Οι
Γκίζενστακς

Fredric Brown
The Geezenstacks (1943)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη

Το πιο παράξενο απ' όλα ήταν πως η 'Ομπρεϋ Γουόλτερς δεν ήταν καθόλου παράξενο κοριτσάκι. Ήταν ένα παιδί τόσο συνηθισμένο όσο και η μητέρα και ο πατέρας της, που ζούσαν σ' ένα διαμέρισμα στην οδό 'Οτις, έπαιζαν μπριτζ ένα βράδυ την εβδομάδα, έβγαιναν έξω ένα άλλο βράδυ και τα υπόλοιπα τα πέρναγαν ήσυχα στο σπίτι τους.

Η 'Ομπρεϋ ήταν εννέα χρονών. Είχε φακίδες και μαλλιά σαν σπαγγάκια, αλλά στα εννιά του χρόνια δεν πολυσκάει κανείς για τέτοια πράγματα. Τα κατάφερνε αρκετά καλά στο όχι και τόσο ακριβό ιδιωτικό σχολείο που την είχαν γράψει οι γονείς της, έπιανε εύκολα φιλίες με τα άλλα παιδιά και μάθαινε να παίζει ένα μικρό βιολί που παρά το μειωμένο μέγεθός του ηχούσε φριχτά.

Το πιο μεγάλο της ελάττωμα ήταν ίσως η μανία της να ξενυχτάει, το λάθος όμως ήταν των γονιών της που την άφηναν να μένει ξύπνια και ντυμένη ώσπου να νυστάξει και να ζητήσει μόνη της να πάει στο κρεβάτι. Ακόμα και στα πέντε ή τα έξη της χρόνια, σπάνια έπεφτε στο κρεβάτι πριν από τις δέκα το βράδυ. Κι αν τυχόν σε μια κρίση μητρικής ευσυνειδησίας η μητέρα της την έβαζε στο κρεβάτι πιο νωρίς, η 'Ομπρεϋ ποτέ δεν αποκοιμιόταν. Γιατί λοιπόν να μην άφηναν το παιδί να ξενυχτήσει;

Τώρα στα εννιά της χρόνια η 'Ομπρεϋ έμενε το βράδυ ξύπνια όσο και οι γονείς της, πράγμα που σήμαινε ως τις έντεκα για τις κανονικές νύχτες και πιο αργά όταν έρχονταν φίλοι για το μπριτζ ή όταν έβγαιναν έξω. Τότε κοιμόταν πολύ πιο αργά γιατί συνήθως την έπαιρναν μαζί τους. Της 'Ομπρεϋ της άρεσε πολύ αυτό, όπου και να πήγαιναν. Καθόταν ήσυχη σαν ποντικάκι σ' ένα κάθισμα του θεάτρου ή τους κοίταζε με τη μοναδική σοβαρότητα των μικρών κοριτσιών, πάνω από το ποτήρι του τζίντζερ έηλ, να πίνουν κοκτέιλ σ' ένα νάιτ-κλαμπ. Παρακολουθούσε το χορό, τη μουσική, το θόρυβο με μάτια στρογγυλεμένα από την περιέργεια και τα 'βρισκε όλα υπέροχα.

Καμιά φορά πήγαινε μαζί τους και ο θείος Ρίτσαρντ ο αδελφός της μητέρας της. Η 'Ομπρεϋ και o θείος Ρίτσαρντ ήταν στενοί φίλοι. Αυτός ήταν που της έδωσε τις κούκλες.
«Ένα περίεργο πράγμα μου έτυχε σήμερα», είπε μια μέρα. «Κατηφόριζα τη Ρότζερς Πλέης, μετά το Κτίριο Μάρινερ - ξέρεις 'Ηντιθ, εκεί που είχε το γραφείο του ο Ντοκ Χάουαρντ - και ξαφνικά άκουσα κάτι να πέφτει στο πεζοδρόμιο ακριβώς πίσω μου. Γύρισα και είδα αυτό εδώ το δεματάκι».

«Αυτό το δεματάκι» ήταν ένα μικρό λευκό κουτί, λίγο μεγαλύτερο από κουτί παπουτσιών, και ήταν κάπως περίεργα δεμένο με μια γκρίζα κορδέλα. Ο Σαμ Γουόλτερς, ο πατέρας της 'Ομπρεϋ, το κοίταξε παραξενεμένος.
«Δεν έχει κανένα βαθούλωμα» είπε. «Δεν πρέπει να έπεσε από πολύ ψηλά. Έτσι ήταν δεμένο;»
«Έτσι ακριβώς. Αφού το άνοιξα και κοίταξα μέσα, ξανάδεσα την κορδέλα όπως ήταν. Μη νομίζεις βέβαια ότι το άνοιξα αμέσως. Πρώτα σταμάτησα και κοίταξα να δω ποιος το είχε ρίξει-σκέφτηκα ότι θα 'βλεπα κάποιον στο παράθυρο. Δεν ήταν κανείς όμως κι έτσι σήκωσα το κουτί. Κατάλαβα ότι κάτι είχε μέσα, όχι πολύ βαρύ και ότι τόσο το κουτί όσο και η κορδέλα δεν έδειχναν πράγμα που το πετάει κανείς επίτηδες. Έτσι κάθισα λίγο κοιτάζοντας προς τα πάνω αλλά δεν είδα κανένα. Κούνησα λοιπόν λίγο το κουτί και...
«Καλά, καλά» είπε ο Σαμ Γουόλτερς. «Μη μας τα λες πια και τόσο αναλυτικά. Τελικά δεν βρήκες ποιος το είχε πετάξει;»
«Δεν βρήκα. Μάλιστα ανέβηκα ως τον τέταρτο όροφο ρωτώντας τους ενοίκους που τα παράθυρά τους έβλεπαν στο δρόμο που είχε πέσει το κουτί. Ήταν όλοι σπίτι τους και κανείς δεν το είχε ξαναδεί. Σκέφτηκα πως μπορεί να είχε πέσει από κανένα περβάζιι., Αλλά -»
«Τι έχει μέσα Ντικ;» ρώτησε η 'Ηντιθ.
«Κούκλες. Τέσσερις κούκλες. Τις έφερα μαζί μου για την 'Ομπρεϋ. Αν τις θέλει».
Έλυσε την κορδέλα και η 'Ομπρεϋ είπε: «Ωωω! θείε Ρίτσαρντ. Είναι... είναι πολύ όμορφες».
Ο Σαμ είπε: «Χμ. Αυτές εδώ μοιάζουν πιο πολύ με ανδρείκελα παρά με κούκλες, Ντικ. Θέλω να πω, o τρόπος που είναι ντυμένες. Πρέπει να στοιχίζουν κάμποσα δολάρια το κομμάτι. Είσαι σίγουρος πως δεν θα εμφανιστεί ο κάτοχός τους να τις ζητήσει;»
Ο Ρίτσαρντ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να γίνει αυτό. Όπως σου είπα ανέβηκα τέσσερα πατώματα ρωτώντας. Αν και από την όψη του κουτιού και τον ήχο του πεσίματος, δεν πρέπει να προερχόταν από τόσο ψηλά. Κι όταν άνοιξα το κουτί - κοίτα να δεις». Σήκωσε μια από τις κούκλες και την κράτησε να τη δει ο Σαμ Γουόλτερς.
«Κερί. Το κεφάλι και τα χέρια είναι κέρινα. Κι ούτε ένα ράγισμα. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πέσει παρά από το δεύτερο όροφο και κάτω. Αλλά κι έτσι ακόμη δεν καταλαβαίνω πως -» Ανασήκωσε και πάλι τους ώμους του.
«Είναι οι Γκίζενστακς» είπε η 'Ομπρεϋ.
«Τι;» ρώτησε ο Σαμ.
«Έτσι θα τους ονομάσω, Γκίζενστακς» είπε η 'Ομπρεϋ. «Κοίτα, αυτός είναι ο Μπαμπάς Γκίζενστακ κι αυτή είναι η Μαμά Γκίζενστακ και το κοριτσάκι τους είναι η 'Ομπρεϋ Γκίζενστακ. Και τον άλλο άντρα θα τον βγάλουμε θείο Γκίζενστακ. Είναι ο θείος του κοριτσιού».
Ο Σαμ έβαλε τα γέλια. «Σαν κι εμάς ε; Μα αν o θείος - χμ - Γκίζενστακ είναι αδελφός της Μαμάς Γκίζενστακ, όπως ο θείος Ρίτσαρντ είναι αδελφός της Μαμάς, τότε το όνομά του δεν μπορεί να είναι Γκίζενστακ.
«Δεν έχει σημασία» είπε η Ομπρεϋ. «Είναι όλοι τους Γκίζενστακ. Μπαμπά θα μου αγοράσεις ένα σπιτάκι να τους βάλω μέσα;»
«Ένα κουκλόσπιτο; Ναι -» Είχε αρχίσει να λεει «Ναι, βέβαια» αλλά έπιασε τη ματιά της γυναίκας του και θυμήθηκε. Σε μια εβδομάδα η 'Ομπρεϋ είχε τα γενέθλιά της και δεν ήξεραν τι να της πάρουν. Αλλαξε γρήγορα τη φράση του σε «Ναι, θα δούμε. Θα το σκεφτώ».

Ήταν ένα όμορφο κουκλόσπιτο. Με ένα μόνον όροφο αλλά αρκετά προσεγμένο, με στέγη που άνοιγε ώστε να μπορεί κανείς να αλλάζει τη θέση των επίπλων και να κινεί τις κούκλες από δωμάτιο σε δωμάτιο. Από πλευράς κλίμακας ταίριαζε καλά με τα ανδρείκελα που είχε φέρει ο θείος Ρίτσαρντ. Η 'Ομπρεϋ ήταν πανευτυχής. Όλα τα υπόλοιπα παιχνίδια της μπήκαν σε δεύτερη μοίρα και οι περιπέτειες των Γκίζενστακς απασχολούσαν τη σκέψη της τον περισσότερο χρόνο που έμενε ξύπνια.

Χρειάστηκε να περάσει κάποιος καιρός για ν' αρχίσει ο Σαμ Γουόλτερς να παρατηρεί κάποιες περίεργες λεπτομέρειες στη ζωή των Γκίζενστακς. Στην αρχή το αντιμετώπισε μ' ένα σιωπηλό γέλιο μπροστά στις συμπτώσεις που ακολουθούσαν η μια την άλλη.
Μετά με μια έκφραση απορίας στα μάτια. Χρειάστηκε να περάσει ακόμη περισσότερος καιρός για ν' αποφασίσει να πάρει κατά μέρος τον Ρίτσαρντ. Μόλις είχαν γυρίσει και οι τέσσερις από το θέατρο.
Είπε λοιπόν ο Σαμ: «Ξέρεις, Ντικ -»
«Ναι, Σαμ».
«Αυτές τις κούκλες, Ντικ. Πού τις βρήκες;»
Τα μάτια του Ρίτσαρντ τον κοίταζαν χωρίς να καταλαβαίνουν. «Τι θέλεις να πεις, Σαμ; Σου είπα πού τις βρήκα».
«Ναι βέβαια, αλλά μιλούσες σοβαρά; Θέλω να πω μπορεί να τις αγόρασες για την 'Ομπρεϋ και να φαντάστηκες ότι θα φέρναμε αντίρρηση σ' ένα τόσο ακριβό δώρο, έτσι πιθανόν να -»
«Όχι, στο λόγο μου, δεν τις αγόρασα».
«Μα τι στην οργή, Ντικ, δεν είναι δυνατόν να έπεσαν από κάποιο παράθυρο ή να τις πέταξε κάποιος και να μην έσπασαν. Είναι από κερί. Μήπως κάποιος που περπατούσε πίσω σου ή περνούσε δίπλα μ' ένα αυτοκίνητο ή κάτι παρόμοιο -
«Δεν ήταν κανένας εκεί γύρω, Σαμ. Απολύτως κανένας. Κι εμένα μου έκανε εντύπωση. Αν έλεγα ψέματα όμως, θα 'φτιαχνα μια τόσο περίπλοκη ιστορία; Θα 'λεγα απλώς ότι τις βρήκα παρατημένες σ' ένα παγκάκι ή στο διπλανό κάθισμα του κινηματογράφου. Γιατί όμως αυτή η περιέργεια;»
«Έτσι, απλώς αναρωτιόμουνα».
Και ο Σαμ Γουόλτερς συνέχισε να αναρωτιέται.
Ήταν κάτι λεπτομέρειες εντελώς ασήμαντες. Όπως τη φορά που η 'Ομπρεϋ είχε πει:
«Ο Μπαμπάς Γκίζενστακ δεν πήγε στη δουλειά του σήμερα. Είναι στο κρεβάτι άρρωστος».
«Μπα;» έκανε ο Σαμ. «Και τι έχει αυτός ο κύριος;» «Νομίζω ότι τον πείραξε κάτι που έφαγε».
Την άλλη μέρα στο πρωινό: «Και πώς είναι σήμερα ο κ. Γκίζενστακ, 'Ομπρεϋ;»
«Λίγο καλύτερα αλλά ο γιατρός είπε να μην πάει ούτε σήμερα στη δουλειά. Ίσως αύριο».

Και την άλλη μέρα ο κ. Γκίζενστακ γύρισε στη δουλειά του. Μόνο που συνέπεσε αυτή ακριβώς τη μέρα να γυρίσει ο Σαμ Γουόλτερς στο σπίτι κάπως αδιάθετος από κάτι που είχε φαει το μεσημέρι. Ναι, έλειψε δυο μέρες από τη δουλειά του. Πρώτη φορά που έλειπε από τη δουλειά για λόγους ασθενείας, μέσα σε πολλά χρόνια.

Μερικά πράγματα έρχονταν πιο γρήγορα, άλλα πιο αργά. Δεν μπορούσες να σταθείς κάπου και να πεις «Να, αν αυτό συμβεί στους Γκίζενστακς, θα συμβεί και σε μας μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες». Αλλοτε γινόταν μέσα σε μισή ώρα και άλλοτε έπαιρνε βδομάδες.
«Η Μαμά κι ο Μπαμπάς Γκίζενστακ τσακώθηκαν σήμερα».
Ο Σαμ προσπάθησε να αποφύγει αυτό τον καβγά με την 'Ηντιθ αλλά ήταν αδύνατο. Είχε αργήσει να γυρίσει από τη δουλειά αν και δεν έφταιγε αυτός. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό, μόνο που τώρα η Ήντιθ αποφάσισε να το κάνει ζήτημα. Διάφορες μαλακές απαντήσεις απέτυχαν να καλμάρουν το θυμό της ώσπου έχασε και ο Σαμ την ψυχραιμία του.

«Ο θείος Γκίζενστακ θα πάει ταξίδι να δει κάτι φίλους του». Ο Ρίτσαρντ είχε χρόνια να φύγει από την πόλη, ξαφνικά όμως την επομένη βδομάδα του ήρθε να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη. «Ο Πητ και η Αμυ, ξέρεις, έλαβα γράμμα τους και με καλούνε -»
«Πότε;» ρώτησε σχεδόν απότομα ο Σαμ. Πότε το έλαβες αυτό το γράμμα;»
«Χτες». «Αρα την περασμένη εβδομάδα δεν - ξέρω πως η ερώτησή μου φαίνεται ανόητη, Ντικ, αλλά πες μου, την περασμένη εβδομάδα σκεφτόσουν να πας κάπου; Μήπως μίλησες με - μήπως έκανες κουβέντα για την πιθανότητα να κάνεις ένα ταξίδι;»
«Όχι, βέβαια. Μάλιστα είχα μήνες ολόκληρους να σκεφτώ τον Πητ και την Αμυ ώσπου έλαβα το γράμμα τους χθες. Θέλουν να μείνω μαζί τους μια βδομάδα».
«Σε τρεις μέρες θα είσαι πίσω - ίσως» είχε πει o Σαμ. Δεν θέλησε να εξηγήσει πώς το ήξερε ακόμη κι όταν γύρισε ο Ρίτσαρντ σε τρεις μέρες. Φαινόταν εντελώς ηλίθιο να πει πως ήξερε πόσο θα έλειπε ο Ρίτσαρντ επειδή τόσο είχε λείψει ο θείος Γκίζενστακ. Ο Σαμ Γουόλτερς άρχισε να παρακολουθεί την κόρη του και να αναρωτιέται. Εκείνη ήταν, φυσικά, που έκανε τους Γκίζενστακς να κάνουν όλα αυτά τα πράγματα. Μήπως τελικά είχε η 'Ομπρεϋ κάποια υπερφυσική διόραση που της επέτρεπε, ασυνείδητα, να προβλέπει τα πράγματα που θα συνέβαιναν στους Γουόλτερς και στον Ρίτσαρντ;

Ο Σαμ βέβαια δεν πίστευε στην πρόγνωση του μέλλοντος. Μα ήταν πρόγνωση;
«Η κυρία Γκίζενστακ θα παει για ψώνια σήμερα. Θα αγοράσει καινούριο παλτό»..
Αυτή τη φορά η ιστορία έμοιαζε σχεδόν στημένη. Η 'Ηντιθ είχε χαμογελάσει στην 'Ομπρεϋ και μετά είχε γυρίσει στον Σαμ.
«Καλά που το θυμήθηκα, Σαμ. Αύριο λεω να κατεβώ για ψώνια και έχουν εκπτώσεις στο -»
«Μα 'Ηντιθ μην ξεχνάς ότι έχουμε πόλεμο. Και δεν χρειάζεσαι παλτό».

Είχε επιμείνει με τόση μανία που τελικά είχε αργήσει στη δουλειά του. Επιμονή αδικαιολόγητη γιατί και μπορούσε άνετα να πληρώσει το παλτό και η 'Ηντιθ είχε δυο χρόνια να αγοράσει καινούριο. Δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει πως ο πραγματικός λόγος που δεν ήθελε να της το αγοράσει ήταν ότι η κυρία Γκίζεν - Δυσκολευόταν να πει τέτοια ανοησία, ακόμη και στον εαυτό του.

Η 'Ηντιθ αγόρασε το παλτό.

Περίεργο, σκέφτηκε ο Σαμ, να μην έχει παρατηρήσει κανείς άλλος αυτές τις συμπτώσεις. Ο Ρίτσαρντ όμως δεν ήταν συνεχώς στο σπίτι κι όσο για την 'Ηντιθ - εκείνη είχε την ικανότητα να ακούει την ατέλειωτη φλυαρία της 'Ομπρεϋ χωρίς να προσέχει ούτε το ένα δέκατο απ' αυτά που έλεγε.

«Η 'Ομπρεϋ Γκίζενστακ έφερε σήμερα σπίτι τον έλεγχό της, Μπαμπά. Πήρε εννιά στην αριθμητική, οκτώ στην ορθογραφία και -»
Δυο μέρες αργότερα ο Σαμ τηλεφώνησε στο διευθυντή του σχολείου. Από ένα θάλαμο βέβαια για να μην τον ακούσει κανείς άλλος.
«Κύριε Μπράντλεϋ θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση για την οποία έχω - χμ - κάπως ιδιαίτερο αλλά σημαντικό λόγο να την κάνω. Θα μπορούσε ένας μαθητής στο σχολείο σας να ξέρει από πριν τι βαθμούς...»
Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Ούτε οι δάσκαλοι δεν ήξεραν μέχρι να βγάλουν τους μέσους όρους κι αυτό γινόταν το πρωί που έγραφαν τους ελέγχους και τους έστελναν στο σπίτι. Ναι, χθες το πρωί την ώρα του διαλείμματος των παιδιών.

«Σαμ», είπε ο Ρίτσαρντ «σε βλέπω λίγο πεσμένο. Προβλήματα με τη δουλειά; Ξέρεις τα πράγματα θα πάνε καλύτερα από δω κι εμπρός, άλλωστε με τη δική σου εταιρεία δεν έχεις κανένα λόγο να ανησυχείς»,
«Δεν είναι αυτό, Ντικ. Είναι - θέλω να πω δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερο που να με ανησυχεί. Όχι ακριβώς, θέλω να πω -» Και για να γλιτώσει από την περαιτέρω ανάκριση αναγκάστηκε να εφεύρει μια δυο σκοτούρες για τον Ρίτσαρντ.

Σκεφτόταν τους Γκίζενστακς πολύ. Πάρα πολύ. Αν ήταν τουλάχιστον προληπτικός ή εύπιστος, τα πράγματα ίσως να ήταν καλύτερα. Όμως δεν ήταν. Γι' αυτό και κάθε διαδοχική σύμπτωση τον χτυπούσε πιο βαριά από την προηγούμενη.

Η 'Ηντιθ και ο αδελφός της το πρόσεξαν και το κουβέντιασαν μια φορά που δεν βρισκόταν εκεί o Σαμ

«Φέρεται πολύ περίεργα τώρα τελευταία Ντικ. Ξέρεις - ανησυχώ πραγματικά. Κάνει σαν... Νομίζεις πως θα μπορούσαμε να τον πείσουμε να δει ένα γιατρό ή -»
«Ένα ψυχίατρο; Χμ, αν μπορούσαμε, ναι. Δεν νομίζω πως θα συμφωνήσει όμως. Κάτι τον βασανίζει, 'Ηντιθ, προσπάθησα να τον ψάξω λίγο αλλά δεν θέλει να ανοιχτεί. Ξέρεις, νομίζω ότι έχει κάποια σχέση μ' αυτές τις καταραμένες κούκλες».
«Τις κούκλες; θες να πεις τις κούκλες της 'Ομπρεϋ; Αυτές που της χάρισες εσύ;»
«Ναι, τους Γκίζενστακς. Κάθεται και κοιτάζει το κουκλόσπιτο με τις ώρες. Τον άκουσα να ρωτάει το παιδί με φοβερή σοβαρότητα. Νομίζω ότι έχει κάποια ψύχωση μ' αυτές. 'Η κάποια μονομανία».
«Μα αυτό είναι φριχτό, Ντικ»
«Κοίταξε, 'Ηντιθ, η 'Ομπρεϋ δεν τους έχει πια τόση αδυναμία όπως στην αρχή και - υπάρχει κάτι που να το θέλει πάρα πολύ;»
«Να μάθει χορό. Κάνει όμως ήδη μαθήματα βιολιού και δεν νομίζω πως πρέπει -»
«Νομίζεις πως θα δεχτεί ν' ανταλλάξει τις κούκλες με μαθήματα χορού; Πιστεύω πως πρέπει να τις ξεφορτωθούμε. Και δεν θέλω να πληγωθεί η 'Ομπρεϋ γι' αυτό -»
«Εντάξει - αλλά τι θα πούμε στην 'Ομπρεϋ;»
«Πες τις ότι ξέρω μια φτωχή οικογένεια με παιδάκια που δεν έχουν καθόλου κούκλες. Νομίζω πως θα συμφωνήσει τελικά, αν το παρουσιάσεις λίγο τραγικά».
«Στον Σαμ όμως τι θα πούμε, Ντικ; Θα καταλάβει πως δεν είναι αλήθεια».
«Βρες κάποια στιγμή που δεν θα είναι η 'Ομπρεϋ μπροστά και πες του ότι κατά τη γνώμη σου είναι πολύ μεγάλη για κούκλες - ότι δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον γι' αυτές κι ότι ο γιατρός σε συμβούλεψε - ξέρεις τώρα...»

Της 'Ομπρεϋ δεν της άρεσε και πολύ η ιδέα. Βέβαια δεν είχε την ίδια αδυναμία στους Γκίζενστακς όπως στην αρχή που ήταν καινούριοι, αλλά δεν γινόταν να έχει και τις κούκλες και τα μαθήματα χορού;
«Δεν νομίζω ότι έχεις καιρό και για τα δυο, γλυκιά μου. Και μην ξεχνάς αυτά τα φτωχά παιδάκια που δεν έχουν καθόλου κούκλες και θα 'πρεπε να τα λυπάσαι».

Τελικά η 'Ομπρεϋ υποχώρησε. Όμως η σχολή χορού δεν άνοιγε παρά δέκα μέρες αργότερα και ήθελε να κρατήσει τις κούκλες ώσπου ν' αρχίσει τα μαθήματά της. Προσπάθησαν να τη μεταπείσουν αλλά σ'αυτό στάθηκε ακλόνητη.
«Εντάξει 'Ηντιθ» της είπε ο Ρίτσαρντ. «Δέκα μέρες είναι καλύτερες από το τίποτε κι άλλωστε αν δεν τις δώσει με τη θέλησή της θα γίνει φασαρία και θα το πάρει είδηση ο Σαμ. Δεν του είπες τίποτε, έτσι;»
«Όχι. Ίσως όμως να αισθανόταν καλύτερα αν ήξερε ότι εμείς -»
«Δεν νομίζω. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι τον κρατάει ή τι τον απωθεί σ' αυτές τις κούκλες. Περίμενε να γίνει το πράγμα και πέσ' του το μετά. H 'Ομπρεϋ θα τις έχει δώσει ήδη. Αλλιώς μπορεί ο Σαμ να φέρει κάποιες αντιρρήσεις ή να θέλει να τις κρατήσει. Αν τις έχουμε απομακρύνει από το σπίτι, μετά δεν θα μπορεί να κάνει τίποτε».
«Έχεις δίκιο, Ντικ. Έτσι κι αλλιώς η 'Ομπρεϋ δεν θα του πει τίποτε γιατί της είπα πως τα μαθήματα χορού θα είναι έκπληξη για τον πατέρα της κι έτσι δεν μπορεί να του μιλήσει για τις κούκλες χωρίς να προδώσει και το μυστικό της».
«Πολύ ωραία, 'Ηντιθ».

Θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ωραία αν τα ήξερε όλα ο Σαμ. Ίσως πάλι, τα πράγματα να ήταν ίδια ακόμη κι αν το 'ξερε.

Ο καημένος ο Σαμ. Πέρασε μια πολύ άσχημη στιγμή, το άλλο βράδυ. Είχε έρθει σπίτι μια συμμαθήτρια της 'Ομπρεϋ κι έπαιζαν με το κουκλόσπιτο. Ο Σαμ τις παρακολουθούσε κάνοντας τον αδιάφορο. Η Ηντιθ έπλεκε και ο Ρίτσαρντ, που μόλις είχε έρθει, διάβαζε την εφημερίδα.
Μόνον ο Σαμ πρόσεχε τα παιδιά και άκουσε την πρόταση:

«... και μετά λεω να παίξουμε την κηδεία, 'Ομπρεϋ. Θα κάνουμε πως ένας τους πεθαίνει και -»

Ο Σαμ Γουόλτερς έβγαλε μια πνιγμένη κραυγή και όρμησε προς τα παιδιά τόσο γρήγορα που κόντεψε να πέσει.
Ήταν μια δύσκολη στιγμή αλλά η 'Ηντιθ και ο Ρίτσαρντ κατάφεραν να σκεπάσουν τα πράγματα, εξωτερικά τουλάχιστον. Η 'Ηντιθ ανακάλυψε πως ήταν ώρα να φύγει η φιλενάδα της 'Ομπρεϋ και αντάλλαξε ένα βλέμμα γεμάτο σημασία με τον Ρίτσαρντ καθώς συνόδευαν το κοριτσάκι ως την πόρτα.
«Βλέπεις Ντικ -» ψιθύρισε η 'Ηντιθ.
«Ναι, κάτι συμβαίνει 'Ηντιθ. Τελικά ίσως είναι καλύτερα να ενεργήσουμε αμέσως. 'Αλλωστε αφού η 'Ομπρεϋ το αποφάσισε να τις δώσει -»

Στο λίβιγκ-ρουμ ο Σαμ ανάσαινε ακόμη με δυσκολία. Η 'Ομπρεϋ τον κοίταζε σχεδόν σαν να τον φοβόταν. Ήταν η πρώτη φορά που τον κοίταζε έτσι και o Σαμ ντράπηκε πολύ. «Με συγχωρείς, γλυκιά μου», της είπε, «θέλω όμως να μου υποσχεθείς κάτι: ότι ποτέ δεν θα παίξεις την κηδεία με τις κούκλες σου. Ούτε ότι κάποια αρρωσταίνει βαριά ή παθαίνει ατύχημα. Εντάξει, μου το υπόσχεσαι;»

«Και. βέβαια, Μπαμπά. Αλλωστε - άλλωστε τώρα θα τις φυλάξω».
'Έβαλε τη στέγη πάνω στο κουκλόσπιτο και γύρισε προς την κουζίνα.
Στο διάδρομο η 'Ηντιθ έλεγε: «Θα - θα πάρω κατα μέρος την 'Ομπρεϋ και θα το κανονίσω μαζί της. Εσύ μίλησε στον Σαμ. Πέσ' του - κοίτα, ας βγούμε έξω απόψε, ας πάμε κάπου να ξεφύγει λιγάκι απ' όλη αυτή την ιστορία. Ρώτησέ τον αν θέλει».

Ο Σαμ κοίταζε ακόμη το κουκλόσπιτο.

«Τι θα 'λεγες για λίγη διασκέδαση, Σαμ;» είπε ο Ρίτσαρντ. «Είσαι να βγούμε λίγο έξω; Τον τελευταίο καιρό μένουμε συνεχώς σπίτι. Μια έξοδος θα μας κάνει καλό».
Ο Σαμ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εντάξει Ντικ. Όπως νομίζεις. Λίγη διασκέδαση θα μου 'κανε καλό, πράγματι».
Η 'Ηντιθ ξαναγύρισε με την 'Ομπρεϋ κλείνοντας το μάτι στον αδελφό της. «Κατεβείτε εσείς οι δυο και φέρτε ένα ταξί από την πιάτσα στη γωνία. Μέχρι να το φέρετε, η 'Ομπρεϋ κι εγώ θα 'χουμε ετοιμαστεί»
Πίσω από την πλάτη του Σαμ καθώς οι δύο άνδρες έβαζαν τα παλτά τους, ο Ρίτσαρντ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην 'Ηντιθ κι εκείνη του έκανε ναι με τα μάτια.

Έξω είχε πέσει πυκνή ομίχλη, με δυσκολία έλεπες λίγα μέτρα μπροστά σου. Ο Σαμ επέμεινε να περιμένει ο Ρίτσαρντ στην πόρτα την 'Ηντιθ και την 'Ομπρεϋ καθώς εκείνος θα πήγαινε να φέρει το ταξί. Η γυναίκα και το κοριτσάκι κατέβηκαν λίγο πριν φθάσει ο Σαμ.

«Τελικά τις -» ρώτησε ο Ρίτσαρντ.
«Ναι, Ντικ. Είχα σκοπό να τις πετάξω αλλά τελικά τις έδωσα. Έτσι τις ξεφορτωθήκαμε πραγματικά. Αν τις πέταγα μπορεί να έψαχνε στα σκουπίδια και να τις έβρισκε -»
«Τις έδωσες; Σε ποιον;»

«Κοίτα να δεις μια περίεργη ιστορία, Ντικ. Μόλις άνοιξα την πόρτα είδα μια γριά γυναίκα που προχωρούσε στον πίσω διάδρομο. Δεν ξέρω από ποιο διαμέρισμα ερχόταν, αλλά πρέπει να ήταν η καθαρίστρια ή κάτι τέτοιο αν και έμοιαζε πιο πολύ με μάγισσα αλλά μόλις είδε τις κούκλες στα χέρια μου -»

«Να, έρχεται το ταξί» είπε ο Ντικ. «Και τελικά τις έδωσες σ' αυτήν;»
«Ναι, ήταν πολύ περίεργη. Μου είπε «Δικές μου; Να τις κρατήσω; Για πάντα;»
Δεν ήταν πολύ περίεργος ο τρόπος της; Εγώ γέλασα και της είπα: «Μάλιστα κυρία μου. Δικές σας για πάν -»

Σταμάτησε καθώς το θολό σχήμα του ταξί έφτανε απ' τη γωνία και ο Σαμ άνοιξε την πόρτα και φώναξε «Ελάτε παιδιά!».

Η 'Ομπρεϋ έτρεξε πρώτη να μπει και οι άλλοι την ακολούθησαν. Το ταξί έβαλε εμπρός.

Η ομίχλη είχε πυκνώσει τώρα. Δεν διέκριναν τίποτε από τα παράθυρα. Ήταν σαν ένας γκρίζος τοίχος να είχε καλύψει τα τζάμια, σαν ο κόσμος έξω να είχε χαθεί ολότελα και για πάντα. Ακόμη και το παρμπρίζ, από κει που κάθονταν έμοιαζε ένα γκρίζο κενό.

«Πώς μπορεί να οδηγεί τόσο γρήγορα;» είπε ο Ρίτσαρντ με μια αιχμή νευρικότητας στη φωνή του. «Τελικά πού πηγαίνουμε, Σαμ;»
«Βρε, στην οργή» είπε ο Σαμ. «Ξέχασα να της πω».
«Της;»
«Ναι. Γυναίκα είναι ο οδηγός. Τις χρησιμοποιούν παντού τώρα. Θα -»

Έσκυψε εμπρός, χτύπησε το διαχωριστικό τζάμι και η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του.

Η 'Ηντιθ είδε το πρόσωπό της και ούρλιαξε.