να χτυπήσει το κουδούνι. Το κουδούνι
ακούστηκε κάπου στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ο
'Ολχαμ χαμογέλασε. Ακουσε κίνηση.
Η Μαίρη άνοιξε την πόρτα. Μόλις είδε το πρόσωπό
της, κατάλαβε.
Έτρεξε και ρίχτηκε στους θάμνους. Ένας αξιωματικός της ασφαλείας προσπέρασε τη Μαίρη, σπρώχνοντάς την. Οι θάμνοι χωρίστηκαν. Ο 'Ολχαμ προσπάθησε να παει στο πλάι του σπιτιού. Πήδηξε όρθιος και έτρεξε, έτρεξε τρελά μέσα στο σκοτάδι. Ένας φακός άναψε, μια φωτεινή ακτίνα έκανε κύκλους γύρω του. Διέσχισε το δρόμο και στριμώχτηκε πάνω σε ένα φράχτη. Πήδηξε κάτω και προχώρησε κατά μήκος μιας αυλής. Πίσω του ακολουθούσαν κάποιοι. Αξιωματικοί της ασφάλειας, που φώναζαν ο ένας στον άλλον καθώς πλησίαζαν. Ο 'Ολχαμ πήρε μια βαθιά ανάσα, λαχανιασμένος. Το πρόσωπό της -το είχε καταλάβει αμέσως. Τα σφιγμένα χείλη, τα τρομοκρατημένα, διασταλμένα μάτια. Φαντάσου να είχε προχωρήσει, να είχε ανοίξει την πόρτα και να είχε μπει! Είχαν παγιδεύσει το τηλέφωνο και είχαν έρθει αμέσως, μόλις είχε κλείσει. Μπορεί και εκείνη να πίστευε την ιστορία τους.. Χωρίς αμφιβολία πίστευε και αυτή ότι ήταν ρομπότ.
Ο 'Ολχαμ συνέχισε να τρέχει. Έχανε τους αξιωματικούς, τους άφηνε πίσω. Προφανώς δεν ήταν και πολύ καλοί στο τρέξιμο. Σκαρφάλωσε ένα λόφο και κατηφόρισε την πίσω μεριά. Σ' ένα λεπτό θα βρισκόταν πίσω στο σκάφος. Αλλά πού θα πήγαινε αυτή τη φορά; Καθυστέρησε το βήμα του, σταμάτησε. Μπορούσε ήδη να δει το σκάφος να διαγράφεται με φόντο τον ουρανό, στο σημείο που το είχε αφήσει. Ο οικισμός ήταν πίσω του. Βρισκόταν στα όρια της ερημιάς ανάμεσα στις κατοικημένες περιοχές, όπου άρχιζαν τα δάση και η εγκατάλειψη. Διέσχισε έναν άγovo αγρό και μπήκε στα δέντρα. Καθώς πλησίαζε, η πόρτα του σκάφους άνοιξε.
Ο Πήτερς βγήκε έξω,
σκοτεινή φιγούρα κόντρα στο φως. Στα χέρια του
κρατούσε ένα βαρύ όπλο. Ο 'Ολχαμ σταμάτησε,
κοκαλωμένος. Ο Πήτερς κοιτούσε γύρω του στο
σκοτάδι. «Το ξέρω ότι είσαι κάπου εδώ», είπε.
«Πλησίασε, 'Ολχαμ. Υπάρχουν άντρες της Ασφάλειας
παντού γύρω σου».
Ο 'Ολχαμ δεν κουνήθηκε.
«Ακουσε με. Θα σε πιάσουμε πολύ σύντομα. Προφανώς ακόμα δεν πιστεύεις ότι είσαι το ρομπότ. Το τηλεφώνημά σου στη γυναίκα σου δείχνει ότι τρέφεις ακόμα την ψευδαίσθηση που σου έχει δημιουργήσει η τεχνητή σου μνήμη. Αλλά είσαι το ρομπότ. Είσαι το ρομπότ, και μέσα σου είναι η βόμβα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ακουστεί η φράση πυροδότησης, από σένα, από κάποιον άλλον, από οποιονδήποτε. Όταν γίνει αυτό, η βόμβα θα καταστρέψει τα πάντα σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων. Το Πρόγραμμα, η γυναίκα, όλοι εμείς θα σκοτωθούμε. Καταλαβαίνεις;»
Ο 'Ολχαμ δεν είπε τίποτε. Ακουγε. Ανθρωποι κινούνταν προς το μέρος του, γλιστρώντας μέσα στο δάσος.
«Αν δεν βγεις, θα σε πιάσουμε. Είναι μόνο θέμα χρόνου. Δεν έχουμε πια την πρόθεση να σε πάμε στη Σεληνιακή βάση. Θα καταστραφείς επιτόπου, και θα αναγκαστούμε να διακινδυνεύσουμε την πιθανότητα να εκραγεί η βόμβα. Έχω διατάξει να βρίσκεται εδώ κάθε αξιωματικός ασφαλείας της περιοχής. Ολόκληρη η επαρχία ψάχνεται σπιθαμή προς σπιθαμή. Δεν υπάρχει μέρος να πας. Γύρω από αυτό το δάσος υπάρχει μια αλυσίδα με οπλισμένους άντρες. Έχεις περίπου έξι ώρες μέχρι να ερευνηθεί και η τελευταία γωνιά».
Ο 'Ολχαμ απομακρύνθηκε. Ο Πήτερς συνέχισε να μιλάει. Δεν τον είχε δει καθόλου. Ήταν πολύ σκοτάδι για να διακρίνει οτιδήποτε. Αλλά ο Πήτερς είχε δίκιο. Δεν είχε κανένα μέρος να πάει. Ήταν πέρα από τον οικισμό, εκεί που άρχιζε το δάσος. Μπορούσε να κρυφτεί για λίγο, αλλά τελικά θα τον έπιαναν.
Ήταν θέμα χρόνου.
Ο 'Ολχαμ απομακρύνθηκε
αθόρυβα από το δάσος. Μίλι το μίλι, κάθε γωνιά της
περιοχής εξεταζόταν, ψαχνόταν, απογυμνωνόταν. Ο
κλοιός έσφιγγε συνεχώς, περιορίζοντάς τον όλο
και σε μικρότερο χώρο. Τι απέμενε; Είχε χάσει το
σκάφος, τη μοναδική ελπίδα διαφυγής. Εκείνοι ήταν
στο σπίτι του. Η γυναίκα τού ήταν μαζί τους,
πιστεύοντας, χωρίς αμφιβολία, ότι ο αληθινός
'Ολχαμ είχε σκοτωθεί. Έσφιξε τις γροθιές του.
Κάπου βρισκόταν ένα κατεστραμμένο εξωγήινο
βελονόπλοιο, και μέσα του υπήρχαν τα απομεινάρια
ενός κατεστραμμένου ρομπότ. Κάπου εκεί γύρω
έπρεπε να έχει συντριβεί το σκάφος. .
Και το ρομπότ βρισκόταν μέσα, κατεστραμμένο.
Μια αχνή ελπίδα του αναπτέρωσε το ηθικό. Και αν
έβρισκε τα απομεινάρια; Αν μπορούσε να τους
δείξει τα συντρίμμια, τα υπολείμματα του σκάφους,
το ρομπότ - Αλλά πού; Πού θα μπορούσε να τα βρει;
Προχώρησε και άλλο, χαμένος στις σκέψεις του. Κάπου, όχι πολύ μακριά, πιθανώς. Το σκάφος θα έπρεπε να προσεδαφιστεί κοντά στο Πρόγραμμα. Το ρομπότ θα έπρεπε να διανύσει την υπόλοιπη απόσταση με τα πόδια. Πήγε στην κορυφή ενός λόφου και κοίταξε γύρω του. Πρόσκρουση και ανάφλεξη. Μήπως υπήρχε ένα στοιχείο, ένα ίχνος; Πρόσκρουση και ανάφλεξη. Είχε ακούσει τίποτε, είχε διαβάσει τίποτε; Κάπου εκεί κοντά, σε απόσταση που μπορούσε να περπατήσει. Κάποιο περίεργο μέρος, ένα απομακρυσμένο σημείο όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι. Ξαφνικά ο 'Ολχαμ χαμογέλασε. Πρόσκρουση και ανάφλεξη. Το Σάτον Γουντ.
Ανοιξε το βήμα του. Ήταν πρωί. Το φως του ήλιου κατέβαινε φιλτραρισμένο ανάμεσα στα σπασμένα δέντρα, πάνω στον άντρα που φώλιαζε στην άκρη του ξέφωτου. Ο 'Ολχαμ κάθε τόσο κοιτούσε προς τα πάνω και αφουγκραζόταν. Δεν ήταν μακριά, θα 'πρεπε να εμφανίζονταν σε λίγα λεπτά. Χαμογέλασε. Κάτω απ' αυτόν, σκορπισμένα σ' όλο το ξέφωτο και πάνω στα κούτσουρα που κάποτε ήταν το Σάτον Γουντ, βρίσκονταν σωριασμένα σε άμορφο σωρό τα ερείπια. Με τη λιακάδα γυάλιζαν κάπως, με μια σκοτεινή λάμψη. Δεν είχε δυσκολευτεί πολύ να τα βρει. Το Σάτον Γουντ ήταν ένα μέρος που το ήξερε καλά. Είχε περπατήσει μέσα και γύρω του πολλές φορές στη ζωή του, όταν ήταν πιο νέος. Ήξερε πού θα έβρισκε τα συντρίμμια. Υπήρχε μόνο μια κορυφή που προεξείχε απότομα, χωρίς προειδοποίηση. 'Ενα σκάφος που κατέβαινε για πρώτη φορά δεν είχε μεγάλη πιθανότητα να την αποφύγει. Τώρα ήταν κουρνιασμένος και κοίταζε κάτω το σκάφος, ή μάλλον ό,τι απέμενε απ' αυτό.
Ο 'Ολχαμ σηκώθηκε όρθιος. Μπορούσε να τους ακούσει τώρα, σε μικρή απόσταση απ' αυτόν, να έρχονται όλοι μαζί, μιλώντας χαμηλόφωνα. Σφίχτηκε. Όλα εξαρτώνταν από το ποιος θα τον έβλεπε πρώτος. Αν ήταν ο Νέλσον, δεν είχε καμία ελπίδα. Ο Νέλσον θα πυροβολούσε αμέσως. Θα ήταν νεκρός πριν προλάβουν να δουν το σκάφος. Αλλά αν είχε χρόνο να φωνάξει, να τους κρατήσει μακριά για ένα λεπτό - αυτό ήταν όλο που χρειαζόταν. Μόλις έβλεπαν το σκάφος, θα ήταν ασφαλής. Αλλά αν πυροβολούσαν πρώτα ...
Ένα καμένο κλαδί
έτριξε. Μια φιγούρα φάνηκε να προχωρά αβέβαια. Ο
'Ολχαμ πήρε μια βαθιά ανάσα. Μόνο λίγα
δευτερόλεπτα του απόμεναν, ίσως τα τελευταία
δευτερόλεπτα της ζωής του. 'Ύψωσε τα χέρια του,
κοιτώντας με ένταση.
Ήταν ο Πήτερς.
«Πήτερς!» Ο 'Ολχαμ κούνησε τα χέρια του.
Ο Πήτερς σήκωσε το όπλο του, σκοπεύοντας.
«Μην πυροβολείς!» Η φωνή του έτρεμε. «Περίμενε
μια στιγμή. Κοίταξε πίσω σου, στο ξέφωτο».
«Τον βρήκα», φώναξε ο Πήτερς. Οι άντρες της
ασφάλειας έβγαιναν κατά δεκάδες από το καμένο
δάσος γύρω του.
«Μην πυροβολείς. Κοίτα πίσω μου. Το σκάφος, το
βελονόπλοιο. Το σκάφος των Εξωγήινων. Κοίτα!»
Ο Πήτερς δίστασε. Το όπλο έτρεμε.
«Είναι εκεί κάτω», είπε ο 'Ολχαμ γρήγορα. «Ήξερα
ότι θα το 'βρισκα εκεί. Στο καμένο δάσος. Τώρα με
πιστεύεις; Θα βρεις τα απομεινάρια του ρομπότ
μέσα στο σκάφος. Κοίτα, σε παρακαλώ».
«Υπάρχει κάτι εκεί κάτω», είπε νευρικά ένας από
τους άντρες. «Ρίχ' του!» είπε μια φωνή. Ήταν ο
Νέλσον.
«Περίμενε», είπε ο Πήτερς απότομα. «Εγώ είμαι
υπεύθυνος. Να μην πυροβολήσει κανείς. Μπορεί να
λεει την αλήθεια».
«Ρίχ' του», είπε ο Νέλσον. «Έχει σκοτώσει τον
'Ολχαμ. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μας
σκοτώσει όλους. Αν εκραγεί η βόμβα-»
«Σκάσε». Ο Πήτερς προχώρησε κατά την πλαγιά.
Κοίταξε κάτω. «Κοιτάξτε εδώ». Έκανε νόημα σε δύο
άντρες να πλησιάσουν. «Πηγαίνετε κάτω να δείτε τι
είναι».
Οι άντρες έσπευσαν να κατηφορίσουν την πλαγιά προς το ξέφωτο. Έσκυψαν κάτω, σκαλίζοντας τα συντρίμμια του σκάφους. «Λοιπόν;» φώναξε ο Πήτερς. Ο 'Ολχαμ κρατούσε την αναπνοή του. Χαμογέλασε λίγο. Πρέπει να είναι εκεί. Δεν είχε χρόνο να κοιτάξει ο ίδιος, αλλά έπρεπε να είναι εκεί. Ξαφνικά τον κυρίευσε η αμφιβολία. Και αν το ρομπότ είχε ζήσει αρκετά ώστε να απομακρυνθεί; 'Η αν το σώμα του είχε καταστραφεί εντελώς, αν είχε γίνει στάχτη από τη φωτιά; Έγλειψε τα χείλη του. Ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό του. Ο Νέλσον τον κοιτούσε, με χλωμό πρόσωπο. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε.
«Σκοτώστε τον», είπε ο
Νέλσον. «Πριν μας σκοτώσει αυτός».
Οι δυο άντρες ανασηκώθηκαν.
«Τι βρήκατε;» είπε ο Πήτερς. Κρατούσε το όπλο
σταθερά. «Υπάρχει τίποτε εκεί;»
«Κάτι μοιάζει να υπάρχει. Είναι σίγουρα
βελονόπλοιο. Και κάτι είναι δίπλα του».
«Θα κοιτάξω». Ο Πήτερς προσπέρασε τον 'Ολχαμ. Ο
'Ολχαμ τον κοίταξε να κατεβαίνει το λόφο και να
πλησιάζει τους άντρες. Οι άλλοι ακολούθησαν πίσω
του, περίεργοι να δουν.
«Είναι ένα σώμα», είπε ο Πήτερς. «Δέστε το!»
Ο 'Ολχαμ πλησίασε μαζί τους. Στάθηκαν σε κύκλο,
κοιτώντας κάτω.
Πάνω στο έδαφος, λυγισμένο και παραμορφωμένο σε παράξενο σχήμα, υπήρχε ένα περίεργο σώμα. Θύμιζε κάπως άνθρωπο. Μόνο που ήταν τόσο άβολα λυγισμένο, τα χέρια και τα πόδια του απλώνονταν σε διάφορες κατευθύνσεις. Το στόμα ήταν ανοιχτό, τα μάτια γυάλινα.
«Σαν κατεστραμμένο
μηχάνημα», μουρμούρισε ο Πήτερς. Ο 'Ολχαμ
χαμογέλασε αδύναμα. «Λοιπόν;» είπε.
Ο Πήτερς τον κοίταξε. «Δεν μπορώ να το πιστέψω.
Από την αρχή έλεγες την αλήθεια».
«Το ρομπότ δεν έφτασε ποτέ μέχρις εμένα», είπε ο
'Ολχαμ. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε.
«Καταστράφηκε με τη συντριβή του σκάφους.
Ήσασταν όλοι πολύ απασχολημένοι με τον πόλεμο
για να αναρωτηθείτε γιατί ένα απόμερο δασάκι
πήρε απότομα φωτιά και καταστράφηκε. Τώρα
ξέρετε».
Στεκόταν καπνίζοντας και κοίταξε τους άντρες.
Έσερναν το περίεργο λείψανο μακριά από το σκάφος.
Το σώμα ήταν άκαμπτο, τα χέρια και τα πόδια
αλύγιστα.
«Τώρα θα βρείτε τη βόμβα», είπε ο 'Ολχαμ. Οι άντρες
ακούμπησαν το σώμα στο έδαφος.
Ο Πήτερς έσκυψε. «Νομίζω ότι βλέπω μια γωνία της». Απλωσε to χέρι του και άγγιξε το σώμα.
Το στήθος του πτώματος είχε ανοίξει. Μέσα στο άνοιγμα που έχαινε, κάτι γυάλιζε, κάτι μεταλλικό. Οι άντρες κοίταζαν το μέταλλο αμίλητοι. «Αυτό θα μας είχε καταστρέψει όλους, αν είχε ζήσει», είπε ο Πήτερς. «Αυτό εκεί το μεταλλικό κουτί».
Σιωπή.
«Νομίζω ότι σου οφείλουμε κάτι» είπε ο Πήτερς στον 'Ολχαμ. Όλα αυτά θα πρέπει να ήταν εφιάλτης για σένα. Αν δεν είχες δραπετεύσει, θα είχαμε -» Η φωνή του έσπασε.
Ο 'Ολχαμ έσβησε το
τσιγάρο του. «Το ήξερα, φυσικά, ότι το ρομπότ δεν
είχε φτάσει ποτέ σε μένα. Αλλά δεν είχα τρόπο να
το αποδείξω. Μερικές φορές δεν είναι εύκολο να
αποδείξεις κάτι αμέσως. Αυτό ήταν όλο το
πρόβλημα. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να αποδείξω
ότι ήμουν ο εαυτός μου».
«Τι θα 'λεγες για μια άδεια;» είπε ο Πήτερς.
«Νομίζω ότι μπορούμε να κανονίσουμε να πάρεις
ένα μήνα άδεια. Μπορείς να ξεκουραστείς, να
ηρεμήσεις».
«Νομίζω-ότι αυτή τη στιγμή θα 'θελα να πάω σπίτι
μου», είπε o 'Ολχαμ.
«Εντάξει, λοιπόν. 'Ο,τι πεις».
Ο Νέλσον είχε γονατίσει
στο έδαφος, δίπλα στο πτώμα. Πλησίασε το χέρι του
στο λαμπερό κομμάτι μετάλλου που διακρινόταν
μέσα στο στήθος.
«Μην το αγγίζεις», είπε ο Όλχαμ. «Μπορεί να
εκραγεί. Καλύτερα να αφήσουμε αυτή τη δουλειά
στην ομάδα εξουδετέρωσης».
0 Νέλσον δεν είπε
τίποτε. Ξαφνικά, άρπαξε το μέταλλο, χώνοντας το
χέρι του μέσα στο στήθος. Τράβηξε.
«Μα τι κάνεις;» φώναξε ο 'Ολχαμ.
Ο Νέλσον σηκώθηκε όρθιος. Κρατούσε το μεταλλικό
αντικείμενο. Το πρόσωπό του ήταν άσπρο από το
φόβο. «Ήταν ένα μεταλλικό μαχαίρι, ένα
βελονομάχαιρο των Εξωγήινων, σκεπασμένο με αίμα.
«Αυτό τον σκότωσε», ψιθύρισε ο Νέλσον. «Ο φίλος
μου σκοτώθηκε μ' αυτό». Κοίταξε τον 'Ολχαμ. «Τον
σκότωσες μ' αυτό και τον άφησες δίπλα στο σκάφος».
Ο 'Ολχαμ έτρεμε. Τα
δόντια του χτυπούσαν. Κοίταζε μια το μαχαίρι και
μια το πτώμα. «Μα αυτός δεν μπορεί να είναι ο
'Ολχαμ», είπε. Το μυαλό του στριφογύριζε, όλα γύρω
του γύριζαν. «Έκανα λάθος, λοιπόν;»
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Αλλά αν αυτό είναι ο 'Ολχαμ, εγώ πρέπει να είμαι -»
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση του, μόνο το πρώτο κομμάτι.
Η έκρηξη ήταν ορατή μέχρι το Αλφα του Κενταύρου.