
Philipe Curval
Μετάφραση: Νικόλας Χρηστάκης
Φωτογραφία: Μαδρίτη, Παναγιώτης Μαυρομμάτης, styling: Sergei
«Η πέτρα φουσκώνει!» Τράβηξα το μπράτσο μου απ' την κολόνα που στηριζόμουν. Η μαγνητική νύχτα φώτιζε μ' ένα μπλε χρώμα τη λεπρώδη εκχύμωση που προεξείχε. Εκεί που ακουμπούσε το δέρμα μου υπήρχε ένα μεταλλικός βουβώνας σαν πρήξιμο. Ένα τέτοιο είδος λίθωσης είχε καταλάβει ολόκληρη την πόλη. Λίγες ώρες πρωτύτερα, είχα δει ένα παλιό κτίριο να σκάει σαν απόστημα και να γεμίζει πύον το δρόμο. Εδώ το κακό είχε προχωρήσει λιγότερο: η αποσύνθεση δεν είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, η επιδημία όμως διέλυε αμετάκλητα τη Λαντίδη, όπως κάθε φορά που τολμούσα να βγω έξω απ' το Σύστημα.
Μια μεταλλική αυγή χρωμάτιζε το περίγραμμα των κτιρίων. Οι προσόψεις τους ήταν βυθισμένες σε μιαν ακαθόριστη σκιά, σε αντίθεση με το έδαφος, που κάτω απ' το τρεμουλιαστό φως των δημοτικών φαναριών άφηνε να διακρίνονται με ακρίβεια όλες του οι παραμορφώσεις, οι σχισμές και οι καμπούρες. Τα γκραφίτι του τοίχου που ακούμπαγα έμοιαζαν υπογραμμισμένα από έναν εσωτερικό φωσφορισμό. Μια γάτα, που κυνηγούσε ένα κοπάδι ποντίκια, πετάχτηκε από μια μισάνοιχτη πόρτα. Ο φυγάς και οι διώκτες του μεταμορφώθηκαν σε φωτεινό μπουκέτο μόλις έφτασαν στη μέση του δρόμου. Τους άρπαξε αυτός ο απότομος φωτισμός, κι αφού σταμάτησαν, απομακρύνθηκαν σε αργή κίνηση, ο καθένας από τη μεριά του. Η γάτα δεν θέλησε να καταφύγει στον κόσμο που της προσέφερε το σπίτι, αλλά ξάπλωσε και κυλίστηκε με ηδονή στη σκόνη, προτού διαλυθεί σ' ένα εκτυφλωτικό πυροτέχνημα.
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα σουγιά κι έξυσα την επιφάνεια του βουβώνα: άρχισε να εκλύεται ένα πυριτικό αέριο. Η επιφάνεια υποχώρησε και η λάμα έφτασε χωρίς δυσκολία μέχρι την καρδιά της κολόνας. Κρατώντας το μανίκι μου και, προτού απορροφηθεί και το ίδιο μου το χέρι, τράβηξα το μαχαίρι. Το μέταλλο κόντευε να φαγωθεί μύριζε σαν φρούτο γεμάτο οξύ και θειάφι. Το σκούπισα στο παντελόνι μου. Από απροσεξία, διπλώνοντας το σουγιά, κόπηκα.
Πιπιλώντας την παλάμη μου, ένιωσα ότι το αίμα με εξάγνιζε και με αναζωπύρωνε. Αναζωογόνηση, αεικίνητη αντλία, φιλτράριζα τις τοξίνες μου μέσω του πεπτικού μου σωλήνα. Ένιωθα μιαν ανεξάντλητη ευφορία. Πόσο καιρό είχα να δω και να δοκιμάσω το αίμα μου; Είχα ξεχάσει ότι βγαίνοντας από το Σύστημα αυτό έτρεχε ακόμα στις φλέβες μου. Έστω κι αν ήταν μέρος της αυταπάτης, η ανούσια μυρωδιά του μ' έκανε να αισθάνομαι ασφαλής. Θήλασα την πληγή με λαιμαργία' το αναβράζον υγρό διαδόθηκε μέσω του νευρικού μου δικτύου. Σαν τεράστια γευστική θηλή, εξαντλούσα σ' ένα αισθησιακό όργιο την ίδια μου τη γεύση.
«Αυτήν τη φορά είμαστε σίγουροι. Ο Ντιάζ βρίσκεται κάπου εδώ γύρω!»
Αυτές οι λέξεις, που ψιθυρίστηκαν εκατό μέτρα μακριά, διέσχισαν το κρύσταλλο της νύχτας και τις διαφανείς του χορδές.
Ήμουν επιτέλους κοντά σ' αυτόν που έψαχνα εδώ και τόσες επιδρομές στον πραγματικό κόσμο. Τράβηξα τα χείλη μου από την κλεισμένη κιόλας πληγή και, προφυλαγμένος από τις κολόνες, προσπάθησα να σχηματίσω μιαν ακριβέστερη ιδέα της θέσης των πληροφοριοδοτών μου. Κανείς δεν βρισκόταν κάτω από την ατέλειωτη σειρά από καμάρες. Κανείς επίσης στη λεωφόρο, της οποίας η ανυπόφορη λάμψη έσκιζε την καρδιά των προαστίων, των μαύρων συνοικιών με τα σπίτια σαγόνια έτοιμα να αρπάξουν τον διαβάτη. Ρώτησα το κενό:
«Έχετε αποδείξεις ότι είναι ζωντανός;»
«Όλα τα τεστ αυτό δείχνουν».
«Έχετε πάρει τις απαιτούμενες προφυλάξεις;»
«Ο Ντιάζ είναι ώριμος, δεν μένει παρά να τον
μαζέψουμε».
Η τελική συλλαβή ήρθε κι έπεσε με φόρα στο πλέγμα μου: ΜΕΕΕ! Αρχισε να απλώνεται στο θώρακά μου, διαδόθηκε στο σώμα μου μέχρι που χτύπησε τον κρανιακό μου θόλο. Αισθάνθηκα ότι κάτι με σήκωνε, κι ανέβηκα ανάμεσα από δυο κολόνες σαν πύραυλος σε εξέδρα εκτόξευσης. Σε μερικά μέτρα έσκασα, έπεσα σαν βροχή και ξανασυστάθηκα στο μέρος ακριβώς από όπου είχα φύγει.
Το φως είχε αλλάξει. Είχε συμπυκνωθεί πάνω απ' την πλατεία κι αποτελούσε ένα στρώμα τόσο έντονο που έσβηνε τη σκιά μου. Ήμουν βυθισμένος σε μια χρυσή αυγή όπου οι καμάρες, το έδαφος, το κτίριο, συγχέονταν μέσα στην ίδια ηλεκτρική πλαστελίνη. Τα προάστια έχουν αντίθετα πλησιάσει και απειλούσαν με την ειδεχθή τους μαυρίλα.
Μπροστά μου, σε αρνητικό, στεκόταν μια ανθρώπινη φιγούρα.
«Είναι ο Νέλσον Ντιάζ. Τι με θέλετε;»
Θα 'θελα να του κάνω διάφορες ερωτήσεις, η ομιλία όμως είχε ήδη γλιστρήσει από τους πόρους του σώματός μου. 'Ο,τι απέμενε στο μυαλό μου ήταν ένας βούρκος από φαινόμενα χωρίς νόημα, ένα σύμφυρμα από παράλογα φωνήματα. Ψέλλισα μια φράση ακατανόητη, ένα είδος σωματικού παφλασμού. Η φωνή μου φάνηκε να κάνει το γύρο της σκοτεινής παρουσίας χωρίς να την αγγίζει... έπειτα διασκορπίστηκε και κονιοποιήθηκε σε ψήγματα ήχων των οποίων οι αντηχήσεις, αφού αντανακλάστηκαν στις γαλαρίες, εξερράγησαν σε ριπές κι έσκασαν πάνω στους τοίχους.
Μερικές κουρελιασμένες λέξεις
ανασυγκροτήθηκαν. Ένα φάντασμα φράσης γλίστρησε
μέσα στη μαγνητική νύχτα.
«Είστε ζωντανός;»
«Αυτή την εντύπωση έχω».
«Αναβάτορα, Ανγκούζο, πετάχτε το γεράκι, τον
κρατάμε!»
Το δίχτυ τύλιξε τον Ντιάζ που δεν πρόλαβε να αντισταθεί. Απολαυστικά μαγνητικά ρεύματα πότιζαν το σώμα μου, προσδίδοντάς μου μιαν εκπληκτική ευκινησία και ελαστικά αντανακλαστικά. Όρμησα να τον ακινητοποιήσω χωρίς να, λογαριάσω τη μυϊκή μου προσπάθεια. Αιωρήθηκα μερικά δευτερόλεπτα πάνω απ' το έδαφος, κι έπειτα έκανα εφόρμηση. Πετάχτηκε σκόνη που με τύλιξε μ' ένα σύννεφο ξηρού καπνού.
Όταν η άμμος κατακάθισε, όλοι οι πρωταγωνιστές ήταν παρόντες. Ο Αναβάτορας και ο Ανγκούζο στέκονταν όρθιοι κοντά μου, σπινθηροβολώντας. Ο Ντιάζ, αιχμάλωτος, με παρατηρούσε με τα φλογερά του μάτια.
«Τι με θέλετε;»
«Σε χρειάζομαι για να ξαναβρώ το νόημα της
πραγματικότητας, να μάθω εάν η Λαντίδη
εξακολουθεί να υπάρχει, εάν το περιβάλλον μας δεν
είναι αυταπάτη».
«Δεν καταλαβαίνω».
«Είναι απλό, δεν είμαι από 'δω, ζω σ' ένα
πληροφορικό σύστημα που 'χει γίνει εδώ και
αιώνες. Μένω σε μια μαγνητική σφαίρα, σ' ένα
απόρθητο μπλοκχάουζ όπου βρίσκονται σε μνήμη
χιλιάδες άλλες ταυτότητες σαν τη δική μου».
«Δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι λετε. Μπορώ να σας πω
πάντως ότι σ' αυτό το μέρος μόνο εμείς
βρισκόμαστε' οι συνένοχοί σας έφυγαν χωρίς ν'
αφήσουν ίχνη. Παρ' όλα αυτά, αυτοί με
παρακολουθούσαν τον τελευταίο καιρό».
Σήκωσα το κεφάλι: οι δυο μου μπράβοι είχαν γίνει καπνός. Αδύνατο να εμπιστευτεί κανείς αυτούς τους τύπους που εφεύρισκα για τις εξερευνήσεις μου σε πραγματική γη. Μόλις σταμάταγα να τους προσέχω εξατμίζονταν σαν το όνειρο.
«Εάν σε ελευθερώσω, μου υπόσχεσαι ότι δεν θα την
κοπανήσεις;»
«Ίσως».
«Τότε θα σε δέσω στις κολόνες».
«Τι σας λεει ότι θα κρατήσω την υπόσχεσή μου;»
«Η περιέργεια».
«Σύμφωνοι! Θέλω όμως να μου πείτε τα πάντα πριν
σας δώσω αποδείξεις ότι αυτή η πόλη υπάρχει και
ότι είμαι ένας από τους αυθεντικούς επιζήσαντες.
Αυτό δεν είναι που θέλετε;»
Ανασήκωσα προσεκτικά τις άκρες του διχτυού για να ελευθερώσω το σώμα του Ντιάζ, ο οποίος και το ξεφορτώθηκε με μεγάλη επιδεξιότητα. Όρθιος, είχε σχεδόν το ίδιο ύψος με μένα.
Τα φορτία στατικού ηλεκτρισμού που είχα δεχτεί για να προσκολληθώ στον πραγματικό κόσμο ήταν περιορισμένης διάρκειας, κυρίως σε ό,τι αφορούσε την παραμονή της εικόνας στον αμφιβληστροειδή. Έβλεπα πολύ άσχημα το περίγραμμά του μέσα σε μικρά κυκλικά χρονικά διαστήματα η συνθετική αναπαράσταση του σύμπαντος εξαρθρωνόταν μέχρι που τα σωματίδια έχαναν τελείως τη σαφήνειά τους. Χρειάστηκε να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια για να δω καλύτερα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ήταν ένας μιγάς κάπως μαλθακός, σγουρομάλλης, που 'χε βάλει άφθονο ζελέ. Το δέρμα του ήταν τόσο σκοτεινό και ματ που οι γραμμές της μύτης του και του στόματός του διακρίνονταν μετά κόπου. Μόνο τα μάτια του έλαμπαν.
«Ξέρεις τίποτα ανοιχτό εδώ κοντά;»
«Δεν μένουν και πολλά πράγματα στη Λαντίδη, και
τέτοια ώρα είναι όλα κλειστά».
«Πήγαινέ με σπίτι σου λοιπόν».
«Μένω στην τύχη, όπου να 'ναι. Από τότε που η
λίθωση καταβροχθίζει τα κτίρια, δεν είναι
καθόλου σίγουρο να 'χει κανείς μόνιμη κατοικία».
«Ας προφυλαχτούμε κάτω από τους θόλους. Το
προάστιο πλησιάζει και δεν αισθάνομαι και πολύ
άνετα εδώ πέρα».
«Δεν είναι παρά μια οπτική απάτη που 'χουν
φτιάξει οι κατασκευαστές' πάμε όμως να μιλήσουμε
στο πλαστικό παλάτι, εκεί δεν υπάρχει κανένας
κίνδυνος».
«Την τελευταία φορά που ήρθα μου την έπεσαν οι
Σιωπηλοί».
«Είναι παλιά ιστορία: από τότε που οι πάντες
έχουν φύγει, λόγω της αστικής αποσύνθεσης, οι
περισσότερες παρέες τους ενώθηκαν με τους
φυγάδες. Πνίγουν τώρα τον ήχο στην εξοχή. Εδώ
πέρα, το ηχητικό επίπεδο είναι πολύ χαμηλό γι'
αυτούς».
Χωρίς άλλες κουβέντες, ο Ντιάζ κατευθύνθηκε προς το βάθος του υπόστεγου, στη σκιερή περιοχή που εκτεινόταν πέρα απ' τα άσπρα κτίσματα. Τον ακολούθησα επιφυλακτικά, προσπαθώντας να 'μαι πάντα κρυμμένος στον ίσκιο του' ήξερε ότι η εμφάνισή μου προκαλούσε το φόβο, εάν όχι τον πανικό. Εδώ και μερικές δεκαετίες οι πραγματικοί άνθρωποι φοβούνταν τα πληροφορικά μας ομοιώματα τα οποία δεν μπορούσαν πια να τους μιμηθούν με τρόπο τόσο αληθοφανή όσο άλλοτε. Ο Ντιάζ πάντως δεν είχε αντιδράσει στο παράξενο σπινθηροβόλημα του σώματός μου και των ρούχων μου.
Η Λαντίδη ήταν ακόμα πιο έρημη απ' όσο την τελευταία φορά που την επισκέφτηκα. Εκείνη την εποχή, έστω κι αν ήταν νωρίς το πρωί, είχα συναντήσει μερικούς μοναχικούς δρομείς, κάτι περιπλανώμενους μεθύστακες, μερικές σκυλογυναίκες σε οργασμό και τέλος πολύ μικρά παιδιά που έσκουζαν εγκαταλελειμμένα. Αυτήν τη φορά, πέρα απ' τα ανελέητα κυνηγητά γάτων και ποντικών που φώτιζαν τη νύχτα με τα αστραφτερά τρεχαλητά τους, δεν υπήρχε πια κανένας. Όσοι σύχναζαν ακόμα στα σοκάκια της παλιάς συνοικίας κρύβονταν. Ακουγα κάτω από τις καμάρες τη σφυριχτή αναπνοή τους. Ήθελα να πάω να δω, να μιλήσω σ' αυτά τα πλάσματα της σκιάς, για να τους αποσπάσω κάποιο ανέλπιστο τμήμα της αλήθειας που έψαχνα. Ο Νέλσον Ντιάζ με απέτρεψε.
«Προσέξτε, οι περισσότεροι είναι οπλισμένοι'
έχουν σκοινιά. Δεν τους έχει μείνει παρά μόνο η
ανθρώπινη σάρκα για να τραφούν».
«Αν τους έδινα όμως τρόφιμα, ή χρήματα...»
«Χρήματα! Τι να τα κάνουν, δεν υπάρχει πια τίποτα
ν' αγοράσει κανείς, ακόμη κι οι γυναίκες δεν
πουλάνε τους εαυτούς τους. Όσο για το κρέας,
πιστεύω ότι προτιμάνε τώρα τη σάρκα των ανθρώπων
που πιάνουν. Είναι πολύ καλύτερη!»
«Τι ιδέα έχεις εσύ απ' αυτό;»
«Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω πάρε-δώσε με
όμοιούς σας. Εδώ σας λένε βυζάχτρες, επειδή ζείτε
σαν βρυκόλακες, απομυζώντας το αίμα της
πραγματικότητάς μας. Από την άλλη, είστε ειδικός
για να μοιράζετε αυταπάτη που δεν έχει σχέση με
το σώμα».
Αισθανόμουν αηδία.
«Τώρα καταλαβαίνω γιατί τα μωρά που παράτησαν οι
σκύλες εξαφανίστηκαν».
«Δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Υπάρχουν και οι
λάτρεις του ξυπνήματος που τα βουτάνε».
«Τι είναι...»
«Μια καινούρια θρησκεία που εμφανίστηκε
πρόσφατα' οι πιστοί της περιμένουν το παιδί που
θα τους βγάλει απ' το όνειρο, διότι πιστεύουν ότι
ζουν στο εσωτερικό του ύπνου του Θεού».
«Κάνουν όμως λάθος, έτσι δεν είναι Ντιάζ, κάνουν
λάθος, είσαι πραγματικός, αυτή η πόλη υπάρχει!»
Έδωσα μια μπουνιά στην πέτρα κάνοντάς την να
πετάξει σπίθες. Κι είπα:
«Κι εγώ, πιστεύεις ότι υπάρχω;»
«Ξέρετε, καταλαβαίνουμε την ύπαρξη σε πολύ απλά
πράγματα, μου μιλάτε, σας ακούω... μου αρκεί, γιατί
να ψάχνουμε πιο πέρα από τα φαινόμενα;»
«Γιατί εγώ μόνο φαίνομαι και αμφιβάλλω».
«Ποιος είναι ο λόγος τότε που δραπετεύσατε από
την πραγματικότητα, εκείνο τον καιρό;»
«Είναι μια ιστορία γεμάτη νύχτα και τρόμο. Είχαμε μείνει πολύ λίγοι εναντίον γιγαντιαίου διεθνούς τραστ. Μπορούσε να επεξεργαστεί τόση πληροφορία που η ανθρωπότητα δεν καταλάβαινε καν ότι δεν υπήρχε πια ατομική ελευθερία. Ο καθένας έπαιζε κορώνα-γράμματα τη ζωή του θέλοντας να επαναστατήσει, διότι οι τοίχοι είχαν μάτια και αυτιά, διότι υπήρχαν παντού πομποί που μετέδιδαν την παραμικρή συνωμοσία. Και διότι τα ρομπότ - σκοτώστρες χτυπούσαν χωρίς δισταγμό όπου κι αν κατέφευγαν αυτοί που έβγαιναν στην ένοπλη αντίσταση».
«Ποτέ δεν άκουσα να μιλάνε για μια τέτοια
κοινωνία. Ψάχνοντας στα ερείπια της Λαντίδης, οι
Σιωπηλοί δεν βρήκαν τέτοια ίχνη».
«Γιατί κατορθώσαμε να τη νικήσουμε, απ' τα μέσα.
Κρατάγαμε μερικές θέσεις-κλειδιά, όχι όμως την
ηγεσία. Φτιάξαμε βιοπρογράμματα, δηλαδή μια
πληροφορική μεταγραφή της ταυτότητάς μας, με
φοβερές δυνατότητες επέκτασης. Την ίδια μέρα
εισχωρήσαμε στο δίκτυο. Χάρη σε απαραβίαστους
βρόγχους, σε ξεχασμένα τερματικά των οποίων
εκμεταλλευόμασταν τις ROM, κατορθώσαμε να
οργανώσουμε την αντίσταση. Να γιατί αυτή η
κοινωνία δεν υφίσταται πλέον».
«Ποιος σας εμπόδισε να γυρίσετε αφότου είχατε
νικήσει;»
«Είχαμε αποκτήσει τη δυνατότητα να προβάλλουμε
ομοιώματα στην πραγματικότητα, ομοιώματα που
μπορούσαν να αισθανθούν τη ζωή τόσο έντονα όσο κι
εσύ, όσο και οποιοσδήποτε άνθρωπος. Κανείς από
μας δεν θέλησε να χάσει το προνόμιο της
αθανασίας».
«Θελήσατε λοιπόν να παίξετε μαζί μας, όπως αυτοί
που καταστρέψατε».
«Καθόλου, σταματήσαμε τελείως να επεμβαίνουμε,
με εξαίρεση τον έρωτα και τη δημιουργία».
«Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, πώς εξηγείτε την
παρακμή της Λαντίδης και της κοινωνίας της;»
«Αυτό ψάχνω να μάθω, αυτό θα μου πεις, Νέλσον
Ντιάζ!»
Με κοίταξε προσεκτικά με τα μαύρα μάτια του. Πίστεψα για μια στιγμή ότι είχε τη δύναμη να με αποσυνθέσει. Μολονότι όμως το φάντασμά μου είχε χάσει ένα μέρος της συνοχής του, ήμουν ακόμη αρκετά γερός ώστε να αντέξω σε μια πνευματική επίθεση τόσο μικρού βεληνεκούς.
Είχαμε φτάσει στο πλαστικό παλάτι που μερικοί από μας είχαν κάποτε φανταστεί. Στην απόσταση που ήμασταν, το κτίριο έμοιαζε με ένα τεράστιο δάκρυ που κυλούσε προς τον ουρανό ιριδίζοντας απαλά. Είχαμε προσπαθήσει να κάνουμε ένα κέντρο αρμονίας αυτής της πρωτεύουσας του κατοικημένου κόσμου που ήταν η Λαντίδη. Σ' αυτό είχαν λάβει χώρα αναρίθμητες γιορτές αγάπης, τέχνης ή μουσικής, καθώς και τεράστιοι αφηρημένοι αγώνες, όπου τα δυνατότερα πνεύματα της εποχής επιδίδονταν σε μονομαχίες φαντασίας στα ορμητικά τους κλαβιέ. Δεν υπήρχαν διακρίσεις μεταξύ των ομοιωμάτων μας και των ανθρώπων. Ήμασταν ευτυχισμένοι. Είχε περάσει αυτή η εποχή.
Πλησιάζοντας είδα ότι το παλάτι είχε ρωγμές, λες κι ένας εσωτερικός ιστός αράχνης διέβρωνε την παγοτική αεροδομή του.
«Θα γκρεμιστεί!»
«Είναι αναπόφευκτο, τα πλαστικά υλικά δεν
σταματούν ποτέ να πολυμερίζονται και να
σκληραίνουν μέχρι τελικής κονιοποίησης και
συντριβής. Καμιά φορά χρειάζονται αιώνες. Δεν
φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο σύντομα».
«Πώς γίνεται κι έχεις όλες αυτές τις γνώσεις;»
«Ανήκα στους κατασκευαστές».
Ο Νέλσον Ντιάζ, καθισμένος σε μια πυροσβεστική φωλέα που 'χε σήμερα στερέψει, με παρατηρούσε μελαγχολικά. Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η πόλη υπήρξε το πιο ξακουστό πολιτιστικό κέντρο της ιστορίας της ανθρωπότητας; Τώρα η κατάπτωσή της ήταν τέτοια που οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει.
«Μα τι ηλικία έχεις;»
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, η μνήμη μου δεν το
'χει κρατήσει και δεν συναντώ πλέον κανέναν που
να με ήξερε όταν ήμουν μικρός».
«Το παλάτι αυτό κατασκευάστηκε εδώ και τριακόσια
χρόνια τουλάχιστον! Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί
να ζήσει τόσο».
Ο Ντιάζ πήγαινε να απαντήσει, την ώρα που έκανε την εμφάνισή του ένα κοπάδι σκυλογυναίκες. Έβγαιναν από τη σφαιρική πόρτα του παλατιού κι ορμούσαν κατευθείαν εναντίον μας, με τα τέσσερα. Τα μούσκουλά τους ήταν σφιχτά, τα βυζιά τους φουσκωμένα, το δέρμα τους βελούδινο και οι κυνόδοντές τους έτοιμοι να μας κατασπαράξουν ήταν θεσπέσιες. Το ομοίωμά μου είχε κάνει πολλές φορές έρωτα μαζί τους κατά τη διάρκεια παλιότερων επεμβάσεών μου στην πραγματική ζωή. Είχα σωθεί χάρη στην πληροφορική προέλευση της παρουσίας μου. Κανείς δεν μπορούσε να μου κάνει κακό σ' αυτό τον κόσμο. Οι αιμορραγίες κρατούσαν πολύ λίγο και ο πόνος των χτυπημάτων δεν άφηνε ίχνη. Ο Νέλσον σηκώθηκε για να τις αντιμετωπίσει. Τον είχα περάσει για μαλθακό, τώρα όμως καταλάβαινα πόσο σκληρός και αμείλικτος ήταν. Όρθιος έμοιαζε μ' ένα δυνατό αιλουροειδές. Οι επιτιθέμενες σταμάτησαν, κατέβασαν τις μουσούδες με υπουλία, κι ετοιμάζονταν να μας περικυκλώσουν, έτσι ώστε να μπορέσουν από πίσω να μας δαγκώσουν καλύτερα.
«Μπέλλα! Τι σημαίνει αυτό, δεν με θυμάσαι;»
«Σε γνώρισα, δεν μ' αρέσει όμως ο άνθρωπος που
είναι μαζί σου. Μυρίζει δηλητήριο και φόβο».
«Δεν μυρίζει τίποτα, είναι μια Βυζάχτρα».
«Παραμύθια! Πάει καιρός που οι Βυζάχτρες μας
έχουν εγκαταλείψει, ειδεμή πιστεύεις ότι ο
κόσμος θα ήταν σ' αυτή την κατάντια; Τέρρα, Νόκτι,
πιάστε τους».
Το γυμνό σώμα μιας σκύλας κόλλησε πάνω μου, σφίγγοντας με μέχρι σημείου να με πνίξει. Οι ερεθιστήρες μου, κάτω από το μπλοκχάουζ, δεν αντέδρασαν στιγμιαία. Για πρώτη φορά από τότε που περιπλανιόμουν στην πραγματικότητα μ' ένα σώμα σύνθεσης, είχα την εντύπωση ότι προσφερόμουνα στους ζωντανούς σαν εξιλαστήριο θύμα. Ο φόβος διείσδυσε στο πνεύμα μου' κράτησε όσο ένα ρίγος, κι έπειτα οι άμυνες μπήκαν σε ενέργεια: το ομοίωμά μου υγροποιήθηκε μετατρεπόμενο σε μια φωτεινή κολόνα, κι επανασυστάθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα, ενώ ο Ντιάζ, με νύχια που 'κοβαν σαν ξυράφια, χτυπούσε την αντίπαλό του με μια θηριώδη αποφασιστικότητα. Το αίμα αναπήδησε από την κοιλιά της σκύλας που αλυχτώντας έτρεξε να βρει καταφύγιο πίσω στην ορδή.
«Πώς μπορείς και συμμαχείς μ' αυτό τον προδότη;»
ούρλιαξε η Μπέλλα.
«Διότι είναι οι θεοί μας! Έχουν τα χάλια τους, δεν
έχουμε όμως άλλους».
«Τους συναναστραφήκαμε τόσα χρόνια χωρίς να
υποπτευόμαστε την ύπαρξή τους. Την εποχή εκείνη
βέβαια μας βοηθούσαν. Ήμουν έτοιμη να τους
λατρέψω, γιατί ο κόσμος μας ήταν ωραίος. Σήμερα
όμως είναι εξαιτίας τους ερειπωμένος και τους
μισώ».
«Δεν είναι αλήθεια, εξακολουθούμε να σας
φέρνουμε τη γνώση μας. Δεν μπορέσατε να τη
διατηρήσετε' η παρακμή της Λαντίδης είναι το
αποτέλεσμα της αδυναμίας σας».
«Θα σου πω τι πιστεύω, Βυζάχτρα. Εάν δεν είχατε
έρθει να μας φέρετε την ανακατωσούρα σας, εάν δεν
είχατε θελήσει να μας κάνετε να εξελιχθούμε
χωρίς την ουσιαστική σας συμμετοχή, θα 'χαμε
γίνει οι ίδιοι κύριοι του μέλλοντός μας και δεν
θα βρισκόμασταν εδώ που είμαστε τώρα. Τώρα που σε
κρατάω, δεν πρόκειται να σε αφήσω».
«Παράλογο! Κανένας σ' αυτό τον κόσμο δεν μπορεί να
πιάσει ένα ομοίωμα».
«Εκτός εάν κάποιος έχει εφεύρει τον τρόπο».
Κοίταξα τον Ντιάζ που χαμογελούσε με τον άγριο τρόπο του. Απ' τη στιγμή που τον είχα πιάσει με το δίχτυ μου προσποιούταν: έπαιζε κωμωδία, ενώ ήξερε θαυμάσια ποιος ήμουνα και τι ήθελα να βρω. Επιπλέον μου αποσπούσε τις πληροφορίες που του έλειπαν. H Μπέλλα και οι σκυλογυναίκες είχαν συνεννοηθεί εκ των προτέρων μαζί του, και τώρα...
Μπροστά στην είσοδο του πλαστικού παλατιού, η ορδή έστηνε μια οθόνη-κόμπο στις διαστάσεις μου. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές μ' είχαν ρουφήξει και μ' είχαν βάλει σε μνήμη. Οι εγκαταστάσεις των Παιχνιδιών μπορούσαν να στοκάρουν τουλάχιστον εκατό φορές τις κάμποσες εκατοσταριές δισεκατομμύρια χαρακτήρες ενός βιοπρογράμματος που ήταν συνδεδεμένες με το πληροφοριακό μου ομοίωμα. Βρέθηκα ξαφνικά όπως ζούσα στην καρδιά των μπλοκχάουζ μαζί με τους παλιούς μου συντρόφους με τους οποίους είχαμε κάνει την επανάσταση: χωρίς κανένα νόημα.
Δεν πρόκειται μόνο για ένα λογοπαίγνιο. Εδώ και αιώνες, είχαμε εμβαθύνει τις προσωπικότητές μας χάρη στις τεράστιες γνώσεις που 'χαμε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ζωής μας. Τις είχαμε πολλαπλασιάσει επί χίλια, ξεπερνώντας το φράγμα της ταυτότητας, συγχωνεύοντας τα έμφυτα και τα επίκτητα προγράμματά μας. Θα είχαμε όμως πεθάνει από μαρασμό και από σκλήρυνση εάν δεν είχαμε τη δυνατότητα από καιρό σε καιρό να ερχόμαστε σε επαφή με την πραγματική ζωή όπου η εξέλιξη δεν διακόπτεται, όπου οι αμιγείς διανοητικοί μας στοχασμοί τρέφονται ασταμάτητα από τις διαμάχες με τους ομοίους μας, με το περιβάλλον και με τον παραλογισμό που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης' εάν δεν ξαναβρίσκαμε την ικανότητα να οξύνουμε το διαλογισμό μας μέσω της αέναης επαφής του νευρικού μας συστήματος με τον κόσμο: όσφρηση, γεύση, όραση και ακοή.
Ήμουν και πάλι ανίσχυρος, φυλακισμένος μεταξύ του προγράμματος που είχαν μόλις φτιάξει οι ανομολόγητοι εχθροί μου κι αυτού που κοιμόταν στις μυστικές μας κρυψώνες. Ο Νέλσον Ντιάζ πήρε το ποντίκι κι άρχισε την ανάκριση σταχυολογώντας από την οθόνη - κόμπο τις πληροφορίες που έψαχνε, ή βάζοντας καινούρια δεδομένα που 'χαν σχέση με τις απορίες στις οποίες ζητούσε απάντηση.
Τον αντικαθιστούσαν η Μπέλλα και οι γυναίκες της, καθισμένες στα πισινά τους πόδια, σαν σκύλες-σφίγγες' τα άσπρα τους στήθια τρεμόπαιζαν στο ρυθμό των ερωταπαντήσεων. Αφ' ότου είχα επιστρέψει μ' αυτήν τη φυλάκιση το ισοδύναμο του Συστήματος, το υφάδι της ανθρώπινης πραγματικότητας εμφανιζόταν και πάλι μπροστά μου μ' όλη του τη μικροσκοπική σαφήνεια. Δεν μπορούσα να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να θαυμάζει τους μισάνοιχτους ροζ κολεούς τους.
«Πώς ονομάζεσαι;»
«Πάει καιρός που δεν έχω πλέον όνομα που να
αντιστοιχεί στις ανθρώπινες νόρμες».
Έδωσα τις συλλαβές ονομασίας του Βιοπρογράμματος που δεν περιείχαν παρά μόνο πληροφορίες σε σχέση κυρίως με την ταυτότητά μου. Ο Νέλσον Ντιάζ αντέδρασε ζωηρά.
«Δεν ήμασταν ποτέ φοβερά καλοί στον
προγραμματισμό, αναγνωρίζω όμως ορισμένα
τμήματα που είναι τα ίδια με τα δικά μου. Η Μπέλλα
θα σου πει τη γνώμη της».
«Γνώρισες ποτέ σκυλογυναίκες πριν αποτραβηχτείς
στην εξωζωή; »
«Φυσικά, είχαμε συχνές σεξουαλικές επαφές κατά
τη διάρκεια του οργασμού».
«Υπάρχουν αντιπρόσωποι και των δύο φύλων στη
μνήμη του Συστήματος, ή αποτελείται μόνο από
αρσενικά;»
«Γελοία υπόθεση! Μόνο από ένα θηλυκό μπορούσε
κανείς να περιμένει κάτι τέτοιο! Είστε
ειδικευμένες για την αναπαραγωγή, ποτέ όμως δεν
τα καταφέρατε στο στοχασμό».
«Θα σου δώσω να φας εικόνες που 'φεραν οι Σιωπηλοί
από τις τελευταίες τους αποστολές στην ξεχασμένη
Γη».
Η Μπέλλα με γέμισε μνημονικές ταινίες, παρμένες κατά πάσα πιθανότητα γύρω στις αρχές του Εικοστού Πρώτου αιώνα, δείχνοντας ουτοπικές σκηνές όπου άντρες και γυναίκες ήταν τελείως ίσοι μεταξύ τους.
«Πρόκειται για αστεία και παράλογα σενάρια απ' την εποχή όπου διάφοροι ονειροπόλοι πίστευαν στο μέλλον και φαντάζονταν παρά φύσιν λύσεις ισχυριζόμενοι ότι ο πολιτισμός μας είχε πάρει λάθος δρόμο. Μην ξεγελιέσαι, ποτέ δεν τους θεωρήσαμε τελείως σοβαρούς, ποτέ δεν πήραμε τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα».
«Όχι, είναι οι δικές σας επιθυμίες που έχτισαν την πραγματικότητα», ξανάρχισε ο Νέλσον Ντιάζ. «Καθίστε τώρα να σας πω αυτά που δεν θέλετε ν' ακούσετε: οι υποτιθέμενες εισχωρήσεις σας στην πραγματικότητα δεν είναι παρά απόπειρες για να εξαπλώσετε τη σκέψη σας πέρα από τα όρια του Συστήματος χωρίς να ενδιαφέρεστε και πολύ για τις συνειδήσεις των μελών του. Αυτή η μορφή αποικισμού απέτυχε όμως. Πάνε αιώνες που δεν ταξιδεύετε πλέον πραγματικά, από τότε που χάσατε οριστικά τον αισθησιασμό σας».
«Ποιος είσαι λοιπόν εσύ, Νέλσον Ντιάζ;»
«Η ενσάρκωση ενός από τα ομοιώματά σας».
«Βλακείες!»
«Γιατί νομίζετε ότι με ψάχνατε κάθε φορά που
εμφανιζόσασταν στη Λαντίδη;»
«Ψέματα!»
«Δεν έχετε πλέον μνήμη, τα κυκλώματά σας είναι
φθαρμένα, εν ολίγοις οι ικανότητες μαγνητικής
εναποθήκευσης της ταυτότητάς σας έχουν με τον
καιρό μειωθεί σημαντικά, όπως κι αυτές όλων των
άλλων μελών του Συστήματος. Τα υλικά που είχατε
στη διάθεσή σας δεν ήταν αιώνια. Κρίμα! Αν τα
πράγματα δεν ήταν έτσι, δεν θα κάνατε όλη αυτή τη
φασαρία για λίγη πραγματικότητα».
«Ισχυρίζεσαι συνεπώς ότι ανήκουμε στο ίδιο
είδος;»
«'Οχι ακριβώς, εγώ είμαι υβρίδιο. Μίλα Μπέλλα».
«Παραδέχεσαι ότι τα ομοιώματα είναι προικισμένα
με όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες;»
«Ναι, είναι τετραδιάστατες πληροφορικές
προβολές των ταυτοτήτων μας, οργανισμοί-χίμαιρες
ικανοί να αναπαράγουν οποιαδήποτε ζωική
λειτουργία και να αντιλαμβάνονται τα
συναισθήματα που τις συνοδεύουν. Μόλις πριν από
λίγο είχα μια πληγή που τρέχαν αίματα».
«Και μεις μπορούμε να 'χουμε αίμα. Και ήταν μετά
από μια τέτοια περίοδο που γκάστρωσες μία από τις
αδελφές μας. Πέθανε γεννώντας τον Ντιάζ!»
Αφομοίωσα την εικόνα αυτού του θηλυκού που με
προκαλούσε με τόσο περίεργο τρόπο. Μερικές
αναμνήσεις ξέφτισαν. «Λοιπόν, ποια είσαι;»
«Είμαι άνθρωπος, όπως οι Σιωπηλοί. Μια απ' αυτές
των οποίων προσδιορίσατε το πεπρωμένο μετά απ'
την επανάστασή σας».
«Λες ότι σε υποδουλώσαμε».
«Όπως όλες τις σκυλογυναίκες για τις οποίες
επινοήσατε το ρόλο της σκλάβας για την
ευχαρίστησή σας, όπως τη χαμένη ανθρωπότητα που
επί τόσους αιώνες διαμορφώνατε όπως βόλευε τα
παιχνίδια σας, όπως αυτή την κατεστραμμένη
κοινωνία που είναι καταδικασμένη στη δικτατορία
των κεφιών σας, όπως τη Λαντίδη που το καρκίνωμα
τής φαντασίωσης έχει αφανίσει».
«Και πώς τα ξέρεις όλα αυτά;»
Με αντιμετώπισε ο Ντιάζ:
«Καθώς η μνήμη σας εξασθενεί, η εξουσία σας
μειώνεται και ξαναβρίσκουμε την αυτονομία μας'
πολύ αργά δυστυχώς».
«Υποστηρίζεις ότι η πραγματικότητα δεν υπάρχει
πια».
«Όχι, λεω ότι την έχετε οριστικά αλλοιώσει».
«Αυτή την αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας, αυτό
τον ανεκπλήρωτο πόθο για επιστροφή στις ρίζες...
μάταια πασχίζουμε εδώ και τόσους αιώνες».
«Κοίτα και μόνος σου, αυτός ο κόσμος είναι
ερειπωμένος, η λίθωση κατατρώει την πόλη, ό,τι
φαίνεται να υπάρχει εξανεμίζεται σαν εφήμερο
πυροτέχνημα. Εδώ και μερικές δεκαετίες
προσπαθήσατε να εγχύσετε τις μνήμες σας στους
εγκεφάλους παιδιών που οι σκυλογυναίκες είχαν
εγκαταλείψει. Αντί να εμφυσήσετε σ' αυτά την
αρχαία σας γνώση, το μόνο που καταφέρατε ήταν να
τα σκοτώστε».
«Οι άνθρωποι όμως, μένουν οι αληθινοί άνθρωποι!»
«Δεν είναι πιο αυθεντικοί απ' τη φύση. Η φρικτή
σας μαγεία έχει σακατέψει τον πλανήτη».
«Λες ψέματα, Νέλσον Ντιάζ, λες ψέματα Μπέλλα, ή
κοινωνία που δημιουργήσαμε βασίζεται στην
αρμονία, στην ομορφιά».
«Μόνο οι Σιωπηλοί διαδίδουν ακόμα τέτοιες ιδέες,
μόνο αυτοί νοσταλγούν την αυταπάτη και αναζητούν
μαρτυρίες για τη χρυσή εποχή. Εγώ δεν τα πιστεύω
πια αυτά».
«Αυτό το παλάτι δεν είναι η απόδειξη;»
«Ακόμη κι αν ήταν, δεν είστε πια ικανοί να το
συντηρήσετε. Ο εκφυλισμός σας είναι
αμετάκλητος».
Ο Νέλσον Ντιάζ εξαφάνισε με το ποντίκι το ένα μου πόδι κατόπιν αναστενάζοντας κατευθύνθηκε προς τις σκυλογυναίκες.
«Η μόνη μας ελπίδα είναι να σας πιάσουμε έναν-έναν την ώρα που έρχεστε να κάνετε τον υγιεινό σας περίπατο και να σας εκμηδενίσουμε. Μέχρι να ξεφορτωθούμε μια για πάντα την ενοχλητική σας ουτοπία».
Μέσα σε μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου είχα αξιολογήσει αυτές τις αποκαλύψεις. Έψαχνα εδώ και τόσο πολύ καιρό την πραγματικότητα, που δεν μπορούσα να την αρνηθώ τώρα που τη διέκρινα καλύτερα. Έπρεπε απλώς να διαλέξω: ή ξαναγύριζα στη σφαίρα, στο απόρθητο μπλοκχάουζ μου για να πεθάνω από διασπορά ταυτότητος, ή επωφελούμουν από τη γενετική συγγένεια που είχα με τον Νέλσον Ντιάζ για να γίνω κυρίαρχός του και να μπορέσω πάλι να ζήσω. Εάν η πληροφορική οντότητα που αποτελούσαμε είχε εκφυλιστεί, εάν ο ονειρικός πολιτισμός που είχαμε φανταστεί είχε πάει κατά διάολου λόγω μαγνητικών γηρατειών σε σημείο να καταντήσει, χωρίς καν εμείς να το πάρουμε χαμπάρι, να γίνει τέτοιος εφιάλτης, μου 'μενε μια ύστατη ευκαιρία να αξιοποιήσω το μέλλον.
Στο κάτω-κάτω οι προθέσεις μου ήταν καλές. Δεν μπορούσα πια να θυμηθώ με ακρίβεια την επανάστασή μου, ούτε και την αιτιολογία της τότε που. ήμουν έφηβος, ήξερα όμως ότι ήταν γεμάτη ιδανικά. Αυτή η ανθρωπότητα που είχαμε βελτιώσει, προτού την αλλοιώσουμε και τη διαφθείρουμε, άξιζε τη βοήθεια που μπορούσε να της προσφέρει αυτή η εσωτερική μου βεβαιότητα. Ο Νέλσον Ντιάζ χάιδευε τον ώμο της Μπέλλας που τον φιλούσε τρυφερά στα χείλη. Δεν αισθανόμουν τίποτα, μιας και η μνήμη μου δεν περιείχε πια ούτε την ικανότητα για στύση, επιθυμούσα όμως την αφομοίωση μ' αυτό το ζευγάρι. Ο Νέλσον Ντιάζ, που ισχυριζόταν ότι ήταν γιος μου, δεν είχε την ιδανική μορφολογία που απέδιδα στον εαυτό μου από τότε που την είχα χάσει: ήταν πολύ μαυριδερός, πολύ ζωώδης, πολύ σγουρός' τα χοντρά του χείλια και τα κατακόκκινα μάγουλα που στόλιζαν το μελαψό του δέρμα, διανοητικά με αηδίαζαν. Οι γεμάτοι αισθησιασμό εύπλαστοι μυς του σώματός του δεν συμφωνούσαν καθόλου με την αισθητική μου. Και παρ' όλα αυτά με τραβούσε. Όσο για την Μπέλλα, γυμνή, προκλητική, που τα λεπτά μέλη, το λυγερό σώμα, το στιλπνό δέρμα και οι φαρδείς γοφοί ήταν τα πρότυπα της φαντασίας των διεστραμμένων μας παρεκκλίσεων, με τα άγρια μάτια και τη λεπτή μουσούδα, συμβόλιζε συγχρόνως την αποστροφή που κάθε αρσενικό αισθάνεται για το θηλυκό, και τον αβάσταχτο πόθο που τον κατέχει. Δεν δίστασα.
«Πλησιάστε! Δεν αντέχω άλλο να περιμένω». Οι
σκυλογυναίκες ούρλιαξαν.
Ο Ντιάζ σηκώθηκε και έσβησε ένα μέρος του στήθους
μου.
«Αποτέλειωσέ με Ντιάζ, θέλω να λυτρωθώ».
«Περιμένω το τέλος της μεταφοράς πληροφορίας.
Πρέπει οπωσδήποτε πάνω στην οθόνη-κόμπο να
σταθεροποιηθεί το πληροφορικό σας αποτύπωμα».
«Είναι επικίνδυνο, Μπέλλα, οι σύντροφοί μου
μπορεί να 'ρθουν να με βοηθήσουν. Μην τον ακούς,
εξαφάνισέ με, δεν αντέχω άλλο τη ζωή».
Έπιασε το ποντίκι και, ξεκαρδισμένη, συμπλήρωσε την εικόνα μου.
Πίσω τους, το πλαστικό παλάτι άρχισε να καταρρέει. Το σύμβολο της τέχνης μας και της επιστήμης μας θα γινόταν σε λίγο ερείπια προκαλώντας την καταστροφή της ηλεκτρονικής υποδομής και την οριστική καταδίκη μου στο πυρ το αιώνιο.
Παίζοντας, ο Νέλσον Ντιάζ πήγε να πάρει το ποντίκι. Η ερωτική τους πάλη έφερε μέχρι την αιχμάλωτη εικόνα μου το σώμα του γιου μου. Εκκενώθηκα σ' αυτόν.
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα κρεμόμουν μέσα στους όρχεις του, γεμάτος όρεξη για αναπαραγωγή. Μ' αυτό τον τρόπο μπορούσα να ξαναρχίσω τον κύκλο της ανθρώπινης χρυσαλλίδας: σε λίγο θα 'πεφτα για ύπνο σrην κοιλιά της σκύλας, μέχρι την επόμενη αϋπνία μου.