![]() |
Ενα |
Robert Bloch
A Toy for Juliette (1967) με τον Harlan Ellison
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας
H Ιουλιέττα μπήκε χαμογελώντας μέσα στην κρεβατοκάμαρά της και χίλιες δυο Ιουλιέττες της ανταπόδωσαν το χαμόγελό της μιας κι ολόκληρο το δωμάτιο, από τους τοίχους ως το ταβάνι, ήταν σκεπασμένο με καθρέφτες που αντανακλούσαν το είδωλό της.
Όπου κι αν έριχνε το βλέμμα της έβλεπε να περιβάλλεται από τις χρυσαφιές μπούκλες που στόλιζαν τα λεπτά κι ευαίσθητα χαρακτηριστικά ενός προσώπου που αποτελούσε το ακτινοβόλο αμάλγαμα παιδιού κι αγγέλου μαζί, μια αθωότητα που ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το πλούσια αναπτυγμένο και ώριμο κορμί της που διαγραφόταν ανάγλυφα κάτω από τη λεπτή σαν μεμβράνη ρόμπα που φορούσε.
Τούτη τη φορά όμως η Ιουλιέττα δεν χαμογελούσε με τον εαυτό της. Χαμογελούσε επειδή ήξερε ότι ο Παππούς ήταν πάλι πίσω και πως ένα καινούριο παιχνίδι την περίμενε κι αυτή τη φορά. Από στιγμή σε στιγμή η διαδικασία απολύμανσής του θα τελείωνε και θα το είχε επιτέλους στα χέρια της. Γι' αυτό και ήθελε να είναι έτοιμη. Η Ιουλιέττα γύρισε μισή στροφή το δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και όλοι οι καθρέφτες σκοτείνιασαν ξαφνικά. Αν το γυρνούσε λίγο ακόμη, το δωμάτιο θα σκοτείνιαζε ολότελα, ενώ μια στροφή προς την άλλη κατεύθυνση θα έκανε πάλι το χώρο να γεμίσει με χίλιες φωτεινές αντανακλάσεις. Ήταν όλα θέμα επιλογής - αυτό αποτελούσε βέβαια και το μυστικό της ζωής. Να διαλέγεις ό,τι σου δίνει ευχαρίστηση.
Τι θα ήταν όμως εκείνο που θα της έδινε τόση ευχαρίστηση απόψε;
Η Ιουλιέττα πλησίασε αργά έναν από τους καθρέφτες, στάθηκε μπροστά του και κούνησε το χέρι της. Ο καθρέφτης μετακινήθηκε από μόνος του φανερώνοντας σιγά-σιγά την κρύπτη που βρισκόταν από πίσω του, ένα άνοιγμα μέσα στο βράχο σε σχήμα φέρετρου όπου στο βάθος προεξείχαν δυο μάγκανα με τις βίδες τους ρυθμισμένες στο ύψος των ποδιών. Έμεινε για λίγο διστακτική. Αυτό το παιχνίδι δεν το είχε παίξει χρόνια τώρα. Ίσως κάποια άλλη φορά, συλλογίστηκε. Κούνησε ξανά το χέρι της και ο καθρέφτης γύρισε πάλι στη θέση του σκεπάζοντας το άνοιγμα στο βράχο.
Αρχισε να τριγυρνά μέσα στο δωμάτιο
σταματώντας μπροστά από τον κάθε καθρέφτη για να
επιθεωρήσει τα όργανα που έκρυβε από πίσω του
ανοιγοκλείνοντάς τους όλους με την ίδια εκείνη
κίνηση του χεριού της. Από 'δω ο στρεβλωτήρας, από
'κει οι λαιμαριές και τα μαστίγια ακουμπισμένα
πάνω στο σκούρο ξύλο, σε μιαν άλλη κρυψώνα η
ανατομική τράπεζα ηλικίας κάμποσων εκατοντάδων
χρόνων μαζί με τα ιδιόρρυθμα εργαλεία της,
παραδίπλα τα ηλεκτρικά ραβδιά για τα ηλεκτροσόκ
που προκαλούσαν εκείνες τις τόσο αστείες
γκριμάτσες και τους σπασμούς αγωνίας, για να μην
πούμε τίποτα για τις κραυγές. Οι κραυγές άλλωστε
δεν μετρούσαν και τόσο σε ένα καλά ηχομονωμένο
δωμάτιο.
Η Ιουλιέττα πλησίασε τον απέναντι τοίχο και
ξανακούνησε το χέρι της. Το υπάκουο κρύσταλλο
γλίστρησε προς το πλάι φανερώνοντας ένα παιχνίδι
που το είχε σχεδόν ολότελα ξεχάσει. Ήταν ένα από
τα πρώτα πράγματα που της είχε χαρίσει ο Παππούς
κι ήταν τώρα πια πάρα πολύ παλιό. Θύμιζε αρχαία
σαρκοφάγο. Αλήθεια, πώς της το είχε πει ο Παππούς;
Η Σιδηρά Νεάνις της Νυρεμβέργης, ναι έτσι το είχε
ονομάσει-με τα μυτερά ατσαλένια καρφιά
κατεβασμένα ως κάτω πίσω από το καπάκι. Εκεί μέσα
έδενες κάποιον άντρα και κατόπιν γύριζες
αργά-αργά τη μικρή μανιβέλα που κατέβαζε το
καπάκι και τότε τα καρφιά άρχιζαν να τρυπούν σιγά
σιγά τους καρπούς και τους αγκώνες, τους
αστραγάλους και τα γόνατα, τους βουβώνες και τα
μάτια αυτού που βρισκόταν κλειδωμένος μέσα.
Έπρεπε όμως να το κάνεις πολύ προσεκτικά, αλλιώς,
αν γυρνούσες γρήγορα τη μανιβέλα, το παιχνίδι
τελείωνε γρήγορα.
Ο Παππούς της είχε δείξει κάποτε πώς δουλεύει
και η φορά εκείνη ήταν η πρώτη που της έφερνε ένα
παιχνίδι πραγματικά ζωντανό. Αλλωστε ο
Παππούς ήταν αυτός που της είχε δείξει τα πάντα.
'Ο,τι ήξερε το χρώσταγε στον Παππού - ήταν τόσο, μα
τόσο σοφός. Ακόμα και το όνομά της, αυτός της το
είχε διαλέξει - Ιουλιέττα - παρμένο μέσα από
κάποιο παλιό βιβλίο από την εποχή εκείνη που τα
βιβλία τα τύπωναν ακόμη σε χαρτί. Κάπου, κάποτε,
είχε ανακαλύψει κάποια βιβλία του φιλόσοφου ντε
Σαντ. Τα βιβλία αυτά ο Παππούς τα είχε φέρει από
το Παρελθόν, όπως άλλωστε και τα παιχνίδια της. Ο
Παππούς ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση στο
Παρελθόν γιατί είχε δικό του τον Ταξιδευτή.
Ο Ταξιδευτής ήταν ένας εξαιρετικά ιδιοφυής
μηχανισμός που κατάφερνε να πιάσει παλμικές
συχνότητες που του επέτρεπαν να απελευθερώνεται
από τα δεσμά του χρόνου. Όταν βρισκόταν εκτός
λειτουργίας ήταν απλώς σαν ένα μεγάλο τετράγωνο
κουτί στο μέγεθος ενός μικρού δωματίου. Όταν όμως
έμπαινε μέσα o Παππούς και καθισμένος μπροστά στο
χειριστήριο το έβαζε να λειτουργήσει, αυτό
άρχιζε να πάλλεται και σιγά-σιγά εξαφανιζόταν
από μπροστά σου. Ο Παππούς έλεγε πως στην
πραγματικότητα δεν μετακινιόταν καθόλου - το
περίβλημα τουλάχιστον της συσκευής παρέμενε σε
σταθερές χωροχρονικές συντεταγμένες - το
οτιδήποτε όμως, ή ο οποιοσδήποτε βρισκόταν στο
εσωτερικό αυτής της συσκευής, μπορούσε να
μετακινηθεί ελεύθερα στο Παρελθόν, σε όποιο
χωρόχρονο είχες προγραμματίσει με τα κουμπιά του
χειριστηρίου. Πάντως, όταν θα έφθανες εκεί θα
ήσουν τελείως αόρατος, πράγμα ιδιαίτερα
πλεονεκτικό, ειδικά όταν σκοπός σου ήταν να
ψάξεις να βρεις κάτι και μετά να το φέρεις πίσω. Ο
Παππούς είχε φέρει μερικά πολύ ενδιαφέροντα
πράματα από τόπους σχεδόν μυθικούς - από τη
μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, την Πυραμίδα
του Χέοπα, το Κρεμλίνο, το Βατικανό, το Φορτ
Νοξ-από όλες τις αποθήκες θησαυρών και γνώσης που
είχαν κάποτε υπάρξει, χιλιάδες χρόνια πριν. Του
άρεσε ιδιαίτερα εκείνο το κομμάτι του
Παρελθόντος, η περίοδος πριν από τους
θερμοπυρηνικούς πολέμους και τη ρομποτική εποχή.
Του άρεσε να πηγαίνει εκεί και να μαζεύει
πράγματα. Βέβαια τα βιβλία, τα κοσμήματα και τα
μέταλλα δεν είχαν πια καμιά αξία, ίσως να είχαν
κάποια για τους αντικέρ, ο Παππούς όμως ήταν πολύ
ρομαντικός και κυριολεκτικά λάτρευε τις παλιές
εκείνες εποχές.
Έμοιαζε παράξενο, κάποιος σαν κι αυτόν να έχει
ένα τόσο αλλόκοτο πράγμα σαν τον Ταξιδευτή, όμως
για να πούμε όλη την αλήθεια, δεν ήταν αυτός που
τον είχε κατασκευάσει. Για την ακρίβεια, αυτός
που τον είχε φτιάξει ήταν ο πατέρας της
Ιουλιέττας κι όταν κάποια μέρα αυτός πέθανε, ήρθε
στα χέρια του Παππού. Παρ' όλα αυτά, η Ιουλιέττα
είχε πάντα την υποψία ότι ο Παππούς είχε σκοτώσει
τους γονείς της όταν εκείνη ήταν ακόμα μωρό. Όλα
αυτά δεν ήταν παρά μονάχα υποψίες αφού δεν
μπορούσε να αποδείξει ποτέ κάτι τέτοιο. Όχι πως
είχε και καμιά ιδιαίτερη σημασία - o Παππούς ήταν
πάντα τόσο καλός μαζί της κι εξάλλου όπου να 'ταν
θα πέθαινε κι αυτός κι έτσι θα έπαιρνε αυτή τότε
τον Ταξιδευτή.
Τους άρεσε να αστειεύονται συχνά με αυτό.
«Σε έχω κάνει ένα σωστό τέρας», έλεγε αυτός. «Και
κάποια μέρα θα με εξολοθρεύσεις. Και βέβαια μετά
από αυτό θα εξολοθρεύσεις τον κόσμο ολόκληρο - ή
ό,τι τέλος πάντων έχει απομείνει από δαύτον».
«Και δεν... φοβάσαι;» τον ρωτούσε αυτή πειρακτικά.
«Όχι βέβαια. Αυτό είναι άλλωστε το όνειρό μου-η
καταστροφή των πάντων. Το τέλος όλης αυτής της
στείρας παρακμής. Μπορείς να συνειδητοποιήσεις
ότι κάποτε πάνω σε τούτο τον πλανήτη υπήρχαν πάνω
από τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι; Και ότι τώρα
δεν είναι ούτε τρεις χιλιάδες; Ούτε τρεις
χιλιάδες, που ζουν κλεισμένοι μέσα σε τούτους εδώ
τους θόλους, δέσμιοι του εαυτού τους, ανήμποροι
να δραπετεύσουν, απομονωμένοι εδώ μέσα μέχρι το
τέλος της ζωής τους, πληρώνοντας επ' άπειρον τις
αμαρτίες των γονιών τους που κατάφεραν να
δηλητηριάσουν όχι μόνο τον τόπο απ' έξω, αλλά κι
αυτό ακόμη το διάστημα που τους περιβάλλει, στις
εγωιστικές τους προσπάθειες να ανακατευτούν με
την ατομική τάξη του σύμπαντος. Στην ουσία η
ανθρωπότητα έχει ήδη ξεκληριστεί - εσύ απλά θα
επισπεύσεις το φινάλε της».
«Δεν θα μπορούσαμε όμως να πάμε όλοι μαζί πίσω σε
κάποια άλλη εποχή με τον Ταξιδευτή;» ρώτησε τότε
εκείνη.
«Σε ποιο χρόνο να πάμε πίσω; Η χρονική ροή
είναι αμετάβλητη - το ένα γεγονός γεννά με
μαθηματική ακρίβεια το άλλο, είναι όλα τους
κρίκοι σε μια αλυσίδα που μας δένει αδιάρρηκτα με
το παρόν και που η άκρη της οδηγεί αναπόφευκτα
στην καταστροφή. Ναι, σίγουρα θα πετυχαίναμε την
προσωρινή ατομική μας επιβίωση, αλλά κι αυτό
ακόμη θα αποδεικνυόταν τελικά άσκοπο. Αλλωστε
κανείς από εμάς δεν είναι ικανός να επιβιώσει
οργανικά σε ένα περιβάλλον περισσότερο
πρωτόγονο από το σημερινό. Ας μείνουμε λοιπόν
καλύτερα εδώ που είμαστε κι ας προσπαθήσουμε να
βρούμε την όποια ευχαρίστηση μπορεί ο καθένας
εδώ, στο παρόν. Εγώ, αντλώ τη δικιά μου από το να
είμαι ο μοναδικός που χρησιμοποιεί τον
Ταξιδευτή. Όσο για τη δική σου, Ιουλιέττα...»
Ο Παππούς ξέσπασε σε γέλια. Και οι δυο τους ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, αφού και οι δυο τους γνώριζαν ποια ήταν η δικιά της ευχαρίστηση.
Η Ιουλιέττα είχε χαλάσει το πρώτο της παιχνίδι όταν ήταν έντεκα χρόνων - ένα μικρό αγοράκι. Ο Παππούς της το είχε φέρει μέσα από τα βάθη του Παρελθόντος σαν κάτι το ξεχωριστό. Είχε σκεφτεί πως θα ήταν ένα καλό δώρο για να εξερευνήσει η μικρή Ιουλιέττα τις χαρές του ερωτικού παιχνιδιού. Όμως αυτό δεν ήθελε να συνεργαστεί, κι έτσι αυτή γρήγορα εκνευρίστηκε και το τσάκισε με ένα σιδερένιο σωλήνα. Τότε ο Παππούς αποφάσισε να της φέρει κάτι πιο μεγάλο και με σκούρο δέρμα. Αυτό έδειξε να συνεργάζεται περίφημα, όμως στο τέλος η μικρή το βαρέθηκε, κι ένα βράδυ που αυτό κοιμόταν στο κρεβάτι της το έδεσε γύρω-γύρω κι άρπαξε ένα μαχαίρι. Καθώς η Ιουλιέττα πειραματιζόταν πριν αυτό ξεψυχήσει, ανακάλυψε κάποιες άλλες κρυφές απολαύσεις, κάτι που όμως ο Παππούς το κατάλαβε αμέσως. Τότε ήταν που τη βάφτισε «Ιουλιέττα», και απ' ό,τι φάνηκε, δεν είχε καμιά αντίρρηση - το αντίθετο μάλιστα - για τα καμώματα της μικρής Ιουλιέττας. Έτσι άρχισε λοιπόν να της φέρνει τακτικά διάφορα παιχνίδια που η μικρή τα έκρυβε πίσω από τους καθρέφτες της κρεβατοκάμαράς της. Και μετά από κάθε του εξόρμησή στο Παρελθόν όλο και κάποιο καινούριο παιχνίδι θα είχε για τη μικρή του Ιουλιέττα.
Αόρατος καθώς ήταν, μπορούσε να της τα βρει σχεδόν οπουδήποτε στα ταξίδια του - το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να στρέψει καταπάνω τους τον αναισθητοποιητή του και μετά να τα μαζεύει στο γυρισμό του. Βέβαια το κάθε παιχνίδι έπρεπε να υποβληθεί σε προσεκτική απολύμανση πριν μπει στο Παρόν, καθότι το Παρελθόν κυριολεκτικά έβριθε από παράξενους μικροοργανισμούς. Από τη στιγμή που τα παιχνίδια είχαν απολυμανθεί κανονικά, έφταναν στα χέρια της Ιουλιέττας για να τα χαρεί, κάτι που γινόταν με τακτικό ρυθμό τα τελευταία επτά χρόνια.
'Ηταν τόσο γλυκιά αυτή η προσμονή, οι στιγμές εκείνες πριν να φτάσει το καινούριο παιχνίδι. Πώς να είναι αυτή τη φορά; Ο Παππούς ήταν πάντα τόσο διακριτικός και λάβαινε κάθε φορά υπόψrη του τα παιχνίδια που έφερνε στην εγγονή του να μιλάνε ή τουλάχιστον να καταλαβαίνουν Αγγλικά-ή «Εγγλέζικα» όπως τα έλεγαν στο Παρελθόν. Η λεκτική επικοινωνία ήταν συχνά απαραίτητη, ειδικά όταν η Ιουλιέττα επιθυμούσε να ακολουθήσει τις ηθικές προσταγές του φιλόσοφου ντε Σαντ και να απολαύσει κάποια μορφή ερωτικής σχέσης πριν να προχωρήσει σε άλλες ζωηρότερες και πιο μανιασμένες αισθησιακές απολαύσεις.
Παρ' όλα αυτά υπήρχαν και οι στιγμές που θα έπρεπε να μαντέψει. Πώς θα ήταν άραγε αυτό το καινούριο παιχνίδι; Μικρό ή μεγάλο; Αγριο ή ήμερο; Αρσενικό ή θηλυκό; Τα είχε δοκιμάσει όλα και σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς. Μερικές φορές τα κρατούσε ζωντανά για πολλές μέρες προτού τα βαρεθεί τελείως - ή πριν αυτά εκπνεύσουν από μόνα τους εξαιτίας της αβρής μεταχείρισης που δέχονταν. Κάποιες άλλες φορές επιθυμούσε να συμβεί αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα - κι απόψε γνώριζε καλά ότι δεν θα ικανοποιούταν παρά μονάχα αν πραγματοποιούσε τα πλέον άμεσα κι αρχέγονα ένστικτά της.
Μόλις η Ιουλιέττα συνειδητοποίησε τι ακριβώς
ήθελε, σταμάτησε να ασχολείται με τους καθρέφτες
και τα παιχνίδια που έκρυβε ο καθένας από αυτούς
και πήγε κατευθείαν στο μεγάλο κρεβάτι. Τράβηξε
τα σκεπάσματα κι άρχισε να ψαχουλεύει κάτω από το
μαξιλάρι μέχρι που τα χέρια της το ανακάλυψαν.
Ναι, βρισκόταν ακόμα εκεί - το μεγάλο μαχαίρι με
τη μακριά, κακόβουλη λεπίδα. Ηξερε τι θα έκανε: θα
έπαιρνε το παιχνίδι μαζί της στο κρεβάτι και
μετά, την κατάλληλη ακριβώς στιγμή, θα συνδύαζε
τις απολαύσεις της. Να μπορούσε μονάχα να
συντονίσει το χτύπημα με το μαχαίρι...
Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της, ένα ρίγος
αδημονίας που γρήγορα έγινε ρίγος ανυπομονησίας.
Τι είδους παιχνίδι θα ήταν τώρα αυτό; Από το νου της πέρασε o μειλίχιος αλλά και ελαφρά αδιάφορος εκείνος Αγγλος διπλωμάτης - ο Μπέντζαμιν Μπάθαρστ, από την εποχή των Ναπολεόντιων Πολέμων, όπως έλεγε ο Παππούς. Είχε φανεί βέβαια αδιάφορος κι ευγενικός στην αρχή, όμως η Ιουλιέττα κατάφερε γρήγορα να τον σαγηνέψει με τα σωματικά της χαρίσματα και να τον οδηγήσει στο κρεβάτι της. Κατόπιν εμφανίστηκε εκείνη η Αμερικανίδα πιλότος, από το Παρελθόν κι αυτή, όχι όμως τόσο παλιά όσο ο προηγούμενος, και λίγο αργότερα - αλλά αυτό συνέβηκε μονάχα μια φορά σαν κάτι το εξαιρετικά σπέσιαλ, ολόκληρο το πλήρωμα ενός ιστιοφόρου με το όνομα «Μαρί Σελέστ». Αυτοί κράτησαν βδομάδες και βδομάδες!
Το παράξενο είναι πως αργότερα έτυχε να διαβάσει για μερικά από τα παιχνίδια της στα βιβλία. Γιατί όταν ο Παππούς τα πλησίαζε και τα ακινητοποιούσε με τον αναισθητοποιητή του και στη συνέχεια τα έστελνε στο Μέλλον, αυτά εξαφανίζονταν δια παντός από το Παρελθόν και αν τύχαινε να είναι κάποια σημαίνοντα κατά κάποιο τρόπο πρόσωπα για την εποχή τους, η εξαφάνισή τους κάπου σημειωνόταν. Κι έτσι λοιπόν μερικά από τα βιβλία που είχε ο Παππούς αναφέρονταν σε αυτές τις «μυστηριώδεις εξαφανίσεις» που ποτέ δεν μπόρεσαν να εξηγηθούν ικανοποιητικά. Κάτι τέτοια η μικρή Ιουλιέττα τα έβρισκε πάρα πολύ όμορφα!
Η Ιουλιέττα τακτοποίησε προσεκτικά το μαξιλάρι κρύβοντας από κάτω το μαχαίρι. Αρχισε να γίνεται εξαιρετικά ανυπόμονη. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Τι να έφταιγε άραγε γι' αυτή την καθυστέρηση;
Πίεσε τον εαυτό της να πλησιάσει τον αεραγωγό και πάτησε το κουμπί του ψεκαστήρα ενώ συγχρόνως άφηνε να πέσει η ρόμπα από πάνω της καθώς το αρωματισμένο σύννεφο μπανιάριζε το κορμί της. Αυτό αποτελούσε το οριστικό δέλεαρ - όμως γιατί δεν ερχόταν το παιχνίδι της;
Ξαφνικά ακούστηκε από τα μεγάφωνα η φωνή του
Παππού. «Σου στέλνω μια μικρή έκπληξη, καλή μου».
Πάντα αυτό έλεγε - ήταν κι αυτό μέρος του
παιχνιδιού.
Η Ιουλιέττα πάτησε το κουμπί ενδοεπικοινωνίας.
«Ασε τα πειράγματα», τον παρακάλεσε. «Πες μου, πώς
είναι;»
«Αγγλος. Από τα τέλη της Βικτοριανής Περιόδου.
Πολύ καθώς πρέπει και μάλλον σεμνότυφος, απ' ό,τι
δείχνει».
"Νέος; Όμορφος;»
«Υποφερτός». Ο Παππούς άφησε ένα συγκρατημένο
γέλιο. Σε προδίδουν τα γούστα σου, χρυσή μου».
«Ποιος είναι; Μήπως κανένας από τα βιβλία;»
«Δεν ξέρω πώς τον λένε. Δεν βρήκαμε κανένα
στοιχείο ταυτότητας επάνω του όταν τον
απολυμαίναμε. Από το ντύσιμό του όμως, καθώς κι
από τους τρόπους του, αλλά κι από μια μικρή μαύρη
τσάντα που κουβαλούσε μαζί του όταν τον βρήκα τα
ξημερώματα, θα έλεγα πως πρόκειται μάλλον για
κάποιον γιατρό που γυρνούσε σπίτι του μετά από
κάτι επείγον».
Η Ιουλιέττα είχε ξανακούσει για τους «γιατρούς»,
από τα βιβλία της βέβαια, όπως επίσης ήξερε και τι
θα πει «Βικτοριανή Εποχή». Κατά κάποιο τρόπο ο
συνδυασμός αυτών των δύο της φάνηκε υπέροχος.
«Σεμνότυφος και καθώς πρέπει;» κι έσκασε στα
γέλια. «Πολύ φοβάμαι λοιπόν πως θα πρέπει να
υποστεί κάποιο σοκ».
Ο Παππούς γέλασε. «Κάτι έχεις βάλει εσύ στο μυαλό
σου, απ' ό,τι κατάλαβα».
«Ναι, έτσι είναι».
«Μπορώ να παρακολουθήσω;»
«Αχ όχι, σε παρακαλώ - Όχι αυτή τη φορά».
«Πολύ καλά, λοιπόν».
«Μη θυμώνεις αγάπη μου. Σε λατρεύω».
Η Ιουλιέττα έκλεισε το σύστημα ενδοεπικοινωνίας. Πάνω στην ώρα, γιατί τη στιγμή εκείνη άνοιγε η πόρτα και έμπαινε μέσα το παιχνίδι.
Κάρφωσε πάνω του τα μάτια της και κατάλαβε αμέσως ότι ο Παππούς έλεγε αλήθεια. Το παιχνίδι ήταν αρσενικό, γύρω στα τριάντα, ελκυστικό και κάθε άλλο παρά όμορφο. Και πώς άλλωστε να ήταν με εκείνο το μαυριδερό ρούχο που φορούσε κι εκείνες τις γελοίες φαβορίτες στα μάγουλα του. Υπήρχε κάτι το υπερβολικά εκλεπτυσμένο επάνω του, κάτι στους τρόπους του και το παρουσιαστικό του, κάτι που έφτανε στα όρια του προσβλητικού και του ακραίου. Και φυσικά μόλις αυτό αντίκρισε την Ιουλιέττα, και μπροστά στη θέα του γυμνού της κορμιού που ελάχιστα σκέπαζε η διάφανη ρόμπα της και στο κρεβάτι το περιτριγυρισμένο από τους καθρέφτες, άρχισε να κοκκινίζει. Με αυτήν του την αντίδραση είχε κιόλας κερδίσει την Ιουλιέττα. Ένας σεμνότυφος Βικτοριανός με σωματική διάπλαση ταύρου και το κυριότερο, να μην ξέρει πως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μέσα στο σφαγείο!
Ήταν τόσο διασκεδαστικό που δεν μπορούσε να
κρατηθεί άλλο. Όρμησε προς το μέρος του και
τύλιξε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του.
«Ποια-ποια είσαι; Πού βρίσκομαι;»
Οι γνωστές ερωτήσεις, ειπωμένες με το γνωστό πια τρόπο. Κάτω από άλλες συνθήκες η Ιουλιέττα θα διασκέδαζε αφάνταστα δίνοντας απαντήσεις σχεδιασμένες να τυραννήσουν και να ερεθίσουν την περιέργεια του θύματός της. Όμως απόψε ένιωθε μια ακατανίκητη επιτακτικότητα που έγινε ακόμα πιο ισχυρή καθώς αγκάλιαζε το παιχνίδι και το έσπρωχνε προς το άδειο κρεβάτι. Το παιχνίδι άρχισε να ανασαίνει βαριά δείχνοντας έτσι ότι ανταποκρινόταν στις ενέργειές της. Βρισκόταν όμως ακόμα σε πλήρη αμηχανία. «Πες μου - δεν καταλαβαίνω. Είμαι ζωντανός; 'Η μήπως βρίσκομαι στον παράδεισο;»
Η ρόμπα της Ιουλιέττας γλίστρησε από πάνω της καθώς ξάπλωνε μαζί του στο κρεβάτι. «Είσαι ζωντανός, αγάπη μου», μουρμούρισε. «Παραείσαι μάλιστα». Έβαλε τα γέλια καθώς βάλθηκε να του αποδείξει τη δήλωσή της. «Αλλά πολύ πιο κοντά στον παράδεισο από όσο νομίζεις». Και για να του αποδείξει κι αυτή τη δήλωση γλίστρησε το χέρι της κάτω από το μαξιλάρι για να πιάσει το μαχαίρι που περίμενε εκεί. ,
Όμως το μαχαίρι δεν βρισκόταν πια εκεί μέσα. Κατά ένα μυστήριο τρόπο βρισκόταν κιόλας στα χέρια του παιχνιδιού.
Και όσο για το παιχνίδι, αυτό δεν ήταν καθόλου πια καθώς πρέπει και σεμνότυφο. Το πρόσωπό του θύμιζε σκηνή από κάποιο φευγαλέο και φρικτό εφιάλτη. Μια εικόνα φευγαλέα, μια θολή αστραπιαία λάμψη της λεπίδας πριν χτυπήσει ξανά και ξανά...
Βέβαια το δωμάτιο ήταν ηχομονωμένο κι όσο για το χρόνο, αυτός ήταν απεριόριστος. Πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι να ανακαλύψουν ό,τι είχε πια απομείνει από το σώμα της Ιουλιέττας.
Πίσω στο Λονδίνο τώρα: Μετά την ανακάλυψη ενός ακόμη κατακρεουργημένου πτώματος τις πρώτες πρωινές ώρες, η αστυνομία δεν κατάφερε ποτέ να βρει τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη...