![]()
James Tiptree Jr.
Yanqui Doodle (1987)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας
Φυσικά έπρεπε να επισκεφτούν και κάποιο νοσοκομείο. Για να δείξουν κάπως ότι νοιάζονται. Ποιο νοσοκομείο όμως; Όχι βέβαια το νοσοκομείο κάποιας μεγάλης βάσης, αλλά ούτε και κανένα πάνω στη γραμμή του πυρός - τα μέλη της Επιτροπής του Κογκρέσου επί των Στρατιωτικών Υποθέσεων είναι εξαιρετικά πολύτιμα για να διακινδυνεύουν βόλτες στη μεθόριο. Για να μην αναφέρουμε βέβαια και για το τσούρμο των στρατηγών που τους συνοδεύουν σε κάθε μια από αυτές τις εξορμήσεις τους στα σύνορα της Μποντέγκουα.
Το ιδανικό νοσοκομείο βρέθηκε. Τα αμερικανικά στρατεύματα μόλις έχουν απελευθερώσει τη μικρή πόλη Σαν Ισκιέρδα (Αγιος Αριστερός) στην από δω μεριά των συνόρων μετά τις επανειλημμένες αλλά άκαρπες επιθέσεις των Λίμπρας ενάντια στους Γκεβαρίστας. Μετά την έκτη αποτυχημένη επίθεσή τους στάλθηκε ένα αμερικανικό απόσπασμα για να την καταλάβει - ό,τι τελοσπάντων είχε απομείνει από αυτήν. Τώρα η γραμμή των συνόρων έχει μετακινηθεί κατά είκοσι πέντε ή πενήντα χιλιόμετρα - ανάλογα με ποιου το χάρτη κοιτάζεις - και μια τεράστια έπαυλη κάποιου στενού φίλου του δικτάτορα έχει μετατραπεί σε Μονάδα Σταδιακής Αποκατάστασης. Εδώ οι νοσηλευόμενοι αποτελούν ένα κράμα κλινικών περιπτώσεων: από φαντάρους που μετά από λίγο θα γυρίσουν στο καθήκον τους, ως εκείνους που έχουν αχρηστευτεί σε βαθμό που δεν αξίζει τον κόπο να γυρίσουν καν σπίτι τους.
Η πομπή κινείται τώρα προς το Σαν 'Ιζι όσο πιο γρήγορα μπορεί. Πρόκειται για την τελευταία σημερινή επίσκεψη του Γερουσιαστή, και ήδη τους καθυστέρησαν αρκετά στη Βάση Χόνα. Έπρεπε να παρακολουθήσουν μια επίδειξη μεθόδων διδασκαλίας, μια παρέλαση αγημάτων των Λίμπρας καθώς και κάποιες ομιλίες. Ειδικά οι τελευταίες ήσαν εκείνες που έφεραν αναστάτωση στο πρόγραμμα. Μέχρι και ο Στρατηγός Στερνχέηγκεν συγκινήθηκε και είπε δυο λέξεις παραπάνω.
Ο Γερουσιαστής Μπίλερ, το ανώτερο μέλος της Επιτροπής, είναι καθισμένος αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα της μακρόστενης Μερσεντές με τα δυο αμερικάνικα σημαιάκια στους προφυλακτήρες. Ακολουθούν δυο ολοκαίνουριες Κάντιλακ, μοντέλα του '98, με τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής και μερικούς ακόμη στρατηγούς, επίσης σημαιοστολισμένες. Τα υπόλοιπα οχήματα της πομπής έχουν δυο σημαίες: την αμερικανική και την επίσημη σημαία της Λίμπρα, που μάλλον σχεδιάστηκε βιαστικά και που η γενική αποδοχή της απέχει πολύ από το να θεωρείται γενική.
Ο Γερουσιαστής κάθεται ανάμεσα στον Στρατηγό Σεχλ και τη διερμηνέα, μια έντονα ελκυστική κοπέλα που, όπως διαισθάνεται ο Γερουσιαστής Μπίλερ, κάθε άλλο παρά έχει χωνέψει μέσα στο μυαλουδάκι της τις θεμελιώδεις έννοιες του αμερικανικού κράτους, έννοιες όπως "πρωτεργάτες της Ανεξαρτησίας», «πατέρες του Εθνους» και τα λοιπά. Θα ήταν πολύ ευτυχισμένος αν είχε την ευκαιρία να της παρουσιάσει εν συντομία την ένδοξη ιστορία του αμερικανικού κράτους - των Ηνωμένων Πολιτειών ήθελα να πω...
Στις σκέψεις του έρχονται τώρα όλοι εκείνοι οι στρατιώτες του Λίμπρα με τους οποίους μίλησε μετά την παρέλαση. Οι Πολεμιστές της Ελευθερίας. Ο μέσος Πολεμιστής της Ελευθερίας παρουσίαζε τη θλιβερή τάση να μοιάζει με δεκαπεντάχρονο ισπανόφωνο αλήτη που εξουσιάζει ένα Μ-30.
«Τι σου έχουν κάνει εσένα οι Γκεβαρίστας, αγόρι μου;» είχε ρωτήσει πρωτύτερα έναν από τους νεαρούς εκείνους. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ;»
Ο νεαρός ρίχνει το βλέμμα του στο έδαφος και κατόπιν το στρέφει προς το απέραντο διάστημα. «Γκέγιας πολύ κακοί», λέει στη διερμηνέα, η οποία μεταγλωττίζοντας τη δήλωσή του αυτή προσθέτει: «Πολύ καταπίεση».
Ο Μπίλερ επιμένει.«Τι ακριβώς σου έκαναν; Τι
είδους καταπίεση;»
Το αγόρι δίνει κάποια ακατανόητη απάντηση.
«Θέλησαν να τον στρατολογήσουν στις γραμμές
τους», εξηγεί η διερμηνέας.
«Μα και τώρα στο Στρατό βρίσκεσαι», του απαντά ο
Μπίλερ μέσα στα πλαίσια της λογικής του.
«Ο στρατός των Γκε πολύ άσκημος!» Η κοπέλα
χαμογελάει καταγοητευμένη. «Εδώ είναι πολύ
καλύτερα».
Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά τριγύρω στις
εγκαταστάσεις της Χόνα, στην ολοκαίνουρια στολή
του νεαρού, στις γυαλιστερές του αρβύλες και την
ελαφριά διόγκωση ακριβώς κάτω από τη ζώνη του, ο
Γερουσιαστής δεν έχει κανένα λόγο να μην τον
πιστέψει.
Το αγόρι προσθέτει κάτι ακόμη, ξύνοντας το χώμα
με το πόδι του.
«Ανησυχεί μονάχα για τη μητέρα του», συνεχίζει η
διερμηνέας. Στο θέμα αυτό ο Μπίλερ τον
καταλαβαίνει απόλυτα. Τον χτυπάει με κατανόηση
στον ώμο και του χαμογελά.
«Φοβάται μήπως πουλήσει τη μοτοσικλέτα του όσο
θα λείπει», συμπληρώνει τελειώνοντας η
διερμηνέας.
Διάφοροι άλλοι Λίμπρας παρακολουθούν τη συζήτηση. Ο Γερουσιαστής Μπίλερ κοιτάζει τα παιδικά τους πρόσωπα και τους λεει πόσο γενναίοι άντρες είναι, πως πρέπει πάση θυσία να διώξουν το Μαρξισμό-Λενινισμό από τον τόπο τους και να φέρουν τη Δημοκρατία στη χώρα - όλα αυτά μέσα από τις αδικαιολόγητες συντμήσεις και περικοπές της διερμηνέως.
Ακολουθεί ένα γαύγισμα κι όλοι τους μπαίνουν σε στάση προσοχής. Τα βλέμματά τους κενά. Ο Γερουσιαστής πηγαίνει πιο κάτω. Στο μεταξύ οι συνάδελφοί του, μερικοί από τους οποίους μιλάνε κάποια Ισπανικά, έχουν ανάλογες επαφές με το στράτευμα σχηματίζοντας έτσι προσωπική γνώμη για την πνευματική και ηθική κατάσταση του λαού προς τον οποίον η χώρα τους δώρισε πλουσιοπάροχα όχι μόνο την αμέριστη στρατιωτική της βοήθεια, αλλά και το αίμα των παιδιών της. Κατόπιν ο Γερουσιαστής Μούβερμαν αναφώνησε: «Γενναία παλικάρια! Και να σκεφτεί κανείς ότι ήταν έτοιμοι να τα βάλουν με τα σοβιετικά άρματα μάχης με γυμνά χέρια, έτσι και δεν τους στέλναμε βοήθεια!»
Ένας άλλος νομοθέτης ρώτησε αν είχαν πιάσει
πολλούς Κουβανούς αιχμαλώτους. Επιφυλακτικότητα
και ίσως κάποια δυσαρέσκεια φάνηκε αμέσως στα
πρόσωπα εκείνων που έπρεπε να δώσουν μιαν
απάντηση. «Πολύ κακοί οι Φιντελίστας: Πολύ κακοί
στρατιώτες». Αυτό που εννοούσαν βέβαια ήταν
«πολύ επικίνδυνοι».
«Πού βρίσκονται; Μπορούμε να δούμε μερικούς από
τους Κουβανούς που έχετε πιάσει;»
Κάτι είπαν μεταξύ τους, ακούστηκε ένα «Φιντελίστο!» από κάποιον που συγχρόνως γέλασε με το δικό του τρόπο κάνοντας τον Γερουσιαστή Μπίλερ να νιώσει για μια στιγμή έντονες τύψεις συνειδήσεως για τη Συνθήκη της Γενεύης. Ύπουλες σκέψεις πότισαν το μυαλό του, σκέψεις για κάποια άλλα παιδιά-άντρες μέσα σε διαφορετικές στολές που τα στέλνουν να πεθάνουν για τη σοβιετική γεωπολιτική. Τις σκέψεις αυτές τις έδιωξε μακριά. Ο πόλεμος είναι κακό πράγμα. Το να υποφέρεις κάτω από κομμουνιστική τυραννία είναι χειρότερο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ήταν που ο Γερουσιαστής Λόνγκμαστ, ο γηραιότερος ίσως από όλους, εκδήλωσε την επιθυμία να βγάλει λόγο στα παρευρισκόμενα στρατεύματα των Λίμπρα και των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σύντομη εξιστόρηση της ανάλυσης του Για Ποιο Τελοσπάντων Σκοπό Πολεμάμε υπήρξε η κύρια αιτία της καθυστέρησής τους. Όταν κάποιος του υπενθύμισε ότι είχαν να επισκεφθούν και κάποιο νοσοκομείο, του είπε απλά ότι «Τους το χρωστάμε», και συνέχισε ακάθεκτος.
Η ομάδα προσπαθεί τώρα να κερδίσει το χαμένο χρόνο πάνω στον παλιόδρομο του Σαν Ισκιέρδα, όπου δεν λείπουν ούτε οι λακκούβες ούτε τα χαντάκια. Τη στιγμή αυτή βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα κοπάδι κοκαλιάρικα ζωντανά που έχει παγιδευτεί ανάμεσα στις απότομες πλαγιές του ορεινού δρόμου.
Η πομπή σταματά και οι στρατηγοί βγαίνουν να ξεμουδιάσουν. Κάτω χαμηλά απλώνεται ο Σαν Ισκιέρδα μέσα στην ατμοσφαιρική γαλήνη του δειλινού, χτισμένος γύρω από το σχεδόν απείραχτο καθεδρικό του ναό. Σκοτεινόχρωμα βουνά σε βαθύ πράσινο καλυμμένα από πεύκα εκτείνονται ατέλειωτα ώς τον ορίζοντα από όποια μεριά κι αν κοιτάξεις. Ο Γερουσιαστής Μπίλερ πιάνει αυτόματα τη φωτογραφική του μηχανή, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι της παρέας.
Βρίσκονται πάνω σε ένα σταυροδρόμι. Στο διπλανό δρόμο μόλις έχει σταματήσει ένα λεωφορείο και κατεβάζει επιβάτες. Είναι παλιό και σκουριασμένο. Η σκηνή είναι εξαιρετικά γαλήνια. Τροπικά πουλιά γεμίζουν τον απογευματινό αέρα με εξωτικούς ήχους. H μοναδική εισβολή σε όλη αυτή την ηρεμία είναι ο απόμακρος θόρυβος κάποιων φορτηγών σε κάποιον άλλο δρόμο - μια εφοδιοπομπή ίσως.
Δίπλα ακριβώς από τον Γερουσιαστή ξεπροβάλλει ξαφνικά κάτι που θα έλεγε κανείς ότι είναι ένα τεράστιο δεμάτι ξύλα που κινείται μόνο του. Δεν αργεί βέβαια να ανακαλύψει ότι όλο τούτο το φορτίο κουβαλιέται πάνω στο κεφάλι μιας κοντής γριάς Ινδιάνας. Ο Μπίλερ αναλογίζεται ότι τόσο αυτή όσο και το χωριό της, μόλις πριν από λίγες βδομάδες βρίσκονταν κάτω από τη σιδερένια μπότα των Γκεβαρίστας. Πιάνει την ερευνητική ματιά της πάνω του και της χαρίζει ένα φαρδύ χαμόγελο συμπληρώνοντας «Libertad!»
«Si! Si!», φαρδύτερο χαμόγελο από τη μεριά της και δυο σειρές δόντια. Η ζωή είναι όμορφη - μόνο που το ίδιο εκείνο πρωί είχε πουλήσει τη δωδεκάχρονη κόρη της σε τρεις Γιάνκις για τετρακόσια πέζος, γύρω στα είκοσι δολάρια.
Ο Γερουσιαστής Μπίλερ μόλις που κρατήθηκε και δεν διέταξε τον οδηγό του να πάει να τη βοηθήσει με το φορτίο που κουβαλούσε. (Είναι συνηθισμένοι, έτσι ζούνε αυτοί οι άνθρωποι). Γυρίζει και βγάζει μερικές ακόμη φωτογραφίες του χωριού.
Μπροστά τους το κοπάδι διαλύεται. Η ομάδα ξαναμπαίνει στις λιμουζίνες. Στον άλλο δρόμο, το λεωφορείο έχει κι αυτό ξεκινήσει. «Βλέπετε - Το Νοσοκομείο!» λεει ο οδηγός πάνω από τον ώμο του, δείχνοντας παράλληλα προς το μεγάλο κτίριο στη μέση ενός κήπου λίγα χιλιόμετρα μπροστά τους στη ρίζα του βουνού.
Στο ίδιο εκείνο νοσοκομείο, κάπου δυο βδομάδες νωρίτερα, o στρατιώτης Ντόναλντ Στιλ ξαναγυρνούσε στη ζωή. Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν η φωνή του δεκανέα του και τον εαυτό του να σωριάζεται νιώθοντας ένα αβάσταχτο πόνο στο δεξί του πόδι. Θυμόταν επίσης τον εαυτό του να σκέφτεται για μια στιγμή πως το μονοπάτι που ακολουθούσαν ήταν κατάσπαρτο από νάρκες, όμως εκείνος παραήταν ζαλισμένος από ευδιαθεσία για να προσέξει κάτι τέτοιο. Κυνηγούσαν μια ομάδα από Γκες που κρύβονταν πίσω ακριβώς από τους λόφους. Είχαν φτάσει σε ένα ξέφωτο. Ο Ντον κατέβασε ένα ακόμη ΖΠ περιμένοντας ανυπόμονα τα αποτελέσματα.
Τώρα βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νιώθοντας απαίσια και με το ένα του πόδι στο γύψο. Σίδερα γύρω από το κρεβάτι. Από πάνω ο απογευματινός ήλιος να στέλνει τις ακτίνες του μέσα από τα περίτεχνα τζάμια της θολωτής σκεπής. Επικρατεί μια γενική σιωπή... ούτε πυροβολισμοί, ούτε στρατιώτες που τρέχουν. Σίγουρα δεν βρισκόταν σε ιατρείο κάποιας μονάδας. Τα ελικόπτερα θα τους είχαν μεταφέρει ως εδώ - όπου κι αν ήταν αυτό το μέρος. Ένιωθε ότι είχε περάσει πολύ καιρό σε τούτο το μέρος: όνειρα ότι πολεμούσε ακόμη, όνειρα όπου έβλεπε τον εαυτό του να ουρλιάζει.
Το στόμα του και τα μάτια του είχαν στεγνώσει και τον πονούσαν, το κεφάλι του το ίδιο, ένιωσε αδύναμος και τρομοκρατημένος και το πόδι του του έστελνε σουβλιές. Τέντωσε αυτόματα το χέρι του να πιάσει ένα χάπι Συντήρησης. Όμως το κουτί με τα χάπια δεν βρισκόταν εκεί που έπρεπε να είναι. Φορούσε πιτζάμες νοσοκομείου, χωρίς τσέπες, χωρίς χάπια, χωρίς τίποτα. Nada.
«Εεε! Δεν είναι κανείς εδώ;»
Το πρόσωπο μιας εκπληκτικά όμορφης κοπέλας
εμφανίστηκε στο οπτικό του πεδίο. Με μια δεύτερη
ματιά αντιλήφθηκε πως δεν ήταν κάποια καλλονή,
απλά η κοπέλα ήταν συμπαθητική και πολύ καθαρή.
«Πού βρίσκομαι; Τι έχει πάθει το πόδι μου;»
Έριξε μια ματιά στην πινακίδα που κρεμόταν στην
άκρη του κρεβατιού. «Βρίσκεσαι στη 15η Μονάδα
Σταδιακής Αποκατάστασης του Σαν Ισκιέρδα. Το
πόδι σου είναι μια χαρά, αύριο που θα σου βγάλουμε
το γύψο θα μπορέσεις να περπατήσεις. Ήσουνα πολύ
τυχερός, μια αιμορραγία μονάχα». Χαμογέλασε με
σημασία. «Πολύ τυχερός».
«Χρειάζομαι ένα από τα χάπια Συντήρησης".
«Α-α!» Έκανε μια γκριμάτσα. «Λοιπόν... Από αύριο
αρχίζεις αποτοξίνωση». .
«Ναι, αλλά τώρα είναι ακόμη σήμερα!»
Προσπάθησε να χαμογελάσει και να κρύψει τον
πανικό που ξαφνικά τον πλημμύρισε.
«Κοίτα! Χειροτερεύεις τη θέση σου».
«Ναι, όμως μέχρι αύριο... Εσύ το είπες. Σε
παρακαλώ».
Χωρίς να πει άλλη κουβέντα βγήκε από το δωμάτιο
και γύρισε μετά από λίγο με το πολύτιμο κίτρινο
χαρτί. Το άρπαξε και το κατάπιε χωρίς νερό. Του
έριξε ένα δύστροπο βλέμμα.
«Πρέπει να σταματήσουμε αυτή τη συνήθεια με τα
χαπάκια, στρατιώτη», είπε με νάζι.
Της έριξε ένα χαμόγελο, που μάλλον απευθυνόταν
στο ευλογημένο κύμα ανακούφισης που σε λίγο θα
πλημμύριζε τις φλέβες του.
«Κοίτα να το εκμεταλλευτείς όσο πιο καλά μπορείς,
στρατιώτη», του είπε και βγήκε από το δωμάτιο.
Σιχαινόταν τους ανθρώπους που τον φώναζαν «στρατιώτη», όμως τώρα δεν είχε και πολλά περιθώρια στη διάθεσή του. Το χάπι με τον κωδικό «Σ» είχε αρχίσει να δουλεύει. 'Ένιωθε κιόλας την απαλή λαμπρότητα του, την ελαφράδα που τον κυρίευε, το συναίσθημα ότι όλα είναι εντάξει. Ποιος θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με αυτόν τον πόλεμο χωρίς τα Σίγμα; Κανένας, από όσο ήξερε.
«Ε, τι έγινε με τους άλλους; Με τη μονάδα μου;»
ρώτησε όταν ξαναπέρασε η νοσοκόμα. «Ο Τζακ Εριν, ο
Μπέντζι;»
«Οι φίλοι σου; Λυπάμαι, δεν έχω ιδέα. Εσένα μόνο
έφεραν. Ακουσα ότι ήσουν ο μοναδικός επιζών.
Φοβάμαι πως οι φίλοι σου στάθηκαν άτυχοι,
στρατιώτη. 'Η ίσως και να μην τραυματίστηκαν».
Φίλοι, σκέφτηκε. Ναι, τον Τζακ μπορεί και να τον
συμπαθούσε. Κι ο Μπέντζι καλός ήταν. Αυτή όμως δεν
ήξερε πως σε αυτό τον πόλεμο κανείς δεν έχει
φίλους; Όταν έχεις καταπιεί τα Σίγμα δεν τους
χρειάζεσαι, όταν είσαι με τα Ζήτα Πι δεν θυμάσαι
καν τη λέξη αυτή.
«Για ποια αποτοξίνωση μου μίλησες; Δηλαδή, τι θα
μου κάνουν αύριο;»
«Για να μπορέσεις να γυρίσεις σπίτι σου,
στρατιώτη. Σπίτι-Σου το είπα. Είσαι πολύ
τυχερός. Γιατί νομίζεις πως βρίσκεσαι στη Μονάδα
Αποκατάστασης;»
Δεν είχε την παραμικρή ιδέα.
«Γιατί δεν μπορούμε να σας στείλουμε έτσι πίσω,
γεμάτους με αυτό το απαίσιο φάρμακο. Χρειάζεται
λοιπόν να περάσετε δυο - τρεις βδομάδες σε
αποτοξίνωση. Δεν είναι τίποτα το τρομερό. Σκέψου
ότι θα γυρίσεις σπίτι σου».
Ακούμπησε πίσω, το κεφάλι του γύριζε. Μέσα από το σώμα του, η απαλή λάμψη του Σίγμα έδιωχνε μακριά όλες του τις ανησυχίες. Το αύριο βρισκόταν πολύ μακριά.
Γύριζε πίσω; Δεν ήταν ακριβώς το πράγμα που ήθελε. Από τότε που είχε χωρίσει με την Τζέρι το σπίτι του φαινόταν άδειο. Και για να πούμε την αλήθεια, ούτε που θυμόταν το πρόσωπό της. Ήταν ένας από εκείνους τους γάμους της τελευταίας στιγμής, με το που φθάνει το χαρτί της στράτευσης περνάμε βέρες και την άλλη στιγμή φεύγουμε για το μέτωπο. Από όσο τουλάχιστον ήξερε δεν είχε αφήσει απογόνους. Τα γράμματα που του είχε στείλει ήταν όλα σύντομα και δυσανάγνωστα, και ξεκινούσαν πάντα με μια μεγάλη παράγραφο προσωπικής πορνογραφίας για να καταλήξουν, στο τελευταίο από αυτά, το περασμένο φθινόπωρο, με τη φράση «Υποθέτω πως θα έπρεπε να το ξανασκεφτούμε σοβαρά το ζήτημα». Όλο αυτό το διάστημα εκείνη έμενε μαζί με τους δικούς του στο Σαν Ντιέγκο, μια ζωή σίγουρα χωρίς πολλές επιλογές και περιθώρια. Κάπου μέσα του είχε νιώσει ότι στην ουσία η Τζέρι χώριζε από τη μητέρα του. Χαμογέλασε.
Πού θα γύριζε λοιπόν; Μάλλον στο Σαν Ντι σε πρώτη δόση και μετά θα έβλεπε. Όλο και κάτι θα του παρουσιαζόταν. Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί από τώρα. Γεγονός είναι πως και να ήθελε να ανησυχήσει, τη στιγμή αυτή του ήταν αδύνατο, ακόμη κι αν προσπαθούσε.
Θυμόταν τη βδομάδα που τους είχαν μοιράσει για πρώτη φορά τα Σίγμα. Τι αλλαγή κι εκείνη! Όλοι εκείνοι οι φαντάροι που κλαίγονταν και μιζεριάζανε, με το που τα κατάπιαν ξέχασαν τα πάντα. Συχνά αναρωτήθηκαν τι ήταν εκείνο το πράγμα που τους έδιναν. Δεν ήταν κοκαΐνη, ούτε και τίποτε άλλο από όσα ήξερε. Θαύματα της σύγχρονης επιστήμης!
Μάλλον όχι - τα Ζήτα Πι τους τα είχαν δώσει νωρίτερα. Και τα είχαν δώσει ειδικά σε αυτόν όταν κάποια στιγμή κάποιος πρόσεξε πως αντί να πυροβολά τους Γκες που βρίσκονταν μπροστά του αυτός άδειαζε το Μ-18 στον αέρα. Τι διάβολο' το ίδιο έκαναν και αρκετοί άλλοι. Τα παιδιά που σκότωναν ήταν πολύ μικρά, ούτε που ήξεραν σημάδι. Τους Κόκκινους Γκες τους φανταζόταν τρία μέτρα ψηλούς, άγριους και κακούς. Όχι δωδεκάχρονα αγοράκια με μωρουδίστικα πρόσωπα. Βέβαια τα ίδια εκείνα δωδεκάχρονα ήταν που έβαζαν τις νάρκες που τους τίναζαν στον αέρα... παρ' όλα αυτά όμως το να σημαδέψεις ένα από δαύτα και μισό δευτερόλεπτο αργότερα να παρακολουθείς τα εντόσθιά του να τινάζονται ολόγυρα είναι κάτι ολότελα διαφορετικό. Ήξεραν τουλάχιστον να το βάζουν γρήγορα στα πόδια, αυτό δεν ήταν που μέτραγε σε τελική ανάλυση;
Όμως ο Στρατός τα έβλεπε διαφορετικά, τα πράγματα. Σκοτώστε! Σκοτώστε! Σκοτώστε! Η εκπαίδευσή του... βρέθηκε λοιπόν κάποια στιγμή να καταπίνει κάτι κόκκινες κάψουλες κάθε φορά που βρισκόταν σε θέση μάχης, στη Ζώνη Πυρός... Ζήτα Πι... του αφαιρούσαν κάθε δισταγμό στο να τινάξει τα μυαλά ή τα εντόσθια κάποιου στον αέρα, και επιπλέον του φαινόταν πάρα πολύ αστείο και διασκεδαστικό. Για την ακρίβεια του έδιωχναν τον κάθε ενδοιασμό για το οτιδήποτε. Ευτυχώς όμως είχαν και την τάση να σε κάνουν να ξεχνάς εύκολα όσα είχες κάνει κάτω από την επήρειά τους. Είχαν περάσει από διάφορα χωριά, τους έβαλαν φωτιά με τα φλογοβόλα, και υπήρχαν και μερικές ακόμη αποσπασματικές εικόνες μνήμης. Ένα κουβάρι από μπερδεμένα πλάνα: γυναικεία σάρκα, κραυγές, πολλές κραυγές, καθώς και μια εικόνα που τον απασχολούσε πολύ-δεν είχε καμιά διάθεση να τη φέρει τώρα στο νου του.
Κατόπιν τους μοίρασαν κάτι πράσινες ταμπλέτες, Υπνωτικά, και δεν ξανάδαν όνειρα στον ύπνο τους. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι πολλοί φαντάροι αποκοιμιόνταν δίπλα στα όπλα τους πάνω στη σκοπιά ή ακόμη και σε περιπολίες. Κι έτσι έβγαλαν κάποια στιγμή τα «Σίγμα», τα χάπια Συντήρησης. Ο ιδανικός συνδυασμός.
Κι όλα αυτά για αποτοξίνωση; Αποτοξίνωση πριν γυρίσουν στα σπίτια τους; Κανείς δεν τους είχε πει τίποτα για κάτι τέτοιο. Πάντα πίστευε ότι υπάρχει και κάποιο άλλο μαγικό χάπι, κάτι που παίρνοντάς το όλα θα τέλειωναν ωραία. Εντάξει, όλα θα πήγαιναν μια χαρά, δεν υπήρχε λόγος ν' ανησυχεί. Έτσι θα έπρεπε, σκέφτηκε, καθώς χανόταν μέσα στον ύπνο. Κανείς δεν θα έκανε κάτι τόσο φρικτό κι απαίσιο.
Ξύπνησε μόλις ένιωσε κάποιον να του σπρώχνει ένα δίσκο με φαγητό: «Ελαφριά δίαιτα».
Προσπάθησε να φάει και του ήρθε αηδία. Η ενέργεια του Σίγμα έφευγε σιγά-σιγά. Πολύ πιθανό η δόση να ήταν μικρότερη, και η πίεσή του ήταν χαμηλή.
Τώρα η νοσοκόμα της βάρδιας ήταν άλλη, πιο ηλικιωμένη και με καστανά μαλλιά. Του έφερε αμέσως ένα χάπι Συντήρησης μόλις το ζήτησε και χωρίς κανένα σχόλιο,
«Ξέρεις, αύριο αρχίζεις θεραπεία
αποτοξίνωσης», του είπε. Φαινόταν πιο καλή από
την άλλη, σαν να νοιαζόταν κάπως γι' αυτόν.
«Ε, λοιπόν, τι το σπουδαίο; Τόσο άσχημη είναι;»
«Δεν ξέρω... τι να σου πω... τα παίρνεις πολύ καιρό;
Πάνω από χρόνο;»
«Κάπου τόσο».
«Τώρα τελευταία έχουν αρχίσει να μας έρχονται
χρόνιες περιπτώσεις, σαν τη δική σου».
«Τελικά, τι ακριβώς γίνεται;» επέμεινε αυτός.
Η έκφρασή της άλλαξε, έγινε πολύ σοβαρή. «Η αποτοξίνωση είναι πάντα δύσκολη. Πρέπει να βάλεις το σώμα σου να ξαναρχίσει να φτιάχνει τις χημικές του ενώσεις παρά τη θέλησή του. Ο μοναδικός τρόπος είναι να το αφήσεις να τα βγάλει πέρα μόνο του, το να το βοηθάς με χημικά είναι σαν να κόβεις την ουρά του σκύλου από δυο πόντους τη φορά, από καλοσύνη. Πολλοί όμως τα καταφέρνουν χωρίς να βγάλουν κουβέντα. Οι περισσότεροι. Θυμήσου το αυτό».
Δεν ανησυχούσε. Απλά αναρωτιόταν. «Πίστευα πως
κάτι θα είχαν. Κάποια προφύλαξη. Στο κάτω-κάτω
αυτοί μας βάλανε να τα πάρουμε».
«Εννοείς ότι σας διατάξανε να τα παίρνετε;»
«Α, όχι... μας τα συνέστησαν απλώς, καταλαβαίνεις.
Γιατί... γιατί υπήρχαν στιγμές που...» Προτίμησε να
σταματήσει να μιλάει και να νιώσει το κύμα που
πλησίαζε.
«Τέλος πάντων, υπάρχει και η Σλοβακτίνη. Βοηθάει
κάπως. Θα σου δώσουν μερικές φορές».
«Ευχαριστώ», είπε σαν να είχε αποκοιμηθεί. Εκείνη
έφυγε. Ακούμπησε πίσω στο μαξιλάρι και κοίταξε
αφηρημένα τριγύρω. Το δωμάτιο που βρισκόταν
φαινόταν σαν αίθουσα χορού κάποιας έπαυλης.
Υπήρχαν μερικά ακόμη κρεβάτια σε μεγάλη απόσταση
μεταξύ τους - τόσο που δύσκολα θα μπορούσες να
πιάσεις κουβέντα με τον διπλανό σου. Ένα
καινούριο κρεβάτι τσούλησε μπροστά του με
διάφορα άτομα τριγύρω που μιλούσαν μεταξύ τους
μια νέα άφιξη από το χειρουργείο, σκέφτηκε. Του
θύμισε αίθουσα διερχομένων. Τεντώνοντας λίγο το
κεφάλι του μπορούσε να δει πόρτες με σιδεριές που
προφανώς οδηγούσαν σε κάποιους διαδρόμους, κάτι
που ο Στρατός θα είχε ειδικά διαμορφώσει. Δυο
μυώδεις φύλακες-νοσοκόμοι κάθονταν πίσω από δυο
μικρά γραφεία και παρακολουθούσαν το χώρο. Όλα
ήταν γαλήνια. Πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό που
δεν άκουγε πυροβολισμούς.
Ήρθε η ώρα για ύπνο και η σειρά της ξανθιάς, χαριτωμένης νοσοκόμας να μοιράσει τα χάπια και να σβήσει τα φώτα. Η κίτρινη-ροζ κάψουλα που του έδωσε δεν τον ευχαρίστησε καθόλου.
«Αδελφή, θέλω το κανονικό μου χάπι για να
κοιμηθώ. Το ΧΟ». Χι 'Ομικρον, Χωρίς 'Ονειρα.
«Κι αυτό καλό είναι», του είπε γλυκά.
Ένιωθε πως είχε κάθε λόγο να αμφιβάλλει. «Θέλω το
κανονικό μου χάπι. Δικαιούμαι ένα Χι Όμικρον,
ακόμη έχουμε σήμερα».
«Δεν δικαιούσαι τίποτα τέτοιο, στρατιώτη.
Δικαιούσαι μονάχα να σε κάνουμε καλά - κι αυτό
κάνουμε».
Στη φωνή της υπήρχε κάτι το χαιρέκακο και το
χαμόγελό της ήταν πέρα για πέρα πλαστικό.
«Δεν είναι δίκαιο! Τα ΧΟ είναι για-για ειδικές
περιπτώσεις». Δεν μπορούσε να της εξηγήσει για τα
όνειρα που έβλεπε. «Σε παρακαλώ. Μπορώ να το έχω
μόνο γι' απόψε; Ακόμα είμαστε στο σήμερα».
«Σου έδωσα υπνωτικό χάπι. Ηρέμησε τώρα και
προσπάθησε να κοιμηθείς, ενοχλείς και τους
άλλους ασθενείς».
«Δεν θα αφήσω κανέναν να κοιμηθεί αν δεν μου
δώσεις το χάπι που θέλω!»
«Καλύτερα να μην το δοκιμάσεις, στρατιώτη».
Χαμογέλασε προς το κιγκλίδωμα, όπου στέκονταν οι
δυο νοσοκόμοι και τον παρακολουθούσαν καχύποπτα,
και βγήκε έξω.
Ακούμπησε πίσω στο μαξιλάρι και προσπάθησε να ηρεμήσει. Αυτό που θα ήθελε να της εξηγήσει ήταν ότι τα όνειρά του ήταν καθαροί, ολοζώντανοι εφιάλτες που τον έκαναν να ουρλιάζει από τρόμο. Δεν πειράζει, θα το ανακάλυπταν μόνοι τους πολύ γρήγορα.
«Την έβαψες έτσι και μπεις στη μαύρη λίστα της,
φίλε!» του φώναξε ο στρατιώτης από το διπλανό
κρεβάτι. Τους χώριζε μια ζαρντινιέρα με
χρωματιστό πλακάκι και πολλά φυτά μέσα.
«Μα είχε πει...»
«Την έβαψες, σου λέω», επανέλαβε ο στρατιώτης.
Παρ' όλα αυτά κατάφερε να αποκοιμηθεί και να δει
κάποια αθώα όνειρα με το σκύλο του, πεθαμένο εδώ
και πολλά χρόνια.
Στη μέση της νύχτας ξύπνησε νιώθοντας ένα μαχαίρι να του τσακίζει τα πλευρά. Το παλιό του έλκος, ένας πόνος που τον είχε σχεδόν ξεχάσει από τότε που πήρε για πρώτη φορά τα Χι 'Όμικρον. Αλλά δεν ήταν μονάχα αυτό. Ένιωθε επίσης μια τρομερή φαγούρα στο πόδι που βρισκόταν μέσα στο γύψο. Κάποια κατσαρίδα θα είχε τρυπώσει εκεί μέσα και τώρα προσπαθούσε να βγει έξω. Χτύπησε κα 'να-δυο φορές το γύψο με το χέρι του και στο τέλος έβαλε τις φωνές.
Η Μις Πλάστικ πλησίασε προς το μέρος του
κρατώντας ένα φακό.
«Σσσσ! Τι τρέχει στρατιώτη;»
«Με ξανάπιασε το έλκος μου. Χρειάζομαι ένα
αντιόξινο»
Το σημείωσε στην καρτέλα της. «Θα το αναφέρω στον
γιατρό. Ίσως σου δώσει κάποιο φάρμακο αύριο το
πρωί».
«Το πρωί; Θεέ μου! Τώρα το χρειάζομαι, όχι το πρωί.
Νιώθω να τρυπάει το στομάχι μου».
«Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν μπορώ να σου δώσω έτσι
κάποιο φάρμακο. Θα το πω στον γιατρό όμως,
πρωί-πρωί, και θα έρθει να σε κοιτάξει. Στο
υπόσχομαι». Κι ένα κουκλίστικο χαμόγελο.
«Μα τα αντιόξινα δεν είναι φάρμακα που
χρειάζονται συνταγή! Θεέ μου, εδώ πας στο
φαρμακείο και τα παίρνεις με το κιλό. Μααλόξ,
Μαϊλάντα, κάποιο από όλα θα έχετε κι εδώ. Σου λεω
ότι πονάω» .
«Οτιδήποτε πέρα από τα γεύματα θεωρείται χημικό
φάρμακο, στρατιώτη». Έσβησε το φακό.
«Ένα λεπτό! Τις πιστεύεις όλες αυτές τις μαλακίες
που μου αραδιάζεις;»
«Πρόσεχε πώς μου μιλάς».
«Εντάξει, περίμενε λίγο... έχουν μπει ζουζούνια
κάτω από το γύψο, τα νιώθω να περπατάνε πάνω στο
πόδι μου».
Του τράβηξε το σεντόνι και με το φακό της φώτισε
το πάνω μέρος του γύψου.
«Δεν υπάρχει τίποτα. Ηρέμησε και θα σου περάσει».
«Μα τα νιώθω! Έχω φαγούρα σε εκείνο το σημείο! Δεν
μπορείς τουλάχιστον να σπάσεις λίγο το γύψο σ'
αυτό το μέρος για να μπορέσω να το ξύσω; 'Έτσι κι
αλλιώς είπες ότι θα μου τον βγάλουν αύριο».
Περιττό, το έβλεπε στην έκφρασή της. «Δεν υπάρχει
κανένα σπρέι, εντομοκτόνο, να ρίξω εκεί μέσα;»
ρώτησε απελπισμένα.
«Λυπάμαι στρατιώτη. Δεν υπάρχει απολύτως κανένα
έντομο κάτω από το γύψο. Όλα αυτά που μου λες
είναι μέσα στο κεφάλι σου. Θα είμαστε ήσυχοι τώρα
ή έχουμε όρεξη για φασαρίες; Ξέρεις, εδώ μέσα
υπάρχουν άνθρωποι σε πολύ χειρότερη κατάσταση
από σένα».
Κοιτώντας την μέσα στο χαμηλό φως κατάλαβε πολύ
καλά πώς μια μικροκαμωμένη όμορφη κουκλίτσα σαν
εκείνη μπορούσε συγχρόνως να είναι ένα απαίσιο
τέρας.
«Αν μου είχες δώσει τα Χι Όμικρον θα είχα
καταφέρει να κοιμηθώ. Δεν έχει φθάσει ακόμη η
αυριανή μέρα». Η φωνή του ήταν γεμάτη άγχος. Δεν
του έδωσε σημασία, έσβησε ξανά το φακό της κι
έφυγε.
Την είδε που τσεκάρισε τα υπόλοιπα κρεβάτια
καθώς έφευγε από το δωμάτιο. Δυο από τους άλλους
αρρώστους τρομάξανε, έβγαλαν κάποια κραυγή και
ξανακοιμήθηκαν. Δεν ξέρει πόσο επικίνδυνο είναι
να ξυπνάς κάποιον έτσι ξαφνικά σε μάχιμη περιοχή;
Τίποτα δεν ξέρει επιτέλους αυτή η γυναίκα;
«Ηρέμησε στρατιώτη», την άκουσε να λεει. Κατόπιν
έφυγε.
Ακούμπησε πίσω στο μαξιλάρι νιώθοντας τα χαρακτηρισμένα ως ανύπαρκτα ζουζούνια να τον τρελαίνουν από τη φαγούρα. Ένα από αυτά τα γαμημένα είχε φωλιάσει στο πίσω μέρος από το γόνατό του. Έκανε μια αποφασιστική προσπάθεια να σπάσει το γύψο πάνω στα σίδερα του κρεβατιού, χωρίς όμως να καταφέρει τίποτα. Μετά κάτι θυμήθηκε.
Σε κάποια ιστορία που είχε διαβάσει, τα «έντομα» ή τα «ζουζούνια» σαν κι αυτά που ένιωθε τώρα, ήταν ένδειξη των πρώτων συμπτωμάτων στέρησης των ναρκωτικών. Τα θύματα τρελαίνονταν, ξεσκίζανε τις σάρκες τους από το ξύσιμο... Το ντελίριουμ τρέμενς των ναρκομανών. Έτσι θα ήταν η φάση της αποτοξίνωσης; Θεέ μου, λυπήσου με.
Προσπάθησε να ηρεμήσει, αν και δεν υπήρχε πλέον περίπτωση να κοιμηθεί. Κι όσο για το έλκος του, αυτό κυριολεκτικά τον έκαιγε. Ο γιατρός του του είχε πει ότι θα μπορούσε να αποβεί πολύ επικίνδυνο χωρίς αντιόξινα. Μπορούσε να τρυπήσει το στομάχι του. Είχε φτάσει στο σημείο σχεδόν να εύχεται κάτι τέτοιο, έτσι, για να μάθει η Μις Πλάστικ. Χωρίς φάρμακα!... Έβλεπε τα ράφια ενός φαρμακείου φορτωμένα με χιλιάδες κουτάκια, όλα αυτά τα ωραία πράγματα που μπορείς να αγοράσεις: Μαϊλάντα, Μααλόξ, Αλτερναγκέλ, Ταμς - στην πολιτική του ζωή υπήρξε πολύ καλός πελάτης για όλα αυτά. Τα ΧΟ είχαν παραδόξως σταματήσει αυτούς τους πόνους. Σίγουρα το πρώτο πράγμα που θα έκανε μόλις τον απελευθερώνανε από κει μέσα θα ήταν να ψάξει να βρει αυτές τις ταμπλέτες. Κι αν όμως τα μοιράζανε μονάχα στο μέτωπο; Τι θα έκανε; Δεν σήκωνε καν συζήτηση. Θα ξαναγύριζε στο μέτωπο, στη ζώνη πυρός. Στο μέτωπο; Ναι, γιατί όχι. Εκεί τουλάχιστον ήταν άνετα, και το σπουδαιότερο, μπορούσε να κοιμηθεί. Πόσο θα κρατούσε άραγε τούτη η γαμημένη η αποτοξίνωση; Πόσο είχαν πει, δυο, τρεις εβδομάδες; Θα το άντεχε όμως;
Στριφογυρνούσε απελπισμένα προσπαθώντας να βρει μια θέση που να βολεύει τα ζωύφια και να μην τον ενοχλούν... Κάπου στα ξημερώματα θα πρέπει να έχασε τις αισθήσεις του.
Η θεραπεία του άρχισε επίσημα αμέσως μετά το πρόγευμα. Δυο παράξενοι νοσοκόμοι πλησίασαν το κρεβάτι του, ελέγξανε τα προστατευτικά σίδερα στο πλάι, κι άρχισαν να το τσουλάνε προς τον ένα από τους διαδρόμους. Εκείνος χαιρόταν επιτέλους λίγο πρωινό ύπνο και έτσι δεν πρόσεξε το χώρο που τον μεταφέρανε. Ακούγοντας κάποιες κλειδαριές να ξεκλειδώνουν ξύπνησε κι ανασηκώθηκε. Βρισκόταν σε μια νεόκτιστη πτέρυγα του κτιρίου -χαμηλό ταβάνι, ξύλινοι λεπτοί τοίχοι από κόντρα πλακέ, δυο πόρτες που ανοίγουν αντίθετα, ένας χώρος εντελώς άδειος. Διασχίσανε τον μακρύ αυτό διάδρομο και έφθασαν μπροστά σε έναν κιγκλιδωτό τοίχο από χοντρό ατσάλι με το κεντρικό του σημείο λείο και γυαλιστερό από τα εκατοντάδες χέρια που το είχαν σίγουρα πιάσει. Περνώντας από την είσοδο αυτή πρόσεξε την πρώτη πόρτα που συνάντησαν. Είχε μια πινακίδα γραμμένη με το χέρι: Σιωπηλό δωμάτιο. Είχε από πάνω της και ένα μικρό παράθυρο με τζάμι ενισχυμένο με σιδερένιο πλέγμα. Κάποιοι ήχοι έβγαιναν από κει μέσα σαν αχνό, ξεψυχισμένο νιαούρισμα, σαν πνιχτός θρήνος, σαν ένα ζώο που κλαίει κάπου πολύ μακριά. Κατόπιν πέρασαν μπροστά από άλλες κλειστές, απρόσωπες πόρτες, 205, 207. Στο 209 οι νοσοκόμοι σταμάτησαν, άνοιξαν την πόρτα και τον έσπρωξαν μέσα.
Το δωμάτιο 209 ήταν γύρω στα τέσσερα επί τέσσερα με ένα χοντρό, αδιαφανές τζάμι ενισχυμένο κι αυτό με μεταλλικό πλέγμα. Υπήρχε ήδη κρεβάτι. Οι νοσοκόμοι το μάζεψαν γρήγορα για να το πάρουν καθώς βγαίνουν.
«Μου είπαν ότι σήμερα θα μπορούσα να περπατήσω.
Θα μου βγάζανε το γύψο. Ο γιατρός πού είναι;» είπε
ο Ντον.
«Δε ξέρουμε τίποτα», μούγκρισε ο ένας από τους
δυο καθώς άνοιγε την πόρτα για να φύγουν.
Τον κυρίεψε πανικός. Ένιωσε ότι πολύ σύντομα θα τον ξεχνούσαν παρατημένο εκεί μέσα χωρίς φαΐ ώσπου να ψοφήσει της πείνας, ανίκανο να περπατήσει, ακινητοποιημένο μέσα στο γύψο. «Μα πού είναι ο γιατρός; Πείτε τους ότι χρειάζομαι αμέσως έναν γιατρό. Έχω έλκος», πρόσθεσε ηλίθια στις πλάτες τους καθώς έβγαιναν έξω. Η πόρτα έκλεισε.
Ανασηκώθηκε όσο μπορούσε και μετά από εξοντωτική προσπάθεια κατάφερε να σηκώσει το ένα πόδι και να το περάσει πάνω από τα προστατευτικά σίδερα του κρεβατιού. Είδε ότι το πόδι του ήταν ακινητοποιημένο όχι από το βάρος του γύψου, αλλά επειδή ήταν δεμένο πάνω και κάτω, πάνω στα σίδερα του κρεβατιού. Θα του το είχαν κάνει όση ώρα κοιμόταν. Βάζοντας όλη του τη δύναμη κατάφερε να λύσει το πάνω λουρί, όμως με τίποτα δεν έφθανε το άλλο, κάτω στον αστράγαλό του. Με κομμένη την αναπνοή ακούμπησε πίσω. Τα χέρια του τρέμανε σαν φύλλα που τα κουνάει o αέρας.
«Το σώμα μου δεν λειτουργεί», σκέφτηκε. Αλήθεια,
πόσο χρειαζόταν τώρα ένα χάπι Συντήρησης! Ήταν
δυνατόν, πριν δέκα μέρες, αυτός ο ίδιος, να
σκαρφάλωνε βουνά, ένας άριστος πολεμιστής;
Κοίταξε τριγύρω. Υπήρχε μια απλή καρέκλα, μια
κάθετη σειρά από συρτάρια πάνω σε ρόδες και μια
λεκάνη τουαλέτας χωρίς καπάκι. Δεν είχε νόημα να
καλέσει βοήθεια.
Αυτό του έδωσε μια ιδέα. Νόμιμη ανάγκη.
Αρχισε να φωνάζει συνεχώς, «Αδελφή!» Καμιά
απάντηση, τίποτα. Δεν υπήρχε κανείς εκεί έξω.
Φώναξε με όλη του τη δύναμη. «Αδελφή! Αδελφή!
Αδελφή! Βοήθεια!»
Σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκαν βήματα και η πόρτα
άνοιξε. H Μις Πλάστικ.
«Αδελφή, πρέπει να πάω στην τουαλέτα. Γιατί δεν
μου έβγαλαν το γύψο; Είχες πει ότι θα περπάταγα
σήμερα. Πού είναι ο γιατρός; Ξέρει για το έλκος
μου;»
Τον κοίταξε χωρίς να χαμογελάει. «Δεν φωνάζουμε
έτσι, στρατιώτη. Ενοχλούνται οι άλλοι ασθενείς.
Πρέπει να σκέφτεσαι και τους άλλους εδώ».
«Και πώς θα έρθουν να με βοηθήσουν;»
«Υπάρχει κάποιος που περνάει κάθε δεκαπέντε
λεπτά της ώρας. Συνεχώς. Μπορείς να τους λες τι
χρειάζεσαι».
Τον βοήθησε να πάει μέχρι τη λεκάνη και μετά του
ξανάδεσε τα λουριά γύρω από το πόδι του.
Το πρωινό κυλούσε αργά. Όπως του είχε πει, κάθε ένα τέταρτο κάποιος άνοιγε την πόρτα και έριχνε μια ματιά. Συχνά ήταν η άλλη νοσοκόμα, πάντως δεν την ενόχλησε με τις ερωτήσεις του παρά μονάχα μια φορά για να μάθει αν πραγματικά θα του έβγαζαν το γύψο. «Ναι, τώρα σε λίγο. Ο γιατρός είναι εδώ δίπλα».
Τα αόρατα ζωύφια είχαν ηρεμήσει σε βαθμό που τα είχε σχεδόν ξεχάσει, όμως τη θέση τους είχαν τώρα πάρει μια σειρά από πόνοι που γίνονταν όλο και πιο ενοχλητικοί. Τους ένιωθε σε κάθε σημείο του σώματός του πόνοι από παλιά χτυπήματα στη μάχη έβγαιναν τώρα στην επιφάνεια. Όλοι αυτοί, τόσο καιρό, βρίσκονταν επιμελώς κρυμμένοι κάτω από την αναλγητική δράση των χαπιών Συντήρησης. Αναστέναξε προσπαθώντας να βρει μια βολική στάση στο κρεβάτι. Αναρωτήθηκε αν επιτέλους υπήρχε κάποιος γιατρός μέσα σε εκείνο το τρελοκομείο.
Το μεσημέρι εμφανίστηκε ο γιατρός μαζί με τη Μις Πλάστικ που του έφερε το δίσκο με το φαγητό. Το ακούμπησε πάνω στο έπιπλο, αρκετά μέτρα μακριά του. Ο γιατρός ήταν ηλικιωμένος, πάνω-κάτω στα χρόνια του πατέρα του Ντον. Η φωνή του ακουγόταν σαν γρύλισμα. Του έκοψε το γύψο με ένα ηλεκτρικό πριόνι. Η Μις Πλάστικ από δίπλα του έδινε τα εργαλεία που χρειαζόταν. Έκανε καλό στον Ντον να τη βλέπει να υπακούει στις εντολές σαν αρνάκι.
«Στάθηκες πολύ τυχερός αγόρι μου (γρύλισμα),
πολύ τυχερός. Χμμμ. Νομίζω ότι θα σου βγάλω και τα
ράμματα σήμερα, όμως πρόσεξε (γρύλισμα), δεν θα
περπατήσεις για τρεις μέρες, τ' άκουσες;»
«Τουλάχιστον μέχρι στην τουαλέτα;»
«Χμμμμ. Καλά - αλλά μόνο μέχρι την τουαλέτα,
κατάλαβες; Μμμμ. Το φαγητό θα το τρως στο
κρεβάτι».
«Μάλιστα».
«Αδελφή, πρόσεξέ τον. Πρέπει να μείνει στο
κρεβάτι».
«Πάντα το φροντίζουμε αυτό, γιατρέ».
«Ναι, βέβαια (γρύλισμα). Σου βάλαμε ένα καρφί στο
κόκαλο, νεαρέ μου, για να μη βγει το ένα πόδι
κοντύτερο από το άλλο. Δεν θέλουμε να κουνιέται
πέρα-δώθε, θέλουμε να δέσει σωστά (γρύλισμα).
Φρόντισε να μην το κουράσεις καθόλου».
«Μάλιστα».
«Μμμμ... Καλό φαίνεται αυτό. Να σου πάρω λίγο;»
Χωρίς να περιμένει απάντηση ο γιατρός τράβηξε
ένα μικρό κομμάτι από το δίσκο, κούνησε το κεφάλι
του κι έφυγε. Καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο ο Ντον
τους φώναξε, «Αδελφή, το πιάτο μου, δεν το φτάνω».
«Τώρα θα έρθει κάποιος».
Ακούμπησε πίσω και το παρακολούθησε που κρύωνε. Το φαγητό ήταν απαίσιο ακόμη και ζεστό. Μέσα στην απόγνωσή του σύρθηκε με το γόνατο ως την άκρη του κρεβατιού και κατέβασε το γερό του πόδι στο πάτωμα, τεντώθηκε τόσο μέχρι που να φτάσει το δίσκο και να τον φέρει κοντά του και σωριάστηκε στο πάτωμα. Ήταν υπερβολικά αδύναμος.
Τη στιγμή που σηκωνόταν, άνοιξε την πόρτα και
μπήκε στο δωμάτιο μια νοσοκόμα, άλλη αυτή τη φορά,
με κόκκινα μαλλιά.
«Είμαστε βιαστικοί, βλέπω».
«Δεν το πάτησα το πόδι», είπε προσπαθώντας να
υπερασπιστεί τη θέση του.
«Ωραία». Τον κοίταξε με βλέμμα σοβαρό. «'Ο,τι
κάνεις στον εαυτό σου τώρα, θα περάσεις την
υπόλοιπη ζωή μαζί του. Παιδεύτηκε πολύ ο γιατρός
για να στο φτιάξει. Να ακολουθείς τις εντολές
του».
Αυτό που του είπε, κάπου το κατάλαβε. Η νοσοκόμα αυτή είχε κάποιο κύρος, το ένιωσε. Συνειδητοποίησε ότι συμπεριφερόταν σαν παιδί. Παλιά, θυμόταν, είχε υπομονή, δεν εκνευριζόταν. Τι είχε πάθει; Τα χάπια τον είχαν κάνει έτσι; 'Η μήπως ήταν που δεν τα είχε τώρα; Δεν πεινούσε πια τώρα που είχε το δίσκο. Μάλλον, ένιωθε άρρωστος. Έτρεμε και είχε ιδρώσει.
«Αδελφή, νιώθω απαίσια. Είπαν ότι υπάρχει κάτι
που βοηθάει. Μπορώ να έχω λίγο; Βακτίνη, κάπως
έτσι».
«Σλοβακτίνη. Ναι, θα πάρεις λίγη μαζί με τα άλλα
φάρμακα της θεραπείας σου».
«Και ξέχασα να πω στον γιατρό πως έχω έλκος στο
στομάχι. Ξανάρχισε να με ταλαιπωρεί. Μπορώ να έχω
κάποιο αντιόξινο;»
Το σημείωσε στην καρτέλα της. «Ναι, θα το πω στον
γιατρό μόλις τελειώσει τις επισκέψεις του».
Τακτοποίησε τα σεντόνια του. Καθώς ίσιωνε το κάτω
σεντόνι, ξαφνικά άλλαξε η έκφρασή της και πήρε
ένα ύφος αποδοκιμασίας, παρ' ολα αυτά όμως δεν
είπε τίποτα μέχρι να φύγει.
Τον πήρε ο ύπνος λουσμένο στον ιδρώτα, ξέχασε
και το φαγητό, μέχρι που ξύπνησε από μια φωνή να
του λεει, «Γύρνα προς την άλλη μεριά».
«Πώς;»
Ήταν ο ένας από τους δυο μεγαλόσωμους νοσοκόμους.
Έβαζε κάτι κάτω από το σεντόνι, κάτι βαρύ που το
ένιωθες ζεστό και κρύο συγχρόνως.
«Γύρνα λίγο κι από την άλλη για να το απλώσω
καλά».
Αν και αδύναμος υπάκουσε στην εντολή και τελικά
κατάλαβε ότι ο τύπος προσπαθούσε να περάσει ένα
χοντρό λαστιχένιο στρώμα ανάμεσα στο στρώμα του
κρεβατιού και το κάτω σεντόνι. Όταν ξαναήρθε στη
θέση του ένιωσε το στρώμα σκληρό και παγωμένο να
του πιέζει τα σημεία που είχε χτυπήσει.
Μόλις ο νοσοκόμος έφυγε από το δωμάτιο, ο Ντον κυριεύτηκε από φόβο. Τι να σήμαιναν όλες αυτές οι προφυλάξεις; Μήπως σε λίγο επρόκειτο να αρρωστήσει σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του; Αρχισε να σιχαίνεται το ίδιο του το σώμα και να τον πιάνει αναγούλα. Και που να πάρει ο διάολος, δεν υπήρχε τίποτα για να ξεράσει, μονάχα ο δίσκος και τα μικρά πλαστικά πιάτα με το σιχαμένο φαγητό. Ευχήθηκε να μη φτάσει ως αυτό το σημείο και πήρε μερικές βαθιές αναπνοές που τις ένιωσε σαν σουβλιές στα πλευρά του.
Στον επόμενο έλεγχο ζήτησε να του φέρουν μια
λεκάνη και να πάρουν απο κει το δίσκο με το
φαγητό. Ήταν η Μις Πλάστικ. Έριξε μια ματιά στο
απείραχτο φαγητό.
«Έχει αρχίσει, ε στρατιώτη; Αργησε να σου βγει - θα
πρέπει να τα έπαιρνες πολύ καιρό».
«Ένα χρόνο».
«Θεέ μου... Πώς μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο
στον εαυτό σου, στρατιώτη;»
Από πού να άρχιζε να της εξηγεί, υποθέτοντας
βέβαια ότι την ενδιέφερε πραγματικά το ζήτημα.
Αντίθετα, της έκανε μια ερώτηση.
«Αδελφή, έχεις πάθει ποτέ έλκος στο στομάχι;»
Εκείνη έβαλε τα γέλια. Κατόπιν του απάντησε με
ένα ύφος αυταρέσκειας: «Δεν έχω ζητήσει ούτε μια
μέρα αναρρωτική άδεια στη ζωή μου». Το
υπονοούμενο γινόταν εύκολα αντιληπτό. Οι
άνθρωποι που αρρώσταιναν ήταν άμεσα υπαίτιοι για
την κατάστασή τους.
«Δοκίμασέ το καμιά φορά», της είπε ενώ τα δόντια
του έτρεμαν και χτυπούσαν ασυγκράτητα.
«Όχι, ευχαριστώ!» Έφυγε από το δωμάτιο δείχνοντας
χαρούμενη, παίρνοντας μαζί της και το δίσκο,
ξεχνώντας όμως τη λεκάνη που της είχε ζητήσει.
Το απόγευμα εκείνο ήταν πολύ άσχημο. Τον
ξανάπιασε η φαγούρα και σύντομα μάτωσε τα χέρια
του από το πολύ ξύσιμο.
H Μις Πλάστικ είδε τα αίματα στο σεντόνι, εξέτασε
τα νύχια του και είπε με φωνή που έμοιαζε με
κακάρισμα: «Δεν πέρασε από δω η Μαρί».
Σύντομα εμφανίστηκε ένας νοσοκόμος με μια
μικροκαμωμένη μιγάδα που φορούσε μια ροζ ποδιά.
«Ώρα για μανικιούρ».
Η κοπέλα άρπαξε το χέρι του και κρατώντας το
σταθερά άρχισε να του κόβει τα νύχια. Σύρριζα.
Αρχισε τότε να διαμαρτύρεται, οπότε τον πλησίασε
άγρια ο νοσοκόμος. «Φίλε, έτσι γίνεται πάντα». Ο
Ντον ηρέμησε και ο νοσοκόμος αποτραβήχτηκε στη
γωνία και άρχισε να ξεφυλλίζει ένα περιοδικό που
είχε μαζί του. Η διαδικασία ήταν σύντομη. Τον
είχαν αχρηστέψει εντελώς. Ο Ντον προσπάθησε να
σώσει τουλάχιστον ένα δάχτυλο. «Νο, nο!» είπε η
Μαρί.
«Ναι! Αφησε το, σε παρακαλώ».
Ο νοσοκόμος παράτησε το περιοδικό του και τον
αγριοκοίταξε. «Σου είπα φίλε ότι έτσι γίνεται
πάντα. Όλα. Δεν μένει κανένα.. Έχεις όρεξη για
φασαρία;»
Κοιτώντας τον από πάνω μέχρι κάτω σκέφτηκε πως
δεν είχε. Το κορίτσι τέλειωσε με ένα προσεκτικό
λιμάρισμα και, προς μεγάλη του έκπληξη, τράβηξε
τα σκεπάσματα κι άρχισε να κόβει και τα νύχια των
ποδιών του.
«Α, όχι!»
«Α, ναι!» του απάντησε κοροϊδευτικά. Ο νοσοκόμος
παρακολούθησε για λίγο την εξέλιξη των πραγμάτων
και ξαναγύρισε στο περιοδικό του. «Θα μπορούσες
να πάθεις καμιά μόλυνση, φίλε», παρατήρησε.
Όταν η δουλειά είχε πια τελειώσει, ο Ντον ένιωθε
σαν ζώο που του είχαν αφαιρέσει τα νύχια. Τον
είχαν αχρηστέψει!
Υπήρχε όμως και συνέχεια. Μόλις έφυγαν μπήκε στο δωμάτιο η Μις Πλάστικ μαζί με ένα μιγάδα αχθοφόρο που κουβαλούσε το στρατιωτικό του σάκο. Τον άδειασαν στο πάτωμα κι άρχισε το ψάξιμο. Πρώτο στην πλαστική σακούλα που είχε φέρει μαζί της μπήκε το μαχαίρι του, κατόπιν τα τσιγάρα του. Έπειτα άνοιξε το τσαντάκι με τα ξυριστικά του.
«Αυτά μπορείς να τα κρατήσεις». Έβγαλε από μέσα
μια οδοντόβουρτσα και την οδοντόπαστα. Έκλεισε
το τσαντάκι και το έριξε κι αυτό μέσα στη σακούλα.
«Ει, πού τα πας αυτά; Τα χρειάζομαι».
«Μέταλλα και γυαλί απαγορεύονται», απάντησε
εκείνη σταθερά. «Επίσης υγρά και σκληρά
πλαστικά».
Ο Ντον ήταν πολύ τακτικός στα πράγματά του. Είχε
βάλει τα καθαρά του ρούχα καθώς και μια
φρεσκοσιδερωμένο στολή μέσα σε πλαστικές
σακούλες. Έφυγαν κι αυτά και οι πλαστικές
σακούλες κατασχέθηκαν.
«Αυτές γιατί;»
«Οι νάιλον σακούλες απαγορεύονται. Πολλοί
ασθενείς έχουν προσπαθήσει κατά καιρούς να
κάνουν κακό στον εαυτό τους με αυτές».
«Με σακούλα;»
Δεν του απάντησε. Υπέθεσε ότι εννοούσε πως θα
μπορούσε κάποιος να τη φορέσει στο κεφάλι του και
να πάθει ασφυξία. Γλιαχ - φριχτός τρόπος να
πεθάνεις. Τον έπιασε κρύος ιδρώτας. Σε τέτοια
απόγνωση έφταναν οι άνθρωποι εδώ μέσα;
«Αυτό μου θυμίζει - αλήθεια, που είναι το ρολόι
μου;»
«Στο γραφείο, μαζί με την καδένα σου. Θα τα πάρεις
όταν φύγεις».
Ένιωσε πιο γυμνός από κάθε άλλη φορά, όμως τον ξανάπιανε ναυτία και δεν είχε διάθεση για άλλες κουβέντες. Αυτή τη φορά του έφερε μια λεκάνη και τον παρακολούθησε καθώς έβγαζε τα υγρά του στομαχιού του. Κατόπιν μάζεψε τα υπόλοιπα πράγματα από το πάτωμα, τα έβαλε όπως-όπως στο σάκο κι έφυγε με τα λάφυρά της μέσα στο νάιλον.
Ξάπλωσε πίσω στο μαξιλάρι ιδρωμένος και τρέμοντας. Ένιωθε έναν απροσδιόριστο πόνο στα πόδια του χωρίς να μπορεί να καταλάβει από πού ερχόταν. Όσες θέσεις κι αν δοκίμασε δεν έλεγε να φύγει. Τον έπιασε πάλι η φαγούρα, αλλά τώρα όσο πιο πολύ ξυνόταν τόσο χειρότερα ήταν. Τελικά κατάφερε να σηκωθεί μέχρι το παράθυρο και να πιάσει την οδοντόβουρτσά του. Ξύθηκε όσο μπορούσε με αυτήν αλλά γρήγορα γέμισε αίματα και συνειδητοποίησε ότι έτσι και την έβλεπε κάποιος σίγουρα θα του την έπαιρναν κι αυτή. Δεν υπήρχε καθόλου νερό μέσα στο δωμάτιο πέρα από τη λεκάνη της τουαλέτας, κι έτσι αναγκάστηκε να την ξεπλύνει στο στόμα του, με το ίδιο του το σάλιο. Η γεύση του αίματος του έφερε αηδία.
Πέρασαν ατέλειωτες ώρες μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα για τα φάρμακα. Μαζί με τα χάπια που έμοιαζαν με βιταμίνες του έδωσαν και δυο μικρές καφετιές ταμπλέτες-να ήταν άραγε το φάρμακο για τα συμπτώματα στέρησης; - καθώς και μια δόση Μααλόξ μέσα σε ένα μικροσκοπικό χάρτινο ποτηράκι. Η Κοκκινομάλλα δεν τον είχε ξεχάσει λοιπόν. Το κατέβασε στα γρήγορα, μαζί με τα χάπια και φαντάστηκε ότι έπαιρνε τα πανέμορφα κίτρινα Σ που τόσο του λείπανε.
Το δείπνο ήρθε κι έφυγε απείραχτο. Ύστερα νύχτωσε. Λες και για να τον κάνουν να εξοργιστεί ακόμη περισσότερο, η λάμπα πάνω στο ταβάνι έμεινε συνέχεια αναμμένη. Στριφογύρισε πολλή ώρα στο κρεβάτι, μέχρι που κατέληξε με το μικρό μαξιλάρι πάνω στο πρόσωπο του.
Και τότε πραγματικά άρχισε να νιώθει τι είναι το σύνδρομο στέρησης. Οι τυχαίοι πόνοι που τον είχαν ως τώρα παιδέψει έγιναν δέκα φορές χειρότεροι, έγιναν άγριες σουβλιές στα χέρια, στα πόδια, στα έντερα. Το κεφάλι του άρχισε να τραντάζεται. Τα μάτια του και το στόμα του είχαν στεγνώσει εντελώς και τον πονούσαν. Κι όσο για τη φαγούρα που πρωτύτερα ένιωθε στο δέρμα του, είχε μετακομίσει μέσα στις κλειδώσεις του, όπου με τίποτα δεν μπορούσε τώρα να τη φτάσει. Έβλεπε έναν ολόκληρο στρατό από κόκκινα μυρμήγκια να περπατάνε με τα μικροσκοπικά τους ποδαράκια, χιλιάδες από αυτά, μέσα από τις αρτηρίες και τις φλέβες του και να φτάνουν τελικά μέσα από τα πιο λεπτά αγγεία στο μεδούλι των κοκάλων του. Η μόνη του ανακούφιση ήταν να κουνήσει απότομα τις κλειδώσεις του, αλλά κι αυτό δεν κρατούσε πολύ, γιατί μετά τα ξανάνιωθε να συνεχίζουν την πορεία τους, ακόμη πιο ενοχλητική, οπότε έπρεπε να ξανακάνει τις ίδιες συσπάσεις. Προσπάθησε να ηρεμήσει, αλλά στάθηκε αδύνατο να τα καταφέρει. Η εσωτερική αυτή φαγούρα καθώς και η φρίκη των μυρμηγκιών δεν τον άφηναν να κλείσει μάτι. Το φως του δωματίου τον έτσουζε στα μάτια, είχε παραμορφωθεί ολόκληρος από τις συσπάσεις, βρισκόταν μέσα σε μια λίμνη από ιδρώτα και το λάστιχο από κάτω του να κολλάει παντού. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να έπεσε από το κρεβάτι, δεν θυμόταν πάντως κάτι τέτοιο, είχε συγκρατήσει όμως την εικόνα των δύο νοσοκόμων να τον σηκώνουν και να τον ξαναβάζουν στο κρεβάτι. Κάποια άλλη στιγμή ένιωσε τέτοια ζέστη που αναγκάστηκε να σηκωθεί από το κρεβάτι και αρπάζοντας τη μοναδική καρέκλα προσπάθησε να σπάσει το τζάμι του παραθύρου. Ήταν τρομακτικό, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει εντελώς. Παρ' όλα αυτά κατάφερε ένα αρκετά δυνατό χτύπημα πάνω στο τζάμι με τα πόδια της καρέκλας. Όμως δεν είχε να κάνει με κάποιο συνηθισμένο τζάμι, ήταν κρύσταλλο ενισχυμένο με σύρμα και δεν κατάφερε ούτε να το ραγίσει. Έβαλε τα κλάματα και έκανε μια ακόμη προσπάθεια, άκαρπη φυσικά κι αυτή, πριν αποκαρδιωθεί εντελώς και γυρίσει άπρακτος στο κρεβάτι του, τρέμοντας και παραμιλώντας. Τον έπιασε φαγούρα στη μύτη, που συγχρόνως άρχισε να τρέχει ασταμάτητα. Δεν είχε τίποτα για να τη σκουπίσει εκτός από τις πιτζάμες του.
Θυμόταν ένα μέρος μονάχα από εκείνη τη νύχτα: κατά το ξημέρωμα θα πρέπει να έπεσε σε ένα είδος νάρκης, και τότε είναι που άρχισαν οι εφιάλτες. Ο χειρότερος από αυτούς ήταν μια συγκεκριμένη εικόνα που παρέμενε στατική και δεν ξεκολλούσε από το μυαλό του. Ήταν το εσωτερικό μιας καλύβας και μια γυναίκα Βρισκόταν πεσμένη στα πόδια του: εκείνος δεν ήθελε να κοιτάξει. Μπροστά ακριβώς από τα μάτια του όμως κρεμόταν ένα ομιχλώδες κουβάρι σε χρώμα καφεκόκκινο σκούρο σαν να στεκόταν από μόνο του στον αέρα. Ειδικά αυτό δεν ήθελε να το κοιτάξει με τίποτα, ένιωθε πως αν κάρφωνε τα μάτια του πάνω του θα πέθαινε στη στιγμή. Τινάχτηκε μέσα στον ύπνο του, καταφέρνοντας έτσι να ξυπνήσει επιτέλους. Έτρεμε και ήταν λουσμένος στον ιδρώτα.
Το φως της ημέρας του έδωσε κάποια ανακούφιση, όχι πολλή όμως. Έκλαιγε ασταμάτητα και του ερχόταν εμετός. Είχε εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να κρατήσει τον εαυτό του καθαρό, το κρεβάτι του βρωμούσε και κόλλαγε από τις ακαθαρσίες. Τα κόκαλά του τα ένιωθε σαν μια μάζα από ζελέ που την κατάτρωγαν τα μυρμήγκια, και οι πόνοι τον έκαναν να χάνει κάθε τόσο τις αισθήσεις του. Κάποια στιγμή νόμισε ότι είχε πια περάσει το χειρότερο στάδιο, δυο λεπτά όμως αργότερα τον ξανάπιασε εκείνη η αφόρητη φαγούρα που έβγαινε βαθιά μέσα από τα κόκαλά του, με αποτέλεσμα να ξαναρχίσει τις συσπάσεις.
Ο χρόνος κυλούσε μέσα από μια μαρτυρική θολούρα. Παράξενα πρόσωπα τον κοιτούσαν με περιέργεια, έλεγαν ακατανόητα λόγια κι έκαναν πράγματα που δεν τον βοηθούσαν στο παραμικρό. Αρκετές φορές συνειδητοποίησε ότι έβαζε τις φωνές και ούρλιαζε, όμως, δεν είχε ιδέα τι έλεγε και σε ποιους. Ήρθε η ώρα για τα φάρμακα, τα κατάπιε και στη συνέχεια τα ξέρασε. Ήρθε η ώρα του φαγητού, ο δίσκος έφευγε όπως ερχόταν, αν και λίγες φορές τον άδειασε πάνω στο κρεβάτι.
Οι εμετοί άρχισαν να υποχωρούν για να δώσουν τη θέση τους σε μια ακατάσχετη διάρροια. Στην αρχή προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να πάει στη λεκάνη, ήταν όμως τόσο αδύναμος που έπεσε στο πάτωμα κι έμεινε εκεί μέσα στις βρωμιές του μέχρι τον επόμενο έλεγχο.
Έπεσε για μια ακόμη φορά στο σκοτάδι, και μαζί με τη νύχτα ξαναγύρισαν κι όλα τα συμπτώματα σε όλη τους την ένταση. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι τόσο οι καρποί του όσο και οι αστράγαλοί του ήταν δεμένοι με λουριά στα σίδερα του κρεβατιού. Έβαλε τις φωνές μέχρι που γδάρθηκε ο λαιμός του. Δίπλα από το κρεβάτι βρισκόταν κρεμασμένη μια μπουκάλα με ορρό, κι όταν τίναξε από το χέρι του τη βελόνα της ενδοφλέβιας που ήταν καρφωμένη στο μπράτσο του άκουσε κάποιον να τον κατσαδιάζει άγρια.
Μόνο κατά το πρωί κατάφερε να αποκοιμηθεί, έναν ύπνο γεμάτο εφιάλτες πάλι. Βρισκόταν σε περιπολία με την ομάδα του, κυνηγούσαν κάποιους Γκεβαρίστας. Ο στρατιώτης που βρισκόταν δίπλα του σωριάστηκε ουρλιάζοντας. Αυτός κρατούσε ένα φλογοβόλο στραμμένο προς τη σκεπή μιας καλύβας, το άναψε κι αμέσως το σπίτι τυλίχτηκε στις φλόγες. Υπήρχε ακόμη η εικόνα του εσωτερικού της καλύβας, η εικόνα που τόσο τον τρομοκρατούσε με την ξαπλωμένη γυναίκα. Τη φορά αυτή μπόρεσε να δει ότι η γυναίκα ήταν πληγωμένη στην κοιλιά. Έκανε μια προσπάθεια να μην κοιτάξει προς το κουβάρι που κρεμόταν μπροστά του, άθελα του όμως μπορούσε να ξεχωρίσει περισσότερες λεπτομέρειες: κάτι λαμπερό έβγαινε από μέσα του και το όλο πράγμα κάπως συνδεόταν με τη γη. Κουνιόταν όλο μαζί βγάζοντας κάτι σαν άναρθρες κραυγές. Τινάχτηκε από τον ύπνο του φωνάζοντας από τον τρόμο και είδε φως στα παράθυρα. Αυτόματα ένιωσε τη γνώριμη πια ανακούφιση που του έφερνε η κάθε αυγή.
Πολλές νύχτες και μέρες πέρασαν με αυτό τον τρόπο, πόσες δεν είχε ιδέα. Τον ξανασύνδεσαν με τον ορρό και το απαραίτητο δέσιμο στα σίδερα του κρεβατιού. Δεν είχε δύναμη να διαμαρτυρηθεί πλέον.
Κάποτε πια έφτασε το απόγευμα εκείνο που κατάλαβε ότι η φριχτή εσωτερική φαγούρα που ένιωθε στα κόκαλά του είχε αρχίσει να υποχωρεί κι είχε δώσει τη θέση της σε έναν απλό γενικό πόνο, έναν πόνο με τον οποίο μπορούσε πια να τα βγάλει πέρα. Όταν ήρθε η ώρα για τα φάρμακα κατάφερε να τα συγκρατήσει μέσα στο στομάχι του, καθώς και το νερό που ήπιε μαζί τους. Η διάθεσή του όμως είχε αλλάξει ριζικά: ο θυμός και ο εκνευρισμός του είχαν γίνει μια σταθερά αυξανόμενη απόγνωση. Η κάθε σκέψη του κατέληγε σε τρόμο και στη μαυρίλα του θανάτου. Το σώμα του μπορεί να είχε αρχίσει να αποτοξινώνεται, σκέφτηκε, όμως με το μυαλό του δεν συνέβαινε το ίδιο. Αν αυτή ήταν η πραγματικότητα, τότε χρειαζόταν επειγόντως τα μαγικά χάπια που θα μπορούσαν να τον κρατήσουν σε κάποια απόσταση από αυτήν. Στη σκέψη του κολυμπούσαν οι εικόνες τους: τέτοια ήταν η ανάγκη του, που είχε την ψευδαίσθηση ότι βρισκόταν κάπου μέσα στο δωμάτιο, μέσα στο σάκο του ίσως. Τρεις φορές σύρθηκε μέχρι τη γωνία όπου βρισκόταν παρατημένος και τον έψαξε εξονυχιστικά, χωρίς βέβαια να βρει τίποτα. Έβαλε τα κλάματα. Την ίδια εκείνη στιγμή πήρε την απόφαση - θα ήταν καλύτερα να λέγαμε ότι έδωσε όρκο στον εαυτό του να βρει πάση θυσία αυτό που γύρευε, να γυρίσει πίσω στο στράτευμα στην ανάγκη, όπου η ζωή ήταν σαφώς πιο άνετη, ακόμα και ευχάριστη. Τις ταμπλέτες τις έβρισκες παντού στο μέτωπο, τις μοίραζαν ελεύθερα. Αν έπρεπε να γυρίσει κάπου, το μέρος αυτό ήταν η ζώνη πυρός κι όχι το σπίτι του. Τι ήταν το σπίτι του μπροστά στην ανακούφιση που τον περίμενε εκεί;
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε πιο βαριά από ποτέ. Συγχρόνως όμως, ένας νέος κυκεώνας από εφιάλτες ήρθε μαζί με τον ύπνο. Ο ίδιος να πυροβολεί από πολύ μικρή απόσταση το κεφάλι ενός μικρού μιγάδα και να το βλέπει να τινάζεται στον αέρα. Η διμοιρία του να αιφνιδιάζεται μέσα στη νύχτα από μια ομάδα Γκεβαρίστας που είχαν στόχο να ανατινάξουν την αποθήκη πολεμοφοδίων τους. Και ξανά η ίδια εκείνη εικόνα: το εσωτερικό της καλύβας κι αυτός να στέκεται δίπλα στην πληγωμένη γυναίκα. Τώρα μπορούσε να δει τις πληγές της πολύ καθαρά: η κοιλιά της ολόκληρη ανοιγμένη, δέρμα και λίπος να κρέμονται προς τα μέσα στο χώρο όπου πρωτύτερα βρίσκονταν τα εντόσθιά της, ένας χώρος κενός, όμοιος με την κουφάλα κάπου δέντρου. Παρατηρούσε κάποιες ελαφρές κι αδύναμες συσπάσεις στο σώμα της. Αυτό ήταν σίγουρα δουλειά από μαχαίρι. Και ξαφνικά, η εικόνα έγινε ακόμα πιο καθαρή: το κουβάρι που τόσες φορές είχε δει πιο πριν να κρέμεται μπροστά του, η άμορφη εκείνη μάζα που άλλοτε δεν τολμούσε να κοιτάξει, φανερώθηκε ολοκάθαρα μπροστά στα μάτια του -όχι δεν ήταν δυνατόν - ένα νεογέννητο μωρό βουτηγμένο στα αίματα, καρφωμένο σε ένα μακρύ μαχαίρι. Ξεχώριζε τώρα όλο το μαχαίρι, και η λαβή του και το χέρι που το κρατούσε. Ποιανού το χέρι ήταν αυτό; Όχι, δεν ήταν αλήθεια! Το δικό του χέρι αναγνώριζε; Το δικό του; Φυσικά, ένιωθε άλλωστε πως κάτι βαρύ κρεμόταν από την άκρη του μαχαιριού του, κάτι που χτυπιόταν πέρα-δώθε. Ένας απαίσιος τσιριχτός ήχος έβγαινε από το πράγμα αυτό.
Ανάγκασε ο ίδιος τον εαυτό του να ξυπνήσει, και με κομμένη την ανάσα στύλωσε τα μάτια του στο παράθυρο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Και καθώς σιγά-σιγα το φως δυνάμωνε, κατάλαβε. Δεν ήταν εφιάλτης αυτό' ήταν ξεχασμένες μνήμες που τώρα έβγαιναν στην επιφάνεια. Το είχε κάνει αυτό το πράγμα. Είχε ξεκοιλιάσει με μίσος την ετοιμόγεννη γυναίκα και μετά κάρφωσε με το μαχαίρι του το νεογέννητο. Τι έκανε στη συνέχεια του ήταν άγνωστο - το γεγονός αυτό ήταν αρκετό. Κάτω απο την επήρεια των Ζήτα Πι είχε μεταμορφωθεί σε ένα εξαγριωμένο κτήνος, παντού γύρω του έβλεπε εχθρούς, ακόμη και στο πρόσωπο του αγέννητου μωρού. Αυτός το είχε κάνει. Και ποιος ξέρει και τι άλλο ακόμη. Τα υπνωτικά χάπια είχαν κοιμίσει εντελώς αυτές τις μνήμες, όσα δεν ήθελε να θυμάται. Αλήθεια, πόσο χρειαζόταν ένα αυτή τη στιγμή!
Καθώς η μέρα μεγάλωνε άρχισε να ξαναβρίσκει τα λογικά του. Για πρώτη φορά εδώ και πολλές μέρες μπόρεσε να σκεφτεί μέσα στα πλαίσια της πραγματικότητας. Σκέφτηκε πώς θα ήταν η ζωή του άραγε μετά από τούτο το κατόρθωμα. Δεν μπορούσε να την φανταστεί, του φαινόταν πλέον αδύνατη. Η ψυχή του σπάραζε από τον πόνο. Δεν μπορούσε πια να διώξει από τα αυτιά του τις τσιριχτές εκείνες κραυγές, τις λεπτομέρειες, τη φριχτή μυρωδιά από τα χυμένα εντόσθια. Ήθελε να τα διώξει όλα αυτά, ήθελε να πεθάνει.
Να πεθάνει - παίρνοντας μαζί του όλη εκείνη τη φρίκη, για πάντα. Ναι, η κάθε ώρα που περνούσε ήταν παρέα με τον εφιάλτη αυτό, βασανιζόταν αδιάκοπα από εκείνες τις σκηνές, από την ύστατη ντροπή και τις τύψεις. Τρομοκρατημένος από τα πράγματα που πιθανώς να αναδύονταν αργότερα μέσα από το ασυνείδητό του. Δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Να γυρίσει σπίτι κουβαλώντας μαζί του αυτό το καρκίνωμα; Ποτέ. Προτιμούσε να πεθάνει εδώ. Θα έβρισκε τον τρόπο.
Η λύση που βρήκε κάπου τον ανακούφισε. Όμως όταν τον ξαναπήρε ο ύπνος, οι κρυμμένες μνήμες ξαναφανερώθηκαν, και μαζί τους τα ματωμένα χεράκια να κουνιούνται ανυπεράσπιστα μπροστά στα μάτια του καθώς τρυπούσε ανελέητα το κορμί με το μαχαίρι. Έβαλε τις φωνές και ξύπνησε.
Λίγο αργότερα είδε το κεφάλι της μικροκαμωμένης ξανθιάς νοσοκόμας να προβάλλει από το άνοιγμα της πόρτας. «Είσαι καλύτερα τώρα!» παρατήρησε σε όλο το μεγαλείο της βλακείας της. «Εντάξει λοιπόν, από σήμερα μπορείς να βγαίνεις και να περπατάς στους διαδρόμους. Αντε, σήκω!»
Τα κατάφερε, με μεγάλη δυσκολία όμως. Χρειάστηκε να τον βοηθήσει για να σταθεί στα πόδια του και να ακουμπήσει όρθιος στον τοίχο, από όπου σύρθηκε πλάγια ως την πόρτα και από κει στο διάδρομο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Είχε ξεχάσει ότι ο κόσμος περιέκλειε και χώρους πέρα από την αίθουσα βασανιστηρίων που γνώριζε.
«Καλό θα είναι να εξασκηθείς για να μπορείς να πηγαίνεις μέχρι την τραπεζαρία. Από δω και μπρος θα τρως εκεί πέρα - τέρμα το φαγητό στο κρεβάτι». Είχαν φθάσει μέχρι το τέλος του διαδρόμου, εκεί που ήταν το σιδερένιο κιγκλίδωμα. Γαντζώθηκε πάνω του και κοίταξε από την άλλη μεριά.
«Το ξεκλειδώνουμε την ώρα των γευμάτων», του είπε. «Μην ανησυχείς, όταν έρθει η ώρα θα σε φωνάξει κάποιος».
Η αναφορά στο φαγητό και μόνο ήταν αρκετή για να του φέρει αναγούλα. Προσπάθησε να κάνει εμετό, αλλά δεν έβγαινε τίποτα. Τον βάστηξε μέχρι να φθάσει στο δωμάτιο 209. «Εξασκήσου!» του επανέλαβε χαρούμενα. Μόλις μπήκαν μέσα προσπάθησε να πλησιάσει τη λεκάνη, αλλά δεν κατάφερε. Όταν του πέρασαν οι σπασμοί, η Μις Πλάστικ τον βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Ξαφνικά πρόσεξε ότι κρατούσε μια σφουγγαρίστρα.
«Αυτή είναι η τελευταία φορά που καθαρίζω. Από δω και στο εξής θα πρέπει να φροντίζεις εσύ για την καθαριότητα του δωματίου. Την αφήνω εδώ στη γωνία τη σκούπα». Την στράγγιξε με επιδεξιότητα μέσα στη λεκάνη, έπλυνε τα χέρια της και τράβηξε το νερό της τουαλέτας. Ένιωσε ότι η σκηνή που μόλις είχε δει είχε επαναληφθεί άπειρες φορές στο παρελθόν.
Ήταν σίγουρος ότι δεν θα τα
κατάφερνε να ξανακάνει όλο εκείνο το ταξίδι
μόνος του, κι όσο για το φαγητό, σίγουρα δεν ήταν
ακόμα σε θέση να φάει. Στη συγκεκριμένη όμως ώρα ο
πιο γεροδεμένος από όλους τους νοσοκόμους έβαλε
το κεφάλι του μέσα από την πόρτα και τον διέταξε
να σηκωθεί. Σύρθηκε μέχρι το διάδρομο, που τον
βρήκε γεμάτο από εκατοντάδες ανθρώπους. Ο τύπος
που βγήκε από το 207 είχε μπανταρισμένο ολόκληρο
το κεφάλι και τους ώμους και μονάχα από τρεις
μαύρες τρύπες ξεχώριζες μάτια και στόμα.
Γοητευμένος από το θέαμα που συναντούσε, ο Ντον
ακουμπώντας και με τα δυο του χέρια στον τοίχο
προχώρησε ως το κιγκλίδωμα μαζί με το υπόλοιπο
πλήθος, όπου και βρήκε ένα τεράστιο τρέιλερ
φορτωμένο με δίσκους. Κάποιος που στεκόταν δίπλα
του του είπε: «Ψάξε για το όνομά σου». Βλέποντας
όμως την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, τον
ρώτησε:
«Πώς σε λένε;»
«Στιλ».
«Σμιθ;»
«Όχι... Στιλ».
Ο άγνωστος έσκυψε και τον βρήκε. «Αυτός είναι.
Παρ' τον και τράβα να καθίσεις στο τραπέζι να φας,
ειδάλλως θα σου τον πάρουν».
«Ευχαριστώ».
Τρέμοντας από αδυναμία, ο Ντον πήρε το δίσκο και
κατευθύνθηκε σε μια άδεια θέση στο τραπέζι. Τη
σούπα την είχε ήδη χύσει.
Παρά την αρρώστια του κατάφερε
να φάει την υπόλοιπη. Παραδόξως του φάνηκε καλή.
Πρόσεξε πως σε κάθε δίσκο γύρω του όλα τα
μαχαιροπίρουνα ήταν πλαστικά, όμοια με εκείνα
των φτηνών αεροπορικών εταιρειών. Πουθενά δεν
υπήρχε μέταλλο.
Όταν σηκώθηκε να φύγει κάποιος τον τράβηξε από το
μανίκι. «Μάζεψε το δίσκο γιατί θα σου κόψουν τον
κώλο».
«Α, μάλιστα. Ευχαριστώ». Πήρε μαζί το βαρύ
σιδερένιο δίσκο, εντυπωσιασμένος από αυτή τη
παράξενη συναδελφικότητα που διέκρινε μέσα σε
εκείνη την κόλαση. Και οι άλλοι βρίσκονταν κάτω
από την εξουσία της Μις Πλάστικ και της συμμορίας
της και ήξεραν πια τους κανόνες του παιχνιδιού.
Πρόσεξε δυο άντρες που κουνιόνταν ρυθμικά,
ειδικά από τα γόνατα και κάτω. Ήξερε πολύ καλά τι
ένιωθαν - εκείνο το απαίσιο, ατέλειωτο γαργαλητό
στις κλειδώσεις. Αραγε εξαφανιζόταν ποτέ
εντελώς;
Γυρνώντας στο δωμάτιο 209 βρήκε
τη νοσοκόμα με τα καστανά μαλλιά να αλλάζει τα
σεντόνια του κρεβατιού του.
«Ευχαριστώ πολύ». Σωριάστηκε στην καρέκλα.
«Και καθαρές πιτζάμες». Πρόσεξε ότι τόσο καιρό
φορούσε τις ίδιες βρωμερές πιτζάμες. Θα πρέπει να
μύριζε απαίσια.
«Μπορείς να παίρνεις καθαρές από το πλυντήριο,
όποια στιγμή θέλεις. Βρίσκεται απέναντι οπό τα
ντους, κοντά στην τραπεζαρία».
«Ντους;»
«Ακριβώς. Μα θα πρέπει να το αναφέρεις στη
νοσοκόμα πριν πας για μπάνιο».
«Πολύ ωραία. Ευχαριστώ... Το πρόβλημα είναι ότι
είμαι υπερβολικά αδύναμος. Αδύναμος. Δεν
μπορώ να το πιστέψω πως πριν από λίγες μέρες
ήμουν πάνω στα βουνά και πολεμούσα».
«Αυτά παθαίνεις άμα κόψεις τις αμφεταμίνες,
χρυσό μου. Πρέπει να πληρώσεις κάτι για να
παίξεις τον Σούπερμαν».
«Και πόσο κρατάει αυτό;»
«Μέχρι να το διώξεις από μέσα σου. Πρέπει να
κινείσαι, να εξασκείσαι. Αυτή είναι η μόνη
θεραπεία».
«Ναι, αλλά εγώ κάθε μέρα νιώθω όλο και πιο
αδύναμος. Η κατάστασή μου διαρκώς χειροτερεύει.
Φοβάμαι ότι θα πεθάνω εδώ».
«Μην το λες αυτό, χρυσό μου. Κανείς δεν πέθανε
στην αποτοξίνωση, κι ούτε πρόκειται να πεθάνει.
Μη φοβάσαι, θα δυναμώσεις γρήγορα». Και με όλη την
τιμιότητα που τη διέκρινε, συνέχισε να του μιλάει
στον ίδιο τόνο. «Εδώ είσαι απόλυτα ασφαλής. Μη
φοβάσαι καθόλου».
Πρόσεξε κάτι από τον τρόπο που
του μιλούσε. Εδώ μέσα δεν μιλάνε για θάνατο,
σκέφτηκε. Φοβούνται τις αυτοκτονίες. Αυτό
εννοούσε όταν μίλαγε για ασφάλεια. Δεν γίνεται να
τη γλιτώσω. Γέλασε μόνος του κι ένιωσε πόνο. Η
λέξη «ασφάλεια» γι' αυτόν σήμαινε κάτι εντελώς
διαφορετικό... καλά φυλαγμένη περίμετρος,
ασφαλισμένος από επίθεση των Γκεβαρίστας.
«Πού βρίσκονται τώρα οι Γκες; Δεν έχω ακούσει
νεότερα».
«Από ό,τι ακούω, ο πόλεμος πάει καλά. Το μέτωπο
έχει προχωρήσει σημαντικά από τότε που σε έφεραν
εδώ».
«Πρέπει να γυρίσω εκεί».
«Α, όχι. Ο πόλεμος τελείωσε για σένα χρυσό μου!»
Μάζεψε τα βρώμικα σεντόνια κι ετοιμάστηκε να
φύγει.
«Σε ευχαριστώ πολύ», της φώναξε. Όμως κάτι σαν
κακό προαίσθημα τον χτύπησε στο στομάχι. Το
εννοούσε. Τέρμα η καλοπέραση του στρατοπέδου,
οι μάχες και τα κουτιά με τα μικρά κίτρινα χάπια.
Τι θα έκανε τώρα στο σπίτι; Θα έπαιρνε τα βράδια
τους δρόμους για να βρει παρόμοια Σίγμα; Όχι.
Έπρεπε πάση θυσία να γυρίσει πίσω. Πίσω, στο πεδίο
της μάχης όπου υπήρχε ότι χρειαζόταν, ακόμη και ο
τρόπος να πεθάνεις.
Χώθηκε στο κρεβάτι του. Δεν άργησε να τον κυριεύσει το άγχος και μια αίσθηση ναυτίας. Οι εικόνες της γυναίκας που πέθαινε και του μωρού που είχε βασανίσει καρφώθηκαν για μια ακόμη φορά στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Τον τρέλαινε. Το μίσος που ένιωθε για τον εαυτό του ήταν σαν μια δηλητηριώδης ομίχλη που τύλιγε το κεφάλι του. Αυτό κράτησε ολόκληρο το απόγευμα.
Το βράδυ, όταν πήγε να φάει, ανακάλυψε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Ένα πραγματικό ατσάλινο μαχαίρι άστραφτε στο δίσκο πλάι στο βούτυρο και το κέτσαπ!
Δεν τον παρακολουθούσε κανείς. Ήταν δουλειά μερικών δευτερολέπτων μονάχα. Θα έβαζε το όμορφο εκείνο μαχαίρι μέσα στον επίδεσμο του ποδιού του, μέσα από την πιτζάμα.
Προσποιήθηκε ότι έτρωγε μέχρι να φύγουν όλοι από την αίθουσα. Κατόπιν γύρισε χαρούμενος στο 209 με το απόκτημά του. Τι ανακούφιση! Ο τρόπος που έψαχνε. Όμως όλα θα γίνονταν το βράδυ. Πού θα το έκρυβε μέχρι τότε;
Το τέλειο μέρος βρέθηκε: ένα χαλαρωμένο πλακάκι λίγο πάνω από το παράθυρο. Χωρούσε σχεδόν ολόκληρο μέσα. Μετά το ξανάβγαλε - δεν ήταν πολύ κοφτερό, χρειαζόταν τρόχισμα. Το περβάζι του φάνηκε ιδανικό για αυτή τη δουλειά.
Ανάμεσα στους δεκαπεντάλεπτους ελέγχους εργαζόταν πυρετωδώς. Μέσα σε λίγη ώρα είχε αποκτήσει μια αρκετά κοφτερή άκρη. Το δοκίμασε πάνω στον καρπό του, όπου του άφησε μια λεπτή κόκκινη χαρακιά. Εντάξει. Ξανάβαλε το μαχαίρι στην κρυψώνα του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Την επόμενη ώρα μελέτησε προσεκτικά τους καρπούς του αποστηθίζοντας τα καλύτερα σημεία για τις τομές... Θα ήταν ένας ειρηνικός θάνατος. Φαντάστηκε τα ποτάμια του αίματος. Θα πάγωνε σιγά-σιγά. Τι κρίμα που δεν μπορούσε να κρεμάσει τα χέρια του έξω από το κρεβάτι για να φτιάξει λιμνούλες στο πάτωμα! Κάτι τέτοιο όμως θα το ανακάλυπταν γρήγορα. Αντίθετα, αν έκρυβε τα χέρια του κάτω από τα σκεπάσματα θα αργούσαν πολύ μέχρι να το βρουν, και τότε πια θα ήταν πολύ αργά... θα έπρεπε να κάνει βαθιές τομές, να κόψει κανονικά τις αρτηρίες. Θα τον πονούσε βέβαια-λιγότερο πάντως από αυτό που ένιωθε μέσα στο κεφάλι του. Τουλάχιστον αυτό δεν θα τον ξαναπονούσε.
Έξω στο διάδρομο ακουγόταν κίνηση και θόρυβοι. Δεν έδωσε σημασία, δεν ήταν κάτι που τον απασχολούσε. Και ούτε θα τον απασχολούσε ξανά στο μέλλον... Οι θόρυβοι έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο, όπου βρισκόταν ο άντρας με το μπανταρισμένο κεφάλι. Κάποιος είχε πει στον Ντον ότι ο τύπος εκείνος ήταν μάγειρας και είχε καεί από φωτιά που είχε πιάσει σε κουζίνα. Θα του έκαναν μια σειρά από πλαστικές μετά την αποτοξίνωση. Τώρα πάντως ακουγόταν να φωνάζει, σχεδόν έξω από την πόρτα του Ντον: «Αφήστε το δωμάτιό μου ήσυχο!» Δεν κέρδισε τίποτα με τις φωνές. Σε λίγο ακούστηκαν οι πόρτες που έκλειναν.
Μετά άνοιξε απότομα η δική του
πόρτα και μπήκε η Μις Πλάστικ συνοδευόμενη από
τους δυο ξανθούς, σωματώδεις νοσοκόμους. Ο Ντον
τους είχε βγάλει «Hans und Klaus».
«Σήκω από το κρεβάτι και κάθισε για λίγο στην
καρέκλα, παρακαλώ».
«Στην καρέκλα; Γιατί;»
«Σήκω από το κρεβάτι, θέλουμε να το ψάξουμε.
Διαδικασία ρουτίνας».
Καθώς πήγαινε προς την καρέκλα τον σταμάτησε ο Χανς και του έκανε μια γρήγορη αλλά προσεκτική σωματική έρευνα, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο κάτω μέρος της πιτζάμας. Κατόπιν άρπαξε τους καρπούς του, τους γύρισε προς τη μέσα μεριά, είδε το κόψιμο και κάτι μουρμούρισε. Φώναξε τη νοσοκόμα, της το έδειξε κι αυτή κούνησε σοβαρά το κεφάλι της. Μετά από αυτό άρχισε το ψάξιμο του δωματίου.
Ο Κλάους ανέλαβε το κρεβάτι. Σεντόνια, μαξιλάρι, λαστιχένιο στρώμα, όλα εκσφενδονίστηκαν στο πάτωμα. Κατόπιν συνέχισε με το στρώμα. Το έψαξε επιδέξια σπιθαμή προς σπιθαμή κι αφού δεν βρήκε τίποτα συνέχισε με τα σίδερα του κρεβατιού.
Τώρα πια ο Ντον είχε καταλάβει τι συνέβαινε. Έψαχναν για το μαχαίρι. Το πολύτιμο μαχαίρι του. Ευτυχώς που δεν το είχε κρύψει ανάμεσα στα ελατήρια του στρώματος, όπως είχε σκεφτεί στην αρχή.
Ο Κλάους γυρόφερνε τώρα το δωμάτιο επιθεωρώντας την κάθε γωνιά. Όταν έφτασε στα ράφια, με τη βοήθεια της νοσοκόμας, έβγαλε όλα τα συρτάρια, τα αναποδογύρισε και έψαξε στο βάθος του ντουλαπιού. Μετά ήρθε η σειρά της τουαλέτας, ενώ η νοσοκόμα ξανάβαζε τα συρτάρια στη θέση τους. Ο Χανς έριχνε όπως όπως τα σκεπάσματα πάνω στο κρεβάτι.
«Κάθισε τώρα στο κρεβάτι σε παρακαλώ». Υπάκουσε σαν χαζός. Αρχισαν να ψάχνουν την καρέκλα. Ο Χανς κι ο Κλάους ερευνούσαν εκνευρισμένοι το δωμάτιο όση ώρα η Μις Πλάστικ έψαχνε το στρατιωτικό του σάκο.
Ο Χανς στριφογύριζε ψάχνοντας όλο και ψηλότερα. Μια γρήγορη ματιά στο κούφωμα της πόρτας, γύρω από την έξοδο του καλωδίου - και να που τώρα φτάνει στο παράθυρο. Ο Ντον έχει πετρώσει στη θέση του μην τολμώντας ούτε να αναπνεύσει ή να κοιτάξει προς τα κει, ενώ τα χέρια του Χανς ψαχουλεύουν το κάτω μέρος του παραθύρου. Ο Κλάους μαζεύει τα πράγματα και τα ξαναχώνει στο σάκο. Η Μις Πλάστικ στέκεται αγριεμένη δίπλα στην πόρτα χτυπώντας νευρικά το πόδι της.
«Εντάξει». Έτοιμοι να φύγουν. Η καρδιά του Ντον φτερούγισε από ανακούφιση - όμως ξαφνικά ο Χανς γυρίζει πίσω και βάζει το χέρι του στο πίσω μέρος του παραθύρου, ακριβώς πάνω στο ξεκολλημένο πλακάκι. 'Οχιιι! Τραβάει το πλακάκι και νάσου μπροστά του το μαχαίρι! Το πιάνει προσεκτικά και εξετάζει με περιέργεια την κόψη του...
Ο Κλάους και η Μις Πλάστικ
κατευθύνονται τώρα απειλητικά προς το μέρος του
κουβαλώντας κάτι σαν ρούχο.
«Για βάλε τα χέρια σου εδώ μέσα».
«Τι είναι αυτό;»
«Ένα κουστουμάκι», του λεει ο Χανς χασκογελώντας.
Του έχωσαν γρήγορα τα χέρια εκεί μέσα πριν
προλάβει να αντιδράσει. Όταν όμως είδε ότι οι
άκρες των χεριών του δεν έβγαιναν πουθενά
κατάλαβε καλά τι του φορούσαν παρά τη θέλησή του -
έναν άσπρο ζουρλομανδύα!
«Όχι! Όχι!»
«Έλα τώρα στρατιώτη, ηρέμησε. Θα περάσεις μια
νύχτα στο Σιωπηλό Δωμάτιο».
«Τι; Δεν έχω κάνει τίποτα, δεν μπορείτε -»
Αρχισε να χτυπιέται, αλλά ήταν πια αργά. Βρισκόταν μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι με τον Χανς πάνω στην πλάτη του και τον Κλάους να δένει τα μακρόστενα μανίκια γύρω από τη μέση του. Κλώτσησε πέντε-δέκα φορές τα πόδια του στον αέρα, αλλά δεν πέτυχε τίποτα. Κατόπιν ο Κλάους γονάτισε πάνω στα πόδια του και τράβηξε ως επάνω το χοντρό φερμουάρ.
Μέσα σε δευτερόλεπτα τον είχαν βγάλει έξω στο διάδρομο. Παρ' όλο το δέσιμο και χάρη στη στρατιωτική του εκπαίδευση κατάφερε να ξεγλιστρήσει από τα χέρια τους και ετοιμάστηκε να καταφέρει μια γερή κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια του Κλάους. Όμως την τελευταία στιγμή κρατήθηκε-δεν θα κέρδιζε τίποτα, αντίθετα μάλιστα αν κατέστρεφε τα αρχίδια του Κλάους ένας Θεός ξέρει αν θα γλίτωνε ζωντανός από τα αντίποινά τους.
Οι πρώτες εντυπώσεις που πήρε από το Σιωπηλό Δωμάτιο ήταν η ζέστη κι η μυρωδιά από αντισηπτικό. Δεν υπήρχε παράθυρο, μονάχα ο μικρός φεγγίτης με το ενισχυμένο τζάμι στο επάνω μέρος της πόρτας. Υπήρχε μια λεκάνη τουαλέτας χωρίς κάθισμα. Ένα γυμνό στρώμα στο πάτωμα ριγμένο λοξά, κι αυτό ήταν όλο.
Τον έριξαν πάνω στο στρώμα και
του έβγαλαν το κάτω μέρος της πιτζάμας - ο
τελευταίος εξευτελισμός. Διαμαρτυρήθηκε, έβαλε
τις φωνές και πρόσεξε πόσο πνιχτά ακουγόταν η
φωνή του εκεί μέσα. Το Σιωπηλό Δωμάτιο ήταν
ηχομονωμένο. Το πνιχτό κλαψούρισμα που είχε
κάποτε ακούσει να βγαίνει από εδώ θα μπορούσε μια
χαρά να είναι φωνές κάποιου που κοντεύει να
σπάσει τις φωνητικές του χορδές.
«Πόσον καιρό; Πόσον καιρό;» εκλιπάρησε.
«Θα δούμε», απάντησε κοφτά η Μις Πλάστικ και
βγήκαν έξω. H πόρτα έκλεισε πίσω τους με ένα
μουντό κρότο.
Σηκώθηκε κι έτρεξε πίσω τους κολλώντας το πρόσωπο του πάνω στο τζάμι. Ήταν γυαλί μονής κατεύθυνσης. Πίσω από τη δικιά του αντανάκλαση μπορούσε να ξεχωρίσει μονάχα το γλόμπο που κρεμόταν αναμμένος από το ταβάνι. Απογοητευμένος σωριάστηκε στο στρώμα. Δεν μπορούσε όμως να ηρεμήσει - κάτω από το ζουρλομανδύα που τον τύλιγε, τα μικρά αόρατα έντομα είχαν αρχίσει ξανά τον περίπατό τους.
Τη νύχτα εκείνη δεν θυμήθηκε τίποτα, δεν θέλησε να θυμηθεί τίποτα.
Δοκίμασε να λυθεί και παραλίγο να σπάσει τα δόντια του. Βρήκε μια κάπως κοφτερή άκρη στη λεκάνη και βάζοντας τον εαυτό του κατάλληλα προσπάθησε να κόψει το ύφασμα. Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να λιώσει την κόψη του μετάλλου' το γαμημένο ύφασμα δεν ήταν σκέτος καμβάς, ήταν κάποιο σούπερ-ύφασμα. Πέρασε ολόκληρη ώρα με το πρόσωπό του κολλημένο στο τζάμι της πόρτας. Κάποια στιγμή διέκρινε ένα κεφάλι. Έβαλε τα δυνατά του και φώναξε «Βοήθεια!» με όση δύναμη είχε μέσα του. Το κεφάλι απομακρύνθηκε.
Τον ξανάπιασε η διάρροια, αλλά μέχρι να φθάσει στη λεκάνη τα είχε σκορπίσει στο πάτωμα. Η φαγούρα στο σώμα του ήταν το κάτι άλλο, δεν μπορούσε να καθίσει κάτω και περπατούσε ασταμάτητα στο χώρο του μικρού, ζεστού δωματίου.
Τελικά, κάποια στιγμή, αποκαμωμένος από την κούραση έπεσε στο στρώμα και κουλουριάστηκε σαν μπάλα, ενώ τα πόδια του τινάζονταν από τις συσπάσεις. Πέρασαν πολλές ώρες έτσι, πολλές ατέλειωτες, μαρτυρικές ώρες.
Κάποια στιγμή μέσα σε εκείνη την
αιωνιότητα είδε την πόρτα να ανοίγει και στο
άνοιγμά της να ξεπροβάλλει το κεφάλι της
καστανομάλλας νοσοκόμας. Κρατούσε ένα ποτήρι
νερό κι ένα βρεγμένο πανί με το οποίο του
σκούπισε το πρόσωπο. Ένιωσε απίστευτα όμορφα.
«Πόσο... ακόμη;»
Το πρόσωπο της έγινε σκληρό. «Σύντομα. Θα μιλήσω
σε κάποιον».
«Τι είναι αυτό... το παιχνίδι του καλού και του
κακού μπάτσου;» Δεν κατάλαβε τι της έλεγε, παρ'
όλα αυτά κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.
«Κοίτα, δεν θα ξαναβάλω τις φωνές... θα είμαι καλός
από δω και μπρος».
Με απαλή φωνή του είπε: «Ακου
κάτι που μου είπε ένας ασθενής, μου είπε ότι
βοηθάει. Βρες κάποιο μέρος στο σώμα σου όπου δεν
νιώθεις πόνο - ίσως το αριστερά σου αυτί, τη
γλώσσα σου, κάποιο χέρι, δεν ξέρω-οτιδήποτε που
δεν σε πονάει, και συγκέντρωσε την προσοχή σου
εκεί πάνω. Φέρε στο μυαλό σου μονάχα το σημείο
αυτό. Σκέψου το μοναδικό κομμάτι πάνω σου που
δεν πονάει. Μου είπαν ότι πραγματικά βοηθάει».
Έφυγε.
Προσπάθησε να το δοκιμάσει. Ίσως και να βοηθούσε.
Όταν είδε το φως που έμπαινε από
το παράθυρο της πόρτας να αλλάζει, είδε και τους
Hans und Klaus να μπαίνουν μέσα. Τον σήκωσαν όρθιο και
του έβγαλαν το ζουρλομανδύα. Τα χέρια του είχαν
πιαστεί και δύσκολα τα κουνούσε.
Τον έσπρωξαν έτσι όπως ήταν, γυμνός και βρώμικος,
στον άδειο διάδρομο και τον έμπασαν στο δωμάτιό
του. Ήταν πολύ προσεκτικός και δεν είπε κουβέντα
όσο τον είχαν δίπλα τους. Δεν έφερε επίσης την
παραμικρή αντίσταση. Είχε σκεφτεί αρκετά.
Το θέμα ήταν πια να καταφέρει να βγει από κει μέσα. Τον είχαν πείσει ότι ήταν αδύνατο να τελειώσει τη ζωή του εκεί μέσα. Ήταν «ασφαλής», δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία πλέον. Έπρεπε λοιπόν να φύγει μακριά τους. Στο μεταξύ έπρεπε να πάει με τα νερά τους. Να χαμογελάει, να προσποιείται ότι αισθάνεται διαρκώς καλύτερα, να υπομένει τα πάντα. Να μην τους ζητάει τίποτα, ούτε καν Μααλόξ. Να μη συζητάει το θέμα της αποτοξίνωσης. Να χαμογελάει ακόμη και στη Μις Πλάστικ... Θα τα κατάφερνε άραγε όλα αυτά; Αλλά και τι δεν θα έδινε για ένα τέταρτο ενός Σίγμα! Ένιωθε τόσο αδύναμος, τόσο τραγικά αδύναμος! Θα τα κατάφερνε;
Έπρεπε να τα καταφέρει.
Στο κάτω-κάτω κάποια στιγμή θα τον έστελναν σπίτι του, δεν θα τον κράταγαν εδώ για πάντα. Υπέθεσε ακόμη ότι θα είχαν και πρόβλημα χώρου - είχε δει πολλά κρεβάτια μέσα από το κιγκλίδωμα στην άλλη άκρη του διαδρόμου. 'σως και να βιάζονταν να τον διώξουν λέγοντας ότι είναι πια «θεραπευμένος». Ίσως να ήθελαν να δουν ότι όντως, το απάνθρωπο σύστημά τους δούλευε, ότι είχε πια «αποτοξινωθεί». Χαμογέλασε αισιόδοξα ξαπλωμένος μέσα στη βρωμιά και τη ντροπή του. Θα έπαιζε μπροστά σε ένα ακροατήριο που ήθελε να τον πιστέψει.
Έτσι κι έκανε. Παρ' όλη την αδυναμία του κουβαλούσε τους δίσκους στο τραπέζι, πίεζε τον εαυτό του να φαει, μίλαγε φιλικά με τους διπλανούς του, και δεν έλεγε σε κανέναν ότι μόλις γύριζε στο δωμάτιό του τα έβγαζε όλα στην τουαλέτα. Ο κόσμος ολόκληρος γύριζε γύρω του από τις ζαλάδες, κι αυτός περπάταγε στο διάδρομο κουνώντας τα χέρια του. «Για εξάσκηση». Η καστανομάλλα νοσοκόμα του χαμογελούσε. Κι όταν η Μις Πλάστικ έβαζε το κεφάλι της στο άνοιγμα της πόρτας στους δεκαπεντάλεπτους γύρους της, αυτός τη χαιρετούσε με χαμόγελο. Μια φορά μάλιστα της ζήτησε και συγνώμη για όλα τα προβλήματα που της είχε δημιουργήσει. Εκείνη του είχε χαμογελάσει λέγοντάς του: «Γι' αυτό είμαστε εδώ, στρατιώτη». Μέσα στο μυαλό του είχε ολοκάθαρη την εικόνα του τι ακριβώς της άξιζε έτσι και του δινόταν η ευκαιρία, παρ' όλα αυτά όμως της ανταπόδωσε το χαμόγελο. Έκανε και μια προσπάθεια να διατηρήσει καθαρό το δωμάτιό του χρησιμοποιώντας τη σκούπα πριν από κάθε έλεγχο.
Το πρόβλημά του όμως ήταν ότι μέρα με τη μέρα αυτός δεν ένιωθε καμιά βελτίωση στην εσωτερική του κατάσταση. Οι νύχτες ήταν γι' αυτόν ένα φρικτό όργιο από εφιάλτες. Και κάθε μέρα ένιωθε όλο και πιο αδύναμος. Την αδυναμία την ένιωθε σαν ένα σιδερένιο σαμάρι περασμένο στους ώμους του και το καθετί που έκανε του έκοβε την ανάσα για πολλή ώρα. Το γεγονός αυτό πάντως το έκρυβε όσο πιο καλά μπορούσε, και τα περιοδικά του πεσίματα σε κοινόχρηστους χώρους τα δικαιολογούσε αποδίδοντάς τα στις παντόφλες που ήταν αναγκασμένος να φοράει. Μια μέρα παραλίγο να πνιγεί εκεί που έκανε ντους, όταν λιποθύμησε. Βρήκε το δωμάτιο με τα ασπρόρουχα και τις πιτζάμες, αλλά του πήρε κάπου μισή ώρα μέχρι να τις φορέσει ακουμπώντας την πλάτη του πάνω στα ράφια, ενώ το φως σταδιακά λιγόστευε γύρω του από τη σκοτοδίνη. Κάθε μέρα και πιο αδύναμος.
Ποιο ήταν το σχέδιο; - ότι το σώμα του πρέπει να ξαναμάθει να φτιάχνει τις αναγκαίες ουσίες, όπως του είχαν πει; Κι αν το δικό του σώμα δεν μπορούσε πια, αν είχε ξεπεράσει τα όριά του; Δεν ήξερε πολλά πράγματα από βιοχημείες, ούτε και τον ενδιέφερε άλλωστε, εκείνο που σίγουρα ήξερε ήταν ότι υπήρχαν τεράστιες διαφορές από άνθρωπο σε άνθρωπο. Τι θα γινόταν αν το δικό του σώμα δεν ήταν σε θέση να αναρρώσει, αν είχε καταστραφεί ο αδένας της αδρεναλίνης του ή κάτι παρόμοιο; Ένιωθε ότι κινιόταν από ένα απόθεμα ενέργειας που συνεχώς λιγόστευε, σαν μια πεσμένη μπαταρία, κάθε μέρα όλο και πιο αδύναμη. Αρχισε να φοβάται πραγματικά ότι δεν θα κατάφερνε να παίξει το ρόλο του μέχρι τέλους, ότι θα έμενε για πάντα εκεί μέσα μέχρι να πεθάνει παρέα με τις αδυσώπητες μνήμες του.
Όμως το θαύμα έγινε. Ήταν όντως υπερπλήρεις στην πτέρυγα αποτοξίνωσης. Σε διάστημα λιγότερο από μια βδομάδα τον είχαν μεταφέρει στο διάδρομο με τις καρέκλες, στην «πρωινή αίθουσα» που έβγαζε στο χώρο ανάμεσα στα κιγκλιδώματα. Στην άκρη του διαδρόμου υπήρχαν συνηθισμένες διπλές πόρτες που έβγαζαν σε ένα φυτεμένο χώρο, κάτι σαν κήπο. Το καινούριο του δωμάτιο δεν ήταν μεγαλύτερο από το προηγούμενο, είχε ένα τραπέζι και το παράθυρο είχε ένα απλό τζάμι και μπροστά κουρτίνες. Πήγε προς τα κει και είδε ότι έβλεπε σε τοίχο, ανάμεσα όμως υπήρχε ένας μικρός κήπος. Πρόσεξε ότι το τζάμι άνοιγε! Έκανε μια προσπάθεια να το ανοίξει, τα κατάφερε αλλά σωριάστηκε αμέσως στην καρέκλα. Ανάπνεε καθαρό αέρα! Για μια στιγμή ένιωσε καλύτερα.
Από τη δεύτερη κιόλας μέρα εκεί του έδωσαν το προνόμιο να βγαίνει έξω στον κήπο. Ήρθε ο Χανς και ξεκλείδωσε τις πόρτες που έβγαζαν έξω, και συγχρόνως του έδειξε με το χέρι το μονοπάτι που οδηγούσε στον αφύλαχτο κήπο. «Να βγαίνεις βόλτα! Τρεις φορές την ημέρα!» Μετά εξαφανίστηκε.
Έμεινε εκεί αποσβολωμένος, μην πιστεύοντας στα μάτια του. Αέρας! Ύπαιθρος! Βύθισε το πρόσωπό του μέσα σε ένα τεράστιο κόκκινο τριαντάφυλλο. Αρωμα κρασιού, άρωμα ελευθερίας...
Αργά και προσεκτικά περπάτησε πάνω στο μικρό μονοπάτι. Δίπλα του ορθωνόταν ένας χοντρός συρμάτινος φράχτης τρία μέτρα ψηλός με τριπλή σειρά αγκαθωτό συρματόπλεγμα στην κορυφή. Εντελώς αδύνατο να τον σκαρφαλώσει. Ο φράχτης περιέκλειε τον κήπο, καθώς και μια μεγάλη έκταση δάσους.
Καθώς περπατούσε τον έπιασε κόψιμο. Αφησε το μονοπάτι και κατευθύνθηκε προς τα δέντρα. Βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο φράχτη. Παραδίπλα φύτρωνε μια συστάδα από θάμνους με μυτερά αγκάθια. Πέρασε ανάμεσά τους και βρέθηκε στο κέντρο της συστάδας όπου υπήρχε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί σταμάτησε από μια οικεία μυρωδιά. Μια στιγμή αργότερα είχε εντοπίσει κιόλας την αιτία κάτω από το παχύ στρώμα της πευκοβελόνας.
Σίγουρα η ομάδα που έστησε εκείνο το φράχτη δεν είχε ελέγξει τη συστάδα των θάμνων. Κάτω από τις πεσμένες βελόνες βρισκόταν το πτώμα ενός Αμερικανού στρατιώτη που κρατούσε το Μ-30. Δεν είχαν απομείνει παρά μονάχα τα κόκαλα μέσα στα απομεινάρια της στολής του. Θα πρέπει να είχε σκοτωθεί στη πολιορκία του Σαν Ισκιέρδα. Ο Ντον δεν σταμάτησε βέβαια για να σκεφτεί τις λεπτομέρειες αυτές. Βρισκόταν ήδη ξαπλωμένος δίπλα στο κουφάρι βγάζοντας κραυγές χαράς, ενώ το χέρι του ψαχούλευε τις εσωτερικές τσέπες του σακακιού που είχε σχεδόν πετρώσει από την πολυκαιρία.
Μεγαλοδύναμε Θεέ! - ναι, βρισκόταν ακόμη εκεί! Μην πιστεύοντας στα μάτια του τράβηξε από μέσα την κίτρινη θήκη και την άνοιξε με δάχτυλα που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Ήταν... γεμάτη!! Γεμάτη απο τα πιο πολύτιμα πράγματα. Σειρές ολόκληρες από Σίγμα, από Ζήτα Πι, από Υπνωτικά... Μέσα στα χέρια του. Πολύ προσεκτικά, έβγαλε ένα Σίγμα και ξανάκλεισε το κουτί πριν κιόλας καταπιεί το χάπι. Τι τύχη κι αυτή, όταν πια είχε φθάσει κοντά στο τέλος του!
Αμέσως μετά, το σώμα του του ξαναθύμισε την επιτακτική ανάγκη που τον είχε οδηγήσει ως εκεί. Κατέβασε το παντελόνι του και πρόσεξε ότι στην ίδια ακριβώς αποστολή είχε βρεθεί και ο άτυχος εκείνος φαντάρος. Το κουφάρι δίπλα του βρισκόταν επίσης με κατεβασμένο το παντελόνι. Κάποιος τον είχε δει, ή περίμενε εκεί κοντά, το πίσω μέρος του πτώματος ήταν τιναγμένο στον αέρα, γκρίζα κομμάτια αποσυνθεμένης σάρκας της ηβικής περιοχής κρέμονταν χαλαρά γύρω από το κόκαλο της λεκάνης. Μια κατάμαυρη λάσπη από λιωμένα κρέατα, τόσο παλιά που ούτε οι μύγες δεν την πλησίαζαν. Ο χάρος είχε κάνει γρήγορα τη δουλειά του εδώ. Αφήνοντας όμως ξοπίσω του το πολύτιμο κίτρινο κουτί, οι πρώτες απαλές ανταύγειες να απλώνονται μέσα του.
Πού να το κρύψει;
Μέσα στον επίδεσμο. Κατόπιν σηκώθηκε και ξαναγύρισε προσεκτικά στο μονοπάτι. Πρόσεξε επίσης ότι ο φράχτης είχε κάθε τόσο βαριές σιδερένιες πόρτες κλειδωμένες με αλυσίδες και λουκέτα.
Χτύπησε το τζάμι και εμφανίστηκε ο Χανς, του άνοιξε να μπει και μετά ξανακλείδωσε.
«Ωραίος περίπατος», του είπε χαρούμενα. «Σε κάνει να νιώθεις καλύτερα».
Στο δωμάτιο πια, κάθισε να σκεφτεί. Εδώ δεν γινόταν έλεγχος κάθε δεκαπέντε λεπτά, δεν ήξερες όμως πότε θα έμπαινε κάποιος μέσα. Στο τέλος έβγαλε τα χάπια από το κουτί τους και τα έκρυψε ένα-ένα ή δυο-δυο μέσα στο στρίφωμα της κουρτίνας, μέσα στην πρίζα του τοίχου, σε μια ρωγμή στο πίσω μέρος της λεκάνης και σε διάφορες άλλες κρυψώνες. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα ξεχάσει, με καμιά δύναμη! Μετά το βραδινό φαγητό πέταξε και το άδειο κουτί, που το είχε στο μεταξύ καταστρέψει όσο πιο καλά μπορούσε, μέσα στο δοχείο σκουπιδιών που συνόδευε τον κάθε δίσκο.
Εκείνο το βράδυ το δείπνο ήταν ώρα χαράς και αισιοδοξίας. H αδυναμία είχε μεταβληθεί σε μια ελαφριά κούραση, όλοι οι πόνοι είχαν εξαφανιστεί. Το χάπι Συντήρησης ενεργούσε κανονικά, χαρίζοντάς του μια ροδαλή ανταύγεια εγρήγορσης, διώχνοντας μακριά όλες τις σκοτούρες. Μίλησε με τους άλλους ανθρώπους, τους έκανε ερωτήσεις, άκουσε προσεκτικά τις απαντήσεις τους, μέχρι που βοήθησε και ένα από τα ζόμπι του διαδρόμου να βρει το δίσκο του. Κάτι μούγκρισε ο τύπος εκείνος κι ο Ντον πρόσεξε τα κοκκινισμένα του μάτια, σημάδια της χρήσης των Ζήτα Πι που δεν είχαν φύγει ακόμα. Το μπράτσο του κρατιόταν μέσα σε ένα βαρύ νάρθηκα και προεξείχε από το σώμα του. «Θα γίνει σύντομα καλά», του είπε ευγενικά ο Ντον. «Πρέπει να συνηθίσεις όλα αυτά τα σκατά που σε περιτριγυρίζουν». Ο τύπος μούγκρισε ξανά.
Βλέποντας τη Μις Πλάστικ την
χαιρέτησε χαρούμενα και της είπε ότι είχε κιόλας
νιώσει μεγάλη διαφορά μετά την πρωινή του βόλτα.
Καλύτερα να προσέχεις, προειδοποίησε τον εαυτό
του. Κάνω σαν μεθυσμένος. Μετρίασε κάπως το
χαμόγελό του.
Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Αν είναι να
βγαίνεις έξω στο ύπαιθρο, καλά θα κάνεις να φοράς
ρούχα, στρατιώτη».
«Τι ρούχα;»
«Υπάρχουν ειδικές φόρμες γι' αυτή τη δουλειά. Θα
τις βρεις στην αποθήκη των ρούχων».
Όλο και καλύτερα. Γυρνώντας πίσω στο δωμάτιό του πέρασε από την αποθήκη και πήρε μια φόρμα που φαινόταν να έχει άθικτα όλα της τα κουμπιά. Σε τρίφτη τα πλένουν εδώ τα ρούχα, σκέφτηκε κεφάτος, λάμποντας ολόκληρος.
Εκείνο το βράδυ πήρε ένα Υπνωτικό και κοιμήθηκε σαν πουλάκι, χωρίς όνειρα. Οτιδήποτε είχε δημιουργήσει εκείνος ο πόλεμος βρισκόταν τώρα πολύ μακριά του και δεν τον απασχολούσε καθόλου.
Η τελευταία σκέψη που έκανε πριν αποκοιμηθεί ήταν ότι θα έπρεπε στο εξής να είναι προσεκτικός με τα χάπια, να τα μοιράσει σωστά. Θα έπρεπε να του φθάσουν μέχρι να ξαναβρεθεί στο μέτωπο. Τώρα ήξερε πολύ καλά ότι ήταν άσχημα εθισμένος - με τα χάπια ήταν μια χαρά, χωρίς αυτά ήταν μια άρρωστη σκιά. Και το μέτωπο ήταν η πηγή τους. Δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να το σκάσει και να κατευθυνθεί προς τα κει, δεν θα ήταν άλλωστε και πολλοί εκείνοι που προσφέρονταν οικειοθελώς να πάνε στο μέτωπο. Αν τους το εξηγούσε στα γρήγορα, η οποιαδήποτε μονάδα θα τον έπαιρνε μαζί της.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν ευχάριστα. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να προσέχει ώστε να μη δείχνει τόσο έντονα την ευφορία του, αν και κανείς δεν έδειχνε να προσέχει κάτι το ασυνήθιστο πάνω του. Ακόμη και η καστανομάλλα νοσοκόμα έδειξε να πιστεύει το παραμύθι του για το πόσο θετικά είχε λειτουργήσει ο κήπος και τα λουλούδια και του χαμογέλασε φιλικά.
Μετά ήρθε εκείνο το πρωινό που, από ό,τι φάνηκε, όλοι εκτός από κείνον ήξεραν ότι θα έφευγε την επόμενη μέρα μαζί με τέσσερις-πέντε άλλους που είχαν τελειώσει την αποτοξίνωσή τους.
Εκείνο το απόγευμα ανακάλυψε και κάτι άλλο. 'Η δεν τα είχε υπολογίσει σωστά ή δεν μπορούσε να θυμηθεί πού τα είχε βάλει. Όπως και να είχε πάντως, δεν κατάφερε να εντοπίσει άλλα Σίγμα. Έψαξε, έψαξε αλλά τίποτα. Τα Χι Όμικρον και τα Ζήτα Πι ήταν εντάξει. Τα χάπια Συντήρησης είχαν όμως τελειώσει. Τι διάολο, είχε ξαναβρεθεί χωρίς αυτά, θα τα κατάφερνε και τώρα.
Όμως καθώς κύλαγαν οι ώρες και τα έντομα ξανάκαναν την εμφάνισή τους, η αποφασιστικότητά του άρχισε να λιγοστεύει. Έπιασε ένα κόκκινο Ζήτα Πι. Είχαν σχεδιαστεί για να παίρνονται όταν βρίσκεσαι σε άμεση επαφή με τον εχθρό. Εδώ που βρισκόταν όμως, μακριά από το μέτωπο, τι θα μπορούσαν να του κάνουν; Δεν μπορούσε να φέρει στο μυαλό του καμιά δυσάρεστη παρενέργεια, πέρα από μια ξαφνική έκλυση δύναμης...
Μια ανύπαρκτη σειρά από τερμίτες περπατούσε κάτω από τη ζώνη του. Στριφογύρισε και ξύστηκε. Ένα λεπτό, αργότερα τους ένιωσε ξανά. Αχ, γιατί; Αν πρόσεχε ιδιαίτερα τον εαυτό του, αν δεν άφηνε κανέναν να προσέξει από κοντά τα μάτια του, δεν διέτρεχε κίνδυνο.
Κατάπιε το Ζήτα Πι.
...Όπως ακριβώς περίμενε, δεν έγινε τίποτα εκτός από μια ζωντάνια που τον πλημμύρισε και που έδιωξε τα ζωύφια. Τα χρώματα απόκτησαν μια φωτεινότητα και μια ζωηράδα. Μα τι φοβόταν; Τα Ζήτα Πι δεν ήταν παρά σούπερ-αμφεταμίνες, σκέφτηκε. Είχε γίνει πολύ απρόσεκτος όμως, στεκόταν τόση ώρα μπροστά στο παράθυρο όπου θα μπορούσε να τον έχει δει οποιοσδήποτε. Τέλειος στόχος. Τραβήχτηκε απότομα από κει και έκλεισε τις κουρτίνες.
Ο νους του παρασύρθηκε άθελά του στη μέρα της τελευταίας του μάχης. Λόφος Νούμερο Δεκατρία-Σαράντα επτά, αυτό έπρεπε να καταλάβουν. Εδώ πέρα τα βουνά τα έλεγαν «Λόφους». Το μέτωπο είχε μεταφερθεί αρκετά πιο μπροστά, είχαν πει. Ναι, αλλά o εχθρός πού βρισκόταν αυτή τη στιγμή;
Κοίταξε ανήσυχος ολόγυρά του, άνοιξε λίγο τις κουρτίνες και έριξε μια ματιά έξω. Καμιά κίνηση. Το ίδιο και στο διάδρομο. 'H μάλλον όχι-η ακοή του είχε οξυνθεί-κάποια βήματα ακούγονταν από το βάθος του διαδρόμου. Μικρά βηματάκια γεμάτα σιγουριά.
Καθώς έστησε αυτί, τα βήματα όλο
και δυνάμωναν, όλο και πιο καθαρά ακούγονταν
τώρα. Έρχονταν προς το μέρος του!
Διέκρινε επίσης κάποιον αμυδρό μεταλλικό ήχο.
Αχά, αυτός θα έβγαινε από την αρμαθιά με τα
κλειδιά που είχε περασμένη η Μις Πλάστικ στο χέρι
της.
Εχθρικοί ήχοι που έρχονταν
μέσα από τον τοίχο. Γι' αυτόν έρχονταν;
Αυτόματα τέντωσε τα χέρια του κι έτριψε τους
κάλους της παλάμης του. Μήπως είχαν μαλακώσει;
Μήπως είχε σκεφτεί κάποιος ότι θα μπορούσαν να
τον πάρουν τώρα από κει; Ζύγωσε προς την πόρτα
βάζοντας όλη του την προσοχή στην ακοή του.
Τα βήματα ανήκαν σε ένα μόνον άνθρωπο.
Η μικροκαμωμένη ξανθιά νοσοκόμα είχε γυρίσει στη δουλειά της νωρίς εκείνο το απόγευμα. Κάνει πολλές υπερωρίες, από τη μια επειδή δεν υπάρχει τίποτα να κάνει κάποιος στη Σαν Ισκιέρδα, αλλά κυρίως επειδή κατέχεται από μια υπερβολική αίσθηση καθήκοντος. Δυο φορές ήδη είχε βρει τις πόρτες ανοιχτές καθώς ερχόταν να πιάσει βάρδια. Οι άνθρωποι ήταν πολύ απρόσεκτοι. Τώρα, για παράδειγμα, και οι δυο νοσοκόμοι έχουν πάει να φάνε, και οι δυο μαζί, κάτι εντελώς αντίθετο προς τους κανονισμούς. Ρίχνει μια ματιά στη μεγάλη αίθουσα - οι ελαφρές περιπτώσεις, κανένα πρόβλημα. Οι πόρτες του κήπου όμως είναι κλειδωμένες; Οι νοσοκόμοι είναι ιδιαίτερα απρόσεκτοι σε αυτό, ειδικά τώρα που τόσοι ασθενείς επιτρέπεται να βγαίνουν στον κήπο.
Αποφασίζει να το ελέγξει πριν
περάσει στον έλεγχο των δωματίων.
Περνάει το χέρι της στην αρμαθιά με τα κλειδιά κι
αρχίζει να βαδίζει κατά μήκος του άδειου
διαδρόμου, τακ-τακ-τακ.
Καθώς περνάει μπροστά από τις τελευταίες πόρτες
μια από αυτές ανοίγει αθόρυβα και ξεπροβάλλει
μπροστά της μια σκοτεινή φιγούρα.
Για να καλύψει το σάστισμά της χαμογελάει κι
ετοιμάζεται να πει: «Γεια σου στρατιώτη».
Αυτές είναι και οι τελευταίες κουβέντες που
ξεστομίζει.
Ποτέ δεν έμαθε τι ήταν εκείνο που χτύπησε το λαιμό της τσακίζοντας τις λεπτεπίλεπτες φωνητικές της χορδές μαζί με ολόκληρο το λάρυγγα. Δεν είχε ιδέα ότι το ανθρώπινο χέρι μπορούσε ποτέ να καταφέρει ένα τέτοιο χτύπημα, ειδικά το χέρι ενός εκπαιδευμένου ανιχνευτή του Αμερικανικού Στρατού. Δεν είχε ιδέα ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να μείνει άφωνη πριν προλάβει καλά-καλά να φωνάξει.
Διπλωμένη στα δύο από τον πόνο νιώθει να τη σέρνουν μέσα στο δωμάτιο και να την πετάνε ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι. Νιώθει να της σκίζουν απότομα τα ρούχα ενώ μάταια χτυπιέται να ελευθερωθεί από τα χέρια που η δύναμή τους ξεπερνάει τα ανθρώπινα όρια. Μια φωνή της λεει κοφτά: «Το ξέρεις ότι μετά θα σε σκοτώσω;»
Ένα τρομερό χτύπημα στο πρόσωπο
της σπάει τα δόντια. Κατόπιν κι άλλο, κι άλλο.
«Δεν θα είσαι όμορφο πτώμα».
Ο νοσοκόμος που τον είχε ονομάσει Χανς, του είχε δώσει την ιδέα όταν έψαχνε το κρεβάτι του. Τώρα ο Ντον σηκώνει το στρώμα και βάζει το μικροκαμωμένο πτώμα ανάμεσα στα χαλαρωμένα ελατήρια του κρεβατιού. Δεν υπάρχει πουθενά αίμα, ούτε πάνω του ούτε πουθενά αλλού. Ξαναρίχνει το στρώμα και τα σκεπάσματα -δύσκολα διακρίνεται κάποιο εξόγκωμα. Φτιάχνει προσεκτικά τα σεντόνια - τέλεια παραλλαγή. Ανοίγοντας κάποιος την πόρτα βλέπει τώρα ένα τακτοποιημένο και άδειο δωμάτιο, στρατιώτη.
Να μαζέψει κάτι πράγματα, τα χάπια του και δρόμο. Έχει τα κλειδιά, το πρώτο που φρόντισε υπάρχουν δυο ειδών κλειδιά για λουκέτα.
Ο διάδρομος είναι άδειος, ο Χανς κι ο Κλάους δεν φαίνονται πουθενά. Η πόρτα του κήπου είναι κλειδωμένη, αλλά το πρώτο κλειδί που δοκιμάζει την ανοίγει απαλά. Γλιστράει έξω και κλειδώνει πίσω του. Την επόμενη στιγμή κατευθύνεται προς τη συστάδα των θάμνων.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει πέρα από μερικές βελόνες παραπάνω στο πρόσωπο του κουφαριού. Η πρώτη του σκέψη ήταν το όπλο και τα πυρομαχικά - μισό λεπτό όμως, θα χρειαστεί και ταυτότητα. Αρπάζει τη μεταλλική καδένα του πτώματος. Η αλυσίδα σπάζει εύκολα τα απομεινάρια του σάπιου λαιμού. 'Ιζιντορ Γουέστ. Τώρα είναι ο 'Ιζιντορ Γουέστ. 'Ιζιντορ για το Σαν 'Ιζι. Ο Γουέστ δεν είχε πάνω του κανένα χαρτί, μονάχα μια τσαλακωμένη φωτογραφία κάποιας κοπέλας. Σίγουρα θα τον καλοδεχτούν όπου κι αν παρουσιαστεί.
Ίσως και η στολή να είναι καλή ιδέα. Βγάζει απρόθυμα το σακάκι από το πτώμα, το τινάζει λίγο αλλά δεν τολμάει να ακουμπήσει το παντελόνι. Φοράει το σακάκι μέσα από τη φόρμα αφού διώχνει πρώτα ένα τεράστιο μαύρο σκαθάρι που είχε φωλιάσει σε μια τσέπη, περνάει και τις παλάσκες και έτοιμος...
Γραμμή τώρα για την τελευταία πόρτα με το Μ-30 κρυμμένο μέσα στις φαρδιές τσέπες του παντελονιού. Την τελευταία στιγμή αρπάζει και δυο χειροβομβίδες που κουβαλούσε ο Γουέστ και τις κρεμάει στη ζώνη του.
Το δεύτερο κλειδί ξεκλειδώνει το τελευταίο λουκέτο και ελεύθερος πια εξαφανίζεται από την περιοχή αφού κλειδώσει όμως πρώτα την πόρτα του φράχτη. Ωραία, δεν τον είδε κανένας, δεν έχει όρεξη για άλλους μπελάδες, αν και εδώ πια υπήρχε άφθονος χώρος για να κρύψεις πτώματα.
Το μονοπάτι είναι από πατημένο χαλίκι. Μια ταμπέλα στην άκρη του δρόμου δείχνει προς το Σαν Ισκιέρδα κι από κάτω έχει τη φιγούρα ενός λεωφορείου. Ωραία. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι η συγκοινωνία και οι Αμερικανοί στρατιώτες μπορούν να ταξιδεύουν δωρεάν στα λεωφορεία.
Θα ήθελε όμως να έχει ένα χάρτη. Το μέτωπο πρέπει .να βρίσκεται κάπου στα βόρεια -την κατεύθυνση μπορεί να τη βρει από τον ήλιο - πόσο μακριά όμως και πού ακριβώς; Φέρνει στο μυαλό του τους χάρτες της μονάδας, με τις καθαρές γραμμές, τις κατά προσέγγιση θέσεις των Γκες και τις δυνάμεις τους, μέχρι και η δική του μονάδα ήταν σημειωμένη εκεί πάνω. Κάπου στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάποιοι άνθρωποι κάθονται στις αναπαυτικές τους καρέκλες και τραβάνε αυτές τις γραμμές. Βάζουν νούμερα στους λόφους. Κουνάνε μικρά μολυβένια στρατιωτάκια πάνω σε αυτούς τους χάρτες σύμφωνα με τις πληροφορίες που παίρνουν.
Είναι κι αυτός ένα από αυτά τα στρατιωτάκια σε λάθος χώρο, όμως οι χαρτογράφοι δεν το ξέρουν. Αυτός καθώς και ο 'Ιζιντορ Γουέστ.
Ένας θόρυβος πίσω του. Γυρνάει απότομα το κεφάλι του αλλά δεν είναι παρά το λεωφορείο που έρχεται από το Σαν Ισκιέρδα. Πλησιάζει αργά και σταματάει ακριβώς δίπλα του. Ένα κορίτσι κατεβαίνει. Για μια στιγμή νομίζει ότι είναι η κοπέλα που του είχε κόψει τα νύχια. Δεν έχει καμιά σημασία τώρα πια, ανεβαίνει στο λεωφορείο και πηγαίνει προς τα τελευταία καθίσματα έχοντας καλά κρυμμένο το όπλο του. Αισθάνεται το Ζήτα Πι να τον εγκαταλείπει σιγά-σιγά. Κάθεται στο τελευταίο κάθισμα, Βγάζει ένα Ζήτα Πι και το καταπίνει.
Μέσα στο λεωφορείο υπάρχουν λίγοι επιβάτες: τρεις γυναίκες με τα μωρά τους, λίγοι γέροι και γριές, δυο-τρία παιδιά, καλάθια με κότες και ένα γουρούνι με δεμένα τα πίσω του πόδια.
Περιμένει να απομακρυνθούν αρκετά από το νοσοκομείο και μόνο τότε βγάζει το όπλο του. Χρειάζεται ένα γερό καθάρισμα, κατά τα άλλα όμως δουλεύει μια χαρά. Κρατώντας το στο ένα του χέρι βαδίζει τώρα προς τη μεριά του οδηγού.
«Πού βρίσκονται τώρα οι
Γκεβαρίστας;» ρωτάει με τα σπασμένα Ισπανικά του.
«Nada, nada», ο οδηγός φαίνεται να το διασκεδάζει.
«Πού γίνονται οι μάχες;» επιμένει ο Ντον. «Έχω
χαθεί». Καθώς το λέει συνειδητοποιεί ότι του λέει
πως έχει αφανιστεί, κι έτσι δοκιμάζει ξανά. «Me
equίvocado - Έκανα λάθος. Donde - Πού βρίσκονται; Μis
amigos είναι εκεί. Πρέπει να πάω να βρω τους φίλους
μου».
«Α!» Ο οδηγός του δείχνει τώρα προς μια
κατεύθυνση. «ΑΙ norte - μακριά, muy lejos, πολύ
μακριά».
«Α», λέει κι αυτός με τη σειρά του. «Gracias. Θα
έρθω μαζί σου προς τα βόρεια. Δεν θέλω να γυρίσω
στο Σαν Ισκιέρδα».
«Si»,
Γυρίζει πίσω στη θέση του αφού προηγουμένως
σκοντάφτει πάνω στο γουρούνι.
Στην επόμενη στάση κατεβαίνει μια γριά με ένα καλάθι με κοτόπουλα κι ανεβαίνει ένα αγόρι με δεκανίκια. Του λείπει ένα πόδι από τον αστράγαλο και κάτω, το πόδι τελειώνει μέσα σε μια βρώμικη κάλτσα. Πρέπει να είναι γύρω στα δεκάξι. Καθώς προσπαθεί να βολευτεί σε μια θέση ο Ντον προσέχει ότι το παντελόνι που φοράει είναι του στρατού των Γκες, όπως επίσης και η μια και μοναδική του αρβύλα. Ένας σακατεμένος βετεράνος, προφανώς, που έμεινε πίσω καθώς το μέτωπο μετακινήθηκε. Το αγόρι του ρίχνει μια άγρια ματιά και μετά γυρνάει το βλέμμα του αλλού.
Ο Ντον, φοβισμένος κάπως, τραβάει κι αυτός το βλέμμα του αλλού και καταπίνει ένα ακόμη Ζήτα Πι. Όμως η δράση του αργεί να κάνει την εμφάνισή της κι έτσι άθελά του ο νους του ξαναγυρνάει στους καλοπερασάκηδες επιτελάρχες πίσω στην πατρίδα που κάθονται στις αίθουσες πολέμου τραβώντας γραμμούλες και κουνώντας στρατιωτάκια.
Το λεωφορείο αγκομαχάει στην πορεία του προς τα βόρεια, σταματώντας κάθε τόσο για να κατεβάσει κόσμο. Ανθρώπους που γυρνάνε στα σπίτια τους μετά από μια μέρα στην πόλη. Εδώ κι εκεί ξεπροβάλλουν μέσα στο δάσος μικρές casitas στο στυλ των Μάγια, η κάθε μια με το δικό της κηπάκι όπου φυτεύουν καλαμπόκι, φασόλια, πεπόνια. Όλα σχεδόν έχουν και μια παπάγια στην αυλή με τα κλαδιά της να ξεπερνάνε το ύψος της σκεπής.
Το λεωφορείο περνάει τώρα από έναν οικισμό. Εδώ όλα σχεδόν τα σπίτια είναι καμένα και διαλυμένα, παρ' όλα αυτά δυο γέροι κατεβαίνουν στο μέρος αυτό. Το αγόρι με το κομμένο πόδι είναι ακόμη στο λεωφορείο και μιλάει σε μια μεσόκοπη γυναίκα. Ο τόνος της φωνής του ακούγεται θυμωμένος.
Ο Ντόν δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω του νιώθοντας την αδρεναλίνη να πλημμυρίζει τις φλέβες του. Μπορεί το παιδί αυτό να ήταν από κείνους που είχαν αιφνιδιάσει τη Μονάδα Β, πριν την κατάληψη του Λόφου Δεκατρία-Σαράντα επτά; Πολλοί από τους συντρόφους του την είχαν πατήσει τότε. Το μέρος βρισκόταν αρκετά μέσα από τα σύνορα της Μποντέγκουα, κανείς όμως δεν ήξερε πόσο μέσα. Η γραμμή των συνόρων δεν ήταν και τόσο ξεκαθαρισμένη στο μέρος εκείνο, υποτίθεται ότι ακολουθούσε τη ραχοκοκαλιά μιας οροσειράς που ομως χώριζε απανωτά σε εκατοντάδες άλλα βουνά. Είναι δικιά τους αυτή η χώρα, έλεγε και ξανάλεγε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του Ντον. Όπως και το παντελόνι που φορούσε το αγόρι ήταν η επίσημη στολή του στρατού αυτής της χώρας. Το ίδιο και η κυβέρνηση, όσο δυσάρεστη ή βρώμικια κι αν ήταν, παρέμενε δικιά τους. Δεν ήταν δικιά του για να μπαίνει μέσα και να σκοτώνει τα παιδιά της. Ήταν όμως o εχθρός, ένα από τα όργανα της Κόκκινης Διεθνούς, του Αθεϊσμού και του Κομμουνισμού. Πάντως τη στιγμή αυτή το αγόρι δεν έμοιαζε και πολύ με εχθρός ή με οποιοδήποτε όργανο διεθνούς συνωμοσίας.
Το αγόρι γελάει αβίαστα με κάτι που του λεει η γυναίκα δίπλα του και γυρίζει να κοιτάξει τον Ντον. «Γιάνκι», λεει χαμηλόφωνα, ή τουλάχίστον μοιάζει να λέει - το λεωφορείο κάνει τόσο θόρυβο που δεν μπορεί να είναι σίγουρος. «Γιάνκι δολοφόνος». Κοιτάζει επίμονα τον Ντον στα μάτια, κατόπιν διακρίνει μάλλον κάτι που τον κάνει να αλλάξει ξαφνικά την έκφρασή του. Βυθίζεται στο κάθισμά του λέγοντας κάτι στη γυναίκα. Εκείνη μαζεύει τα καλάθια της και κατεβαίνει στην επόμενη στάση.
Αμέσως περνάει από το μυαλό του Ντον ότι θα πρέπει να έχουν κοκκινίσει πολύ τα μάτια του από τα Ζήτα Πι και πως το αγόρι σίγουρα θα το πρόσεξέ αυτό, και τώρα ξέρει ότι ο Ντον βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση. Ξέρουν πολύ καλά για τα Ζήτα Πι.
Το λεωφορείο έχει αφήσει τώρα τον κεντρικό δρόμο και συνεχίζει από έναν άλλο, μάλλον γυρίζει πίσω στο Σαν Ισκιέρδα. Θα πρέπει να κατεβεί και να βρει άλλο μεταφορικό μέσο για βόρεια.
Ξαφνικά το αγόρι τεντώνει το κεφάλι του σαν να θέλει να ακούσει κάτι. Το λεωφορείο ξανασταματάει - τώρα μπορεί να τον ακούσει κι ο Ντον αυτό τον ήχο - ο βαρύς θόρυβος των τριαξονικών. Λίγο αργότερα τα βλέπει να κινούνται στο δρόμο που μόλις έχουν αφήσει: μια τεράστια πομπή καμουφλαρισμένων φορτηγών και αρμάτων. Διακρίνει Αμερικανούς στρατιώτες που έχουν τα πόδια τους κρεμασμένα έξω από τα φορτηγά. Θα πρόκειται σίγουρα για ενισχύσεις που κατευθύνονται βόρεια, προς το μέτωπο. Ένα τέτοιο μεταφορικό του χρειάζεται. Κι αυτός είναι σίγουρα ο δρόμος για το μέτωπο. Θα κατέβει εδώ, θα γυρίσει λίγο πίσω και θα περιμένει.
Καθώς πηγαίνει μπροστά για να κατεβεί, ξεχωρίζει κι έναν άλλο, διαφορετικό ήχο. Το ανάπηρο παιδί σφυρίζει τώρα ενθουσιασμένο. Τώρα ο Ντον τον ακούει πολύ καθαρά - έναν ήχο διαφορετικό από αυτόν της εφοδιοπομπής και του λεωφορείου, ένας σταθερός ρυθμικός χτύπος - ένα ελικόπτερο. Θα καλύπτει μάλλον τις κινήσεις της πομπής. Για μια στιγμή όμως - δεν είναι ο σωστός ήχος. Πλησιάζει στο πίσω κάθισμα και το βλέπει για μερικά δευτερόλεπτα.
Δεν κάνει λάθος - η απαίσια
τετράγωνη ουρά ενός Kransy 16 με τα πυροβόλα του σε
θέση μάχης. Ένα καταδιωκτικό των Γκεβαρίστας
έτοιμο να επιτεθεί στην εφοδιοπομπή.
Στο μεταξύ ακούγονται πυροβολισμοί από κάπου
μπροστά του. Το ελικόπτερο κάνει έναν επιδέξιο
ελιγμό και εξαφανίζεται πίσω από τους λόφους.
Απόλυτη ησυχία.
Για μια στιγμή ο Ντον νιώθει ένα διπλό φλας μέσα του - συμβαίνει αυτό καμιά φορά με τα Ζήτα Πι. Είναι όλα τόσο ειρηνικά εδώ γύρω, μέσα σε ένα λεωφορείο της γραμμής, σε έναν ήσυχο ορεινό δρόμο, τα πεύκα κουνάνε απαλά τα κλαδιά τους στον αέρα. Αισθάνεται τραγικά εκτός τόπου.
Κι αμέσως μετά βλέπει τον ήλιο να γυαλίζει πάνω στα φτερά του ελικοπτέρου που ξεπροβάλλει πάνω από τις βουνοκορφές, κι ακούγονται αμέσως ριπές πολυβόλων κάπου από τα δεξιά του χωρίς να μπορεί να εντοπίσει τη θέση τους. Οι επιβάτες του λεωφορείου ξαφνικά πετάγονται όλοι μαζί από τις θέσεις τους και τρέχουν σαν ζουρλοί προς την πόρτα. Ξέρουν ότι ένα λεωφορείο αποτελεί στόχο σε τέτοιες περιπτώσεις, οπότε είναι καλύτερα να το ρισκάρουν και να βγουν δυο-δυο και να κρυφτούν στους θάμνους. Το γουρούνι στριγκλίζει.
Όμως ο οδηγός έχει αντίθετη γνώμη. Φωνάζει με δύναμη «Σαν Ισκιέρδα! Σαν Ισκιέρδα!» και πατάει το γκάζι. Οι άνθρωποι χτυπάνε αφηνιασμένοι τις πόρτες ουρλιάζοντας να τους ανοίξει να βγουν έξω. Ο Ντον βρίσκεται δίπλα στον οδηγό τώρα, αρπάζει το χειρόφρενο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Χώνει το πόδι του ανάμεσα στα πόδια του οδηγού και προσπαθεί να πατήσει το φρένο, ο οδηγός τον σπρώχνει μακριά με τον αγκώνα του και ετοιμάζεται να του ρίξει γροθιά. Ο Ντον του ανταποδίδει το χτύπημα. Το λεωφορείο τελικά σταματάει, ανοίγουν οι πόρτες κι ο κόσμος πετάγεται τρομοκρατημένος έξω, μαζί και το παιδί με τα δεκανίκια. Την τελευταία στιγμή κάτι φωνάζει ο οδηγός και πετάγεται κι αυτός έξω αφήνοντας μόνο του τον Ντον μέσα στο λεωφορείο.
Ασθμαίνοντας κάθεται στη θέση του οδηγού για να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει. Επιτέλους έχει μεταφορικό μέσο - μπορεί να στρίψει και να ακολουθήσει την πομπή μέχρι να του σωθούν τα καύσιμα.
Λίγο πιο μπροστά υπάρχει ένα σταυροδρόμι. Καθώς όμως το κοιτάζει, αυτό γεμίζει λίγο-λίγο με ένα κοπάδι ζώα κι αμέσως μετά με μια σειρά από λιμουζίνες που προφανώς περιμένουν να διαλυθεί το κοπάδι. Τεράστια αστραφτερά αυτοκίνητα με σημαιάκια στους προφυλακτήρες. Ακόμη και τα τζιπ που τα συνοδεύουν είναι ολοκάθαρα και σημαιοστολισμένα. Σίγουρα θα πρόκειται για κάποιους υψηλά ιστάμενους που περιοδεύουν στα μέρη αυτά. Φαίνεται ότι δεν έχουν πάρει είδηση το ελικόπτερο των Γκες που βρίσκεται πίσω του. Ηλικιωμένοι πολίτες, στρατηγοί με παράσημα και γαλόνια καθώς και μια γυναίκα, έχουν βγει έξω από τα αυτοκίνητα και χαζεύουν το τοπίο κοιτώντας προς τα δεξιά και κάτω προς τη μεριά που θα πρέπει να βγάζουν φωτογραφικές μηχανές και να αποθανατίσουν το τοπίο. Τουρίστες, για το όνομα του Θεού, σκέφτεται o Ντον.
Αλλά αμέσως διορθώνει τον εαυτό του. Δεν είναι τουρίστες είναι... είναι μερικά από τα ανθρωπάκια που κάθονται αναπαυτικά μέσα στα πολυτελή γραφεία τους, σαν αυτούς που είχε σκεφτεί, είναι εκείνοι που στέκονται μπροστά από τους τεράστιους επιτελικούς χάρτες και τραβάνε γραμμές ενώ οι βοηθοί τους κουνάνε στρατιωτάκια και σημαιάκια.
Χωρίς να το σκεφτεί έχει κατεβάσει ένα ακόμη Ζήτα Πι.
Χωρίς να σκεφτεί έχει βάλει μπροστά το λεωφορείο. Αυτόματα, απασφαλίζει τις δύο χειροβομβίδες. Σπάει ψύχραιμα το μπροστινό τζάμι με τη λαβή του όπλου του και το στήνει με την κάνη προς τα έξω.
Οι άνθρωποι στο βάθος αρχίζουν να μπαίνουν όλοι μαζί στα αυτοκίνητα.
Πολύ ωραία.
Ένα κύμα οργής και μίσους που όμοιο του δεν είχε ξανανιώσει ως τώρα τον πλημμυρίζει ολόκληρο. Ξέρουν αυτά τα καθίκια, έχει περάσει ποτέ από το μυαλό τους, ότι τα μικρά στρατιωτάκια που κουνάνε πέρα-δώθε, στην πραγματικότητα είναι ζωντανοί άνθρωποι, νέοι και παιδιά που χύνουν το αίμα τους;
Το μέτωπο, οι Γκεβαρίστας, όλα αυτά χάνονται από το μυαλό του. Κολλάει το πόδι του στο γκάζι και το γέρικο λεωφορείο τινάζεται μπροστά. Πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Ο Ντον είναι κουλουριασμένος τώρα πάνω στο τιμόνι με το όπλο να προεξέχει από το σπασμένο παρμπρίζ. Ρίχνοντας όλο του το βάρος πάνω στο πετάλι του γκαζιού και κρατώντας το τιμόνι με τον αγκώνα του, σημαδεύει. Τρέχοντας πια σαν τρελό, το λεωφορείο ορμά με δύναμη καταπάνω τους. Οι χειροβομβίδες έχουν ελάχιστο χρόνο πριν εκραγούν. Η πρώτη ριπή έρχεται από το όπλο του, βρίσκει το στόχο της. Κατόπιν κι άλλη. Κραυγές.
- Κι ο Ντον Στιλ, πατώντας με
δύναμη το γκάζι σε αυτή την ένδοξη πορεία,
πυροβολεί, πυροβολεί, πυροβολεί
- ο εχθρός βρίσκεται επιτέλους μπροστά του.