![]()
Graham Charnock
The Erogenous Zone (1969)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Πηγαίνοντας προς το Κέντρο Συντονισμού Επιχειρήσεων των Μεντιατικών Επιθέσεων Ε.Π.Ε. - το ανοικοδομημένο κτίριο της Σελ δίπλα στο ποτάμι με τη μια του πτέρυγα αφημένη συμβολικά σε ερείπια, ένα σωρό χαλάσματα σκεπασμένα με γραφικά αναρριχητικά φυτά - ο Κρέηβεν 'Ιματζ (η «Ανανδρη Εικόνα») έκοψε δρόμο μέσα από τη γκρίζα φτωχογειτονιά που είχε προγραμματιστεί για ένα βομβαρδισμό πλήρους καταστροφής στην απογευματινή άσκηση. Μια πορφυρή Πρωινή Καταχνιά κάλυπτε τους δρόμους, όμως, και δεν είχε μεγάλη ορατότητα. Αναρωτήθηκε αν η καταχνιά ήταν μέρος της συμφωνίας με τη ΜΕΕΠΕ, και τι θα μπορούσε να σημαίνει. Δεν είχε δει τίποτα σχετικό στο πρωινό Ειδησεοφάξ, αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Θα μπορούσε να είναι απλώς Πλανώμενη, που παρασυρόταν από απρόβλεπτα ρεύματα στο μικροκλίμα αυτού του τμήματος της πόλης.
Καθώς είχε τον Αυτόματο Πιλότο και βαριόταν κιόλας, άρχισε να ψάχνει στους σταθμούς, ένα κυνήγι στα ραδιοκύματα, αναπνέοντας από τα αποθέματα του αέρα του, έχοντας κλείσει έξω από το αμάξι το μίασμα. Μια μέρα, σκέφτηκε καθώς ούρλιαζε το ράδιο, θα λύσουν το πρόβλημα των παρασίτων. Το όνειρο: ένα μέσο διαφήμισης απαλλαγμένο από παράσιτα. Μια μέρα τα ραδιοκύματα θα ήταν υπέροχα καθαρά, σαν δυο κρυστάλλινα ποτήρια που φιλιούνται σε μια πρόποση και βγάζουν μια νότα: σοστενούτο. Αλλά προς το παρόν το τρίξιμο της φωνής των Θεών (σπουδαίος εορτασμός, σκέφτηκε, του θανάτου του Αλμπερτ Σβάιτσερ). Και φωσφορισμοί τρεμόπαιζαν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου.
Χαλάρωσε, κι εκείνη τη στιγμή βγήκε απ' το μισόφωτο ένα παιδί, ένα ηλίθιο με υδροκεφαλικό μέτωπο και απλανή μάτια. Μια βδέλλα κρεμόταν από το λαιμό του και τα χείλη του κινούνταν με το προπαγανδιστικό ποιηματάκι που είχε μπει στο αίμα του. Αυτό ήταν της ΟΔΑΣΟ (Ομοσπονδία Δυτικών Αντι-Σημιτικών Οργανισμών). Ο Κρέηβεν το κατάλαβε από τις απότομες παραινετικές φράσεις, τις προδοτικές, σαν γκριμάτσες κινήσεις του στόματος. Η ΚΚΚ, για παράδειγμα, ήταν πιο ποιητική' τα συνθήματά της με τις παρηχήσεις τους δεν μπορούσαν να παρεξηγηθούν.
Το παιδί ήταν πολύ κοντά για να το αποφύγει ο Αυτόματος Πιλότος. Κούνησε λίγο, συμβολικά, το τιμόνι, και το αμάξι έκανε ένα μικρό ζιγκ-ζαγκ. Ο προφυλακτήρας χτύπησε το παιδί που συνέχιζε να τραγουδά, κι έκανε μια τούμπα στο φτερό. Το πρόσωπό του ήρθε κοντά στο παράθυρο και μετά απομακρύνθηκε πάλι καθώς το σώμα του έκανε άλλη μια τούμπα και πετάχτηκε σαν το καπάκι μιας κονσέρβας στη σκεπή.
Ένα κόκκινο προειδοποιητικό φωτάκι άναψε. Ο Αυτόματος Πιλότος, τρομαγμένος από το συμβάν, μπερδεύτηκε και αποτραβήχτηκε. Ο Κρέηβεν άρπαξε το τιμόνι κι έψαξε ιδρώνοντας κι αγωνιώντας για το φρένο. Αρχισε να βρίζει. Να πάρει τα πόδια μου -πόσον καιρό έχω να οδηγήσω - να οδηγήσω πραγματικά;
Κράτησε το τιμόνι και περίμενε ν' αρχίσουν να λειτουργούν οι φυσικές του αντιδράσεις, αλλά ήταν άτυχος. Η ατυχία του ήταν το αμάξι που βγήκε από μια διασταύρωση προσφέροντάς του το πλευρό του. Συναντήθηκαν και ενώθηκαν σ' ένα σύμπλεγμα. Η μόνωση του αμαξιού του καταστράφηκε καθώς κύλησαν λίγο και μετά σταμάτησαν, και άπλωσε το χέρι του να πάρει ένα φίλτρο εκτάκτου ανάγκης, όχι όμως προτού δει για μια στιγμή τα δυο αυτοκίνητα σαν ελέφαντες βαμμένους με έντονα χρώματα που έχουν μπλέξει τους χαυλιόδοντές τους παλεύοντας.
Κατέβηκαν από τις ράχες των ελεφάντων και στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον, ο Κρέηβεν 'Ιματζ κι αυτός ο ξένος που το τουρμπάνι του μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε μεταξένια λευκά μαλλιά. Ήταν μεγαλόσωμος, και ηλικιωμένος, και το χρώμα των μαλλιών του αντανακλάτο στο χρώμα του δέρματός του, όπου το άφηνε να φανεί το στενό του σακάκι από σάρκσκιν. Αυτός ο άντρας ήταν ένας απόκρημνος ασβεστόλιθος, ένας δικαστής ίσως, με χέρια καλυμμένα με λεπτές άσπρες τρίχες που μπορούσαν να τσακίσουν δυο κεφάλια μεταξύ τους, σαν καρύδια. Όχι, μάλλον όχι δικαστής. Αστυνομικός που έχει ρεπό, ή ίσως κοινωνικός λειτουργός.
Κοίταξε τον Κρέηβεν, μουρμούρισε κάτι
ακατανόητο, και πήγε από την άλλη μεριά του
αμαξιού για να κλείσει το καπό που είχε ανοίξει
με τη σύγκρουση, σαν το πάνω μέρος του παπουτσιού
ενός κλόουν. Το θανάσιμο χτύπημα όμως ήταν στο
πλάι του αμαξιού του, όμορφο και καθαρό σαν την
ουλή από εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας ενός νεαρού
κοριτσιού. Ο Κρέηβεν πέρασε το χέρι του στο
χτυπημένο πλευρό του αμαξιού, αλλά πιάστηκε σ'
ένα κομμάτι μέταλλο και μάτωσε, έχοντας κόψει τον
αντίχειρά του σ' όλο του σχεδόν το μήκος. Το αίμα
ήταν κι αυτό πολύ όμορφο, και ο ξένος φάνηκε να
προσελκύεται απ' αυτό. Έβγαλε ένα μαντίλι από την
τσέπη του και του έδεσε το δάχτυλο.
«Έλα μαζί μου», είπε, και γύρισε κι απομακρύνθηκε
έτσι που o Κρέηβεν δεν μπορούσε παρά να τον
ακολουθήσει.
Ανέβηκαν στο κράσπεδο, βγαίνοντας ξαφνικά από
τον τοίχο της Καταχνιάς, και προχώρησαν λίγα
τετράγωνα ώσπου εμφανίστηκε μπροστά τους ένα
τεράστιο κτίριο, ένα μέρος της παλιάς πόλης που
δεν είχαν ανακαλύψει οι μπουλντόζες, να υψώνεται
πάνω από τα μονώροφα φτωχόσπιτα. Ίσως, υπέθεσε ο
Κρέηβεν, ίσως να βρισκόταν κρυμμένο και ασφαλές
σε κάποια χρονική διαστρέβλωση όταν κατεδάφισαν
τον παλιό Σταθμό και την Κάβα του Μπάρνεϋ, αυτό το
άλλο δοξασμένο, αλλά χαμένο πια, τοπικό μνημείο.
«Λεγόταν Νοσοκομείο Αγία Μαρία», είπε ο
ασπρομάλλης φίλος του. «Αλλά τώρα το λέμε απλώς
το Δημόσιο».
«Από το θρησκευτικό στο κοσμικό σε μια εύκολη
κίνηση», είπε ο Κρέηβεν, και με μια εύκολη κίνηση
μπήκαν μέσα.
Υπήρχε μια μεγάλη αίθουσα αναμονής. Ήταν έρημη. Έρημοι διάδρομοι έβγαιναν κι απ' τις δυο μεριές της. Ο ασπρομάλλης άντρας πήγε στη ρεσεψιόν, μια θυρίδα μ' ένα μικροσκοπικό θάλαμο κολλημένο πίσω της. Χτύπησε με τη γροθιά του στον πάγκο και κοίταξε μέσα.
«Είναι ένα Φτωχό νοσοκομείο», είπε του Κρέηβεν.
«Είμαστε αναγκασμένοι να βασιζόμαστε στην
εθελοντική εργασία. Εσύ περίμενε εδώ και θα βρω
κάποιον. Δεν χρειάζεται να σε γράψουμε στα
μητρώα, αλλά κάποιος πρέπει να κοιτάξει το
δάχτυλό σου, ίσως να βάλει και μερικά ράμματα. Θα
το έκανα εγώ, αλλά τυπικά είμαι σε επίσκεψη».
Πήρε ένα διάδρομο, δοκιμάζοντας μερικές πόρτες,
και χάθηκε στο βάθος του. Ο Κρέηβεν σήκωσε μια
σανίδα που στηριζόταν με μεντεσέδες στη θυρίδα
και κοίταξε μέσα στο μικρό γραφείο. Δεν είχε
τίποτα το ενδιαφέρον. Στον ένα τοίχο, έτσι που να
μη φαίνεται από την αίθουσα αναμονής, κρεμόταν,
περιέργως, ένα ημερολόγιο με γυναίκες. Όλα τα
φύλλα με τις ημερομηνίες είχαν κοπεί, και η
έγχρωμη φωτογραφία ήταν ξεθωριασμένη και
φθαρμένη. Ήταν κάποιου αρκετά περασμένου έτους.
Το αίμα είχε πήξει στο δάχτυλο του Κρέηβεν, που άρχιζε να πονάει. Προχώρησε λίγο σ' ένα διάδρομο και βρήκε μια πόρτα με την επιγραφή: ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΙΑΤΡΕΙΟ. Μέσα, μια νοσοκόμα καθόταν σ' ένα σκαμνί μπροστά σ' ένα μακρύ, γυμνό τραπέζι, και συμπλήρωνε ένα χαρτί σ' ένα ντοσιέ.
Σ' ένα άλλο μέρος της πόλης. Ο Α ακουμπά απαλά το
γόνατο της Β κάτω από το ξύλινο τραπέζι της
κουζίνας.
«Καλό αυτό», του λέει εκείνη. «Έχεις να το κάνεις
πολύ καιρό».
«Από τότε που ήμουν ένα ζωηρό και καβγατζίδικο
αγόρι», λεει ο Α. «Και τότε πίστευα σοβαρά πως
αυτό εννοούσαν να βάζεις χέρι στα κορίτσια. Ένα
αθώο χέρι στα γόνατα».
«Ποτέ δεν ήσουν τόσο αθώος».
«Δεν ήμουν;» Δεν είναι μια ρητορική, ούτε καν
ειρωνική, ερώτηση. Ούτε αστείο είναι, ούτε κάποια
απλή παρατήρηση. Η Β δεν προσέχει το παίξιμο των
ματιών του. Χωρίς αυτό το παιχνίδισμα της
φαίνεται σχεδόν ξένος.
Είναι η ηλικία; σκέφτεται ο Α. Είναι ωριμότητα
αυτή; Όταν κανείς ξεχνά τον καιρό της αθωότητάς
του, το χάσιμο της αθωότητάς του. Όταν
συμβιβάζεται κανείς με το γκρίζο πανόραμα της
καθημερινής ενοχής. Το «καθημερινό» είναι
σημαντικό, πιστεύει. Δεν είναι θρήσκος. Δεν είναι
θρησκευτική ενοχή αυτή. Είναι μια τετριμμένη
ενοχή που μπορεί κανείς να την ξεπλύνει, σαν
βρώμα, ίσως με τον ύπνο ή ίσως με λίγα λεπτά
πραγματικού έρωτα, πριν από το σεξ ή μετά από το
σεξ, ίσως κατά τη διάρκεια του σεξ. Αλλά αρχίζει
να μαζεύεται πάλι πάνω σου το πρωί, και την
επόμενη μέρα. Τον περισσότερο καιρό πρέπει να ζει
κανείς μ' αυτήν, και φαίνεται να είναι μια αβλαβής
ενοχή, σαν ένα λεπτό νήμα καπνού στον αέρα. Τον
περισσότερο καιρό.
«Πώς είναι σήμερα το πρωί;» ρωτά ο Α. Τώρα δεν
αντέχει καν να μπει στο δωμάτιο όπου κείτεται ο
πατέρας της, με τις κουρτίνες τραβηγμένες μήπως
και το σοκ των ακτινών του ήλιου τον σκοτώσει.
«Ήσυχος».
«Κλαις», λεει εκείνος. Έχει γυρίσει το κεφάλι της
από την άλλη, αλλά όχι αρκετά γρήγορα ώστε να του
κρύψει το υγρό μονοπάτι στο μάγουλό της.
Σηκώνεται για να πάρει την αυτόματη μηχανή του
καφέ που έχει σβήσει μόνη της, ευσπλαχνικά και
αυτόματα.
«Δεν πρέπει να ξεχάσω πώς να κλαίω», λέει εκείνη,
σαν να είναι μια φυσική ικανότητα, ένα ταλέντο,
που μπορεί να ξεχαστεί από έλλειψη πρακτικής και
κάποια σκλήρυνση των μυών, των οργάνων της
θλίψης. «Θα πρέπει να είναι εύκολο. Αργεί τόσο να
πεθάνει. Αν μπορώ ακόμη να κλάψω θα πει πως τον
αγαπώ ακόμη. Έτσι δεν είναι;» τον ρωτά με μειλίχια
φωνή.
Την πλησιάζει και τη φιλά στο μέτωπο και μετά στα
χείλη. Της λέω πάντα την αλήθεια, σκέπτεται. Ήταν
πάντοτε ένα άρθρο πίστεως, μια επιβεβαίωση του
γάμου μας. Μα τι είναι ένα λάθος; Θα την πείραζε να
της έλεγε ένα ναι, αυτή τη φορά μόνο; Θα ήταν άλλος
ένας κόκκος καθημερινής βρώμας που θα μπορούσε
να τον ξεπλύνει αργότερα με μια εύκολη πράξη
αγάπης;
«Ναι», της λεει, αλλά μετριάζει το ψέμα με μια
αλήθεια. «Αλλά δεν πρέπει ν' ανησυχείς για το αν
θα ξεχάσεις πώς να κλαις, αλλά αν θα ξεχάσεις για
ποιον κλαις».
Σηκώνει την μπλούζα της και γλιστρά τα χέρια του
από κάτω, αλλά εκείνη τραβιέται και κοιτάζει την
πόρτα του δωματίου του πατέρα της. «Όχι. Σε
παρακαλώ».
Χαμογελά και του πιάνει τα χέρια και τα τυλίγει
γύρω της, πάνω από την μπλούζα, και μένουν έτσι
για λίγο.
Πέθανε, σκέφτεται ο Α, με την πλάτη στην πόρτα,
κρατώντας το ομοίωμα της κόρης του γέρου. Πέθανε,
γαμώτο. Πέθανε.
«Γεια», είπε η νοσοκόμα. «Είσαι καινούριος εδώ,
ε;»
«Έψαχνα κάποιον. Οποιονδήποτε. Το μέρος αυτό
φαίνεται εγκαταλελειμμένο».
«Είναι. Έχουν πάει όλοι σε επισκέψεις. Δεν έχουμε
πολλούς εσωτερικούς ασθενείς. Προσπαθούμε να
καλλιεργήσουμε την εμπιστοσύνη του κόσμου. Αν οι
άνθρωποι σ' αυτήν τη γειτονιά πιστεύουν σε κάτι,
σίγουρα αυτό δεν είναι η ιατρική. Είσαι ο
δόκτωρ...»
«Με λένε Κρέηβεν. Αλλά δεν είμαι...»
«Εγώ είμαι η Χέντυ. Μ' έλεγαν Χέτυ, αλλά δεν το
άντεχα». Η Χέντυ κατέβηκε από το σκαμνί. «Όταν
δούλευα στη σώου μπίζνες μ' έλεγαν Γκιζέλα. Οι
άντρες μου έλεγαν πως το έβρισκαν ερωτικό όνομα,
αλλά νομίζω πως έφταιγε το ότι δεν ήξεραν πώς να
το προφέρουν. Έβαζαν τις δικές τους ερωτικές
προεκτάσεις στο όνομα όπως ήθελαν. Το ξέρεις πως
έχεις έναν έντονο μαγνητισμό;»
«Ήσουν ηθοποιός;» ρώτησε ο Κρέηβεν. Το δωμάτιο
φαινόταν γυμνό και κρύο. Οι τοίχοι είχαν ράφια ως
το ταβάνι, και τα μισά ήταν άδεια. Ένα ρεύμα αέρα
γαργάλησε το λαιμό του, και έσπρωξε με το τακούνι
του την ανοιχτή πόρτα και την έκλεισε.
«Έκανα στριπτήζ», είπε η Χέντυ. «Το πιστεύεις;»
«Γιατί όχι; Έχεις ωραίο σώμα».
«Θέλεις να κάνουμε έρωτα;» ρώτησε η Χέντυ.
«Εδώ;»
«Κανείς δεν θα μας διακόψει. Γδύσε με».
Φορούσε μια λευκή μπλούζα με φερμουάρ στην πλάτη.
Μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά καθώς της κατέβαζε το
φερμουάρ.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καιρό μια
στριπτιζέζ μπορεί να μείνει παρθένα αν το θέλει
πραγματικά», είπε η Χέντυ. «'Ως τα είκοσι επτά μου
δεν είχα αφήσει κανέναν να με γδύσει. Στην αρχή
ήταν λίγο περίεργο, αλλά μετά άρχισε να μου
αρέσει. Μετά απ' αυτό, το να βγάζω εγώ τα ρούχα μου
μου φαινόταν πεπαλαιωμένο. Ήταν η αρχή του
τέλους, φαντάζομαι».
«Της παρθενιάς σου;»
«Και της καριέρας μου».
Ήταν γυμνή τώρα. Περιέργως ο Κρέηβεν δεν ένιωθε
καμιά επιθυμία. Το απέδωσε στο περιβάλλον.
«Κι έτσι έγινες νοσοκόμα;»
«Ήρθε μόνο του. Γνώρισα αυτόν το γιατρό που
δουλεύει εδώ. Τον λένε Χάουαρντ. Πίνει λιγάκι και
τότε δεν τα καταφέρνει και τόσο. Βαρέθηκα να
φροντίζω τους ασθενείς του, πραγματικός άγγελος
του ελέους. Μου άρεσε. Μια φορά έκανα εγχείρηση
σκωληκοειδίτιδας, γιατί ήταν πολύ άρρωστος για
να την κάνει εκείνος».
Του έβγαλε το πουκάμισο. Ένιωσε ν' ανατριχιάζει,
αλλά αυτό ήταν όλο. «Θα πρέπει να ήταν δύσκολο
αυτό».
«Όχι τόσο. Το είχα δει πολλές φορές».
Τον είχε γδύσει τελείως, εκθέτοντας την
αδιαφορία του. «Τίποτα;» ρώτησε λυπημένα.
Δεν ήθελε να την απογοητεύσει. «Δώσε του χρόνο. Θα
έρθει. Πού θα το κάνουμε; Στο τραπέζι ή στο
πάτωμα;»
«Έχει σκόνη στο πάτωμα, κι αυτά τα παλιά κτίρια
είναι γεμάτα κατσαρίδες».
«Στο τραπέζι τότε». Τη σήκωσε.
«Ελπίζω να σου αρέσει εδώ».
Το διφορούμενο της φράσης της του άρεσε. Ένιωσε
μια μέτρια αλλά ελπιδοφόρα ζέστη στο υπογάστριο
του. Ανοιξε τα πόδια της κι εκείνος σκαρφάλωσε
πάνω της.
«Δεν πρόκειται να κάτσω πολύ εδώ», της είπε. «Είναι το δάχτυλό μου μόνο». Της το έδειξε. Η πληγή είχε ανοίξει και μια σταγόνα αίματος έπεσε στο στήθος της.
«Χριστέ μου, είσαι ασθενής!» φώναξε. «Τι
νομίζεις πώς κάνεις; Μην μ' αγγίζεις!»
Έβαλε τις φωνές, και η πόρτα της αίθουσας άνοιξε.
Στο άνοιγμά της στεκόταν ένας γιατρός.
«Χάουαρντ!» στρίγκλισε η Χέντυ. «Είναι ασθενής!»
Πάλευε με τον Κρέηβεν.
'Ως τη στιγμή που ο γιατρός τον πλησίασε και τον άρπαξε, o Κρέηβεν πίστευε πως ζούσε κάποιο μετατυχηματικό τραύμα που δημιουργήθηκε από τη δόση Πρωινής Καταχνιάς. 'Όταν ο γιατρός τον τράβηξε από το τραπέζι, ήξερε πως είχε κάνει λάθος. Το κεφάλι του Κρέηβεν χτύπησε στο πάτωμα.
Έχει συννεφιά και η Β έχει τραβήξει τις
κουρτίνες. Ο Α μπαίνει στο δωμάτιο. Διακατέχεται
όλο και περισσότερο από την ιδέα της ενοχής. Αυτή
είναι μια πράξη μετάνοιας, ένα θρησκευτικό
προσκύνημα. Ο γέρος υψώνει το βλέμμα του πάνω του,
και τα μάτια του είναι βυθισμένα σε μια
επιθανάτια χλωμάδα.
«Πώς είσαι;» ρωτάει ο Α, αφήνοντας να του ξεφύγει
η τετριμμένη ερώτηση, αλλά ο γέρος, που είχε το
χρόνο να το σκεφτεί, ξέρει πως η απάντηση είναι η
σιωπή. Το χέρι του κουνιέται λιγάκι πάνω στο
σεντόνι σε μια χειρονομία χαιρετισμού.
«Θέλεις τίποτα να σου φέρω;»
«Δεν χρειάζομαι τίποτα τώρα», λεει ο γέρος. Η φωνή
του είναι ένα αργό ξύσιμο, τα λόγια του σαν
ροκανίδια, τραχιά και χοντροκομμένα. «Θυμόμουνα.
Καθόμουν εδώ και θυμόμουνα».
«Τι;»
«Το βομβαρδισμό της Δρέσδης», λεει ο γέρος. «Ήταν
λάθος. Το ξέραμε τότε, αλλά το κάναμε. Μόνο στον
πόλεμο δύο λάθη κάνουν ένα σωστό. Ο πόλεμος είναι
τρομερός», καταλήγει, και ο Α χαλαρώνει,
ευχαριστημένος που ακόμα και ο γέρος φτάνει να
λεει κοινοτοπίες.
«Είχες σχέση;»
«Ήμουν πυροβολητής. Δεν έριξα τις βόμβες. Είναι
παράξενο, αλλά ήταν απίστευτα ειρηνικό. Ήμουν
μέσα σε μια πλαστική φούσκα στην ουρά του
αεροπλάνου και όλος ο θόρυβος φαινόταν τόσο
απομακρυσμένος. Ακόμα κι όταν χρειάστηκε να
πυροβολήσω ήταν σαν να έριχνα σ' έναν άλλον κόσμο
έξω από το κουβούκλιο. Ένιωθα ασφαλής. Δεν
φοβήθηκα ποτέ».
«Ποτέ;»
«Μόνο στο έδαφος, έπειτα. Φοβόμουν τα
φυσιολογικά, ανθρώπινα πράγματα. Φοβόμουν το
ποτό και τις παρέες, φοβόμουν τις Γυναικείες
Βοηθητικές Δυνάμεις του Στρατού και της
Αεροπορίας, και τα κορίτσια στο σπίτι, όταν
τελικά πήγα σπίτι. Φοβόμουν πως δεν θα υπήρχαν
αρκετά, φαντάζομαι, αλλά πάντα υπήρχαν. Ήμουν
οπορτουνιστής, υποθέτω, όπως κι όλοι οι άλλοι,
εξαργυρώνοντας το συναισθηματικό τραύμα του
πολέμου, αλλά η συνείδησή μου δεν μ' ενοχλεί γι'
αυτό. Όχι, αν κάτι μ' ενοχλεί στη συνείδησή μου,
είναι οι Εβραίοι».
«Γι' αυτό δεν φταίγαμε εμείς», λεει ο Α. Το
διπλωματικό «εμείς».
«Δεν εννοώ αυτά που έκανε ο Χίτλερ. Εννοώ αυτά που
κάναμε εμείς. Ποτέ δεν τους συμμεριστήκαμε, ούτε
και μ' όλα τα βάσανά τους στη Γερμανία. Πετούσα
συνήθως με κάποιον Λεβίν, έναν ασυρματιστή.
Κανείς δεν τον συμπαθούσε και του κάναμε συνεχώς
ανόητα αστεία, του λέγαμε πως οι Γερμαναράδες
είχαν μια ειδική σφαίρα γι' αυτόν και πως ήταν
πολύ επικίνδυνο να πετάμε με το ίδιο αεροπλάνο.
Επιφανειακά ήταν ένα αστείο, παιδικές πλάκες.
Ήμασταν όλοι μας παιδιά τότε. Αλλά θα πρέπει να
υπήρχε κάποιος σπόρος μίσους στο όλο πράγμα. Δεν
το κάναμε με κανέναν άλλον».
«Θυμάσαι παράξενα πράγματα».
«Αυτό είναι όλο. Ο βομβαρδισμός, η καταστροφή, οι
θάνατοι και οι ακρωτηριασμοί των πολιτών - αυτά
δεν τα θυμάμαι. Όλα αυτά τα είδαμε αργότερα στις
ταινίες και στις φωτογραφίες στις εφημερίδες,
προκατασκευασμένες αναμνήσεις για τους εργάτες
της πολεμικής βιομηχανίας και την εθνοφυλακή και
τους αντιρρησίες συνείδησης. Εγώ μόνο πέταξα. Εγώ
θυμάμαι μόνο να πετάω. Όλα τα άλλα μου φαίνονται
να έγιναν σ' έναν άλλον κόσμο».
Ένα τρεμούλιασμα διέτρεξε το σώμα του γέρου κι
έφτασε ως το γκρίζο χέρι του πάνω από το σεντόνι.
Έβγαλε ένα βογκητό, ένα συμπαγή ήχο που διέψευσε
τη φαινομενική αδυναμία των χειλιών του.
Ο Α ένιωσε μια ευθυμία. Πέθανε, στέναξε μέσα
του. Ω, πέθανε. Πέθανε. Ήταν κάτι σαν
έντονη σεξουαλική επιθυμία.
Φώναξε τη Β. Θα έπρεπε να δει το θάνατο' θα ήταν
μια κάθαρση και για τους δυο τους. Ο Α βγήκε από το
δωμάτιο. Η προσμονή της απελευθέρωσης είχε κάνει
το μέτωπό του να ιδρώσει. Τελικά βγήκε η Β.
«'Ηταν απλώς σε υπερδιέγερση», είπε εκείνη.
«Ξεκουράζεται τώρα. Αγάπη μου, είσαι κάτασπρος».
Η Χέντυ ήταν ένα αυτόματο με νυστέρια αντί για δάχτυλα. Τα γεννητικά της όργανα ήταν γεμάτα σκουριά και δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα γι' αυτήν. Σήκωσε στα χέρια της ένα τμήμα από τα έντερά του και είπε: «Βλέπεις, σου είπα πως μπορούσα να το κάνω». Ήταν σ' ένα νοσοκομειακό κρεβάτι κάτω από την αψίδα μιας σκηνής. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι του και πόνεσε, αλλά είδε το αμφιθέατρο και τον μοναδικό, μοναχικό θεατή: ο Χάουαρντ, με μια άσπρη μπλούζα. Η Χέντυ πήγε κάτω από το φως των προβολέων και κράτησε ψηλά το γκρίζο κομμάτι των εντοσθίων. Ο Χάουαρντ σηκώθηκε να χειροκροτήσει, αλλά παραπάτησε κι έπεσε πίσω στο κάθισμά του. Ένας προβολέας άναψε στην οροφή του αμφιθεάτρου. Στράφηκε κατευθείαν μέσα στα μάτια του Κρέηβεν και κάποιος έχωσε νυστέρια στο μυαλό του. Μαυρίλα.
Όταν ξύπνησε, σ' ένα μικρό, ανώνυμο δωμάτιο χωρίς παράθυρα με την μπογιά στους τοίχους ξεφτισμένη σαν δέρμα λεπρού, o Χάουαρντ καθόταν δίπλα στο κρεβάτι του.
«Σου είπε ότι πίνω;» είπε. «Είναι αλήθεια. Αλλά
τώρα δεν έχω πιει. Μ' αρέσεις. Δεν σου κρατάω
κακία. Θα 'θελα να σε γνωρίσω καλύτερα. Τι το
ελκυστικό της βρίσκεις;»
«Τίποτα», γόγγυσε ο Κρέηβεν. Η φωνή του του
προξένησε έκπληξη, γιατί ακουγόταν ξένη.
«Δεν μου έδωσες αυτή την εντύπωση».
«Δεν ήμουν... Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα. Μ'
έφερες σε δύσκολη θέση όταν μπήκες, αλλά μ' έσωσες
από μια άλλη, πιο δύσκολη θέση».
Ο Χάουαρντ κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Μ'
επηρεάζει έτσι κι εμένα καμιά φορά. Σου είπε πως
ήταν στριπτιζέζ;»
«Ναι». Επειδή η φωνή του ήταν βραχνή, ο Κρέηβεν
αποφάσισε να περιοριστεί σε μονοσύλλαβα, όποτε
του ήταν δυνατόν.
«Δεν είναι αλήθεια. Είναι μια φαντασίωσή της.
Ήταν κανονική ηθοποιός του θεάτρου, ώσπου
έμπλεξε με τις πρωτοποριακές κουλτουριάρικες
παραγωγές πολλαπλών μέσων. Την έβαλαν να κάνει
πολλές ερωτικές σκηνές, και σε κάθε περίπτωση
ξενέρωνε τον σύντροφό της, του κατέστρεφε
εντελώς τη στύση. Οι παραστάσεις της ήταν τόσο
γελοίες που δεν μπόρεσε να κάνει καριέρα. Γι' αυτό
πίνω. Όταν έχω πιει μπορώ να το κάνω, κατά κάποιο
τρόπο με αγγίζει. Δεν έπινα καθόλου προτού τη
συναντήσω. Σου είπε για τη σκωληκοειδίτιδα;»
«Ναι».
«Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ο ασθενής είχε μόνο
αιμορροίδες. Κι εγώ δεν είχα καμιά σχέση. Ήμουν σε
επίσκεψη. Δεν είναι ισορροπημένη, αλλά αυτό εδώ
είναι ένα Φτωχό νοσοκομείο και χρειαζόμαστε κάθε
βοήθεια που μπορούμε να βρούμε».
Ο Κρέηβεν προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά ένιωθε
αδύναμος σαν μωρό.
«Σου έδωσα ένα ηρεμιστικό», είπε ο Χάουαρντ. «Κι
εγώ δεν ήμουν πολύ ισορροπημένος εκείνη τη
στιγμή, αν και θα έπρεπε να το καταλάβω. Νόμισα
πραγματικά πως ήσουν κάποιος ασθενής που
προσπαθούσε να τη βιάσει. Μετά μίλησα στον δρα
Ουίλιαμς - αυτόν που σ' έφερε - κι έμαθα ποιος
ήσουν, αλλά ήταν πια αργά. Σου είχα κάνει ήδη την
υποδερμική. Θα νιώθεις σαν να είσαι στο χείλος
του θανάτου για λίγες ώρες ακόμα, φοβάμαι».
«Τι ώρα είναι;» ρώτησε ο Κρέηβεν. «Μου λες τι ώρα
είναι;»
«Είναι περίπου μία. Αν σκέφτεσαι το φαγητό, δεν
σου το συνιστώ. Στη χαλαρωμένη κατάσταση που
είναι το πεπτικό σου σύστημα θα ήταν σαν να
προσπαθούσες ν' ανακατώσεις τσιμέντο μ' ένα
φτερό».
«Δεν είναι αυτό. Αυτή όλη η περιοχή έχει
προγραμματιστεί να δεχτεί αεροπορική επίθεση
στις δύο».
Ο Χάουαρντ συνοφρυώθηκε. «Τα έχεις μπερδέψει. Θα
εννοείς κάποια άλλη περιοχή. Δεν ανακοινώθηκε
τίποτα το πρωί. Ούτως ή άλλως ο αεροπορικός
βομβαρδισμός των Νοσοκομειακών Περιοχών
απαγορεύεται από τη Συνθήκη του '78».
«Δεν θα το ανακοίνωναν. Είναι μια ειδική δοκιμή
μιας νέας μεντιατικής βόμβας που σχεδιάστηκε για
ν' αντιμετωπίσει κάτι που λέγεται Πόνος, μια
λατρεία της αυτοκτονίας. Κι όσο για τη Συνθήκη
του '78 - δεν νομίζω πως αυτοί στη ΜΕΕΠΕ ξέρουν καν
πως υπάρχει ένα νοσοκομείο εδώ».
Ο Χάουαρντ γέλασε. «Τώρα παραμιλάς. Όλοι ξέρουν
το παλιό Δημόσιο». Σηκώθηκε, χτύπησε φιλικά το
μπράτσο του Κρέηβεν και βγήκε από το δωμάτιο.
«Τι κάνεις;»
Η Β τινάζεται, γυρίζει από το παράθυρο. «Κοίταζα
τα πουλιά. Οι σπουργίτες είναι νευρικοί και τα
περιστέρια είναι γεμάτα αυτοπεποίθηση. Οι
σπουργίτες φεύγουν όταν εμφανίζονται τα
περιστέρια».
«Και τα περιστέρια φεύγουν όταν εμφανίζεται ο
γάτος», λεει o Α. «Γιατί δεν είναι ούτε νευρικός
ούτε γεμάτος αυτοπεποίθηση. Είναι ένα αρπακτικό.
Είναι η δουλειά του». Βγάζει ένα γρύλισμα και
κάνει να τη γρατσουνίσει παιχνιδιάρικα, και μετά
χτυπά τη μύτη του στη μύτη της σαν περιστέρι.
«Έχεις όρεξη».
«Ανάρρωσα», λεει ο Α και δοκιμάζει πάλι να βάλει
τα χέρια του κάτω από την μπλούζα της.
«Είναι στο δωμάτιο από κάτω μας», λεει η Β. «Όχι».
«Όλο αυτό λες. Αγάπη μου, δεν είναι κακό ούτε
αφύσικο».
«Ο θόρυβος μπορεί να τον ξυπνήσει», λεει η Β. «Θα
καταλάβει τι κάνουμε».
«Χριστέ μου, δεν πρόκειται να σοκαριστεί. Ίσως
και να του δώσει ευχάριστες αναμνήσεις. Μου έλεγε
σήμερα για τις Γυναικείες Βοηθητικές Δυνάμεις,
για τις μέρες που ήταν εργένης. Ξέρει για τι
πρόκειται».
«Δεν ξέρεις τι μπορεί να σκεφτεί, ή πώς μπορεί να
τον επηρεάσει».
Γέλασε. «Είναι γελοίο. Πρέπει ν' αρχίσουμε πάλι να
πηγαίνουμε σε δωμάτια φτηνών, άθλιων
ξενοδοχείων, όπως προτού παντρευτούμε; Αγάπη μου,
είμαστε παντρεμένοι. Είσαι η γυναίκα μου και
θέλω να σε έχω πού και πού. Κι επιπλέον νομίζω πως
κι εσύ το θέλεις».
«Φυσικά το θέλω, μα...»
«Θα κάνουμε ησυχία», λεει ο Α, με τα χέρια του γύρω
της, και τη σπρώχνει μαλακά προς το κρεβάτι έτσι
που αναγκάζεται να καθήσει. Σηκώνει την μπλούζα
της πάνω από το στήθος της, τη σπρώχνει πίσω,
βυθίζει το πρόσωπό του στο μίγμα του μαλλιού και
του απαλού δέρματος.
«Μόνο αν κάνουμε ησυχία», λεει καθώς δέχεται το
βάρος του σώματός του.
Έπειτα είναι εκείνη που σπάει τη σιωπή καθώς
σηκώνεται από δίπλα του. «Νομίζω πως άκουσα κάτι.
Ένα βογκητό».
«Ιδέα σου».
«Θα πάω να δω». Η Β φοράει μια ρόμπα.
«Αγάπη μου, δεν μπορεί να άκουσε τίποτα», της
λεει ο Α καθώς εκείνη βγαίνει από το δωμάτιο.
Αλλά ξέρει πως θα γυρίσει έχοντας ανάγκη από την
παρηγοριά του και πως εκείνος, ξοδεμένος, δεν θα
έχει απολύτως τίποτα να της δώσει.
Η Νέγρα, ήδη παχιά, ήταν φουσκωμένη και από την εγκυμοσύνη της. Όταν έπεσε η πρώτη βόμβα και σείστηκε το κτίριο, εκσφενδονίστηκε στο δωμάτιο του Κρέηβεν κι αρπάχτηκε από το σκελετό του κρεβατιού του καθώς το κτίριο σείστηκε πάλι. Η ρόμπα της είχε σκιστεί πάνω από ένα τεράστιο αιωρούμενο στήθος που έτρεμε, καταγράφοντας το βομβαρδισμό σαν ένας σάρκινος σεισμογράφος.
Ο Κρέηβεν, που καθόταν αδύναμος στην άκρη του κρεβατιού με τις άκρες των ποδιών του στο πάτωμα και προσπαθούσε να επικαλεστεί κάποια κρυφή πηγή δύναμης, άπλωσε τα χέρια του προς τη Μητέρα-Γη, αυτή την ύστατη πηγή κάθε δύναμης. Τον έπιασε καθώς έπεφτε, μ' ένα σταθερό χέρι. Χωρίς πόδια, χωρίς γόνατα, την άφησε να τον στηρίξει.
«Δεχόμαστε επίθεση», της είπε, κι εκείνη
κούνησε το κεφάλι της.
«Την πρώτη φορά φαντάστηκα πως θα ήταν ο αγωγός
του γκαζιού ή κάποιο πρόγραμμα κατεδάφισης. Δυο
φορές όμως είναι κανονικός πόλεμος».
Έμοιαζε να τον κρατά πάνω στο στομάχι της σαν
κάποιο πρότυπο ή έναν εκπρόσωπο της ζωής που
προσπαθούσε να εντυπώσει μέσα από το τοίχωμα του
δέρματος στο αγέννητο παιδί της που τώρα ίσως και
να μη γεννιόταν ποτέ. Έτσι αγκαλιασμένοι έφτασαν
στην πόρτα και βγήκαν στο διάδρομο απ' έξω.
«Από πού;» ρώτησε ο Κρέηβεν. «Πρέπει να βγούμε
έξω. Αυτά τα παλιά κτίρια δεν έχουν ένα
συστηματικό συντελεστή κατάρρευσης στον τρόπο
που έχουν χτιστεί. Καταρρέουν απλώς. Είμαστε σε
παγίδα».
Γύρισε τη μύτη της στη μια μεριά του διαδρόμου,
και τη ζάρωσε μορφάζοντας. «Κάτι άσχημο είναι από
δω», είπε. «Φωτιά, ή κάτι χειρότερο».
Κουβαλώντας τον, πήρε την αντίθετη κατεύθυνση.
Πέρασαν από μια άδεια πτέρυγα και από ένα
παράθυρο ο Κρέηβεν είδε ένα σμήνος τζετ ν'
απομακρύνονται από τη ζώνη βομβαρδισμού σαν
μικρά πουλιά.
Έφτασαν σ' ένα ασανσέρ που περίμενε μ' ανοιχτές
τις πόρτες. Ήταν η πρώτη φορά που ένα κλουβί του
φαινόταν τόσο ανοιχτό και δελεαστικό.
«Πάλι αυτή η μυρωδιά», είπε η Νέγρα, κι εκείνη τη
στιγμή ένα θαμπό σύννεφο εμφανίστηκε από τη
γωνία του διαδρόμου μπροστά τους.
«Αφροδισιακή σκόνη», είπε ο Κρέηβεν, και ήταν
τόσο κοντά του που μπορούσαν σχεδόν να
διακρίνουν την υφή της επιθυμίας στους
στροβιλισμούς της ομίχλης.
Μπήκαν στο ασανσέρ και η Νέγρα τον ακούμπησε έτσι
όπως ήταν κουλουριασμένος στο πάτωμα και πάτησε
το κουμπί. Πέρασαν τα πατώματα, έρημα όλα, ώσπου
έφτασαν στο υπόγειο.
Καθώς έβγαιναν στο διάδρομο, ένα ακόμα μεγαλύτερο τράνταγμα έπληξε το ετοιμοθάνατο νοσοκομείο. Ο ήχος από πέτρες που γκρεμίζονταν ακούστηκε να πλησιάζει από πάνω τους, και τόνοι ολόκληροι ερειπίων χτύπησαν το ασανσέρ που είχαν μόλις αφήσει. Ο θαλαμίσκος συγκράτησε για μια στιγμή τα χαλάσματα και μετά κατέρρευσε, γεμίζοντας το διάδρομο σκόνη από αρχαία τούβλα.
Η Μητέρα-Γη, άνετη πια στα σπλάχνα της γης, σήκωσε πάλι τον Κρέηβεν. Μπήκαν στο λαβύρινθο του υπογείου, όπου συνάντησαν μια σκυθρωπή, ξυπόλητη μορφή. Ήταν η Χέντυ, με το πρόσωπο της κάτασπρο από τη σκόνη, έτσι που ταίριαζε με τη στολή της.
Έτρεξε στη μορφή που κρατούσε στα χέρια της η
Νέγρα, αλλά όταν είδε πως ήταν ο Κρέηβεν έκανε
πίσω απογοητευμένη κι ακούμπησε στον τοίχο.
«Νόμισα πως ήσουν ο Χάουαρντ», είπε.
«Έλα μαζί μας. Θα τον βρούμε», είπε ο Κρέηβεν.
Ένιωσε γελοίος, να σκορπίζει ελπίδες κρεμασμένος
στην αγκαλιά της Νέγρας.
Ακολούθησαν το διάδρομο, με τη Χέντυ να τους
ακολουθεί, και βγήκαν τελικά στον γεμάτο
κρατήρες κήπο από μια μικρή, στενή σκάλα.
Το έδαφος ήταν διάσπαρτο από ανθρώπους, αλλά ανέπνεαν, μόνοι τους, ζευγαρωμένοι, ανά τρεις και τέσσερις ακόμη (και μια φορά, μια φορά μόνο, η υπέροχη εφευρετικότητα επτά μορφών που ήταν μπλεγμένες σ' ένα ανθρώπινο Αστρο του Δαυίδ).
Ένας κοντινός φράκτης από δέντρα και θάμνους είχε μισοδιαλυθεί από αφροδισιακές χειροβομβίδες, αυτές που ονομάζονταν στ' αστεία Σωσίβια. Τα φυτά, που πίσω τους ο Κρέηβεν μπορούσε να διακρίνει γκρίζες τρώγλες σε διάφορα στάδια συστηματικής κατάρρευσης, ανακινήθηκαν από ένα ξαφνικό αεράκι κι εμφανίστηκε ένα ελικόπτερο που κατέβαινε στον κήπο. Την ίδια σχεδόν στιγμή άρχισε να βρέχει. Οι χρυσές σταγόνες έπεφταν στο δέρμα του. H σπορά των σύννεφων είχε πετύχει, τότε. Ανοιξε το στόμα του για να ρουφήξει την αλκοολική, ζωογόνο βροχή από τον αέρα.
«Νομίζω πως μπορείς να με κατεβάσεις τώρα»,
είπε στη Νέγρα. «Νιώθω πολύ καλύτερα».
«Σίγουρα», του είπε εκείνη. «Αρχισαν οι πόνοι».
«Λες...»
«Έτσι νομίζω».
«Θεέ μου, ένα γιατρό». Ο Κρέηβεν γύρισε στη Χέντυ.
«Μπορείς εσύ;»
Η Χέντυ κούνησε το κεφάλι της. Φαινόταν
πανικόβλητη. «Δεν έχω δει να το κάνουν», είπε.
«Έχω δει πολλά, αλλά αυτό όχι».
«Θα τα καταφέρω», είπε η Νέγρα, και ξαπλώνοντας με
την πλάτη στη γη είχε την πρώτη συστολή.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε μια γνωστή φωνή, και η
Χέντυ στρίγγλισε. Ο Χάουαρντ κι ο δρ Ουίλιαμς
κρατούνταν αγκαζέ σαν παλιόφιλοι κι έμοιαζαν με
μεθυσμένους σιαμαίους.
Ο Χάουαρντ άφησε τον Ουίλιαμς κι έδειξε τη Νέγρα
που ξεφυσούσε βαριά, έχοντας μπει στην
επιταχυνόμενη διαδικασία της γέννας.
«Γιατρέ, κάνε το καθήκον σου».
«Γιατρέ, κάνε το δικό σου», είπε ο Ουίλιαμς, που τα
άσπρα του μαλλιά είχαν γίνει σαν ένα στιλπνό
σκουφάκι από τη βροχή.
«Αυτόν το σκοπό έχω», είπε ο Χάουαρντ πιάνοντας
τη Χέντυ και τραβώντας την, προς μεγάλη της χαρά,
προς τους θάμνους.
Το ελικόπτερο κατέβηκε κοντά τους κι ο Κρέηβεν
το πλησίασε. Παρ' όλη την τονωτική βροχή, ένιωθε
θανάσιμα κουρασμένος. Ένα δυνατό χέρι τον
βοήθησε ν' ανέβει.
«Πρέπει να είσαι ο 'Ιματζ», είπε ένας
χαμογελαστός αξιωματικός της ΜΕΕΠΕ. «Βρήκαμε το
αμάξι σου εγκαταλελειμμένο, αλλά ήταν πολύ αργά
για να ανακαλέσουμε την επίθεση. Πώς λέτε πως
πήγε; Από τα μέσα, εννοώ».
Η μηχανή του ελικοπτέρου πήρε στροφές και το σκάφος σηκώθηκε και ταλαντεύτηκε στον αέρα, κερδίζοντας αργά ύψος. Από κάτω τους, μη συναισθανόμενος τη βροχή, ο δρ Ουίλιαμς ξεγεννούσε τη Νέγρα, φέρνοντας στον κόσμο ένα καφετί παιδί της γης.
«Θα έλεγα, από μέσα ή απ' έξω, πως θα μπορούσαμε
να τη χαρακτηρίσουμε σαν μια ανεπιφύλακτη
επιτυχία»,
είπε ο Κρέηβεν και, χαμογελώντας, έπεσε στα χέρια
του αξιωματικού και άρχισε να ροχαλίζει.