![]() |
Ο |
Roger
Zelazny
The Naked Matador (1981)
Μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου
Ενώ κρυβόμουν -στην πραγματικότητα περίμενα- στο Κη Γουέστ, σκέφτηκα ένα διήγημα που είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο: Τους «Φονιάδες» του Χεμινγουέη. Η εμφάνιση του εστιατορίου δεν άλλαξε καθόλου τα αισθήματά μου. Όλα τα καθίσματα στον πάγκο ήταν πιασμένα, εκτός από δύο, δεξιά και αριστερά από τη γυναίκα που καθόταν στη μέση. Κάθισα δεξιά της.
«Είναι πιασμένη αυτή η θέση;» τη ρώτησα.
«Όχι», είπε εκείνη, και εγώ κάθισα.
Φορούσε ένα μπεζ αδιάβροχο, ένα μπλε και κόκκινο
μαντίλι που σκέπαζε εντελώς τα μαλλιά της, και
μεγάλα, μαύρα γυαλιά. Ήταν συννεφιασμένη μέρα.
«Τι είναι η σούπα;» τη ρώτησα.
«Μύδια».
Παράγγειλα μια μερίδα και ένα κλαμπ σάντουιτς.
Ήπιε πολλά φλιτζάνια καφέ. Κοίταξε το ρολόι της.
Γύρισε προς το μέρος μου.
«Κάνεις διακοπές;» ρώτησε.
«Κάτι τέτοιο», είπα. «Μένεις εδώ κοντά;»
«Όχι πολύ μακριά». Χαμογέλασε.
«Σε πάω με το αυτοκίνητο».
«Σύμφωνοι».
Πληρώσαμε τους λογαριασμούς μας. Ήταν κοντή.
Περίπου ένα πενήντα πέντε, πενήντα έξι. Δεν
έβλεπα μεγάλο κομμάτι της, εκτός από τα πόδια της,
που ήταν ωραία.
Βγήκαμε έξω και στρίψαμε αριστερά. Προχώρησε
προς ένα μικρό άσπρο αυτοκίνητο.Πάλι μύριζε
θάλασσα.
Μπήκαμε μέσα και άρχισε να οδηγεί. Δεν με ρώτησε
πού έμενα. Ξανακοίταξε το ρολόι της.
«Έχω καύλες», είπε τότε. «Σ' ενδιαφέρει;»
Είχα πολύ καιρό, έτσι που κρυβόμουν. Ένευσα
καταφατικά, ενώ κοιτούσε προς το μέρος μου.
«Ναι», είπα. «Σε βρίσκω αρκετά καλή».
Οδήγησε λίγο ακόμα, ύστερα έστριψε σε ένα δρόμο
προς την παραλία. Ήταν ένα έρημο μέρος. Τα κύματα
ήταν σκούρα και ψηλά, με άσπρες κορυφές.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο.
«Εδώ;» είπα.
Ξεκούμπωσε το αδιάβροχό της και άνοιξε μια
σταυρωτή φούστα. Δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Την
άφησε πίσω και με καβάλησε. «Τα υπόλοιπα θα τα
κάνεις εσύ», είπε.
Χαμογέλασα και έκανα να πιάσω τα γυαλιά της.
Απομάκρυνε απότομα το χέρι μου.
«Κάτω από το λαιμό», είπε. «Περιορίσου κάτω από το
λαιμό».
«Εντάξει. Με συγχωρείς», είπα, ψάχνοντας το πίσω
μέρος της μπλούζας της για κάποιο κούμπωμα.
«Είσαι περίεργο τραίνο».
Βγήκα και σηκώθηκα και μπήκα πολύ γρήγορα. Αυτή
έκανε την περισσότερη δουλειά, χωρίς να αλλάξει η
έκφρασή της, εκτός λίγο πριν το τέλος, που
χαμογέλασε και έριξε το κεφάλι της πίσω. Τότε ένα
περίεργο, παγωμένο αίσθημα διέτρεξε τη
ραχοκοκαλιά μου, και απέφυγα το προσωπό της,
κοιτώντας το υπόλοιπο κορμί που ήταν επάνω μου
και σπαρταρούσε.
Όταν άδειασα εγώ και γέμισε αυτή, ξεκαβάλησε και
ξανακούμπωσε το αδιάβροχο, αδιαφορώντας για τη
φούστα.
«Ωραία», είπε, ζουλώντας τον δεξί μου δικέφαλο μυ.
«Είχα αρχίσει να συσσωρεύω ένταση».
«Κι εγώ το ίδιο», είπα κουμπώνοντας καθώς εκείνη
έβαζε μπρος τη μηχανή. «Έχεις πολύ ωραίο σώμα».
«Το ξέρω».
Βγήκε στο δρόμο και πήγε προς τα πίσω.
«Πού μένεις;»
«Στο ξενοδοχείο Σάουθερνμοστ».
«Σύμφωνοι».
Καθώς προχωρούσαμε, αναρωτήθηκα γιατί ένα
κορίτσι σαν αυτό δεν είχε μόνιμο άντρα. Σκέφτηκα
ότι μπορεί να ήταν καινούρια στην πόλη. Σκέφτηκα
επίσης ότι θα ήταν καλά να την ξανάβλεπα. Κρίμα
που έφευγα τη νύχτα.
Καθώς φτάναμε στο δρόμο μου, είδα ένα μπλε
αυτοκίνητο με έναν άνθρωπο που ήξερα μέσα,
παρκαρισμένο μπροστά στο ξενοδοχείο μου. Κάθισα
χαμηλά στη θέση μου.
«Προχώρα», της είπα. «Μη σταματάς».
«Τι τρέχει;»
«Με βρήκαν», είπα. «Συνέχισε να οδηγείς».
«Ο μόνος άνθρωπος που είδα ήταν ένας μέσα στο
μπλε Φιούρυ. Αυτός είναι;»
«Ναι. Δεν κοίταζε προς τα εδώ. Δεν νομίζω να με
είδε».
«Κοιτάζει προς το ξενοδοχείο».
«Ωραία».
Έστριψε στη γωνία.
«Και τώρα;» είπε.
«Δεν ξέρω».
Κοίταξε το ρολόι της.
«Πρέπει να πάω σπίτι», είπε. «Θα σε πάρω μαζί μου».
«Πολύ θα το εκτιμούσα».
Έμεινα κρυμμένος, οπότε δεν έβλεπα ακριβώς προς
τα πού πήγαινε. Όταν τελικά σταμάτησε και έσβησε
τη μηχανή και σηκώθηκα, είδα ότι βρισκόμουν δίπλα
σε ένα μικρό σπιτάκι.
«Προχώρα».
Βγήκα από το αυτοκίνητο και μπήκα στο σπίτι
μετά από αυτήν. Μπήκαμε σε ένα μικρό, απλό σαλόνι
με μια κουζινίτσα στην αριστερή του πλευρά.
Κατευθύνθηκε προς μια κλειστή πόρτα στο βάθος.
«Υπάρχει ουίσκι στο ντουλάπι», είπε δείχνοντας.
«Κρασί στον πάγκο της κουζίνας και μπύρες και
σόδες στο ψυγείο. Πιες κάτι αν θες. Θα γυρίσω σε
λίγο».
Ανοιξα την πόρτα. Είδα ότι ήταν το μπάνιο. Μπήκε
κι έκλεισε την πόρτα. Λίγα λεπτά αργότερα, άκουσα
νερό να τρέχει. Διέσχισα το δωμάτιο και άνοιξα το
ντουλάπι. Ήμουνα νευρικός.
Ευχόμουν να μην είχα κόψει το τσιγάρο. Ξανάκλεισα
το ντουλάπι. Το δυνατό αλκοόλ μπορεί να
επιβράδυνε τις αντιδράσεις μου αν τύχαινε κάτι.
Αλλωστε, προτιμούσα κάτι δροσιστικό. Πήγα στην
κουζίνα και άνοιξα μια μπύρα. Περπάτησα λίγο
κρατώντας το μπουκάλι και τελικά βολεύτηκα στον
πράσινο καναπέ δίπλα σε μια πρόχειρα διπλωμένη
κουβέρτα. Το νερό έτρεχε ακόμα.
Σκέφτηκα τι θα 'πρεπε να κάνω. Αρχισε να βρέχει
ελαφρά. Τέλειωσα την μπύρα και πήρα μια άλλη.
Κοίταξα έξω από όλα τα παράθυρα, ακόμα και απ'
αυτά της κρεβατοκάμαρας στο αριστερό πίσω μέρος,
αλλά δεν φαινόταν ψυχή. Μετά από λίγο, ήθελα να
πάω στην τουαλέτα, αλλά ήταν ακόμα μέσα εκείνη.
Αναρωτήθηκα τι έκανε τόση ώρα.
Όταν βγήκε τελικά, φορούσε μια γαλάζια ρόμπα
από μπουρνούζι που σταματούσε στη μέση του μηρού.
Τα μαλλιά της ήταν τυλιγμένα σε μιαν άσπρη
πετσέτα. Φορούσε ακόμα τα σκούρα γυαλιά της.
Αναψε το ραδιόφωνο στην κουζίνα, βρήκε ένα σταθμό
με μουσική, γύρισε μ' ένα ποτήρι κρασί και κάθισε
στον καναπέ. «Λοιπόν», είπε. «Τι θέλεις να
κάνεις;»
«Φεύγω απόψε», είπα.
«Πότε;»
"Κατά τις δύο».
«Πώς;»
«Με ψαρόβαρκα που πάει νότια».
«Μπορείς να μείνεις εδώ μέχρι τότε. Θα σε πάω εγώ
στην προβλήτα».
«Δεν είναι τόσο απλό», είπα. «Πρέπει να γυρίσω στο
ξενοδοχείο μου».
«Γιατί είναι απαραίτητο;» ,
«Κάτι χαρτιά. Σε έναν μεγάλο καφέ φάκελο. Στον
πάτο της βαλίτσας μου».
«Μπορεί να τα έχουν πάρει κιόλας».
«Μπορεί».
«Είναι πολύ σημαντικό;»
«Ναι».
«Δώσε μου το κλειδί του δωματίου. Θα τα φέρω για
σένα».
«Δεν σου ζήτησα να το κάνεις».
«Θα τα φέρω. Εσύ μείνε εδώ. Δώσ' μου το κλειδί».
Το ψάρεψα απ' την τσέπη μου και της το 'δωσα.
Γύρισε πίσω στο υπνοδωμάτιο. Πήγα στην κουζίνα
και έβαλα να γίνεται μια κανάτα καφέ. Λίγο
αργότερα, βγήκε φορώντας μαύρη φούστα, κόκκινη
μπλούζα και κόκκινο μαντίλι. Μπότες. Φόρεσε το
αδιάβροχό της και κινήθηκε προς την πόρτα. Πήγα
κοντά και την φίλησα, και αυτή γέλασε και βγήκε με
τη βροχή. Ακουσα την πόρτα του αυτοκινήτου να
κλείνει και τη μηχανή να ανάβει. Δεν αισθανόμουν
καλά που πήγαινε, αλλά ήθελα τα χαρτιά.
Πήγα πίσω στο μπάνιο. Ο πάγκος ήταν σκεπασμένος
από ένα μεγάλο αριθμό από βάζα χωρίς ετικέτες.
Μερικά απ' αυτά ήταν ανοιχτά. Αρκετά είχαν πολύ
περίεργες μυρωδιές που δεν μπορούσα να
προσδιορίσω, μερικά μάλιστα θύμιζαν αόριστα
ναρκωτικό. Υπήρχε επίσης μια λυχνία Μπούνσεν,
λαβίδες, δοκιμαστικοί σωλήνες και αρκετά δοχεία -
όλα πρόσφατα ξεπλυμένα.
Δεν ήμουν σίγουρος τι θα έκανα αν κάποιος την
ακολουθούσε μέχρις εδώ. Αισθανόμουν σαν γυμνός
ματαντόρ χωρίς σπαθί. Με κυνηγούσαν πολύ καιρό,
και την είχα γλιτώσει φτηνά πολλές φορές. Δεν
είχα όπλο, Τώρα τελευταία είχα περάσει από
πολλούς ελέγχους αεροδρομίων και δεν είχα βρει
καιρό να προμηθευτώ ένα από κάποιο τοπικό μαγαζί.
Αν τα κατάφερνα να φτάσω μέχρι τη βάρκα, όλα θα
πήγαιναν καλά.
Πήγα στην κουζίνα να ελέγξω τον καφέ. Ήταν
έτοιμος. Σερβίρισα ένα φλιτζάνι και κάθισα να το
πιω στο τραπέζι. Ακουγα τη βροχή.
Κάπου μισή ώρα αργότερα, άκουσα ένα αμάξι στο
δρόμο. Πήγα στο παράθυρο. Ήταν το δικό της και
έμοιαζε να είναι μόνη της μέσα.
Όταν μπήκε, έβγαλε το φάκελο κάτω από το
αδιάβροχό της και μου τον έδωσε. Μου έδωσε πίσω
και το κλειδί.
«Καλύτερα να ελέγξεις αν το υλικό είναι ακόμα
μέσα εδώ», είπε. Το έκανα και ήταν.
«Νομίζεις ότι ξέρουν το δωμάτιο σου;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω. Το όνομα δεν θα το αναγνώριζαν. Σε είδε
κανείς να μπαίνεις, ή να βγαίνεις;»
«Μπορεί».
«Νομίζεις ότι μπορεί να σε ακολούθησαν;»
«Δεν είδα κανέναν πίσω μου».
Γύρισα στο παράθυρο και κοίταξα λίγη ώρα. Δεν
υπήρχε τίποτε το ύποπτο.
«Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω», είπα τελικά.
«Πάλι έχω καύλες», είπε.
Γυρίσαμε πίσω στην κρεβατοκάμαρα και έδειξα την ευγνωμοσύνη μου όσο πιο σκληρά και παρατεταμένα μπορούσα. Πάλι έπρεπε να περιοριστώ κάτω από το λαιμό, αλλά όλοι έχουμε βίτσια και οπωσδήποτε ήταν ενδιαφέρουσα περίπτωση. Αργότερα έψησε αρνίσια παϊδάκια και εγώ έκοψα σαλάτα. Ύστερα ήπιαμε καφέ και καπνίσαμε κάτι μικρά μαύρα πούρα που είχε. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και η βροχή είχε σταματήσει.
Ξαφνικά, άφησε το πούρο στο τασάκι και σηκώθηκε.
«Πάω πάλι στο μπάνιο για λίγο», είπε και το 'κανε.
Ήταν μέσα αρκετή ώρα με το νερό να τρέχει, όταν
χτύπησε το τηλέφωνο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μπορεί
να ήταν κάποιος σύζυγος, κάποιος φίλος που δεν θα
του άρεσε η φωνή μου.
« Εμπρός; »
Ακούστηκε το τρίξιμο της κακής υπεραστικής
σύνδεσης.
«Εμπρός;» ξαναρώτησα μετά από μερικά
δευτερόλεπτα.
«Εμ...; Είναι εκεί η Εμ;...» είπε μια αντρική φωνή,
που ακουγόταν σαν να 'βγαινε από κοχύλι. «Ποιος
είναι... στο τηλέφωνο...;»
«Ο Τζες», είπα, «Σμίθσον. Νοίκιασα αυτό το σπίτι
για μια βδομάδα. Ανήκει σε κάποια κυρία. Δεν ξέρω
το' όνομά της».
«Πες της... τηλεφώνησε... ο Πέρσυ».
«Δεν ξέρω αν θα τη δω. Αλλά μήπως θέλετε να
αφήσετε κάποιο μήνυμα;»
«Μόνο ότι... έρχομαι».
Ακούστηκε ένα κλικ, και η ηχώ χάθηκε.
Πήγα στην πόρτα του μπάνιου και χτύπησα ελαφρά.
«Σε ζήτησαν στο τηλέφωνο», είπα.
Το νερό σταμάτησε να τρέχει.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι της
εξώπορτας. Έτρεξα στο παράθυρο της κουζίνας και
κοίταξα έξω. Δεν μπορούσα να δω ποιος ήταν, αλλά
υπήρχε ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο δρόμο,
και ήταν μπλε.
Ξαναγύρισα στην πόρτα του μπάνιου. «Ήρθαν», είπα.
«Πήγαινε στο υπνοδωμάτιο», είπε εκείνη. «Μπες
στην ντουλάπα. Μην βγεις αν δεν σου πω».
«Τι θα κάνεις;»
Το κουδούνι ξαναχτύπησε.
«Kάv' το!»
Το έκανα. Έμοιαζε να έχει κάτι στο μυαλό της και
εγώ δεν είχα. Μέσα στο σκοτάδι ανάμεσα στα ρούχα,
άκουγα. Τη φωνή της και μια βαριά αντρική. Μίλησαν
περίπου μισό λεπτό. Ακουγόταν σαν να είχε μπει
μέσα. Ξαφνικά ακούστηκε μια κραυγή-δική του-που
κόπηκε σε μερικά δευτερόλεπτα, και ακολούθησε
ένας γδούπος.
Βγήκα από το ντουλάπι και κατευθύνθηκα προς την
πόρτα του υπνοδωματίου.
«Μείνε εκεί μέσα». Η φωνή της ακούστηκε σταθερή.
«Μέχρι να σου πω να βγεις». Υποχώρησα, σχεδόν παρά
τη θέλησή μου. Υπήρχε αυταρχικότητα στη φωνή της.
«Εντάξει», είπε λίγο αργότερα. «Βγες έξω, και φέρε
και το αδιάβροχό μου».
Γύρισα στη ντουλάπα.
Όταν μπήκα στο σαλόνι, υπήρχε μια ακίνητη φιγούρα
στο πάτωμα δίπλα της. Ήταν σκεπασμένη με την
κουβέρτα. Εκείνη φορούσε μόνο την πετσέτα στο
κεφάλι και τα γυαλιά της. Πήρε το αδιάβροχο και το
φόρεσε.
«Είχες πει εκείνοι. Πόσοι είναι;» ρώτησε.
«Υπήρχαν δύο. Νόμιζα ότι τους άφησα στην
Ατλάντα».
«Υπάρχει κανένα αυτοκίνητο εκεί έξω;»
«Nαι».
«Ο άλλος λες να είναι μέσα, ή παραμονεύει κάπου
εδώ γύρω;»
«Μάλλον παραμονεύει».
«Ξαναγύρισε στο ντουλάπι σου».
«Για κάτσε ένα λεπτό! Δεν πρόκειται να αφήσω μια
γυναίκα...»
«Kάv' το!»
Πάλι αυτός ο αυταρχισμός στον τρόπο που με
κοίταζε, και ξαναγύρισε και εκείνη η ανατριχίλα
στη ραχοκοκαλιά μου. Έκανα αυτό που μου είπε.
Την άκουσα να βγαίνει έξω. Ύστερα από πέντε λεπτά
περίπου, άφησα το ντουλάπι και ξαναπήγα στο
μπροστινό δωμάτιο. Σήκωσα την κουβέρτα και έριξα
μια ματιά.
Μετά από άλλα πέντε λεπτά, ίσως, ξαναγύρισε.
Κάπνιζα ένα από τα πούρα της και είχα ένα ποτό στο
χέρι.
«Βάλε μου κρασί», είπε.
«Ο άλλος...;»
«... δεν θα σε ενοχλήσει».
«Τι τους έκανες;»
«Μην με ρωτάς. Χάρη δε σου έκανα;»
«Ναι».
«Φέρε μου ένα ποτήρι κρασί».
Πήγα, το σερβίρισα και της το 'φερα.
«Αν τους πάρουμε κάτω στην προκυμαία... Ο φίλος
σου δεν θα 'χει αντίρρηση να αδειάσει λίγη
σαβούρα στην ανοιχτή θάλασσα;» ρώτησε.
«Όχι».
Κατάπιε μια μεγάλη γουλιά.
«Τώρα θα τελειώσω το μπάνιο μου», είπε, «και
ύστερα θα τους φορτώσουμε στο αυτοκίνητο. Μπορεί
να χρειαστεί να περιμένουμε λίγο πριν μπορέσουμε
να τους ξεφορτώσουμε».
«Ναι».
Αργότερα, όταν είχα ξεφορτωθεί το μπλε Φιούρυ,
τους βάλαμε στο αυτοκίνητό της και οδήγησε αργά
μέχρι το σημείο που της είπα. Πέρασαν τα
μεσάνυχτα μέχρι να μπορέσουμε να τους
ξεφορτώσουμε και να τους βάλουμε στη βάρκα.
Τότε γύρισα και την κοίταξα, στην σκιά της
κολώνας.
«Ήσουν πολύ καλή μαζί μου», είπα.
Χαμογέλασε. «Το έκανες να αξίζει τον κόπο», είπε.
«Είσαι για ένα ακόμα;»
«Εδώ;»
Γέλασε και άνοιξε το παλτό της. Δεν είχε μπει στον
κόπο να ντυθεί.
«Πού αλλού;»
Ξεκίνησα. Καθώς την κρατούσα, κατάλαβα ότι δεν
ήθελα να τελειώσει έτσι.
«Θα μπορούσες να έρθεις μαζί μου», της είπα. «Πολύ
θα το 'θελα να σ' έχω δίπλα μου», και τη φίλησα
σφιχτά στο στόμα σχεδόν με όλη μου τη δύναμη. Για
ένα λεπτό, μου φάνηκε ότι ένιωσα κάτι υγρό πάνω
στο μάγουλό της που ακουμπούσε το δικό μου.
Ύστερα γύρισε και διέκοψε το αγκάλιασμά μου και
με απώθησε.
«Φύγε», είπε. «Δεν είσαι δα και τόσο καλός. Έχω
καλύτερα πράγματα να κάνω».
Το μαντίλι της έμοιαζε να ανεμίζει, αλλά δεν
φυσούσε καθόλου. Γύρισε γρήγορα και προχώρησε
προς το αυτοκίνητο. Αρχισα να την ακολουθώ.
Η φωνή της έγινε πάλι σκληρή, πιο σκληρή από ποτέ.
«Μπες σε κείνη τη βάρκα τώρα», είπε με γυρισμένη
την πλάτη. «Κάν' το!»
Πάλι αυτή η αυταρχικότητα, πολύ αληθινή αυτή τη φορά. «Καλά», είπα. «Αντίο, και σ' ευχαριστώ». Και αναγκάστηκα να φύγω.
Πολύ αργότερα, την ίδια νύχτα, ο Τζο και εγώ
ρίξαμε τα δυο αγάλματα από ασβεστόλιθο στο Γκολφ
Στρημ.
Έσκυψα πάνω από την κουπαστή για αρκετή ώρα,
μέχρι που θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να της πω ότι
θα ερχόταν ο Πέρσυ. Αργότερα, ο ήλιος βγήκε πίσω
από την πλάτη μου, κάνοντας τη θάλασσα ένα χρυσό
ποτάμι που κυλούσε δυτικά.