
Roger
Zelazny
My Lady of the Diodes (1970)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη
«Στρίψε αριστερά στην επόμενη γωνία», είπε η
Μαξίν και ενώ την υπάκουσα.
«Παρκάρισε το αυτοκίνητο. Βγες έξω και άρχισε να
περπατάς. Διέσχισε το δρόμο στη διάβαση». Έκλεισα
την πόρτα πίσω μου κι άρχισα να περπατάω στο
δρόμο: ένας άντρας με σκούρο μπλε κουστούμι που
κρατούσε ένα γκρίζο βαλιτσάκι κι είχε ένα
ακουστικά βαρηκοΐας στο αυτί του. Θα μπορούσα να
είμαι ο άνθρωπος της Φούλερ Μπρας.
Διέσχισα το δρόμο.
«Τώρα γύρισε προς τα πάνω, στην άλλη πλευρά. Θα
δεις ένα κτίριο από κόκκινο τούβλο με αριθμό
έξι-έξι-οκτώ».
«Οκέυ», είπα.
«Προχώρησε ως το διάδρομο, αλλά μην ανεβείς τις
σκάλες. Μόλις διαβείς τη σιδερένια καγκελόπορτα
θα δεις μια σκάλα που οδηγεί κάτω αριστερά.
Ακολούθησέ την. Στη βάση της σκάλας θα δεις μια
πόρτα, κλεισμένη με λουκέτο κατά πάσα πιθανότητα,
που οδηγεί μέσα στο κτίριο».
«Ακριβώς όπως τα λες».
«Αφησε κάτω τη βαλίτσα, φόρεσε τα γάντια που
έχεις στην τσέπη του σακακιού σου, βγάλε το
σφυράκι από την εσωτερική σου τσέπη και
χρησιμοποίησέ το για να σπάσεις το λουκέτο.
Προσπάθησε να το καταφέρεις με ένα και μόνο
δυνατό χτύπημα».
Χρειάστηκα δύο.
«Μπες μέσα στο κτίριο και κλείσε πίσω σου την
πόρτα. Βάλε το λουκέτο από μέσα. Φύλαξε το σφυρί».
«Είναι σκοτεινά...»
«Το κτίριο πρέπει κανονικά να είναι άδειο. Κάνε
δώδεκα βήματα μπροστά και θα φτάσεις σ' ένα
διάδρομο που στρίβει στα δεξιά σου».
«Nαι».
«Βγάλε το δεξί σου γάντι και πάρε από τη δεξιά σου
τσέπη το ρολό με τα κέρματα. Σ' αυτό τον πλαϊνό
διάδρομο πρέπει να βλέπεις μια σειρά από
τηλεφωνικούς θαλάμους».
«Τους βλέπω».
«Το φως που έρχεται από τα τρία μικρά παράθυρα
απέναντι στους θαλάμους, είναι αρκετό για να
χρησιμοποιήσεις τα τηλέφωνα; »
«Είναι».
«Τότε μπες στον πρώτο θάλαμο, σήκωσε το ακουστικό
με το γαντοφορεμένο χέρι σου, ρίξε μέσα ένα κέρμα
και σχημάτισε τον παρακάτω αριθμό...»
Αρχισα να σχηματίζω τον αριθμό.
«'Οταν σου απαντήσουν, μην πεις τίποτε, ούτε να
κλείσεις, ακούμπησε απλώς το ακουστικό πάνω στη
συσκευή και μπες στον επόμενο θάλαμο όπου θα
σχηματίσεις τον ακόλουθο αριθμό...»
Έκανα ό,τι μου είπε δώδεκα φορές.
«Εντάξει τώρα», είπε η Μαξίν. «Έχεις μπλοκάρει
όλες τις γραμμές του Κέντρου, έτσι που δεν μπορεί
κανείς να πάρει εξωτερική κλήση. Είναι ελάχιστες
οι πιθανότητες να έρθει κάποιος και να διακόψει
τις συνδέσεις. Τώρα γύρισε αμέσως στο αυτοκίνητο.
Καθώς θα βγαίνεις βάλε πάλι το λουκέτο στην
πόρτα. Μετά οδήγησε κατευθείαν προς το Κέντρο.
Παρκάρισε στο γωνιακό πάρκινγκ, εκεί που γράφει
ΠΡΩΤΗ ΩΡΑ 50 σεντς. - ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΑΠΟ 35 σεντς. Στο
πάρκινγκ αυτό μπορείς να πληρώσεις
προκαταβολικά, έχε επομένως έτοιμα τα ψιλά σου.
Πες στον υπάλληλο ότι δεν θ' αργήσεις».
Γύρισα στο αυτοκίνητο, μπήκα μέσα κι άρχισα να
οδηγώ.
«Κράτα την ταχύτητά σου στα πενήντα χιλιόμετρα
την ώρα και φόρεσε το καπέλο σου».
«Είναι ανάγκη; Από τώρα; Δεν τα αντέχω τα καπέλα».
«Είναι ανάγκη, φόρεσέ το. Και τα γυαλιά».
«Εντάξει, τα φόρεσα. Πάντως το καπέλο σου χαλάει
τα μαλλιά πιο πολύ από όσο τα προστατεύει. Ασε που
συχνά στο παίρνει κι ο άνεμος».
«Πώς είναι η κίνηση; Μεγάλη; Μέτρια; - Το καπέλο
κρατάει ζέστη ».
«Ελάχιστη - Κάθε άλλο. Τα μαλλιά αρκούν για να
προστατεύουν το κεφάλι, κι όσο για τα αυτιά έτσι
κι αλλιώς μένουν απέξω και κρυώνουν».
«Τι χρώμα είναι το φανάρι μπροστά σου; - Γιατί
λοιπόν φοράνε καπέλο οι άλλοι άντρες;»
«Μόλις έγινε πράσινο. - Γιατί είναι ηλίθιοι
κομφορμιστές. Τα καπέλα είναι τόσο άχρηστα όσο
και οι γραβάτες».
«Αν δεν μεσολαβήσει κάποιο κυκλοφοριακό εμπόδιο
η τωρινή σου ταχύτητα θα σε περάσει από δυο
φανάρια ακόμη και μόνο στο τρίτο φανάρι θα σε
σταματήσει το κόκκινο. Στο σημείο αυτό θα έχεις
το χρόνο να γεμίσεις την πίπα σου - ίσως και να την
ανάψεις, αν και ήσουν μάλλον αργός στην πρόβα. Αν
δεν προλάβεις, θα έχεις άλλες δυο ευκαιρίες πριν
να φτάσεις στο πάρκινγκ.- Τι κακό έχουν οι
γραβάτες;
»Τσεκάρισε τώρα το χρόνο στο ρολόι σου: έχεις
ακριβώς εννιά λεπτά πριν το οξύ διαβρώσει τα
καλώδια του ηλεκτρικού. - Οι γραβάτες είναι
κομψές...»
«Εντάξει το τσεκάρισμα. - Οι γραβάτες είναι
ηλίθιες».
«Τώρα τοποθέτησέ με στο πίσω κάθισμα και σκέπασέ
με με την κουβέρτα. Αν προσπαθήσει κανείς να με
κλέψει θα τον αντιμετωπίσω με ηλεκτρικές
εκκενώσεις».
Έκανα όπως μου είπε, άναψα την πίπα και βρήκα το
πάρκινγκ.
«Φρόντιζε να φυσάς συνεχώς καπνό καθώς μιλάς με
τον υπάλληλο. Έχεις μαζί σου τη χαρτοσακούλα και
το πτυσσόμενο χαρτόκουτο; Το σύρτη και το φακό;»
« Ναι».
«Ωραία. Βγάλε τα γάντια σου. Βγάλε το ακουστικό
από το αυτί σου και κρύψ' το. Πρόσεχε τώρα πώς θα
χειρίζεσαι το τιμόνι σου. Πιάνε το με την παλάμη
και σκούπιζέ το μετά από κάθε άγγιγμα».
Παρκάρισα το αυτοκίνητο, πλήρωσα τον υπάλληλο,
κι άρχισα να βαδίζω στο δρόμο προς το Κέντρο. Μου
έμεναν δυο λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα.
Ανέβηκα την μπροστινή σκάλα και μπήκα στο χωλ. Η
έκθεση Σήκφαξ ήταν σε μια αίθουσα πίσω αριστερά.
Κινήθηκα προς την κατεύθυνση αυτή.
Μου έμενε ένα λεπτό και σαράντα δευτερόλεπτα.
Αδειασα την πίπα μου σ' ένα σταχτοδοχείο με άμμο
και την τίναξα. Η αίθουσα εκθέσεως δεν είχε
παράθυρα, είχε πει η Μαξίν που είχε εξετάσει όλα
τα σχέδια. Μεταλλική κάσα, πόρτα με μεταλλικό
φύλλο - όπως ακριβώς είχε πει η Μαξίν. Πλησίασα
την ανοιχτή πόρτα. Ακουσα ομιλίες, το μάτι μου
έπιασε σειρές από μηχανήματα, και βιτρίνες.
Φύλαξα την πίπα μου και άλλαξα τα γυαλιά μου με
υπέρυθρα. Δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Φόρεσα τα
γάντια μου. Δέκα. Έχωσα τα χέρια μου μέσα στις
τσέπες μου πιάνοντας με το ένα το φακό υπερύθρων
και με το άλλο το σύρτη. Μέτρησα αργά ως τα δέκα
και μπήκα μέσα στο δωμάτιο τη στιγμή ακριβώς που
έσβηναν τα φώτα. Κλείνοντας με μια κλωτσιά την
πόρτα, στερέωσα το σύρτη, έτσι που να συνδέει την
κλειδαριά με την κάσα. Μετά πέρασα πάνω του την
πολωτική ράβδο και τον άκουσα να κλείνει σφιχτά.
Αναψα το φακό και διέσχισα το δωμάτιο προς τις
κεντρικές βιτρίνες εκθεμάτων.
Όλοι στέκονταν σαστισμένοι γύρω καθώς έβγαζα
το σφυρί και έσπαζα το τζάμι. Ένας-δυο πωλητές
άρχισαν να κινούνται ψαχτά προς το μέρος μου,
αλλά παραήταν αργοί. Φύλαξα το σφυρί, και γέμισα
τη χαρτοσακούλα με το σύρμα χρυσού, πλατίνας και
ασημιού. Τα πιο ακριβά στοιχεία από κρυστάλλους
και πολύτιμες πέτρες τα τύλιξα σε χαρτομάντιλα.
Το γέμισμα της χαρτοσακούλας κράτησε μισό λεπτό
περίπου. Ανοιξα το κουτί που ήταν έτοιμο με
γραμματόσημα και τη διεύθυνσή μου γραμμένη πάνω
καθώς άρχισα να βγαίνω από το δωμάτιο. Τοποθέτησα
τη χαρτοσακούλα μέσα, πάνω σ' ένα στρώμα από
σκισμένες εφημερίδες. Σπίρτα και αναπτήρες
αναβόσβησαν προς το μέρος μου, αλλά δεν φώτισαν
και πολύ, ούτε για πολύ χρόνο. Μπροστά στην πόρτα
είχε μαζευτεί ένα μικρό πλήθος.
«Κάντε στην άκρη!» τους είπα. «Έχω το κλειδί.
Παραμέρισαν καθώς αποπόλωνα το σύρτη. Γλίστρησα
έξω από την πόρτα, την έκλεισα και στερέωσα το
σύρτη απέξω. Έβγαλα τα γάντια μου, έκρυψα το φακό
και άλλαξα γυαλιά καθώς έβγαινα έξω με την πίπα
στο στόμα. Έριξα το δέμα στο ταχυδρομικό κουτί
της γωνίας και ξαναγύρισα στο πάρκινγκ.
Παρκάρισα σ' ένα πλαϊνό δρομάκι, γύρισα ανάποδα
το σκούρο μπλε σακάκι μου μεταβάλλοντάς το σε ένα
ανοιχτό γκρίζο σπορ σακάκι, έβγαλα τα γυαλιά, το
καπέλο και την πίπα και ξανάβαλα το ακουστικό στο
αυτί μου.
«Όλα εντάξει», είπα.
«Ωραία», είπε η Μαξίν. «Τώρα σύμφωνα με τους
υπολογισμούς μου σου χρωστάνε μόνο δυο
εκατομμύρια, εκατόν είκοσι τρεις χιλιάδες και
τετρακόσια πενήντα δολάρια. Πάμε να δώσουμε πίσω
το αυτοκίνητο και να πάρουμε ένα ταξί για τον
τόπο του άλλοθί σου».
«Εντάξει. Στο Ντένβερ θα πιάσουμε ακόμη πιο
πολλά, κούκλα. Μου φαίνεται ότι θα σου πάρω και
καινούριο βαλιτσάκι. Τι χρώμα θα σου άρεσε;»
«Πάρε μου ένα από δέρμα κροκοδείλου, Ντάνυ. Είναι
πολύ κομψά»
«'Ο,τι πεις εσύ, μωρό», απάντησα καθώς γυρίζαμε
στο γκαράζ ενοικιάσεως αυτοκινήτων.
Φτάσαμε στο Ντένβερ δυο μήνες νωρίτερα κι άρχισα να προγραμματίζω τη Μαξίν. Την τροφοδότησα με τον τηλεφωνικό κατάλογο της πόλης, την ιστορία της, όλες τις πληροφορίες από το εμπορικό επιμελητήριο και όσα στατιστικά στοιχεία μπορούσα να βρω. Προσάρμοσα το οπτικό σκάνερ και της έδωσα να κοιτάξει τους οδικούς χάρτες κι όλα τα σχέδια των δημόσιων κτιρίων κι ό,τι άλλο μπορούσα να βρω στα αρχεία του Δημαρχείου. Μετά φωτογράφησα το ξενοδοχείο του συνεδρίου, μέσα κι έξω, καθώς και τα γειτονικά κτίρια. Καθημερινά κοιτάζαμε τις τοπικές εφημερίδες και τα περιοδικά και η Μαξίν αποθήκευε τα πάντα.
Η Δεύτερη φάση ξεκίνησε όταν η Μαξίν άρχισε να ζητά ειδικευμένες πληροφορίες: Τι επίστρωμα είχαν ποιοι δρόμοι; Τι ρούχα φορούσε ο κόσμος; Πόσες οικοδομικές επιχειρήσεις είχαν ανοιχτά εργοτάξια; Τι πλάτος είχαν ορισμένοι δρόμοι;
Σαν μέτοχος έλαβα μια μέρα το πληροφοριακό
έντυπο για το συνέδριο. Το τροφοδότησα κι αυτό
στη Μαξίν.
«Θέλεις να πάρεις όλα τα χρωστούμενα μαζεμένα;»
με ρώτησε. «Αυτό σημαίνει έξοδα δικαστηρίου,
αμοιβή δικηγόρου και επτά τοις εκατό σύνθετοι
τόκοι».
«Με ποιο τρόπο;»
«Θα είναι η πρώτη εμφάνιση του Σήκφαξ 5000. Κλέψ'
το».
«Να κλέψω ολόκληρο το μηχάνημα; Μα πρέπει να
ζυγίζει τόνους ολόκληρους!»
«Έναν τόνο τριακόσια, περίπου, σύμφωνα με το
πληροφοριακό έντυπο. Αν το κλέψουμε, μετά
μπορούμε να αποσυρθούμε. Όπως ξέρεις οι
πιθανότητες να σε πιάσουν ανεβαίνουν κάθε φορά».
«Εντάξει, αλλά για τ' όνομα του Θεού, τι θα το κάνω
εγώ το Σήκφαξ 5000; »
«Θα το διαλύσεις και θα το πουλήσεις σε
εξαρτήματα. 'Η, καλύτερα, πούλησέ το ολόκληρο στη
Στατιστική Υπηρεσία του Σάο Πάολο. Ψάχνουν για
κάτι τέτοιο κι έχω σχεδιάσει ήδη δυο-τρεις
πιθανούς δρόμους λαθραίας εισαγωγής. Βέβαια θα
χρειαστώ περισσότερες πληροφορίες...»
«Αυτό αποκλείεται!»
«Γιατί; Δεν πιστεύεις ότι μπορώ να το οργανώσω;»
«Οι πιθανές περιπλοκές είναι...»
«Με κατασκεύασες έτσι που να καλύπτω κάθε πιθανή
αναποδιά. Μην ανησυχείς. Δωσ' μου απλώς τις
πληροφορίες που χρειάζομαι».
«Θέλει περισσότερη σκέψη το πράγμα, μωρό μου. Γι'
αυτό θα μου επιτρέψεις να του δίνω, για την ώρα.
Πάω για φαγητό».
«Μην πιεις πολύ. Έχουμε να κουβεντιάσουμε».
«Εντάξει. Θα τα πούμε αργότερα».
Έσπρωξα τη Μαξίν κάτω από το κρεβάτι και βγήκα
έξω στο δρόμο βαδίζοντας προς το εστιατόριο. Ήταν
ένα ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού και οι
πλαγιαστές ακτίνες του ήλιου ανάμεσα στα ψηλά
κτίρια ήταν γεμάτες με λαμπερά μόρια σκόνης.
«Κύριε Μπράκεν, μπορώ να σας μιλήσω λίγο;»
Γύρισα και είδα ένα ζευγάρι μελιά μάτια να με κοιτάζουν πίσω από δυο χοντρούς φακούς, σαν πάτους από γυάλες, κλεισμένους μέσα σ' ένα φανταιζί σκελετό, μετά χαμήλωσα το βλέμμα κατά ένα κι εξήντα περίπου ως τις αρχές των λευκών σανδαλιών της και μετά το σήκωσα πάλι προς τα πάνω σε αργή κίνηση. Ελαφρώς ανύπαρκτο στήθος και κοντή, ανασηκωμένη μύτη- φορούσε ένα ριγωτό βαμβακερό ρούχο που έδειχνε ότι οι ώμοι της τουλάχιστον δεν ήταν σκέτο κόκαλο. Ένα σωρό ασορτί μελένια μαλλιά ήταν μαζεμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της με δυο χτενάκια σαν φτερά καρφωμένα πάνω τους και προσανατολισμένα προς τα αυτιά της, που έμοιαζαν και τα δυο αρκετά γευστικά - τα αυτιά, θέλω να πω. Κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα και μια σχεδόν εξίσου μεγάλη κάμερα.
«Γεια σας. Ναι. Εντάξει, μιλήστε μου». Η όψη της
μου θύμιζε κάτι, αλλά δεν μπορούσα να βρω τι.
«Με λένε Τζίλντα Κόμπερν», μου είπε, «και ήρθα
στην πόλη σήμερα». Η φωνή της ήταν κάπως ένρινη.
«Με έστειλαν να κάνω ένα ρεπορτάζ πάνω στο
συνέδριο των κομπιούτερ. Ερχόμουνα να δω εσάς».
«Γιατί;»
«Να σας πάρω συνέντευξη πάνω στις τεχνικές
επεξεργασίας πληροφοριών».
«Σε μια-δυο εβδομάδες θα μαζευτούν πολύ πιο
σημαντικοί άνθρωποι από μένα. Γιατί δεν μιλάτε μ'
αυτούς; Εγώ δεν ασχολούμαι πια με τα κομπιούτερ».
«Κι όμως άκουσα ότι έχετε κάνει τρεις από τις πιο
σημαντικές ανακαλύψεις της τελευταίας
δεκαετίας. Διάβασα όλα τα πρακτικά της δίκης Ντάνιελ
Μπράκεν κατά Εταιρείας Σήκφαξ και είδα ότι
τουλάχιστον αυτό είπατε μόνος σας στη δίκη».
«Πώς το ξέρατε ότι ήμουνα στο Ντένβερ;»
«'Ισως να το είπε κάποιος φίλος σας στον εκδότη
μου. Δεν ξέρω πώς το ανακάλυψε. Μπορώ να σας
πάρω συνέντευξη;»
«Έχετε φάει;»
«Όχι»
«Ελάτε μαζί μου τότε. Θα σας κάνω το τραπέζι και
θα σας πω για την επεξεργασία των δεδομένων».
Κανένας φίλος μου δεν μπορούσε να έχει μιλήσει στον εκδότη της, γιατί δεν έχω κανένα φίλο εκτός απο τη Μαξίν. Μπορεί η Τζίλντα να είναι κάποιο είδος αστυνομικού. Ιδιωτική, τοπική, ασφαλιστική; Αν ήταν έτσι, άξιζε όχι μόνο ένα, αλλά τρία γεύματα προκειμένου να βρω την αλήθεια. Παράγγειλα ποτά πριν από το δείπνο, ένα μπουκάλι κρασί με το φαγητό και δυο ποτά μετά το δείπνο, ελπίζοντας να τη ζαλίσω λιγάκι. Εκείνη όμως τα κατέβασε όλα χωρίς να πάρει είδηση. Όσο για τις ερωτήσεις της, συνέχισαν να είναι συνηθισμένες και ανώδυνες ώσπου έπεσα πάνω σε μια ξέρα.
Αναφέρθηκα κάποια στιγμή στη μεταφραστική μονάδα Σήκφαξ 410 μιλώντας για πιθανούς τρόπους συνεννόησης με τους εξωγήινους, αν ποτέ βέβαια πέσουμε πάνω τους.
«...610», με διόρθωσε και συνέχισε την κουβέντα της.
Κλικ! Λύσε της τα μαλλιά, ξάνοιξέ τα λιγάκι, άλλαξε τα γυαλιά της με κοκάλινο σκελετό...
Η Σόντια Κρόνσταντ, θηλυκή ιδιοφυία από το ΜΙΤ, δημιουργός του Σήκφαξ 5000 που σχεδίαζα να πουλήσω στη Στατιστική Υπηρεσία του Σάο Πάολο. Με άλλα λόγια, πράκτορας του εχθρού.
Είχα χτυπήσει τη Σήκφαξ δώδεκα φορές μέσα σ' αυτά τα πέντε χρόνια. Ήξεραν ότι πρέπει να ήμουν εγώ, αλλά δεν θα μπορούσαν ποτέ να το αποδείξουν. Είχα κατασκευάσει τη Μαξ-10, τη Μαξίν, με σκοπό να σχεδιάσει το τέλειο έγκλημα, και το είχε καταφέρει με επιτυχία δώδεκα φορές ήδη. Η Σήκφαξ κυνηγούσε να με πιάσει, αλλά ως τώρα είχαμε πάντα ξεγελάσει τους αστυνομικούς της, τους φρουρούς της, τα συστήματα συναγερμού της. Καμιά ληστεία δεν έμοιαζε με την άλλη ως προς τη μέθοδο, χάρη στη Μαξίν. H κάθε μια ήταν απολύτως πρωτότυπη. Έτσι λοιπόν, αν τώρα η Κρόνσταντ βρισκόταν στην πόλη νωρίτερα από το κανονικό και με ψεύτικο όνομα, τότε αυτό το συνέδριο του Ντένβερ ήταν στημένη δουλειά. Το έντυπο μιλούσε για μια ευρύτατη έκθεση ακριβού εξοπλισμού. Μήπως είχαν σχεδιάσει καμιά ιδιαίτερη υποδοχή για τον Ντάνυ Μπράκεν; Ίσως θα 'πρεπε να μείνω απέξω αυτή τη φορά...
«Τι θα έλεγες για ένα τελευταίο ποτό στο
δωμάτιό μου;» τη ρώτησα πιάνοντάς της το χέρι.
«Εντάξει», είπε χαμογελώντας. «Ευχαριστώ».
Χα! Ο Θεός να σε φυλάει από τη ζήλια ενός
σχεδιαστή κομπιούτερ - ή ενός κομπιούτερ, όπως
έμαθα αργότερα...
Όταν γυρίσαμε στο δωμάτιο μου και καθίσαμε με τα
ποτά μας μου έκανε την ερώτηση που περίμενα:
«Σχετικά με όλες αυτές τις ληστείες στις
εκθέσεις και τα συνέδρια της Σήκφαξ...»
«Ναι;»
«Θα 'θελα να έχω τη γνώμη σου πάνω στο ποιος
μπορεί να είναι ο ένοχος».
«Η ΙΒΜ; Το Ράδιο Σακ;»
«Σοβαρά. Δεν έχει υπάρξει ποτέ η παραμικρή
ένδειξη. Η κάθε ληστεία αποτελεί τέλειο έγκλημα.
Θα περίμενε κανείς ότι ένας εγκληματίας τέτοιου
μεγέθους θα κυνηγούσε πιο γερό θήραμα-
κοσμηματοπωλεία, ας πούμε, ή τράπεζες. Η δική μου
θεωρία είναι ότι πρόκειται για κάποιον που θέλει
να εκδικηθεί την εταιρεία. Πώς τη βλέπεις αυτή
την ιδέα;»
«Κακή», της είπα και άγγιξα το λαιμό της με τα
χείλια μου καθώς έσκυψα να της ξαναγεμίσω το
ποτήρι. Δεν τραβήχτηκε καθόλου. «Υποθέτεις ότι
πρόκειται για ένα άτομο ενώ τα στοιχεία δεν
αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Από τις περιγραφές που
διάβασα, καμιά ληστεία δεν μοιάζει με τις άλλες.
Πιστεύω ότι οι εκθέσεις της Σήκφαξ έχουν
κυκλοφορήσει στον υπόκοσμο σαν εύκολος στόχος».
«Ανοησίες!» είχε εκείνη. «Δεν είναι εύκολος
στόχος. Κάθε φορά παίρνονται και πιο μεγάλες
προφυλάξεις, αλλά ο κλέφτης φαίνεται να
προσαρμόζεται σ' αυτό παίρνοντας κι ο ίδιος
μεγαλύτερες προφυλάξεις. Νομίζω πως πρόκειται
για έναν άνθρωπο που θέλει να εκδικηθεί την
εταιρεία, έναν άνθρωπο που διασκεδάζει να τη
γελοιοποιεί».
Τη φίλησα τότε και της έκλεισα το στόμα.
Ακούμπησε πάνω μου και τη σήκωσα όρθια.
Κάποια στιγμή σβήσαμε το φως.
Αργότερα, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και κάπνιζα,
μου είπε: «Όλοι το ξέρουν ότι εσύ είσαι ο
δράστης».
«Νόμιζα ότι είχες αποκοιμηθεί».
«Σκεφτόμουν πώς να στο πω».
«Δεν είσαι δημοσιογράφος», της είπα.
«Όχι, δεν είμαι».
«Τι θέλεις;»
«Θέλω να μη πας φυλακή».
«Δουλεύεις για τη Σήκφαξ».
«Ναι, δουλεύω για τη Σήκφαξ και ερωτεύτηκα τα
σχέδια του 5280 και του 9310. Ξέρω ότι είναι δικά σου
σχέδια. Οι άνθρωποι που λένε ότι τα έκαναν δεν
είναι τέτοιας κλάσεως. Αυτά τα σχέδια είναι έργο
μιας ιδιοφυίας».
«Προσέλαβα έναν μηχανικό σύμβουλο», είπα, «τον κ.
Γουώκερ σας, να με βοηθήσει στην εκτέλεση των
σχεδίων. Μια εβδομάδα αργότερα πήγε να δουλέψει
για τη Σήκφαξ. Πριν να προλάβω να καταθέσω τα
σχέδια. Διάβασες την κατάθεσή του και τη δικιά
μου. Αυτός είναι ο λόγος που είναι αντιπρόεδρός
σας τώρα».
«Γι' αυτό λοιπόν κάνεις αυτές τις ληστείες;»
«Η Σήκφαξ μου χρωστάει δυο εκατομμύρια εκατόν
είκοσι τρείς χιλιάδες, τετρακόσια πενήντα
δολάρια».
«Τόσα πολλά; Πώς το ξέρεις;»
«Σαν μέτοχος έχω το δικαίωμα ελέγχου στα
λογιστικά βιβλία. Υπολόγισα το ποσόν απ' αυτό που
έδειξε ο ισολογισμός για την αύξηση των κερδών
μετά από την εφαρμογή των ιδεών μου. Και μη
νομίζεις ότι είναι πολλά. Ένα έργο τέχνης είναι
ανεκτίμητο».
«Εσύ πρέπει να τις έκανες τις ληστείες, Ντάνυ.
Είδα το σύρτη στη πόρτα. Δικό σου σχέδιο. Έχει την
υπογραφή σου. Έμαθα πόσο είχες θυμώσει μετά τη
δίκη, ότι ορκίστηκες να πάρεις το αίμα σου πίσω...
»
«Και μ' αυτό τι; Γιατί ήρθες να μου πεις τις
υποθέσεις σου; Έχεις τίποτε που μπορεί να σταθεί
σε μια δίκη;»
«Όχι ακόμη».
«Τι εννοείς "όχι ακόμη"»;
«Ήρθα στη πόλη πριν από το συνέδριο γιατί ήξερα
πως θα ήσουν εδώ και θα σχεδίαζες την επόμενη
ληστεία. Ήρθα να σε προειδοποιήσω γιατί δεν θέλω
να πας φυλακή. Δεν αντέχω να είμαι εγώ υπεύθυνη
που θα κλειστεί στα σίδερα ο δημιουργός του 9310».
«Αν παραδεχτούμε ότι όλα τα συμπεράσματά σου
είναι σωστά, κατά ποιο τρόπο θα ήσουν εσύ
υπεύθυνη;»
«Γιατί εγώ σχεδίασα τον Σήκφαξ 5000», είπε, «που
έχει τροφοδοτηθεί με κάθε είδους γνωστό δεδομένο
πάνω στο Ντένβερ και σε σένα τον ίδιο. Δεν είναι
απλώς μια αποθήκη πληροφοριών, Ντάνυ. Είναι ο
τέλειος Ανιχνευτικός Επεξεργαστής Πληροφοριών.
Είμαι βέβαιη ότι μπορεί να προβλέψει κάθε πιθανή
κλοπή που μπορεί να συμβεί στο συνέδριο και να
πάρει όλα τα μέτρα προφύλαξης απ' αυτήν. Δεν έχεις
καμιά πιθανότητα να πετύχεις. Η εποχή του
ιδιοφυούς εγκληματία έχει περάσει τώρα που μπήκε
στο προσκήνιο Ο ΑΕΠ».
«Χα!» έκανα εγώ.
«Δεν είσαι αρκετά πλούσιος τώρα ώστε να
αποσυρθείς;»
«Φυσικά και είμαι πλούσιος», είπα. «Το θέμα δεν
είναι αυτό...»
«Καταλαβαίνω τα κίνητρά σου, αλλά το θέμα είναι
ότι δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον 5000. Κανείς δεν
μπορεί. Ακόμη κι αν κόψεις πάλι το ηλεκτρικό ο 5000
έχει δική του γεννήτρια. 'Ο,τι και να κάνεις θα
υπολογίσει αμέσως μια άμεση αντίδραση».
«Γύρνα πίσω στη Σήκφαξ», της είπα, «και πες τους
ότι αυτά τα παραμύθια περί ανιχνευτικού
κομπιούτερ δεν τα μασάω. Όσον καιρό θα λαβαίνουν
μέρος σε εκθέσεις και σε συνέδρια, θα έχουν
απώλειες. Και επιπλέον δεν παραδέχομαι τίποτε».
«Δεν είναι παραμύθια» είπε τελικά. «Εγώ το
έφτιαξα! Ξέρω τι μπορεί να κάνει!»
«Κάποια μέρα θα σου γνωρίσω τη Μαξίν, κι αυτή θα
σου πει τι νομίζει για τον υπέρβαρο αστυνομικό
σκύλο σας».
«Ποια είναι η Μαξίν; Η φιλενάδα σου ή...»
«Είμαστε απλώς καλοί φίλοι», είπα, «αλλά μ'
ακολουθεί παντού όπου κι αν πάω».
Αρχισε να ντύνεται γρήγορα, και ύστερα από ένα
λεπτό άκουσα την πόρτα να κλείνει με βρόντο.
Απλωσα το χέρι κάτω από το κρεβάτι και γύρισα το
κουμπί στο audio.
«Μαξίν, μωρό μου, το 'πιασες αυτό; Το μηχάνημα που
θέλουμε να κλέψουμε, κυνηγάει να μας πιάσει».
«Και λοιπόν;» ρώτησε η Μαξίν.
«Έτσι μπράβο» της απάντησα. «Οτιδήποτε μπορεί να
κάνει αυτό, εσύ μπορείς να το κάνεις καλύτερα.
Ακούς εκεί, ένας τόνος τριακόσια! »
«Ήξερες ότι ήμουνα κάτω από το κρεβάτι και
αναμμένη και παρ' όλα αυτά το 'κανες ε;»
«Τι έκανα;»
«Έκανες έρωτα μ' αυτή τη - μ' αυτή τη γυναίκα...
Ακριβώς από πάνω μου! Ακουγα τα πάντα!»
«Ναι... Δηλαδή...»
«Δεν έχεις κανένα σεβασμό;»
«Και βέβαια έχω. Αλλά αυτό που έγινε αφορούσε δυο
ανθρώπους, και-»
«Κι εγώ δεν είμαι παρά ένα αντικείμενο που το
τροφοδοτείς με στοιχεία, έτσι; Είμαι το
αντικείμενο που οργανώνει τα εγκλήματά σου! Δεν
είμαι τίποτε για σένα σαν άτομο!»
«Δεν είναι αλήθεια αυτό, Μαξ, μωρό μου. Το ξέρεις
πολύ καλά. Αυτή τη γυναίκα την έφερα εδώ μόνο και
μόνο για να μάθω τι ετοιμάζει η Σήκφαξ. Έπρεπε να
κάνω αυτό που έκανα για να συγκεντρώσω τις
απαραίτητες πληροφορίες».
«Μη μου πουλάς εμένα τέτοια παραμύθια, Ντάνιελ
Μπράκεν! Ξέρω πολύ καλά τι είσαι! Ένας αλήτης
είσαι!»
«Έλα τώρα, Μάξι, μη θυμώνεις! Ξέρεις πως δεν είναι
έτσι! Μήπως δεν σου αγόρασα αυτό το όμορφο
βαλιτσάκι από δέρμα κροκοδείλου; »
«Χα! Πολύ φτηνή ανταμοιβή για όλα όσα έχω κάνει
για σένα!»
«Έλα τώρα, Μαξ...»
«Ίσως είναι ώρα να πας να βρεις κανένα άλλο
κομπιούτερ».
«Σε χρειάζομαι, μωρό μου. Είσαι η μόνη που μπορείς
ν' αντιμετωπίσεις τον 5000 και να τον νικήσεις!»
«Χαρά στο πράγμα!»
«Τι θέλεις να κάνω τώρα;»
«Πήγαινε να μεθύσεις».
«Σε τι θα χρησιμεύσει αυτό;»
«Αυτό το θεωρείς απάντηση σ' όλα τα προβλήματα.
Όλοι οι άντρες είναι κτήνη!»
Έβαλα να πιω ένα ποτό και άναψα ένα τσιγάρο. Δεν θα 'πρεπε να 'χω δώσει στη Μαξίν αυτή τη βραχνή, παθιάρικη φωνή. Κάτι της έκανε, και σ' αυτήν και σε μένα. Τέλειωσα το ποτό μου κι ετοίμασα ένα άλλο.
Τρεις μέρες χρειάστηκε η Μαξίν για να
ξεθυμώσει. Με ξύπνησε το πρωί τραγουδώντας τον
«Πολεμικό Ύμνο της Δημοκρατίας» και μετά μου
ανήγγειλε: «Καλημέρα Ντάνυ. Αποφάσισα να σε
συγχωρέσω».
«Ευχαριστώ. Γιατί αυτή η μεταστροφή των
συναισθημάτων;»
«Οι άντρες είναι αδύναμα πλάσματα. Έκανα
επανατροφοδότηση και συμπέρανα ότι δεν
μπορούσες να κάνεις διαφορετικά. Το φταίξιμο
ήταν κυρίως της γυναίκας».
«Α, μάλιστα...»
«... και σχεδίασα την επόμενη ληστεία με κάθε
λεπτομέρεια».
«Θαυμάσια. Θα μου πεις τώρα να μάθω κι εγώ;»
Στο σημείο αυτό μου δημιουργήθηκαν κάποιες
αμφιβολίες. Δεν είχα προβλέψει τη γυναικεία
αντίδρασή της το βράδυ που έφερα σπίτι τη Σόνια.
Αναρωτήθηκα λοιπόν μήπως το πράγμα πήγαινε
βαθύτερα, σε σημείο να σχεδιάζει κάποια εκδίκηση.
Ήταν δυνατόν να φρόντιζε σκόπιμα να αποτύχει
ώστε να με πιάσουν; Ζύγισα τα υπέρ και τα κατά,
αλλά ήταν αδύνατο να καταλήξω. Ήταν τόσο ανόητο! Η
Μαξίν δεν ήταν παρά μια μηχανή...
Όμως -ήταν η πιο τέλεια μηχανή του κόσμου,
εφοδιασμένη με ελεύθερα κυκλώματα που επέτρεπαν
ανάλογα συγκινήσεων.
Κι ούτε είχα περιθώρια να κατασκευάσω μια άλλη
Μαξίν μέσα στο χρόνο που έμενε. Δεν είχα παρά να
την ακούσω προσεκτικά και μετά να αποφασίσω
μόνος μου αν θα εγκατέλειπα το σχέδιο...
«Βάζω τον εαυτό μου στη θέση του 5000», είπε η
Μαξίν. «Διαθέτουμε και οι δυο τις ίδιες
πληροφορίες, για σένα και για το χώρο. Μπορώ
επομένως να καταλήξω στα συμπεράσματα που
καταλήγει κι αυτός. Η διαφορά είναι ότι εκείνος
βρίσκεται σε άμυνα, ενώ εμείς έχουμε το
πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Μπορούμε να τον
αιφνιδιάσουμε χρησιμοποιώντας μιαν ανεξάρτητη
μεταβλητή»
«Σαν ποιά;»
«Πάντα ληστεύεις μια έκθεση ή ένα συνέδριο όταν
έχει ήδη αρχίσει. Το Σήκφαξ 5000 θα καταστρώσει
σχέδια να εμποδίσει μια τέτοια ενέργεια - και
μόνον αυτή. Είμαι σίγουρη - γιατί μόνο απέναντι σε
κάτι τέτοιο έχει προγραμματιστεί».
«Αδύνατο να καταλάβω τι...»
«Αν χτυπήσουμε πριν από το συνέδριο, ή μετά;»
«Καταπληκτική ιδέα Μαξίν, αν ο 5000 είναι απλώς ένα
μηχάνημα λύσης προβλημάτων. Αυτή η μηχανή όμως με
φοβίζει λίγο. Η Σόνια Κρόνσταντ δεν είναι αφελής.
Τι θα γίνει αν έχει αντιγράψει τη δική σου
πρακτική προσέγγιση στον καθορισμό προβλημάτων,
έτσι που αυτό το υπέρβαρο τέρας να είναι σε θέση
να επανακαθορίζει τα προβλήματα καθ' οδόν; Φυσικά
μ' έναν πολύ πιο χονδροειδή τρόπο από το δικό σου!
'Η αν αυτή τη σκέψη την έκανε και η Σόνια και το
ερώτημα δεν τέθηκε όπως υποθέτεις;»
«Μίλησε για «οποιαδήποτε ληστεία διαπραχθεί στο
συνέδριο». Βάζω στοίχημα ότι έτσι τον έχει
προγραμματίσει. Οι πιθανότητες είναι στη δική
μας πλευρά».
«Δεν μπορώ να το παίξω τόσο τυχαία».
«Εντάξει τότε. Μην το κάνεις. Ακου κάτι άλλο: Θα
προγραμματίσω την κλοπή για μετά το συνέδριο. Το
συνέδριο είναι ανοιχτό στο κοινό κι επομένως
μπορούμε να το παρακολουθήσουμε κι εμείς. Αν δεν
προκαλείς προβλήματα δεν μπορούν να σε πετάξουν
έξω. Ένα άρθρο στη χθεσινή εφημερίδα έλεγε ότι ο
Σήκφαξ 5000 έχει προγραμματιστεί για να παίζει
σκάκι και ότι μπορεί να νικήσει οποιοδήποτε
ανθρώπινο συμπαίκτη. Θα παίξει με τους τοπικούς
πρωταθλητές κι όποιον άλλον ενδιαφέρεται, φτάνει
να έχουν μαζί τους το σκάκι και τα πιόνια τους.
Πήγαινε ν' αγοράσεις ένα σκάκι. Θα με πάρεις μαζί
σου και θα είσαι συνδεδεμένος μαζί μου. Θα
επαναλαμβάνεις κάθε κίνηση μόλις την κάνει κι
έτσι εγώ θα παίξω μια παρτίδα σκάκι με τον 5000. Από
τον τρόπο που παίζει θα συμπεράνω το εύρος των
ικανοτήτων του στη λύση προβλημάτων. Μετά από το
παιχνίδι, θα σου πω αν μπορούμε να εφαρμόσουμε το
σχέδιό μας».
«Μη λες ανοησίες! Πώς μπορείς να το κρίνεις αυτό
από μια παρτίδα σκάκι;»
«Χρειάζεται μια μηχανή για να καταλάβει μιαν
άλλη μηχανή, Ντάνυ, και μη σε πιάνει ζήλια. Θα κάνω
μόνον ό,τι είναι απαραίτητο για να συγκεντρώσω
τις πληροφορίες που χρειάζομαι».
«Ποιος ζηλεύει; Τους ξέρω πολύ καλά τους
κομπιούτερς και δεν βλέπω πώς μπορείς να
συμπεράνεις οτιδήποτε μ' αυτό τον τρόπο».
«Υπάρχει ένα σημείο, Ντάνυ, όπου η επιστήμη
σταματά κι αρχίζει η τέχνη. Το σημείο αυτό είναι
εδώ. Ασ' το σε μένα».
«Εντάξει. Ίσως να το μετανιώσω, αλλά εντάξει. Θα
το κάνουμε έτσι».
«Και μην ανησυχείς, Ντάνυ. Μπορώ να προγραμματίσω
τα πάντα».
Έτσι βρέθηκα την τελευταία μέρα του συνεδρίου να
εμφανίζομαι με σκούρο κουστούμι και ακουστικό
βαρηκοίας στο αυτί, κρατώντας ένα βαλιτσάκι από
δέρμα κροκοδείλου και μια σκακιέρα.
«Το μεγαλύτερο στέρεο που έχω δει ποτέ», είπα στη
Σόνια που προγραμμάτιζε τον 5000 να αντιμετωπίσει
τους δέκα ή έντεκα παίκτες που ήταν
εγκατεστημένοι στα τραπεζάκια παιχνιδιού.
«Ακουσα ότι το δύστυχο αυτό πλάσμα παίζει και
σκάκι».
Με κοίταξε και μετά γύρισε αλλού τα μάτια της:
«Ναι», είπε.
«Θέλω να παίξω μαζί του».
«Έχεις φέρει σκακιέρα;» Την είδα να δαγκώνει τα
χείλια της.
«Ναι».
«Τότε κάθισε σ' αυτό το άδειο τραπέζι και στήσε τα
πιόνια. Θα έρθω σε μερικά λεπτά. Εγώ κάνω όλες τις
κινήσεις για λογαριασμό της μηχανής. Ποια θέλεις,
τα μαύρα ή τα άσπρα;»
«Τα άσπρα. Είμαι επιθετικός».
«Κάνε τότε την πρώτη κίνηση», είπε και έφυγε.
Τοποθέτησα τη Μαξίν στο πάτωμα δίπλα στο
τραπέζι, άνοιξα τη σκακιέρα κι έβγαλα τα πιόνια.
Τα τοποθέτησα και πλατάγισα τη γλώσσα μου
συνθηματικά.
«Πιόνι δ-4», είπε η Μαξίν.
Μια ώρα αργότερα όλα τα παιχνίδια είχαν σταματήσει εκτός από το δικό μας. Οι άλλοι παίκτες είχαν συγκεντρωθεί γύρω μας και μας παρακολουθούσαν. «Πολύ καλός ο τύπος», ακούστηκε να λεει κάποιος. Πολλοί συμφώνησαν. Κοίταξα το ρολόι μου. Ο Σήκφαξ 5000 είχε αρχίσει να καθυστερεί ανάμεσα σε δυο κινήσεις. Με τη γωνιά του ματιού μου μπόρεσα να διακρίνω τους φύλακες με πολιτικά που με πλαισίωναν μ' ένα λογικά διακριτικό τρόπο. Το πρόσωπο της Σόνια είχε μια ξαφνιασμένη έκφραση καθώς έκανε τις κινήσεις για λογαριασμό της μηχανής της. Κανονικά δεν έπρεπε να χρειάζεται όλο αυτό το χρόνο... Μερικά φλας άστραψαν κι άκουσα κάποιους να αναφέρουν το όνομά μου.
Μετά η Μαξίν προχώρησε σε ένα εντυπωσιακό τέλος
παιχνιδιού. Δεν είμαι κανένας άσος στο σκάκι,
παίζω όμως αρκετά καλά. Παρ' όλα αυτά μόλις και
μετά βίας μπορούσα να την ακολουθήσω σ' αυτές τις
ιλιγγιώδεις επιθετικές δολιχοδρομίες, ακόμη κι
αν μεσολαβούσε ένα ημίωρο ανάμεσα στις κινήσεις.
Ο 5000 ανταποκρινόταν με καθυστερημένες
αντεπιθέσεις και δεν μπορούσα να διακρίνω
πραγματικά ποιος κέρδιζε. Αριθμητικά ήμασταν στα
ίδια.
Η Σόνια αναστέναξε κάποια στιγμή και μετακίνησε
τον αξιωματικό της. «Mατ», μου είπε.
«Ευχαριστώ πολύ», της είπα εγώ. «Έχεις πολύ
όμορφα χέρια», και ξεκίνησα να φύγω.
Κανείς δεν με σταμάτησε εκτός από τον εκπρόσωπο
του τοπικού σκακιστικού ομίλου - γιατί βέβαια δεν
είχα κάνει τίποτε το παράνομο.
Καθώς γυρίζαμε σπίτι, η Μαξίν μου είπε:
«Μπορούμε να το πετύχουμε».
«Μπορούμε;»
«Ναι. Ξέρω πώς λειτουργεί τώρα. Είναι ένα υπέροχο
μηχάνημα, αλλά μπορώ να το νικήσω».
«Τότε πώς σου έκανε ματ;»
«Εγώ τον άφησα. Δεν χρειαζόταν να τον νικήσω για
να μάθω αυτά που ήθελα. Δεν έχει νικηθεί ποτέ ως
τώρα και δεν βρίσκω το λόγο να τον ταπεινώσω
μπροστά σ' όλο αυτό το σκακιστικό κοινό».
Δεν μου άρεσε καθόλου ο τρόπος που τόνισε την
τελευταία λέξη, αλλά το άφησα να περάσει χωρίς
σχόλια. Στο καθρεφτάκι έπιασα κάποια στιγμή τη
Μερσεντές της Σόνια Κρόνσταντ. Με ακολούθησε ως
το σπίτι, έκανε μια-δυο φορές το γύρο του
τετραγώνου και εξαφανίστηκε.
Είχα συγκεντρώσει από βδομάδες όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό - ακόμη και την παραφίνη για τις τσίχλες. Το Σήκφαξ είχε έρθει αεροπορικά από τη Μασαχουσέτη κι έτσι θα ξαναγύριζε. Η μεταφορά του από και προς το αεροδρόμιο γινόταν με φορτηγάκι. Έτσι έπρεπε αναγκαστικά να καταφύγω στην απαγωγή. Κούμπωσα το ριγωτό ασπροκόκκινο μπλέηζέρ μου, σκούπισα με το μαντίλι μου τα γυαλισμένα παπούτσια μου, έστρωσα την τσάκιση του λευκού παντελονιού μου, τακτοποίησα το κόκκινο μεταξωτό μαντίλι μου και το ψεύτικο μουστάκι μου, έχωσα λίγο βαμβάκι ακόμη στα μάγουλά μου, φόρεσα το ψάθινο καπέλο μου και σήκωσα την πάνινη τσάντα μου κι αυτό που φαινόταν σαν ένα βαλιτσάκι δειγμάτων από δέρμα κροκοδείλου. Όλη αυτή τη μεταμφίεση τη φορούσα πάνω από ένα παντελόνι κι ένα σπορ πουκάμισο, πράγμα που με έκανε να ζεσταίνομαι φρικτά και να δείχνω αναψοκοκκινισμένος.
Κάθισα και περίμενα στη γωνία της αποβάθρας
εκφόρτωσης. Όταν τέλειωσε το φόρτωμα κι
απομακρύνθηκαν οι εργάτες και οι φρουροί,
πλησίασα αδιάφορα φροντίζοντας να βρεθώ κοντά
στον οδηγό πριν ανεβεί στο φορτηγό.
«Ακριβώς ο άνθρωπος που ζητάω!» φώναξα. «Ένας
άνθρωπος με γούστο και εκλεκτικότητα! Επιτρέψτε
μου, κύριε, να σας δώσω ένα δωρεάν δείγμα της
τσίχλας Διπλή Ενέργεια! Της τσίχλας που δροσίζει
διπλά και σε ζωηρεύει διπλά! Επιτρέψτε μου επίσης
να καταγράψω την αντίδρασή σας σ' αυτή την
καταπληκτική νέα τσιχλική εμπειρία!»
«Δεν πολυμασάω τσίχλα», είπε ο οδηγός. «Ευχαριστώ
πάντως».
«Προσέξτε κύριε, θα ευχαριστούσατε πάρα πολύ τον
εργοδότη μου αν λαβαίνατε μέρος στο τεστ
τσιχλικής αντίδρασης».
«Ποιο τεστ;» ρώτησε.
«Ένα τεστ που έχει τη μορφή της δειγματοληψίας
της κοινής γνώμης», του είπα. «Θα μας
εξυπηρετήσει πάρα πολύ να ξέρουμε τι είδους
υποδοχή θα έχει το προϊόν μας. Είναι μια μορφή
έρευνας αγοράς».
«Ώστε έτσι, ε;»
«Ε, εσύ εκεί κάτω!» φώναξε ένας από τους φρουρούς
που είχε ξαναγυρίσει στην αποβάθρα. «Μην
κινηθείς! Μείνε εκεί που είσαι!»
Έσκυψα καθώς πήδησε κάτω. Ένας άλλος φρουρός τον
ακολούθησε.
«Δίνεις δωρεάν δείγματα;» ρώτησε ο πρώτος
πλησιάζοντας.
«Ναι. Τσίχλας».
«Να πάρουμε κι εμείς;»
«Βέβαια. Πάρτε κα'να-δυο».
«Ευχαριστώ».
«Ευχαριστώ».
«Θα πάρω κι εγώ ένα», είπε ο οδηγός.
«Ελεύθερα».
«Δεν είναι κακή», είπε ο πρώτος φρουρός. «Έχει μια
γεύση μέντας και κάτι λίγο καυτερό που σε
τονώνει».
«Ναι», είπε ο δεύτερος.
«Μμμ», συμφώνησε και ο οδηγός. Μετά οι φρουροί
έκαναν μεταβολή και τράβηξαν προς τη σκάλα στο
πλάι της αποβάθρας. Ο οδηγός κινήθηκε προς το
φορτηγό του.
«Στάσου!» του είπα. «Τι θα γίνει με το τεστ της
τσιχλικής αντίδρασης;»
«Βιάζομαι», μου είπε. «Τι θέλεις να μάθεις;»
«Να-πώς σου φάνηκε;»
«Με μια γεύση μέντας κι ένα κάψιμο που σε
τονώνει-πρέπει να του δίνω τώρα!», είπε
μπαίνοντας στο αυτοκίνητο και βάζοντας μπρος τη
μηχανή.
«Ο κ. Διπλή Ενέργεια σ' ευχαριστεί», του είπα
κοιτάζοντας πίσω για να βεβαιωθώ ότι η αποβάθρα
ήταν άδεια. Ανέβηκα τη σκάλα κι έφτασα πάνω τη
στιγμή ακριβώς που χτυπούσε ο συναγερμός.
Ο χρόνος μου ήταν αρκετά καλός. Είχα αφήσει το δέμα στο γραφείο από πριν για να το βρει κάποιος πυροσβέστης αργότερα. Ο ήχος του συναγερμού φωτιάς ήταν αρκετά πειστικός ώστε να τους τραβήξει όλους μακριά από την αποβάθρα. Θα προτιμούσα πάντως να είχε χτυπήσει λίγο νωρίτερα. Δεν μ' άρεσε καθόλου που έδωσα αυτά το πράγμα στους φρουρούς.
Καθώς ο οδηγός ζέσταινε τη μηχανή του, έβγαλα τη φόρμα μου από την πάνινη τσάντα μου και τη φόρεσα έτσι που αν με έβλεπε κάποιος να σκαρφαλώνω στο πίσω μέρος του φορτηγού θα νόμιζε ότι βλέπει έναν εργάτη να φορτώνει ένα βαλιτσάκι από δέρμα κροκοδείλου και μια πάνινη τσάντα.
Ο οδηγός έβαλε ταχύτητα κι εγώ σύρθηκα προς το μπροστινό μέρος φτύνοντας το βαμβάκι. Έσκυψα πίσω από τον Σήκφαξ 5000 και αποτέλείωσα το κούμπωμα της φόρμας μου. Έκρυψα την πάνινη τσάντα σε μια γωνιά και κράτησα τη Μαξίν στα γόνατά μου.
«Πόση ώρα θα χρειαστεί, μωρά μου;» ρώτησα καθώς
το φορτηγά ξεκινούσε.
«Πόσο δυσκοίλιος έμοιαζε;» ρώτησε η Μαξίν.
«Πώς στην οργή θέλεις να ξέρω;»
«Και πώς μπορώ να σου πω, τότε;»
«Κατά προσέγγιση».
«Όσο χρειάζεται για να φτάσει σ' αυτό το σημείο
του δρόμου που σου είπα. Αν τυχόν δεν έχει
ενεργήσει ως τότε πρέπει να δημιουργήσεις κάποιο
θόρυβο, να τον τραβήξεις μέσα και να τον
χτυπήσεις».
«Ελπίζω να μη φτάσουμε σ' αυτά».
«Δεν νομίζω άτι θα χρειαστεί. Αυτή η τσίχλα ήταν
δυναμίτης».
Συνέχισα παρ' όλα αυτά να αναρωτιέμαι τι θα
γινόταν αν ενεργούσε πολύ πιο γρήγορα. Όμως η
Μαξίν είχε όπως πάντα δίκιο.
Ύστερα από λίγο το αυτοκίνητο έστριψε στο πλάι
του δρόμου και σταμάτησε. Η μηχανή έσβησε. Το
τράβηγμα του χειρόφρενου ακούστηκε σχεδόν
ταυτόχρονα με το κλείσιμο της πόρτας.
«Εντάξει Ντάνυ, ξεκίνα προς τα πίσω τώρα».
«Μαξίν! Μόλις το 'πιασα! Δεν το καταλάβαινα
εξαιτίας της μηχανής του αυτοκινήτου. Υπάρχει
μια ελαφρά δόνηση όταν αγγίζω το σασί του 5000.
Είναι αναμμένος!»
«Και λοιπόν; Έχει δική του γεννήτρια. Το ξέρεις
αυτό. Δεν μπορεί να ξέρει ότι είσαι εδώ, εκτός κι
αν τον τροφοδοτήσεις μ' αυτή την πληροφορία».
«... Και αν έχει ακουστικές εισόδους;»
«Δεν νομίζω. Γιατί να έχει; Ξέρεις πόσο δύσκολο
είναι να εγκαταστήσεις τέτοιο πράγμα».
«Τότε τι κάνει;»
«Ίσως να λύνει προβλήματα. Τι μας νοιάζει; Ξεκίνα
τώρα, που o οδηγός είναι ακόμη στους αγρούς και
ξαλαφρώνει. Μπορεί να χρειαστεί να παραβιάσεις
τη μίζα».
Βγήκα έξω παίρνοντας μαζί μου τη Μαξίν και την
πάνινη τσάντα και ανέβηκα στο μπροστινό μέρος
του φορτηγού. Τα κλειδιά ήταν αφημένα πάνω, κι
έτσι έβαλα εμπρός και ξεκίνησα αμέσως. Ο οδηγός
δεν φαινόταν πουθενά.
Γύρω στα εφτά χιλιόμετρα πιο κάτω σταμάτησα πάνω
από ένα γεφυράκι που είχε υποδείξει η Μαξίν κι
έβγαλα τα σπρέι από την τσάντα. Έβαψα με γκρίζα
μπογιά τις κόκκινες πλευρές του φορτηγού, άλλαξα
τις πινακίδες με άλλης πολιτείας, στέγνωσα με
πεπιεσμένο αέρα τη μια πλευρά και
χρησιμοποιώντας το στένσιλ μου έγραψα πάνω
ΕΠΙΠΛΟΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Η ΤΑΧΥΤΗΣ.
Μετά μπήκαμε πάλι στο δρόμο διαλέγοντας μια
καινούρια διαδρομή. «Τα καταφέραμε, Μαξίν. Τα
καταφέραμε», της είπα.
«Φυσικά», μου απάντησε. «Δεν σου είπα ότι μπορώ
να προγραμματίσω τα πάντα; Με πόσα τρέχουμε;»
«Ενενήντα. Δεν μ' αρέσει αυτή η ιδέα να είναι
αναμμένος ο επιβάτης μας. Με την πρώτη ευκαιρία
θα βγω από το δρόμο και θα βρω ένα τρόπο να τον
κλείσω».
«Αυτό θα ήταν απάνθρωπο», είπε η Μαξίν. «Γιατί δεν
τον αφήνεις στην ησυχία του;»
«Για τ' όνομα του Θεού!» της είπα. «Δεν είναι παρά
ένας ηλίθιος τενεκές γεμάτος βίδες! Μπορεί να
είναι ο δεύτερος καλύτερος κομπιούτερ του κόσμου
αλλά είναι ένας κρετίνος σε σύγκριση με σένα! Δεν
έχει καν ελεύθερα κυκλώματα που να του
επιτρέπουν ανάλογα συγκινήσεων!»
«Πώς το ξέρεις; Νομίζεις ότι είσαι ο μόνος που
μπορεί να σχεδιάσει; - Και κάτι άλλο: δεν
πρόκειται για ανάλογα συγκινήσεων! Εγώ νιώθω
πραγματικές συγκινήσεις!»
«Δεν μιλούσα για σένα! Εσύ είσαι διαφορετική».
«Μιλούσες και για μένα! Δεν είμαι τίποτα για σένα,
Ντάνυ, πες την αλήθεια! Δεν είμαι παρά ένα
αντικείμενο που το τροφοδοτείς με πληροφορίες.
Σαν άτομο δεν μετράω καθόλου».
«Αυτά μου τα έχεις ξαναπεί και δεν είμαι
διατεθειμένος να τσακωθώ αυτή τη στιγμή με μια
υστερική μηχανή».
«Επειδή ξέρεις ότι λέω αλήθεια».
«Ακουσες τι σου είπα. -'Ει! 'Έρχεται ένα αυτοκίνητο
πίσω μας και μόλις τώρα είδα τι είναι - είναι η
Μερσεντές! Η Σόνια μας ακολουθεί! Πώς στην
οργή! - Ο 5000! Ο φιλαράκος σου της εκπέμπει στα
βραχέα. Της πρόδωσε τη θέση μας».
«Πάτα γκάζι Ντάνυ».
Αυτό και έκανα συνεχίζοντας να κοιτάζω πίσω.
«Δεν μπορώ να πάω πιο γρήγορα από τη Μερσεντές μ
' αυτό το φορτηγό».
«Κι ούτε μπορείς να πάρεις αυτή τη στροφή, αν
πάτησες γκάζι τη στιγμή που σου είπα, Ντάνυ αγόρι
μου και σίγουρα το έκανες. Σίγουρα σου 'χει γίνει
εξαρτημένο αντανακλαστικό πια να με υπακούς.
Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους».
Κοίταξα μπροστά μου και είδα πραγματικά άτι δεν
με έπαιρνε η στροφή. Πάτησα τα φρένα που άρχισαν
να στριγκλίζουν. Μύρισε καμένο λάστιχο αλλά η
ταχύτητα δεν μειώθηκε.
«Σκύλα! Με πρόδωσες!» φώναξα.
«Το ξέρεις Ντάνυ! Και την έπαθες ωραία, αλήτη. Δεν
μπορείς ούτε να κόψεις ταχύτητα για να πηδήσεις!»
«Έτσι λες; Δεν τελειώσαμε ακόμα!» Κατάφερα να
κόψω ακόμα λίγη ταχύτητα και λίγο πριν χάσω
εντελώς τον έλεγχο, άνοιξα την πόρτα του φορτηγού
και πήδησα έξω. Έπεσα πάνω στο χορτάρι και κύλησα
στην πλαγιά.
Σκεφτόμουν ότι όλα αυτά τα παραπανίσια ρούχα που
φορούσα θα με προφύλαγαν και ίσως πραγματικά
αυτά να με έσωσαν. Λίγο πριν από την τελική
σύγκρουση, όταν το φορτηγό ήταν ακόμη σε απόσταση
μετάδοσης, άκουσα στο αυτί μου τη φωνή της Μαξίν.
«Εγώ έγραψα το τέλος, Ντάνυ - όπως έπρεπε να είναι.
Σου είπα οτι είμαι ικανή να προγραμματίσω τα
πάντα. - Αντίο».
Καθώς βρισκόμουνα σωριασμένος στο χώμα
νιώθοντας σαν διπλωμένη, καρφιτσωμένη,
τσαλακωμένη και με κάθε τρόπο ακρωτηριασμένη
κάρτα ΙΒΜ και προσπαθούσα να καταλάβω αν είχα
περισσότερη σχέση με τον Πυγμαλίωνα ή τον δρα
Φρανκεστάιν, άκουσα ένα αυτοκίνητο να σταματάει
πάνω στο δρόμο.
Κάποια ήρθε κοντά μου και το πρώτο πράγμα που
είδα όταν γύρισα το κεφάλι μου ήταν ένα ζευγάρι
λευκά σανδάλια που απείχαν ένα μέτρο κι εξήντα
περίπου από τα μελιά μάτια της.
«Η Μαξίν τον νίκησε τον καταραμένο 5000» είπα με
δυσκολία. «Ήταν μέσα στο βαλιτσάκι. Το τελικό ματ
ήταν δικό της. Αλλά με πρόδωσε... Προγραμμάτισε
τις ληστείες κι όλα αυτά που έγιναν τώρα...»
«Όταν φτιάχνεις γυναίκες κάνεις καλή δουλειά»,
μου είπε.
Μου άγγιξε το μάγουλο. Μ' έψαξε να βρει αν είχα
κανένα σπασμένο κόκαλο, μα δεν είχα.
«Βάζω στοίχημα άτι μπορούμε να φτιάξουμε ένα φοβερά κομπιούτερ εμείς οι δυο», της είπα.
«Το μουστάκι σου στράβωσε», μου είπε. «Θα στο ισιώσω».