Tom Maddox
The Robot and the One You Love (1988)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Mε μαύρα πλοκάμια από πολυεστέρα να σφυρίζουν στο τσιμέντο, το ρομπότ-βαλές συνέχισε στην Οδό Μ κάτω από τη ζέστη του ήλιου του Ιουλίου. Το κέλυφός του ήταν φτιαγμένο από πορσελάνη στο χρώμα του γαλανού ουρανού. Όπως καθόταν στο αβγό με τα όργανα ελέγχου, o Τζερόμ στριφογύρισε νευρικά στη θέση του, νιώθοντας σαν κάποιος να έξυνε το δέρμα του από μέσα. Το λείο πεζοδρόμιο έγινε ένα σεληνιακό τοπίο γεμάτο κρατήρες, και οι θόρυβοι του δρόμου μια παράφωνη ηλεκτρική συμφωνία. Ο εύθραυστος αμοιβαίος δεσμός του με το ρομπότ-βαλέ κατέρρεε μ' ένα ξέσπασμα νευρολογικών παρασίτων.
«Πιάνεις τίποτα ενδιαφέρον;» ρώτησε ο Τζερόμ παλεύοντας να μην χάσει τον προσανατολισμό του. Η αντίληψή του άλλαζε από το δωμάτιο στο δρόμο και ξανά στο δωμάτιο, σαν ένα μόνιτορ που δείχνει στην τύχη σκηνές από διαφορετικές κάμερες.
«Όχι», είπε το ρομπότ-βαλές, κι η φωνή του ερχόταν από τα πίσω δόντια του Τζερόμ, μέσω των αγώγιμων μεγαφώνων που πάλλονταν πίσω από τ' αυτιά του. Ο βαλές είχε διακριτικά όργανα οπτικής και ακουστικής καταγραφής του περιβάλλοντός του, ηλεκτρονικά όργανα για να συλλαμβάνει τις εκπομπές από τις κάμερες επιτήρησης και να υποκλέπτει τις επικοινωνίες της αστυνομίας, των ιδιωτικών αστυνομικών, των βιομηχανικών κατασκόπων και των μπανιστηρτζήδων.
«Πρέπει να τα παρατήσω», είπε ο Τζερόμ. «Αρχίζω
να τρελαίνομαι».
«Λυπάμαι που δεν είσαι καλά», είπε ο βαλές. «Θα
γυρίσω».
Εκείνη τη νύχτα ο Τζερόμ έκατσε δίπλα στο χειριστήριο παρακολουθώντας τις εγγραφές της ημέρας από τον CD-ROM δίσκο. Γύρω του ελεύθερα σχήματα ανοιχτού ροζ χρώματος κυλούσαν από το ταβάνι στον τοίχο και στο πάτωμα. Αλλαζαν, και τα σκοτεινά μοβ περιγράμματα άλλαζαν μαζί τους, καθώς το διακοσμητικό πρόγραμμα πρόβαλλε τα αφηρημένα του σχήματα. Ανάμεσα στην κονσόλα προβολής και το χειριστήριο - μια σκούρα καρέκλα με μαξιλάρια και μια σφαίρα χρωμίου που σχημάτιζε το πάνω μισό της μέρος - το ρομπότ-βαλές στεκόταν ακίνητο.
«Δεν ήταν καλή μέρα σήμερα», είπε ο βαλές με μια
φωνή που στα τελευταία δυο χρόνια είχε αποκτήσει
τον χαρακτηριστικό τονισμό της φωνής του Τζερόμ.
«Αθλια μέρα», είπε ο Τζερόμ. «Αλλά πρέπει να τα
δω».
Ο Τζερόμ ήταν ένας ελεύθερος επαγγελματίας στο εμπόριο των πληροφοριών. Περιπλανιόταν ανάλαφρα στον ιστό των πληροφοριών που γεννούσε η πόλη, σταματώντας πού και πού για να ακολουθήσει' κάποια από τα εκατομμύρια νήματα. Είχε πουλήσει πληροφορίες σε υπαλλήλους του Κογκρέσου, σε μέλη διαφόρων λόμπυ, σε αστυνομικούς και νταβατζήδες. Ψάχνοντας μέσα στο χάος της πόλης, κοίταζε για κάποιον κρυμμένο θησαυρό... ψιθυριστά λόγια για κάποια συμφωνία που ναυαγεί, στοιχεία για παλιά και νέα εγκλήματα, φήμες για αρρώστιες, ερωτικές υποθέσεις, μεταστροφές πεποιθήσεων. Ακόμα κι οι μικρότερες αδιακρισίες μπορεί ν' άξιζαν κάτι σε μια πόλη όπου η πληροφορία ήταν πρακτικά ένα αυτόνομο νόμισμα. Από καπρίτσιο και μόνο, μπορούσε να παρακολουθεί ανθρώπους που είχε διαλέξει στην τύχη για μια βδομάδα, ένα μήνα ή περισσότερο - μπορούσε να δημιουργήσει φακέλους πληρέστερους από της Εθνικής Τράπεζας Δεδομένων ή του FBI. Ο Τζερόμ είχε έμμονη ιδέα με τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες... η προτίμηση κάποιου να τρώει χοτ ντόγκ από πλανόδιους πωλητές στη Σάμπρα καθώς θα καθόταν στον ήλιο δίπλα στο σιντριβάνι της πλατείας Ντυπόν, και μετά να πίνει μικρά φλιτζάνια τούρκικου καφέ στα τραπέζια του πεζοδρομίου κάποιου καφενείου προτού ν' ανέβει στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου όπου θα ξάπλωνε γυμνός μπρούμυτα και αβοήθητος, να κλαίει ικανοποιημένος - κάτω από μαυροντυμένα ποδιά και ψηλά, λεπτά τακούνια.
Σε σύγκριση με τον Τζερόμ οι ηδονοβλεψίες ήταν πρόχειροι, αδιάφοροι. Σε σύγκριση με τις ανάγκες του, οι δικές τους ήταν άμεσες και απλές. Τι προσπαθούσε να μάθει ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε, αλλά συνέχιζε να προσπαθεί, συλλαμβάνοντας ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούσαν κι έτσι δεν μπορούσαν να το δουν... Σε μια σκοτεινή πάροδο κοντά στην Οδό Ρ, ένας γέρος μ' ένα μακρύ πράσινο παλτό μαυρισμένο από τη βρώμα κατουρούσε για ώρα τα καπνισμένα τούβλα του τοίχου, κι έπειτα κατέρρευσε στη λιμνούλα που είχε σχηματίσει. Μια γάτα με λιγδιασμένο κίτρινο τρίχωμα σταμάτησε να μυρίσει τη λιμνούλα, μετά τον άντρα, κοίταξε γύρω της σαν να ήξερε πως την παρακολουθούν, και συνέχισε το δρόμο της.
Στη γωνία της Ουισκόνσιν και της Μ στέκονταν ένας άντρας και μια γυναίκα είκοσι με είκοσι πέντε ετών. Ήταν σχεδόν πανομοιότυποι - μαλλιά βαμμένα μαύρα, κίτρινα μεταξωτά μαντίλια που ανέμιζαν, μαλακές μπλε δερμάτινες μπότες. Κλεισμένοι μαζί μέσα σε μια στιγμή πόνου - προσεκτικά περιποιημένα πρόσωπα, κόκκινα, χαραγμένα από δάκρυα - δεν συναισθάνονταν το πυκνό πλήθος που έτρεχε γύρω τους. Σ' αυτό το σημείο ο βαλές έχασε το ενδιαφέρον του.
Ο Τζερόμ πάγωσε το πλάνο, έτρεξε ένα πρόγραμμα που απομόνωνε τον ήχο του ζευγαριού, θέλοντας να καταλάβει το πάθος που τους απομόνωνε και τους μεταμόρφωνε, αλλά εκείνοι στέκονταν εκεί αμίλητοι κι έτσι πέρα από την ικανότητά του να τους διερευνήσει. Στην άκρη της εικόνας διακρινόταν μια γυναίκα στη μέση του διασκελισμού της που κρατούσε μια τσάντα-καταψύκτη από λευκό, αφρώδες πλαστικό. Κοντά στην κρεμ λαβή, μαύρα ψηφία σε ασημένιο φόντο έδειχναν -1° C. Έκανε ζουμ στο πρόσωπό της.
Στο προφίλ είχε δυνατή μύτη, λίγο πεταχτά δόντια, μια υπόνοια μελλοντικού διπλοσάγονου. Τα μάτια της ήταν καφετιά, υγρά. Τα ρούχα της - μαύρη μπλούζα, καστανόχρυση ίσια φούστα με σκούρες κόκκινες κηλίδες - φαίνονταν σαν να τα είχε ρίξει επάνω της κι όχι σαν να τα είχε φορέσει. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά... Εξέτασε την εικόνα της από τα μαλλιά με τις χλωμές ανταύγειες ως τα μαύρα παπούτσια με τα λεπτά, ψηλά τακούνια. Αν περνάς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου κοιτάζοντας κι ακούγοντας, είναι ίσως αναπόφευκτο-αυτό το ανίσχυρο, αδέξιο πράγμα-πως θα βρεις το κλειδί γι' αυτό τον κώδικα που είναι χαραγμένος τόσο βαθιά που ίσως να είναι και στα γονίδιά σου με φτωχά λόγια, να βρεις αυτήν που αγαπάς.
Μετέφερε την εικόνα του προσώπου της στη μνήμη του Τσιπ Αναζήτησης. Αυτό άρχισε να εκτελεί τις ρουτίνες του, συγκρίνοντας το πρόσωπό της με τους καταλόγους των τοπικών ξενοδοχείων, τα αστυνομικά αρχεία της περιφέρειας που ενημέρωναν την Εθνική Τράπεζα Δεδομένων, με σύνθετα αρχεία ταξιδιών που συντάσσονταν από τραίνα, λεωφορεία, αεροπλάνα. Κι εκεί, στη λίστα επιβατών μιας πτήσης της Γιουνάιτεντ που είχε έρθει πριν από τρεις μέρες από το Μαϊάμι, βρέθηκε. Αλλά ο Τζερόμ κοιμόταν όταν έγινε αυτό. Μόνον ο βαλές ήταν ξύπνιος για ν' ακούσει το κουδούνι να χτυπά, και κυματίζοντας τα μαύρα του πλοκάμια μέσα στο ροζ φως πλησίασε και είδε το πρόσωπό της να απλώνεται στην οθόνη, με το χρώμα και το σχήμα της να κυλούν σαν κάποιος να έσταζε μπογιά σ' ένα αόρατο τυπογραφικό κλισέ. 0 βαλές έβγαλε ένα μαύρο καλώδιο και συνδέθηκε με το Τσιπ Αναζήτησης, που του έδωσε όλα όσα είχε για την Κόνι Στόουν.
Πάνω στο χρυσό θόλο της Τράπεζας Ριγκς στη γωνία της Μ και της Ουισκόνσιν βρισκόταν μια επίπεδη μαύρη κάμερα που έψαχνε για έναν από τους οκτώ «Γιους του Φωτεινού Νερού» -τους απογόνους αυτών που επέζησαν στη Χιροσίμα - πού οι φήμες έλεγαν πως κατευθύνονταν προς τη βάση του Μνημείου του Ουάσιγκτον με βόμβες δυο κιλοτόνων στις τσάντες τους. Ήταν ένα πρόγραμμα αναζήτησης της CIA, και ο Τζερόμ το είχε καβαλήσει, ψάχνοντας για την Κόνι Στόουν. Δεν ήταν όμως η κάμερα της CIA, αλλά ένας «σκοπός του πεζοδρομίου» της Σέηφγουεης - ένα μπλε αλουμινένιο κουτί τυλιγμένο μ' ένα λεπτό συρμάτινο πλέγμα -που την εντόπισε να μπαίνει σ' ένα ταξί στη Λεωφόρο Ουισκόνσιν κοντά στον Καθεδρικό. Κρατούσε ακόμα την τσάντα-καταψύκτη, και από κοντά τα μάτια της φάνηκαν κατακόκκινα, κουρασμένα κι επιφυλακτικά.
Τα προγράμματα του Τζερόμ είχαν το στίγμα τους. Χτύπησαν ένα συναγερμό για να ειδοποιήσουν τον Τζερόμ πως είχε βρεθεί. Ο Τζερόμ κάθισε στην κονσόλα του και παρακολούθησε τις συντεταγμένες του ταξί να διαγράφουν ένα δρόμο κατά μήκος της Λεωφόρου Κονέκτικατ προς το κέντρο. Την είχε βρει. Τι θα έκανε τώρα;
Όταν το ταξί την κατέβασε στην Οδό Κ μπροστά στο Ξενοδοχείο της Νέας Χιλιετηρίδος, δεκαοκτώ πατώματα με τζάμια-καθρέφτες, την παρακολουθούσε μέσα από το μόνιτορ της εισόδου του ξενοδοχείου, και σκέφτηκε: Κατ' αρχάς. Κόνι Στόουν, πρέπει να μάθω ποια είσαι.
'Ως και πριν από τρία χρόνια, ήταν μια συνηθισμένη παρασκευάστρια ιατρικών εργαστηρίων. Μετά, σύμφωνα με την Εθνική Τράπεζα Δεδομένων, το επαγγελματικό της ιστορικό έγινε εμπιστευτικό κι έμεινε εμπιστευτικό. Δεν παντρεύτηκε ούτε άλλαξε μ' άλλον τρόπο το όνομά της και δεν πήρε αποζημίωση, επίδομα ανεργίας ή αναπηρίας. Το πιο περίεργο όμως ήταν πως είχε εξαφανιστεί και από τα αρχεία των πιστωτικών καρτών. Η πολιτεία της Καλιφόρνιας μπορεί να την ξέχασε, σκέφτηκε ο Τζερόμ, αλλά η Masterchip, η Visabank, η Amex; Αποκλείεται.
Έπρεπε να ψάξει σε απαγορευμένο έδαφος για να τη βρει. Μια γρήγορη επιδρομή, πολύ γρήγορη - τα αντίποινά τους ήταν άγρια -στα αρχεία της Εφορίας φανέρωσε έναν περίπλοκο διακανονισμό με μια εταιρεία που λεγόταν Αμερικανικές Βιομορφές, που όμως δεν ήταν το πραγματικό της αφεντικό. Η Εφορία το ήξερε, αλλά δεν την πείραζε. Έπαιρνε το μερίδιό της από το μισθό της.
Ο κομπιούτερ του χρηματιστηρίου έβγαλε μια σειρά μητρικές εταιρείες και παρακλάδια που κατέληγαν σε μια τράπεζα της Καραϊβικής. Και η προσφορά του καταστήματος: Ο κομπιούτερ της τράπεζας του είπε πως δούλευε για την Ι. G. Biochemie στη Δομινικανή Δημοκρατία. Τελικά ο Διεθνής Κατάλογος της Intel τον πληροφόρησε πως το συγκρότημα της Ι. G. Biochemie βρισκόταν στη βόρεια ακτή της Δομινικανής Δημοκρατίας κοντά σε μια μικρή πόλη που λεγόταν Σόσουα, ένα μέρος με παράξενη ιστορία. Το 1940 ο Ραφαέλ Τρουχίγιο, ένας σχεδόν ξεχασμένος δικτάτορας του εικοστού αιώνα, είχε προσκαλέσει τους Γερμανούς Εβραίους στη Δομινικανή Δημοκρατία και τους υποσχέθηκε άσυλο και μια δική τους πόλη, τη Σόσουα. Είχαν έρθει λίγοι Εβραίοι, αλλά με τα χρόνια ο αριθμός τους ελαττωνόταν, έτσι που στο τέλος του εικοστού αιώνά δεν είχε μείνει πια κανείς.
Λίγες δεκαετίες αργότερα εμφανίστηκε η Ι. G. Biochemie με μια ορδή Γερμανών, από τους οποίους ελάχιστοι μόνο ήταν Εβραίοι. Και λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε η Κόνι Στόουν.
Το ότι παρακολουθούσε τη ζωή σαν μυστικός μέτοχος είχε δώσει μια ισχυρή ροπή στην ήδη παράξενη άποψη του Τζερόμ για τον κόσμο. Προχωρούσε σ' ένα δρόμο σηματοδοτημένο με παρανοϊκές μεταφορές και απόκρυφα σύμβολα - μερικά πραγματικά, μερικά αμφισβητούμενα και άλλα εντελώς απατηλά. Η σκοτεινή ιστορία της εργασίας της Κόνι Στόουν' συσχετίσεις με γενοκτονίες, παλιούς δικτάτορες, γερμανικά καρτέλ-βρωμούσε παγκόσμια συνωμοσία, μηχανορραφίες πολυεθνικών εταιρειών. Ο Τζερόμ πήρε φωτιά σαν λευκός φωσφόρος στον ήλιο.
«Εντόπισε το σταθμό επεξεργασίας δεδομένων της Ι. G. Biochemie στη Σόσουα», είπε, αρχίζοντας να δίνει εντολές στο κομπιούτερ του. «Κάλεσε και εγκατέστησε προγράμματα-τυφλοπόντικες. Συγκέντρωσε δεδομένα χρήστη, σχημάτισε τον κώδικα του λειτουργικού συστήματος. Φόρτωσε το πρόγραμμα-ιό και εκτέλεσε. Δώσε τέλος με κάθε απρόβλεπτη διακοπή, και ξανάρχισε μόνο με προφορική άδεια». Μπορεί να έπαιρνε μέρες να διαπεράσει τους κλοιούς ασφαλείας της εταιρείας, αλλά έβαζε στοίχημα πως το κομπιούτερ της Ι. G. Biochemie θα έπεφτε τελικά.
Η Κόνι Στόουν καθόταν κάτω από μια πράσινη, άσπρη και κόκκινη ομπρέλα. Τα μαλλιά της, μπλεγμένα σε μια κόκκινη πλαστική μπαρέτα πάνω από το αριστερό της αυτί, ανέμιζαν στο καλοκαιρινό αεράκι. Φορούσε ένα φόρεμα με τροπικά σχέδια - κόκκινα και μπλε και πράσινα λουλούδια σε λευκό φόντο - που ανέβαινε στους μηρούς της καθώς καθόταν με το πόδι της ν' ακουμπά την άσπρη τσάντα από αφρώδες πλαστικό κάτω από το τραπέζι της. Το δέρμα της ήταν χλωμό άσπρο, με αχνές φακίδες' το ύφος της ήταν ακαθόριστο.
Μέσα από τη λαμπρή αντηλιά, η φωνή του Τζερόμ: «Γεια». Το ρομπότ-βαλές στεκόταν δίπλα του. «Λέγομαι Ντέηβιντ Τζερόμ. 'Εχεις κάποιο πρόβλημα».
Ίσως σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια - τα γόνατά της κροτάλισαν στις μεταλλικές βέργες του τραπεζιού. «Φύγε», είπε εχθρικά αλλά χωρίς να σηκωθεί ακόμη, βγάζοντας μάλλον το συμπέρασμα πως ούτε αυτός ούτε το ρομπότ του ήταν απειλή γι' αυτήν.
«Δεν ξέρω τι έχεις στην τσάντα», είπε ο Τζερόμ,
«αλλά πρέπει να είναι αλλοιώσιμο, κι έτσι δεν
μπορείς να συνεχίσεις για πολύ να το κουβαλάς από
δω κι από κει».
«Για τι πράγμα μιλάς;»
«Ι. G. Biochemie». Είχε σκύψει πάνω από το τραπέζι για
να της ψιθυρίσει το όνομα. «'Ο,τι κι αν είναι,
υποθέτω πως τους το έκλεψες. Αν συνεχίσεις να
τριγυρνάς, θα σε βρουν...»
Ο βαλές παρακολουθούσε. Εκείνη είχε μισοσηκωθεί τώρα από το τραπέζι, και οι μύες του προσώπου της ήταν τεντωμένοι από κάτι που θα μπορούσε να είναι είτε φόβος είτε προσβολή. Ο Τζερόμ ήταν ακόμη σκυμμένος από πάνω της, κι εκείνη τη στιγμή τα πλοκάμια του βαλέ κινήθηκαν πίσω του ανήσυχα: Εδώ συνέβαινε κάτι που δεν το καταλάβαινε.
Κάθονταν στο λίβινγκ ρουμ του Τζερόμ. Το άσπρο φως από τους τοίχους γινόταν πορφυρό στον καναπέ, τις καρέκλες και τα καθιστικά από διαφανή πολυεστέρα. Ένα κόκκινο ηχείο-μεμβράνη σε πλαίσιο από χρώμιο ήταν δίπλα σε μια σειρά διαφανών ραφιών οπτικοακουστικού εξοπλισμού σε κόκκινο πάλι χρώμα και μια ασημένια οθόνη δύο μέτρων. Πορφυρά ολογραφικά γράμματα κρέμονταν στον αέρα μπροστά σε συρόμενες γυάλινες πόρτες και ρωτούσαν ΕΙΜΑΣΤΕ 'Η ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
«Θέλεις μερίδιο από τα χρήματα», είπε η Κόνι.
«Σίγουρα, αλλά δες τι σου προσφέρω», είπε ο
Τζερόμ. «Έχεις μπλέξει, έχεις ξεμείνει μ' αυτό που
έχεις εδώ... ίσως κάποια βοήθεια που περίμενες,
κάποιος άνθρωπος, δεν εμφανίστηκε». Εκείνη
προσπάθησε να απαντήσει, αλλά την έκοψε με το
χέρι του. «Δεν έχει σημασία. Εγώ μπορώ να κανονίσω
να μην σε βρει η Ι. G. Biochemie, και μπορώ να βάλω τα
χρήματα σ' όποιο μέρος του κόσμου θέλεις. Δεν θα
μετανιώσεις».
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να μου πεις», είπε η
Κόνι. «Μου φαίνεται πολύ ανατριχιαστικό, αλλιώς.
Πώς με βρήκες;»
«Σε είδα στο δρόμο... σε είδα και αναρωτήθηκα
γιατί κουβαλούσες αυτό το πράγμα, ποια ήσουν...
είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Έλα εδώ, άσε με να σου
δείξω». Στο διάδρομο το διακοσμητικό πρόγραμμα
ήταν πιο συγκρατημένο - έβαζε απλώς μια ροζ
απόχρωση στους λευκούς τοίχους κι ένα σκούρο
πορφυρό πλαίσιο στις σανίδες τους. Ο Τζερόμ είπε
«Ανοιξε μου», και η πόρτα άνοιξε. «Εδώ», είπε. «Εδώ
σε βρήκα».
Ο Τζερόμ άφησε τις δυο μαύρες, σκληρές βαλίτσες
της Κόνι στο πάτωμα του λίβινγκ-ρουμ του και είπε:
«Θα τις πάω στη δεύτερη κρεβατοκάμαρα αργότερα».
Η τσάντα-καταψύκτης βρισκόταν στον καναπέ. Η Κόνι
πέρασε το δάχτυλό της στην ένωση της τσάντας κι
άνοιξε, με τα φύλλα του λευκού αφρώδους πλαστικού
να χωρίζονται σαν πέταλα κάποιου γιγάντιου
λουλουδιού. Μέσα της βρισκόταν ένας μαύρος
πλαστικός κύβος στο μέγεθος γροθιάς, o
αεροσυμπιεστής που έστελνε ψυχρό αέρα στα αφρώδη
κύτταρα της τσάντας. Δίπλα του ήταν ένα μικρό
φύλλο άσπρου αφρολέξ τυλιγμένο γύρω από κάτι
μικρότερο με γκρίζα ταινία. Πάνω της με
ξεθωριασμένο κόκκινο μαρκαδόρο ήταν γραμμένο
ένα μοναδικό νούμερο: 6. Το πακετάκι είχε πιάσει
πάχνη καθώς του το πρόσφερε. «Θέλεις να δεις;» τον
ρώτησε.
«Θα δω τίποτα;» ρώτησε αυτός.
«Τίποτα ιδιαίτερο. Και μπορεί να το μολύνεις.
Πάρε...» Έβγαλε ένα μικρό ασημένιο δίσκο από μια
πτυχή του αφρολέξ. «Αυτό είναι το μόνο που
χρειάζεσαι. Μετάδωσέ το αυτό, και θα ξέρουν τι
είναι αυτό που πουλάς. Είναι κωδικοποιημένο
φυσικά, αλλά δεν πειράζει. 'Ισως όσο λιγότερα
ξέρεις, τόσο το καλύτερο».
Ασημένια ευέλικτα σπιράλ τινάχτηκαν από αρθρώσεις σε γαλάζια πορσελάνη, και αστραφτερές ατσάλινες λεπίδες στις άκρες των σπιράλ έλαμψαν κάτω από τις λάμπες φθορισμού της κουζίνας, καθαρίζοντας κίτρινες πέτσες και πάχος, κόβοντας ως το κόκαλο.
«Πραγματική επίδειξη», είπε η Κόνι. Βγήκε από την κουζίνα και πήγε δίπλα, όπου ο Τζερόμ στεκόταν και κοίταζε από το παράθυρο στην Οδό R δέκα πατώματα πιο κάτω. «Πρέπει να είναι καλό και για αυτοάμυνα». Έκατσε στον πορφυροβαμμένο καναπέ.
«Σίγουρα», είπε ο Τζερόμ, «αν θέλω να βρεθώ κατηγορούμενος για βιαιοπραγία ή ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Αν ο βαλές πειράξει κανέναν είμαι εγώ υπεύθυνος, σαν να οδηγούσα αυτοκίνητο». Οι λεπίδες συνέχιζαν να κινούνται, αλλά ο βαλές είχε προβλήματα - έναν ανεξήγητο ίλιγγο ρομποτικών οραμάτων. Ένα κομμάτι κρέας κόπηκε μαζί με το κόκαλο. Ένα νέο είδος συνείδησης αναπτυσσόταν τους τελευταίους μήνες, από το δεσμό ελέγχου μεταξύ του βαλέ και του Τζερόμ, και σκέφτηκε: «Είσαι υπεύθυνος, λες, αλλά είσαι;»
Ο ήχος του ατσαλιού στο κεραμικό, της λεπίδας
πάνω στον πάγκο. «Έχεις κανένα πρόβλημα, βαλέ;»
φώναξε ο Τζερόμ.
«'Οχι, είπε το ρομπότ. «Δεν υπάρχει πρόβλημα.
Πήγαινα πολύ γρήγορα»,
«Να μην υπερβαίνεις τα όριά σου, φίλε», είπε ο
Τζερόμ, και μετά γύρισε στην Κόνι. «Τι είπες;»
«Πόσo- θα πάρει;» τον ρώτησε. «Πόσο θα πάρει ακόμα
για να το τελειώσεις;»
«Δύσκολο να σου πω. Μπορεί να πάρει μια βδομάδα αν
έχουν πραγματικά καλούς κλοιούς ασφαλείας, κι
αυτό είναι το πιο πιθανό, ειδικά τώρα. Αλλά μάλλον
θα μπούμε στις επόμενες τριάντα ώρες. Δεν έχουν
λόγο να ψάχνουν για υποκλοπές μέσω κομπιούτερ
τώρα, μετά την...»
«Την κλοπή», είπε η Κόνι. «Είμαι τεχνικός
βιοεργαστηρίου ειδικευμένη στην ψυχρή ασηψία,
και είμαι μια κοινή κλέφτρα».
Η φωνή της άρχιζε να γίνεται στριγκή σαν πικάπ με
χαλασμένο τροφοδοτικό, κι ο Τζερόμ κατάλαβε πως
ήταν έτοιμη να τα πει όλα.
«Πήρα το έξι τους», είπε.
Ο Τζερόμ ήταν ξαπλωμένος στα μαξιλάρια του πατώματος του εργαστηρίου. Ο βαλές ήταν στην πρίζα για να γεμίσει τις μπαταρίες του, και κάπου-κάπου τιναζόταν σαν σκυλί που ονειρεύεται. Στον τοίχο απέναντί τους μια οθόνη δύο μέτρων έτρεχε διάφορα παράθυρα. Από το παράθυρο των ειδήσεων έβγαινε η φωνή και το πρόσωπο του Λάτο Μπέρνι, της πιο δημοφιλούς ηλεκτρονικής κατασκευής. Κάτω από κόκκινα αρπακτικά μάτια κινούνταν τα χλωμά χείλη του, και η φωνή του έλεγε: «Το Χαντεριανό Μουσείο του Βασιλικού Κολεγίου Χειρουργών του Λονδίνου ανέφερε σήμερα την κλοπή του εγκεφάλου του Τσαρλς Μπάμπατζ, του πρωτοπόρου του δεκάτου ενάτου αιώνα στην πληροφορική. Ήταν ο άνθρωπος που πρώτος οραματίστηκε ένα πολύπλευρο κομπιούτερ, που το ονόμασε Αναλυτική Μηχανή».
Ο Μπαμπατζ, σκέφτηκε ο Τζερόμ, ο άνθρωπος με τα γρανάζια και τα έκκεντρα και τις τροχαλίες, ο εφευρέτης της... μηδενικής, ας την πούμε, γενεάς, της γενεάς που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Αν μετρήσεις τις γενεές, φτάνεις στα πέντε στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα - τα συστήματα σαν το ρομπότ-βαλέ. Περπατούσε, μιλούσε, εκτελούσε ένα σωρό λειτουργίες με τεράστια επιδεξιότητα... Αλλά οι μηχανές της πέμπτης γενεάς υστερούν σε σημαντικούς τομείς - μέσα σε κάποια όρια ήταν τρομερές, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να περάσουν ένα τεστ Τούρινγκ.
Εδώ μια ψιλή φωνούλα ψιθύρισε μέσα του: «Ναι, αλλά ο βαλές...» Γιατί ο Τζερόμ εδώ και καιρό είχε σταματήσει να σκέφτεται τον βαλέ σαν μηχανή, παρ' όλους τους περιορισμούς του.
Όπως το έβλεπαν όμως οι περισσότεροι, ήταν απίθανο να πάρεις για νοήμον ον μια μηχανή πέμπτης γενεάς σε μια κατάσταση χωρίς αυστηρούς περιορισμούς. Έτσι, για όποιον είχε κάποιο επαγγελματικό ενδιαφέρον στο θέμα, το μαγικό νούμερο ήταν το έξι. Καταστάσεις μετάδοσης πυκνής πληροφορίας, πολυεγκεφαλική θεωρία - οι ερευνητές δούλευαν στα όρια, εκεί όπου οι πιο ασαφείς καταστάσεις της πραγματικότητας συνδέονταν με τα σύνθετα συστήματα της φύσης, και υπήρχε μια αίσθηση πως σύντομα κάτι θ' άρχιζε να προχωρά.
Αν η Κόνι είχε δίκιο, αυτό είχε ήδη συμβεί: η Ι. G. Biochemie είχε πιάσει την καλή, είχε πετύχει μια οργανική τεχνητή νοημοσύνη. Και μετά πέθανε, αυτό το μικρό κομμάτι σάρκας, δηλητηριασμένο από μια σειρά μεταβολικές αρρυθμίες που η IGS ήθελε απεγνωσμένα να ερευνήσει. Και θα το είχαν κάνει, αν η Κόνι δεν είχε κλέψει τα υπολείμματα.
«Σας αφήνω τώρα, φίλοι μου», είπε ο Λάτο Μπέρνι.
«Και μην ξεχνάμε τον Τσάρλι, ε; Όποιος και να
είσαι, δώσε πίσω τον εγκέφαλο". Ο Λάτο Μπέρνι
χαχάνισε.
«Χριστέ μου», είπε ο Τζερόμ. «Όλα οφ». Τα παράθυρα
της οθόνης έσβησαν και τη θέση τους πήρε το ροζ
του διακοσμητικού προγράμματος.
«Ντέηβιντ, είπε η Κόνι. «Τι κάνεις;» Στεκόταν στην
πόρτα με το φως πίσω της, και φορούσε φαρδύ
παντελόνι και μια άσπρη τσαλακωμένη βαμβακερή
μπλούζα.
«Έλα μέσα», της είπε. Κάθισε δίπλα του στο πάτωμα
κι ακούμπησε στον τοίχο.
«Σκεφτόμουν», του είπε. «Τώρα που ξέρεις τι
ακριβώς συμβαίνει, ίσως να μην θέλεις ν'
ανακατευτείς».
Και μέσα του ο Τζερόμ είπε: Αυτό που θέλω δεν
έχει σημασία πια' εσύ είσαι αυτό που χρειάζομαι.
«Θα δούμε», είπε. «Αν τα πράγματα γίνουν πολύ
παράξενα, θα σου πω. Προς το παρόν όμως, δεν
υπάρχει πρόβλημα. Είπα πως θα το κάνω, και θα το
κάνω».
«Πολύ καλό εκ μέρους σου».
Έβγαλε κάτι σαν αναστεναγμό καθώς έβαλε τα χέρια του στους ώμους της.
Τα γεγονότα των επόμενων ωρών ήταν αναπόφευκτα όσο και η τροχιά ενός αντικειμένου σ' ελεύθερη πτώση. Όλη αυτή την ώρα, ο βαλές έμεινε ακίνητος και φαινομενικά χωρίς να έχει επίγνωση του τι γινόταν. Αλλά ίσως καταλάβαινε... Τώρα, καθώς ο Τζερόμ ήταν σκυμμένος ανάμεσα στους μηρούς της, κι εκείνη φώναξε, κουνήθηκε ο βαλές, έβγαλε κάποιον ήχο;
Ο Τζερόμ περπατούσε στην οδό 0 κοντά στην πλατεία Ντυπόν. Μια γριά γυναίκα που πουλούσε λουλούδια από λευκά πήλινα βάζα που ήταν αραδιασμένα στο πεζοδρόμιο του φώναξε, με τη γλώσσα της ένα σκουροκόκκινο λεκέ πίσω από ξεδοντιασμένα ούλα. «Τριαντάφυλλα, τριαντάφυλλα για την κοπέλα σου, κύριος». Λες και ήξερε.
Στη μέση του επόμενου τετραγώνου, ένας ψηλός, αδύνατος άντρας μ' ένα πράσινο πλαστικό τζάκετ έπαιζε πετώντας μπάλες πλάσματος στα τσιμεντένια σκαλιά. Χρυσές ηλεκτρικές λάμψεις άστραφταν κάτω από τα αρρωστημένα κεχριμπαρένια φώτα του δρόμου. Ο Τζερόμ σταμάτησε και φώναξε: «'Ει, 2-Ασοι!" Ο άντρας του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο 2-Ασοι δεν φορούσε τίποτα κάτω από το τζάκετ. Τα κόκαλα του στήθους και του θώρακά του διαγράφονταν ξεκάθαρα, και αστέρια από χρώμιο χωνεμένα στη λιγοστή σάρκα του αριστερού του θώρακα έλαμπαν στο φως. Τα μάτια του ήταν λαμπερά, κι ακόμα κι όταν στεκόταν, φαινόταν εν κινήσει - το αριστερό του χέρι τιναζόταν μπρος-πίσω σε γρήγορα, ασυνείδητα τόξα. Ο 2-Ασοι έπαιρνε γενναίες ποσότητες speed.
«Φίλε μου», είπε. «Τζερόμ». Μια μικρή
καστανοκόκκινη τσάντα από βελβετίνα κρεμόταν
από τη μέση του, και την κούνησε μαλακά. «Καλό
πράμα», είπε.
«Το ελπίζω», είπε ο Τζερόμ. Ο 2-Ασοι πουλούσε
άγραφα πιστωτικά τσιπ και πρόσφατους κώδικες - τα
απαραίτητα συστατικά για την παρασκευή
στιγμιαίου χρήματος σε οποιοδήποτε όνομα
διάλεγε, ώστε να μην αφήνει ίχνη που να μπορεί να
παρακολουθήσει κανείς. Ο Τζερόμ, η Κόνι κι ο βαλές
μπορεί να χρειαζόταν να κινηθούν γρήγορα, και σε
μια οικονομία σχεδόν καθαρής πίστωσης
οποιαδήποτε σημαντική ποσότητα χρημάτων θα
προσέλκυε ανεπιθύμητη προσοχή.
Ο Τζερόμ ήθελε να αγοράσει ένα τριαντάφυλλο από
τη γριά, αλλά είχε φύγει.
Είναι τη νύχτα που κλείνονται οι συμφωνίες, συνήθως, κι έτσι o Τζερόμ δεν ένιωσε έκπληξη όταν άκουσε να χτυπά ο αναμεταδότης μηνυμάτων γύρω στις τρεις το πρωί. Από μια αδρανή θυρίδα στην Ευρώπη, μέσω της Δυτικής Ακτής, ερχόταν η απάντηση της Ι. G. Biochemie. Μετά ακούστηκε μια απρόσμενη σειρά από συλλαβές χωρίς νόημα. Ο Τζερόμ αναρωτιόταν τι θα μπορούσαν να έχουν κωδικοποιήσει και γιατί, όταν χτύπησε ο συναγερμός του συστήματος - μπιπ και στριγγλιές που συνοδεύονταν από επίμονους υπόηχους, το είδος του μηνύματος που το κεντρικό σου νευρικό σύστημα ξέρει πως δεν θέλει ποτέ να το ακούσει.
Και μετά εμφανίστηκε FATAL ERROR σ' όλες τις οθόνες, λέξεις που έσβηναν την ώρα που τις κοιτούσε, καθώς οι μηχανές καίγονταν ως τις ROM, καθώς τις «έτρωγε η νυφίτσα», όπως έλεγαν, κάτι που ο Τζερόμ δεν το είχε δει ποτέ του να συμβαίνει - δεν πίστευε πως μπορούσε στ' αλήθεια να γίνει. Το έβλεπε όμως μπροστά του: ένα ολόκληρο σύστημα να γίνεται σκουπίδια, τα τσιπ να καίγονται, οι δίσκοι CROME και οι μνήμες WORM να σβήνουν.
Το διογκωμένο μπροστινό μέρος του βαλέ
εμφανίστηκε στην πόρτα με την Κόνι πίσω του. «Τι
τρέχει;» είπε η Κόνι. «Τι έγινε;» «Μάζεψε τα
πράγματά σου», είπε ο Τζερόμ. «Αλλά γρήγορα».
Η συρόμενη πόρτα άνοιξε καθώς το ασανσέρ
σταμάτησε μ' έναν αναστεναγμό στο ισόγειο, κι ο
γεροδεμένος άντρας με το χλωμό πρόσωπο και το
σκούρο κουστούμι που στεκόταν ακριβώς απ' έξω
άνοιξε το σακάκι του κι έβγαλε ένα Κολτ
Μαγκναμάτικ από μια θήκη που κρεμόταν απ' τον ώμο
του.
Ένας ηλεκτρικός σπινθηρισμός, κι ο άντρας
κατέρρευσε. Ένα μικρό ασημένιο κεντρί ψηλά στο
αριστερό του μάγουλο συνδεόταν μ' ένα σχεδόν
αόρατο σύρμα μ' ένα άνοιγμα στη μύτη του βαλέ.
«Ωραία δουλειά», είπε η Κόνι.
«Έχει κανείς το δικαίωμα να υπερασπίζεται την ιδιοκτησία του», είπε ο Τζερόμ. Ασχετο, ψυχρό, ψέμα: ήταν το σοκ. Ο Τζερόμ ήταν ήδη χωμένος στα σκατά περισσότερο απ' όσο είχε ποτέ του ονειρευτεί. Η Κόνι είχε γονατίσει δίπλα στον άντρα, και του πήρε το όπλο. Έβαλε τη σκούρα κάνη Κέβλαρ στο στόμα του και ψιθύρισε: «Πρέπει να σε σκοτώσω». Εκείνος, παράλυτος, την κοίταξε με μίσος και πόνο. «Τι τρέχει;» ρώτησε ο Τζερόμ. Η Κόνι τον κοίταξε, και τα μάτια της είχαν κάτι το τρελό. «Όχι!» είπε ο βαλές, και η ψιθυριστή τού κραυγή υπογραμμίστηκε από το υποηχητικό ποπ της εκπυρσοκρότησης του όπλου. Κόκκινη δαντέλα πιτσίλισε το άσπρο της μανίκι. Αίμα και υγρά άρχισαν να τρέχουν στα ασπρόμαυρα πλακάκια.
«Ελάτε», είπε η Κονι. «Μην στέκεστε εκεί, ελάτε!»
Με τις σμαραγδοπράσινες μεθαμφεταμίνες τους και μια χούφτα πλαστά πιστωτικά τσιπ σε περισσότερα ονόματα απ' όσα θα μπορούσαν να θυμηθούν, ήταν έτοιμοι να το σκάσουν. Η νοικιασμένη Πόντιακ περίμενε στο λαμπρό φως του πρωινού ήλιου, οι ασημένιες πόρτες της σηκώθηκαν κι άνοιξαν, η κεραμική της μηχανή κροτάλισε καθώς έφτασε στην κανονική της θερμοκρασία. Κόκκοι σκόνης χόρευαν στο φως, και ο Τζερόμ κοίταζε τη λευκή πλαστική τσάντα που έβγαζε το απαλό της βουητό. Πίεσε το κάλυμμα του πορτ-μπαγκάζ, κι έκλεισε μ' ένα σιγανό σφύριγμα.
Κάπου στην Πενσυλβανία, όπου ο ουρανός είχε ένα
μουντό γκρίζο χρώμα που φιλτράριζε το φως και
ξέπλενε το χρώμα από τα χωράφια που περνούσαν έξω
από το αμάξι, ο Τζερόμ είπε: «Πρέπει να το
εξηγήσεις... αυτό που έκανες.» Η Κόνι είχε γείρει
πίσω το κάθισμά της και ήταν σχεδόν ξαπλωμένη
πάνω στον βαλέ, που έπιανε το μεγαλύτερο μέρος
των πίσω καθισμάτων. Το πρόσωπό της έβλεπε το
ταβάνι του αμαξιού, τα μάτια της ήταν κλειστά.
"Ντέηβιντ", είπε, «έπρεπε να τον σκοτώσω. Χριστέ
μου, ήξερε τα πρόσωπα μας, τι φορούσαμε... είδε και
το ρομπότ, που τελικά θα μας είναι πρόβλημα,
ξέρεις».
«Αυτό άσ' το. Ήταν εκείνος ή εμείς, ε;»
«Αυτό προσπαθώ να σου πω.»
Ο βαλές φλεγόταν από ένα εντελώς νέο σύνολο αντιλήψεων. Ξανά και ξανά, έβλεπε τον εαυτό του να ακινητοποιεί τον άντρα με το κεντρί του, να τον ρίχνει κάτω, και την Κόνι Στόουν να τον σκοτώνει ξανά και ξανά. Ποιος είναι υπεύθυνος, και τι θα μπορούσα να κάνω; ήθελε να ξέρει.
Πέρασαν το Σικάγο, όπου ο μαύρος Πύργος της Σήαρς ορθωνόταν μέσα σε μια δυσώδη πετροχημική ομίχλη, σαν το στρατηγείο της Αυτοκρατορίας του Κακού. Η Εθνική 80 (Αυτ) είχε γίνει ένα θερμό μαγνητικό τούνελ που τους ρουφούσε. Ο αυτόματος πιλότος ήταν κλειστός, και τα κόκκινα νούμερα στο καντράν τρεμόπαιζαν στα ενενήντα - οι ελπίδες τους να περάσουν απαρατήρητοι δεν είχαν ακριβώς ξεχαστεί, είχαν απλώς παραμεληθεί στο πάθος της στιγμής.
Την επόμενη μέρα είχαν περάσει τις μεσοδυτικές Πολιτείες, αλλά οι ίδιοι είχαν εξαντληθεί τελείως, καθώς τα μίλια κυλούσαν κάτω από την Πόντιακ και τα χημικά που έτρωγαν πετούσαν εκατομμύρια μικροσκοπικό βέλη πάνω-κάτω στις σπονδυλικές τους στήλες και άδειαζαν τεράστιες γυάλινες δεξαμενές οξέων στα στομάχια τους. Ο Τζερόμ σκεφτόταν πως έπρεπε κάποτε να σταματήσουν. Έτσι, στο Γουαϊόμινγκ, σε μια πανάθλια μικρή πόλη που ήταν η μισή μια λουρίδα φαστφουντάδικα με φώτα νέον και η άλλη μισή ένα σεληνιακό τοπίο, κάτω από έναν καθαρό ουρανό που έσβηνε γρήγορα στο λυκόφως, βγήκαν από το δρόμο και σταμάτησαν στο Ωτοτέλ 80.
Ο βαλές ακολούθησε τον Τζερόμ και την Κόνι στο δωμάτιο του μοτέλ, όπου πήραν από ένα ντεμερόλ ο καθένας και κοιμήθηκαν δέκα ώρες στη σειρά, βγαίνοντας από την ομίχλη της αμφεταμίνης και μπαίνοντας σ' έναν ύπνο σκοτεινό σαν το θάνατο. Ο βαλές στεκόταν μέσα στο δικό του σκοτάδι, κατειλημμένος από τη μνήμη αυτού του μοναδικού γεγονότος, δουλεύοντας μέσα του αυτό που στον ανθρώπινο κόσμο θα ονομαζόταν το τραύμα, ο πόνος της εμπειρίας.
Το επόμενο απόγευμα τα σύννεφα που κρέμονταν στα γειτονικό βουνά έριξαν μια παγερή ψιχάλα καθώς έπεφταν στο Σωλτ Λέηκ Σίτυ. Μισή ώρα αργότερα ο Τζερόμ είχε γυρίσει στο χειροκίνητο έλεγχο και οδηγούσε την Πόντιακ κατά μήκος της ξέχειλης Σωλτ Λέηκ, όπου αναχώματα από χώμα και πέτρες είχαν κόψει το δρομο σε δυο αργοκίνητες λουρίδες βρεμένες από το νερό που διέρρεε από τη λίμνη. Γερανοί-ρομπότ-γιγαντιαία έντομα με μάτια-κάμερες - δούλευαν στην κορυφή των αναχωμάτων ενώ εργάτες με σημαιάκια ντυμένοι με πλαστικές κίτρινες φόρμες έκαναν σινιάλα στην μποτιλιαρισμένη κυκλοφορία. Πιο κάτω, προς τη δύση, o δρόμος ήταν μια ευθεία γραμμή που διέσχιζε τις πλημμυρισμένες αλυκές, όπου ο γκρίζος ουρανός και τα σύννεφα και τα καφετιά βουνά αντικατοπτρίζονταν σ' ένα γιγαντιαίο υδάτινο καθρέφτη, δυο μορφές ύπαρξης που διασταυρώνονταν χωρίς ορατή ένωση, το πλεόνασμα της φύσης να ρέει ελεύθερα σε μια απρόσμενη ομορφιά.
Ο Τζερόμ μάσησε μια πράσινη κάψουλα, πνίγηκε λίγο καθώς την κατάπινε, και μετά έβηξε και έφτυσε στο χέρι του. «Νομίζω πως ξέρω τι θα κάνουμε», είπε κι έγλειψε τα κομμάτια της πικρής αμφεταμίνης από την παλάμη του. «Ο βαλές μπορεί να στείλει σ' αυτούς τους μαλάκες ένα τηλεφωνικό μήνυμα: Κοροιδέψτε μας πάλι, και θ' αφήσουμε το σάπιο κουφάρι του έξι σας στο δρόμο να το φάνε τα τσακάλια. Πληρώστε τώρα, λοιπόν. Γρήγορα και με ασφάλεια κωδικοποιήστε, σκουπίστε, τελειώσατε» Έκανα ένα άσχημο λάθος την τελευταία φορά' τους την έπεσα σαν να είχαν κάποια συνηθισμένη ρουτίνα ασφαλείας' αλλά ξέχασα τι είχαν να προστατέψουν».
«Κι εγώ ξέχασα πόσο γρήγοροι είναι», είπε η
Κόνι. «Και πόσο πρόστυχοι»
«Ναι. Τέλος πάντων, νομίζω πως απομακρυνθήκαμε
αρκετά».
Ο Τζερόμ είχε πάντα συνειρμούς αποκαλυπτικής φύσεως με τη Νεβάδα. Του έρχονταν στο μυαλό λέξεις όπως πεδίο δοκιμών, υπόγεια έκρηξη και νεκρά πρόβατα. Αλλά εκεί κατέληξαν τελικά, σε μια μικρή πόλη δίπλα στα σύνορα που ψηνόταν στον απογευματινό ήλιο, με ταμπέλες που υπόσχονταν στους επενδυτές φτηνή είσοδο στο «Κοντινό Λας Βέγκας». Τα πάντα ήταν θολό και δυσδιάκριτα. .
Το δωμάτιό τους είχε ατσάλινα έπιπλα και μπλε ματ τοίχους. H ρεσεψιόν των Κυματιστών Αμμολόφων ήταν σε ψευδο-λουξ στυλ του τέλους του εικοστού αιώνα: λευκό κεραμικό και κόκκινο Νώγκαχαϊντ, χρώμιο, πολύχρωμα λέιζερ που έτρεχαν αδιάφορα τα προγράμματά τους. Ο Τζερόμ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι κι ένιωθε παράξενα. Παλιά μπλουζ που μισοθυμόταν... τραγούδια για όπλα και μαχαίρια και γυναίκες - Κρατά στο χέρι της ένα τριανταοχτάρι σπέσιαλ, και σε παρακαλώ, κορίτσι μου, μη σπας- σκέφτηκε πως κάποιο απ' αυτά θα ταίριαζε κάπως. Η Κόνι βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη σε μια ροζ πετσέτα, με κρυστάλλινες χάντρες νερού από το ντους στο δέρμα της -
Αυτή που αγαπώ -
Κι άνοιξε ένα μαύρο συρτάρι κι έβγαλε ένα σκούρο μπλε μετάξινο νυχτικό κι άφησε στην άκρη την πετσέτα -
έβαλε ένα πιστόλι στο στόμα ενός άντρα -
Πέρασε το νυχτικό πάνω από το κεφάλι της -
και τράβηξε τη σκανδάλη
Όταν το ζεστό, νοτερό της σώμα πιέστηκε πάνω του έσβησε άπειρες αμφιβολίες
(κάποιο ειδικό μπλουζ).
Ο βαλές έβγαλε από μέσα του ένα μπλε πλαστικό
καλώδιο μ' ένα ασημένιο βύσμα στην άκρη. Το
ελατήριό του το κράτησε τεντωμένο καθώς ο βαλές
το τίναξε και το κόλλησε στη βάση του τηλεφώνου.
«Θέλεις να το μεταδώσω τώρα;» είπε.
«Βέβαια», είπε ο Τζερόμ.
Και τη στιγμή που έπεφταν οι ρελέδες, καθώς
άρχιζαν να συνδέονται κυκλώματα από τη Νεβάδα ως
τη Δομινικανή Δημοκρατία, ήξερε τι έπρεπε να πει,
τώρα, και σε ποιον.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Τζερόμ είπε:
«Αυτό ήταν. Τελείωσε. Ας πιούμε κάτι». Και στον
βαλέ: «Πρέπει να φορτιστείς πάλι».
«Θα το κάνω», είπε το ρομπότ. Είχε κι άλλα
πράγματα να συλλογιστεί: μετά την πρόσφατη
εμπειρία-αμετάκλητης αλλαγής - αμετάκλητης
εκλογής - σκεφτόταν τι θα μπορούσε να συμβεί
μετά.
Γρήγοροι και πρόστυχοι, είχε πει.
Η Κόνι κι ο Τζερόμ έτρωγαν το πρωινό του ξενοδοχείου την επομένη, όταν άνοιξε η πόρτα και δυο άντρες με στολές του ξενοδοχείου - καστανοκόκκινες φόρμες με χρυσά σιρίτια - μπήκαν μέσα. Ο ψηλός κρατούσε ένα μικρό μαύρο αυτόματο πιστόλι σαν το Κολτ που είχε στην τσάντα της η Κόνι. Ο κοντός πήγε στην ντουλάπα και πάτησε το κουμπί, και ο καθρέφτης έκανε στο πλάι. Έβαλε το χέρι του στο ασπροφωτισμένο εσωτερικό της και έβγαλε την τσάντα-καταψύκτη πίσω από τις στοιβαγμένες μαύρες βαλίτσες. Ακούμπησε την τσάντα στο διπλό κρεβάτι, την άνοιξε κι έβγαλε έξω το πακετάκι. Το ξετύλιξε και μ' ένα μικρό νυστέρι έκοψε μια φέτα από το κομμάτι ροζ σάρκας που ήταν μέσα του και την έβαλε σ' ένα μικρό μαύρο σωλήνα.
Η Κόνι κοίταξε τον βαλέ, που ήταν συνδεδεμένος με την πρίζα του τοίχου. «Λυπάμαι», είπε ο Τζερόμ, αλλά εκείνη τον αγνόησε, κοίταζε μανιασμένα γύρω σαν να έψαχνε κάτι που δεν ήταν εκεί.
Ο κοντός κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και άρχισε να κλείνει την τσάντα-καταψύκτη. Ο ψηλός έριξε έναν πυροβολισμό που χτύπησε την Κόνι στη μέση του μετώπου της. Το σοκ την τίναξε στον τοίχο, και ο άντρας την πλησίασε, όπως ήταν πεσμένη με χέρια και πόδια ορθάνοιχτα, και πυροβόλησε άλλη μια φορά στην εσωτερική καμπύλη του αριστερού της στήθους, στην καρδιά.
«Πήγαινε σπίτι», είπε του Τζερόμ με την επίπεδη φωνή του παίκτη του πόκερ που ζητά δυο χαρτιά ακόμη. «Θα περάσει κάποιος να φροντίσει τα πράγματα - τη γυναίκα, το αμάξι. Μην πεις τίποτα σε κανέναν, και μη μας ενοχλήσεις ξανά. Κατάλαβες;»
Με το αίμα της πάνω του και τη μυρωδιά του θανάτου της στα ρουθούνια του, ο Τζερόμ κατάλαβε. Οι δυο άντρες δεν περίμεναν να τους απαντήσει. Έφυγαν.
Το σκάφος για το Ρήνο απογειώθηκε κάθετα από μια τσιμεντένια πίστα γεμάτη ρωγμές στην άκρη της ασήμαντης πόλης. Μέσα στο παλιό τζετ με τα πτυσσόμενα πτερύγια η φθαρμένη πράσινη ταπετσαρία ανέδιδε μια μυρωδιά ιδρώτα. Πάνω από τα βουνά το αεροπλάνο ταλαντευόταν και τιναζόταν στον άγριο άνεμο που διαπερνούσε την κεραυνόπληκτη θλίψη και τις ενοχές του Τζερόμ και τον έκανε να χλομιάζει από ναυτία.
Στο Ρήνο το αεροδρόμιο ήταν φωτεινό μπλε τσιμέντο, κόκκινο ατσάλι κι ένα δάσος από καθρέφτες, και ο Τζερόμ και ο βαλές ήταν ασήμαντοι μπροστά στις χιλιάδες που γύριζαν στα ανατολικά, οι περισσότεροι έχοντας ξοδέψει λογικά ποσά, μερικοί με ιστορίες για μεγάλα κέρδη στα καζίνα, και μερικοί ακόμα μ' αυτόν το στομαχόπονο που έρχεται με τις μεγάλες χασούρες, αυτές που δεν μπορείς να τις αντέξεις.
«Είστε σίγουρη πως το διαμέρισμα των αποσκευών
διατηρεί σταθερή ατμοσφαιρική πίεση;» είπε ο
Τζερόμ στη γυναίκα που καθόταν πίσω από το γκισέ
της Γιουνάιτεντ. Είχε ήδη παραδώσει τον βαλέ,
αλλά ανησυχούσε.
«Ε, Τζάκυ», είπε η γυναίκα. «Ο κύριος μεταφέρει
ένα ρομπότ. Θέλεις να του μιλήσεις; Εγώ έχω
δουλειά». Ήταν λίγο πάνω από τα είκοσι, με
λαμπερά, σέξι μάτια, και ήταν φανερό πως δεν έδινε
δεκάρα.
«Γαμήσου», είπε ο Τζερόμ και γύρισε κι έφυγε. «Ο
επόμενος», είπε η γυναίκα.
Στην πτήση για την Ουάσιγκτον η καμπίνα ήταν σκοτεινή, κι o Τζερόμ καθόταν χωρίς να κοιμάται και συλλογιζόταν πως ήταν αναγκασμένος να ομολογήσει πως ήξερε ελάχιστα για την Κόνι Στόουν. Αναρωτιόταν ποια να ήταν, κι άλλα ακόμη... αναρωτιόταν για τους δυο τους... ποιες πιθανότητες υπήρχαν να κρατήσει το πάθος τους και μετά το θερμοπυρηνικό ξέσπασμα της στιγμής; Στο Νταλς έβρεχε και είχε ομίχλη και το πλήθος που έβγαινε από τις δυο αφίξεις διασκορπιζόταν γρήγορα.
Ο βαλές κύλησε σε μια ράμπα που οδηγούσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του αεροδρομίου' ο Τζερόμ κάθισε ανάμεσα στους πέντ'-έξι άλλους σκυθρωπούς επιβάτες. Καθώς το αυτοκίνητο διέσχιζε το πάρκινγκ του Νταλς, κανείς δεν μιλούσε, και τον Τζερόμ δεν τον πείραζε καθόλου. Του ήταν αδύνατον να φανταστεί τον εαυτό του να προσπαθεί να μιλήσει με οποιονδήποτε για οτιδήποτε.
Αργά το απόγευμα της επόμενης μέρας, ο Τζερόμ καθόταν στη μικροσκοπική βεράντα έξω από την κρεβατοκάμαρά του. Από τις ανοιχτές τζαμόπορτες άκουγε το σιγανό θρόισμα του βαλέ που κινιόταν στο δωμάτιο.
Ο Τζερόμ είχε χάσει τις ηδονοβλεπτικές του διαθέσεις, η ενέργειά του είχε εξαντληθεί. Σκέφτηκε πως ίσως να είχε χάσει μαζί και την περιέργειά του, αν και αναρωτιόταν για ένα πράγμα.
«Βαλέ», φώναξε, και το ρομπότ βγήκε στη βεράντα.
«Πώς νομίζεις πως μας βρήκε η Ι. G. Biochemie;» ρώτησε.
Ανέπνευσε τους καμένους υδρογονάνθρακες που
ανέβλυζαν από το δρόμο, δέκα πατώματα πιο κάτω. Ο
βαλές έμεινε σιωπηλός. «Πίστευα πως ήμουν αρκετά
καλός σ' αυτό το παιχνίδι», συνέχισε ο Τζερόμ,
«αλλά με έκαψαν, μας έπιασαν».
«Όχι», είπε ο βαλές. «Δεν φταις εσύ».
«Φυσικά και φταίω».
«Όχι. Εγώ τους είπα».
Ο Τζερόμ τινάχτηκε από την καρέκλα του κι έπιασε τον βαλέ από τη βάση του πορσελάνινου κελύφους του. Φυσικά εσύ τους είπες, σκέφτηκε, και εκείνη τη στιγμή ήταν περισσότερο αναγνώριση ενός γεγονότος που ήδη ήξερε παρά αποκάλυψη. Μούγκρισε καθώς έγειρε το σώμα του βαλέ στο πλάι έτσι που ακουμπούσε στα ασπροβαμμένα κάγκελα της βεράντας. Τα πλοκάμια του βαλέ έτρεμαν σαν αναστατωμένα μαύρα σκουλήκια.
«Για να σου σώσω τη ζωή», είπε ο βαλές. «Έκανα
μια συμφωνία μαζί τους. Δεν θα σε ξεχνούσαν ποτέ,
θα σε σκότωναν. Γιατί ανησυχείς γι' αυτή τη
γυναίκα; Ήταν μια κλέφτρα, μια δολοφόνος».
«Σκατόπραμα».
Κάτω από το βάρος του βαλέ και το σπρώξιμο του Τζερόμ, το κάγκελο υποχώρησε κι ο βαλές έπεσε, μέσα στο λαμπρό φως του ήλιου. Σπάζοντας ένα άγαλμα από μαύρο σφυρήλατο σίδερο, βούτηξε στο νερό και το σώμα του συντρίφτηκε στον πάτο του σιντριβανιού που ήταν φτιαγμένος από τσιμέντο και αμμόλιθο.
Πάνω από τα σχόλια των ανθρώπων που άρχισαν να μαζεύονται γύρω από το σιντριβάνι, ακούστηκε από ψηλά το ουρλιαχτό του Τζερόμ.