Κάποιος |
![]() |
Harlan Ellison
The Prowler in the City at the Edge of the World (1967)
με τον Robert Bloch
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας
Πάνω από όλα ήταν η πόλη, σκοτάδι ποτέ. Ερμητικά κλεισμένη αντανακλούσε το φως, τοίχοι φτιαγμένοι από αντισηπτικά μέταλλα την έκαναν να μοιάζει με τεράστια χύτρα ταχύτητας. Καθαρή, χωρίς ούτε έναν κόκκο σκόνης και τόσο σιωπηλή που ακόμη και τα στροβιλίσματα της καρδιάς και του νου της ήταν φυλαγμένα με κάθε επιμέλεια. Η πόλη ήταν αυτοδύναμη, βήματα αντηχούσαν ολόγυρα σαν παράταιρες νότες κάποιου εξωτικού δερμάτινου οργάνου. Ήχοι που αναπάλλονταν και ξαναγυρνούσαν πίσω στον δημιουργό τους σαν τυρολέζικες κραυγές που αντηχούν σε αλπικές κοιλάδες. Ήχοι βγαλμένοι από ταπεινωμένους κατοίκους που η ζωή τους ήταν τόσο τακτοποιημένη, τόσο αποστειρωμένη, τόσο μεταλλική όσο κι η πόλη που αυτοί δημιούργησαν για να τους κρατήσει μακριά από το πέρασμα του χρόνου. Η πόλη ήταν μια πολύπλοκη αρτηρία, οι άνθρωποι ήταν το αίμα που κυλούσε παγωμένα μέσα στην αρτηρία. Αποτελούσαν όλοι μαζί ένα γκεστάλτ, μια οργανωμένη μονάδα, ένα αδιαίρετο σύνολο. Ήταν μια πόλη που έλαμπε από σταθερότητα, η ιδέα της αιωνιότητας περασμένη στην πράξη, μια πόλη που εξακοντιζόταν στα ύψη μιας τυποποιημένης και καλουπωμένης δήλωσης μεταρσίωσης, η πιο μοντέρνα από όλες τις μοντέρνες κατασκευές, σχεδιασμένη να γίνει η πλέον τέλεια κατοικία των πιο τέλειων ανθρώπων. Το οριστικό αποτέλεσμα όλων των κοινωνιολογικών μελετών πάνω στο θέμα της Ουτοπίας. Χώρο ζωής την είχαν ονομάσει και πράγματι, εκεί μέσα τους έμελλε να ζήσουν θέλοντας και μη, μέσα σε εκείνο το Πουθενά της διαγραμματικής ευπρέπειας και καθαρότητας.
Ποτέ σκοτάδι. Ποτέ σκιές.
... μια σκιά. Μια κηλίδα κινείται αργά πάνω στην καθαρότητα του αλουμινίου. Κουρέλια κι αποφόρια απ' όπου ξεκολλούν λάσπες και χώματα από τάφους σφραγισμένους εδώ και αιώνες. Μια μορφή.
Αγγιξε στιγμιαία τον γκρίζο μεταλλικό τοίχο:
ένα αποτύπωμα από σκονισμένα δάχτυλα. Μια
καμπούρικη σκιά που κινείται μέσα στους
ολοκάθαρους, αντισηπτικούς δρόμους, κι αυτοί
μεταμορφώνονται στο πέρασμά του σε βρωμερά
σοκάκια μιας άλλης εποχής.
Ήξερε, αμυδρά όμως, τι είχε συμβεί. Δεν είχε μια
ολοκληρωμένη εικόνα, του έλειπαν οι
λεπτομέρειες, όμως αυτός ήταν δυνατός, κι έτσι
κατάφερε να ξεφύγει χωρίς να νιώσει τους λεπτούς
σαν τσόφλι τοίχους του μυαλού του να καταρρέουν.
Μέσα σε τούτο το λαμπερό κατασκεύασμα δεν υπήρχε
ούτε ένα μέρος να κρυφτεί και να βάλει σε μια τάξη
τις σκέψεις του. Έπρεπε να βρει χρόνο. Χαλάρωσε
λίγο το βήμα του δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Κατά
ένα παράξενο τρόπο, εντελώς ανεξήγητα, ένιωσε...
ασφαλής; Ναι, ασφαλής. Για πρώτη φορά εδώ και πάρα
πολύ καιρό.
Μόλις πριν από μερικά λεπτά στεκόταν σε εκείνο το στενοσόκακο έξω από τον αριθμό 13 της Μίλερς Κωρτ. Ήταν 6:15 το πρωί. Το Λονδίνο ήταν ήσυχο καθώς κοντοστάθηκε στο δρομάκι όπου βρισκόταν το Ξενοδοχείο Μακάρθυ, σε εκείνο το δύσοσμο από τα ούρα, βρωμερό σοκάκι όπου οι πόρνες του Σπίταλφηλντς έπαιρναν τους πελάτες τους. Μόλις πριν από μερικά λεπτά, το έμβρυο μέσα στο λουτρό της φορμαλδεύδης κλεισμένο ερμητικά μέσα σε ένα γυάλινο μπουκάλι κρυμμένο στο βάθος της δερμάτινης τσάντας του, είχε σταθεί για λίγο για να πιει μέσα στην πηχτή ομίχλη, πριν πάρει το δρόμο της επιστροφής για το Τόυνμπη Χωλ. Αυτό είχε συμβεί πριν από μερικά μόλις λεπτά. Κατόπιν, βρέθηκε ξαφνικά σε κάποιο άλλο μέρος και δεν ήταν πια 6:15 το πρωί ενός παγωμένου Νοέμβρη του 1888.
Σήκωσε το κεφάλι του προς τα πάνω, προς τα εκεί που ερχόταν αυτό το άπλετο φως που τον έλουζε τώρα σε τούτο το καινούριο μέρος. Στο Σπίταλφηλντς επικρατούσε νεκρική σιγή κι εντελώς ξαφνικά, χωρίς να νιώσει ότι μετακινείται ή ότι κάποιος τον μετακινεί, βρίσκεται μέσα σε ένα άπλετο φως. Και όταν σήκωσε το κεφάλι του είδε ότι βρισκόταν σε αυτό το καινούριο μέρος. Τώρα, λίγα λεπτά μόνο μετά τη μεταφορά, ακουμπούσε πάνω στον λαμπερό τοίχο της πόλης και στο νου του ήρθε εκείνο το εκτυφλωτικό φως. Μέσα από χίλιους καθρέφτες. Στους τοίχους, στο ταβάνι. Μια κρεβατοκάμαρα με ένα κορίτσι. Ένα πανέμορφο κορίτσι. 'Οχι σαν τη Μαύρη τη Μαίρη Κέλυ ή τη Μελαχρινή Ανυ Τσάπμαν ή την Καίτη 'Εντοουζ ή οποιοδήποτε άλλο θλιβερό απόβρασμα είχε αναγκαστεί να περιποιηθεί...
Ένα πανέμορφο κορίτσι. Ξανθομάλλικο, όλο υγεία, μέχρι που άνοιξε τη ρόμπα της κι έγινε σαν όλες τις άλλες τις τσούλες που τον υποχρέωναν να χρησιμοποιήσει στη δουλειά του στο Ουάιτσαπελ...
Ένα τρυφηλό και φιλήδονο πλάσμα, μια Ιουλιέττα όπως αυτοαποκαλέστηκε πριν αυτός χρησιμοποιήσει το μεγάλο κοφτερό μαχαίρι επάνω της. Το μαχαίρι το είχε βρει κάτω από το μαξιλάρι, πάνω σε εκείνο το κρεβάτι όπου τον είχε σύρει-πόσο είχε ντραπεί, δεν είχε φέρει την παραμικρή αντίσταση, όλα ήταν συγκεχυμένα στο μυαλό του, κρατώντας σφιχτά τη μαύρη του τσάντα και τρέμοντας σαν μικρό παιδί, αυτός που γλιστρούσε στους δρόμους του Λονδίνου σαν σκιά μέσα στη νύχτα, αυτός που μπορούσε να γλιστρήσει όπου ήθελε και να πετύχει το σκοπό του ανενόχλητος όπως ήδη είχε κάνει οχτώ φορές μέχρι τότε, να οδηγείται τώρα προς την αμαρτία από μιαν άλλη, μιαν ακόμα τσούλα που εκμεταλλεύεται την προσωρινή του αδυναμία να αντιληφθεί τι του συμβαίνει και πού βρίσκεται, αλήθεια, πόσο ντράπηκε για αυτό - και το χρησιμοποίησε πάνω της.
Αυτά συνέβησαν μόλις πριν από λίγα λεπτά, αν και
εργάστηκε πολύ επιδέξια κι αποτελεσματικά επάνω
της.
Το μαχαίρι ήταν μάλλον ασυνήθιστο. Η λάμα του
έμοιαζε να αποτελείται από δυο λεπτά φύλλα
μετάλλου που ανάμεσά τους έκρυβαν κάτι που
παλλόταν και λαμπύριζε. Κάτι που σπινθήριζε σαν
να το δημιουργεί κάποια γεννήτρια Βαν Ντερ
Γκράαφ. Μα η ιδέα και μόνο του φαινόταν πέρα ως
πέρα γελοία. Αυτό το πράμα δεν ήταν συνδεδεμένο
με κανένα σύρμα ούτε με κάποιον άλλο ηλεκτρικό
αγωγό, με τίποτα που θα μπορούσε να προκαλέσει
και την παραμικρότερη ηλεκτρική εκκένωση. Το
είχε ρίξει πάντως μέσα στη δερμάτινη τσάντα του
όπου έκανε τώρα παρέα στα νυστέρια και το καρούλι
με το ζωικό νήμα για τα ράμματα και τις
χιλιοταλαιπωρημένες φιάλες που προστατεύονταν
από τις δερμάτινες θήκες τους καθώς και στο
έμβρυο που βρισκόταν μέσα στο μπουκάλι του. Το
έμβρυο της Μαίρης Τζέην Κέλυ.
Είχε εργαστεί επιδέξια, αποτελεσματικά και γρήγορα. Την είχε αφήσει όπως περίπου και την Καίτη 'Εντοουζ: με το λαιμό ξυραφισμένο πέρα ως πέρα από το ένα αυτί ως το άλλο, το σώμα ανοιγμένο στα δυο με ένα σκίσιμο που ξεκίναγε από τη βάση του λαιμού, περνούσε ανάμεσα από τα δυο στήθη και κατέληγε στον κόλπο, τα έντερα βγαλμένα έξω και τραβηγμένα προς τα πάνω να κρέμονται δίπλα από το δεξιό ώμο και με ένα κομμάτι από το έντερο κομμένο και τοποθετημένο ανάμεσα στην αριστερή μασχάλη. Το συκώτι ήταν τρυπημένο με τη μύτη του μαχαιριού και σκισμένο στα δυο στην αριστερή του πλευρά με μια κάθετη τομή. (Του είχε κάνει μάλιστα εντύπωση που δεν παρατήρησε τα παραμικρότερα σημάδια κίρρωσης στο συκώτι της, κάτι πολύ συνηθισμένο σε εκείνα των πορνών του Σπίταλφηλντς που έπιναν αδιάκοπα για να διώξουν από πάνω τους το βάρος μιας ζωής φρικτής κι απαίσιας που καθημερινά βίωναν. Αλήθεια, πόσο διαφορετική φαινόταν αυτή εδώ από όλες τις άλλες, αλλά και πόσο πιο ξεδιάντροπη στις ερωτικές της προκλήσεις. Και εκείνο το μαχαίρι κάτω από το μαξιλάρι του κρεβατιού...) Της είχε ξεριζώσει την κοίλη φλέβα που οδηγούσε στην καρδιά. Κατόπιν συνέχισε να εργάζεται πάνω στο πρόσωπο.
Είχε σκεφτεί προς στιγμήν να της αφαιρέσει το αριστερό της νεφρό, όπως είχε κάνει και με την Καίτη 'Εντοουζ. Χαμογέλασε καθώς ήρθε στο νου του η έκφραση που θα πρέπει να είχε πάρει το πρόσωπο του κ. Τζωρτζ Λασκ, του διευθυντή της Επιτροπής Επαγρύπνησης του Ουάιτσαπελ, όταν θα πήρε με το ταχυδρομείο εκείνο το χάρτινο κουτί. Το κουτί που περιείχε το νεφρό της διδος 'Εντοουζ μαζί με ένα γράμμα βέβηλα ανορθόγραφο:
Σου γραφο απτη κολασι, αξιοτημε κ. Λασκ, κε σου στελνο τη μησι νεφρεμια που πηρα απο μια γηνεκα, την εφηλαξα ηδικα για σενα, την αλη μησι την ετηγανισα κε την εφαγα. Ηταν πολι νοστιμη. Αν κανης ληγι ηπομονι θα σου στιλο κε το ματομενο μαχερι που τη ξεριζοσε. Πιασεμε οταν μπορεσης, κ. Λασκ.
Είχε θελήσει να το υπογράψει «Αληθινά Δικός σας, Τζακ ο Αντεροβγάλτης» ή Τζακ ο Γοργοπόδαρος ή ακόμα και Δερμάτινη Ποδιά, ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό εκείνη τη στιγμή, μια κάποια αίσθηση του στυλ όμως τον εμπόδισε την τελευταία στιγμή. Αν το τραβούσε πολύ μακριά θα ξέφευγε από τον αρχικό του σκοπό. Ίσως και το ότι του έγραφε πως είχε φάει το νεφρό να ήταν πολύ τραβηγμένο. Πόσο απεχθές αλήθεια. Πάντως δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μην το μυρίσει...
Αυτό το ξανθό κορίτσι, αυτή η Ιουλιέττα με το
μαχαίρι κάτω από το μαξιλάρι της. Ήταν η ένατη στη
σειρά. Ακούμπησε πάνω στο λείο ατσάλινο τοίχο που
δεν είχε την παραμικρή ρωγμή και έτριψε τα μάτια
του. Πότε θα κατάφερνε επιτέλους να σταματήσει;
Πότε θα καταλάβαιναν επιτέλους, πότε θα πιάνανε
το μήνυμά του, ένα μήνυμα ολοκάθαρο, γραμμένο με
αίμα, που μονάχα η φιλαργυρία τους τους τύφλωνε
και δεν τους άφηνε να δουν την πραγματικότητα που
διαρκώς παρερμήνευαν! Τι θα γινόταν, θα
αναγκαζόταν λοιπόν να αποδεκατίσει τις
ατέλειωτες στρατιές πορνών του Σπίταλφηλντς για
να μπορέσουν να καταλάβουν; Θα έπρεπε δηλαδή να
γεμίσει μέχρι τον αστράγαλο τα λιθόστρωτα με
μαύρο αίμα για να καταλάβουν τι εννοούσε και να
κάνουν κάποιες μεταρρυθμίσεις;
Καθώς χαμήλωνε τα ματοβαμμένα του χέρια από τα
μάτια του θα πρέπει να συνειδητοποίησε οριστικά
πια πως δεν βρισκόταν άλλο στο Ουάιτσαπελ. Αυτό
δεν ήταν το Μίλερς Κωρτ, ούτε και κανένα άλλο
μέρος του Σπίταλφηλντς. Και μάλλον δεν ήταν ούτε
καν το Λονδίνο. Μα πώς ήταν δυνατό;
Μήπως τον πήρε ο Θεός κοντά του;
Μήπως είχε πεθάνει χωρίς να το καταλάβει κάποια
στιγμή ανάμεσα στο μάθημα ανατομίας της Μαίρης
Τζέην Κέλυ (η βρώμα, τον είχε φιλήσει κιόλας!)
και την αφαίρεση των εντοσθίων αυτής της
Ιουλιέττας μέσα στην κρεβατοκάμαρά της; Μήπως
τελικά τον είχαν καλέσει οι Ουρανοί για να τον
ανταμείψουν για το έργο του;
Ο αιδεσιμότατος κ. Μπάρνετ θα ήθελε πολύ να
μάθαινε κάτι τέτοιο. Θα ήθελε όμως να τα μάθει όλα.
Η «Δερμάτινη Ποδιά» δεν σκόπευε όμως να του πει
τίποτα. Ας ξεκινούσαν τα μεταρρυθμιστικά μέτρα
κι ας έμενε να πιστεύει ο αιδεσιμότατος και η
γυναίκα του ότι ήταν αποτέλεσμα των φυλλαδίων
τους και όχι των νυστεριών του Τζακ.
Αν πράγματι είχε πεθάνει, θα ολοκληρωνόταν το
έργο του; Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του. Αν
όντως τον είχαν πάρει οι Ουρανοί, τότε το έργο του
θα πρέπει να είχε πράγματι ολοκληρωθεί. Και
μάλιστα με επιτυχία. Αν όμως είχαν έτσι τα
πράγματα, ποια ήταν τότε αυτή η Ιουλιέττα που το
αίμα της έπηζε τώρα σιγα-σιγά μέσα στο δωμάτιο με
τους χίλιους καθρέφτες; Εκείνη ακριβώς τη στιγμή
ένιωσε να τον κυριεύει ο φόβος.
Κι αν ακόμη και ο Θεός είχε παρερμηνεύσει τα όσα
είχε κάνει;
Όπως άλλωστε είχε παρερμηνεύσει και ο απλός
κοσμάκης του Λονδίνου και της Βασίλισσας
Βικτορίας. Όπως είχε κάνει και ο Σερ Τσαρλς
Ουώρεν. Κι αν και ο Θεός ακόμη πίστευε στο
επιφανειακό και παρέβλεπε τον πραγματικό
λόγο; Δεν μπορεί, αυτό είναι παράλογο! Αν υπήρχε
κάποιος που τον καταλάβαινε, αυτός ήταν ο καλός
Θεός που του είχε μηνύσει να κάνει ό,τι μπορεί για
να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.
Ο Θεός τον αγαπούσε, όπως αγαπούσε κι αυτός τον
Θεό. Ο Θεός ήξερε.
Όμως εκείνη τη στιγμή ένιωθε φόβο.
Γιατί, ποιο ήταν το κορίτσι που μόλις είχε σφάξει;
«Ήταν η εγγονή μου, η Ιουλιέττα», είπε μια φωνή
που ακούστηκε ακριβώς από δίπλα του.
Το κεφάλι του αρνήθηκε να γυρίσει αυτούς τους
λιγοστούς πόντους για να δει ποιος μίλησε. Η
μαύρη του τσάντα βρισκόταν παραδίπλα κι
αναπαυόταν πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια του
δρόμου που σκόρπιζε παντού αντανακλάσεις. Δεν θα
προλάβαινε να αρπάξει ένα μαχαίρι από εκεί μέσα
προτού προλάβουν να τον αρπάξουν αυτοί. Τελικά
κατάφεραν να τον βάλουν στο χέρι.
Αρχισε να τρέμει σύγκορμος.
«Δεν είναι ανάγκη να φοβάσαι», είπε η φωνή. Ήταν
μια φωνή ζεστή που έμοιαζε να του παραστέκεται.
Ένας ηλικιωμένος άντρας. Αυτός στο μεταξύ έτρεμε
λες και είχε κρυάδες. Παρ' όλα αυτά γύρισε να
κοιτάξει. Είδε ένα συμπαθητικό γέρο με ένα
καλοσυνάτο χαμόγελο. Ο οποίος ξαναμίλησε χωρίς
να κουνήσει καν τα χείλια του. «Δεν μπορεί να σε
βλάψει κανένας. Πώς είσαι;"
Ο άνθρωπος από το 1888 έπεσε στα γόνατα
ψελλίζοντας, «Συγχώρεσέ με Πανάγαθε, δεν ήξερα».
Το γέλιο του γέρου αντήχησε μέσα στο κρανίο του
ανθρώπου που ήταν πεσμένος στα γόνατα. Έλαμψε σαν
μια ηλιαχτίδα που μετακινείται αργά και φωτίζει
διαδοχικά ολόκληρο κάποιο σκοτεινό σοκάκι του
Ουάιτσαπελ από τις δώδεκα ως τη μία το μεσημέρι,
που σκαρφαλώνει σιγά-σιγά, ένα-ένα τα γκριζωπά
τούβλα των μαύρων από την καπνιά τοίχων. Έτσι
έλαμψε και του φώτισε το νου.
«Δεν είμαι ο Θεός. Βέβαια τη βρίσκω καταπληκτική σαν ιδέα, αλλά όχι, δεν είμαι Θεός: Θα ήθελες μήπως να συναντήσεις τον Θεό; Σίγουρα θα βρούμε κάποιον καλλιτέχνη που θα μπορούσε να σου φτιάξει έναν όπως ακριβώς τον θέλεις. Είναι σημαντικό αυτό για σένα; Καθώς βλέπω δεν είναι και τόσο. Αλήθεια, τι παράξενο μυαλό που έχεις. Ούτε πιστεύεις, αλλά ούτε κι αμφισβητείς. Πώς μπορείς να περιέχεις και τις δυο έννοιες ταυτόχρονα;... Μήπως θα ήθελες να σου ισιώσω λίγο την εγκεφαλική σου διάταξη; Μάλλον όχι, βλέπω ότι είσαι αρκετά φοβισμένος. Ας το αφήσουμε για την ώρα. Θα το κάνουμε κάποιον άλλη φορά».
Έπιασε τον άνθρωπο που ήταν γονατιστός και τον
σήκωσε όρθιο.
«Είσαι γεμάτος αίματα. Πρέπει να σε καθαρίσω.
Υπάρχει ένας λουτήρας εδώ κοντά. Εντυπωσιάστηκα
πολύ ξέρεις από τον τρόπο που χειρίστηκες το θέμα
της Ιουλιέττας. Είσαι ο πρώτος, ξέρεις. Πού να το
ξέρεις όμως! Τέλος πάντων, είσαι ο πρώτος που
της ανταπέδωσε τα ίσα: Θα το έβρισκες ενδιαφέρον
φαντάζομαι να έβλεπες τι έκανε στον Κασπαρ
Χάουζερ. Του συνέθλιψε ένα μέρος του εγκεφάλου
του και κατόπιν τον έστειλε πίσω να ζήσει για
λίγο τη ζωή του και μετά - τι χαζοκόριτσο που ήταν
- με έβαλε να της τον ξαναφέρω πίσω και συνέχισε
με το μαχαίρι. Με αυτό που πήρες, υποθέτω. Κατόπιν
τον ξανάστειλε πίσω στην εποχή του. Θαυμάσιο
μυστήριο. Το αναφέρουν όλες οι ταινίες
ανεπίλυτων φαινομένων. Αλλά ήταν άτσαλη και
τσαπατσούλα, όχι σαν κι εσένα. Είχε τρομερό
οίστρο, αλλά ελάχιστη λάμψη. Με εξαίρεση την
περίπτωση του Δικαστή Κρέητερ... είχε κάνει
τότε...» Σταμάτησε να μιλά κι έβαλε τα γέλια.
«Είμαι γέρος τώρα πια κι άμα αρχίσω να μιλάω δεν
σταματάω ποτέ! Ξέρω, θέλεις να πλυθείς και να
χαζέψεις το μέρος. Μετά μπορούμε να μιλήσουμε με
την ησυχία μας».
«Ήθελα μονάχα να σου πω ότι είμαι πολύ
ευχαριστημένος με τον τρόπο που την
ξεφορτώθηκες. Από μια μεριά θα μου λείψει όμως το
χαζοκόριτσο. Έκανε τόσο καλό γαμήσι».
Ο γέροντας σήκωσε από κάτω τη δερμάτινη τσάντα
και κρατώντας τον αιματοβαμμένο άνθρωπο
κατηφόρισε τον καθαρό κι αστραφτερό δρόμο. «Ώστε ήθελες
να τη σκοτώσουν;» ρώτησε ο άνθρωπος από το 1888.
Ο γέρος έγνεψε καταφατικά χωρίς να κουνήσει ποτέ
τα χείλια του. «Φυσικά. Για ποιο λόγο άλλωστε της
κουβάλησα εδώ τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη;»
Αχ Θεέ μου, σκέφτηκε, βρίσκομαι στην Κόλαση. Και με έχουν καταχωρήσει σαν Τζάκ.
«Όχι, όχι αγόρι μου, όχι. Δεν βρίσκεσαι στην
Κόλαση, κάθε άλλο. Βρίσκεσαι στο μέλλον. Για σένα
στο μέλλον, για μένα στο παρόν. Έχεις έρθει από το
1888 στο...» σταμάτησε και κάτι μουρμούρισε από μέσα
του σαν να μετρούσε μήλα ενώ θα έπρεπε να μετρά
δολάρια, φθάνοντας κάποια στιγμή στο συμπέρασμα
«... 3077. Είναι ένας κόσμος όμορφος, γεμάτος από
στιγμές ευτυχίας και είμαστε χαρούμενοι που σε
έχουμε κοντά μας. Έλα τώρα, πάμε να πλυθείς».
Στο λουτρώνα, ο παππούς της χαμένης πια
Ιουλιέττας άλλαξε το κεφάλι του.
«Πραγματικά το σιχαίνομαι εξήγησε στον άνθρωπο
που είχε έρθει από το 1888, καθώς πέταγε κομμάτια
ολόκληρα από τα μάγουλά του και τέντωνε το
υπόλοιπο δέρμα που συμπεριφερόταν σαν λάστιχο.
«Αλλά επέμενε, βλέπεις, η Ιουλιέττα. Είχα κάθε
διάθεση να της κάνω τον καραγκιόζη αν τελικά ήταν
αυτό που θα την έκανε να ανοίξει τα πόδια της.
Όμως με όλα εκείνα τα παιχνίδια από το παρελθόν
και εμένα να κάθομαι να αλλάζω κεφάλια κάθε φορά
που ήθελα να με γαμήσει, χρειαζόταν πολλή
προσπάθεια, πραγματικά πολλή».
Μπήκε μέσα σε έναν από τους πολλούς όμοιους θαλάμους που βρίσκονταν στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με τους τοίχους. Η πτυσσόμενη πόρτα έκλεισε πίσω του κάνοντας ένα απλό τσακ, ήχο που μαρτυρούσε τη μάλλον χιτινική της προέλευση. Η πτυσσόμενη πόρτα ξανάνοιξε και από μέσα βγήκε ο παππούς της νεκρής Ιουλιέττας που τώρα φαινόταν έξι ολόκληρα χρόνια μικρότερος από τον άνθρωπο του 1888. Ήταν ολόγυμνος κι είχε ένα καινούριο κεφάλι. «Το σώμα είναι εντάξει, το άλλαξα πέρσι», είπε ενώ εξέταζε τα γεννητικά του όργανα και την ελιά που είχε στο δεξί του ώμο. Ο άνθρωπος από το 1888 γύρισε αλλού το κεφάλι του. Βρισκόταν στην Κόλαση κι ο Θεός σίγουρα τον μισούσε.
«Αντε λοιπόν, τι στέκεσαι εκεί;» Ο παππούς της
Ιουλιέττας χαμογελούσε. «Μπες επιτέλους μέσα σε
ένα θάλαμο Τζακ να καθαριστείς».
«Δεν με λένε έτσι», είπε με σιγανή φωνή ο άνθρωπος
από το 1888 σαν να τον είχαν χτυπήσει βάναυσα.
«Δεν πειράζει, κι αυτό μας κάνει... άντε να πλυθείς
τώρα».
Ο Τζακ πλησίασε διστακτικά έναν από τους
θαλάμους. Το χρώμα του ήταν πράσινο ανοιχτό, αλλά
μόλις αυτός στάθηκε μπροστά του άλλαξε κι έγινε
μοβ. «Θα με...»
«Θα σε καθαρίσει μονάχα, τι φοβάσαι;».
«Δεν θέλω να αλλάξω».
Ο παππούς της Ιουλιέττας δεν γέλασε. «Αυτό είναι το λάθος σου», του απάντησε σοβαρά. Κούνησε επιτακτικά το χέρι του και μόνο τότε ο άνθρωπος από το 1888 μπήκε μέσα στο θάλαμο ο οποίος αμέσως έκανε μια περιστροφική κίνηση και χάθηκε μέσα στο πάτωμα με ένα χαρούμενο ζιιζζζζ. Όταν ξαναγύρισε στην επιφάνεια κι άνοιξε, έβγαλε από μέσα του έναν Τζακ που έμοιαζε vα τα έχει εντελώς χαμένα. Οι μακριές του φαβορίτες ήταν τώρα πολύ πιο κοντές και περιποιημένες όπως και το φρεσκοξυρισμένο του πρόσωπο, τα μαλλιά του ήταν τρεις τόνους πιο ανοιχτά και η χωρίστρα του αντί για τη μέση βρισκόταν τώρα στα αριστερά. Φορούσε ακόμη το μακρύ του μαύρο πανωφόρι με τους αστραχάν γιακάδες, το σκούρο κουστούμι με το λευκό κολάρο και τη μαύρη γραβάτα με την καρφίτσα-πέταλο, μόνο που τώρα τα ρούχα του φαίνονταν ολοκαίνουρια, χωρίς ίχνος λάσπης και πολύ πιθανό συνθετικά, πιστά αντίγραφα των ρούχων που φορούσε.
«Λοιπόν;» είπε ο παππούς της Ιουλιέττας. «Δεν
είναι καλύτερα έτσι; Ένα καλό πλύσιμο φτιάχνει
πάντα το κέφι». Κι αμέσως μπήκε σε έναν άλλο
θάλαμο από όπου βγήκε μια στιγμή αργότερα
φορώντας ένα λεπτό ρούχο από μαλακό χαρτί που τον
κάλυπτε από το λαιμό ως τα πόδια χωρίς ούτε μια
ραφή. Πλησίασε προς την πόρτα.
«Πού πάμε;» ρώτησε ο άνθρωπος του 1888 τον παππού
που ήταν πια νεότερός του. «Θέλω να συναντήσεις
κάποιον», είπε ο παππούς της Ιουλιέττας και τότε
ο Τζακ τον είδε για πρώτη φορά να ανοιγοκλείνει
το στόμα του. Προτίμησε να μην το σχολιάσει.
Σίγουρα κάποιος λόγος θα υπήρχε.
«Θα σε πάω εκεί μονάχα αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα γουργουρίζεις μέσα στην πόλη. Είναι όμορφη πόλη, αλλά μένω εδώ και για να σου πω την αλήθεια ο τουρισμός είναι κάτι το πολύ βαρετό». Ο Τζακ δεν απάντησε. Ο παππούς το πήρε σαν μια έμμεση απάντηση στους όρους που του έθεσε.
Αρχισαν να περπατούν. Τον Τζακ τον συνεπήρε το
απίστευτο βάρος που είχε η πόλη. Απ' ό,τι
φαινόταν ήταν μια πόλη απέραντη, τεράστια σε όγκο
και υπερβολικά καθαρή. Το όνειρό του για το
Ουάιτσαπελ του Λονδίνου ήταν μια πραγματικότητα
μπροστά στα πόδια του. Τον ρώτησε αν υπήρχαν
χαμόσπιτα κι άσυλα για τους άστεγους. Ο παππούς
κούνησε το κεφάλι του. «Πάνε πια αυτά».
Ώστε τελικά είχαν περάσει. Τα μέτρα για τα οποία
είχε βάλει ενέχυρο την αθανασία της ψυχής του
είχαν τελικά περάσει. Κούνησε χαρούμενα τη
δερμάτινη τσάντα του και συνέχισε καμαρωτά το
περπάτημά του. Μετά από λίγα λεπτά όμως το βήμα
του χαλάρωσε για μιαν ακόμη φορά: Δεν υπήρχε ψυχή
στο δρόμο.
Μονάχα αστραφτερά, πεντακάθαρα κτίρια και
δρόμοι που τρέχανε προς κάθε κατεύθυνση και που
εντελώς απρόσμενά έφταναν σε αδιέξοδο, λες κι
αυτοί που τους έφτιαξαν αποφάσισαν πως οι
άνθρωποι θα όφειλαν να εξαφανίζονται σε κάποιο
σημείο και να εμφανίζονται ξανά σε κάποιο άλλο,
γιατί λοιπόν να κάθονται να φτιάχνουν δρόμους
που να ενώνουν το ένα σημείο με το άλλο;
Το έδαφος ήταν από μέταλλο, ο ουρανός έμοιαζε
μεταλλικός, τα κτίρια ξεπρόβαλαν απειλητικά από
κάθε γωνία, άτονες εξερευνήσεις αδιάφορου
μετάλλου σε προσχεδιασμένο χώρο. Ο άνθρωπος που
είχε έρθει από το 1888 ένιωσε μια τρομακτική
μοναξιά, λες και η κάθε του προηγούμενη πράξη
είχε προκαλέσει αναπόφευκτα την τωρινή του
αποξένωση από τους ανθρώπους που σκόπευε να
βοηθήσει.
Όταν είχε πρωτοέρθει στο Τόυνμπη Χωλ και ο αιδεσιμότατος κ. Μπάρνετ τον είχε κάνει να δει τη φρίκη των χαμόσπιτων του Σπίταλφηλντς, είχε ορκιστεί να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορούσε. Μετά από μερικούς μήνες παραμονής στους οχετούς του Ουάιτσαπελ κατάλαβε πως η τυφλή πίστη στον Κύριο και μόνο θα του έδειχνε το δρόμο. Τι χρησιμότητα είχαν όλες εκείνες οι πόρνες; Σίγουρα όχι μεγαλύτερη από τα μικρόβια που τις είχαν μολύνει. Είχε ξεκινήσει λοιπόν σαν Τζακ να εκπληρώσει το θέλημά του Θεού: να εξυψώσει τα άμοιρα αποβράσματα που είχαν κατοικήσει τα Ανατολικά Προάστια του Λονδίνου. Κι όμως, τόσο ο Λόρδος Ουώρεν, ο Αρχηγός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, όσο και η Βασίλισσά του, καθώς και όλοι οι υπόλοιποι, τον θεωρούσαν έναν παράφρονα γιατρό, ή έναν σχιζοφρενή σφαγέα, ή ένα κτήνος με ανθρώπινη περιβολή' όμως αυτόν δεν τον πτοούσε. Ήξερε ότι θα παρέμενε ανώνυμος, όπως ήξερε και ότι οι αγαθοεργές του ενέργειες θα οδηγούσαν κάποια στιγμή στο ποθούμενο αποτέλεσμα.
Την καταστροφή εκ θεμελίων της χειρότερης φτωχογειτονιάς που γνώρισε ποτέ η χώρα και τον εξαναγκασμό της Βικτωριανής κοινωνίας να δει την πραγματικότητα. Και να που πέρασε ο καιρός και βρισκόταν τώρα εδώ, σε έναν κόσμο όπου ήταν φανερό πως οι φτωχογειτονιές είχαν πλέον εκλείψει, σε μια στείρα Ουτοπία που αποτελούσε την προσωποποίηση των οραμάτων του σεβασμιότατου κ. Μπάρνετ - παρ' όλα αυτά κάτι δεν ήταν... εντάξει.
Αυτός εδώ ο παππούς με το νεανικό κεφάλι.
Η νεκρική σιγή στους δρόμους.
Η κοπέλα, η Ιουλιέττα, με το παράξενο χόμπι.
Η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για το θάνατό
της.
Η προσδοκία του παππού ότι αυτός, ο Τζακ, θα τη
σκότωνε. Και τώρα αυτή του η οικειότητα.
Πού ακριβώς πήγαιναν;
[Ολόγυρά τους, η Πόλη. Καθώς περπατούσαν, ο παππούς δεν έδινε σημασία, ενώ ο Τζακ παρατηρούσε χωρίς να καταλαβαίνει.
Είδαν όμως αυτά καθώς προχωρούσαν:
|
[Χίλιες τριακόσιες φωτεινές δέσμες, κάπου
τριάντα πέντε πόντους φαρδιές με πάχος εφτά
μόρια, ξεχύθηκαν από κάποιες σχεδόν αόρατες
χαραμάδες των δρόμων, άνοιξαν διάπλατα σαν
βεντάλιες και έλουσαν τις προσόψεις των κτιρίων'
άλλαξαν απόχρωση παίρνοντας ένα απαλό γαλάζιο
που πότισε τους τοίχους, καμπύλωσαν αργά
καλύπτοντας κάθε ανοιχτό χώρο, καμπύλωσαν ακόμη
μέχρι που σχημάτισαν ορθές γωνίες, κατόπιν
καμπύλωσαν και μετά πάλι ξανά σαν να φτιάχναν
φιγούρες από χαρτί που το διπλώνεις πολλές φορές'
άλλαξαν απόχρωση για μιαν ακόμη φορά, σε απαλό
χρυσαφί, διαπερνώντας την εξωτερική επιφάνεια
των κτιρίων, συμπαγή κύματα που συστέλλονταν και
διαστέλλονταν, και αφού πότισαν και τις
εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων, αποσύρθηκαν
κάτω από τα πεζοδρόμια, η όλη διαδικασία κράτησε
μονάχα δώδεκα δευτερόλεπτα. (Πάνω από τα κεφάλια τους εμφανίστηκαν κάτι
ορθογώνια επίπεδα από ένα γαλακτώδες φως που
αιωρούνταν στον αέρα. Ένα άυλο κλυδωνιζόμενο
πράγμα άρχισε να προσβάλλει τα υψηλότερα σημεία
ενός τεράστιου οικοδομήματος που βρισκόταν
μπροστά ακριβώς από τα φωτεινά επίπεδα. Καθώς τα
επίπεδα άρχισαν να χαμηλώνουν προς το έδαφος, το
κτίριο φάνηκε να γίνεται όλο και πιο αμυδρό ώσπου
κάποια στιγμή μεταβλήθηκε τελείως σε φωτεινά
μόρια που χάθηκαν ψηλά στον ουρανό. Όταν τα
γαλακτώδη επίπεδα έφτασαν πια στο ύψος του
πεζοδρομίου, το κτίριο είχε εξαϋλωθεί εντελώς.
Τότε η φωτεινή εκείνη επιφάνεια άλλαξε χρώμα,
πήρε ένα βαθύ πορτοκαλί κι άρχισε την πορεία της
προς τα πάνω. Καθώς ανέβαινε, μια καινούρια
κατασκευή φάνηκε να σχηματίζεται στο μέρος
ακριβώς πoυ προηγουμένως στεκόταν το άλλο κτίριο,
ρουφώντας και συγκεντρώνοντας - τουλάχιστον έτσι
έμοιαζε - μόρια φωτός από τον αέρα που σιγά-σιγά
σχημάτισαν κάτι συγκεκριμένο και που γρήγορα,
καθώς τα φωτεινά επίπεδα ολοκλήρωναν την ανοδική
τους πορεία, μεταμορφώθηκε σε ένα νέο κτίριο. Τα
επίπεδα τρεμόσβησαν και εξαφανίστηκαν. [Ένα ανθρώπινο πλήθος ντυμένο με λαστιχένια ρούχα βγήκε βιαστικά μέσα από μια γκρίζα παλλόμενη τρύπα που άνοιξε στον αέρα, πήδηξαν ανάλαφρα στο πεζοδρόμιο κι έτρεξαν να εξαφανιστούν πίσω από μια γωνία από όπού για αρκετή ώρα ακουγόταν ένας παρατεταμένος βήχας. Μετά σιωπή. [Μια σταγόνα νερού, συνεκτική όσο ο υδράργυρος,
αιωρήθηκε για λίγο σαν να αποτελούσε το βαρίδι
ενός αόρατου εκκρεμούς, κατόπιν έπεσε στο
πεζοδρόμιο, έκανε ένα γκελ, σηκώθηκε ξανά στον
αέρα λίγους πόντους και μετά εξατμίστηκε σε ένα
βυσσινί καπνό που είχε το σχήμα δοντιού φάλαινας,
ο οποίος στη συνέχεια έπεσε κάτω στο πεζοδρόμιο
όπου και έμεινε σαν μια μουτζούρα. |
[Ο παππούς της μακαρίτισσας της Ιουλιέττας και
ο άνθρωπος από το 1888 συνέχισαν το δρόμο τους.]
«Πού πάμε;»
«Στη βαν Κληφ. Συνήθως εμείς δεν περπατάμε, πού
και πού μονάχα. Τώρα πια δεν είναι τόσο ευχάριστα
όπως ήταν κάποτε. Τώρα το κάνω για σένα κυρίως.
Πώς σου φαίνεται;»
«Είναι... ασυνήθιστο».
«Δεν θυμίζει και πολύ το Σπίταλφηλντς, έτσι δεν
είναι; Παρ' όλα αυτά εγώ το προτιμούσα όπως ήταν
τότε. Έχω τον μοναδικό Ταξιδευτή, το ήξερες αυτό;
Τον μοναδικό που φτιάχτηκε ποτέ. Τον κατασκεύασε
ο πατέρας της Ιουλιέττας, ο γιος μου. Έπρεπε να
τον σκοτώσω για να μπορέσω να του τον πάρω. Είχε
κάτι εντελώς παράλογες απαιτήσεις πάνω στο θέμα.
Γι' αυτόν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Ήταν ο
τελευταίος από τους ψευτομάστορες και θα
μπορούσε να μου τον είχε δώσει και χωρίς κανένα
αντάλλαγμα. Αλλά ήταν κάπως ιδιότροπος, βλέπεις.
Γι' αυτό και έπρεπε να καθαρίσεις την εγγονή μου.
Όπου να 'ταν, θα με καθάριζε αυτή. Βαριόταν,
βαριόταν υπερβολικά, η χαζούλα...»
Μπροστά τους και λίγο πάνω από τα κεφάλια τους
σχηματίστηκε στον αέρα μια γαρδένια που γρήγορα
μεταμορφώθηκε σε γυναικείο κεφάλι με λευκά
μακριά μαλλιά. «Χέρνον, δεν μπορούμε να
περιμένουμε άλλο!» Φαινόταν ενοχλημένη.
Ο παππούς της Ιουλιέττας εξοργίστηκε.
«Βρωμοθήλυκο! Σου είπα βηματισμό. Αλλά εσύ
βέβαια δεν μπορούσες, έτσι δεν είναι; Πήδημα
πήδημα πήδημα, μόνο αυτό μπορείς να κάνεις. Αντε
τώρα λοιπόν, με λιγότερα φέντελ. Τα φέντελ, που να
σε πάρει! Εγώ το έχω στο βηματισμό, δούλευα σε
βηματισμό, ενώ εσύ...!»
Σήκωσε κατά πάνω το χέρι του κι αμέσως το πρόσωπο άρχισε να μουχλιάζει. Την ίδια στιγμή το πρόσωπο εξαφανίστηκε από μπροστά τους, όμως η γαρδένια ξαναπαρουσιάστηκε λίγα μέτρα πιο κάτω. Η μούχλα είχε στεγνώσει και ο Χέρνον, ο παππούς της Ιουλιέττας, κατέβασε το χέρι του λες και είχε βαρεθεί πια από τη βλακεία της γυναίκας. Ένα τριαντάφυλλο, ένα νούφαρο, ένας υάκινθος, δυο πανσέδες, μια φικάρια και ένα αγιάγκαθο εμφανίστηκαν δίπλα από τη γαρδένια. Ο Τζακ έκανε πίσω τρομοκρατημένος καθώς το καθένα από αυτά άρχισε να μεταμορφώνεται και σε ένα διαφορετικό πρόσωπο.
Όλα τα πρόσωπα γύρισαν τότε προς εκείνο που πριν από λίγο ήταν αγιάγκαθο. «Απατεώνα! Κάθαρμα!» φώναξαν όλοι εν χορώ στο λευκό, λεπτοκαμωμένο πρόσωπο που προηγούμενα ήταν αγιάγκαθο. Τα μάτια της γυναίκας-γαρδένια τινάχτηκαν έξω από τις κόγχες τους, από τις βαθιές μοβ σκιές που περιέβαλαν τους βολβούς και που την έκαναν να μοιάζει με φοβερό αγρίμι που πεταγόταν έξω από τη σπηλιά του. «Παλιοκούραδο!» ούρλιαξε στον άντρα-αγιάγκαθο. «Είχαμε συμφωνήσει όλοι, τα συζητήσαμε κι είχαμε όλοι συμφωνήσει: Έπρεπε να κάνεις το γαϊδουράγκαθο, έτσι δεν είχαμε πει, άχρηστε! Τώρα θα δεις...»
Γύρισε απότομα προς τους υπόλοιπους.
«Μετουσίωση αμέσως! Δεν θα περιμένουμε άλλο, στο
διάολο ο βηματισμός! Τώρα!»
«Όχι, που να πάρει!» φώναξε ο Χέρνον. «Θα μέναμε σε
βηματισμό!» Ήταν όμως πολύ αργά πια. Ο αέρας
γύρω από τον άντρα αγιάγκαθο άρχισε να
στροβιλίζεται μανιασμένα με ολοένα αυξανόμενη
πυκνότητα ώσπου μαύρισε εντελώς έχοντας πάντα
στο κέντρο της σπείρας το τρομοκρατημένο τώρα
πρόσωπο του άντρα-αγιάγκαθο, έγινε μια έκρηξη και
η δίνη άρχισε τώρα να περιστρέφεται ανάποδα, να
ανοίγει προς τα έξω και να τυλίγει τον Τζακ, τον
Χέρνον και όλους τους ανθρώπους-λουλούδια μαζί
με την Πόλη τους και ξαφνικά έγινε νύχτα στο
Σπίταλφηλντς κι ο άνθρωπος από το 1888 βρισκόταν
ξανά στο 1888, με τη μαύρη δερμάτινη τσάντα του στο
χέρι, και μια γυναίκα να τον πλησιάζει από το
βάθος του δρόμου τυλιγμένη μέσα στη βραδινή
Λονδρέζικη ομίχλη.
(Μέσα στον εγκέφαλο του Τζακ υπήρχαν τώρα οκτώ επιπλέον οζίδια.)
Η γυναίκα ήταν γύρω στα σαράντα, φαινόταν
βαριεστημένη και όχι ιδιαίτερα καθαρή. Φορούσε
ένα σκούρο ρούχο από κάποιο τραχύ υλικό που της
έφτανε ως τις μπότες. Πάνω από τη φούστα της είχε
δεμένη μια άσπρη ποδιά, λεκιασμένη και
χιλιοτσαλακωμένη. Τα φουσκωτά μανίκια της
τέλειωναν κάπου στη μέση του χεριού της, πολύ πιο
πάνω από τους καρπούς, ενώ το κορσάζ του
φορέματός της ήταν κουμπωμένο μέχρι το λαιμό. Ένα
μαντίλι τύλιγε γύρω-γύρω το λαιμό της και ένα
καπέλο σαν φαρδύ τρυπητήρι καθόταν πάνω στα
μαλλιά της. Στο πάνω μέρος του καπέλου, που θύμιζε
παράξενο στέμμα, υπήρχε ένα θλιβερό λουλουδάκι
απροσδιόριστης προέλευσης. Στα χέρια της
κρατούσε μια τεράστια τσάντα φτιαγμένη από
χάντρες μεγάλων διαστάσεων.
Το βήμα της έγινε πιο αργό καθώς τον είδε να
στέκεται μέσα στις σκιές. Το ότι τον είδε δεν
είναι και τόσο σωστό, ας πούμε καλύτερα ότι τον
ένιωσε.
Βγήκε από τις σκιές που τον έκρυβαν και
υποκλίθηκε μπροστά της. «Καλησπέρα σας
δεσποινίς. Τι θα λέγατε για μια μπύρα;»
Τα χαρακτηριστικά της - που είχαν προ πολλού
βουλιάξει μέσα σε μια μιζέρια που τη γνωρίζουν
μονάχα οι γυναίκες εκείνες που έχουν πάρει μέσα
τους αναρίθμητα μέλη φουσκωμένης από αίμα
αντρικής σάρκας-πήραν μια άλλη, κάπως πιο
περιποιημένη διάταξη. «Ωχ, κύριε, νόμιζα πως ήταν
αυτός, σίγουρα. Η... η Δερμάτινη Ποδιά. Πήρα μια
τρομάρα, Θεέ μου». Προσπάθησε να χαμογελάσει,
αλλά το στόμα της απλώς έκανε ένα βιασμένο
μορφασμό. Τα μάγουλά της ήταν διάστικτα από
λευκές κηλίδες, συνέπειες κάποιας αρρώστιας και
του πολύ τζιν. Η φωνή της ήταν τραχιά, ένα
ραγισμένο όργανο που μόλις και μετά βίας δούλευε.
«Ένας δικηγόρος μονάχα που βρέθηκε χωρίς παρέα»
την καθησύχασε ο Τζακ. «Και διατεθειμένος να
κεράσει την όμορφη αυτή κυρία ένα μεγάλο ποτήρι
μαύρη μπύρα αν τον τιμούσε με την παρέα της για
λίγες ώρες».
Πλησίασε προς το μέρος του και τον έπιασε από το
μπράτσο. «'Εμιλυ Μάθιους, κύριε, και ειλικρινά
χαίρομαι για τη συντροφιά σας. Είναι μια φοβερή,
παγωμένη νύχτα απόψε και πολύ επικίνδυνη για μια
αξιοσέβαστη κυρία σαν του λόγου μου με αυτό τον
Πανούργο Τζακ να κυκλοφορεί ανενόχλητος ανάμεσά
μας».
Κατηφόρισαν αργά τη Θρωλ Στρητ, πέρασαν μπροστά
από όλα τα χαμόσπιτα σε κάποιο από τα οποία
σίγουρα θα γυρνούσε αυτή η βρωμιάρα αργότερα για
να ξεραθεί στον ύπνο, αν κατάφερνε να κερδίσει
μερικές δεκάρες από τούτον εδώ τον καλοντυμένο
άγνωστο με τα σκοτεινά μάτια.
Έστριψε δεξιά στην Κομέρσιαλ Στρητ και μόλις έφτασαν στο άνοιγμα της πρώτης παρόδου, λίγο πριν τη Φλάουερ εν Ντην Στρητ, την έσπρωξε απότομα με τον αγκώνα του κατά μέσα. Εκείνη μπήκε μέσα στο βρωμερό σοκάκι, και πιστεύοντας ότι θα ήθελε απλώς να τη χουφτώσει λίγο κάτω από τα μισοφόρια της, κόλλησε υπάκουα με την πλάτη της πάνω στον τοίχο κι άνοιξε διάπλατα τα πόδια της, σηκώνοντας συγχρόνως τα φουστάνια της μέχρι τη μέση. Όμως ο Τζακ είχε αρπάξει γερά το μαντίλι που ήταν δεμένο καλά γύρω από το λαιμό της και γυρίζοντάς το απότομα μια στροφή με το χέρι του της έκοψε την ανάσα. Τα μάγουλά της φούσκωσαν σαν μπαλόνια και στο λιγοστό φως που ερχόταν από τις γκαζόλαμπες του δρόμου μπορούσε να δει τα μάτια της να γίνονται από ανοιχτοκάστανα σε σκούρο καφέ, την απόχρωση εκείνη που παίρνουν τα φύλλα των δέντρων όταν ξεραίνονται. Η έκφραση στο πρόσωπό της ήταν μια έκφραση τρόμου, φυσικά, ανακατεμένη όμως με μια βαθιά θλίψη που είχε χάσει την μπύρα, που δεν θα κατάφερνε να φτάσει στην τρώγλη της εκείνο το βράδυ, που για μια φορά ακόμη την κατάτρεχε εκείνη η γκαντεμιά της 'Εμιλυ Μάθιους που τώρα την είχε οδηγήσει στα χέρια αυτού εδώ που θα εκμεταλλευόταν την καλοσύνη της. Ήταν μια θλίψη ολοκληρωμένη, για το αναπόφευκτο της μοίρας της.
| Βγαίνω μέσα από τα σκοτάδια για να σε συναντήσω. Τα σκοτάδια που μου φέρνουν στο μυαλό όλες τις στιγμές που ήμασταν μαζί. Από 'δω κι εμπρός, οι άνθρωποι θ' αναρωτιούνται τι έγινε τούτη τη στιγμή. Θ' αποζητάν σιωπηλοί να γυρίσουν πίσω και να' ρθουν, σε τούτη τη στιγμή που βρίσκομαι μαζί σου για να δουν το πρόσωπό μου και να μάθουν τ' όνομά μου κι ίσως, ίσως να μην προσπαθήσουν καν να με σταματήσουν γιατί τότε πια δεν θα' μαι αυτός που είμαι, παρά μονάχα κάποιος που προσπάθησε κι απότυχε ολότελα. Αχ, για μας τους δυο είναι τώρα στιγμές της ιστορίας που θα σαγηνεύουν για πάντα τους ανθρώπους, όμως ποτέ τους δεν θα καταλάβουν το λόγο που μας κάνει κι υποφέρουμε τώρα Εμιλυ, ποτέ τους δεν θα καταλάβουν πραγματικά γατί ο καθένας από μας τους δυο πέθανε τόσο τραγικά. |
Μια μεμβράνη κάλυψε τα μάτια της και καθώς η ανάσα της την εγκατέλειπε κάνοντας το σώμα της να τινάζεται απελπισμένα, το άλλο του χέρι που ήταν ελεύθερο μπήκε βιαστικά στην τσέπη του παλτού του. Ήξερε από πριν ότι θα του φαινόταν χρήσιμο κι έτσι ενώ ακόμα περπατούσαν είχε ήδη εισβάλει μέσα στη μαύρη δερμάτινη τσάντα. Το χέρι του έβγαινε τώρα μέσα από την τσέπη κρατώντας το νυστέρι.
«'Εμιλυ...» με απαλή φωνή.
Μετά την κομμάτιασε.
Προσεκτικά, οδηγώντας την άκρη του νυστεριού μέσα στη μαλακιά σάρκα πίσω και κάτω από το αριστερό αυτί. Στερνοκλειδομαστοειδής. Βυθίζοντάς το μέσα στον συμπαγή αλλά εύθρυπτο χόνδρο που υποχώρησε αμέσως. Κατόπιν, κρατώντας γερά το εργαλείο, το οδήγησε γύρω από την περιφέρεια του λαιμού ακολουθώντας τη γραμμή του σαγονιού. Υπογνάθιος αδήν. Το αίμα ξεπήδησε με δύναμη πάνω στα χέρια του, στην αρχή πηχτό, μετά σε κύματα που πέρασαν δίπλα του και πιτσίλισαν τον απέναντι τοίχο του στενοσόκακου. Σήκωσε τα μανίκια του που είχαν ποτίσει στο αίμα. Το νεκρό κορμί έκανε έναν τελευταίο σπασμό και σωριάστηκε χαλαρωμένο μέσα στα χέρια του, τα δάχτυλά του να κρατούν ακόμα σφιχτά το μαντίλι γύρω από το λαιμό, ενώ μαύρα γδαρσίματα σημάδευαν τώρα τα σημεία όπου είχε κάνει τις χαρακιές με το νυστέρι. Συνέχισε απτόητος το κόψιμο περνώντας πέρα από το σημείο που τελείωνε το σαγόνι και συνεχίζοντας προς το αυτί το οποίο και αφαίρεσε από το κρανίο. Την απόθεσε κάτω στο βρώμικο λιθόστρωτο. Ήταν ένα πτώμα κουλουριασμένο και το ίσιωσε. Μετά της έσκισε τα ρούχα, αφήνοντας τη γυμνή της κοιλιά να φωτίζεται από το αμυδρό φως της γκαζόλαμπας του διπλανού δρόμου. Η κοιλιά της ήταν πρησμένη. Την κύρια τομή την ξεκίνησε από τη βάση του σκισμένου λαιμού. Θυρεοειδής αδήν. Το χέρι του σταθερό, τράβηξε με το νυστέρι μια μαύρη λεπτή γραμμή από αίμα. Προς τα κάτω, όλο και πιο κάτω, ανάμεσα στα στήθη. Στέρνο. Με κέντρο τον αφαλό έκανε μια σταυρωτή τομή βαθιά μέσα στη σάρκα. Κάτι κιτρινωπό ξεπήδησε από μέσα. Μέσος ομφαλοκυστικός σύνδεσμος. Πιο χαμηλά, κάτω από το κύρτωμα της κοιλιάς, συνεχίζοντας όλο και βαθύτερα, τραβώντας πίσω το χέρι του μέχρι να βρει το σωστό σημείο για την τομή. Οπίσθιο μεσεντερικό χείλος. Πλησιάζει στη μουσκεμένη από τον ιδρώτα περιοχή των απόκρυφων της. Συναντά αντίσταση. Ουροδόχος κύστις. Και εδώ, στο τέλος της διαδρομής, κόλπος.
Βρωμερή τρύπα.
Μιαρός κόκκινος λάκκος λαγνείας, μουσκεμένη τρύπα της κάθε τσούλας.
Και μέσα στο μυαλό του, δαιμόνια να τον τριβελίζουν. Και μέσα στο μυαλό του, μάτια να τον παρακολουθούν. Και μέσα στο μυαλό του, άλλα μυαλά να συγκρούονται με το δικό του. Και μέσα στο μυαλό του, διέγερση
για μια γαρδένια
ένα νούφαρο
ένα τριαντάφυλλο
δυο πανσέδες
μια φικάρια
και ένα σκοτεινόχρωμο λουλούδι με πέταλα από οψιδιανό, στήμονα απο όνυχα, ύπερο από ανθρακίτη, και το μυαλό του Χέρνον, που ήταν ο παππούς της νεκρής Ιουλιέττας.
Παρακολούθησαν όλη τη φρίκη του τρελού αυτού μαθήματος ανατομίας. Τον παρακολούθησαν να χαρακώνει τα βλέφαρα. Τον παρακολούθησαν να αφαιρεί την καρδιά. Τον παρακολούθησαν να ξεσκίζει τις φαλλοπιανές σάλπιγγες. Τον παρακολούθησαν να ζουλά το ποτισμένο από το τζιν νεφρό μέχρι που έσκασε. Τον παρακολούθησαν να κομματιάζει τα δυο στήθη μέχρι να γίvoυv ένας σωρός από άμορφα ματοβαμμένα κρέατα και να τα βάζει πάνω στα ξεσκισμένα από τα βλέφαρά τους μάτια που χάζευαν ορθάνοιχτα τον oυpαvό. Παρακολουθούσαν.
Παρακολουθούσαν ρουφώντας συγχρόνως από την απύθμενη στέρνα του ταραγμένου του μυαλού. Ρουφούσαν αχόρταγα από τον υγρό παλλόμενο πυρήνα του ασυνειδήτου του. Και το απολάμβαναν:
Θεέ μου, Καταπληκτικό, κοιτάχτε, κοιτάχτε Μοιάζει με αφάγωτη άκρη κάποιας πίτσας, κοιτάχτε κι Εκείνο Εκεί πέρα θυμίζει τα λουμακόνια Θεέ μου εεεεέχω απορία να δω με Τι μοιάζει στη Γεύση!
Κοιτάξτε τι απαλά που κόβει το ατσάλι.
Τις μισεί όλες, την κάθε μια απο αυτές, κάτι τρέχει με κάποιο κορίτσι, κάποιο αφροδίσιο νόσημα, φοβάται τον Θεό του, τον Χριστό, τον αιδεσιμότατο κ. Μπαρνετ, θέλει... θέλει να γαμήσει τη γυναίκα του αιδεσιμότατου!
Κοινωνικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να επιτευχθούν μονάχα μετά από συντονισμένες προσπάθειες μερικών αφοσιωμένων. H κοινωνική μεταρρύθμιση είναι ένας σκοπός που αγιάζει τα μέσα και μπορεί να δικαιολογήσει την κάθε λυσιτελή μορφή αποδεκατισμού του πενήντα τοις εκατό τουλάχιστον του πληθυσμού που θα ευεργετηθούν κατόπιν από την εφαρμογή της. Οι καλύτεροι μεταρρυθμιστές είναι οι θρασείς και οι παράτολμοι. Τα πιστεύει! Τι ωραία!
Βρυκόλακες, ελεεινοί, τυμβωρύχοι, αποβράσματα...
Μας έχει αντιληφθεί!
Που να τον πάρει! Και που να πάρει και σένα Χέρνον, ρούφηξες πολύ βαθιά εσύ, τώρα ξέρει ότι είμαστε εδώ, είναι αηδιαστικό, ποιο το νόημα τώρα; Εγώ φεύγω!
Γύρνα πίσω, θα χαλάσεις τη μετουσίωση...
... και χάθηκαν μέσα στη δίνη του χρόνου που τους τύλιξε όλους και τους πήρε μακριά από τη σκοτεινή εκείνη νύχτα του 1888. H σπείρα άρχισε να κλείνει ολοένα μέχρι που έγινε μια απειροελάχιστη κουκίδα με κέντρο περιστροφής το μαύρο και απανθρακωμένο πια πρόσωπο του ανθρώπου που ήταν κάποτε αγιάγκαθο. Τώρα ήταν νεκρός. Τα μάτια του είχαν καεί, ένα φρικτό θέαμα βρισκόταν τώρα στη θέση που κάποτε υπήρχε ευφυία. Τον είχαν χρησιμοποιήσει για να εστιάσουν.
Ο άνθρωπος από το 1888 ξαναβρήκε γρήγορα τις αισθήσεις του με πλήρη και λεπτομερή επίγνωση των όσων συνέβησαν. Δεν ήταν ούτε όραμα, ούτε όνειρο, ούτε ψευδαίσθηση, ούτε και αποκύημα της φαντασίας του. Όλα αυτά είχαν συμβεί. Τον είχαν στείλει πίσω, είχαν σβήσει από το μυαλό του τη μεταφορά του στο μέλλον, την Ιουλιέττα, οτιδήποτε είχε συμβεί μετά από τη στιγμή που βρισκόταν έξω από τον αριθμό 13 της Μίλερς Κωρτ. Και τον είχαν βάλει να δουλέψει για λογαριασμό τους, για να ρουφήξουν τα αισθήματά του, τη συγκίνηση και τις ασυνείδητές του σκέψεις. Αυτός πετσόκοβε κι εκείνοι τρώγαν άπληστα και φούσκωναν με τις πιο μύχιές του αισθήσεις. Που τις πιο πολλές από αυτές, ώς εκείνη τη στιγμή - μέσα από μια παράξενη ανάδραση - ούτε που ήξερε ότι τις έκρυβε μέσα του. Καθώς ο νους του βυθιζόταν μέσα στις διαδοχικές αποκαλύψεις ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται. Μπροστά σε μια συγκεκριμένη ιδέα το μυαλό του προσπάθησε να ξεγλιστρήσει και να τον παρασύρει στο σκότος αντί να την αντιμετωπίσει. Όμως όλοι οι φραγμοί είχαν καταρρεύσει ανοίγοντας νέα και πρωτόγνωρα για αυτόν πεδία συνείδησης επιτρέποντας του να τα δει και να τα θυμηθεί όλα. Βρωμερή ερωτική τρύπα, τσούλες, πρέπει να πεθαίνουν. Λάθος, αυτός δεν τις έβλεπε έτσι τις γυναίκες, καμιά γυναίκα, όσο χαμηλών ηθών κι αν ήταν. Αυτός ήταν κύριος και όφειλε να σέβεται τις γυναίκες. Είχε κολλήσει τη σύφιλη από εκείνη. Το θυμήθηκε. Και μαζί όλο τον ατέλειωτο φόβο και τη ντροπή μέχρι να πάει να το εξομολογηθεί στον πατέρα του που ήταν γιατρός. Την έκφραση στο πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου. Ξαφνικά τα είχε θυμηθεί όλα. Τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπισε ο πατέρας του: όπως θα είχε αντιμετωπίσει κάποιον που είχε πανούκλα. Ποτέ δεν κατάφερε από τότε να ξαναντικρύσει τον πατέρα του. Προσπάθησε να γίνει κληρικός. Κοινωνική μεταρρύθμιση χαχαχαχα. Όλα ψευδαισθήσεις. Είχε καταντήσει ένας κομπογιαννίτης, ένας σαλτιμπάγκος... κι ακόμα χειρότερα. Έσφαζε για κάτι που ούτε κι ο ίδιος πίστευε πραγματικά. Του είχαν ανοίξει το μυαλό και οι σκέψεις. του άρχισαν να παραπατάνε... να τρέχουν όλο και πιο γρήγορα προς το συμπέρασμα ότι θα γίνει μάρτυρας Της ΕΚΡΗΞΗΣ! ΤΟΥ! ΝΟΥ! ΤΟΥ!
Σωριάστηκε κάτω με το πρόσωπο προς το λείο γυαλισμένο πεζοδρόμιο, όμως δεν ακούμπησε ολότελα κάτω. Κάτι είχε εμποδίσει την πτώση του και τώρα κρεμόταν μετέωρος με τη μέση καμπουριασμένη σαν γελοίο ανδρείκελο που σταμάτησαν να το κουνάνε από πάνω. Μια ελαφριά πνοή από κάτι αόρατο και ξαναβρήκε αμέσως τις αισθήσεις του πριν καλά-καλά προλάβει να τις χάσει. Στο νου του έβαλαν τη σκέψη:
Θέλει να γαμήσει τη γυναίκα του αιδεσιμότατου κου Μπάρνετ. Η Εριέττα με την ευλαβική της παράκληση προς τη Βασίλισσα Βικτορία - «Κυρία, εμείς, οι γυναίκες του Ανατολικού Λονδίνου, σας εκφράζουμε τον αποτροπιασμό μας για τα ειδεχθή αμαρτήματα που συνέβησαν τελευταία...» - ζητούσε τη σύλληψή του, τη σύλληψη του Τζακ, που της ήταν αδύνατο να διανοηθεί, που δεν θα υποψιαζόταν ποτέ ότι ήταν αυτός που έμενε μαζί της και με τον αιδεσιμότατο στο Τόυνμπη Χωλ. Η σκέψη αυτή βρισκόταν ολόγυμνη μπροστά του σαν το κορμί της στα όνειρά του τα τόσο κρυφά που ποτέ του δεν θυμήθηκε το πρωί. Είχε μείνει με τις πόρτες του μυαλού του ορθάνοιχτες, μέσα σε απέραντους ορίζοντες και τότε για πρώτη του φορά κατάλαβε τι ήταν:
'Ένας ψυχοπαθής, ένας χασάπης, ένας ακόλαστος, ένας υποκριτής, ένας γελωτοποιός.
«Εσείς μου το κάνατε αυτό! Γιατί το κάνατε;»
Ένα τρελό παραλήρημα τύλιξε τα λόγια του. Τα λουλουδοπρόσωπα μεταμορφώθηκαν στους στυγνούς ηδονιστές που τον είχαν γυρίσει πίσω στα 1888 για εκείνη τη χωρίς νόημα σφαγή.
Η βαν Κληφ, η γυναίκα-γαρδένια, χαμογέλασε περιφρονητικά. «Εσύ γιατί νομίζεις, γελοίε χωριάτη; (Χωριάτης, αυτή δεν είναι η σωστή έκφραση, Χέρνον; Δεν τα πάω και τόσο καλά στις διαλέκτους της μέσης εποχής.) Όταν καθάρισες την Ιουλιέττα, ο Χέρνον ήθελε να σε στείλει πίσω. Δεν υπήρχε λόγος όμως. Μας χρώσταγε άλλωστε τουλάχιστον τρεις μετουσιώσεις και συ τα κατάφερες περίφημα στη μια από αυτές».
Ο Τζακ έβαλε τις φωνές με τέτοια λύσσα που έκανε τις φωνητικές του χορδές σχεδόν να πεταχτούν έξω από το λαιμό του. «Ήταν ανάγκη αυτό το τελευταίο; Τόσο σημαντικό νομίζεις ότι ήταν για τη μεταρρύθμιση... ε;»
Ο Χέρνον έβαλε τα γέλια. «Και βέβαια δεν ήταν».
Ο Τζακ έπεσε κάτω γονατιστός. Η Πόλη τον άφησε να το κάνει.
«Αχ Θεέ μου, Θεέ μου μεγαλοδύναμε, έκανα όσα έκανα... είμαι βουτηγμένος στο αίμα... κι όλα αυτά για το τίποτα, για το τίποτα».
Ο Κάσσιο, που ήταν ο ένας από τους δυο πανσέδες, είχε μπερδευτεί. «Γιατί τον απασχολεί τόσο πολύ αυτό το συγκεκριμένο, κι όχι όλα τα προηγούμενα;»
Ο Βέρλαγκ ο πολυπράγμονας, που ήταν πρωτύτερα φικάρια, του απάντησε κοφτά: «Όλα τον απασχολούν. Εξέτασέ τα και θα το διαπιστώσεις και μόνος σου».
Τα μάτια του Κάσσιο γύρισαν ανάποδα και μετά από λίγο ξανάρθαν στο κανονικό τους - ο Τζακ ένιωσε ένα ρίγος να του διαπερνά το μυαλό, για μια στιγμή μονάχα- και είπε αδιάφορα σαν να ξύπναγε από λήθαργο: «Χμμμμ».
Ο Τζακ ψηλάφισε κάπως αδέξια τη μικρή κλειδαριά της τσάντας του. Κατάφερε να την ανοίξει κι έβγαλε από μέσα το μπουκάλι με το έμβρυο. Το αγέννητο παιδί της Μαίρη Τζέην Κέλυ από την 9η Νοεμβρίου 1888. Το σήκωσε για λίγο μπροστά στα μάτια του και μετά το πέταξε με δύναμη κάτω στο μεταλλικό πεζοδρόμιο. Δεν κατάφερε όμως να φτάσει μέχρι την επιφάνεια. Εξαφανίστηκε λίγα χιλιοστά μόλις πριν συναντήσει τον καθαρό, αποστειρωμένο δρόμο της Πόλης.
«Τι καταπληκτική απέχθεια!» εκθείασε η Ρόουζ, που πριν ήταν τριαντάφυλλο.
«Χέρνον», είπε η βαν Κληφ, «έχει κεντράρει επάνω σου. Θεωρεί ότι εσύ είσαι ο υπεύθυνος για όλα αυτά».
Ο Χέρνον γελούσε (χωρίς να κουνά τα χείλια του) καθώς ο Τζακ έβγαζε από την τσάντα του το ηλεκτρικό νυστέρι της Ιουλιέττας και ορμούσε αιφνιδιαστικά κατά πάνω του. Τα λόγια του ήταν ασυνάρτητα, όμως αυτό που είπε καθώς τον χτυπούσε, ήταν: «Τώρα θα σου δείξω εγώ βρωμερό υποκείμενο! Θα σου δείξω ότι δεν μπορείς να παίζεις έτσι! Θα σε μάθω εγώ! Θα πεθάνεις, κι εσύ και όλοι σας!» Αυτά ακριβώς έλεγε, όμως τα λόγια του βγήκαν σαν ένα μακρόσυρτο χλιμίντρισμα, γεμάτο εκδίκηση, απόγνωση, μίσος και έξαλλη οργή.
Ο Χέρνον γελούσε ακόμα ενώ ο Τζακ βύθιζε τη λεπτή σαν πνοή λεπίδα που τρεμόφεγγε βαθιά μέσα στο στήθος του. Χωρίς σχεδόν ο Τζακ να κουνήσει το χέρι του, η λεπίδα έκανε μια τέλεια τρύπα 360° που έγινε αμέσως κατάμαυρη και συρρικνώθηκε, αποκαλύπτοντας την καρδιά και τα υπόλοιπα όργανα που σπαρταρούσαν στο στήθος του Χέρνον. Λίγος χρόνος του απόμεινε για να ουρλιάξει γεμάτος σύγχυση πριν δεχθεί το δεύτερο χτύπημα από το μαχαίρι του Τζακ, ένα χτύπημα που χώρισε την καρδιά από τις συνδέσεις της. Αορτή. Πνευμονική αρτηρία. Ανω κοίλη φλέβα. Πνευμονικές φλέβες.
Η καρδιά, ξεκρέμαστη πια, έπεσε κάτω κι ένα ποτάμι από αίμα τινάχτηκε με δύναμη μέσα από την τρύπα λούζοντας τον Τζακ, κι ήταν τόση η δύναμή του που πέταξε μακριά το καπέλο από το κεφάλι του και του τύφλωσε τα μάτια. Τώρα το πρόσωπό του είχε καταντήσει ένα κόκκινο-μαύρο κολλάζ από χαρακτηριστικά και αίμα που έσταζε.
Ο Χέρνον ακολούθησε την καρδιά του και σωριάστηκε στα χέρια του Τζακ. Οι άνθρωποι-λουλούδια έβγαλαν τότε όλοι μαζί μια στριγκλιά, εξαφανίστηκαν, και το σώμα του Χέρνον γλίστρησε μέσα από τα χέρια του Τζακ κι εξανεμίστηκε λίγα δέκατα του δευτερολέπτου πριν προλάβει να ακουμπήσει τα πόδια του Τζακ. Οι τοίχοι γύρω του ήταν καθαροί, χωρίς ούτε ένα κόκκινο στίγμα, αποστειρωμένοι, μεταλλικοί, αδιάφοροι.
Στάθηκε στη μέση του δρόμου κρατώντας το ματωμένο μαχαίρι. «Τώρα!» φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, σηκώνοντας κατά πάνω το μαχαίρι. «Τώρα αρχίζουν όλα!»
Αν όντως τα άκουσε αυτά η πόλη δεν το ξέρουμε, πάντως
[Αυξήθηκε αστραπιαία η πίεση στους κροταφικούς συνδέσμους.] [Ένα τμήμα ενός αστραφτερού τοίχου από ένα κτίριο που βρισκόταν ογδόντα μίλια μακριά άλλαξε χρώμα κι από ασημένιο πήρε την όψη της σκουριάς.] [Μέσα στους θαλάμους κατάψυξης, διακόσιες κάψουλες ζελατίνας έπεσαν μέσα στα ζυμωτήρια που είχαν ετοιμαστεί.] [Ο κλιματοποιός μίλησε για λίγο μόνος του με χαμηλή φωνή, δέχθηκε ορισμένα στοιχεία και κατασκεύασε αμέσως ένα άυλο μνημονικό κύκλωμα.] |
και στη λαμπρή αιώνια πόλη, εκεί όπου η νύχτα έπεφτε μονάχα όταν οι κάτοικοί της ήθελαν πραγματικά τη νύχτα...
Έπεσε ξαφνικά νύχτα. Χωρίς καμία προειδοποίηση, πέρα από ένα «Τώρα!»
Μέσα στην Πόλη της στείρας ομορφιάς τριγύριζε τώρα ένα βρωμερό πλάσμα από σάπια σάρκα ψάχνοντας για το επόμενο θύμα του. Μέσα στην τελευταία Πόλη του κόσμου, μια Πόλη στην άκρη του κόσμου, εκεί όπου ζούσαν αυτοί που είχαν δημιουργήσει το δικό τους παράδεισο, έκανε μέσα στις σκιές αυτό το αγρίμι τη φωλιά του. Γλιστρώντας από σκιά σε σκιά, με μάτια που συλλαμβάνουν την κάθε κίνηση, αλωνίζει τους δρόμους ψάχνοντας να βρει το ταίρι του για να χορέψουν μαζί το χορό του θανάτου.
Την πρώτη γυναίκα τη βρήκε καθώς αυτή υλοποιόταν δίπλα σε ένα μικρό καταρράκτη που χυνόταν από ένα σημείο του αέρα και που έριχνε τα διάφανα φωτεινά νερά του που λαμπύριζαν μέσα σε έναν κυανόχρωμο κύβο από κάποιο άγνωστο υλικό. Τη βρήκε κι αμέσως βύθισε τη ζωντανή λεπίδα στο σβέρκο της. Κατόπιν της έβγαλε τα μάτια και τα έχωσε μέσα στις μισάνοιχτες παλάμες της.
Τη δεύτερη γυναίκα τη βρήκε μέσα σε έναν από τους πύργους, να κάνει έρωτα με έναν πάρα πολύ γέρο άνθρωπο που αγκομαχούσε και ξεφύσαγε κι έπιανε την καρδιά του καθώς η νεαρή γυναίκα τον οδηγούσε στο αποκορύφωμα. Τον σκότωνε όπως τη σκότωσε κι ο Τζακ. Της τρύπησε με το ζωντανό λεπίδι την κοιλιά κομματιάζοντας τα γεννητικά της όργανα καθώς αυτή βρισκόταν καθισμένη πάνω στον γέρο με τα πόδια ανοιχτά. Έχυσε το αίμα και τα έντερά της πάνω στο εξαντλημένο σώμα του γέρου, που κι αυτός πέθανε αφού η λεπίδα του Τζακ του είχε κόψει το σηκωμένο του όργανο που βρισκόταν μέσα της. Το σώμα της σωριάστηκε μπρούμυτα πάνω στον γέρο κι ο Τζακ τους άφησε έτσι, τον έναν στην αιώνια αγκαλιά του άλλου.
Βρήκε έναν άντρα και τον έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια καθώς μάταια εκείνος προσπαθούσε να εξαϋλωθεί. Αργότερα ο Τζακ αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον έναν από τους δυο πανσέδες και τότε του χαράκωσε προσεκτικά τα μάγουλα και τα παραγέμισε με τα γεννητικά του όργανα.
Βρήκε μιαν άλλη γυναίκα που τραγουδούσε ένα τραγούδι για αβγά σε μια παρέα μικρών παιδιών. Της έσκισε το λαιμό και της έκοψε τις φωνητικές χορδές. Αφησε τις χορδές να κρέμονται πάνω στο στήθος της. Τα παιδιά που παρακολουθούσαν αχόρταγα το θέαμα δεν τα πείραξε. Τα παιδιά τα αγαπούσε.
Τριγύρναγε ασταμάτητα μέσα στην ατέλειωτη νύχτα αυξάνοντας ολοένα την κωμική συλλογή του από καρδιές που ξερίζωνε από τα θύματά του, μια, δυο, τρεις, πέντε, εννιά. Κι όταν τις έκανε δώδεκα τις πήγε και τις έστησε σαν οδοσήματα σε μια από τις μεγάλες λεωφόρους που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν από οχήματα, αφού οι άνθρωποι αυτής της Πόλης δεν είχαν ανάγκη από οχήματα.
Το παράξενο είναι πως η Πόλη δεν τις εξαφάνισε τις καρδιές. Ούτε κι εξαφανίζονταν πλέον οι άνθρωποι. Μπορούσε να κυκλοφορεί τώρα χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις και κρυβόταν μονάχα αν έβλεπε κάποια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που πιθανά να τον έψαχναν. Όμως κάτι συνέβαινε στην Πόλη. (Μια φορά άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει το μέταλλο όταν σέρνεται πάνω σε άλλο μέταλλο καθώς και το σκριικκκ που βγάζουν δυο κομμάτια πλαστικό όταν χτυπούν με δύναμη μεταξύ τους - αν και φυσικά δεν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για πλαστικό - κι αμέσως από ένστικτο κατάλαβε πως ήταν ο ήχος μιας μηχανής που άρχιζε να χαλάει.)
Βρήκε μια γυναίκα που έκανε μπάνιο και την έδεσε με κομμάτια από τα ρούχα της. Της έκοψε τα πόδια από τα γόνατα και την παράτησε εκεί, μέσα στο κόκκινο λουτρό να ουρλιάζει καθώς έβλεπε τη ζωή της να χύνεται και να φεύγει από μέσα της. Τα πόδια τα πήρε μαζί του.
Όταν βρήκε έναν άντρα που προσπαθούσε να ξεφύγει από τη νύχτα τον άρπαξε αιφνιδιαστικά και του έκοψε το λαιμό και τα χέρια. Στη θέση των χεριών του έβαλε τα δυο πόδια της γυναίκας που πέθανε στο μπάνιο.
Κι αυτό συνεχίστηκε για πάρα πολύ καιρό. Τους έδειχνε με τον τρόπο του τι μπορούσε να δημιουργήσει το κακό. Τους έδειχνε πόσο γελοία φάνταζε η αθανασία τους μπροστά στη δική του.
Και τέλος κάτι του έδειξε ότι ήταν αυτός εκείνος που είχε κερδίσει το παιχνίδι. Καθώς καραδοκούσε μέσα σε έναν αντισηπτικά καθαρό χώρο, ανάμεσα σε δυο χαμηλούς αλουμινένιους κύβους, άκουσε μια φωνή που ερχόταν από πάνω του, από γύρω του, μέχρι κι από μέσα του. Ήταν μια δημόσια ανακοίνωση, που ποιος ξέρει με τι τρόπο τη μετέδιδαν και τι είδους σύστημα νοητικής επικοινωνίας χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι της Πόλης που βρισκόταν στην άκρη του Κόσμου.
Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ. ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΓΧΟΥΜΕ. ΤΟ ΓΚΕΣΤΑΛΤ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΜΕ ΜΕΤΑΒΛΗΘΕΙ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΞΕΝΗ ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΚΙ ΕΧΟΥΜΕ ΣΥΝΔΕΘΕΙ ΤΩΡΑ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΕΝΤΟΠΙΣΟΥΜΕ. ΟΜΩΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ. ΚΑΤΑΛΥΕΙ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. ΑΥΤΗ Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΟΥΜΕ ΟΛΟΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΟΥΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΠΕΙΛΗ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ. ΑΝ Η ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΠΕΘΑΝΕΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ.
Η ανακοίνωση δεν έγινε με τον τρόπο αυτό, όμως έτσι ακριβώς την ερμήνευσε ο Τζακ. Το μήνυμα ήταν πολύ πιο μεγάλο και αρκετά πιο πολύπλοκο, όμως στην ουσία αυτό ήταν το νόημά του και συγχρόνως ήξερε ότι είχε κερδίσει. Κατάφερε να τους εξοντώσει. Είχαν πει ότι οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ήταν για γέλια. Θα τους έδειχνε αυτός.
Και συνέχισε το τρελό του πογκρόμ. Τους έσφαζε και τους κομμάτιαζε όπου τους έβρισκε κι αυτοί δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν, ούτε να γλιτώσουν, ούτε και να τον σταματήσουν. Η συλλογή του από καρδιές έφτασε τις πενήντα, κατόπιν τις εβδομήντα και τέλος τις εκατό.
Βαρέθηκε να μαζεύει καρδιές κι άρχιζε να τους βγάζει τους εγκεφάλους. Κι αυτή η συλλογή άρχισε να μεγαλώνει.
Συνέχισε για μέρες αμέτρητες. Κάθε τόσο άκουγε μέσα στην καρδιά της ολοκάθαρης, αρωματισμένης κι ερμητικά κλεισμένης ατσάλινης Πόλης τις κραυγές που αντηχούσαν. Τα χέρια του συνεχώς κολλούσαν.
Κάποια στιγμή βρήκε τη βαν Κληφ και πετάχτηκε από το σκοτεινό του κρησφύγετο να τη γραπώσει. Ύψωσε τη ζωντανή λεπίδα με σκοπό να τη βυθίσει βαθιά μέσα στο στήθος της, όμως αυτή εξαφανίστηκε.
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε τριγύρω. Η βαν Κληφ εμφανίστηκε τρία μέτρα πιο κάτω. Όρμησε κατά πάνω της αλλά εκείνη πάλι χάθηκε. Για να ξαναφανεί τρία μέτρα πιο κάτω. Όταν μετά από κάπου έξι ή επτά προσπάθειες και ισάριθμες αποτυχίες στάθηκε λαχανιασμένος, κατέβασε αργά τα χέρια του και βάλθηκε να την παρατηρεί.
Και εκείνη τον κοιτούσε, χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος όμως.
«Δεν μας διασκεδάζεις πλέον», του είπε χωρίς να κουνήσει τα χείλια της.
Τους διασκέδαζε; Το μυαλό του τινάχτηκε ξαφνικά σε χώρους κατάμαυρους, εκεί όπου ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί και τότε, μέσα από το ζόφο της δίψας του για αίμα, συνειδητοποίησε τι γινόταν. Όλα αυτά είχαν γίνει για τη διασκέδασή τους. Του είχαν επιτρέψει να κάνει όσα είχε κάνει. Του είχαν δώσει το ελεύθερο μέσα στην Πόλη κι αυτός έκανε ό,τι καραγκιοζιλίκι ήθελε γι' αυτούς.
Κακό; Ούτε που είχε διανοηθεί τους πραγματικούς ορίζοντες αυτής της λέξης. Τινάχτηκε να την αρπάξει για μιαν ακόμη φορά, όμως αυτή εξαφανίστηκε οριστικά πλέον.
Τον άφησαν να στέκεται εκεί στη μέση καθώς το φως της ημέρας γύριζε και πάλι στην Πόλη. Καθώς η Πόλη καθάριζε τις βρωμιές του, μάζευε τα σφαγμένα κορμιά και τα έβαζε εκεί που έπρεπε να μπουν. Μέσα στους θαλάμους κατάψυξης οι κάψουλες ζελατίνας ξαναγύριζαν στις θήκες τους αφού δεν χρειάζονταν πια άλλοι κάτοικοι της Πόλης να ξεπαγώσουν για να δώσουν υλικό στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη να έχει να δουλεύει για τη διασκέδαση των ηδονιστών. Ο ρόλος του είχε πια τελειώσει.
Στεκόταν εκεί στη μέση του άδειου δρόμου. Σε ένα δρόμο που θα ήταν πάντα άδειος γι' αυτόν. Οι άνθρωποι της Πόλης είχαν πάντα την ικανότητα να του ξεφεύγουν και τώρα θα το διαπίστωνε και μόνος του. Ήταν ολοκληρωτικά πια ο παλιάτσος που του είχαν δείξει οτι είναι. Δεν ήταν κακός, ήταν θλιβερός κι αξιολύπητος.
Προσπάθησε να βάλει ένα τέρμα στη ζωή του χρησιμοποιώντας την ίδια ζωντανή λεπίδα, όμως αυτή διαλύθηκε κι έγινε μόρια φωτός που τα παρέσυρε ένα ελαφρό αεράκι που εμφανίστηκε γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό.
Στεκόταν εκεί, ολομόναχος, κοιτάζοντας την άσπιλη καθαρότητα αυτής της Ουτοπίας που είχε νικήσει θριαμβευτικά. Με το ασύγκριτο ταλέντο τους θα μπορούσαν να τον κρατήσουν ζωντανό για πάντα, αθάνατο, να τον κάνουν να περιμένει ώσπου να τον χρειαστούν πάλι κάποια μέρα για να τους διασκεδάσει. Τον είχαν αφήσει ολόγυμνο, αντιμέτωπο με τις σκέψεις του που φώλιαζαν μέσα σε ένα μυαλό που δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένά κομμάτι ζελές. Τον άφησαν να φτάσει στο έσχατο όριο της τρέλας και της απόγνωσης, έτσι που να μην μπορέσει να βρει ξανά τον ύπνο, το τέλος ή την ειρήνη.
Στεκόταν εκεί, ένα πλάσμα του βόρβορου και των στενών ανήλιαγων σοκακιών, μέσα σε έναν κόσμο τόσο καθαρό όσο και η πρώτη ανάσα ενός μωρού.
«Το όνομά μου δεν είναι Τζακ», είπε με σιγανή φωνή. Όμως εκείνοι ποτέ δεν θα μάθαιναν το πραγματικό του όνομα. Και ούτε και τους ένοιαζε. «Το όνομα μου δεν είναι Τζακ!» φώναξε δυνατά. Κανείς δεν άκουσε τίποτα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΛΕΝΕ ΤΖΑΚ, ΚΙ ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΚΟΣ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΚΟΣ, ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΦΡΙΧΤΟ ΚΙ ΑΠΑΙΣΙΟ ΑΤΟΜΟ, ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΕ ΛΕΝΕ TZAK!» ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, ξανά και ξανά και ξανά, καθώς τριγύρναγε άσκοπα μέσα στους άδειους δρόμους, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, χωρίς να παίρνει την παραμικρή προφύλαξη, χωρίς να είναι αναγκασμένος να παραμονεύει πια.
Ένας ξένος μέσα στην Πόλη.