
Lucius
Shepard
The Sun Spider (1987)
Μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου
«Στην έρημο Ναμίμπ, στην Αφρική, ένα από τα πιo αφιλόξενα μέρη πάνω στη Γη, ζει ένα πλάσμα που το λένε αράχνη του ήλιου. Το σώμα της είναι ανοιχτόχρωμο και τριχωτό, στο χρώμα ακριβώς της άμμου κάτω από την οποία καιροφυλακτεί περιμένοντας το θήραμά της, χωρίς να διαταράσσει ούτε κόκκο. Η φύση είναι αποτελεσματική, έχει την ικανότητα να βρίσκει σοφές λύσεις στο πρόβλημα της επιβίωσης σε τόσο φρικτά μέρη. Έτσι, αν, όπως υποστηρίζω, υπάρχει ζωή στον Ήλιο, δεν θα εκπλαγώ αν μάθω ότι έχει υιοθετήσει μια παρόμοια μορφή».
Από τα Αλχημιστικα Ημερολόγια του Ρέυνολντς Ντυλάμπρ
Ο άντρας μου ο Ρέυνολντς και εγώ φθάσαμε στον Ηλιακό Σταθμό μετά από τέσσερα χρόνια στην έρημο Ναμίμπ, όπου εκείνος είχε γράψει τα Ημερολόγια που περιλάμβαναν τις περιβόητες Ηλιακές Εξισώσεις και εγώ είχα συμφιλιωθεί με την ανία. Μας συνάντησε στην προβλήτα ο διευθυντής του Τμήματος Φυσικής, ο δρ Ντέηβις Μπρεντ, και μας συνόδευσε σε μια δεξίωση που δινόταν προς τιμήν του Ρέυνολντς, σ' έναν από τους θόλους αναψυχής που υπήρχαν στο Σταθμό. Ακόμα και αν αγνοούσα ότι ο Μπρεντ ήταν ένας από τους βασικούς επικριτές του Ρέυνολντς, θα είχα καταλάβει αμέσως ότι ήταν αντίπαλοι. Στους τρόπους και τη φυσιογνωμία ήταν ακριβώς αντίθετοι, σαν την κόμπρα με τη μαγκούστα. Ο Μπρεντ ήταν στρουμπουλός, μετρίου αναστήματος, με αρχή φαλάκρας και ντυμένος με ένα άχαρο, φτηνό κουστούμι. Ο Ρέυνολντς - στα τριάντα επτά του, μόλις δυο χρόνια μικρότερος - έδειχνε τουλάχιστον μια δεκαετία πιο νέος. Ήταν ψηλός και λεπτός, με καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους του και αυτή τη βασανισμένη ευγένεια στη φυσιογνωμία που έχουμε συνδέσει με τους σαιξπηρικούς πρωταγωνιστές. Και οι δυο φέρνονταν όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά μόλις που κατάφερναν να είναι ευγενικοί, έτσι ήταν μια ανακούφιση όταν φτάσαμε στο θόλο και παρασυρθήκαμε από ένα πλήθος τεχνικών, θαυμαστών και επιστημόνων.
Ο Ηλιακός Σταθμός βρισκόταν σε τροχιά γύρω από το Νότιο Πόλο του Ήλιου, και από τα φινιστρίνια έβλεπα μια αποβάθρα όπου ήταν αραγμένα αρκετά από τα ογκώδη σκάφη που ταξίδευαν στο ηλιακό στέμμα. Αφήνοντας τον Ρέυνολντς να παιδεύεται, κάθισα δίπλα σ' ένα φινιστρίνι και χάζευα προς την πλευρά της Γης, προφασιζόμενη ότι συμμετέχω στην Εθνική γιορτή του Αμπιτζάν, παρά να ανέχομαι αυτό το συνονθύλευμα από μοριακούς φυσικούς και ορθολογιστές, που οι περισσότεροι έχασκαν μπροστά στον Ρέυνολντς ελπίζοντας ίσως ότι θα επιβεβαιώσει τη φήμη του πέφτοντας σε κώμα από τα ναρκωτικά ή αρχίζοντας έναν καυγά. Η γλώσσα του σώματος του Μπρεντ ήταν ικετευτική, υποτελής, σαν κάποιου σκύλου που προσπαθεί να κερδίσει τη συμπάθεια. Έπλεκε τα χέρια του και έριχνε το κεφάλι στο πλάι όταν ανέπτυσσε ένα επιχείρημα, σαν να παρακαλούσε τον κύριό του να μην τον χτυπήσει. Ο Ρέυνολντς στεκόταν ακίνητος, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
Κάποια στιγμή, ο Μπρεντ είπε: «Δεν βλέπω τι
προσπαθείς να πετύχεις ακτινοβολώντας πρωτόνια
στις τρύπες του στέμματος», και ο Ρέυνολντς, με το
πιο περιφρονητικό του ύφος, απάντησε λέγοντας
ότι απλώς έψαχνε μέσα στα στάχυα μ' ένα μακρύ
ραβδί.
Δεν κατάφερα να ακούσω τις δυο επόμενες ατάκες,
αλλά όταν άκουσα τον Μπρεντ να λεει «Αυτό είναι
πιθανόν, αλλά δεν νομίζω να συνειδητοποιείς πόσο
ανοιχτή είναι η κοινότητά μας. Τα τείχη που έχεις
χτίσει γύρω από την έρευνά σου δεν συμβαδίζουν με
το πνεύμα...»
«Σε όλη την καταραμένη τη ζωή μου», τον διέκοψε ο Ρέυνολντς, εκφέροντας το λόγο σαν βαρύτονος από σκηνής, «με ενοχλούσαν τα ανθρωπάκια. Ανθρωποι που έφτιαξαν μια βολική ακαδημαϊκή φωλίτσα κρατώντας σημειώσεις για τη δουλειά μου και ύστερα επικρίνοντάς την. Μπάσταρδα ποντικάκια σαν και σένα. Γι' αυτό προστατεύω την ιδιωτικότητά μου... για να μη φωλιάζουν ποντικοί στα χαρτιά μου».
Απομακρύνθηκε προς το τραπέζι με τα αναψυκτικά, αφήνοντας τον Μπρεντ να χαμογελά προς όλες τις κατευθύνσεις, προσπαθώντας να δείξει ότι δεν τον είχε πειράξει η προσβολή.
Μια αδύνατη καστανομάλλα προσκολλήθηκε στον Ρέυνολντς, πιάνοντάς του την κουβέντα. Εκείνος επιχειρηματολογούσε με εκφραστικές χειρονομίες, γέρνοντας πάνω της, μοιάζοντας σαν να σκόπευε να την τυλίξει με την κάπα του, και λίγο αργότερα αποχώρησαν διακριτικά.
Συγκριτικά με τη συνηθισμένη δημόσια συμπεριφορά του Ρέυνολντς, αυτή ήταν μια αρκετά συγκρατημένη επίδειξη, αλλά αρκετή για να κάνει την ομήγυρη να ξεχάσει την παρουσία μου. Ήπια ένα ποτό, ακούγοντας τις συζητήσεις, χωρίς να αισθάνομαι προδομένη. Ήμουν συνηθισμένη στις απιστίες του Ρέυνολντς, και πραγματικά είχα καταφέρει να τις εκμεταλλεύομαι. Ήμουν ευγνώμων που είχε βρει την καστανή του. Αν και ο γάμος μας δεν στερείτο εντελώς αισθησιασμού, οι περισσότερες από τις ενώσεις μας ήταν τελετουργικές ως προς τη φύση τους, και μετά από τέσσερα χρόνια απομόνωσης στην έρημο, είχα ανάγκη από τη συναισθηματική υποστήριξη ενός εραστή. Ο Ήλιος πίστευα ότι θα μου προμήθευε μια άφθονη ποικιλία.
Λίγο αφού έφυγε ο Ρέυνολντς, ο Μπρεντ ήρθε στο λιμάνι και προς μεγάλη μου έκπληξη προσπάθησε να με γοητεύσει. Ήταν ένα από τα πιο ηλίθια καμάκια που μου 'χαν κάνει ποτέ. Προσπαθούσε συχνά να με αγγίξει, δήθεν τυχαία, και μου 'κανε αρκετά κομπλιμέντα για το μέγεθος των ματιών μου. Κατάφερα να στρέψω τη συζήτηση σε πιο αθώες κατευθύνσεις κι εκείνος το 'ριξε στην πολιτική, ένα θέμα στο οποίο θεωρούσε τον εαυτό του ειδήμονα.
«Η βασική πολιτική μου φιλοσοφία», είπε, «πηγάζει από ένα διήγημα ενός από τους μάστορες της μελλοντολογικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Στο διήγημα, ένας άντρας στέλνει το μυαλό του στο μέλλον και βρίσκεται σ' έναν ουτοπικό περίγυρο, έναν κήπο περιστοιχισμένο από λευκά κτίρια, με ωραίους άντρες και γυναίκες να περιφέρονται παντού...»
Δεν θυμάμαι πόση ώρα τον άκουγα να βολοδέρνει σε μια γελοία φιλελεύθερη φαντασίωση, πριν σκάσω στα γέλια. Ο Μπρεντ φάνηκε να τα χάνει με την αντίδρασή μου, αλλά έκρυψε το σάστισμά του, γελώντας κι αυτός. «Αχ, Κάρολυν», είπε. «Προς στιγμήν σε είχα ξεγελάσει, ε; Νόμιζες ότι μιλάω σοβαρά!»
Τον λυπήθηκα. Ήταν ένας θλιβερός ανθρωπάκος με παραφουσκωμένο εγωισμό. Και του είχαν πει ότι κινδύνευε να χάσει τη θέση του. Έφαγα σχεδόν μια ώρα κάνοντάς τον να αισθάνεται σπουδαίος. Ύστερα τον ξεφορτώθηκα και πορεύτηκα σε αναζήτηση καταλληλότερης παρέας.
Ο πρώτος μου εραστής στον Ηλιακό Σταθμό, ένας νεαρός ατομικός φυσικός που τον έλεγαν Τομ, ήταν υπερβολικός στα αισθήματά του. Και μόνο το άκουσμα του ονόματός μου τον μάγευε. Συχνά σήκωνε το κεφάλι και έλεγε «Κάρολυν, Κάρολυν», λες και μ' αυτό τον τρόπο αιχμαλώτιζε την ουσία της ύπαρξής μου. Τον έβρισκα παράλογο, αλλά είχα ανάγκη από προσοχή και παρ' ότι δεν ανταποκρινόμουν ανάλογα, με ενθουσίαζε να είμαι το αντικείμενο της εμμονής του. Συναντιόμασταν κάθε μέρα σε έναν από τους θόλους αναψυχής, χορεύαμε και παίρναμε παραισθησιογόνα- είχα αδυναμία στα αμουριστικά - και ύστερα απομονωνόμασταν σε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο για να κάνουμε έρωτα και να κοιτάμε τα ηλιόπλοια να γυρίζουν από τα φλογισμένα ταξίδια τους. Ο Τομ ονειρευόταν να τον τοποθετήσουν κάποια μέρα σ' ένα ηλιόπλοιο και μίλαγε με τις ώρες για το μυθικό θέαμα που αντικρίζει όποιος κάνει τη βουτιά στα φλεγόμενα αέρια. Η εμμονή του με την επιστημονική περιπέτεια με ανάγκασε τελικά να διακόψω τη σχέση μας. Χρόνια παρακολούθησης της δουλειάς του Ρέυνολντς με είχαν στερήσει από κάθε καλή γνώμη για την επιστήμη, και επιπλέον δεν ήθελα να μου θυμίζουν πόσο κοντά ήμουν στον Ήλιο: Μερικές φορές φανταζόμουν ότι τον ακούω να σφυρίζει, να ουρλιάζει, και αισθανόμουν τις φλόγες του να γλείφουν τους μεταλλικούς τοίχους, έτοιμες να μας τηγανίσουν στη στιγμή.
Περιγράφοντας τις απιστίες μου, δεν προσπαθώ να πω ότι από το γάμο μου έλειπε ο έρωτας. Αγαπούσα τον Ρέυνολντς, αν και o έρωτάς μου είχε κάπως ξεθωριάσει. Και αυτός με αγαπούσε με τον τρόπο του. Πριν το γάμο μας είχε ανακοινώσει ότι σκόπευε η ένωσή μας να είναι «γάμος ψυχών». Αλλά αυτό δεν ήταν εκδήλωση πάθους, μάλλον δήλωση επιστημονικών προθέσεων. Πίστευε στην ψυχή, πίστευε ότι ήταν η απόλυτη έκφραση της ζωής, μια ιδιότητα που εμπότιζε κάθε μόριο ύλης και προκαλούσε όλες τις εκδηλώσεις της προσωπικότητας και της ζωτικότητας. Η έρευνά του για ζωή στον Ήλιο ήταν βασικά μια προσπάθεια να απομονώσει την ψυχή και να επικοινωνήσει μαζί της, και ο «γάμος των ψυχών» ήταν γι' αυτόν ο λογικός στόχος της φυσικής του εικοστού πρώτου αιώνα. Τώρα σκέφτομαι ότι η έρευνά του μπορεί να ήταν ο μοναδικός τρόπος να εκφράσει τα βαθύτερα αισθήματά του, και ήταν το θεμελιώδες μας πρόβλημα ότι νόμιζα πως κάποια μέρα θα με αγαπούσε με τρόπο που να με ικανοποιεί, ενώ εκείνος αισθανόταν ότι η ικανοποίησή μου ήταν εξασφαλισμένη με την εφαρμογή της επιστημονικής μεθόδου.
Για να περιγράψω πιο καλά τη σχέση μας, θα 'πρεπε να αναφέρω ότι κάποτε μου έγραψε πως η «απαθής, αόριστα ανατολίτικη ομορφιά» του προσώπου μου του θύμιζε «εκείνα τα ήρεμα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν για να απεικονίζουν τον ηλιακό δίσκο στους αρχαίους ναυτικούς χάρτες». Πάλι, αυτό δεν ήταν φαντασίωση πάθους: Θεωρούσε αυτή την ομοιότητα γούρι, φυλαχτό. Σκεφτόταν μαγικά, θεωρούσε τον εαυτό του πιο κοντά στους αλχημιστές παρά στους ομοίους του, και, σαν τους αλχημιστές, έδινε σημασία στη δύναμη των ομοιοτήτων. Όποτε κάναμε έρωτα, πίστευε ότι κάνει έρωτα με τον Ήλιο. Προς μεγάλη ατυχία του γάμου μας, κάθε ωραία γυναίκα αντιπροσώπευε γι' αυτόν τον Ήλιο, οπότε ήταν κατάλληλο εργαλείο για να τη χρησιμοποιεί στις τελετουργίες του. Χάρη στον πελώριο εγωισμό του, θα ήταν περίεργο γι' αυτόν να είναι πιστός, και αν δεν χρησιμοποιούσε το σεξ σαν τελετουργικό για να εμπνέεται, είμαι σίγουρη ότι θα είχε βρει κάποια άλλη δικαιολογία για τις απιστίες του. Και υποθέτω ότι εγώ θα έπρεπε να βρω κάποια άλλη αιτία για τις δικές μου.
Κατά τη διάρκεια αυτών των πρώτων μηνών δεν έκανα διακρίσεις στην επιλογή των εραστών μου. Δημιουργούσα σχέσεις και με τεχνικούς και με μερικούς από τους συναδέλφους του Ρέυνολντς. Ο ίδιος ο Ρέυνολντς ήταν πιο εκλεκτικός, και οι ζωές μας πήραν διαφορετικούς δρόμους. Σπάνια περνούσα τη νύχτα στο διαμέρισμα μας, και δεν έδινα καμία απολύτως σημασία στη δουλειά του Ρέυνολντς. Ύστερα όμως, ένα απόγευμα, ενώ βρισκόμουν με τον τελευταίο εραστή μου στο ιδιαίτερο δωμάτιο ενός θόλου αναψυχής, η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Ρέυνολντς. Ο εραστής μου - ένας τεχνικός που ξεχνάω το όνομά του - τινάχτηκε πάνω και άρχισε να ντύνεται γρήγορα, μουρμουρίζοντας συνεχώς δικαιολογίες. Έβαλα τις φωνές στον Ρέυνολντς. Ήμουν έξαλλη μαζί του. Τι δικαίωμα είχε να με ταπεινώνει κατ' αυτό τον τρόπο; Εγώ ποτέ δεν είχα μπουκάρει όταν πήδαγε τις πουτάνες του, έτσι δεν ήταν; Απτόητος, με κοίταζε, και αφού ο τεχνικός την είχε κοπανήσει, εξακολουθούσε να με κοιτάζει. Τελικά, ξέπνοη, στεκόμουν και τον κοίταζα, ακόμα θυμωμένη, αλλά ένιωθα επίσης κάποιες ενοχές... όχι για τη σχέση μου, αλλά για το γεγονός ότι είχα μείνει έγκυος από την τελευταία επαφή μου με τον Ρέυνολντς. Είχαμε προσπαθήσει για χρόνια να αποκτήσουμε ένα παιδί, και παρ' ότι ήξερα πόσο σημαντικό θα ήταν γι' αυτόν, είχα αναβάλει την αναγγελία. Δεν ήμουν πια καθόλου σίγουρη για τη γονιμότητά του.
«Λυπάμαι γι' αυτό». Έδειξε το κρεβάτι. «Ήταν
ανάγκη να σε δω, και δεν σκέφτηκα...»
Η απολογία ήταν ασυνήθιστη, και η έκπληξή μου
έσβησε τα κατάλοιπα του θυμού. «Τι τρέχει;»
ρώτησα.
Αντικρουόμενα συναισθήματα έπαιζαν στο πρόσωπά
του. «Την έπιασα», είπε.
Ήξερα σε τι αναφερόταν. Πάντα προσωποποιούσε το
αντικείμενο της έρευνάς του, αν και εδώ και πολύ
καιρό είχε αρχίσει να το φωνάζει «η Αράχνη».
Ήμουνα ευτυχισμένη για την επιτυχία του, αλλά για
κάποιο λόγο με έκανε να φοβηθώ λίγο, και δεν
έβρισκα λόγια να πω.
«Θέλεις να τη δεις;» Κάθισε δίπλα μου. «Φαίνεται
σε ένα ολόγραμμα»,
Συμφώνησα. Ήμουν βέβαιη ότι θα με φιλούσε. Έβλεπα στο πρόσωπό του τη διάθεση να γκρεμίσει τα τείχη που είχαμε χτίσει, και φανταζόμουν ότι τώρα που είχε γίνει η δουλειά του, θα ήμασταν τόσο κοντά όσο είχαμε κάποτε ελπίσει, ότι η ειλικρίνεια και η αγάπη θα επικρατούσαν. Αλλά η στιγμή πέρασε, και το πρόσωπό του σκλήρυνε. Σηκώθηκε και περπάτησε κατά μήκος του δωματίου. Ύστερα γύρισε πίσω. Χτύπησε με τη γροθιά την παλάμη του, και με όλο το πάθος που δεν κατάφερε να κατευθύνει σε μένα, είπε: «Την έπιασα!»
«Την παρακολουθούσα πάνω από μια βδομάδα χωρίς να το ξέρω: μια μεγάλη περιοχή με χαμηλή θερμοκρασiα που μετακινείτο σε μια τρύπα του στέμματος.
Μόνο κατά τύχη την αναγνώρισα. Κατά τύχη πείραξα τα χειριστήρια των χρωμάτων ενός προβολέα ολογραμμάτων και εστίασα ένα τμήμα της περιοχής με τη χαμηλή θερμοκρασία, αποκαλύπτοντας ένα ωοειδές πλάσμα με πολλά άκρα που άλλαζε διαρκώς χρώματα και τα άκρα του αδυνάτιζαν και εξαφανίζονταν. Παρατήρησα μερικά από αυτά τα άκρα να φτάνουν τα δέκα χιλιάδες μίλια σε μήκος, και δεν έχω ιδέα τι όριο έχει το μέγεθός τους. Αποτελείται βασικά από ένα εσωτερικό σύμπλεγμα παγωμένων νετρονίων που περικλείονται από ένα έντονο μαγνητικό πεδίο. Πρόσφατα σκέφτηκα ότι μερικές από τις τρύπες του στέμματος μπορεί να είναι αποτέλεσμα των κινήσεών της. Εκτός από αυτά τα λίyα γεγονότα και τις υποθέσεις, παραμένει ένα μυστήριο, και έχω αρχίσει να υποψιάζομαι πως όσα στοιχεία για τη φύση του και αν αποκαλυφθούν, θα παραμείνει ένα μυστήριο».
Από τη Συλλογή Σημειώσεων του Ρέυνολντς Ντυλάμπρ
Το πρόσωπο του Μπρεντ φάνηκε θαμπό στην οθόνη,
και τα χαρακτηριστικά του σχημάτισαν ένα από
αυτά τα δουλοπρεπή χαμόγελα. «Α, Ρέυνολντς», είπε.
«Χαίρομαι που σε πέτυχα».
«Έχω δουλειά», του πέταξα, ψάχνοντας για το
διακόπτη.
«Ρέυνολντς!»
Ο απελπισμένος τόνος του απέσπασε την προσοχή
μου.
«Είναι ανάγκη να σου μιλήσω. Ένα ζήτημα μεγάλης
σημασίας».
Ρουθούνισα σαρκαστικά. «Αμφιβάλλω».
«Ω, μα είναι. Και για τους δυο μας».
Η φωνή του είχε πάρει μια γλοιώδη χροιά, και έχασα
την υπομονή μου. «Θα σε κλείσω, Μπρεντ. Θες να με
αποχαιρετήσείς, ή να σε κόψω στη μέση της φράσης;»
«Σε προειδοποιώ, Ρέυνολντς!»
«Με προειδοποιείς; Μένω έκθαμβος, Μπρεντ.
Σκοπεύεις να μου επιτεθείς;»
Το πρόσωπό του κοκκίνισε. «Η υπεροψία σου με
αρρωσταίνει!» φώναξε. «Ποιος διάολος είσαι για να
μου μιλάς έτσι; Εγώ τουλάχιστον είμαι
παραγωγικός... εσύ δεν έχεις κάνει καθόλου
δουλειά βδομάδες τώρα!»
Αρχισα να τον ρωτάω πώς το ήξερε αυτό, αλλά αμέσως συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσε να καταγράψει τη χρήση ενέργειάς μου από τους υπολογιστές του Σταθμού.
«Νομίζεις...» άρχισε, αλλά σε εκείνο το σημείο τον έκοψα και γύρισα πίσω στην εικόνα της Αράχνης που έπλεε στον προβολέα ολογραμμάτων, με τα χέρια της να χορεύουν έναν αργό χορό. Ποτέ δεν είχα πιστέψει ότι ήταν κάτι περισσότερο από ένα όνειρο, αόριστες μαγικές εικόνες, ο γέρος μάγος παγιδευμένος στις φλόγες, στο χρυσό φως, στην καρδιά της δύναμης. Ήλπιζα, ήθελα να πιστεύω. Αλλά δεν ήμουν ικανός να δεχτώ αυτή την αλήθεια, παρά μόνο όταν ήρθα στον Ήλιο, και τα όνειρα έγιναν πιο έντονα. Ακόμα και τώρα αναρωτιόμουν αν η πίστη είναι απλώς μια προέκταση της τρέλας. Ποτέ δεν είχα αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα της τρέλας. Είναι η σταθερά μου, το σημείο αναφοράς μου στο χάος.
Το πρώτο όνειρο είχε έρθει όταν ήμουν... πόσο; Έντεκα, δώδεκα; Όχι μεγαλύτερος. Ο πατέρας μου με κυνηγούσε, και είχα γυρέψει καταφύγιο σε μια σπηλιά με χρυσό φως, ένα θαμπό, πάλλον φως που περιέκλειε μια φωνή που δεν μπορούσα να ακούσω καλά: ήταν πολύ μεγάλη για να ακουστεί. Ήμουν μόνο μια λέξη στη γλώσσα της, και υπήρχαν και άλλες λέξεις παραταγμένες γύρω μου, λέξεις που θα έπρεπε να καταλάβω, αλλιώς θα με έδιωχναν από το φως: Οι Ηλιακές Εξισώσεις - που μάλλον μου ήρθαν σαν επιφοίτηση παρά σαν αποτέλεσμα λογικών συλλογισμών - ενσωμάτωναν τις κινήσεις, τις μυστηριώδεις αρχές που είχα νιώσει στο χρυσό φως, υπαινίσσονταν τις απόκρυφες διαδικασίες, τη δυνατότητα για ένωση και διάλυση που φοβόμουν σε κάθε όνειρο. Κάθε φορά που τις κοίταζα, έτρεμε η σάρκα μου σαν να προανάγγελλε τον ερχομό μιας βαθιάς αλλαγής, και...
Το κουδούνι ακούστηκε πάλι, σίγουρα άλλη μια κλήση από τον Μπρεντ, και το αγνόησα. Ανακάλεσα στην οθόνη τις παγίδες σωματιδίων που παρακολουθούσαν οι υπολογιστές του Σταθμού. Όταν είχα ανακαλύψει ότι οι εκρήξεις πρωτονίων που εξέπεμπε η τρύπα του στέμματος της Αράχνης ήταν τυποποιημένες - σχεδόν κωδικοποιημένες, θα έλεγα- ενθουσιάστηκα, πιστεύοντας ότι η μελέτη αυτών των εκρήξεων θα με βοηθούσε να προσθέσω αρκετά στις Ηλιακές Εξισώσεις. Ακόμα ήταν αποσπασματικές, πάντως, και ήμουν βέβαιος ότι θα χρειαζόταν να πλησιάσω πολύ περισσότερο την Αράχνη για να τις ολοκληρώσω... Ίσως θα 'πρεπε να συμμετάσχω σε μια από τις πτήσεις προς το στέμμα. Η επόμενη αντίδρασή μου ήταν φόβος. Είχαν συνειδητοποιήσει ότι ήταν πιθανόν ο έλεγχος της Αράχνης να είναι τέτοιος που αυτές οι εκρήξεις να είναι ζωντανά πυροτεχνήματα, δομικά στοιχεία που διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς με το υπόλοιπο σώμα. Αν ήταν έτσι, τότε οι υπολογιστές, ολόκληρος ο Σταθμός, μπορεί να ήταν αντικείμενο παρακολούθησής της... αν όχι και ελέγχου της. Προσπάθειες να αποδείξω την αλήθεια αυτής της υπόθεσης είχαν αποβεί άκαρπες, αλλά αυτή η αναποτελεσματικότητα ήταν από μόνη της μια θετική απάντηση: οι υπολογιστές δεν ήταν ικανοί για αοριστίες, και εδώ ήταν προφανές ότι συναντούσα αοριστία.
Το κουδούνι σταμάτησε, και άρχισα να βάζω ερωτήσεις, στον εαυτό μου. Δούλευα πάνω στην υπόθεση ότι η Αράχνη με είχε κατά κάποιο τρόπο καλέσει, αλλά τώρα εμφανιζόταν ένα διαφορετικό σενάριο. Μήπως την είχα φέρει εγώ στη ζωή; Μήπως όλα τα όνειρά μου ήταν ένα σύστημα παραισθήσεων ασύγκριτης πολυπλοκότητας και επιρροής, ή μήπως ήμουν απλώς ένας τρελός που τύχαινε να έχει δίκιο;
Αυτές οι σκέψεις θα φάνταζαν ανόητες στους συνεργάτες μου, αλλά όταν τις συσχέτισα με τη διάθεσή μου να πλησιάσω περισσότερο την Αράχνη, απέκτησαν μια τρομακτική προσωπική σημασία. Πώς θα μπορούσα να εμπιστευτώ μια τέτοια διάθεση; Κοίταξα την Αράχνη, τα άκρα της που χόρευαν το χορό τους, μήκους χιλιάδων μιλίων, τις αργές τους αλλαγές που θύμιζαν το χορό της Κάλι και μύθους ακόμα πιο σκοτεινούς. Δεν υπήρχε γιατρικό για το φόβο μου. Είχα σταματήσει τη δουλειά, έπαιρνα ναρκωτικά για να αποτρέπω τα όνειρα, κι όμως δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να γλιτώσω από τη βασική μου ανησυχία: ότι η Αράχνη θα χρησιμοποιούσε τον έλεγχό της πάνω στους υπολογιστές (αν τους έλεγχε πραγματικά) για να με χειραγωγήσει.
Έκλεισα τον προβολέα ολογραμμάτων και βγήκα στο διάδρομο, με τη διάθεση να πιω. Δεν είχα κάνει πάνω από δεκαπέντε μέτρα όταν ο Μπρεντ με πλεύρισε. Τον προσπέρασα, αλλά με πήρε από πίσω. Απέπνεε μια ψεύτικη εγκαρδιότητα που ήταν ακόμα πιο ενοχλητική από τη συνηθισμένη του δουλικότητα.
«Παραγωγή», είπε. «Αυτό είναι το σύνθημά μας
εδώ, Ρέυνολντς».
Τον κοίταξα άγρια.
«Δεν μπορούμε να ανεχόμαστε άχρηστους»,
συνέχισε. «Τώρα, αν έχεις κάποιο πρόβλημα, ίσως
χρειάζεσαι κάποιο φρέσκο βλέμμα. Θα χαιρόμουν να
ρίξω μια ματιά...»
Τον έσπρωξα τόσο που τον έκανε να παραπατήσει,
αλλά δεν πτοήθηκε.
«Ακόμα και οι καλύτεροι από μας συναντούν κάποτε
πέτρινους τοίχους», είπε. «Και στην περίπτωσή
σου, πόσος καιρός έχει περάσει από την τελευταία
σημαντική σου δουλειά; Οκτώ χρόνια; Δέκα; Για πόσο
καιρό θα στηρίζεσαι στον απόηχο των νεανικών σου
επιτυχιών; »
Η ενόχλησή μου έγινε οργή. Του 'ριξα μια μπουνιά στο στομάχι, και εκείνος έπεσε, σπαρταρώντας σαν ψάρι έξω από το νερό. Ήμουν έτοιμος να τον κλωτσήσω, όταν με άρπαξαν από πίσω τα μαυροντυμένα χέρια ενός φύλακα. Αλλοι δυο φύλακες επενέβησαν μόλις προσπάθησα να ελευθερωθώ, βρίζοντας τον Μπρεντ. Ένας από τους φύλακες βοήθησε τον Μπρεντ να σηκωθεί και τον ρώτησε τι θα 'πρεπε να κάνει με μένα.
«Ασ' τον να φύγει», είπε, τρίβοντας το στομάχι
του. «Ο άνθρωπος είναι ανεύθυνος».
Του φώναξα, αλλά τον απομάκρυναν. «Μπάσταρδε!»
κραύγασα. «Γλοιώδες σκατό, ορκίζομαι να σε
σκοτώσω αν...»
Ένας φρουρός μου 'δώσε άλλη μια σπρωξιά.
«Σε παρακαλώ, Ρέυνολντς», είπε ο Μπρεντ
συμφιλιωτικά. «Μην ανησυχείς, θα φροντίσω να
αποζημιωθείς».
Δεν είχα ιδέα τι ήθελε να πει, και ήμουν πολύ
θυμωμένος για να αναρωτηθώ. Πέταξα κι άλλες
βρισιές καθώς έφευγε μαζί με τους φρουρούς.
Μην έχοντας πια διάθεση να πάω σε δημόσιο χώρο, ξαναγύρισα στο διαμέρισμά μου και άρχισα να γράφω σημειώσεις χωρίς νόημα, κοιτώντας μια εικόνα της Αράχνης που προβαλλόταν σ' έναν ολόκληρο τοίχο. Ήμουν τόσο απορροφημένος που δεν πρόσεξα ότι είχε μπει η Κάρολυν μέχρι που στάθηκε κοντά μου. Τα χρώματα της Αράχνης τη φώτιζαν, κάνοντας την να φλέγεται.
«Τι κάνεις;» ρώτησε, και κάθισε στο πάτωμα.
«Τίποτε». Παραμέρισα το σημειωματάριό μου.
«Κάτι δεν πάει καλά».
«Κάθε άλλο. Μόνο που είμαι κουρασμένος».
Με κοίταξε ανέκφραστα. «Είναι η Αράχνη, έτσι δεν
είναι;»
Της είπα ναι, η δουλειά με απασχολούσε, αλλά δεν ήταν σοβαρό. Δεν ξέρω αν την ήθελα τόσο όσο έδειχνα, ή αν χρησιμοποίησα το σεξ για να αποτρέψω τις ερωτήσεις. Γεγονός είναι ότι έσκυψα δίπλα της, τη φίλησα, άγγιξα το στήθος της, και σύντομα βρισκόμασταν σ' εκείνον το ζεστό, μυστικό τόπο όπου - σκέφτηκα - ούτε το μάτι της Αράχνης δεν μπορούσε να μας φτάσει. Της είπα ότι την αγαπώ μ' αυτόν το βιαστικό, ξέπνοο τρόπο που είναι λιγότερο μια εξομολόγηση και περισσότερο ένας τρόπος να προσαρμόζεις την ανάσα σου για να ταιριάζει με την κίνηση. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που είχα ποτέ μπορέσει να της εκφράσω τα αισθήματά μου, και ήταν επειδή ντρεπόμουν γι' αυτό που δεν κάναμε έρωτα πιο συχνά.
Αργότερα είδα ότι είχε κάτι σημαντικό να μου πει. Το διάβαζα στο πρόσωπό της. Αλλά δεν ήθελα να το ακούσω, να παγιδευτώ σε κάποιο καινούριο επίπεδο οικειότητας. Της γύρισα την πλάτη, ψελλίζοντας λόγια που υποδήλωναν την ανάγκη μου για ιδιωτικότητα, και τα μάτια μου έπεσαν στον τοίχο όπου η εικόνα της Αράχνης χόρευε ακόμα... Χόρευε μ' έναν τρόπο που δεν είχα ξαναδεί. Τα χρώματά της εναλλάσσονταν μέσα από ένα φάσμα κόκκινου και βιολέ, και τα άκρα της συστρέφονταν μ' ένα ρυθμό που έφερνε στο νου τους ρυθμούς του σεξ, την αργή αρχή, τη μανιασμένη επιτάχυνση μέχρι την κορύφωση, σαν να μας είχε παρακολουθήσει και τώρα παρίστανε την πράξη.
Η Κάρολυν πρόφερε το όνομά μου, αλλά ήμουν τόσο καθηλωμένος από το θέαμα που δεν μπόρεσα να απαντήσω. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και δευτερόλεπτα αργότερα την άκουσα να διασχίζει το δωμάτιο και να βγαίνει. Η Αράχνη σταμάτησε το χορό της, πέφτοντας σε ένα από τα συνηθισμένα της σχήματα. Σηκώθηκα, πήγα στον πίνακα ελέγχου και πάτησα το διακόπτη για να σβήσω την οθόνη. Αλλά η εικόνα δεν ξεθώριασε. Αντίθετα, τα χρώματα της Αράχνης έγιναν πιο λαμπρά, παίζοντας από το άλικο στο χρυσά και τέλος σ' ένα άσπρο τόσο λαμπρά που αναγκάστηκα να προστατέψω τα μάτια μου. Μπορούσα σχεδόν να αισθανθώ τη ζέστη της στο δέρμα μου, να ακούσω το σφυριχτό φιλί της λιωμένης φωνής της. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν μέσα στο δωμάτιο, ήξερα ότι επρόκειτο να καώ, να με καταπιεί αυτή η καυτή λάβα, και φώναξα την Κάρολυν, μη θέλοντας να μείνουν ανείπωτα όλα εκείνα τα πράγματα που δεν της είχα πει ποτέ. Ύστερα ο φόβος μου πήρε τέτοιες διαστάσεις που κατέρρευσα και βυθίστηκα σ' ένα όνειρο, όχι εφιάλτη, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ένα όνειρο για μια τεράστια πόλη, όπου έζησα πολλές περιπέτειες και γνώρισα ένα ήρεμο τέλος.
«...για να καταλάβει κανείς τον Ντυλάμπρ, πρέπει να εξετάσει καλά τη σχέση του με τον πατέρα του. Ο Αλεξ Ντυλάμπρ ήταν μουσικός και ποιητής, και θεωρείται ένας από τους πρόδρομους του ντριφτ: ενός δημοφιλούς χορού που στηρίζεται στη χρήση αυτοσχεδιαζόμενων στίχων. Ήταν εντυπωσιακός, όμορφος, ανήθικος, και αυτές οι ιδιότητες, σε συνδυασμό με ένα ταλέντο για την αποπλάνηση, τον οδήγησαν σε μια περιπλάνηση είκοσι πέντε χρόνων στις κρεβατοκάμαρες των πλουσίων, από τους Πύργους του Αμπιτζάν ώς τους κήπους του Νοβοσιμπίρσκ, και τελικά σε μια ακτή της Μοζαμβίκης, όπου πέθανε φρικτά, σε ηλικία σαράντα τεσσάρων χρόνων, θύμα ενός δηλητηρίου των νεύρων που σχεδιάστηκε ειδικά γι' αυτόν από τη διάσημη χημικό Βιρτζίνια Χόλαντ.
Υπήρχαν φήμες ότι η Βιρτζίνια ήταν η μητέρα του Ρέυνολντς, αλλά δεν έγιναν πειράματα που να επιβεβαιώσουν εργαστηριακά το γεγονός. Το μόνο που ξέρουμε στα σίγουρα είναι ότι ένα πρωί ο Αλεξ δέχτηκε ένα πακέτο που περιείχε μια τεχνητή μήτρα με το έμβρυο του γιου του. Ένα σημείωμα που τα συνόδευε περιείχε αποδείξεις για την πατρότητα και ανέφερε ότι η μητέρα δεν ήθελε τίποτε που να της θυμίζει μια εσφαλμένη κρίση της.
»Ο Αλεξ δεν αισθάνθηκε καμία υπευθυνότητα για το παιδί, αλλά του άρεσε η ιδέα να προσθέσει έναν απόγονο στην παρέα του. Έτσι ο Ρέυνολντς πέρασε τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια του περιπλανώμενος ανά τον κόσμο, κοιμόταν στα πατώματα και το πρωί έτρωγε τα απομεινάρια από το πάρτι της προηγουμένης, γενικά αγνοημένος, αν όχι παρατημένος. Σαν αντίδραση προς την απόρριψή του και προς τον χαρισματικό του πατέρα, ο Ρέυνολντς άρχισε να μιμείται τον Αλεξ και ανέπτυξε ανάλογες λογοτεχνικές ικανότητες. Στην ηλικία των έντεκα χρόνων έπαιζε συστηματικά με την μπάντα του πατέρα του, συνθέτοντας μια δημοφιλή σειρά από ντριφτς που περιέγραφαν τα κατορθώματα ενός παντοδύναμου μάγου και τα βάσανα αυτών που τα έβαζαν μαζί του. Ο Αλεξ περηφανευόταν γι' αυτά τα επιτεύγματα.
Έβλεπε τον εαυτό του λιγότερο σαν πατέρα και περισσότερο σαν μεγαλύτερο αδελφό, και επέμενε να δείχνει στον Ρέυνολντς την αδελφική άποψη για τον κόσμο.
Μ' αυτό το σκοπό έβαλε μια από τις ερωμένες του να αποπλανήσει το αγόρι στα δωδέκατα γενέθλιά του, και από τότε ο Ρέυνολντς μιμείτο τον πατέρα του και στην παμφάγα σεξουαλικότητά του. Έμοιαζαν, αληθινά, με αδέλφια, και όταν έβλεπε κανείς τον Αλεξ να τυλίγει το μπράτσο του στον ώμο του Ρέυνολντς, θα μπορούσε να πιστέψει ότι η σχέση τους ήταν ακόμα πιο στενή. Αλλά δεν υπήρχε στενός δεσμός ανάμεσά τους, μόνο μια μακριά κοινή εμπειρία καταχρήσεων. Μ' αυτό δεν θέλω να πω ότι δεν στοίχισε στον Ρέυνολντς ο θάνατος του πατέρα του, γεγονός στο οποίο ήταν μάρτυρας. Η θέα της αγωνίας του Αλεξ τον επηρέασε τραυματικά και του δημιούργησε έναν κάπως υπερβολικό φόβο του θανάτου. Αν εξετάσουμε αυτόν το φόβο μαζί με τη δυσκολία του να εκφράσει την αγάπη του - κατάλοιπο της πατρικής απόρριψης - καταλαβαίνουμε εύκολα τόσο τα προβλήματα του γάμου του όσο και την εμμονή του με την αθανασία οποιασδήποτε μορφής, ακόμα και με τη μορφή ενός παιδιού...»
Από τον Τελευταίο Αλχημιστή του Ράσσελ Ε. Μπάρετ
Έξι μήνες μετά την εμφύτευση της κόρης του Ρέυνολντς σε τεχνητή μήτρα, συνάντησα τυχαία τον Ντέηβις Μπρεντ σ' ένα θόλο αναψυχής όπου συνήθιζα να περνάω τα απογεύματά μου, απολαμβάνοντας τη μουσική, γράφοντας απομνημονεύματα από τη ζωή μου με τον Ρέυνολντς, αλλά αποφεύγοντας τις απιστίες. Το παιδί και η ανησυχία μου για τη διανοητική κατάσταση του Ρέυνολντς με είχαν κάνει συντηρητική: έπρεπε να παρθούν σημαντικές αποφάσεις, με περίμεναν ενοχλητικές καταστάσεις, και δεν ήθελα να αποσπάσω την προσοχή μου.
Αυτός ο θόλος ήταν αρκετά μικρός, με ολογράμματα του Μάξφηλντ Πάρις στους τοίχους, αλαβάστρινες κολώνες και στοές με θέα προς τα βουνά που ήταν ποτισμένα με τα απαλά χρώματα της δύσης. Οι θαμώνες κάθονταν σε μαρμάρινα τραπέζια και οι άχαρες φόρμες τους ταίριαζαν με το ξέθωρο ντεκόρ. Καθόμουν εκεί, έγραφα και ένιωθα σαν κάποια λυπημένη, ταλαίπωρη κυρία περασμένης ηλικίας που άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία της μετά από μια ερωτική απογοήτευση.
Χωρίς να αναγγελθεί, ο Μπρεντ έκατσε στον πάγκο
απέναντί μου και με κοίταξε. Ένα χαμόγελο
πλανιόταν στην άκρη των χειλιών του. Περίμενα να
μιλήσει, τελικά τον ρώτησα τι ήθελε.
«Απλώς να σου δώσω τα συγχαρητήριά μου», είπε.
«Για ποιο πράγμα;» ρώτησα.
«Για την κόρη σου».
Η εμφύτευση είχε γίνει με πλήρη μυστικότητα, και
έγινα έξαλλη που είχε ανακαλύψει το μυστικό μου.
Πριν προλάβω να μιλήσω, με φιλοδώρησε με ένα γλοιώδες χαμόγελο και είπε: «Σαν επικεφαλής, πολύ λίγα μου διαφεύγουν απ' όσα γίνονται εδώ μέσα». Από την τσέπη της φόρμας του έβγαλε μια δερμάτινη θήκη από αυτές που βάζουν ολογράμματα. «Έχω κι εγώ μια κόρη, ένα αξιαγάπητο παιδί. Την έστειλα πίσω στη Γη εδώ και μερικούς μήνες». Ανοιξε τη θήκη, μελέτησε το περιεχόμενο, και συνέχισε, με τα λόγια του φορτισμένα από μια περίεργη ένταση. «Έβαλα τον υπολογιστή να κάνει το πορτραίτο της όπως θα είναι μετά από μερικά χρόνια. Θέλεις να το δεις;»
Πήρα τη θήκη και έμεινα άφωνη. Το κορίτσι στη φωτογραφία ήταν επτά ή οκτώ χρόνων, και ήταν φτυστή εγώ όταν ήμουν σ' αυτή την ηλικία.
«Δεν έπρεπε να τη στείλω πίσω», είπε ο Μπρεντ.
«Φαίνεται ότι η μήτρα παράπεσε και μπορεί να μην
μπορέσω να τη βρω. Ακόμα και τα αρχεία έχουν
μετακινηθεί. Και ο τεχνικός που πραγματοποίησε
την εμφύτευση, ανέβηκε στο ίδιο πλοίο με τη μήτρα
και εξαφανίστηκε».
Σηκώθηκα όρθια, αλλά άρπαξε το μπράτσο μου και με
ξανακάθισε κάτω.
«Έλεγξε το αν θες», είπε, «αλλά είναι η αλήθεια. Αν
θες να βοηθήσεις να τη βρω, το καλύτερο που έχεις
να κάνεις είναι να με ακούσεις».
«Πού είναι;» Μια άρρωστη ανατριχίλα με διαπέρασε
ολόκληρη και ένιωθα την καρδιά μου να τρέμει αντί
να χτυπά.
«Ποιος ξέρει; Στο Σάο Πάολο, στο Παρίσι. Ίσως σε
κάποιο από τα Αστικά Πάρκα».
«Σε παρακαλώ», είπα με έναν κόμπο στη φωνή, «φέρ'
την πίσω».
«Αν δουλέψουμε μαζί, είμαι βέβαιος ότι θα
μπορέσουμε να τη βρούμε». .
«Τι θέλεις, τι στην ευχή θα μπορούσες να θέλεις
από μένα;»
Χαμογέλασε ξανά. «Κατ' αρχάς, θέλω αντίγραφα από
τους φακέλους του συζύγου σου. Θέλω να μάθω σε τι
επάνω δουλεύει».
Δεν είχα αναστολές να του πω. Το μόνο που
σκεφτόμουν ήταν το παιδί. «Ερευνά την πιθανότητα
να υπάρχει ζωή στον 'Ήλιο». Η απάντηση τον
απογοήτευσε.
«Αυτό είναι γελοίο».
«Είναι αλήθεια, την ανακάλυψε!»
Με κοίταξε χάσκοντας.
«Τη λέει Αράχνη του Ήλιου. Είναι τεράστια... και
αποτελείται από κάποιο είδος πλάσματος».
Ο Μπρεντ χτύπησε το κούτελό του σαν να 'θελε να
τιμωρήσει τον εαυτό του για μια παράλειψη.
«Φυσικά! Αυτό το κομμάτι στα Ημερολόγια».
Κούνησε το κεφάλι του με απορία. «Όλες αυτές οι
μεταφυσικές αηδίες για μοριακή ζωή... Δεν μπορώ να
το πιστέψω ότι έχει βάση στην πραγματικότητα».
«Θα σε βοηθήσω», είπα. «Αλλά σε παρακαλώ, φέρ' την πίσω!» Απλωσε το χέρι του από την απέναντι μεριά του τραπεζιού και μου χάιδεψε το μάγουλο. Ενοχλήθηκα, αλλά δεν τραβήχτηκα. «Το τελευταίο πράγμα που θα 'θελα να κάνω είναι να σε πληγώσω, Κάρολυν. Έχεις το λόγο μου, όλα είναι υπό έλεγχο».
Υπό έλεγχο.
Τώρα μου φαίνεται ότι είχε δίκιο, και ότι το
κέντρο ελέγχου δεν ήταν άνθρωπος ή οποιοδήποτε
ζωντανό πλάσμα, αλλά μια σύμπτωση πιθανοτήτων
και ελπίδων, σαν αυτή που θα πρέπει να ευθύνεται
για τη σπίθα που πρωτόβαλε φωτιά στα αστέρια.
Τις επόμενες δυο βδομάδες συναντήθηκα αρκετές
φορές με τον Μπρεντ, και κάθε φορά του έφερνα
διάφορους φακέλους του Ρέυνολντς. Έμενε μόνο
ένας, και διαβεβαίωσα τον Μπρεντ ότι θα τον είχε
σύντομα. Πόσο τον μισούσα! Και όμως, ήμασταν
συνένοχοι. Κάθε φορά που συναντιόμασταν στο
εργαστήριό του, ένα μέρος με γυμνούς μεταλλικούς
τοίχους και οθόνες υπολογιστών, συζητούσαμε
τρόπους να αποσπάσουμε την προσοχή του Ρέυνολντς
για να κάνω τις κλοπές μου, και σε μια περίπτωση
τον ρώτησα γιατί είχε διαλέξει να κλέψει τη
δουλειά του Ρέυνολντς, που ποτέ δεν ήταν
θαυμαστής του.
«Α, μα είμαι θαυμαστής του», είπε. «Φυσικά
αντιπαθώ το προσωπικό του στυλ, τον τρόπο που
περνά τα ναρκωτικά και το σεξ για επιστημονική
μέθοδο. Αλλά ποτέ δεν αμφέβαλλα για τη μεγαλοφυΐα
του. Στο κάτω-κάτω, εγώ ενέκρινα το επίδομα
διαμονής του».
Δυσπιστία πρέπει να διαγράφηκε στο πρόσωπο μου,
γιατί συνέχισε λέγοντας: «Είναι αλήθεια. Αρκετοί
από το διοικητικό συμβούλιο είχαν την πρόθεση να
τον διώξουν, πιστεύοντας ότι δεν είναι πια ικανός
για σημαντική δουλειά. Αλλά όταν είδα τις Ηλιακές
Εξισώσεις, κατάλαβα ότι είναι ακόμα υπολογίσιμη
δύναμη. Τις έχεις δει;»
«Δεν καταλαβαίνω μαθηματικά».
«Όσο και αν είναι αποσπασματικές, είναι
εκπληκτικές, κομψές. Υπάρχει κάτι σχεδόν
μυστικιστικό στη δομή τους. Σου δημιουργείται η
εντύπωση ότι δεν υπάρχει λόγος να τις μελετήσεις,
ότι αν τις κοιτάς συνεχώς θα χωθούν στο μυαλό σου
και θα το αλλάξουν». Ένωσε τα δάχτυλά του, «Ήλπιζα
ότι θα τις είχε ολοκληρώσει εδώ, αλλά... μπορεί να
'ναι στον τελευταίο φάκελο».
Συνεχίσαμε να σχεδιάζουμε πώς να αποσπάσουμε την προσοχή του Ρέυνολντς. Σπάνια έβγαινε πια από το διαμέρισμα, και o Μπρεντ και εγώ αποφασίσαμε ότι ο χρόνος για δράση θα ήταν στη διάρκεια του πάρτι για τα γενέθλιά του την άλλη βδομάδα. Χωρίς αμφιβολία θα ήταν φτιαγμένος, και θα μπορούσα να γλιστρήσω στο πίσω δωμάτιο και να προσεγγίσω τον υπολογιστή του. Όταν ολοκληρώθηκε η συζήτηση, ο Μπρεντ προχώρησε προς την πόρτα που οδηγούσε στο διαμέρισμά του, την ξεκλείδωσε και με κάλεσε για ένα ποτό. Αρνήθηκα, αλλά επέμενε, και τον ακολούθησα μέσα.
Το διαμέρισμα ήταν διακοσμημένο με αποκρουστικά κακό γούστο. Η επίπλωση ήταν από ένα φθορίζον υλικό που εξέπεμπε μια αρρωστημένη γαλαζοπράσινη λάμψη, που ήταν και η μόνη πηγή φωτισμού. Σ' έναν τοίχο, κορνιζαρισμένο με τζάμι, υπήρχε ένα πόστερ του εικοστού αιώνα με κάποιο ποίημα με τίτλο «Ντεζιντεράτα», που οι στίχοι του ήταν το άκρον άωτον του αρρωστημένου ρομαντισμού. Οι άλλοι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με ένα υλικό που θύμιζε παλιά ταπετσαρία, αλλά σε κοντινή ματιά έβλεπε κανείς ότι ήταν πορνογραφικές σκηνές που παρίσταναν θέματα όπως γυναίκες να ζευγαρώνουν με ελάφια. Βλέποντας αυτόν το διάκοσμο, βρήκα υποκριτική την καταδίκη από τον Μπρεντ της ιδιωτικής ζωής του Ρέυνολντς. Σερβίρισε κρασί από μια κανάτα και έπιασε μια κοινότοπη ψιλοκουβέντα, αγγίζοντάς με πότε-πότε, όπως είχε κάνει στην πρώτη μας συνάντηση. Πότε-πότε χαμογελούσα βεβιασμένα, και τελικά, πιστεύοντας ότι αρκετά του είχα κάνει το χατήρι, του είπα ότι έπρεπε να φύγω.
«Ω, όχι», είπε, τυλίγοντας τη μέση μου με το ένα
του χέρι. «Δεν τελειώσαμε».
Απομάκρυνα το χέρι του. Δεν ήταν πολύ δυνατός.
«Πολύ καλά». Αγγιξε έναν πίνακα ελέγχου στον
τοίχο και άνοιξε μια πόρτα προς το διάδρομο.
«Φύγε».
Το άγριο άσπρο φως που μπήκε απο την πόρτα τον
μετέβαλε σε μια σκιερή φιγούρα, και έκανε την
προτροπή να ακουστεί σαν απειλή.
«Εμπρός». Αδειασε το κρασί του. «Δεν σε κρατάω».
Θεέ μου, νόμιζε ότι είναι έξυπνος! Και ήταν... πιο
έξυπνος από μένα, ίσως πιο έξυπνος κι από τον
Ρέυνολντς. Και, αν και θα μάθαινε ότι η εξυπνάδα
έχει τα όριά της, ειδικά όταν αναμετράται με τη
μεγαλοφυΐα της μοίρας, προς το παρόν αυτό δεν
αρκούσε.
«Θα μείνω», είπα.
«...στο χορό της Αράχνης, στις προγραμματισμένες αλλαγές των χρωμάτων της, η ρυθμική κίνηση των φλογισμένων άκρων είναι ένα είδος γλώσσας, γλώσσας που προσπαθούσαν να ξεδιαλύνουν οι Εξισώσεις, η γλώσσα των ονείρων μου. Καθόμουν και την κοίταζα ώρες. Κατέγραψα αρκετές σκηνές σε ολογράμματα τσέπης και τις κουβαλούσα μαζί μου ελπίζοντας οτι αυτή η ομοιότητα θα φώτιζε το κομμάτι των Εξισώσεων που έλειπε. Έκανα κάποια πρόοδο, αλλά έφτασα στο συμπέρασμα ότι ένα ταξίδι προς τον Ήλιο ήταν αυτό που χρειαζόμουν - αμφέβαλλα όμως αν θα είχα το κουράγιο να το πραγματοποιήσω. Πάντως σε αντιστάθμισμα για την έλλειψη θάρρους μου, υπήρχε η ομορφιά που είχα αρχίσει να διακρίνω στο χορό της Αράχνης, η υπνωτική χάρη: σαν μιας χορεύτριας του Μπαλί, που έχει ανάλογη γοητεία. Έφτασα να πιστεύω ότι αυτές οι κινήσεις συμβόλιζαν όλη τη γνώση, άπειρες πιθανότητες. Τα όνειρά μου άρχισαν να κατοικούνταr από πλάσματα που παλιότερα θα θεωρούσα απίθανα - δράκους, διάβολους, άνδρες με χέρια που έλαμπαν, ή που όλο τους το σώμα έλαμπε με ένα φρικαλέο λευκό. Τώρα αυτά τα πλάσματα έμοιαζαν οχι μόνο ενδεχόμενοι, αλλά πολύ πιθανοί κάτοικοι ενός κόσμου που εστιαζόταν όλο και περισσότερο, ενός κόσμου που με προσήλκυε τρομερά. Μερικές φορές έμενα ξαπλωμένος στο κρεβάτι όλη μέρα, ελπίζοντας να δω περισσότερα όνειρα γι' αυτό τον κόσμο, για τον μάγο που κυριαρχούσε επάνω του. Μπορεί να χρησιμοποιούσα τα όνειρα για να αποφύγω την αντιμετώπιση μιας δύσκολης και τρομακτικής επιλογής. Αλλά στην πραγματικότητα, τώρα τελευταία, αμφιβάλλω αν η επιλογή αυτή είναι δική μου».
Από τη Συλλογή Σημειώσεων του Ρέυνολντς Ντυλάμπρ
Δεν θυμάμαι πολλά από το πάρτυ, κυρίως φευγαλέες ματιές σε στήθη και μηρούς, ιδρωμένα σώματα, βαριά βλέφαρα. Θυμάμαι το ντριφτ που έπαιξε ένα γκρουπ τεχνικών. Έπαιξαν τη μουσική του 'Αλεξ στη μνήμη του, και με πήγαν πίσω στα χρόνια με τον γέρο παραγωγό μπάσταρδων, σε μνήμες καυγάδων, ξαφνιασμάτων του με τις ερωμένες του, ατέλειωτων κηρυγμάτων του. Και, φυσικά, θυμήθηκα εκείνη τη νύχτα στη Μοζαμβίκη που τον κοίταζα να ξεριζώνει τα μάτια και το πρόσωπό του. Φτύνοντας αίμα, ανίκανος να ουρλιάξει, έχοντας κόψει τη γλώσσα με τα δόντια του. Έχοντας ξεμεθύσει, σηκώθηκα και πήγα ως το υπνοδωμάτιο παραπατώντας, όπου δεν είχε τόσο κόσμο, αλλά και πάλι ήταν πάρα πολύς για τη διάθεσή μου. Αρπαξα μια ρόμπα, τη φόρεσα και ξεκλείδωσα την πόρτα του γραφείου μου.
Καθώς μπήκα, η Κάρολυν αναπήδησε από τον
υπολογιστή μου. Πάνω στην οθόνη προβαλλόταν κάτι
που έμοιαζε με μια σελίδα από τους απόρρητους
φακέλους μου.
Προσπάθησε να σβήσει την οθόνη, αλλά άρπαξα το
χέρι της και έλεγξα τη σελίδα: δεν είχα κάνει
λάθος. «Τι κάνεις; » φώναξα, τραβώντας την μακριά
από τον υπολογιστή.
«Ήμουν απλώς περίεργη». Προσπάθησε να
ελευθερωθεί. Ύστερα παρατήρησα το μικροκύβο που
ήταν συνδεδεμένος με τον υπολογιστή: αντέγραφε.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησα, αναγκάζοντάς την να το
κοιτάξει. «Τι είναι αυτό; Για ποιον διάβολο
δουλεύεις;»
Αρχισε να κλαίει, αλλά δεν συγκινήθηκα. Είχαμε
προδώσει o ένας τον άλλον χιλιάδες φορές, αλλά
ποτέ σε τέτοιο βαθμό.
«Να σε πάρει!» τη χτύπησα. «Ποιος είναι;»
Ξέρασε την ιστορία για το σχέδιο του Μπρεντ και
τις απαιτήσεις του από αυτήν. «Λυπάμαι», είπε.
«Λυπάμαι».
Αισθάνθηκα κάτι τόσο έντονο τότε, που δεν θα
μπορούσα να το χαρακτηρίσω σαν φόβο ή θυμό ή
οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο συναίσθημα. Με τα
μάτια της ψυχής μου είδα το παιδί, αυτό το κομμάτι
της σάρκας μου, να το καταπίνει κάποιος γήινος
οχετός. Πέταξα τη ρόμπα μου και φόρεσα μια φόρμα.
«Πού πηγαίνεις;» ρώτησε η Κάρολυν, σκουπίζοντας
τα δάκρυά της.
Έκλεισα το φερμουάρ της φόρμας.
«Μη!» Η Κάρολυν προσπάθησε να με τραβήξει από την
πόρτα. «Δεν καταλαβαίνεις!»
Την έριξα κάτω, κλείδωσα την πόρτα πίσω μου, και όρμησα προς το διάδρομο, διασχίζοντας το πάρτι. Η οργή με είχε κυριεύσει. 'Επρεπε να βλάψω τον Μπρεντ. Η λογική είχε θαμπώσει τόσο πολύ, που όταν έφτασα στο διαμέρισμά του δεν βρήκα τίποτε το ύποπτο στο γεγονός ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή... αν και αργότερα συνειδητοποίησα ότι θα πρέπει να είχε κάποιον κατάσκοπο στο πάρτυ για να τον προειδοποιήσει για οτιδήποτε περίεργο. Μέσα, ο Μπρεντ καθόταν σε μια από αυτές τις γελοίες φθορίζουσες καρέκλες, με μια ικανοποιημένη έκφραση στο πρόσωπό του, και ήταν αυτό το ύφος περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, περισσότερο και από το ανεπαίσθητο ξύσιμο στην πλάτη μου, που με προειδοποίησε για τον κίνδυνο. Γύρισα και είδα έναν φρουρό να με σημαδεύει με το λέηζέρ του. Βούτηξα καταπάνω του, νιώθοντας ζέστη να εκλύεται κοντά στο αυτί μου, και πέσαμε κάτω μαζί. Προσπάθησε να μου βγάλει τα μάτια, αλλά ξέφυγα, άρπαξα τα μαλλιά του και με τα δυο μου χέρια και κοπάνησα το κεφάλι του στον τοίχο. Την τρίτη φορά το κεφάλι του τσακίστηκε, έκανε πιο μαλακό ήχο από τις δυο προηγούμενες φορές και αισθάνθηκα το κρανίο να μετακινείται κάτω από το δέρμα σαν κομμάτια από σπασμένο κεραμίδι μέσα σ' ένα σακί. Έσπρωξα μακριά τον φρουρό, τρομοκρατημένος, αλλά με αμείωτη λύσσα. Και όταν είδα ότι η καρέκλα του Μπρεντ ήταν άδεια, όταν τον άκουσα να φωνάζει στο διάδρομο, αν και ήξερα ότι οι φωνές του θα έφερναν κι άλλους φρουρούς, ο θυμός μου έγινε τόσο μεγάλος που δεν μ' ένοιαζε καθόλου για τον εαυτό μου, ήθελα μόνο να τον δω νεκρό.
Όταν βγήκα από το διαμέρισμα, έστριβε σε μια γωνιά του διαδρόμου. Το λέιζερ μου έκαψε το μεταλλικό τοίχο πίσω του, ένα δευτερόλεπτο πριν χαθεί από τα μάτια μου. Τον κυνήγησα. Αρκετές από τις πόρτες που έβγαιναν στο διάδρομο άνοιξαν, κεφάλια βγήκαν έξω και ξαναμπήκαν μέσα μόλις με είδαν. Έστριψα τη γωνία, εντόπισα τον Μπρεντ, και ξαναπυροβόλησα... λίγα εκατοστά πιο ψηλά. Πριν μπορέσω να διορθώσω τη σκόπευσή μου, πέντε-έξι φρουροί ξεμπουκάρισαν από ένα διάδρομο, τον έσυραν και τον έκρυψαν. Οι ακτίνες τους έσκαψαν καυτά αυλάκια στο μέταλλο δίπλα στο γοφό μου και τα πόδια μου, και υποχώρησα, πυροβολώντας συνεχώς, χτυπώντας τις πόρτες, πιστεύοντας ότι θα μπορούσα να ταμπουρωθώ σε ένα από τα δωμάτια και να προσπαθήσω να διαψεύσω τα ψέματα του Μπρεντ, να αποκαλύψω την απάτη του με την ενδοεπικοινωνία. Αλλά καμία από τις πόρτες δεν άνοιξε, γιατί προφανώς αυτοί που ήταν μέσα είχαν φοβηθεί από το όπλο μου.
Δυο φρουροί έβγαλαν τα κεφάλια τους από τη γωνία, πυροβόλησαν, και μια απο τις ακτίνες πέρασε τόσο κοντά, που έκαψε το ύφασμα της φόρμας μου στο γόνατο. Έσβησα τις φλόγες και έτρεξα μ' όλη μου τη δύναμη. Κραυγές πίσω μου, ακτίνες από πορφυρό φως έσκιζαν τον αέρα πάνω από το κεφάλι μου. Μπροστά, διέκρινα μια κόκκινη πόρτα που οδηγούσε σε μια αποβάθρα επιβίβασης και, μην έχοντας άλλη επιλογή, την ξεκλείδωσα και έτρεξα κατά μήκος του στενού διαδρόμου. Τα πρώτα τρία αγκυροβόλια ήταν άδεια, αλλά το τέταρτο είχε ένα γαλάζιο φως που φώτιζε την είσοδο, δηλώνοντας την παρουσία πλοίου. Γλίστρησα μέσα, ξανάκλεισα και προχώρησα στο τούνελ προς το θάλαμο. Μπήκα, τον κλείδωσα και έσπευσα προς το δωμάτιο ελέγχου, προς τον ασύρματο. Τη στιγμή ακριβώς που έμπαινα στο δωμάτιο, αισθάνθηκα μια τρεμούλα να διαπερνά το σκάφος και κατάλαβα ότι είχε ξεκινήσει και κατευθυνόταν προς τον 'Ηλιο.
Πανικόβλητος, όρμησα στην καμπίνα ελέγχού. Τα
καθίσματα μπροστά στον πίνακα με τα όργανα ήταν
άδεια και ο πίνακας είχε όλα τα φώτα αναμμένα. Το
πλοίο το κυβερνούσε υπολογιστής. Κάθισα στο
ταμπλό, προσπαθώντας να επέμβω στη διακυβέρνηση,
αλλά κανένας τρόπος δεν ήταν αποτελεσματικός.
Ύστερα ακούστηκε η φωνή του Μπρεντ από τα
μεγάφωνα: «Κέρδισες λίγο χρόνο, Ρέυνολντς», είπε.
«Αυτό είναι όλο. Όταν γυρίσει το πλοίο, θα σε
πιάσουμε».
Γέλασα.
Είχα ελπίσει να ήταν δική του πρωτοβουλία η πτήση του σκάφους, αλλά τα σχόλιά του μου κατέστησαν σαφές ότι πορευόμουν προς τη σύγκρουση που προσπαθούσα τόσο καιρό να αποφύγω, και με είχε φέρει σ' αυτή τη θέση ένας υπολογιστής κάτω από τον έλεγχο του πλάσματος για το οποίο έψαχνα όλη μου τη ζωή, ενός πλάσματος από φλόγες και όνειρα, ουσία των ψυχών. Ήξερα ότι δεν θα επιζούσα. Αλλά, αν και πάντα μου έφερνε φρίκη η ιδέα του θανάτου, τώρα που ο θάνατος ήταν σε απόσταση αναπνοής, ένιωθα μια περίεργη εμπιστοσύνη και ηρεμία... αρκετή για να κάνω αυτή τη μετάδοση, για να εξερευνήσω τα όρια του φέρετρού μου, ακόμα και να διαβάσω τα εγχειρίδια που εξηγούσαν τη λειτουργία του. Ποτέ δεν είχα προσπαθήσει να καταλάβω τη λειτουργία των ηλιόπλοιων, και με ενδιέφερε να διαβάσω για τις αρχές που διέπουν κάθε πτήση. Καθώς το πλοίο πλησιάζει στον Ήλιο, καταγράφει την κατεύθυνση του μαγνητικού πεδίου και διαπιστώνει αν η σπείρα του Αρχιμήδη του ηλιακού ανέμου είναι προσανατολισμένη προς τα έξω.
Αν όλα πήγαιναν καλά, θα κατέβαινε μέχρι μια αστρονομική μονάδα και θα απέφευγε το ανοιχτό μαγνητικό πεδίο μιας τρύπας του στέμματος. Θα ταξιδεύει με τέτοια τρομακτική ταχύτητα που η συμπεριφορά του θα είναι σαν ενός φορτισμένου σωματιδίου μέσα σε μαγνητικό πεδίο, και καθώς το πεδίο θα ανοίγει, θα εκτοξευτεί προς τα πάνω, προς τον 'Ηλιο... δηλαδή, θα εκσφενδονιστεί, αν κάποιο πλάσμα που επιζεί αποφορτίζοντας σωματίδια δεν κατοικεί στην εν λόγω τρύπα του στέμματος. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες γι' αυτό.
Αναρωτιέμαι πώς θα νιώθω όταν θα με αποφορτίζουν. Δεν θα 'θελα να ζήσω την αγωνία του πατέρα μου.
Όσο πιο κοντά πλησιάζω στον 'Ήλιο, τόσο πιο ήρεμος νιώθω. Οι αδυναμίες μου σαν θνητού μοιάζουν να σβήνουν. Αισθάνομαι καθαρός και ελάχιστος και έχω την εντύπωση ότι σύντομα θα απλοποιηθώ ακόμα περισσότερο, θα γίνω ένα στοιχειώδες υπόλοιπο ανθρώπου. Μου μένουν τόσες λίγες επιθυμίες που μόνο ένα πράγμα μου 'ρχεται να πω ακόμα.
Κάρολυν, εγώ...
«.... ένας άνδρας περπατά σ' έναν αγρό με χρυσό γρασίδι κάτω από ένα λαμπερό ουρανό, περπατά σταθερά, αν και χωρίς προφανή προορισμό, προς τα λιβάδια που απλώνονται ώς τον ορίζοντα, και οι σκέψεις του είναι καθαρές σαν κρύσταλλο, και η καρδιά του είναι και αυτή καθαρή, γιατί το παρελθόν του έχει γίνει ένα με το παρόν, και το μέλλον - ορατό σαν μια έκταση από χρυσό γρασίδι που καλύπτει τους μακρινούς λόφους, πέρα από τους οποίους βρίσκεται μια πόλη που λάμπει σαν αχτίδα πιθανότητας - είναι τόσο ρευστό και καθαρό όσο κι η σκέψη του, και ξέρει ότι το μέλλον του θα σχηματιστεί από το βάδισμά του, από τη σκέψη του και από τη δύναμη που έχει στα χέρια του, ειδικά από εκείνη τη δύναμη, και για όλα αυτά θέλει τώρα να μιλήσει σε μια γυναίκα που αρνήθηκε την αγάπη της, που η σάρκα της είχε την αγνότητα του καθαρού, λαμπερού ουρανού και των χρυσών γρασιδιών που ήταν πάντα η καρδιά της ζωής του ακόμα και στη χώρα των ψεμάτων, και τώρα στην καρδιά της χώρας της αλήθειας, επιτέλους τον αγαπούν...»
Από τον Αποφασισμένο Εραστή
Μέρος του Κύκλου του Ασπρου δράκου
Αφού ο Ρέυνολντς έκλεψε το ηλιόπλοιο - αυτό πληροφορήθηκα ότι συνέβη - ο Μπρεντ με απομόνωσε στο διαμέρισμά μου και με κατηγόρησε ότι συνωμότησα με τον Ρέυνολντς για να τον σκοτώσουμε. Έμαθα για το θάνατο του Ρέυνολντς από τον φρουρό που μου έφερε φαγητό εκείνη την πρώτη νύχτα. Μου είπε ότι μια εκρηκτική ηλιακή προεξοχή (είχα μια εικόνα ενός φλογερού δολώματος του ψαρέματος) είχε τιναχτεί από τον Ήλιο και είχε κάψει το πλοίο. Έκλαψα πικρά. Ακόμα και όταν οι υπολογιστές άρχισαν να μεταφράζουν τις κωδικοποιημένες εκρήξεις σωματιδίων που προέρχονταν από την τρύπα του στέμματος όπου βρισκόταν η Αράχνη, ακόμα και όταν αυτές αποδείχτηκε ότι ήταν οι πλήρεις Ηλιακές Εξισώσεις, όχι μόνο σε μαθηματική μορφή, αλλά και σε μορφές κατανοητές στον μέσο άνθρωπο, πάλι έκλαιγα. Με είχε πλημμυρίσει τόσο πολύ ο πόνος, που δεν συνειδητοποιούσα τι μπορεί να προμήνυαν.
Είδα τις μεταφράσεις στον υπολογιστή του Ρέυνολντς, και όταν εμφανίστηκαν οι ιστορίες του Κύκλου του Ασπρου Δράκου, κατάλαβα ότι όποιος ή ό,τι τις είχε γράψει, είχε κάτι το ιδιαίτερο να πει σε μένα. Ήταν ο Αποφασισμένος Εραστής, η πρώτη του κύκλου, με τις πολυάριθμες αναφορές του σε μια αδικημένη όμορφη γυναίκα, που με έπεισε γι' αυτό. Διάβασα την ιστορία ξανά και ξανά και κάνοντάς το θυμήθηκα την περιγραφή του Μπρεντ γι' αυτό που είχε αισθανθεί όταν διάβαζε τις Εξισώσεις. Αισθάνθηκα σαν να με σκοπεύει κάποιος μαγικός φακός και ένιωσα τρεμούλα στη σάρκα και σύγχυση στη σκέψη... όχι σύγχυση προθέσεων, αλλά σύγχυση σκέψεων που έτρεχαν σε καινούρια σχέδια και συγκρούονταν η μία με την άλλη σαν άτομα σε αντιδραστήρα. Έχασα την αίσθηση του χρόνου, ζούσα σε χρυσά γρασίδια, σε μια εξωτερική πόλη όπου οι έννοιες της ενότητας και της διάκρισης δεν ήταν αντίθετες, όπου οι κακούργοι και οι ήρωες και τα κτήνη ζούσαν τελετουργικά πάθη, όπου η αγάπη ήταν σφυγμός της ύπαρξης.
Μια μέρα ο Μπρεντ ήρθε να με δει. Ήταν φουσκωμένος από εγωισμό, θριαμβευτικός. Αλλά, αν και τον μισούσα, τα αισθήματά μου ήταν δευτερεύοντα για το στόχο μου - ένα στόχο που η επίσκεψή του με βοήθησε να οριστικοποιήσω- και αντέδρασα ήπια απέναντί του, παρακολουθώντας τον να περπατά στο δωμάτιο, κοιτώντας με χαμογελαστός.
«Είσαι πιο ήρεμη απ' ό,τι φανταζόμουν», είπε.
Δεν είχα λόγια για αυτόν, μόνο ηρεμία. Στο κεφάλι
μου ο Αποφασισμένος Εραστής κοίταζε το κρύσταλλο
της Γνώσης, περιμένοντας την έλευση της Δύναμης.
Πιστεύω ότι χαμογέλασα και εγώ.
«Λοιπόν», είπε. «Τα πράγματα δεν πάνε πάντα όπως
σχεδιάζουμε. Αλλά είμαι ευχαριστημένος με το
αποτέλεσμα. Η Αράχνη θα είναι η μεγάλη νίκη του
Ρέυνολντς... δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγουμε
αυτό. Πάντως κατάφερα να κρατήσω για τον εαυτό
μου το ρόλο του Σάντσο Πάντσα, με αυτόν για τον
Δον Κιχώτη, του ρασιοναλιστή που βοήθησε τον
τρελό στο δρόμο του».
Το χαμόγελό μου ήταν ξυράφι, μαχαίρι, φλόγα.
«Αυτό είναι αρκετό», συνέχισε, «για να σιγουρέψω
τη θέση μου... και ίσως ακόμα και την αθανασία
μου».
Του μίλησα με μια φωνή που μόλις ακουγόταν και
θύμιζε θάνατο.
Ήταν αναστατωμένος. Στριφογύριζε στο δωμάτιο,
αγγίζοντας πράγματα. «Τι θα κάνω με σένα;» είπε.
«Δεν θα 'θελα να σε ξαποστείλω. Οι νύχτες που
περάσαμε μαζί... αρκεί να πω ότι θα ήθελα να
μείνεις μαζί μου. Τι λες; Να καταθέσω υπέρ σου, ή
προτιμάς κάποιο από τα Αστικά Πάρκα;»
Μπρεντ, Μπρεντ, Μπρεντ. Το όνομά του ήταν κάποιο
είδος επιλογής.
«Ίσως θα 'θελες καιρό να το σκεφτείς;» είπε.
Ευχήθηκα η ανάσα μου να 'χε δηλητήριο.
Πήγε προς την πόρτα. «Όταν πάρεις μιαν απόφαση,
πες την στο φρουρό απέξω. Έχεις δυο μήνες μέχρι το
επόμενο πλοίο. Πάω στοίχημα ότι θα διαλέξεις την
επιβίωση».
Τα μάτια μου του έστειλαν ένα μαύρο φιλί.
«Έλα τώρα, Κάρολυν», είπε. «Ποτέ δεν ήσουν πιστή
σύζυγος. Δεν νομίζεις ότι αυτό το πένθος είναι
κάπως υπερβολικό;»
Ύστερα έφυγε, και ξαναγύρισα στο διάβασμά μου.
Αγάπη.
Τι ρόλο έπαιζε η διάθεσή μου για εκδίκηση, στην
οργισμένη μου ηρεμία; Η λύπη μπορεί να έπαιζε
μεγαλύτερο ρόλο, αλλά και η αγάπη ήταν σίγουρα
ένας παράγοντας. Η αγάπη όπως την εννοούσε ο
Αποφασισμένος Εραστής. Αυτή η ιστορία μετέδιδε
ισχυρά συναισθήματα, και ο πόνος της καρδιάς μου
τα μετέφραζε σε εκδικητικότητα. Η αίσθησή μου ότι
τίποτε δεν ήταν αλήθεια δυνάμωνε μέρα με την
ημέρα, και μόλις που άγγιζα το φαγητό μου.
Δεν είμαι σίγουρη πότε οι Εξισώσεις που ήταν ενσωματωμένες στην ιστορία άρχισαν να με εξουσιάζουν, πότε η γνώση που είχαν σπείρει έγινε δύναμη. Πιστεύω ότι ήταν σχεδόν δυο βδομάδες μετά την επίσκεψη του Μπρεντ. Αλλά αν και ένιωθα το δυναμικό μου, την ισχύ μου, δεν έδρασα αμέσως. Στην πραγματικότητα, δεν ήμουν σίγουρη αν θα δράσω, αν η δράση θα ήταν η προκαθορισμένη πορεία μου. Ήμουν τρελή με τον ίδιο τρόπο που ήταν ο Ρέυνολντς: μια τρέλα αυτοσυγκεντρωτική, μια τόσο έντονη συγκέντρωση που τίποτε το λιγότερο έντονο δεν είχε την παραμικρή σημασία.
Μια νύχτα παράτησα το διάβασμα, πήγα στο δωμάτιό μου και φόρεσα ένα απλό φουστάνι, ύστερα τυλίχτηκα σε μια κάπα με κουκούλα. Δεν είχα ιδέα γιατί το έκανα αυτό. Οι σαγηνευτικοί ρυθμοί της ιστορίας στριφογύριζαν στο κεφάλι μου και με εμπόδιζαν να σκεφτώ. Πήγα στο μπροστινό δωμάτιο και στάθηκα κοιτάζοντας προς την πόρτα. Ισχυρά ρίγη συγκλόνιζαν το σώμα μου. Αισθανόμουν εύθραυστη, ανυπόστατη, κι όμως την ίδια στιγμή προικισμένη με μια μοναδική δύναμη. Ήξερα ότι τίποτε δεν μπορούσε να μου αντισταθεί... ούτε ατσάλι, ούτε σάρκα, ούτε φωτιά. Εμπνευσμένη από αυτή την πεποίθηση, άπλωσα το δεξί μου χέρι προς την πόρτα. Το χέρι μου διάχεε ένα χλωμό άσπρο φως, το σχήμα του αλλοιωνόταν, τα δάχτυλα μάκραιναν και αδυνάτιζαν, μοιάζοντας σαν να κυμάτιζαν σε ένα χαριτωμένο χορό. Όλα ήταν όπως θα 'πρεπε να 'ναι. Και όταν το χέρι μου γλίστρησε μέσα στην πόρτα, μέσα στο μέταλλο, ούτε αυτό δεν μου φάνηκε περίεργο. Ένιωθα τους μηχανισμούς της κλειδαριάς, τα φασματικά μου χέρια έμοιαζαν να ξέρουν την ακριβή λειτουργία κάθε μεταλλικού κομματιού, και ύστερα από ένα λεπτό η πόρτα άνοιξε σφυρίζοντας.
Ο φρουρός κοίταξε έκπληκτος και έκρυψα το χέρι
πίσω μου. Πισωπάτησα, αφήνοντας την κάπα μου να
ανοίξει. «Τι έκανες στην κλειδαριά;» ρώτησε.
Δεν είπα τίποτα.
Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, τη δοκίμασε και την
έκλεισε. Ήμασταν μόνο οι δυο μας στο δωμάτιο.
«Χμ», είπε. «Κάτι θα 'παθε o υπολογιστής ».
Τον πλησίασα με το κεφάλι γερμένο πίσω σαν να περίμενα να με φιλήσει, και εκείνος χαμογέλασε και με έπιασε από τη μέση. Έσφιξε τα χείλη του στα δικά μου, και το δεξί μου χέρι, ενεργώντας σχεδόν μόνο του, γλίστρησε μέσα στα πλευρά του και έπιασε κάτι που χτυπούσε άγρια για λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα σταμάτησε. Με απώθησε, πιάνοντας το στήθος του, ενώ το πρόσωπό του έγινε μελιτζανί, και έπεσε στο πάτωμα. Ασυγκίνητη, πέρασα από πάνω του και βγήκα στο διάδρομο, περπατώντας χωρίς βιάση, κρύβοντας το χέρι μου κάτω από την κάπα.
Φτάνοντας στο διαμέρισμα του Μπρεντ πάτησα το
κουδούνι, και ένα λεπτό αργότερα η πόρτα άνοιξε
και με κοίταξε, νυσταγμένος και έκπληκτος.
«Κάρολυν!» είπε. «Πώς βγήκες έξω;»
«Είπα στον φρουρό ότι σκόπευα να μείνω μαζί σου»,
είπα, και, όπως είχα κάνει με τον φρουρό, άφησα την
κάπα μου να ανοίξει. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο
στήθος μου. «Μπες μέσα», είπε, με βραχνή φωνή.
Μόλις μπήκα, έβγαλα την κάπα, κρύβοντας το χέρι πίσω μου. Ήμουν τόσο γεμάτη μίσος, που το μυαλό μου ήταν άδειο και βαρύ σαν πέτρα. Ο Μπρεντ σερβίρει κρασί, αλλά αρνήθηκα το ποτήρι. H φωνή μου ακουγόταν νεκρή, και μου έριξε μια ερευνητική ματιά, ρωτώντας αν αισθάνομαι καλά. «Είμαι μια χαρά», του είπα.
Έβαλε κάτω το κρασί και με πλησίασε, αλλά
απομακρύνθηκα.
«Πρώτα», είπα, «θέλω να μάθω για την κόρη μου».
Αυτό τον έκοψε.
«Δεν έχεις κόρη», είπε μετά από λίγο. «Ήταν όλα
στημένα».
«Δεν σε πιστεύω».
«Σου το ορκίζομαι ότι είναι αλήθεια», είπε. «Όταν
πήγες για εξετάσεις, έβαλα τον τεχνικό να σου
μιλήσει για εγκυμοσύνη. Αλλά δεν ήσουν έγκυος.
Και όταν ήρθες για τη διαδικασία εμφύτευσης, σε
νάρκωσε και απλώς περίμενε μέχρι να ξυπνήσεις».
Θα 'ταν σύμφωνο με το χαρακτήρα του,
συνειδητοποίησα, να το 'χει κάνει αυτό. Όμως
μπορεί να ήταν αρκετά πονηρός ώστε να επινοήσει
την ιστορία και να κρατήσει κάποια επιρροή επάνω
μου σε περίπτωση που υποτροπίαζα.
«Αλλά μπορείς να αποκτήσεις παιδί», είπε
γλιστρώντας προς το μέρος μου. «Το δικό μου παιδί,
Κάρολυν. Θα το 'θελα αυτό, θα το 'θελα πολύ».
Έμοιαζε να δυσκολεύεται να πει τις επόμενες
λέξεις, αλλά τελικά τα κατάφερε: «Σ' αγαπώ».
Τι παραμορφωμένη όψη, αναρωτήθηκα, έπαιρνε η
αγάπη στο μυαλό του;
«Αλήθεια;» είπα.
«Το ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να το πιστέψεις»,
είπε. «Δεν μπορείς να διανοηθείς τι πιέσεις έχω
υποστεί, ποιες απαιτήσεις με υποχρέωσαν να φερθώ
έτσι. Αλλά στ' ορκίζομαι, Κάρολυν, πάντα
νοιαζόμουν για σένα. Ήξερα πόσο σε καταπίεζε ο
Ρέυνολντς. Δεν καταλαβαίνεις; 'Ως ένα βαθμό
ενεργούσα προς όφελός σου. Ήθελα να σε
ελευθερώσω».
Όλα αυτά τα είπε με έναν παραπονιάρικο τόνο, πλησιάζοντας τόσο πολύ που μπορούσα να μυρίσω την πικρή του ανάσα. Έβαλε ένα χέρι πάνω στο στήθος μου, το χάιδεψε... Μπορεί να με αγαπούσε με τον τρόπο του, γιατί το άγγιγμα ήταν τρυφερό. Αλλά το δικό μου δεν ήταν. Ακούμπησα το χέρι μου που ακτινοβολούσε στο πίσω μέρος του λαιμού του. Ούρλιαξε, έμεινε άκαμπτος, και, ω, πώς ένιωσα στο άκουσμα αυτού του ουρλιαχτού! Ήταν σαν μουσική ο πόνος του. Πισωπάτησε, σκόνταψε σε μια από τις φθορίζουσες καρέκλες και έπεσε στριφογυρίζοντας, κρατώντας το λαιμό του.
«Πού είναι;» ρώτησα γονατίζοντας πλάι του.
Σάλιο έτρεξε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. «Θα
τη βρω, θα τη φέρω... ωχ!»
Είδα ότι δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ. Στην
απελπισία του μπορούσε να πει οτιδήποτε.
Μπορούσε να μου φέρει κάποιο ξένο παιδί.
Ακούμπησα το στομάχι του, εισδύοντας στη σάρκα
μέχρι την πρώτη φάλαγγα των δαχτύλων μου και τα
έστριψα. Πάλι ούρλιαξε. Αίμα λέκιασε το μπροστινό
μέρος της φόρμας του.
«Πού είναι;» Δεν σκεφτόμουν πια το παιδί: είχε
χαθεί, απλώς τον βασάνιζα.
Η ομιλία του ήταν ασυνάρτητη, προσπάθησε να
ξεφύγει. Του έδειξα το χέρι μου, πώς έλαμπε, και τα
μάτια του γούρλωσαν.
«Με αγαπάς ακόμη;» ρώτησα, πιάνοντας το
υπογάστριό του, γαντζώνοντας τα δάχτυλα μου και
τραβώντας κάποιον ιστό.
Η αγωνία έβραζε στο λαιμό του, και διπλώθηκε στα
δυο από τον πόνο.
Δεν μπορούσα να σταματήσω να τον πιάνω. Ενορχήστρωνα τις κραυγές του, κάνοντάς τον να βγάζει πότε σύντομες, πότε παρατεταμένες, πότε βραχνές. Το μίσος μου ήταν ένα μακρινό συναίσθημα. Δεν ένιωθα οργή, ούτε χαρά. Ήμουν ένας απλός τεχνίτης, που απεργαζόμουν την παράταση της αγωνίας του. Ροζ μεμβράνες κάλυψαν το άσπρο των ματιών του, τα δόντια του ήταν λεκιασμένα πορφυρά, και τελικά έμεινε ακίνητος.
Κάθισα δίπλα του για πολλή ώρα. Ύστερα ξαναφόρεσα την κάπα μου και γύρισα πίσω στο διαμέρισμά μου. Αφού σιγουρεύτηκα ότι δεν ήταν κανείς στο διάδρομο, έσυρα τον νεκρό φρουρό έξω από το μπροστινό δωμάτιο και τον έστησα όρθιο στον τοίχο του διαδρόμου. Προγραμμάτισα την κλειδαριά, μπήκα μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω μου. Δεν ένιωθα τίποτα. Πήρα τον Αποφασισμένο Εραστή, αλλά ακόμα και γι' αυτό το ενδιαφέρον μου είχε ξεθωριάσει. Κοίταξα τους τοίχους, χωρίς να σκέφτομαι τίποτε. Θυμόμουν μόνο ότι είχα πάει κάπου και είχα κάνει κάτι βίαιο. Μου κινούσε την περιέργεια το χέρι μου που έλαμπε. Αλλά σύντομα με πήρε o ύπνος, και όταν με ξύπνησαν οι φρουροί που ξεκλείδωναν την πόρτα, είδα ότι το χέρι μου είχε ξαναγίνει φυσιολογικό.
«Ακουσες τίποτε απέξω;» ρώτησε ένας από τους
φρουρούς.
«'Οχι», είπα. «Τι συνέβη;» .
Μου είπε τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για τον νεκρό φρουρό και για τον Μπρεντ. Όπως όλοι στον Ηλιακό Σταθμό, έδειχνε πιο προβληματισμένος από αυτούς τους ακατανόητους θανάτους παρά από τη φανταστική γέννηση που είχε προηγηθεί.
«Οι τοίχοι του σταθμού ντύθηκαν με χρυσάφι, οι διάδρομοι έπηξαν στους τουρίστες και τους φοιτητές που έρχονται για να μελετήσουν τις αρμονίες που περιέχονται στις Εξισώσεις, αρμονίες που πάνε πολύ μακρύτερα από τη θαυμαστή μεταμόρφωση του χεριού μου. Καταστήματα σουβενίρ πουλάνε ολογράμματα της Αράχνης, κασέτες με τον Κύκλο του Ασπρου δράκου (που τώρα χρησιμοποιείται για να εξοικειώνει τα παιδιά με τις βασικές αρχές των εξισώσεων), και ιστορίες των θλιβερών γεγονότων που συνόδευσαν την εμφάνιση της Αράχνης. Οι θόλοι αναψυχής αντηχούν απο τα ντριφτς του Αλεξ Ντυλάμπρ, και σε ένα αμφιθέατρο κατασκευασμένο γι'αυτό το σκοπό, ο κλώνος του Ρέυνολντς δίνει καθημερινά διαλέξεις πάνω στις συνθήκες του θανάτου και του θριάμβου του. Το μέρος είναι κατά το ήμισυ λούνα παρκ και κατά το ήμισυ τρελοκομείο. Όμως το σπουδαιότερο μνημείο στη δουλειά του Ρέυνολντς δεν είναι εδώ. Βρίσκεται πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα και αποτελείται από μια τεράστια κινητή κατασκευή από χρυσό φως όπου κατοικούν εκείνοι οι φοιτητές που κατάλαβαν τις αρμονίες και ξεπέρασαν τα δεσμά του σώματος.
Λέγεται ότι δουλεύουν ακούραστα, εμπνευσμένοι ίσως από τη μεταφυσική φαντασία του Ρέυνολντς, ίσως και από το πρόγραμμα της Αράχνης, από τη θέλησή της να απαλλαγεί απο την ανθρώπινη ενόχληση βάζοντάς μας σ' ένα καινούριο κανάλι εξέλιξης. Μετά το θάνατο του Μπρεντ σκέφτηκα να συμμετάσχω σ' αυτό το έργο. Αλλά το μυαλό μου δεν ήταν προσαρμοσμένο στις αρμονίες. Είχα εξαντλήσει όλη μου τη δεξιοτεχνία για να ξεφορτωθώ τον Μπρεντ. Αποφάσισα να συνεχίσω τις έρευνες για την κόρη μου. Μπορεί - όπως ισχυριζόταν ο Μπρεντ - να μην υφίσταται, αλλά είναι το μόνο πράγμα που μου έχει απομείνει, και πήρα τις αποφάσεις μου ανάλογα. Όμως δεν έχω καταφέρει να φύγω από το Σταθμό γιατί με γοητεύει ο κλώνος του Ρέυνολντς.
Ξανά και ξανά πάω στο αμφιθέατρο. Εκεί τον παρακολουθώ από τις πίσω θέσεις να προβάλλει τις διαφάνειες, να μιλά με ζέση. Πολύ θα 'θελα να τον πλησιάσω, να μάθω πόσο μοιάζει με τον Ρέυνολντς στην πραγματικότητα.
Είμαι σίγουρη ότι με πρόσεξε σε αρκετές περιπτώσεις, και αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, πώς θα ήταν αν του μιλούσα, αν τον άγγιζα. Ίσως αυτά να είναι διαστροφή εκ μέρους μου, αλλά δεν μπορώ να πάψω να αναρωτιέμαι...»
Από τις Μέρες στον Ήλιο της Κάρολυν Ντυλάμπρ
Ήθελα να της μιλήσω από τότε που... από τότε που άρχισε αυτή η περίεργη ζωή. Γιατί; Κατά πρώτον, την αγαπούσα. Αλλά φαίνεται ότι υπήρχε και ένας πολύ πιο ισχυρός λόγος, κάποιος που δεν μπορούσα να διατυπώσω. Καταπίεσα αυτή μου τη διάθεση για λίγο καιρό, μη θέλοντας να την πληγώσω. Αλλά βλέποντας ότι είχε αρχίσει να έρχεται στις διαλέξεις, τελικά αποφάσισα να κάνω μια προσέγγιση.
Συνήθιζε να πηγαίνει σ' ένα θόλο αναψυχής που τον έλεγαν «της Αράχνης». Οι τοίχοι του ήταν ολογράμματα της Αράχνης, συνδεδεμένα με χρυσούς ιστούς που έμοιαζαν σαν λιωμένοι πάνω στο μαύρο φόντο, σαν κλωστές από εξωγήινη φωτιά. Σ' αυτή τη χρυσή θολούρα τα πρόσωπα των θαμώνων γυάλιζαν σαν να'ταν φαντάσματα, και η γυαλάδα έμοιαζε να τονίζεται από τη βιαιότητα της μουσικής. Δεν ήταν μέρος του γούστου μου, ούτε - υποψιάζομαι - του δικού της. Ίσως να σύχναζε εκεί από ένα είδος γενναιότητας, από τη διάθεση να αντιμετωπίσει το πλάσμα που της είχε προξενήσει τόσο πόνο.
Τη βρήκα να κάθεται σε μια απομακρυσμένη γωνία, πίνοντας ένα αμουριστικό, και όταν εγκαταστάθηκα κοντά στο τραπέζι της, δεν μου έδωσε σημασία. Κανείς δεν την πλησίαζε ποτέ. Ήταν κάτι σαν ζωντανό μνημείο, ίσως περισσότερο και από τον ίδιο το Σταθμό... και αν και ήταν ακόμα ωραία γυναίκα, της φέρονταν σαν τη γυναίκα ενός αγίου. Αναμφίβολα σκέφτηκε ότι απλώς σταμάτησα κοντά στο τραπέζι, ψάχνοντας για κάποιον. Αλλά όταν κάθισα απέναντί της, με κοίταξε και της έπεσε το σαγόνι.
«Μη φοβάσαι», είπα.
«Γιατί θα 'πρεπε να φοβάμαι;»
«Σκέφτηκα ότι η παρουσία μου μπορεί να σε...
έφερνε σε αμηχανία».
Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «Πιστεύω ότι το
φοβόμουν κι εγώ».
«Αλλά...;»
«Δεν πειράζει».
Έπεσε σιωπή ανάμεσά μας.
Φορούσε ένα φουστάνι από χρυσαφί μετάξι, ραμμένο για ν' αφήνει γυμνό το πάνω μέρος του στήθους της, και τα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω, αφήνοντας γυμνές τις λείες, ήρεμες γραμμές της ομορφιάς της, μιας ομορφιάς που κάποτε με είχε ρίξει στις φλόγες, και έκανε το ίδιο ακόμα και τώρα.
«Κοίτα», είπα. «Για κάποιο λόγο ήθελα να σου
μιλήσω, νιώθω ότι... »
«Κι εγώ νιώθω το ίδιο». Αυτό το είπε με μεγάλη
λαχτάρα, αλλά ύστερα προσπάθησε να μετριάσει την
εντύπωση. «Για τι πράγμα θα μιλήσουμε;»
«Δεν είμαι σίγουρος».
Χτύπησε το ποτήρι με το δάχτυλό της. «Γιατί δεν
πάμε μια βόλτα;»
Όλοι μας κοίταζαν που φεύγαμε, και αρκετοί μας ακολούθησαν ως το διάδρομο, γεγονός που με ώθησε να προτείνω να συζητήσουμε στο διαμέρισμά μου. Δίστασε, ύστερα μου 'δειξε ότι συμφωνεί μ' ένα αδιόρατο νεύμα. Κινηθήκαμε γρήγορα ανάμεσα στο πλήθος, καταφέραμε να ξεγελάσουμε αυτούς που ακολουθούσαν και ξαναβρήκαμε ένα πιο ήρεμο βήμα. Κάθε τόσο την τσάκωνα να με κοιτάζει, και ρώτησα αν συνέβαινε τίποτε κακό.
«Κακό;» φάνηκε σαν να δοκιμάζει τη λέξη. «Όχι», είπε. «Τίποτε περισσότερο από το συνηθισμένο».
Είχα σκεφτεί ότι όταν τελικά θα του μιλούσα, θα ανακάλυπτα ότι είναι μια απλή απομίμηση, ότι δεν θα έμοιαζε καθόλου με τον Ρέυνολντς παρά μόνο με εντελώς επιφανειακό τρόπο. Αλλά δεν ήταν έτσι. Περπατώντας κατά μήκος εκείνου του χρυσαφένιου διαδρόμου, ανάμεσα στους περαστικούς που πήγαιναν στα καταστήματα και τα μπαρ, αισθάνθηκα γι' αυτόν όπως την πρώτη μέρα που τον είχα συναντήσει στους δρόμους του Αμπιτζάν: γοητευμένη τρωτή και αναστατωμένη. Κι όμως διέκρινα μια διαφορά σ' αυτόν. Ενώ η παρουσία του Ρέυνολντς ήταν έντονη και αυταρχική, υπήρχε κάτι το εύθραυστο σ' αυτή την ένταση, μια αίσθηση ότι η διαμαντένια λάμψη μπορούσε να διαλυθεί ανά πάσα στιγμή. Μ' αυτόν το Ρέυνολντς δεν υπήρχε τέτοια αστάθεια. Η παρουσία του -αν και ισχυρή- ήταν ήρεμη, φυσική και άψογη.
Όπου περπατούσαμε συναντούσαμε τα αποτελέσματα των Εξισώσεων: μεταφορείς ύλης, θάλαμοι αναγέννησης, όπου μπορούσες να έχεις την εμπειρία μιας μεταμόρφωσης της ψυχής και του σώματός σου. Και οι πανταχού παρόντες φοιτητές, μερικοί ήδη κατά το ήμισυ σε κατάσταση αποσωματοποίησης, ντυμένοι με κάπες για να κρύβουν το γεγονός, που όμως το πρόδιναν τα μάτια τους που κοίταζαν προς τα μέσα. Με τον Ρέυνολντς δίπλα μου, όλα αυτά έμοιαζαν κατανοητά, όχι - όπως πριν - ένα καρναβάλι από απιθανότητες χωρίς νόημα. Ρώτησα πώς ένιωθε όταν έβλεπε τα αποτελέσματα της δουλειάς του, και είπε: «Στην πραγματικότητα, δεν με απασχολεί».
«Τι σε απασχολεί;»
«Εσύ, Κάρολυν», είπε.
Η απάντηση με ευχαρίστησε αλλά και με έκανε να
νιώσω κουρασμένη. «Σίγουρα θα πρέπει να έχεις πιο
πιεστικές έννοιες», είπα.
«'Ο,τι έχω κάνει ως τώρα ήταν για σένα».
Μια απορημένη έκφραση απλώθηκε στο πρόσωπό του.
«Μην υποκρίνεσαι μαζί μου », του πέταξα. Είχα
αρχίσει να θυμώνω . «Αυτό δεν είναι παράσταση, δεν
βρίσκεσαι στο αμφιθέατρο».
Ανοιξε το στόμα του, αλλά κατάπιε αυτό που ήθελε
να πει, και συνεχίσαμε να περπατάμε.
«Συγχώρεσέ με» είπα, καταλαβαίνοντας τη σύγχυση
στην οποία πρέπει να βρισκόταν. «Εγώ...»
«Δεν υπάρχει λόγος για συγνώμες», είπε. «Όλες οι
αποτυχίες μας είναι πίσω μας τώρα».
Δεν ήξερα από πού έρχονταν αυτά τα λόγια. Ήταν δικά μου λόγια, κι όμως έμοιαζαν να βγαίνουν και από κάποιο σημείο βαθιά μέσα μου, που η ύπαρξή του ήταν κρυμμένη μέχρι τώρα, και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τα συγκρατήσω. Φτάσαμε στους πάνω ορόφους του Σταθμού, όπου έμενε το μόνιμο προσωπικό, και καθώς στρίβαμε σε μια γωνία, κοντέψαμε να πέσουμε πάνω σ' έναν φοιτητή που στεκόταν ακίνητος, κοιτάζοντας τον τοίχο: ένα χλωμό νέο άνδρα με μαύρα μαλλιά, λεπτό στόμα και γκρίζα κάπα. Τα μάτια του έμοιαζαν νεκρά, και η φωνή του ήταν σαν να ερχόταν από τον Αδη. «Καιροφυλακτεί», είπε.
Είναι τόσο χαμένοι στην ενδοσκόπηση, αυτοί οι φοιτητές, που μπορούν να πουν οτιδήποτε. Κάποιοι αρέσκονται στους χρησμούς τους, αλλά όχι εγώ: οι λέξεις τους μου φαίνονταν τυχαίες, σπίθες από τριμμένο καλώδιο.
«Τι καιροφυλακτεί;» ρώτησα, διασκεδάζοντας.
«Η ζωή... η πόλη».
«Α», είπα. «Και πώς μπορώ να πάω εκεί;»
«Εσύ...» σταμάτησε και με κοίταζε με ανοιχτό το
στόμα.
Η Κάρολυν με τράβηξε; και ξεκινήσαμε πάλι. Αρχισα
ένα καλαμπούρι για τη συνάντηση, αλλά βλέποντας
την ενοχλημένη της έκφραση, συγκρατήθηκα.
Όταν μπήκαμε στο διαμέρισμά μου, σταμάτησε στο κέντρο του χώρου υποδοχής, μαγνητισμένη από τους τοίχους. Τους είχα ρυθμίσει να παριστάνουν το περιβάλλον της αρχής του Αποφασισμένου Εραστή: μια ατέλειωτη έκταση από χρυσαφένιο γρασίδι, με μια λάμψη στον ορίζοντα που θα μπορούσε να προέρχεται από κάποιο λαμπερό πύργο.
«Σε ενοχλεί αυτό;» είπα δείχνοντας τους
τοίχους.
«Όχι, με ξάφνιασαν, αυτό είν' όλο». Περπάτησε για
λίγο, χαζεύοντας το γρασίδι, σαν να ήλπιζε να δει
κάποιον. Ύστερα γύρισε, και μίλησα πάλι από αυτό
το βαθιά κρυμμένο σημείο, ένα σημείο που, τώρα,
βλέποντας την με φόντο αυτά τα χρυσά λιβάδια,
απλωνόταν σ' όλο μου το είναι.
«Κάρολυν, σ' αγαπώ», είπα... και αυτή τη φορά ήξερα
ποιος ήταν που μιλούσε.
Είχε βγάλει την κάπα του, και το σώμα του έλαμπε, βουτηγμένο σ' αυτή τη χλωμή γυαλάδα που κάποτε είχε μετατρέψει το δεξί μου χέρι σε όπλο. Πισωπάτησα, τρομοκρατημένη. Κι όμως, μέσα στο φόβο μου, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν ήμουν τόσο τρομοκρατημένη όσο θα 'πρεπε, δεν ήμουν έτοιμη να βάλω τις φωνές ή να το βάλω στα πόδια.
«Εγώ είμαι, Κάρολυν», είπε.
«Όχι», είπα, κάνοντας πίσω.
«Δεν βλέπω γιατί θα 'πρεπε να με πιστέψεις».
Κοίταξε το χέρι του που έλαμπε. «Ούτε εγώ δεν το
είχα καταλάβει μέχρι τώρα».
«Ποιος είσαι;» ρώτησα, υπολογίζοντας την
απόσταση ως την πόρτα.
«Το ξέρεις», είπε. «Η Αράχνη... βρίσκεται παντού
στο Σταθμό. Στον υπολογιστή, στα εργαστήρια,
ακόμα και στα δοχεία όπου πολλαπλασιάστηκαν τα
κύτταρά μου. Αυτή μας έφερε πάλι μαζί τον έναν
στον άλλον».
Προσπάθησε να με αγγίξει, και τινάχτηκα στο πλάι.
«Δεν θα σε πειράξω», είπε.
«Έχω δει τι μπορεί να κάνει ένα άγγιγμα».
«Όχι το δικό μου άγγιγμα, Κάρολυν».
Αμφέβαλλα αν θα μπορούσα να φτάσω ως την πόρτα,
αλλά προετοιμάστηκα για μια προσπάθεια.
«Ακουσε με, Κάρολυν», είπε. «Όλα όσα θέλαμε στην αρχή, όλα τα όνειρα και οι μύθοι αγάπης μπορούν να γίνουν δικά μας».
«Ποτέ δεν το ήθελα αυτό», είπα. «Εσύ το ήθελες! Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν μια φυσιολογική ζωή, όχι...»
«Όλοι οι εραστές θέλουν το ίδιο πράγμα», είπε. «Η απογοήτευση τους κάνει να παριστάνουν ότι θέλουν λιγότερα». Απλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου. «Όλα μας περιμένουν, όλα είναι έτοιμα. Πώς έγινε αυτό, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αλλά είναι περίεργο, το τελικό αποτέλεσμα της επιστήμης να είναι μια ακατανόητη μαγεία».
Ήμουν ακόμα φοβισμένη, αλλά ο φόβος μου υποχωρούσε, νανουρισμένος από το ρυθμό της φωνής του, και αν και αντιλαμβανόμουν πως ήταν ο θάνατός μου, έβλεπα επίσης καθαρά ότι ήταν ο Ρέυνολντς, ο Ρέυνολντς ολόκληρος.
«Αυτό ήταν αναπόφευκτο», είπε. «Και οι δυο
ξέραμε ότι κάτι μαγικό θα συμβεί... γι' αυτό μέναμε
μαζί, σε πείσμα των πάντων. Μη φοβάσαι. Δεν θα
μπορούσα να σε βλάψω περισσότερο απ' όσο το έχω
ήδη κάνει».
«Τι είναι αναπόφευκτο;» ρώτησα. Ήταν πολύ κοντά
μου για να μπορέσω να φύγω, και σκέφτηκα να τον
καθυστερήσω, κάνοντάς του ερωτήσεις.
«Δεν το αισθάνεσαι;» Ήταν τόσο κοντά τώρα, που
μπορούσα να νιώσω τη ζέστη του. «Δεν μπορώ να σου
πω τι είναι, Κάρολυν, μόνο ότι υπάρχει, ότι είναι η
ζωή... μια νέα ζωή».
«Η Αράχνη», είπα. «Δεν καταλαβαίνω..»
«Όχι άλλες ερωτήσεις», είπε, και μου ξεγύμνωσε
τον ώμο.
Το άγγιγμά του ήταν πιο θερμό από το φυσιολογικό, έκανε τα βλέφαρά μου να κλείνουν, αλλά δεν αισθανόμουν πόνο. Με παρέσυρε κάτω στο πάτωμα, και σ' ένα λεπτό ήταν μέσα μου, οι καρδιές μας είχαν ενωθεί, πλέαμε μαζί, τυλιγμένοι στη χλωμή λάμψη που τρεμόπαιζε, και μέσα στην ηδονή που ένιωθα, υπήρχε πόνος, αλλά τόσο λίγος που δεν με πείραζε...
... κι εγώ φοβόμουν το ίδιο, φοβόμουν ότι δεν ήμουν αυτός που νόμιζα, ότι οι φλόγες και το κενό θα μας κατάπιναν, αλλά τώρα που την είχα πάλι δική μου, που εκπληρωνόταν η παλιά μου επιθυμία, οι αμφιβολίες μου ελαττώνονταν...
... και δεν μπορούσα πια να καταλάβω αν τα μάτια μου ήταν κλειστά ή ανοιχτά, γιατί μερικές φορές, όταν νόμιζα ότι ήταν κλειστά, μπορούσα να τον δω, με το πρόσωπο χαλαρό από ηδονή, με το κεφάλι ριγμένο πίσω...
... και όταν νόμιζα ότι ήταν ανοιχτά, νόμιζα ότι βλέπω ένα άλλο μέρος, όπου εκείνη στεκόταν πλάι μου. Στην αρχή η εντύπωση αυτή ήταν πολύ φευγαλέα για να την κρατήσω στο μυαλό μου...
... και όλα στριφογύριζαν, άλλαζαν, το σώμα μου, το πνεύμα μου, όλα ρευστά, και ο θάνατος - αν αυτό ήταν ο θάνατος - ήταν μια παρατεταμένη πτώση, ένα σάρωμα απο μια χρυσή λάμψη, και πίσω μου έβλεπα το παρελθόν να περιορίζεται σε μια πεδιάδα και λόφους στρωμένους με χρυσό γρασίδι...
... και γύρω μου χρυσοί πύργοι, λαμπεροί, που κάθε λεπτό που περνούσε γίνονταν πιο σταθεροί στο σχήμα τους και άνθρωποι κρυμμένοι σε χρυσή ομίχλη που επίσης γίνονταν όλο και πιο αληθινοί, αποκτώντας ουλές και κουρέλια και όμορφα φορέματα, κρατώντας καλάθια και σάκους...
... και αυτός δεν ήταν παράδεισος, δεν ήταν ειρηνικός παράδεισος, γιατί καθώς περπατούσαμε δίπλα στους πύργους από κίτρινη πέτρα, είδα στρατιώτες με περίεργα όπλα στις πολεμίστρες, και τα πλήθη γύρω μας τα αποτελούσαν άγριοι άντρες και γυναίκες που φορούσαν μαχαίρια στα ζωνάρια τους, και γριές διπλολυγισμένες από το βάρος μεγάλων σακιών με αγαθά, και νεότερες γυναίκες με ταλαιπωρημένα πρόσωπα, που έσκυβαν από πόρτες και παράθυρα μπαρουτοκαπνισμένων σπιτιών και διαλαλούσαν την τιμή τους...
... και ο ήλιος από ψηλά έμοιαζε να μετακινείται, και να εκπέμπει λάμψεις που πάλλονταν και συστρέφονταν σαν να χορεύουν, ρίχνοντας ένα φως που έλουζε τον ψηλότερο πύργο, αυτόν που ψάχναμε όλα μας τα χρόνια, αυτόν που το μυστήριό του έπρεπε να λύσουμε...
... και η θολή εικόνα ενός γέρου άντρα με κίτρινο ρούχο πλανιόταν πάνω από το πλήθος, και τα βλέφαρά του έμοιαζαν να ανοίγουν και να εκπέμπουν καυτές κλωστές όπως του ήλιου, και μας φώναζε, μας προκαλούσε όλους να μπούμε στον πύργο του, να ξεπεράσουμε τους ιστούς των αραχνών του, να κλέψουμε τα μυστικά του χρόνου...
... και αφού περιπλανηθήκαμε όλη μέρα, βρήκαμε ένα δωμάτιο σ' ένα πανδοχείο ούτε μισό μίλι από τον πύργο του μάγου, ένα φτηνό μέρος με βρώμικους τοίχους και μισογκρεμισμένες γωνιές και ένα αχυρένιο στρώμα που έτριζε όταν ξαπλώσαμε πάνω τou. Αλλά ήταν τόσο πολλά σε σχέση με όσα είχαμε τον τελευταίο καιρό, που ήμασταν ενθουσιασμένοι, και όταν ήρθε η νύχτα, και το φεγγαρόφωτο έλουζε το δωμάτιο, και ο πύργος του μάγου διακρινόταν μέσα από ένα παράθυρο, με φόντο το βαθύ μπλε του ουρανού, το δωμάτιο έμοιαζε με παλάτι. Κάναμε έρωτα μέχρι πολύ μετά τα μεσάνυχτα, έρωτα όπως δεν είχαμε κάνει ποτέ: οικείο, χωρίς κανένα φραγμό. Και ύστερα, ακόμα ενωμένοι, ενώ ακούγαμε τις φωνές και τη μουσική της πόλης, ξαφνικά θυμήθηκα τη ζωή μου σ' εκείνον τον άλλον κόσμο, την Αράχνη, τον Ηλιακό Σταθμό, όλα, και από το σκεφτικό ύφος της Κάρολυν, από τις επόμενες κουβέντες της, κατάλαβα ότι και εκείνη είχε θυμηθεί.
«Πίσω στον Ήλιο», είπε, «κάναμε έρωτα,
ξαπλωμένοι ακριβώς όπως τώρα, και...» Σταμάτησε
και μια ρυτίδα σχηματίστηκε ανάμεσα στα φρύδια
της. «Κι αν όλα αυτά είναι ένα όνειρο, ένα λεπτό
ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο;»
«Γιατί το σκέφτηκες αυτό;»
«Η Αράχνη... Δεν ξέρω. Απλώς αισθάνθηκα ότι είναι
αλήθεια».
«Είναι πιο λογικό να συμπεράνεις ότι όλα είναι
μια μορφή μετάβασης ανάμεσα στο διαμέρισμα και σ'
αυτό το δωμάτιο. Αλλωστε, γιατί να θέλει η Αράχνη
να πεθάνεις;»
«Γιατί τα έχει κάνει όλα αυτά; Δεν ξέρουμε καν τι
είναι... δαίμονας, θεός».
«'Η κάτι δικό μου», είπα.
«Ναι, αυτό... ή ο θάνατος».
Χάιδεψα τα μαλλιά της, και χαμήλωσε τα βλέφαρα.
«Φοβάμαι να κοιμηθώ», είπε.
«Μην ανησυχείς», είπα. «Πιστεύω ότι αυτό είναι
κάτι πέρα από το θάνατο».
«Πώς το ξέρεις;»
«Από τον τρόπο που αισθανόμαστε».
«Γι' αυτό νομίζω πως είναι ο θάνατος», είπε.
«Γιατί είναι πολύ καλό για να διαρκέσει».
«Ακόμα και αν είναι ο θάνατος», της είπα, «σ' αυτό
το μέρος o θάνατος μπορεί να διαρκεί περισσότερο
από τις προηγούμενες ζωές μας».
Φυσικά, για πολύ λίγα ήμουν βέβαιος και εγώ, αλλά κατάφερα να την παρηγορήσω, και σύντομα την πήρε ο ύπνος. Έξω από το παράθυρο, ο πύργος του μάγου - αν αυτό ήταν που έβλεπα-γυάλιζε και έτρεμε, σφύζοντας από δύναμη, απειλητικός στη λαμπρότητά του. Αλλά δεν φοβόμουν πια. Ακόμα και μπροστά σε κάτι τόσο ακατανόητο όσο ένα πλάσμα που οικειοποιήθηκε το όνειρο ενός ανθρώπου και υλοποιήθηκε μέσα απ' αυτό, προετοιμάζοντας γι' αυτόν μια ζωή ή ένα θάνατο, ακόμα και σ' έναν κόσμο από αναπάντητα ερωτήματα, όταν η αγάπη είναι σίγουρη - η αγάπη, το μόνο ερώτημα που αποτελεί την απάντηση του εαυτού του - όλα γίνονται πολύ απλά, και στο τέλος τα αποδέχεσαι.
«Ζούμε μέσα σ' ένα αρχαίο χάος του Ήλιου»
Γουάλλας Στήβενς