Όμορφο Αγόρι, Πέρνα στην Αλλη μεριά

 

Pat Cadigan
Pretty Boy Crossover (1986)
1987 SF Chronicle Award
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

«Ποιος σ' έκανε;»
«Τώρα πρόσφατα εννοείς;»
Ο Μοϊκανός στην πόρτα χαμογελά καθώς τον κόβει. «Είσαι μέσα. Mόvo εσύ όμως, οκέυ; Μην προσπαθήσεις να μπάσεις φίλους σου, τ' ακούς;»
«Ακούω. Και δεν είμαι βλάκας, βλάκα. Δεν έχω φίλους».
Ο Μοϊκανός γελάει πονηρά καθώς σκύβει προς το μέρος του. «Ένα Όμορφο Αγόρι σαν και σένα δεν έχει φίλους;»
«Όχι σ' αυτό τον κόσμο».

Προσπερνά τον Μοϊκανό αγνοώντας τον ήχο από τα φιλάκια που του στέλνει. Θα ήθελε να σπάσει τη μύτη του Μοϊκανού και να χώσει τα κομμάτια από το σπασμένο κόκαλο στο μυαλό του, αλλά τελευταία κάνει μεγάλες προσπάθειες να ελέγξει το θυμό του, κι επιπλέον, δεν είναι σίγουρος αν όλη αυτή η ιστορία με τα θραύσματα στο μυαλό είναι αληθινή. Είναι ένα Όμορφο Αγόρι, δεκάξι χρόνων, και σήμερα θα είναι η τελευταία του ευκαιρία.

Το κλαμπ λέγεται Θόρυβος. Δεν μπορείς να τρυπώσεις στην τουαλέτα για ησυχία, ο Θόρυβος μεταδίδεται κι εκεί. Θέλεις να ξεφύγεις από το Θόρυβο; Γιατί; Δεν υπάρχει λόγος. Αλλά αυτό το Όμορφο Αγόρι έχει μάθει να σκέφτεται ανάμεσα στο ρυθμό της μουσικής. Σαν να περπατάς ανάμεσα στις στάλες της βροχής και να μένεις στεγνός, αλλά αυτός μπορεί να το κάνει. Αυτό το Όμορφο Αγόρι σκέφτεται πράγματα συνέχεια - όλη την ώρα. Υπονομευτικό (και σκέφτεται τόσο πολύ που ξέρει και τη λέξη υπονομευτικό, παρ' όλο που είναι στα δεκάξι του, Όμορφο, κι όλα αυτά). Σκέφτεται πράγματα όπως Πόσοι Aϊνσταιν έχουν πεθάνει από την πείνα και τη δίψα κάτω από το ζεστό αφρικάνικο ήλιο και γιατί δεν μπορείς να θυμηθείς τη γέννησή σου και γιατί η μουσική είναι κοινή σ' όλους τους πολιτισμούς και ιδίως πόσα πράγματα γίνονταν που δεν τα ήξερε και πώς θα μπορούσε να τα μάθει.

Κι αυτό γίνεται συνέχεια, το ένα πράγμα μετά το άλλο περνά απ' το μυαλό του, το βλέπεις στα μάτια του. Σίγουρα δεν ταιριάζει και πολύ σ' ένα Όμορφο Αγόρι, αλλά αυτός είναι ένας λόγος που τον θέλουν. Το ότι είναι ένα Όμορφο Αγόρι είναι ένας άλλος, ο κυριότερος λόγος που τον έχουν σχεδόν καταφέρει.

Ξέρει τα πάντα γι' αυτούς. Οι πάντες ξέρουν γι' αυτούς, και όλοι θα ήθελαν να τους δουν να σταματούν, να ρίχνουν άλλη μια ματιά και να φτύνουν μια κάρτα που λεει: «Ναι, διακρίνουμε κάποιες δυνατότητες, περάστε παρακαλώ από τη διεύθυνση αυτή τις εργάσιμες ώρες την επόμενη εργάσιμη μέρα για μια επαγγελματική συνέντευξη». Όλοι το θέλουν εκτός απ' αυτό το Όμορφο Αγόρι, που κάποτε πήρε πέντε κάρτες σε μια βραδιά και τις έσκισε όλες. Να 'τος όμως που είναι ακόμη ένα Όμορφο Αγόρι. Σκέφτεται αρκετά για να ξέρει πως αυτό είναι ένα ελάττωμά του, και πως του αρέσει να είναι Όμορφο και να τον κυνηγούν, κι έτσι είναι που θα τον καταφέρουν τελικά, κι αυτό είναι κ-κ-κ-κακό. Όταν το σκέφτεται, το σκέφτεται με το τραύλισμα. Κ-κ-κ-κακό. Κ-κ-κ-κακό γι' αυτόν γιατί δεν το θέλει, μα το Θεό, όχι, όχι, ό-ο-ο-οχι. Πράγμα που τον κάνει ίσως το πιο παράξενο αγόρι που ζει ακόμη απόψε και κάθε βράδυ.

Ζει ακόμη και στέκεται στο κλαμπ όπου τώρα πια μπορούν να μπουν μόνο τα Ομορφότερα Όμορφα Αγόρια. Τα Όμορφα Κορίτσια είναι πολύ εύκολα, πρέπει να είναι καλύτερα κι από Όμορφα, κι έπειτα τα Όμορφα Αγόρια προτιμούν να είναι Όμορφα μόνα τους, χωρίς βοήθεια, ευχαριστώ πολύ. Αυτό το Όμορφο Αγόρι δεν το ενοχλούν τα Όμορφα Κορίτσια ούτε κανενός άλλου είδους κορίτσια. Τελευταία όμως αρχίζει ν' αναρωτιέται πόσο ακόμη θα κρατήσει γι' αυτόν. Δυο χρόνια; Λίγο περισσότερο ίσως; Τρία θα είναι το πολύ όμως, σίγουρα, και ο Μοϊκανός στην πόρτα θα φτύνει στα μούτρα του όσο εύκολα τώρα χαμογελά.

Αν δεν τον πάρουν.
Αν όμως τον πάρουν, τότε δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ και θα μπορεί να είναι όπου θα θέλει να είναι, όπου δηλαδή θα είναι το κέντρο του σύμπαντος. Το υπόσχονται, απεριόριστη πρόσβαση στις ελεύθερες ώρες σου και ατέλειωτο καλοκαίρι, ατέλειωτα νιάτα. Ο Παράδεισος των Όμορφων Αγοριών, και για να πας εκεί, λένε, δεν χρειάζεται να πεθάνεις στ' αλήθεια.

Κοιτάζει πάνω στη φωλιά του ντισκ τζόκεϋ, ψηλά πάνω από το πλήθος που κουνιέται και χορεύει στην πίστα. Τους λένε ακόμα ντισκ τζόκεϋ, παρ' όλο που δεν υπάρχουν πια δίσκοι, υπάρχουν τσιπς και πολλά απ' αυτά έχουν κάτι παραπάνω από ήχο μέσα τους. Το μεγάλο υπερ-πρόγραμμα, του λένε, το ύστατο των ύστατων, δυο βήματα από την τέταρτη διάσταση. Υποψιάζεται πως αυτές οι φήμες προέρχονται από παρακατιανούς που ψαρεύουν κόσμο για κείνους, ελπίζοντας πως θα κερδίσουν μια ακρόαση αν τους πάνε κόσμο. Κανείς δεν ξέρει πώς πραγματικά είναι εκτός απ' αυτούς που είναι ήδη εκεί, κι αυτούς δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς, φαντάζεται. Γιατί ίσως δεν είναι πια. Όχι στ' αλήθεια.

Ο ντισκ τζόκεϋ βλέπει το Όμορφο ανασηκωμένο του πρόσωπο, τον αναγνωρίζει παρ' όλο που έχει αρκετό καιρό να έρθει εδώ. Εν μέρει ήταν γιατί ήθελε να κρατηθεί μακριά από εκείνους, κι εν μέρει γιατί δεν ήταν σίγουρος αν ο γορίλας στην πόρτα θα τον άφηνε να μπει. Τελικά όμως έπρεπε να έρθει, για να δει αν θα μπορούσε να μπει, αν θα τον ήθελε ακόμη κανείς. Τι νόημα είχε να είσαι Όμορφος αν δεν υπήρχε κανείς να νοιάζεται και να κοιτάζει και να σε κυνηγά; Ήδη, είναι σχεδόν σίγουρος πως αισθάνεται την αίθουσα να προσαρμόζεται γύρω από την παρουσία του και ο ντισκ τζόκεϋ το επιβεβαιώνει σηκώνοντας ένα τσιπ και δείχνοντας μ' αυτό στ' αριστερά.

Κάθονται στα ψεύτικα σκαλιά δίπλα στην οθόνη, και του θυμίζουν περιστέρια που συνωμοτούν για να καταλάβουν τον κόσμο. Δεν τους κοιτάζει για πολύ, δεν θέλει να τους δώσει την εντύπωση πως θέλει συζήτηση. Αλλά καθώς γυρίζει, ο ένας, ο πιο νέος άντρας, κάνει να σηκωθεί. Ο μεγαλύτερος άντρας και η γυναίκα τον τραβούν πίσω.

Υποκρίνεται μεγάλο ενδιαφέρον για τις μορφές που στέκονται στη σειρά στον κοντινότερο τοίχο. Υπάρχουν Όμορφοι, υπάρχουν κορίτσια, υπάρχουν αναποφάσιστοι, υπάρχουν πολύ παράξενοι, ή πλούσιοι, ή απλές περιπτώσεις φιλανθρωπίας. Τον προσέχουν όλοι και προετοιμάζονται για την επιθεώρησή του.

Τότε η μια άκρη του δωματίου φωτίζεται με χρώμα και καινούριο θόρυβο. Σώματα χορεύουν και απομακρύνονται τρεκλίζοντας από την οθόνη όπου εικόνες αρχίζουν να σχηματίζονται με την άγρια μουσική. Είναι ο Μπόμπυ, συνειδητοποιεί.

Μια στιγμή αργότερα εμφανίζεται το πρόσωπο του Μπόμπυ στην οθόνη, πέντε μέτρα ψηλό, ακόμα πιο Όμορφο απ' ό,τι ήταν όταν κυκλοφορούσε ανάμεσα στους κοινούς θνητούς. Η θέα του 'Ομορφου -'Ομορφου προσώπου του Μπόμπυ τον γεμίζει θυμό και ανησυχία και μια αίσθηση στέρησης τόσο μεγάλη που θα ήταν ικανός να χτυπήσει όποιον θα έλεγε το όνομα του Μπόμπυ χωρίς την άδειά του.

Τα χαριτωμένα σταχτογάλαζα μάτια του Μπόμπυ χτενίζουν την αίθουσα. Του έχουν πει πως οι αισθήσεις σου ενισχύονται αφού αλλάξεις και περάσεις στην άλλη μεριά, αλλά δεν είναι πολύ σίγουρος για το πώς υποτίθεται πως λειτουργεί αυτό. Ο Μπόμπυ φαίνεται κάπως σαν τυφλός εκεί πάνω στην οθόνη. Μερικοί χειρονομούν χαιρετώντας τον Μπόμπυ - τα κωθώνια που τ' άφησαν να μπουν για να έχουν κάποιο ακροατήριο οι υπόλοιποι- αλλά τα μάτια του Μπόμπυ κινούνται αργά μπρος-πίσω, μπρος-πίσω και τελικά σταματούν, καρφωμένα πάνω του.

«Α...» ψιθυρίζει ο Μπόμπυ τραβηχτά. «Aααααααα».
Σηκώνει το σαγόνι του εριστικά και κοιτάζει τον Μπόμπυ.
«Δεν υπάρχει πια ανάγκη να πεθάνεις», λεει ο Μπόμπυ με μεταξένια φωνή. Η μουσική υπογραμμίζει ζωηρά τα λόγια του. «Είναι όμορφα εδώ. Τα όνειρα είναι όσο πραγματικά θέλεις να είναι. Και αν το θέλεις, μπορείς να είσαι μαζί μου».

Ξέρει πως η διαφήμιση δεν απευθύνεται μόνο σ' αυτόν, αλλά δεν έχει σημασία. Είναι ο Μπόμπυ. Η φωνή του Μπόμπυ φαίνεται να ρέει πάνω του, να τον χαϊδεύει, και μοιάζει πολύ με σαρκασμό. Τη νύχτα προτού ο Μπόμπυ περάσει στην άλλη μεριά προσπάθησε να τον μεταπείσει, ξέροντας πως δεν θα τα κατάφερνε. Αν τον απέρριπταν ο Μπόμπυ θα αυτοκτονούσε, όπως είχε κάνει ο Φράνκο. Αλλά τώρα ο Μπόμπυ θα ζούσε για πάντα, αιώνια, αν πίστευες αυτά που έλεγαν. Η μουσική δυναμώνει, αλλά τα μάτια του Μπόμπυ εξακολουθούν να είναι καρφωμένα πάνω του. Βλέπει το στόμα του Μπόμπυ να σχηματίζει το όνομά του.

«Μπορείς πραγματικά να με δεις, Μπόμπυ;» λεει. Η φωνή, του χάνεται στη μουσική, αλλά οι αισθήσεις του Μπόμπυ είναι πολύ ενισχυμένες, ίσως να τον ακούει. Αν τον ακούει, δεν απαντά. H μουσική είναι ένα στακάτο, νέο μιξάρισμα ενός τραγουδιού που o Μπόμπυ συνήθιζε να χορεύει μέχρις εξαντλήσεως. Το γιγαντιαίο πρόσωπο του Μπόμπυ σβήνει και τη θέση του παίρνει ένας ολόκληρος Μπόμπυ, λίγο μεγαλύτερος από, το φυσικό μέγεθος, που χορεύει καλύτερα απ' όσο μπορούσε να χορέψει ο παλιός Μπόμπυ, στριφογυρίζοντας σε σκηνές δρόμων που αλλάζουν συνεχώς, σε στέγες και σε πλαζ. Τα μέρη δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά o Μπόμπυ δεν είχε ποτέ μεγάλη φαντασία, δεν ήθελε ποτέ να πάει στον Αρη ή έστω στο Νότιο Πόλο, ήθελε πάντα να είναι στο πιο ζωντανό κλαμπ. Πάντα του άρεσε να είναι το εξωτικό στοιχείο σ' ένα κοινό περιβάλλον, κι ακόμα του αρέσει. Του άρεσε πάντα να τραβάει τα βλέμματα. Να τον κοιτάζουν, να τον λατρεύουν, να τον ζητούν. Ναι. Το βλέπει πως αυτός είναι ο παράδεισος του Μπόμπυ. Όλος ο κόσμος θα τον κοιτάζει τώρα.

Το φόντο στην οθόνη αλλάζει, και από δρόμος γίνεται το εσωτερικό ενός κλαμπ... αυτό το κλαμπ, μόνο που είναι μεγαλύτερο, καλύτερο, με ωραιότερο κόσμο, και ο Μπόμπυ χορεύει μαζί τους. Οι μισοί από το πραγματικό πλήθος ξεχνούν τώρα να χορέψουν, γιατί κοιτάζουν τον Μπόμπυ, ελπίζοντας πως έχει βάλει κάποιους απ' αυτούς στο βίντεο. Ναι, αυτό είναι το όνειρο, να σε μιξάρουν στη νέα, μεγαλύτερη έκδοση του χορού. Η προσοχή του παρασύρεται στα ψεύτικα σκαλιά που δεν οδηγούν πουθενά. Κάθονται ακόμη εκεί, οι μόνοι που κοιτάζουν αυτόν αντί για τον Μπόμπυ. Η γυναίκα, που δείχνει μεγαλύτερη με τη μωβ πλαστική, φαρδιά της φόρμα, παίζει με μια κάρτα.

Σηκώνει πάλι το βλέμμα του στον Μπόμπυ. Ο Μπόμπυ χορεύει και τον κοιτάζει, ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Τα χείλη του Μπόμπυ κινούνται χωρίς ν' ακούγεται ήχος, αλλά τόσο ξεκάθαρα που μπορεί να καταλάβει τι λέει: Μπορείς να βρεθείς στη θέση μου. Ποτέ να μη γεράσεις, ποτέ να μην κουραστείς, ποτέ δεν είναι η τελευταία ευκαιρία, τίποτα δεν συμβαίνει αν δεν το θέλεις, και μπορείς να το κάνεις εσύ. Εσύ. Εσύ. Τα χέρια του Μπόμπυ τον δείχνουν, ακολουθώντας το ρυθμό. Εσύ. Εσύ. Εσύ.

Μπόμπυ. Μπορείς στ' αλήθεια να με δεις;
Ο Μπόμπυ ξαφνικά βάζει τα γέλια και γυρίζει από την άλλη, συνεχίζοντας να χορεύει.

Βλέπει τον Μοϊκανό από την πόρτα ν' ανοίγει δρόμο μέσα στο πλήθος, το αληθινό πλήθος, και αρχίζει ν' ανησυχεί. Ο Μοϊκανός πηγαίνει κατευθείαν στις σκάλες, όπου του κάνουν χώρο, χαϊδεύοντας την κόκκινη λουρίδα των ανορθωμένων μαλλιών που διασχίζει το κέντρο του κεφαλιού του, σαν να χαιρετούν ένα αγαπημένο τους ζωάκι. Ο Μοϊκανός δείχνει ευχαριστημένος σαν επαγγελματίας φαγάς που κέρδισε έναν αγώνα φαγητού. Αναρωτιέται τι να υποσχέθηκαν του Μοϊκανού. Ίσως κάποιο περιορισμένο συμβόλαιο. Ίσως ακόμα κι ένα δοκιμαστικό.

Τώρα τον κοιτάζουν όλοι μαζί. Προκλητικά, αγγίζει ένα ψηλό κορίτσι που χορεύει δίπλα του και ακολουθεί το ρυθμό της. Του χαμογελά από ψηλά, μπαίνοντας ανάμεσα σ' αυτόν κι εκείνους εντελώς κατά τύχη, αλλά αυτό τον κάνει να τη συμπαθήσει. Φορά ένα διαφανές πόντσο πάνω από μια κολλητή φόρμα στο χρώμα του δέρματος, σαν τα κορίτσια που εμφανίζονταν κάποτε στα σώου. Πάνω από ένα κι ογδόντα, δεν είναι όμορφη μ' αυτή τη μύτη, ούτε καν χαριτωμένη, αλλά την αφήνουν να μπαίνει γιατί είναι ψηλή. Αυτό προφανώς δεν το ξέρει προφανώς δεν ξέρει τίποτα απ' όσα γίνονται, κι ούτε πρόκειται ποτέ να μάθει στ' αλήθεια. Γι' αυτόν το λόγο, μπορεί να της συγχωρέσει τα σκληροπυρηνικά πορτοκαλί μαλλιά.

Ένα Σκληρό Αγόρι τον σπρώχνει λίγο καθώς στριφογυρίζει σαν δερβίσης, ζητώντας αναγνώριση αγνοώντας τον. Τα Σκληρά Αγόρια δεν έχουν αλλάξει εδώ και πολλές δεκαετίες, περισσότερες απ' όσες μπορεί κανείς να θυμηθεί, σαν να ήταν η ίδια μικρή ομάδα στρατιωτών με τα δέρματα και τις αλυσίδες που προελαύνουν στο χρόνο. Το Σκληρό Αγόρι δεν χορεύει με κανέναν. Έτσι κάνουν πάντα τα Σκληρά Αγόρια. Αλλά αυτό εδώ θα μπορούσε να είναι χρήσιμο, σε περίπτωση ανάγκης.

Το κορίτσι βάζει τα δυνατά του στο χορό, χαμογελώντας του. Της χαμογελά κι εκείνος, πηγαίνοντας ελάχιστα στα δεξιά της, κοιτάζοντας αν τον κοιτάζει ο Μπόμπυ. Ακόμα δεν είναι σίγουρος αν ο Μπόμπυ μπορεί να δει τίποτα. Η σκηνή πίσω από τον Μπόμπυ είναι ακόμη ένα αντίγραφο του κλαμπ, και γίνεται όλο και πιο μοντέρνο, αν αυτό είναι δυνατόν. Η μουσική συνεχίζει να γυρίζει πίσω στο πρώτο της αποκορύφωμα. Τότε ο Μπόμπυ κάνει μια χειρονομία σαν Θεός και βλέπει τον εαυτό του. Χορεύει δίπλα στον Μπόμπυ, πιο Όμορφος απ' όσο θα μπορούσε να γίνει ποτέ, ακριβώς όπως του υπόσχονται. Ο Μπόμπυ δεν κοιτάζει το φάσμα του αλλά εκείνον, εκεί που πραγματικά είναι, και τα χείλη του κινούνται πάλι. Αν το θέλεις, μπορείς να είσαι μαζί μου. Κι εκείνη το ίδιο.

Η ψηλή του παρτεναίρ εμφανίζεται δίπλα στο φάντασμά του. Είναι κι αυτή πολύ βελτιωμένη, αν κι ακόμη δεν είναι Όμορφη, ούτε καν όμορφη. Το πραγματικό κορίτσι γυρίζει και βλέπει τον εαυτό της, και είναι ολοφάνερη η απόλαυση στο πρόσωπό της. Η Βασίλισσα του Χορού για ένα-δυο λεπτά. Έπειτα ο Μπόμπυ διώχνει την εικόνα της, έτσι που είναι μόνο οι δυο τους, δυο Όμορφα Αγόρια να χορεύουν όλη τη νύχτα, ένα ιδιωτικό πάρτι, ξένε βρες άλλο μέρος να διασκεδάσεις. 'Όπως γινόταν καμιά φορά στην πραγματικότητα, με τους δυο τους μόνο. Το θυμάται καλά.

«Μπ-μπ-μπ-μπόμπυ!» φωνάζει, και το παλιό του τραύλισμα ξαναγυρίζει. Η εικόνα του Μπόμπυ φαίνεται να τινάζεται, σαν να τον άκουσε τελικά. Ξεχνά τα πάντα, το κορίτσι, το Σκληρό Αγόρι, τον Μοϊκανό, αυτούς στα σκαλιά, και ορμά μέσα από το πλήθος προς την οθόνη. Ο κόσμος τραβιέται, σαν να παίζουν την Ερυθρά Θάλασσα. Βουτά για την οθόνη, για τον Μπόμπυ, χωρίς να τον νοιάζει τι θα πει οποιοσδήποτε. Τι ξέρουν αυτοί. Σ' όλα του τα δεκάξι χρόνια, δεν θυμάται ν' άκουσε έστω κι έναν να λεει αγαπώ τον φίλο μου. Ούτε ο Μπόμπυ, ούτε καν ο ίδιος.

Πέφτει στην οθόνη σαν χαστούκι και κρεμιέται εκεί, με το πρόσωπό του στο γυαλί. Δεν το βλέπει τώρα, αλλά στην οθόνη ο Μπόμπυ θα τον κοιτάζει, κάτω χαμηλά. Ο Μπόμπυ ποτέ δεν σταματά να χορεύει.

Ο Μοϊκανός έρχεται και τον ξεκολλά από την οθόνη. Οι άλλοι μαζεύονται γύρω του και τον παίρνουν. Το ψηλό κορίτσι παρακολουθεί με την έκφραση της γυναίκας που μένει στο διαμέρισμα πάνω από τη Σταχτοπούτα και φορά το ίδιο νούμερο παπούτσια. Κοιτάζει με καημό την οθόνη. Ο Μπόμπυ κουνάει το χέρι του και γυρίζει από την άλλη.

«Φυσικά, η διαδικασία δεν είναι αναστρέψιμη», λεει ο ηλικιωμένος άντρας. Τα μαλλιά του έχουν το χρώμα του ατσαλιού με μια προσεγμένη γαλάζια σκιά' έχει αρκετό μυαλό για να αποφεύγει τα μοντέρνα ρούχα.

Τον έχουν ξαπλώσει σε μια πολυθρόνα μ' ένα δίσκο με αναψυκτικά δίπλα του. Θα του χτυπήσουν το χέρι αν το απλώσει, σκέφτεται. «Όταν έχεις αποστάξει κάτι σε καθαρή πληροφορία, δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί σε μια λιγότερο αποτελεσματική μορφή», εξηγεί η γυναίκα χαμογελώντας. Δεν έχει καμιά ζεστασιά πάνω της. Λιγότερο αποτελεσματική μορφή. Αν αυτό είναι που σκέφτεται πράγματι, τότε θα έπρεπε να φοβάται αυτούς τους ανθρώπους, το ξέρει. Αυτά είπε του Μπόμπυ; Κι αυτό τον έκανε ακόμα πιο πρόθυμο;

«Ίσως δεν υπάρχει ανώτερη μορφή ύπαρξης από το να ζεις σαν συναισθανόμενη πληροφορία», συνεχίζει η γυναίκα. «Αν και θα πρέπει να γίνει περισσότερη έρευνα προτού μπορέσουμε να προσφέρουμε μετατροπή σε μια μεγαλύτερη κλίμακα».
«Ναι;» λεει εκείνος. «Το ξέρουν αυτό, ο Μπόμπυ και οι υπόλοιποι;»
«Α, δεν πρέπει ν' ανησυχείς», λεει ο πιο νέος. Έχει ένα ύφος σαν να έχει μεγαλώσει το πόδι του και δεν του κάνουν πια τα παπούτσια του χορού. «Το σύστημα έχει τελειοποιηθεί. Η Γκρέτα θέλει να πει πως πρέπει να κάνουμε έρευνα για περισσότερες αιτήσεις γι' αυτή τη νέα μορφή ύπαρξης».
«Γιατί δεν πάτε κι εσείς, αν είναι τόσο ανώτερη;»
«Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να γίνουν απ' αυτή την πλευρά», λέει η γυναίκα με κακεντρέχεια. «Επειδή-»
«Γκρέτα». Ο ηλικιωμένος άντρας κουνά το κεφάλι του. Η γυναίκα χαϊδεύει τα μεταξένια της μαλλιά σαν να ήθελε να ηρεμήσει τον εαυτό της και απομακρύνεται.

«Έχουμε άλλα σχέδια για τον Μπόμπυ όταν βαρεθεί να εμφανίζεται στα κλαμπ», λέει ο ηλικιωμένος. «Από τώρα τον εκπαιδεύουμε, προσθέτουμε περισσότερα δεδομένα στη βασική του διαμόρφωση πληροφοριών...»
«Αυτό σημαίνει πως δεν είναι πια στ' αλήθεια ο Μπόμπυ, ε;»
Ο άντρας γελάει. «Φυσικά και είναι ο Μπόμπυ. Γίνεσαι κάποιος άλλος κάθε φορά που μαθαίνεις κάτι;»
«Μπορείς να αποδείξεις πως δεν γίνομαι;»
Ο άντρας τον κοιτάζει κουρασμένα. «Κοίτα. Τον είδες. Δεν ήταν ο Μπόμπυ;»
«Είδα ένα βίντεο του Μπόμπυ να χορεύει σε μια γιγαντιαία οθόνη»
«Αυτός είναι ο Μπόμπυ και θα μείνει ο Μπόμπυ ό,τι και να γίνει, είτε βγει σε μια βιντεοθόνη σαν φωτεινές κουκίδες είτε τον στείλουμε σαν μήνυμα στο διάστημα».
«Αυτό έχετε σκοπό να κάνετε; Να στείλετε ένα μήνυμα στο πουθενά κι αυτό το μήνυμα να είναι ο Μπόμπυ;»
«Θα μπορούσαμε. Αλλά δεν θα το κάνουμε. Τον εισάγουμε στην αντίληψη των ανώτερων διαστάσεων. Όπως είναι τώρα, θα μπορούσε ίσως να βγει από το τρισδιάστατο επίπεδο ύπαρξης, να γίνει ο πρωτοπόρος μιας εντελώς νέας πραγματικότητας».
«Ναι; Και πώς θα πείσετε τον Μπόμπυ να το κάνει αυτό;»
«Θα τον πείσουμε πως είναι ψυχαγωγικό».
Γελάει. «Καλό αυτό. Ναι. Ψυχαγωγία. Θα φτάσετε σ' ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης και θ' ανοίξετε εκεί ένα κλαμπ όπου μόνο οι πιο ιν θα μπορούν να μπουν. Φυσικά».

Το πρόσωπο του ηλικιωμένου σκληραίνει. «Γι' αυτό δεν είναι που τρελαίνεστε εσείς τα Όμορφα Αγόρια; Για την ψυχαγωγία;» Κοιτάζει γύρω του. Το δωμάτιο θα έπρεπε να είναι ένα καμαρίνι ή κάτι τέτοιο, την εποχή που τα συγκροτήματα έπαιζαν ζωντανά. Κάπου από πάνω του ακούγεται αμυδρά ο θόρυβος του κλαμπ, αλλά δεν μπορεί να καταλάβει αν είναι ακόμα εκεί ο Μπόμπυ. «Το λετε αυτό ψυχαγωγία;»

«Το βαρέθηκα, το μαλακισμένο», πετάγεται η γυναίκα. «Πετάει ευκαιρίες που άλλοι θα σκότωναν για να τις έχουν...»
Μουγκρίζει με αναίδεια. «Ναι, όλοι θα σκοτώναμε για να γίνουμε το τσιπάκι κάποιου. Νομίζετε ότι πιστεύω στ' αλήθεια πως ο Μπόμπυ είναι πραγματικός επειδή τον βλέπω σε μια οθόνη;»

Ο ηλικιωμένος γυρίζει στον νεότερο. «Τηλεφώνησε και πες τους να συνδέσουν τον Μπόμπυ εδώ». Γυρίζει την πολυθρόνα έτσι που να κοιτάζει μια ωραία μοντέρνα οθόνη ενσωματωμένη στον τσιμεντένιο τοίχο.
«Ο Μπόμπυ θα είναι μαζί μας σε λίγο. Θα σου πει ο ίδιος αν είναι πραγματικός ή όχι. Σου κάνει αυτό;»

Κοιτάζει την οθόνη έντονα, αγνοώντας τον άντρα, περιμένοντας να εμφανιστεί η εικόνα του Μπόμπυ. Λες και επικοινωνούσαν συχνά μ' αυτό τον τρόπο με τον Μπόμπυ. Βάλτε αυτά τα δεδομένα κι αυτές τις μνήμες κι ο Μπόμπυ θα τα πιστέψει. Στριφογυρίζει στη θέση του άβολα, και αναρωτιέται ξαφνικά ως πού θα μπορούσε να φτάσει αν πεταγόταν γρήγορα.

«Aγόρι μου», λεει η γλυκιά φωνή του Μπόμπυ από τα μεγάφωνα δεξιά κι αριστερά της οθόνης, και πιέζει τον εαυτό του να συνεχίσει να κοιτάζει καθώς εμφανίζεται ο Μπόμπυ, σε μια ίδια πολυθρόνα, κάπως κουρασμένος, σαν να είχε κατέβει στ' αλήθεια μόλις τώρα από την πίστα του χορού. «Σε είδα που χόρευες πάνω πριν λίγο. Έχεις καιρό να περάσεις. Τι γίνεται;»

Ανοίγει το στόμα του, αλλά δεν βγαίνει ήχος. Ο Μπόμπυ τον κοιτάζει με απεριόριστη υπομονή και επιείκεια. Τόσο Όμορφος, τα μαλλιά του στην τέλεια απόχρωση τώρα, και καθόλου ξερά από τα χρώματα και τις χένες, το δέρμα άσπιλο και λαμπερό σαν άγγελος. Αγγελος της νύχτας, όπως στο παλιό τραγούδι.

«Αγόρι μου», λέει ο Μπόμπυ. «Φοβάσαι, είσαι ντροπαλός, ας πούμε, ή νεκρός
Κλείνει το στόμα του, παίρνει μια ανάσα. «Δεν μ' αρέσει, Μπόμπυ, δεν μ' αρέσει έτσι».
«Φυσικά, κούκλε. Είσαι αυτός που Κοιτάζει, όχι αυτός που Κοιτάζουν, γι' αυτό. Πέρνα στην άλλη μεριά και η διάθεσή σου θ' αλλάξει».
«Σ' αρέσει στ' αλήθεια, Μπόμπυ, να είσαι μέσα σ' ένα τσιπ;»
«Μέσα σ' ένα τσιπ, μαλακίες. Είμαι ένα ολόκληρο σύμπαν τώρα. Είμαι τα πάντα, ας πούμε. Και, ακούς - είμαι σ' όλα τα κανάλια». Ο Μπόμπυ γέλασε. «Είμαι ευτυχισμένος που είμαι λυπημένος!»
«Λ-Υ-Π», λεει ο ηλικιωμένος. «Λογική Υπερευαίσθητη Πληροφορία».
«Πω-πω. Πολύ έξυπνα για μένα, αυτά. Μπορώ να φύγω τώρα;»
«Γιατί βιάζεσαι;» Ο Μπόμπυ σουφρώνει τα χείλη του. «Επειδή πέρασα στην άλλη μεριά δεν μ' αγαπάς πια;»
«Πάντα τα μπέρδευες, Μπόμπυ. Δεν ξέρεις τη διαφορά ανάμεσα στο να σ' αγαπάνε και στο να σε κοιτάνε;»
«Έξυπνο αγόρι», λεει ο Μπόμπυ. «Τόσο σοφό, τόσο μορφωμένο. Τόσο γεμάτο γνώσεις. Απ' αυτή τη μεριά, δεν υπάρχει διαφορά. Ίσως ποτέ δεν υπήρξε. Αν μ' αγαπάς, με κοιτάζεις. Αν δεν κοιτάς, δεν σε νοιάζει, κι αν δεν σε νοιάζει, εγώ δεν μετράω. Κι αν δεν μετράω, δεν υπάρχω. Σωστά; »

Κουνάει το κεφάλι του αρνητικά.
«Όχι, αγόρι μου, έχω δίκιο». Ο Μπόμπυ γελάει. «Πιστεύεις πως έχω δίκιο, γιατί αν δεν το πίστευες, δεν θα ερχόσουν να κουνήσεις τον Όμορφο κώλο σου σ' ένα μέρος σαν κι αυτό, έτσι δεν είναι; Σ' αρέσει να σε κοιτάζουν, να σε βλέπουν. Με βλέπεις, σε βλέπω. Η ζωή συνεχίζεται».

Κοιτάζει τον ηλικιωμένο, ζητώντας ανακούφιση από την αγνή Ομορφιά του Μπόμπυ. «Πώς με βλέπει;»
«Αισθητήριες συσκευές. Τεχνικά πράγματα, δεν σ' ενδιαφέρουν».

Αναστενάζει. Θα έπρεπε να είναι επάνω ή στην άλλη άκρη της πόλης, να διασκεδάζει μ' όλο τον κόσμο, να ζει Όμορφα όσο περισσότερο θα μπορούσε. Ίσως σε λίγους μήνες, ν' αρχίσει να το βλέπει αλλιώς, πιο ευχάριστα. Τότε όμως μπορεί να μην τους ενδιαφέρουν τα Όμορφα Αγόρια και να ψάχνουν άλλους τύπους, κι αυτός θα μείνει ξεκρέμαστος, στο κρύο, θα γλιστρά από την άλλη μεριά της κορυφής του και κανείς δεν θα τον θέλει. Μπορεί να το αντιμετωπίσει; Κοιτάζει τον νεαρότερο. Μεγάλος πια, καμιά λάμψη.. Ναι, αλλά αυτός, μπορεί να το αντιμετωπίσει;»

Δεν ξέρει. Κάποτε δεν υπήρχε άλλη εκλογή, αλλά τώρα που υπάρχει, φαίνεται να είναι χειρότερα τα πράγματα. Η εικόνα του Μπόμπυ φαίνεται να τον παρακολουθεί περιμένοντας κάποιο σημάδι, με τα Όμορφα του μάτια ζωηρά, όλο ελπίδα.

Ο ηλικιωμένος σκύβει και του μιλά στ' αυτί. «Πρέπει να σε πάρουμε πριν τα είκοσι πέντε, προτού σταματήσει να μεγαλώνει το μυαλό. Ένας νους από ένα μυαλό που δεν έχει σταματήσει να μεγαλώνει αναπτύσσεται και προσαρμόζεται. Κάποιοι πριν από τον Μπόμπυ προσαρμόστηκαν θαυμάσια στο νέο τους μέσο: Καθαρό βίντεο: υπάρχουν άνθρωποι που όλη μέρα δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να παρακολουθούν και να μελετούν τα σύμβολά τους για νέες επαναστατικές μεθόδους σκέψης. Και θα παίρνουμε Όμορφα Αγόρια όσο είναι ακόμη δημοφιλή. Είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να βρούμε τους καλύτερους, αυτούς που όλοι θέλουν να βλέπουν ή να μιμούνται. Οι καλύτερες περιπτώσεις είναι σχεδόν παράδεισος. Αλλά κι αν δεν φτάσεις ώς εκεί, θα είσαι ψυχαγωγία. Καθόλου άσχημος τρόπος ζωής για ένα Όμορφο Αγόρι. Ποτέ δεν θα γεράσεις, δεν θ' αρρωστήσεις, δεν θα χάσεις τίποτα. Έχεις περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου νέος, γιατί να μάθεις πώς να είσαι μεγάλος; Γιατί να μάθεις να ζεις χωρίς όλα αυτά που έχεις τώρα...»

Σκεπάζει με τα χέρια του τ' αυτιά του. Ο ηλικιωμένος συνεχίζει να μιλάει και ο Μπόμπυ κάτι λέει και ο νεότερος άντρας και η γυναίκα έρχονται και προσπαθούν να κάνουν κάτι. Τα αναψυκτικά πέφτουν από το δίσκο. Σηκώνεται παλεύοντας από την πολυθρόνα και τρέχει στην πόρτα.

«'Ει, αγόρι μου», του φωνάζει ο Μπόμπυ. «Μισό λεπτό, πες μου ποιο είναι το πρόβλημά σου»,
Δεν απαντά. Τι μπορείς να πεις σε κάποιον που είναι φτιαγμένος από καθαρή πληροφορία, τελικά;

Υπάρχει ένας καινούριος τύπος στην είσοδο, πιο μεγάλος και πιο κακός από τον Μοϊκανό, αλλά είναι εκεί για να κρατάει τον κόσμο έξω, κι όχι για να κρατήσει κανέναν μέσα. Αν θες να φύγεις, φύγε, κακομοίρη μαλάκα. Ακόμα κι αν είσαι ένα Όμορφο Αγόρι. Το διαβάζει στο πρόσωπο του τύπου καθώς περνά από το θόρυβο στην ησυχία του δρόμου των τρεις το πρωί.

Τον αφήνουν να φύγει. Δεν έχει ψευδαισθήσεις γι' αυτό. Τον αφήνουν να φύγει γιατί ξέρουν τα πάντα γι' αυτόν. Ξέρουν πως ζει όπως ζούσε ο Μπόμπυ, ξέρουν πως του αρέσει ό,τι άρεσε του Μπόμπυ - τα κλαμπ, ο θαυμασμός των άλλων, ο πόθος των ξένων για την προσωπική του μαγεία. Δεν μπορεί να πει πως δεν του αρέσει αυτό, γιατί του αρέσει. Δεν είναι σίγουρος αν του αρέσει περισσότερο απ' όσο αγαπούσε τον Μπόμπυ, ή αν του αρέσει περισσότερο από το να είναι ζωντανός. Ζωντανός.

Και να 'τος, τρεις το πρωί, στην καλύτερη ώρα των κλαμπ, και γυρίζει σπίτι. Ίσως να είναι ένας κακομοίρης μαλάκας τελικά, ό,τι και να του αρέσει. Πολύ ηλίθιος ακόμα και για να μείνει στο κλαμπ, πόσο μάλλον για να φτάσει στον παράδεισο. Συνεχίζει να προχωρά, χωρίς να τον ενοχλεί η ψύχρα, αν και τη νιώθει. Ο Μπόμπυ δεν χρειάζεται πια να γυρίζει σπίτι του μέσα στο κρύο, σκέφτεται. Ο Μπόμπυ δεν χρειάζεται καν να περιμένει να περάσουν οι ώρες που είναι κλειστά τα κλαμπ, αν το θέλει. Όλες οι ώρες είναι τώρα οι καλύτερες για τον Μπόμπυ. Ακόμα κι αν τον βγάλουν από την πρίζα, δεν θα το καταλάβει. Πουφ, κι είναι μια μέρα αργότερα, πουφ, ένας χρόνος μετά, πουφ, και τελείωσες για πάντα. Ανώδυνα.

Ίσως ο Μπόμπυ να έχεί δίκιο, σκέφτεται προχωρώντας στο άδειο πεζοδρόμιο. Αν πάει αύριο, ποιος θα το προσέξει; Όπως όταν έφυγε από την πίστα - ήρθαν άλλοι και γέμισαν το χώρο. Τελικά, δεν θα είχε καμιά διαφορά για κανέναν.

Χαμογελά ξαφνικά. Εκτός απ' αυτούς. Όσο δεν τον έχουν, έχει διαφορά. Όσο έχει σάρκα για να χορεύει και να την επιδεικνύει και να αισθάνεται μ' αυτήν, έχει πολύ μεγάλη διαφορά γι' αυτούς. Ακόμα κι όταν δεν θα τον θέλουν πια, θα εξακολουθεί να είναι αυτός που δεν δέχτηκε. Τρίβει τα χέρια του στην παγωνιά, το νιώθει στο δέρμα του, στ' αλήθεια το νιώθει για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, και σκέφτεται δεκάξι εκατομμύρια πράγματα συγχρόνως, ίσως ένα πράγμα για κάθε εγκεφαλικό κύτταρο που χρησιμοποιεί, ή ίσως ένα πράγμα για κάθε εγκεφαλικό κύτταρο που πρόκειται να χρησιμοποιήσει.

Συνεχίζει να προχωρά, διατηρώντας τη μεγάλη σκέψη, τη διαφορά, κι όλα τα μικρά πράγματα που δεν θα τα κάνουν πρόγραμμα. Είναι ζαλισμένος από χαρά - δεν ξέρει τι πρόκειται να συμβεί.

Ούτε κι εκείνοι.