![]() |
![]() |
Octavia
Butler
The Evening and the Morning and the Night (1987)
1988 SF Chronicle Award
Μετάφραση: Λίλη Ιωαννίδου
Όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών και προσπαθούσα να αποδείξω την ανεξαρτησία μου παραμελώντας τη δίαιτά μου, οι γονείς μου με πήγαν σε ένα τμήμα νοσοκομείου ειδικό για την ασθένεια Ντούρηα-Γκοντ. Ήθελαν να δω, είπαν, προς τα πού βάδιζα αν δεν πρόσεχα. Στην πραγματικότητα, προς τα εκεί θα βάδιζα έτσι κι αλλιώς. Ήταν απλώς θέμα χρόνου: τώρα ή αργότερα. Οι γονείς μου υποστήριζαν αργότερα.
Δεν θα περιγράψω το τμήμα. Αρκεί να πω ότι μόλις γυρίσαμε σπίτι, έκοψα τις φλέβες μου. Και έκανα καλή δουλειά, με τον παλιό ρωμαϊκό τρόπο, μέσα σε μια μπανιέρα με χλιαρό νερό. Σχεδόν τα κατάφερα. Ο πατέρας μου εξάρθρωσε τον ώμο του για να σπάσει την πόρτα του μπάνιου. Εκείνος και εγώ ποτέ δεν συγχωρέσαμε o ένας τον άλλον γι' αυτήν τη μέρα.
Η αρρώστια τον χτύπησε τρία χρόνια αργότερα - λίγο πριν φύγω για το Πανεπιστήμιο. Ήταν ξαφνικό. Δεν συμβαίνει έτσι τόσο συχνά. Οι περισσότεροι άνθρωποι παρατηρούν τον εαυτό τους να αρχίζει να αρρωσταίνει - ή τους παρατηρούν οι συγγενείς τους - και ρυθμίζουν τα της θεραπείας τους με το νοσηλευτικό ίδρυμα της επιλογής τους. Αυτοί που καταγράφονται αλλά δεν θέλουν να νοσηλευτούν μπορεί να κρατηθούν δια της βίας για παρατήρηση μιας βδομάδας. Δεν αμφιβάλλω πως αυτή η περίοδος παρατήρησης έχει διαλύσει πολλές οικογένειες. Το να ξαποστείλεις κάποιον χωρίς τελικά να υπάρχει λόγος, δεν είναι κάτι που μπορεί να ξεχαστεί ή να συγχωρεθεί από το θύμα. Από την άλλη, το να μη στείλεις κάποιον έγκαιρα - αγνοώντας τις ενδείξεις ή αφήνοντας κάπoιον να αρρωστήσει αγνοώντας τις ενδείξεις - είναι αναπόφευκτα επικίνδυνο για το θύμα. Δεν είχα ακούσει ποτέ πάντως να εκδηλώνεται τόσο άσχημα όσο στην οικογένειά μου. Οι άνθρωποι συνήθως τραυματίζουν μόνο τον εαυτό τους όταν έρθει η ώρα τους - εκτός αν κάποιος φανεί αρκετά ηλίθιος ώστε να προσπαθήσει να τους αντιμετωπίσει χωρίς τα αναγκαία φάρμακα ή περιορισμούς.
Ο πατέρας μου... σκότωσε τη μητέρα μου, και ύστερα σκοτώθηκε. Δεν ήμουν σπίτι όταν έγινε. Είχα μείνει στο σχολείο λίγο πιο αργά από συνήθως, λύνοντας ασκήσεις για να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις. Με το που έφτασα σπίτι, υπήρχαν αστυνομικοί παντού. Υπήρχε ένα ασθενοφόρο, και δυο νοσοκόμοι κουβαλούσαν κάποιον σε ένα φορείο - κάποιον σκεπασμένο. Περισσότερο από σκεπασμένο. Σχεδόν... σακουλιασμένο.
Οι αστυνομικοί δεν με άφηναν να μπω μέσα. Δεν κατάλαβα παρά πολύ αργότερα τι ακριβώς είχε συμβεί. Μακάρι να μην καταλάβαινα ποτέ. Ο μπαμπάς είχε σκοτώσει τη μαμά, ύστερα την είχε γδάρει εντελώς. Τουλάχιστον, έτσι ελπίζω να έγινε. Θέλω να πω, ελπίζω να τη σκότωσε πρώτα. Έσπασε μερικά από τα πλευρά της, κατέστρεψε την καρδιά της. Σκάβοντας.
Ύστερα άρχισε να ξεσκίζει τον εαυτό του, δέρμα και κόκαλα, σκάβοντας. Είχε καταφέρει να φτάσει στην καρδιά του πριν πεθάνει. Ήταν ένα ιδιαίτερα κακό παράδειγμα αυτού του πράγματος που κάνει τους ανθρώπους να μας φοβούνται. Μερικοί από μας βρίσκουν τον μπελά τους επειδή έσπασαν ένα σπυράκι ή απλώς ονειροπόλησαν. Αυτό προκάλεσε τη θέσπιση περιοριστικών νόμων, δημιούργησε προβλήματα με τις δουλειές, τα σπίτια, τα σχολεία... Το Ίδρυμα της Νόσου Ντούρηα-Γκοντ είχε ξοδέψει εκατομμύρια λέγοντας στον κόσμο ότι οι άνθρωποι σαν τον πατέρα μου δεν υπήρχαν.
Πολύ αργότερα, όταν είχα συνέλθει όσο μπορούσα, πήγα στο πανεπιστήμιο - στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας - με υποτροφία Ντιλγκ. Το Ντιλγκ είναι το 'Ιδρυμα όπου προσπαθείς να στείλεις τους συγγενείς σου που πάσχουν από Α.Ν.Γ. και έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο. Διευθύνεται από ασθενείς Α.Ν.Γ. υπό έλεγχο, σαν και μένα, σαν τους γονείς μου όταν ζούσαν. Ένας Θεός ξέρει πώς το αντέχει οποιοσδήποτε Α.Ν.Γ. υπό έλεγχο. Πάντως το ίδρυμα έχει μια λίστα αναμονής χιλιόμετρα μακριά. Οι γονείς μου με έγραψαν μετά την απόπειρα αυτοκτονίας μου, αλλά υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να 'χω πεθάνει πριν έρθει η σειρά μου.
Δεν μπορώ να πω γιατί πήγαινα στο πανεπιστήμιο - εκτός του ότι πήγαινα σε κάποιο σχολείο όλη μου τη ζωή και δεν ήξερα να κάνω τίποτε άλλο. Δεν πήγαινα από καμιά ιδιαίτερη φιλοδοξία. Διάβολε, ήξερα τι με περιμένει τελικά. Απλώς κέρδιζα χρόνο. Αν οι άνθρωποι ήταν διατεθειμένοι να με πληρώνουν για να κερδίζω χρόνο, γιατί να μην το κάνω;
Το περίεργο ήταν ότι δούλευα σκληρά, έπαιρνα καλούς βαθμούς. Αν δουλεύεις αρκετά σκληρά σε κάτι που δεν έχει σημασία, μπορείς να ξεχνάς για λίγο τα πράγματα που έχουν.
Μερικές φορές σκεφτόμουν να δοκιμάσω πάλι να αυτοκτονήσω. Πώς γινόταν να βρω το κουράγιο όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών και να μην το βρίσκω τώρα; Δυο γονείς Α.Ν.Γ. - και οι δυο θρήσκοι, και οι δυο τόσο αντίθετοι στην έκτρωση όσο και στην αυτοκτονία. Έτσι, εμπιστεύτηκαν τον Θεό και τις υποσχέσεις της σύγχρονης ιατρικής και έκαναν παιδί. Αλλά πώς γινόταν να βλέπω τι είχε συμβεί σ' αυτούς και να πιστεύω σε οτιδήποτε;
Πήρα πτυχίο βιολογίας. Αυτοί που δεν πάσχουν από Α.Ν.Γ. λένε πως η αρρώστια μας μας κάνει καλούς στις επιστήμες - γενετική, μοριακή βιολογία, βιοχημεία... Αυτό το κάτι ήταν η φρίκη. Η φρίκη και ένα είδος απελπισίας. Κάποιοι από μας χάλαγαν και γίνονταν καταστροφικοί πριν την ώρα τους - ναι, είχαμε ψηλό ποσοστό εγκληματικότητας. Και μερικοί από μας γίνονταν καλοί- και έγραφαν ιστορία στις επιστήμες και στην ιατρική. Αυτοί ήταν που κρατούσαν τις πόρτες ανοιχτές για μας τους υπόλοιπους. Είχαν κάνει ανακαλύψεις στη γενετική, είχαν βρει θεραπείες για μερικές σπάνιες ασθένειες, είχαν κάνει προόδους στην πάλη ενάντια σε άλλες ασθένειες που δεν ήταν και τόσο σπάνιες - συμπεριλαμβανομένων, ω της ειρωνείας - και μερικών μορφών καρκίνου. Αλλά δεν είχαν βρει τίποτε για να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Δεν είχε βρεθεί τίποτε καινούριο μετά τις τελευταίες βελτιώσεις στο διαιτολόγιο, και αυτές υπήρχαν πριν γεννηθώ εγώ. Αυτές, όπως και η αρχική δίαιτα, είχαν δώσει σε πολλούς Α.Ν.Γ. το κουράγιο να κάνουν παιδιά. Υποτίθεται ότι έκαναν για τους Α.Ν.Γ. ό,τι η ινσουλίνη για τους διαβητικούς - μας εξασφάλιζαν μια φυσιολογική ή σχεδόν φυσιολογική ζωή. Ίσως να είχαν φέρει αποτέλεσμα για κάποιους, κάπου. Δεν είχαν φέρει πάντως αποτέλεσμα σε κανέναν που να γνωρίζω προσωπικά.
Βιολογία. Το πανεπιστήμιο, όπως πάντα, ήταν μπελάς. Δεν έτρωγα δημόσια πια, γιατί δεν μου άρεσε ο τρόπος που ο κόσμος κοίταζε τα μπισκότα μου - μπισκότα με το έξυπνο παρατσούκλι «κροκέτες για σκύλους» υπήρχαν σε όλα τα σχολεία που φοίτησα. Θα 'λεγε κανείς ότι οι φοιτητές του πανεπιστήμιου θα ήταν πιο δημιουργικοί. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που οι άνθρωποι τραβιόνταν από μένα όταν πρόσεχαν το σήμα μου. Είχα αρχίσει να το φοράω σε μια αλυσίδα γύρω από το λαιμό μου που την έκρυβα μέσα από την μπλούζα μου, αλλά ο κόσμος κατάφερνε να το προσέξει έτσι κι αλλιώς. Ανθρωποι που δεν τρώνε δημόσια, που δεν πίνουν τίποτε πιο ενδιαφέρον από νερό, που δεν καπνίζουν καθόλου - άνθρωποι σαν αυτούς είναι ύποπτοι - ή μάλλον κάνουν τους άλλους καχύποπτους. Αργά ή γρήγορα, ένας από αυτούς τους άλλους, βλέποντας τα δάχτυλα και τους καρπούς μου γυμνά, θα έδειχνε ενδιαφέρον για την αλυσίδα μου. Αυτό ήταν. Δεν μπορούσα να κρύβω το σήμα στο πορτοφόλι μου. Αν μου συνέβαινε κάτι, οι γιατροί έπρεπε να το δουν έγκαιρα για να αποφύγουν να μου δώσουν φάρμακα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν σε ένα φυσιολογικό άτομο. Δεν αποφεύγουμε μόνο τις συνηθισμένες τροφές, αλλά περίπου το ένα τέταρτο του Ιατρικού Οδηγού με τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα. Κάθε τόσο ακούγονται καινούριες ιστορίες για ανθρώπους που έπαψαν να φορούν το σήμα τους - προσπαθώντας μάλλον να περάσουν για φυσιολογικοί. Ύστερα παθαίνουν ένα ατύχημα. Μέχρι να καταλάβει κάποιος ότι κάτι δεν πάει καλά, είναι πολύ αργά. Έτσι φορούσα το σήμα μου. Και έτσι κι αλλιώς, o κόσμος το έβλεπε, ή τους ειδοποιούσε κάποιος που το είχε δει. «Αυτή είναι!». Ναι.
Στην αρχή του τρίτου μου χρόνου, εγώ και άλλοι τέσσερις Α.Ν.Γ. αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι μαζί. Είχαμε όλοι βαρεθεί να μας μεταχειρίζονται συνεχώς σαν λεπρούς. Υπήρχε ένας τελειόφοιτος φιλολογίας. Ήθελε να γίνει συγγραφέας και να διηγηθεί την ιστορία μας από μέσα - πράγμα που είχε ξαναγίνει μόνο τριάντα-σαράντα φορές στο παρελθόν. Υπήρχε μια τελειόφοιτος με ειδική εκπαίδευση που έλπιζε ότι οι ανάπηροι θα τη δέχονταν πιο εύκολα από τους υγιείς, ένας φοιτητής ιατρικής που σκόπευε να ασχοληθεί με την έρευνα, και μια τελειόφοιτος χημείας που δεν ήξερε ακόμα τι ήθελε να κάνει.
Δύο άντρες και τρεις γυναίκες. Το μόνο κοινό που είχαμε ήταν η αρρώστια μας, συν ένας περίεργος συνδυασμός πεισματάρικης επιμονής για οτιδήποτε κάναμε και απελπισμένου κυνισμού για όλα τα υπόλοιπα. Οι υγιείς άνθρωποι έχουν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους για ηλίθιες γενικεύσεις και προσδοκίες.
Κάναμε τη δουλειά μας, ανεβαίναμε πότε-πότε να πάρουμε αέρα, τρώγαμε τα μπισκότα μας και παρακολουθούσαμε μαθήματα. Το μόνο μας πρόβλημα ήταν το καθάρισμα. Φτιάξαμε ένα πρόγραμμα ποιος θα καθάριζε τι και πότε, ποιος θα φρόντιζε την αυλή και όλα αυτά. Όλοι συμφωνήσαμε με το πρόγραμμα. Ύστερα, εκτός από μένα, όλοι οι άλλοι φάνηκαν να το ξεχνάνε. Βρέθηκα αναγκασμένη να γυρίζω υπενθυμίζοντας τους να σκουπίσουν, να καθαρίσουν το μπάνιο, να κουρέψουν το γρασίδι. Κάποια στιγμή θα με μισούσαν όλοι, αλλά δεν σκόπευα ούτε να τους κάνω την υπηρεσία, ούτε να ζω μέσα στη βρώμα. Κανείς δεν παραπονιόταν. Κανείς δεν έδειχνε να ενοχλείται. Απλώς έβγαιναν από την ακαδημαϊκή τους θολούρα, καθάριζαν, σφουγγάριζαν, κούρευαν και ξαναβυθίζονταν σ' αυτήν. Κόλλησα τη συνήθεια να τρέχω κάθε απόγευμα να τους το θυμίζω. Δεν με ενοχλούσε, αφού δεν ενοχλούσε ούτε αυτούς.
«Πώς τα κατάφερες και έγινες η κυρία του
σπιτιού;» ρώτησε ένας Α.Ν.Γ. που είχε έρθει να μας
επισκεφτεί.
Σήκωσα τους ώμους. «Τι πειράζει; Το σπίτι
λειτουργεί». Λειτουργούσε. Λειτουργούσε τόσο
καλά που αυτός ο καινούριος τύπος ήθελε να
μετακομίσει σε μας. Ήταν φίλος ενός από τους
άλλους, και τελειόφοιτος ιατρικής. Δεν ήταν
άσχημος.
«Λοιπόν, να 'ρθω ή να μην έρθω;» ρώτησε.
«Όσο για μένα, μπορείς να 'ρθεις», είπα. Έκανα αυτό
που έπρεπε να κάνει ο φίλος του - τον σύστησα
στους άλλους και, αφού έφυγε, μίλησα στους άλλους
για να βεβαιωθώ ότι κανείς δεν είχε σοβαρή
αντίρρηση. Έδειχνε να μας ταιριάζει. Ξεχνούσε να
καθαρίσει την τουαλέτα και να κουρέψει το
γρασίδι, όπως οι άλλοι. Το όνομά του ήταν Αλαν Τσι.
Νόμιζα ότι το Τσι είναι κινέζικο όνομα και
αναρωτήθηκα. Αλλά μου είπε ότι ο πατέρας του ήταν
Νιγηριανός και ότι στη γλώσσα Ιμπού η λέξη
σήμαινε κάποιον φύλακα άγγελο, ή προσωπικό θεό.
Είπε ότι ο δικός του προσωπικός θεός δεν τον
πρόσεχε πολύ καλά, γιατί τον άφησε να γεννηθεί
από δυο γονείς Α.Ν.Γ. Σαν εμένα και αυτός.
Δεν νομίζω ότι ήταν κάτι παραπάνω από αυτή την ομοιότητα που μας ένωσε στην αρχή. Σίγουρα, μου άρεσε η εμφάνισή του, αλλά ήμουν συνηθισμένη να μου αρέσει η εμφάνιση κάποιου και να το βάζει στα πόδια όταν ανακάλυπτε τι είμαι. Μου πήρε λίγο καιρό να συνηθίσω το γεγονός ότι ο Αλαν δεν θα το 'βαζε στα πόδια.
Του είπα για την επίσκεψή μου στο τμήμα Α.Ν.Γ. όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών - και για την απόπειρα αυτοκτονίας μου μετά. Δεν το 'χα ξαναπεί σε κανέναν. Ξαφνιάστηκα με την ανακούφιση που ένιωσα όταν του το είπα. Και για κάποιο λόγο, η αντίδρασή του δεν με εξέπληξε.
«Γιατί δεν ξαναδοκίμασες;» ρώτησε. Ήμασταν
μόνοι στο καθιστικό.
«Κυρίως για τους γονείς μου», είπα. «Για τον
πατέρα μου περισσότερο. Δεν μπορούσα να του το
ξανακάνω».
«Και εκτός από αυτόν;»
«Φόβος. Αδράνεια».
Κούνησε το κεφάλι του. «Όταν θα το κάνω εγώ, δεν θα
είναι ημίμετρα. Ούτε θα με σώσουν, ούτε θα ξυπνήσω
αργότερα σε κάποιο νοσοκομείο».
«Σκοπεύεις να το κάνεις;»
«Τη μέρα που θα καταλάβω ότι αρχίζω να
παρεκκλίνω. Δόξα τω Θεώ, έχουμε κάποια
προειδοποίηση».
«Όχι πάντα».
«Ναι, έχουμε. Έχω διαβάσει πολύ. Μίλησα και με
μερικούς γιατρούς. Μην πιστεύεις τις φήμες που
διαδίδουν όσοι δεν είναι Α.Ν.Γ.».
Απέφυγα το βλέμμα του, κοιτώντας το σβηστό,
άδειο τζάκι. Του είπα πώς ακριβώς είχε πεθάνει ο
πατέρας μου - κάτι ακόμα που δεν είχα πει σε
κανέναν με τη θέλησή μου.
Αναστέναξε. «Χριστέ μου!»
Κοιταχτήκαμε.
«Τι πρόκειται να κάνεις;» ρώτησε.
«Δεν ξέρω».
'Απλωσε ένα μελαψό, τετράγωνο χέρι και εγώ το
πήρα και τον πλησίασα. Ήταν ένας μελαψός,
τετράγωνος άντρας - ίσα με το ύψος μου, μιάμιση
φορά το βάρος μου, χωρίς όμως καθόλου λίπος. Ήταν
τόσο πικρόχολος μερικές φορές που με τρόμαζε.
«Η μητέρα μου άρχισε να παρεκκλίνει όταν ήμουν
τριών χρόνων», είπε. «Ο πατέρας μου κράτησε
μερικές μήνες περισσότερο. Ακουσα ότι πέθανε
ένα-δυο χρόνια αφού μπήκε στο νοσοκομείο. Αν
είχαν και οι δυο τους περισσότερο μυαλό, θα είχαν
πάει για έκτρωση την ίδια στιγμή που η μητέρα μου
κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Αλλά ήθελε παιδί με
οποιοδήποτε κόστος. Και ήταν Καθολική». Κούνησε
το κεφάλι του. «Διάβολε, θα 'πρεπε να μας
στειρώσουν όλους βάσει νόμου».
«Ποιοι;» ρώτησα.
«Θέλεις παιδιά;»
«'Οχι, αλλά -»
«Κι άλλους σαν και μας να τρωνε τα δάχτυλά τους σε
κάποιο τμήμα Α.Ν.Γ.;»
«Δεν θέλω παιδιά, αλλά δεν θέλω να μου πει κάποιος
άλλος ότι είμαι υποχρεωμένη να μην κάνω».
Με κοίταζε μέχρι που άρχισα να νιώθω ηλίθια και
αμυντικά. Απομακρύνθηκα από κοντά του.
«Θέλεις να σου υπαγορεύει κάποιος άλλος τι να
κάνεις με το σώμα σου;» ρώτησα.
«Δεν χρειάζεται», είπε. «Αυτό το φρόντισα μόλις
έγινα αρκετά μεγάλος».
Αυτό με άφησε έκπληκτη. Είχα σκεφτεί τη στείρωση. Ποιος Α.Ν.Γ. δεν την είχε σκεφτεί; Αλλά δεν ήξερα κανέναν άλλον συνομήλικό μας που να έχει κάνει. Θα πρέπει να είναι σαν να σκοτώνεις ένα μέρος του εαυτού σου-ακόμα και αν ήταν ένα μέρος που δεν σκόπευες να χρησιμοποιήσεις. Σαν να σκοτώνεις ένα μέρος του εαυτού σου τη στιγμή που τόσο μεγάλο μέρος του είναι κιόλας νεκρό.
«Η καταραμένη αρρώστια θα εξαφανιζόταν σε μια
γενιά», είπε, «αλλά οι άνθρωποι είναι ακόμα ζώα
όσον αφορά στην αναπαραγωγή τους. Ακόμα
ακολουθούν παράλογα ένστικτα, σαν τους σκύλους
και τις γάτες».
Η διάθεσή μου ήταν να σηκωθώ και να φύγω, να τον
αφήσω να βράσει στην πίκρα και την κατάθλιψή του
μόνος. Αλλά κάθισα. Έμοιαζε να θέλει να ζήσει
ακόμα λιγότερο από μένα. Αναρωτήθηκα πώς είχε
επιζήσει μέχρι τώρα.
«Και περιμένεις να κάνεις έρευνα;» τον τσίγκλησα.
«Πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις να...»
«Όχι»,
Έμεινα. Η λέξη αυτή ήταν το πιο νεκρό και κρύο
πράγμα που είχα ακούσει στη ζωή μου.
«Δεν πιστεύω σε τίποτε», είπε.
Τον πήρα στο κρεβάτι. Ήταν ο μόνος διπλός Α.Ν.Γ. που είχα συναντήσει ποτέ, και αν κανείς δεν έκανε κάτι γι' αυτόν, δεν θα άντεχε για πολύ. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να μου φύγει. Για λίγο καιρό, ίσως θα μπορούσαμε να είμαστε ο ένας για τον άλλον λόγος ύπαρξης.
Ήταν καλός φοιτητής -για τον ίδιο λόγο που ήμουνα κι εγώ. Και όσο περνούσε ο καιρός, έμοιαζε να χάνει λίγη από την πικρία του. Όντας κοντά του κατάλαβα γιατί, πέρα από κάθε λογική, δυο Α.Ν.Γ. κρεμιούνταν ο ένας από τον άλλον και άρχιζαν να συζητάνε για γάμο. Ποιος άλλος θα μας έπαιρνε;
Έτσι κι αλλιώς, μάλλον δεν θα κρατάγαμε πολύ. Αυτές τις μέρες οι περισσότεροι Α.Ν.Γ. ζουν ως τα σαράντα τουλάχιστον. Αλλά απ' την άλλη, οι περισσότεροι δεν έχουν δυο γονείς Α.Ν.Γ. 'Οσο έξυπνος και αν ήταν ο Αλαν, μπορεί να μην τα κατάφερνε στην ιατρική σχολή λόγω της διπλής του κληρονομικότητας. Κανείς δεν θα του 'λεγε ότι τον εμποδίζουν τα κακά του γονίδια, φυσικά, αλλά και οι δυο ξέραμε τι πιθανότητες είχε. Καλύτερα να βγαίνουν γιατροί που θα ζούσαν αρκετό καιρό για να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους.
Η μητέρα του Αλαν ήταν κλεισμένη στο Ντιλγκ. Αυτός δεν την είχε δει ούτε είχε μάθει τίποτε γι' αυτήν από τους παππούδες του όσο ήταν σπίτι. Όταν έφυγε για το πανεπιστήμιο, είχε πάψει να κάνει ερωτήσεις. Ίσως ακούγοντας για τους γονείς μου να του δημιουργήθηκε η διάθεση να ξαναρχίσει. Ήμουν μαζί του όταν τηλεφώνησε στο Ντιλγκ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερε καν αν η μητέρα του ήταν ακόμα ζωντανή. Περιέργως, ήταν.
«Το Ντιλγκ πρέπει να είναι καλό», είπα όταν
έκλεισε το τηλέφωνο. «Οι άνθρωποι συνήθως δεν...
εννοώ...»
«Ναι, το ξέρω», είπε. «Οι άνθρωποι συνήθως δεν
ζουν τόσο πολύ όταν έχουν χάσει τον έλεγχο. Το
Ντιλγκ είναι διαφορετικό». Είχαμε πάει στο
δωμάτιό μου όπου γύρισε μια καρέκλα μπρος πίσω
και κάθισε . «Το Ντιλγκ είναι αυτό που θα 'πρεπε να
είναι όλα τα άλλα, αν πιστέψεις όσα γράφονται».
«Το Ντιλγκ είναι ένα γιγάντιο τμήμα Α.Ν.Γ.», είπα.
«Είναι πιο πλούσιο - κατά πάσα πιθανότητα ξέρει
να απορροφά τις δωρεές και διευθύνεται από
ανθρώπους που περιμένουν έτσι κι αλλιώς κάποια
στιγμή να αρρωστήσουν. Εκτός από αυτό, σε τι είναι
διαφορετικό;»
«Έχω διαβάσει γι' αυτό», είπε. «Το ίδιο θα 'πρεπε
να κάνεις και συ. Έχουν κάποια καινούρια
θεραπεία. Δεν απομονώνουν απλώς τους ανθρώπους
για να πεθάνουν, όπως κάνουν όλοι οι άλλοι»
«Τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς μ' αυτούς;» Με
μας.
«Δεν ξέρω. Φάνηκε να 'χουν κάτι σαν...
προστατευμένο εργαστήριο. Βάζουν τους ασθενείς
να κάνουν πράγματα».
«Ένα καινούριο φάρμακο για να ελέγχει την
αυτοκαταστροφικότητα;»
«Δεν νομίζω. Θα το είχαμε ακούσει».
«Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;»
«Θα το ανακαλύψω. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;»
«Πας να δεις τη μητέρα σου;»
Πήρε βαθιά ανάσα. «Ναι. Θα 'ρθεις μαζί μου;»
Πήγα σε ένα από τα παράθυρά μου και κοίταξα έξω τα
χορτάρια. Τα είχαμε αφήσει να φουντώσουν στον
πίσω κήπο. Στον μπροστινό τα κουρεύαμε, μαζί με τα
λιγοστά κομμάτια με γρασίδι.
«Σου είπα την εμπειρία μου από το τμήμα Α.Ν.Γ.».
«Τώρα δεν είσαι δεκαπέντε χρονών. Και το Ντιλγκ
δεν είναι τσίρκο, είναι νοσοκομείο».
«Κι όμως πρέπει να είναι, ό,τι και να λένε στον
κόσμο. Και δεν είμαι σίγουρη αν το αντέχω».
Σηκώθηκε και ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. «Θα το
δοκιμάσεις;»
Δεν είπα τίποτε. Κοίταζα τα είδωλά μας στο τζάμι του παραθύρου - τους δυο μας μαζί. Έδειχνε σωστό, ήξερα ότι είναι σωστό. Πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο μου, και εγώ σφίχτηκα πάνω του. Το ότι ήμασταν μαζί ήταν τόσο καλό για μένα όσο φαινόταν να είναι και γι' αυτόν. Μου 'χε προσφέρει κάποιο συναίσθημα πέρα από την αδράνεια και το φόβο. Ήξερα ότι μπορούσα να πάω μαζί του. Ένιωθα ότι αυτό ήταν το σωστό.
«Δεν μπορώ να σου εγγυηθώ πώς θα συμπεριφερθώ
όταν θα πάμε εκεί», είπα.
«Ούτε εγώ δεν μπορώ να στο εγγυηθώ», παραδέχτηκε.
«Ειδικά... όταν τη δω».
Κανόνισε το ραντεβού για το επόμενο Σάββατο το απόγευμα. Πηγαίνεις μόνο με ραντεβού στο Ντιλγκ, εκτός κι αν είσαι κυβερνητικός αξιωματούχος. Αυτή ήταν η συνήθεια, και το Ντιλγκ την κρατούσε.
Αφήσαμε το Λος Αντζελες υπό βροχή νωρίς το πρωί του Σαββάτου. Η βροχή μας ακολούθησε σε όλη την ακτή, μέχρι τη Σάντα Μπάρμπαρα.Το Ντιλγκ ήταν κρυμμένο μέσα στους λόφους, όχι μακριά από το Σαν Χοσέ. Θα μπορούσαμε να έρθουμε γρηγορότερα οδηγώντας στον Ι-5, αλλά κανείς από τους δυο μας δεν είχε διάθεση να διασχίσει όλη αυτή την ξεραΐλα. Τελικά φτάσαμε στη μία το μεσημέρι και μας υποδέχτηκαν στην είσοδο δυο οπλισμένοι φρουροί. Ένας από αυτούς τηλεφώνησε στο κυρίως κτίριο και επαλήθευσε το ραντεβού μας. Ύστερα ο άλλος πήρε το τιμόνι από τον Αλαν.
«Με συγχωρείτε», είπε, «αλλά δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανένα χωρίς συνοδό. Θα συναντηθείτε με τον συνοδό σας στο γκαράζ».
Τίποτε απ' όλα αυτά δεν με εξέπληξε. Το Ντιλγκ είναι ένα μέρος όπου όχι μόνο οι ασθενείς, αλλά και το περισσότερο προσωπικό έχει Α.Ν.Γ. Μια φυλακή υψίστης ασφαλείας δεν μπορούσε να εγκυμονεί τόσο κίνδυνο. Από την άλλη μεριά, δεν είχα ακούσει ποτέ να φαγώθηκε κανείς εδώ πέρα. Τα νοσοκομεία και τα ησυχαστήρια έχουν ατυχήματα. Το Ντιλγκ δεν είχε. Ήταν όμορφο - ένα παλιό αρχοντικό. Του είδους που δεν έχει λόγο ύπαρξης σ' αυτή την εποχή με την υψηλή φορολογία. Ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Ντιλγκ. Πετρέλαιο, χημικά, φαρμακευτικά. Κατά ειρωνικό τρόπο, τους ανήκε επίσης ένα μέρος από το αλήστου μνήμης εργαστήριο Χίντεον. Είχαν ένα προς στιγμήν κερδοφόρο μερίδιο στο Χίντεονκο: η μαγική σφαίρα, η θεραπεία για ένα μεγάλο ποσοστό καρκίνων και για μια σειρά σοβαρών ιογενών ασθενειών - και αιτία της ασθένειας Ντούρηα-Γκοντ. Αν κάποιος από τους γονείς σου είχε ακολουθήσει τη θεραπεία με Χίντεονκο και η σύλληψή σου έγινε μετά τη θεραπεία, έπασχες από Α.Ν.Γ. Αν έκανες παιδιά, το μετέδιδες και σ' αυτά. Δεν αρρώσταιναν όλοι το ίδιο σοβαρά. Δεν ήταν όλοι δολοφόνοι ή αυτόχειρες, άλλα όλοι ακρωτηρίαζαν τον εαυτό τους μέχρι κάποιο σημείο, αν μπορούσαν. Και όλοι παρεξέκκλιναν αποσύρονταν σε ένα δικό τους κόσμο και έπαυαν να αντιδρούν σε ερεθίσματα από το περιβάλλον τους.
Πάντως, ο μόνος Ντιλγκ της γενιάς του σώθηκε από το Χίντεονκο. Ύστερα έζησε να δει τέσσερα από τα παιδιά του να πεθαίνουν πριν οι Δόκτορες Κένεθ Ντούρηα και Γιαν Γκοντ να αναλύσουν αρκετά το πρόβλημα και να βρουν μια μερική λύση: τη δίαιτα. Έδωσαν στον Ρίτσαρντ Ντιλγκ ένα τρόπο να κρατήσει ζωντανά τα άλλα δύο παιδιά του. Τότε κληροδότησε το μεγάλο αρχοντικό για τη νοσηλεία των ασθενών Α.Ν.Γ.
Το κυρίως κτίριο ήταν ένα πολυτελές παλιό αρχοντικό. Υπήρχαν και άλλα, νεότερα κτίρια, πιο πολύ σαν ξενώνες παρά σαν κτίρια νοσηλευτικά. Και η περιοχή ήταν όλο δασωμένους λόφους. Όμορφη περιοχή. Πράσινη. Ο ωκεανός δεν ήταν μακριά. Υπήρχε ένα παλιό γκαράζ και ένα μικρό πάρκινγκ, όπου περίμενε μια ψηλή, ηλικιωμένη γυναίκα. Ο φύλακας σταμάτησε κοντά της, μας άφησε να βγούμε, ύστερα παρκάρισε το αμάξι στο μισοάδειο γκαράζ.
«Γεια σας», είπε η γυναίκα απλώνοντας το χέρι
της. «Είμαι η Μπέατρις Αλκαντάρα». Το χέρι ήταν
δροσερό και στεγνό και εκπληκτικά δυνατό.
Πίστευα ότι η γυναίκα ήταν Α.Ν.Γ., αλλά η ηλικία
της με μπέρδευε. Έμοιαζε να είναι κοντά στα
εξήντα, και δεν είχα δει ποτέ Α.Ν.Γ. τόσο μεγάλο.
Δεν είμαι σίγουρη γιατί πίστευα οτι ήταν Α.Ν.Γ. Αν
ήταν, θα πρέπει να ήταν πειραματικό πρότυπο - μία
από τους πρώτους που επιζούσαν.
«Δόκτωρ ή Κυρία;» ρώτησε ο Αλαν.
«Μπέατρις», είπε εκείνη. «Είμαι γιατρός, αλλά δεν
πολυχρησιμοποιούμε τους τίτλους μας εδώ πέρα».
Κοίταξα τον Αλαν, και με ξάφνιασε το γεγονός ότι
της χαμογελούσε. Είχε την τάση να αργεί πολύ από
το ένα χαμόγελο στο άλλο. Κοίταξα την Μπέατρις
και δεν έβρισκα κανένα λόγο για να χαμογελάσει
κανείς. Καθώς συστηθήκαμε, κατάλαβα ότι δεν τη
χώνευα. Δεν έβρισκα κανένα λόγο ούτε γι' αυτό,
αλλά αυτά ήταν τα αισθήματά μου. Δεν μου άρεσε.
«Φαντάζομαι ότι κανείς από τους δυο σας δεν έχει
ξανάρθει εδώ», είπε, χαμογελώντας. Ήταν
τουλάχιστον ένα και ογδόντα, και στητή.
Κουνήσαμε τα κεφάλια μας. «Ας μπούμε από την
κύρια είσοδο, τότε. Θέλω να σας προϊδεάσω γι' αυτό
που κάνουμε εδώ πέρα. Δεν θέλω να πιστεύετε ότι
ήρθατε σε νοσοκομείο».
Συνοφρυώθηκα, και αναρωτήθηκα τι θα έπρεπε να
πιστέψουμε. Το Ντιλγκ το έλεγαν ησυχαστήριο, αλλά
τι σημασία έχουν τα ονόματα;
Το σπίτι από κοντά θύμιζε ένα από τα δημόσια κτίρια παλαιού τύπου - συμπαγής, μπαρόκ πρόσοψη με ένα μοναδικό πυργίσκο καλυμμένο με τρούλο, που υψωνόταν άλλους τρεις ορόφους πάνω από το τριώροφο σπίτι. Οι πτέρυγες απλώνονταν για κάποια απόσταση δεξιά και αριστερά, ύστερα έστριβαν και συνέχιζαν στη διπλή απόσταση προς τα πίσω. Οι κυρίως πύλες ήταν πελώριες, μια από χυτοσίδηρο και μια ξύλινη. Καμιά από τις δυο δεν έδειχνε κλειδωμένη. Η Μπέατρις άνοιξε τη σιδερένια πόρτα, έσπρωξε την ξύλινη και μας έκανε νόημα να μπούμε μέσα.
Το εσωτερικό του σπιτιού θύμιζε μουσείο - πελώριο, ψηλοτάβανο, με πατώματα στρωμένα με πλάκες. Υπήρχαν μαρμάρινες κολόνες και εσοχές όπου βρίσκονταν αγάλματα ή κρέμονταν πίνακες ζωγραφικής. Υπήρχαν και άλλα γλυπτά στις αίθουσες. Στη μια άκρη των αιθουσών υπήρχε μια φαρδιά σκάλα που ανέβαινε σε μια στοά που οδηγούσε σε άλλες αίθουσες. Εκεί υπήρχαν κι άλλα έργα τέχνης. «Όλα αυτά φιλοτεχνήθηκαν εδώ. Μερικά τα πουλάμε κιόλας. Τα περiσσότερα πάνε σε γκαλερί στην περιοχή του Κόλπου ή κοντά στο Λος 'Αντζελες. Το μοναδικό μας πρόβλημα είναι ότι έχουμε μεγάλη παραγωγή».
«Εννοείς ότι οι ασθενείς τα κάνουν αυτά;»
ρώτησα. Η ηλικιωμένη γυναίκα συμφώνησε. «Αυτά και
πολλά άλλα. Οι ασθενείς μας δουλεύουν αντί να
αυτοκαταστρέφονται ή να κοιτάζουν το άπειρο.
Ένας από αυτούς εφεύρε τις κλειδαριές Π.Φ. που
προστατεύουν αυτό το μέρος. Αν και σχεδόν εύχομαι
να μην τις είχε εφεύρει. Προκάλεσε πολύ
περισσότερη δημοσιότητα από όση θα θέλαμε».
«Τι είδους κλειδαριές;» ρώτησα.
«Συγνώμη. Παλάμης - Φωνής. Οι πρώτες και οι
καλύτερες. Έχουμε την πατέντα». Κοίταξε τον Αλαν.
«Θα ήθελες να δεις τι κάνει η μητέρα σου;»
«Για μια στιγμή», είπε. «Μας λες ότι Α.Ν.Γ. εκτός
ελέγχου δημιουργούν τέχνη και εφευρίσκουν
πράγματα;»
«Και αυτή η κλειδαριά», είπα. «Δεν έχω ακούσει
ποτέ για κάτι παρόμοιο. Ούτε και είδα καμιά
κλειδαριά».
«Η κλειδαριά είναι καινούρια», είπε. «Γράφτηκαν
διάφορα πράγματα γι' αυτήν. Δεν είναι από τα
πράγματα που θα αγόραζε ο κόσμος για τα σπίτια
του. Είναι πολύ ακριβή. Έτσι παρουσιάζει
περιορισμένο ενδιαφέρον. Ο κόσμος έχει την τάση
να αντιμετωπίζει αυτά που γίνονται στο Ντιλγκ με
τον τρόπο που αντιμετωπίζει κανείς τις
προσπάθειες ιδιοφυών τρελών. Ενδιαφέρουσες,
ακατανόητες, αλλά όχι ιδιαίτερα σημαντικές.
Αυτοί που μπορεί να ενδιαφέρονταν για την
κλειδαριά και να είχαν τα λεφτά να την αγοράσουν,
έχουν μάθει για την ύπαρξή της». Ανάσανε βαθιά,
και ξανακοίταξε τον Αλαν. «Α, ναι. Οι Α.Ν.Γ.
δημιουργούν πράγματα. Τουλάχιστον εδώ».
«Α.Ν.Γ. εκτός ελέγχου».
«Ναι».
«Στην καλύτερη περίπτωση περίμενα να τους δω να
πλέκουν καλάθια. Ξέρω σαν τι μοιάζουν οι θάλαμοι
Α.Ν.Γ.».
«Και εγώ ξέρω», είπε εκείνη. «Ξέρω σαν τι μοιάζουν
στα νοσοκομεία, και ξέρω σαν τι μοιάζουν εδώ».
Έδειξε με το χέρι έναν πίνακα αφηρημένης
ζωγραφικής που μου θύμιζε μια φωτογραφία που
είχα δει παλιά, του νεφελώματος του Ωρίωνα.
Σκοτάδι που διακόπτεται από ένα μεγάλο σύννεφο
φωτός και χρωμάτων. «Εδώ τους βοηθάμε να
διοχετεύουν σωστά την ενεργητικότητά τους.
Μπορούν να δημιουργήσουν κάτι χρήσιμο, όμορφο,
ακόμα και κάτι ασήμαντο. Αλλά δημιουργούν. Δεν
καταστρέφουν».
«Γιατί;» ρώτησε ο Αλαν. «Δεν μπορεί να είναι
κάποιο φάρμακο. Θα το είχαμε μάθει».
«Δεν είναι φάρμακο».
«Τότε τι είναι; Γιατί τα αλλά νοσοκομεία δεν
έχουν...»
«Αλαν», είπε. «Περίμενε».
Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Θέλεις να δεις τη
μητέρα σου;»
«Φυσικά και θέλω να τη δω!»
«Ωραία. Έλα μαζί μου. Τα πράγματα θα δείξουν από
μόνα τους».
Μας οδήγησε σε ένα διάδρομο που περνούσε
μπροστά από γραφεία όπου υπήρχαν άνθρωποι που
μιλούσαν μεταξύ τους, έκαναν νόημα στην Μπέατρις,
δούλευαν με υπολογιστές... Θα μπορούσαν να
βρίσκονται οπουδήποτε. Αναρωτήθηκα πόσοι από
αυτούς να είναι Α.Ν.Γ. υπό έλεγχο. Αναρωτήθηκα
επίσης τι είδους παιχνίδι έπαιζε η ηλικιωμένη
γυναίκα με τα μυστικά της. Περάσαμε δωμάτια τόσο
όμορφα και άψογα τακτοποιημένα που ήταν προφανές
ότι τα χρησιμοποιούσαν μάλλον σπάνια.
Ύστερα, σε μια φαρδιά, βαριά πόρτα, μας σταμάτησε.
«Κοιτάτε όπου θέλετε καθώς προχωρούμε», είπε. «Αλλά μην πιάσετε τίποτε και κανέναν. Και θυμηθείτε ότι μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους αυτοτραυματίστηκαν πριν έρθουν σε μας. Ακόμα έχουν τα σημάδια από αυτά τα τραύματα. Μερικά από αυτά τα σημάδια είναι αποκρουστικά όταν τα κοιτάζει κανείς, αλλά δεν διατρέχετε κανέναν κίνδυνο. Θυμηθείτε το αυτό. Κανείς εδώ δεν πρόκειται να σας πειράξει». Ανοιξε την πόρτα και μας έκανε νόημα να περάσουμε.
Τα σημάδια δεν με πείραζαν πολύ. Η ανικανότητα δεν με πείραζε. Ήταν το γεγονός του αυτοακρωτηριασμού που με τρόμαζε. Ήταν η εικόνα κάποιου που ξέσκιζε το ίδιο του το χέρι σαν να ήταν κανένα αγρίμι. Ήταν κάποιος που είχε ξεσκίσει τον εαυτό του και ύστερα τον περιόρισαν και του έδιναν συνέχεια φάρμακα, που κόντευε να μην του έχει μείνει κανένα αναγνωρίσιμο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, κι όμως προσπαθούσε πάντα με ό,τι είχε απομείνει να σκάβει τη σάρκα του. Αυτά ήταν μερικά από τα πράγματα που είχα δει στο τμήμα Α.Ν.Γ. όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Ακόμα και τότε θα το είχα αντέξει καλύτερα αν δεν καταλάβαινα ότι κοίταζα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασα αυτή την πόρτα. Δεν περίμενα να τα καταφέρω. Η ηλικιωμένη γυναίκα, πάντως, είπε κάτι, και βρέθηκα από την άλλη μεριά της πόρτας που έκλεινε πίσω μου. Γύρισα και την κοίταξα. «Εντάξει», είπε χαμηλόφωνα. «Αυτή η πόρτα θυμίζει τοίχο σε πολύ κόσμο». Απομακρύνθηκα από κοντά της, για να μη με φτάνει, γιατί το άγγιγμα της με απωθούσε. Για τ' όνομα του Θεού, η χειραψία έφτανε και περίσσευε.
Κάτι σ' αυτήν φάνηκε να ξυπνάει καθώς με κοίταζε. Την έκανε ακόμα πιο στητή. Επίτηδες, αλλά χωρίς ιδιαίτερο λόγο, προχώρησε προς τον Αλαν, και με ακούμπησε περνώντας, με τον τρόπο που ακουμπά κανείς τους άλλους σε συνωστισμό, λέγοντας «Με συγχωρείτε». Σ'αυτόν το φαρδύ, άδειο διάδρομο, ήταν εντελώς άσκοπο. Για κάποιο λόγο, ήθελε να τον αγγίξει και να το δω εγώ. Τι νόμιζε ότι έκανε; Φλερτάριζε στην ηλικία της; Την κοίταξα έντονα, καταπνίγοντας μια παράλογη διάθεση να τη σπρώξω μακριά του. Η ένταση της διάθεσης αυτής με παραξένεψε.
Η Μπέατρις χαμογέλασε και απομακρύνθηκε. «Από
εδώ», είπε. Ο Αλαν τύλιξε το μπράτσο του γύρω από
τους ώμους μου και προσπάθησε να με οδηγήσει προς
την κατεύθυνσή της.
«Για μια στιγμή», είπα, αρνούμενη να κινηθώ.
Η Μπέατρις έστριψε και κοίταξε.
«Μα τι τρέχει;» ρώτησα. Περίμενα ότι θα 'λεγε
ψέματα, ότι θα 'λεγε πως δεν έτρεξε τίποτε, ότι θα
παρίστανε πως δεν ξέρει για τι πράγμα μιλούσα.
«Σκοπεύεις να σπουδάσεις ιατρική;» ρώτησε.
«Τι; Μα τι σχέση έχει αυτό...;»
«Να σπουδάσεις ιατρική. Θα σου δοθεί η ευκαιρία
να κάνεις καλό».
Προχώρησε με μεγάλα βήματα, έτσι
που έπρεπε να βιαστούμε για να την προλάβουμε.
Μας οδήγησε μέσα από ένα δωμάτιο όπου μερικοί
άνθρωποι δούλευαν με τερματικά υπολογιστών και
άλλοι με μολύβι και χαρτί. Θα μπορούσε να είναι
μια συνηθισμένη σκηνή, εκτός του ότι κάποιοι
άνθρωποι είχαν το μισό τους πρόσωπο
κατεστραμμένο ή είχαν μόνο ένα χέρι ή ένα πόδι, ή
κάποια άλλα εμφανή σημάδια. Αλλά ήταν όλοι υπό
έλεγχο τώρα. Δούλευαν. Ήταν αφοσιωμένοι σε κάτι
άλλο από την αυτοκαταστροφή. Κανείς δεν έσκαβε
και δεν ξέσκιζε τις σάρκες του. Όταν είχαμε
προσπεράσει αυτό το δωμάτιο και μπήκαμε σε ένα
μικρό, φορτωμένο καθιστικό, ο Αλαν έπιασε το
μπράτσο της Μπέατρις.
«Τι είναι;» ρώτησε. «Τι τους κάνετε;»
Εκείνη χτύπησε το χέρι του μια δυο φορές
καθησυχαστικά, κάνοντας τα δόντια μου να τρίζουν.
«Θα σου πω», είπε. «Αλλά θέλω να δεις πρώτα τη
μητέρα σου». Προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνος
συμφώνησε και άφησε τα πράγματα εκεί.
«Καθίστε ένα λεπτό», μας είπε.
Καθίσαμε σε όμορφες πολυθρόνες με ασορτί ταπετσαρία. Ο Αλαν έδειχνε σχετικά ήρεμος. Τι ήταν αυτό στην ηλικιωμένη γυναίκα που εκείνον τον καθησύχαζε και εμένα μου σήκωνε τις τρίχες; Ίσως να του θύμιζε τη γιαγιά του ή κάτι τέτοιο. Εμένα δεν μου θύμιζε κανέναν. Και τι ήταν όλες αυτές οι ανοησίες, να σπουδάσω ιατρική;
«Ήθελα να περάσουμε από ένα
εργαστήριο τουλάχιστον πριν μιλήσουμε για τη
μητέρα σου - και για σας τους δυο». Γύρισε και με
κοίταξε. «Είχες μια κακή εμπειρία σε κάποιο
νοσοκομείο ή ησυχαστήριο;»
Απέφυγα το βλέμμα της, γιατί δεν ήθελα να τα
σκέφτομαι αυτά. Αραγε εκείνοι οι άνθρωποι στο
δήθεν εργαστήριο δεν ήταν αρκετή υπενθύμιση;
Εργαστήριο-θρίλερ. Εργαστήριο-εφιάλτης.
«Καλά», είπε. «Δεν είναι ανάγκη να μπεις σε
λεπτομέρειες. Πες τα μου με δυο λόγια».
Υπάκουσα αργά, παρά τη θέλησή μου, και συνεχώς
αναρωτιόμουνα γιατί το κάνω.
Κούνησε το κεφάλι της χωρίς ίχνος έκπληξης.
«Βίαια άτομα, αλλά γεμάτοι αγάπη, οι γονείς σου.
Ζουν;»
«Όχι».
«'Ηταν και οι δυο Α.Ν.Γ.;»
«Ναι, αλλά... vαι».
«Φυσικά. Εκτός από την προφανώς τραυματική σου
εμπειρία στο νοσοκομείο και τις συνέπειές της
στο μέλλον σου, τι εντύπωση σου έκαναν οι
άνθρωποι του τμήματος;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Τι ήθελε; Γιατί θα
έπρεπε να θέλει κάτι από μένα; Θα 'πρεπε να
ασχολείται με τον Αλαν και τη μητέρα του.
«Είδες ανθρώπους εκτός
ελέγχου;»
«Nαι», ψιθύρισα. «Μια γυναίκα. Δεν ξέρω πώς έγινε
και ήταν ελεύθερη. Έτρεξε προς το μέρος μας και
έπεσε πάνω στον πατέρα μου χωρίς να τον κουνήσει
καθόλου. Ήταν σωματώδης άνθρωπος. Έχασε την
ισορροπία της, έπεσε και... άρχισε να ξεσκίζει τον
εαυτό της. Δάγκωσε το μπράτσο της και... κατάπιε τη
σάρκα που είχε κόψει. Έσκαβε την πληγή που είχε
κάνει με τα νύχια του άλλου χεριού. Της ούρλιαξα
να σταματήσει». Αγκάλιασα τον εαυτό μου καθώς
θυμήθηκα τη νεαρή γυναίκα, αιμόφυρτη στα πόδια
μας να επιδίδεται σε κανιβαλισμούς πάνω στο ίδιο
της το σώμα, να σκάβει τη σάρκα της. Να σκάβει.
«Προσπαθούν απεγνωσμένα, παλεύουν να ξεφύγουν».
«Να ξεφύγουν από τι;» ρώτησε ο Αλαν.
Τον κοίταξα, σχεδόν χωρίς να τον βλέπω.
«Λυνν», είπε απαλά. «Από τι;»
Κούνησα το κεφάλι μου. «Από τους περιορισμούς,
από την αρρώστια, από το νοσοκομείο, από το σώμα
τους...»
Κοίταξε την Μπέατρις, ύστερα ξαναμίλησε σε μένα.
«Το κορίτσι μίλησε; »
«Όχι. Ούρλιαζε».
Απόφυγε το βλέμμα μου αμήχανος. «Είναι
απαραίτητο αυτό;» ρώτησε την Μπέατρις.
«Πολύ», είπε εκείνη.
«Καλά... δεν θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε αφού
δω τη μητέρα μου;»
«Και τότε και τώρα». Μίλησε σε μένα. «Το κορίτσι
σταμάτησε αυτό που έκανε όταν της μιλήσατε;»
«Οι νοσοκόμες την περιέλαβαν μια στιγμή
αργότερα. Δεν είχε σημασία»
«Είχε σημασία. Σταμάτησε;»
«Ναι».
«Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, σπάνια απαντούν σε
οιονδήποτε», είπε ο Αλαν. .
«Πράγματι». Η Μπέατρις του χαμογέλασε
μελαγχολικά. «Η μητέρα σου πάντως, μάλλον θα σου
απαντήσει».
«Είναι;...» Κοίταξε πίσω προς το εφιαλτικό
εργαστήριο. «Είναι υπό έλεγχο σαν κι αυτούς τους
ανθρώπους;»
«Ναι, αν και δεν ήταν πάντα. Η μητέρα σου τώρα
δουλεύει με πηλό. Αγαπάει τα σχήματα και τις υφές
και...»
«Είναι τυφλή». Ο Αλαν διατύπωσε την εικασία σαν
να ήταν γεγονός. Τα λόγια της Μπέατρις με είχαν
κάνει και μένα να υποψιαστώ το ίδιο πράγμα. Η
Μπέατρις δίστασε. «Ναι», είπε τελικά. «Και από...τη
συνηθισμένη αιτία. Σκόπευα να σας προετοιμάσω
σιγά-σιγά».
«Έχω διαβάσει πολλά».
Δεν είχα διαβάσει τόσα πολλά, αλλά ήξερα ποια ήταν η συνηθισμένη αιτία. Η γυναίκα θα είχε βγάλει, ξεσκίσει, ή με κάποιον άλλον τρόπο καταστρέψει τα μάτια της. Θα ήταν άσχημα σημαδεμένη. Σηκώθηκα επάνω και πήγα κι έκατσα στο μπράτσο της πολυθρόνας του Αλαν. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του, και εκείνος το έπιασε και το κράτησε.
«Μπορούμε να τη δούμε τώρα;»
ρώτησε.
Η Μπέατρις σηκώθηκε όρθια. «Από δω», είπε.
Περάσαμε και από άλλα
εργαστήρια. Οι άνθρωποι ζωγράφιζαν,
συναρμολογούσαν μηχανήματα, σκάλιζαν ξύλο ή
πέτρα. Ακόμα, συνέθεταν και έπαιζαν μουσική.
Σχεδόν κανείς δεν μας πρόσεξε. Οι ασθενείς ήταν
συνεπείς με την αρρώστια τους απ' αυτή την άποψη.
Δεν μας αγνοούσαν. Ήταν σαφές ότι δεν γνώριζαν
την ύπαρξή μας. Μόνο οι λιγοστοί Α.Ν.Γ. υπό έλεγχο
φρουροί προδόθηκαν μιλώντας ή κάνοντας νόημα στη
Μπέατρις. Κοίταξα μια γυναίκα να δουλεύει
γρήγορα, έμπειρα, με ένα ηλεκτρικό πριόνι. Ήταν
προφανές ότι συνειδητοποιούσε τα όρια του
σώματός της, ότι δεν ήταν τόσο αμέτοχη ώστε να
θεωρεί τον εαυτό της παγιδευμένο μέσα σε κάτι απ'
όπου θα έπρεπε να απελευθερωθεί σκάβοντας. Τι
είχε κάνει το Ντιλγκ γι' αυτούς τους ανθρώπους
που δεν έκαναν τα άλλα νοσοκομεία; Και πώς
μπορούσε το Ντιλγκ να κρατά την αποκλειστικότητα
αυτής της θεραπείας;
«Εκεί πέρα παρασκευάζουμε δικές μας τροφές
διαίτης», είπε η Μπέατρις, δείχνοντας μέσα από το
παράθυρο ένα από τα βοηθητικά κτίσματα.
«Πετυχαίνουμε μεγαλύτερη ποικιλία και κάνουμε
λιγότερα λάθη από τους παραγωγούς των τροφών του
εμπορίου. Κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν
μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά όσο οι
άνθρωποί μας».
Γύρισα και την κοίταξα. «Τι λες;
Ότι οι φήμες είναι βάσιμες; Ότι έχουμε κάποιο
ιδιαίτερο χάρισμα;»
«Ναι», είπε. «Δεν είναι άσχημο χαρακτηριστικό,
όμως, ε;»
«Είναι αυτό που λεει ο κόσμος όποτε κάποιος από
μας πάει καλά σε κάτι. Είναι ο τρόπος τους να μας
αρνούνται τον έπαινο για τη δουλειά μας».
«Ναι. Αλλά οι άνθρωποι πότε-πότε βγάζουν τα σωστά
συμπεράσματα από λάθος δεδομένα». Σήκωσα τους
ώμους μου, γιατί δεν με ενδιέφερε να διαφωνήσω
μαζί της γι' αυτό.
«Αλαν;» είπε. Αυτός την κοίταξε.
«Η μητέρα σου είναι στο επόμενο δωμάτιο».
Ξεροκατάπιε, και συμφώνησε. Και οι δυο την
ακολουθήσαμε μέσα στο δωμάτιο.
Η Ναομί Τσι ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα, με μαλλιά ακόμα σκούρα, με μακριά και λεπτά δάχτυλα, που χειρίζονταν τον πηλό όλο χάρη. Το πρόσωπό της ήταν ένα ερείπιο. Όχι μόνο τα μάτια της, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της μύτης της, καθώς και ένα αυτί, έλειπαν. Αυτό που περίσσευε ήταν άσχημα σημαδεμένο. «Οι γονείς της ήταν φτωχοί», είπε η Μπέατρις. «Δεν ξέρω πόσα σου έχουν πει, Αλαν, αλλά ξόδεψαν όσα είχαν και δεν είχαν για να την έχουν σε κάποιο αξιοπρεπές μέρος. Η μητέρα της ένιωθε τόσο ένοχη, καταλαβαίνεις. Ήταν εκείνη που είχε καρκίνο και πήρε το φάρμακο... Τελικά, αναγκάστηκαν να βάλουν τη Ναομί σε ένα από αυτά τα εγκεκριμένα από το κράτος θεραπευτήρια. Το ξέρεις το είδος. Για λίγο καιρό, αυτά ήταν τα μόνα που μπορούσε να χρηματοδοτεί η κυβέρνηση. Σε κάτι τέτοια μέρη... ε, μερικές φορές, αν οι ασθενείς ήταν πολύ ανήσυχοι- ειδικά αυτοί που το έσκαγαν συνεχώς - τους έκλειναν σε ένα γυμνό δωμάτιο και τους άφηναν να τελειώσουν μόνοι τους. Τα μόνα πράγματα που πρόσεχαν σ' αυτά τα ιδρύματα ήταν οι μύγες, οι κατσαρίδες και οι ποντικοί».
Ανατρίχιασα. «Έχω ακούσει ότι
υπάρχουν ακόμα τέτοια μέρη».
«Υπάρχουν», είπε η Μπέατρις. «Τα συντηρεί η
πλεονεξία και η αδιαφορία». Κοίταξε τον Αλαν. «Η
μητέρα σου έζησε για τρεις μήνες σε ένα από αυτά
τα μέρη. Την έβγαλα από κει εγώ η ίδια. Αργότερα
έκανα ενέργειες για να κλείσει εκείνο το μέρος».
«Την πήρες;» ρώτησα.
«Το Ντιλγκ δεν υπήρχε τότε, αλλά δούλευα με μια
ομάδα Α.Ν.Γ. υπό έλεγχο στο Λος Αντζελες. Οι γονείς
της Ναομί άκουσαν για μας και μας ζήτησαν να την
πάρουμε. Πολύς κόσμος δεν μας εμπιστευόταν τότε.
Μόνο μερικοί από εμάς είχαν ιατρική εκπαίδευση.
Όλοι μας ήμασταν νέοι, ιδεαλιστές και άπειροι.
Αρχίσαμε σε μια παλιά παράγκα με στέγη που
έσταζε. Οι γονείς της Ναομί μάζευαν ελεημοσύνες.
Το ίδιο κι εμείς. Κι από καθαρή τύχη, πέσαμε σε
χρυσωρυχείο. Αποδείξαμε την αξία μας στην
οικογένεια Ντιλγκ και μας παραχώρησαν σαν αυτό
το μέρος».
«Τι αποδείξατε;» ρώτησα.
Γύρισε και κοίταξε τον Αλαν και τη μητέρα του. Ο Αλαν κοίταζε το κατεστραμμένο πρόσωπο της Ναομί, το χαρακωμένο, σκούρο ιστό των ουλών. Η Ναομί σχημάτιζε από πηλό μια γριά γυναίκα και δυο παιδιά. Το χλωμό, ρυτιδωμένο πρόσωπο της γριάς γυναίκας ήταν αξιοπρόσεκτα ζωντανό - λεπτομερές σε σημείο που έμοιαζε αδύνατον να γίνει από τυφλή γλύπτρια.
Η Ναομί δεν έμοιαζε να
συνειδητοποιεί την παρουσία μας. Όλη η προσοχή
της ήταν συγκεντρωμένη στη δουλειά της.
Ο Αλαν ξέχασε αυτά που μας είχε πει η Μπέατρις και
άπλωσε το χέρι του να αγγίξει το σημαδεμένο
πρόσωπο.
Η Μπέατρις το άφησε να συμβεί. Η Ναομί δεν έδειξε
να καταλαβαίνει. «Αν της τραβήξω την προσοχή»,
είπε η Μπέατρις, «θα χαλάσουμε το πρόγραμμά της.
Θα πρέπει να μείνουμε μαζί της μέχρι να ησυχάσει
χωρίς να αυτοτραυματιστεί. Περίπου μισή ώρα».
«Μπορείς να της τραβήξεις την προσοχή;» ρώτησε ο
Αλαν.
«Ναι».
«Μπορεί;...» ο Αλαν ξεροκατάπιε. «Δεν έχω
ξανακούσει τίποτε τέτοιο. Μπορεί να μιλήσει;»
«Ναι. Όμως μπορεί να μη θελήσει. Και αν μιλήσει, θα
μιλάει πολύ αργά».
«Κάνε το. Τράβηξε της την προσοχή».
«Θα θελήσει να σε αγγίξει».
«Δεν πειράζει. Κάνε το».
Η Μπέατρις πήρε τα χέρια της
Ναομί και τα κράτησε ακίνητα, μακριά από τον υγρό
πηλό. Για μερικά δευτερόλεπτα, η Ναομί τραβούσε
τα αιχμαλωτισμένα χέρια της, σαν να μην μπορούσε
να καταλάβει γιατί δεν μπορούσαν να κινηθούν
όπως ήθελε.
Η Μπέατρις την πλησίασε και μίλησε ήσυχα.
«Σταμάτα, Ναομί. Και η Ναομί στάθηκε ακίνητη, με
το τυφλό πρόσωπό της γυρισμένο προς την Μπέατρις
σε στάση προσεκτικής αναμονής. Απόλυτα
συγκεντρωμένης αναμονής.
«Έχεις παρέα, Ναομί».
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, η Ναομί έβγαλε έναν
άναρθρο ήχο.
Η Μπέατρις έκανε νόημα στον Αλαν
να έρθει κοντά της, έδωσε στη Ναομί ένα χέρι. Αυτή
τη φορά δεν με πείραξε που τον άγγιξε. Ήμουν πολύ
απορροφημένη από αυτό που συνέβαινε. Η Ναομί
εξέτασε το χέρι του Αλαν σχολαστικά, ύστερα
ακολούθησε το μπράτσο ως τον ώμο, το λαιμό, το
πρόσωπο. Κρατώντας το πρόσωπό του στα χέρια της,
έβγαλε έναν ήχο. Μπορεί να ήταν λέξη, αλλά δεν
μπόρεσα να την καταλάβω. Το μόνο που σκεφτόμουν
ήταν o κίνδυνος από αυτά τα χέρια. Σκέφτηκα τα
χέρια του πατέρα μου.
«Το όνομά του είναι Αλαν Τσι, Ναομί. Είναι γιος
σου». Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα.
«Γιος;» είπε. Αυτή τη φορά η λέξη ήταν αρκετά
ευδιάκριτη, αν και τα χείλη της ήταν σκισμένα σε
αρκετά σημεία και οι πληγές είχαν κλείσει άσχημα.
«Γιος;» επανέλαβε ανήσυχα. «Εδώ;»
«Είναι εντάξει, Ναομί. Ήρθε να σε δει».
«Μητέρα;» είπε εκείνος.
Αυτή εξέτασε πάλι το πρόσωπό του. Ήταν τριών
χρόνων όταν αυτή άρχισε να παρεκκλίνει. Δεν ήταν
δυνατόν να βρίσκει στο πρόσωπό του κάτι γνώριμο.
Αναρωτιόμουν αν θυμάται ότι έχει γιο.
«Αλαν;» είπε. Ένιωσε τα δάκρυα του και σταμάτησε
σ' αυτό. Ακούμπησε το δικό της πρόσωπο εκεί όπου
θα 'πρεπε να υπάρχει ένα μάτι, ύστερα ξαναγύρισε
στα δικά του μάτια. Ένα λεπτό πριν της αρπάξω το
χέρι το έκανε η Μπέατρις.
«Όχι!» είπε η Μπέατρις σταθερά.
Το χέρι έπεσε παράλυτο στο
πλευρό της Ναομί. Το πρόσωπό της στράφηκε προς
την Μπέατρις, σαν αρχαίος ανεμοδείκτης που
στριφογυρίζει. Η Μπέατρις της χάιδεψε τα μαλλιά,
και η Ναομί είπε κάτι που σχεδόν το κατάλαβα. Η
Μπέατρις κοίταξε τον Αλαν, που ήταν
συνοφρυωμένος και σκούπιζε τα δάκρυά του.
«Αγκάλιασε το γιο σου», είπε η Μπέατρις μαλακά.
Η Ναομί γύρισε, ψαχουλεύοντας, και ο Αλαν την
άρπαξε σε ένα σφιχτό, παρατεταμένο αγκάλιασμα. Τα
χέρια της τον τύλιξαν αργά. Έλεγε λέξεις που
μπερδεύονταν από το κατεστραμμένο στόμα της,
αλλά μόλις που ήταν κατανοητές.
«Γονείς;» είπε. «Οι γονείς μου... σε φρόντισαν;» Ο
Αλαν την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Θέλει να μάθει αν οι γονείς της σε φρόντισαν»,
είπα εγώ. Με κοίταξε με αμφιβολία, ύστερα κοίταξε
την Μπέατρις.
«Ναι», είπε η Μπέατρις. «Θέλει μόνο να μάθει αν σε
φρόντισαν».
«Nαι», είπε εκείνος, «κράτησαν την υπόσχεση που
σου έδωσαν, μητέρα».
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Η Ναομί έβγαζε
ήχους που ακόμα και ο Αλαν κατάλαβε ότι ήταν
λυγμοί, και δοκίμασε να την παρηγορήσει.
«Ποιος άλλος είναι εδώ;» είπε εκείνη τελικά.
Αυτή τη φορά ο Αλαν με κοίταξε. Επανέλαβα αυτό που
τον είχε ρωτήσει.
«Το όνομά της είναι Λυνν Μόρτιμερ», είπε.
«Είμαι...» σταμάτησε, αμήχανος. «Πρόκειται να
παντρευτούμε».
Μετά από λίγο απομακρύνθηκε από κοντά του και
πρόφερε το όνομά μου. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν
να πάω κοντά της. Δεν με φόβιζε ούτε με απωθούσε
πια, αλλά χωρίς κανένα προφανή λόγο κοίταξα την
Μπέατρις.
«Πήγαινε», είπε. «Αλλά εσύ και γω πρέπει να
μιλήσουμε αργότερα»,
Πήγα στη Ναομί, πήρα το χέρι της. «Μπέα;» είπε.
«Είμαι η Λυνν», είπα μαλακά.
Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Όχι», είπε. «Όχι, είσαι...»
«Είμαι η Λυνν. Θέλεις την Μπέα; Εδώ είναι».
Δεν είπε τίποτε. Έβαλε το χέρι
της στο πρόσωπό μου και το εξερεύνησε αργά. Την
άφησα να το κάνει, πιστεύοντας ότι θα μπορούσα να
τη σταματήσω αν γινόταν βίαιη. Αλλά, πρώτα με το
ένα χέρι, ύστερα και με τα δύο, με ψαχούλεψε πολύ
απαλά.
«Θα παντρευτείς το γιο μου;» είπε τελικά.
«Nαι».
«Ωραία. Θα φροντίσεις να είναι ασφαλής».
Όσο είναι δυνατόν να κρατήσουμε ο ένας τον άλλον
ασφαλή.
«Nαι», είπα.
«Ωραία. Κανείς δεν θα τον κλείσει έξω από τον
εαυτό του. Κανείς δεν θα τον δεσμεύσει και δεν θα
τον φυλακίσει».
Το χέρι της περιπλανήθηκε ξανά στο πρόσωπό της,
και με τα νύχια της το πίεζε ελαφρά.
«Όχι», είπα απαλά, πιάνοντάς της το χέρι. «Θέλω να
είσαι και συ ασφαλής».
Το στόμα κινήθηκε. Νομίζω ότι χαμογέλασε. «Γιε
μου;» είπε.
Αυτός την κατάλαβε, πήρε το χέρι της.
«Πηλό», συνέχισε. Ο Αλαν και η Λυνν σε πηλό.
«Μπέα;»
«Φυσικά», είπε η Μπέατρις. «'Εχεις σχηματίσει την
εντύπωση που σου χρειάζεται;»
«Όχι!» ήταν η ταχύτερη απάντηση της Ναομί μέχρι
τώρα. Ύστερα, σχεδόν παιδικά, ψιθύρισε, «Ναι».
Η Μπέατρις γέλασε. «Ακούμπησέ τους πάλι αν θες,
Ναομί. Δεν τους πειράζει».
Δεν μας πείραζε. Ο Αλαν έκλεισε
τα μάτια και αφέθηκε στην τρυφερότητα της μ' ένα
τρόπο που εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω. Δεν είχα
πρόβλημα να δεχτώ το άγγιγμά της, ακόμα και τόσο
κοντά στα μάτια μου, αλλά δεν έτρεφα
ψευδαισθήσεις γι' αυτήν. Η τρυφερότητά της
μπορούσε να αλλάξει σε μια στιγμή. Τα δάχτυλα της
Ναομί δίστασαν κοντά στα μάτια του Αλαν και
μίλησα αμέσως, από φόβο γι' αυτόν.
«Αγγιξε τον μόνο, Ναομί. Μόνο άγγιξέ τον». Πάγωσε,
και έβγαλε έναν ερωτηματικό ήχο.
«Εντάξει», είπε ο Αλαν.
«Το ξέρω», είπα, χωρίς να το πιστεύω. Εκείνος δεν
θα είχε πρόβλημα, πάντως, όσο κάποιος την
παρακολουθούσε προσεκτικά και έκοβε κάθε
επικίνδυνη παρόρμησή της εν τη γενέσει της.
«Γιε μου!», είπε, με ευτυχισμένη κτητικότητα.
Όταν τον άφησε, ζήτησε πηλό και δεν έλεγε να ξαναπλησιάσει το γλυπτό με τη γριά γυναίκα. Η Μπέατρις έφερε καινούριο πηλό γι' αυτήν, αφήνοντάς μας να την ηρεμήσουμε και να διασκεδάσουμε την ανυπομονησία της. Ο Αλαν άρχιζε να αναγνωρίζει σημεία επικείμενης καταστροφικής συμπεριφοράς. Δυο φορές άρπαξε τα χέρια της και είπε όχι. Πάλεψε μαζί του μέχρι που της μίλησα. Καθώς η Μπέατρις επέστρεψε, έγινε πάλι αυτό, και η Μπέατρις είπε, «Όχι, Ναομί». Υπάκουα, η Ναομί άφησε τα χέρια της να πέσουν στα πλευρά της.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Αλαν αργότερα, όταν είχαμε αφήσει τη Ναομί ασφαλή και εντελώς απορροφημένη από το νέο της έργο - πήλινα αγαλματάκια των δυο μας. «Ακούει μόνο τις γυναίκες, ή είναι ιδέα μου;»
Η Μπέατρις μας πήγε πίσω στο καθιστικό, μας κάθισε και τους δυο, αλλά δεν έκατσε η ίδια. Πήγε σ' ένα παράθυρο και κοίταξε έξω. «Η Ναομί υπακούει μόνο μερικές γυναίκες», είπε, «και μερικές φορές αργεί να υπακούσει. Είναι πιο άσχημα από πολλούς ίσως λόγω της ζημιάς που πρόλαβε και έκανε στον εαυτό της πριν την αναλάβω εγώ». Η Μπέατρις μας κοίταξε και στάθηκε συνοφρυωμένη, δαγκώνοντας τα χείλη της. «Είναι αρκετός καιρός που δεν έχω μιλήσει γι' αυτό», είπε. «Οι περισσότεροι Α.Ν.Γ. έχουν αρκετό μυαλό ώστε να μην παντρεύονται και να μην κάνουν παιδιά. Φαντάζομαι ότι εσείς οι δυο δεν σκοπεύετε να κάνετε - παρά την ανάγκη μας». Πήρε μια βαθιά αναπνοή.
«Είναι ένα φαινόμενο. Μια
μυρωδιά. Και είναι αλληλένδετο με το φύλο. Οι
άντρες που κληρονομούν την αρρώστια από τον
πατέρα τους δεν έχουν ίχνος από αυτήν τη μυρωδιά.
Επίσης έχουν την τάση να περνούν την αρρώστια πιο
ελαφρά. Αλλά εδώ μας είναι άχρηστοι σαν
προσωπικό. Οι άντρες που κληρονομούν την
αρρώστια από τη μητέρα τους έχουν όση μυρωδιά
μπορούν να έχουν οι άντρες. Είναι σχετικά
χρήσιμοι εδώ, γιατί οι Α.Ν.Γ. τουλάχιστον
αντιλαμβάνονται την παρουσία τους. Το ίδιο και οι
γυναίκες που κληρονομούν από τη μητέρα τους αλλά
όχι από τον πατέρα τους. Μόνο όταν δυο ανεύθυνοι
Α.Ν.Γ. ενωθούν και κάνουν θηλυκά παιδιά σαν και
μένα ή τη Λυνν, γεννώνται άνθρωποι που μπορούν να
κάνουν καλή δουλειά σ' ένα μέρος σαν κι αυτό».
Γύρισε και με κοίταξε. «Είμαστε πολύ σπάνιοι
άνθρωποι, εσύ και γω. Όταν τελειώσεις τις σπουδές
σου, σε περιμένει μια πολύ καλοπληρωμένη
δουλειά».
«Εδώ;» ρώτησα.
«Για εκπαίδευση, μπορεί. Μετά, δεν ξέρω. Είναι
πιθανόν να βοηθήσεις στην ίδρυση κάποιας άλλης
μονάδας σε άλλο σημείο της χώρας. Χρειαζόμαστε
πολλές».
Χαμογέλασε άκεφα. «Ανθρωποι σαν εμάς δεν τα πάνε καλά μαζί. Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν σε αντιπαθώ λιγότερο απ' ότι με αντιπαθείς εσύ».
Ξεροκατάπια και την κοίταξα για
μια στιγμή χωρίς να βλέπω καθαρά. Τη μισούσα
παράλογα - μόνο για ένα λεπτό.
«Ξάπλωσε πίσω», είπε εκείνη. «Χαλάρωσε το σώμα
σου. Βοηθάει».
Υπάκουσα, χωρίς να θέλω στην
πραγματικότητα να υπακούσω σ' αυτήν, ανίκανη να
σκεφτώ τι άλλο να κάνω. Ανίκανη να σκεφτώ
οτιδήποτε. «Φαίνεται», είπε, «ότι είμαστε πολύ
κυριαρχικές. Το Ντιλγκ είναι για μένα ένα λιμάνι
όταν είμαι η μοναδική του είδους μου. Όταν
υπάρχει και άλλη, γίνεται φυλακή».
«Το μόνο που βλέπω εγώ είναι ένας τρομακτικός
όγκος δουλειάς», είπε ο Αλαν. ,
Συμφώνησε. «Σχεδόν υπερβολικά πολλή». Χαμογέλασε
στον εαυτό της. «Ήμουν μία από τις πρώτες διπλές
Α.Ν.Γ. που γεννήθηκαν. Όταν ήμουν αρκετά μεγάλη
για να καταλαβαίνω, νόμιζα ότι δεν έχω πολύ χρόνο.
Πρώτα προσπάθησα να σκοτωθώ. Όταν αυτό απέτυχε,
δοκίμασα να στριμώξω όση ζωή μπορούσα μέσα στο
σύντομο χρόνο που υπέθετα ότι είχα. Όταν άρχισα
αυτό το σχέδιο, δούλεψα όσο πιο σκληρά μπορούσα,
για να το φέρω σε κάποιο σημείο πριν αρχίσω να
παρεκκλίνω. Τώρα πια, δεν θα ήξερα τι να κάνω με
τον εαυτό μου αν δεν δούλευα».
«Γιατί δεν έχεις... παρεκκλίνει;»
ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Δεν υπάρχουν αρκετοί σαν και μας για να
ξέρουμε ποιο είναι το φυσιολογικό».
«Η παρέκκλιση είναι φυσιολογική για κάθε Α.Ν.Γ.
αργά ή γρήγοpα.
«Αργά, τότε».
«Γιατί δεν έχουν ακόμα ανασυνθέσει τεχνητά τη
μυρωδιά;» ρώτησε ο Αλαν. «Γιατί υπάρχουν ακόμα
ιδρύματα και τμήματα νοσοκομείων σαν στρατόπεδα
συγκεντρώσεως;»
«Υπήρξαν άνθρωποι που δοκίμασαν να την
ανασυνθέσουν, από τότε που απέδειξα τι μπορώ να
κάνω μ' αυτήν. Κανείς δεν έχει πετύχει μέχρις
στιγμής. Το μόνο που καταφέραμε να κάνουμε είναι
να κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά για ανθρώπους σαν
τη Λυνν». Με κοίταξε. «Υποτροφία Ντιλγκ, σωστά;»
«Ναι. Μου την πρόσφεραν εντελώς απροσδόκητα».
«Οι άνθρωποί μου κάνουν καλή δουλειά στο να
εντοπίζουν κόσμο. Θα επικοινωνούσαμε μαζί σου
λίγο πριν αποφοιτήσεις, ή αν τα παρατούσες».
«Είναι δυνατόν», είπε ο Αλαν κοιτώντας με, «να το
κάνει ήδη; Να χρησιμοποιεί τώρα τη μυρωδιά για
να... επηρεάζει κόσμο;»
«Εσένα;» ρώτησε η Μπέατρις.
«Όλους μας. Μια ομάδα Α.Ν.Γ. Μένουμε όλοι μαζί.
Είμαστε όλοι υπό έλεγχο, φυσικά, αλλά...»
Η Μπέατρις χαμογέλασε. «Σίγουρα θα είναι το πιο
ήσυχο σπίτι γεμάτο με νέους που έχει υπάρξει
ποτέ».
Κοίταξα τον Αλαν, και αυτός απέφυγε το βλέμμα μου.
«Δεν τους κάνω τίποτε», είπα. «Τους υπενθυμίζω
τις δουλειές που έχουν υποσχεθεί να κάνουν. Αυτό
είν' όλο».
«Τους ηρεμείς», είπε η Μπέατρις. «Είσαι εκεί. Να...
αφήνεις τη μυρωδιά σου σ' όλο το σπίτι. Τους
απευθύνεσαι προσωπικά. Χωρίς να ξέρουν γιατί,
σίγουρα το βρίσκουν πολύ ανακουφιστικό. Δεν είν'
έτσι, Αλαν;»
«Δεν ξέρω», είπε. «Κάτι τέτοιο θα πρέπει να ένιωσα
εγώ. Από την πρώτη μου επίσκεψη στο σπίτι, ήξερα
ότι ήθελα να μείνω εκεί. Και όταν πρωτοείδα τη
Λυνν...» Κούνησε τo κεφάλι του. «Περίεργο. Νόμιζα
ότι όλα αυτά ήταν η ιδέα μου».
«Θα δουλέψεις για μας, Αλαν;»
«Εγώ; Αφού θέλετε τη Λυνν».
«Σας θέλω και τους δυο. Δεν φαντάζεστε πόσοι
άνθρωποι ρίχνουν μια ματιά σε ένα από τα
εργαστήριά μας και κάνουν επί τόπου στροφή και
τρέπονται σε φυγή. Μπορεί να είσαστε το είδος των
νέων ανθρώπων που θα 'πρεπε τελικά να αναλάβουν
κάποια στιγμή ένα μέρος σαν το Ντιλγκ».
«Είτε το θέλουμε, είτε όχι, ε;» είπε.
Τρομοκρατημένη, προσπάθησα να πιάσω το χέρι του,
αλλά εκείνος το τράβηξε. «Αλαν, είναι
αποτελεσματικό», του είπα. «Είναι μόνο ένα
προσωρινό μέτρο ελέγχου, το ξέρω. Η Γενετική
μηχανική θα μας δώσει πιθανότατα τις οριστικές
απαντήσεις, αλλά, για όνομα του Θεού, αυτό είναι
κάτι που μπορούμε να κάνουμε τώρα!»
«Είναι κάτι που εσύ μπορείς να κάνεις. Να παίζεις
τη βασίλισσα μέλισσα σ' ένα μέρος γεμάτο
εργάτριες. Ποτέ δεν είχα τη φιλοδοξία να γίνω
κηφήνας».
«Ένας γιατρός αποκλείεται να γίνει κηφήνας»,
είπε η Μπέατρις.
«Εσύ θα παντρευόσουν έναν από τους ασθενείς σου;»
ρώτησε. «Αυτό θα έκανε η Λυνν αν με
παντρευόταν-είτε γίνω γιατρός είτε όχι».
Απέφυγε το βλέμμα μου
κοιτάζοντας στην άλλη άκρη του δωματίου. «Ο
άντρας μου είναι εδώ», είπε μαλακά. «Είναι
ασθενής εδώ πάνω από δέκα χρόνια. Θα υπήρχε
καλύτερο μέρος γι' αυτόν... όταν ερχόταν η ώρα
του;»
«Σκατά!» μουρμούρισε ο Αλαν. Με κοίταξε. «Πάμε να
φύγουμε από εδώ μέσα!» Σηκώθηκε και διέσχισε το
δωμάτιο ώς την πόρτα, την τράβηξε και
συνειδητοποίησε ότι ήταν κλειδωμένη. Γύρισε και
κοίταξε την Μπέατρις και η γλώσσα του σώματός του
απαιτούσε να τον αφήσει να φύγει. Πήγε κοντά του,
τον έπιασε από τους ώμους και τον γύρισε προς το
μέρος της πόρτας. «Δοκίμασε άλλη μια φορά», είπε
ήσυχα. «Δεν μπορείς να τη σπάσεις. Δοκίμασε».
Περιέργως, η επιθετικότητά του φάνηκε να
μειώνεται. «Είναι μια από τις κλειδαριές
παλάμης-φωνής;» ρώτησε.
«Ναι». Έσφιξα τα δόντια μου και σταμάτησα να
κοιτάζω. Ασε την να κάνει τη δουλειά της. Ήξερε
πώς να χρησιμοποιεί το χάρισμα που είχαμε και
εκείνη και εγώ. Και προς στιγμήν, ήταν με το
πλευρό μου.
Τον άκουσα να κάνει μια
προσπάθεια με την πόρτα. Η πόρτα ούτε που
κουνήθηκε. Η Μπέατρις πήρε το χέρι του από κει και
με το δικό της χέρι ακουμπισμένο σε κάτι που
θύμιζε μεγάλο μπρούτζινο πόμολο, έσπρωξε την
πόρτα και την άνοιξε.
«Ο άνθρωπος που ανακάλυψε αυτή την κλειδαριά δεν
είναι τίποτε το ιδιαίτερο», είπε. «Δεν έχει
ασυνήθιστα ψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν έχει πάει
καν στο πανεπιστήμιο. Αλλά κάποια στιγμή στη ζωή
του διάβασε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας
όπου αναφέρονταν οι κλειδαριές παλάμης. Βελτίωσε
ακόμα περισσότερο την ιδέα δημιουργώντας μια
κλειδαριά που λειτουργούσε με το συνδυασμό
παλάμης-φωνής. Του έφαγε πολύ χρόνο, αλλά ήμασταν
σε θέση να του προσφέρουμε αυτόν το χρόνο. Οι
άνθρωποι του Ντιλγκ λύνουν προβλήματα, Αλαν.
Σκέψου τα προβλήματα που θα μπορούσες να λύσεις!»
Έδειχνε σαν να είχε αρχίσει να σκέφτεται, να
καταλαβαίνει.
«Δεν καταλαβαίνω πώς είναι
δυνατόν να διεξάγεται βιολογική έρευνα με αυτό
τον τρόπο», είπε. «Με το να δουλεύουν όλοι για τον
εαυτό τους, χωρίς καν να γνωρίζουν τους άλλους
ερευνητές και τη δουλειά τους».
«Διεξάγεται», είπε εκείνη, «και όχι σε απομόνωση.
Το παράρτημά μας στο Κολοράντο ειδικεύεται σ'
αυτό και έχει ίσα - ίσα όσους εκπαιδευμένους Α.Ν.Γ.
υπό έλεγχο είναι απαραίτητοι για να μη δουλεύει
κανείς σε αληθινή απομόνωση. Οι ασθενείς μας
μπορούν ακόμα να διαβάζουν και να γράφουν - αυτοί
που δεν έχουν κάνει υπερβολικά μεγάλη ζημιά στον
εαυτό τους. Μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους ο
ένας τη δουλειά του άλλου αν τους προμηθεύουμε με
τις σχετικές αναφορές. Και μπορούν να διαβάζουν
και το υλικό που έρχεται απ' έξω. Δουλεύουν, Αλαν.
Η αρρώστια δεν τους έχει σταματήσει». Την κοίταξε
και έμοιαζε γοητευμένος από την έντασή της - ή τη
μυρωδιά της. Μιλούσε λες και οι λέξεις έβγαιναν
με κόπο, λες και του έγδερναν το λαιμό. «Δεν θα
γίνω ανδρείκελο. Δεν θέλω να ελέγχομαι... από μια
καταραμένη μυρωδιά! »
«Αλαν-»
«Λεν θα γίνω αυτό που είναι η μητέρα μου. Προτιμώ
να πεθάνω!»
«Δεν υπάρχει λόγος να γίνεις αυτό που είναι η
μητέρα σου».
Οπισθοχώρησε γεμάτος δυσπιστία.
«Η μητέρα σου έχει βλάβη στον εγκέφαλο - χάρις
στους τρεις μήνες που ξόδεψε σ' εκείνο το ίδρυμα.
Δεν μιλούσε καθόλου όταν τη συνάντησα. Έχει
βελτιωθεί περισσότερο απ' όσο μπορείς να
φανταστείς. Τίποτε απ' αυτά δεν χρειάζεται να
συμβεί σε σένα. Δούλεψε μαζί μας, και θα
φροντίσουμε να μη σου συμβεί τίποτε τέτοιο».
Δίστασε, έμοιαζε λιγότερο
σίγουρος για τον εαυτό του. Ακόμα και αυτή η λίγη
ελαστικότητα που είχε δείξει, ήταν εκπληκτική γι'
αυτόν. «Θα είμαι κάτω από τον έλεγχο της Λυνν ή
τον δικό σου», είπε.
Κούνησε το κεφάλι της. «Ούτε η μητέρα σου δεν
είναι κάτω από τον έλεγχό μου. Με αντιλαμβάνεται.
Μπορεί να πάρει οδηγίες από μένα. Με εμπιστεύεται
με τον τρόπο που οι τυφλοί εμπιστεύονται τον
οδηγό τους».
«Υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό».
«Όχι εδώ. Ούτε σε κανένα από τα παραρτήματά μας».
«Δεν σε πιστεύω».
«Τότε δεν καταλαβαίνεις πόση ανεξαρτησία
διατηρούν οι άνθρωποί μας. Ξέρουν ότι
χρειάζονται βοήθεια, αλλά έχουν δικές τους
απόψεις. Αν θες να δεις την κατάχρηση εξουσίας
που σε ανησυχεί, πήγαινε σε κανένα τμήμα Α.Ν.Γ. σε
οποιοδήποτε νοσοκομείο».
«Είσαστε καλύτερα από εκεί, το παραδέχομαι. Ακόμα
και στην Κόλαση είναι καλύτερα από εκεί. Αλλά...»
«Αλλά δεν μας εμπιστεύεσαι».
Σήκωσε τους ώμους του.
«Και όμως μας εμπιστεύεσαι». Χαμογέλασε. «Δεν
θέλεις, αλλά το κάνεις. Αυτό σε ανησυχεί, και σου
υπενθυμίζει ότι πρέπει να δουλέψεις. Σκέψου τι
σου είπα. Σκέψου το μόνος σου. Προσφέρουμε στους
Α.Ν.Γ. μια ευκαιρία να ζήσουν και να ασχοληθούν με
ό,τι θεωρούν σημαντικό γι' αυτούς. Τι έχεις, σε τι
μπορεί ρεαλιστικά να ελπίζεις που να είναι
καλύτερο από αυτό;»
Ησυχία. «Δεν ξέρω τι να σκεφτώ», είπε τελικά.
«Πήγαινε σπίτι», είπε εκείνη. «Αποφάσισε τι
θέλεις. Είναι η πιο σημαντική απόφαση που θα
πάρεις ποτέ».
Με κοίταξε. Πήγα κοντά του, χωρίς να ξέρω πώς θα
αντιδρούσε, χωρίς να είμαι σίγουρη ότι θα με
ήθελε, ό,τι και αν αποφάσιζε.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις;» ρώτησε.
Η ερώτηση με εξέπληξε. «Εσύ έχεις επιλογή», είπα.
«Εγώ όχι. Αν έχει δίκιο... πώς θα μπορέσω να
αποφύγω να ασχοληθώ με την οργάνωση ενός
παραρτήματος;»
«Εσύ θέλεις;»
Ξεροκατάπια. Δεν είχα ακόμα αντιμετωπίσει αυτό
το ερώτημα. Ήθελα να περάσω τη ζωή μου σε κάτι που
είναι ουσιαστικά ένα εκλεπτυσμένο τμήμα Α.Ν.Γ.;
«Όχι».
«Αλλά θα το κάνεις».
«...Ναι». Σκέφτηκα για ένα λεπτό, ψάχνοντας για τις
σωστές λέξεις. «Εσύ θα το 'κανες».
«Τι;»
«Αν το φαινόμενο ήταν κάτι που είχαν μόνο οι
άντρες, θα το 'κανες».
Πάλι αυτή η σιωπή. Μετά από λίγο, πήρε το χέρι μου και ακολουθήσαμε την Μπέατρις έξω στο αυτοκίνητο. Πριν μπω μαζί του και με τον φύλακα - συνοδό μας μέσα, εκείνη έπιασε το μπράτσο μου. Εγώ αναπήδησα αυτόματα. Μέχρι να συγκρατηθώ, είχα γυρίσει απότομα σαν να ήθελα να τη χτυπήσω. Διάβολε, είχα σκοπό να τη χτυπήσω, αλλά σταμάτησα εγκαίρως. «Με συγχωρείς», είπα, χωρίς να προσπαθήσω να είμαι ειλικρινής.
Μου πρότεινε μια κάρτα και την πήρα. «Το προσωπικό μου τηλέφωνο», είπε. «Πριν από τις επτά ή μετά από τις εννιά, συνήθως. Εσύ και εγώ θα επικοινωνήσουμε τηλεφωνικά».
Αντιστάθηκα στον πειρασμό να πετάξω την κάρτα. Θεέ μου, με έκανε να φέρομαι σαν παιδί.
Μέσα στο αυτοκίνητο, ο Αλαν είπε
κάτι στον φρουρό. Δεν μπόρεσα να ακούσω τι, αλλά ο
ήχος της φωνής του μου τον έφερε στο νου όταν
πάλευε με κείνη - με τη λογική της και τη μυρωδιά
της. Παρά τρίχα θα τον είχε κερδίσει για
λογαριασμό μου, και δεν μπορούσα ούτε στοιχειώδη
ευγνωμοσύνη να νιώσω. Της είπα με χαμηλή φωνή:
«Δεν είχε ποτέ καμιά πιθανότητα, έτσι δεν είναι;»
Έδειξε έκπληκτη. «Αυτό εξαρτάται από σένα.
Μπορείς να τον κρατήσεις ή να τον κάνεις να
παρεκκλίνει. Σε διαβεβαιώ ότι μπορείς να τον
κάνεις να παρεκκλίνει».
«Πώς;»
«Με το να φαντάζεσαι ότι δεν έχει καμία
πιθανότητα». Χαμογέλασε αχνά. «Τηλεφώνησέ μου
από το δικό σου ζωτικό χώρο. Έχουμε πολλά να πούμε
οι δυο μας, και θα προτιμούσα να μην τα πούμε σαν
εχθροί».
Είχε ζήσει δεκαετίες ολόκληρες συναντώντας. ανθρώπους σαν και μένα. Είχε καλό έλεγχο. Εγώ, από την άλλη, ήμουν στα όρια της αυτοσυγκράτησής μου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χωθώ στο αυτοκίνητο και να πατήσω τέρμα το δικό μου φανταστικό γκάζι, καθώς ο φρουρός μας οδηγούσε προς την έξοδο. Δεν μπορούσα να γυρίσω και να την κοιτάξω. Μέχρις ότου απομακρυνθούμε για τα καλά από το σπίτι, μέχρις ότου αφήσουμε τον φύλακα στην πύλη και βγούμε από τα όρια του κτήματος, δεν μπόρεσα να κοιτάξω πίσω.
Για λίγα λεπτά παραλογισμού
ήμουνα σίγουρη πως, κατά κάποιο τρόπο, αν γύριζα,
θα έβλεπα τον εαυτό μου να στέκεται εκεί,
ασπρομάλλα και γριά, και να μικραίνει με την
απόσταση ώσπου να χαθεί.