όταν άλλαξε

Joanna Russ
When It Changed (1972)
1972 Nebula Award
1995 James Tiptree, Jr. Award

Μετάφραση: Σπύρος Φέγγος

Η Καίτη οδηγεί σαν μανιακή' πρέπει να πηγαίναμε με περισσότερα από 120 χλμ. σ' εκείνες τις στροφές. Είναι όμως καλή, πάρα πολύ καλή, και την έχω δει να διαλύει ολόκληρο το αυτοκίνητο και να το συναρμολογεί πάλι μέσα σε μια μέρα. Στον τόπο που γεννήθηκα στη Λησμονιά υπήρχαν κυρίως αγροτικά μηχανήματα, και μην έχοντας συνηθίσει σ' αυτοκίνητα, δεν είχα διάθεση να παλεύω με το λεβιέ σε μεγάλες ταχύτητες. Όμως ακόμη και σ' αυτές τις στροφές, μέσα στη νύχτα και σ' έναν αγροτικό δρόμο τόσο κακό όσο μόνο στην περιοχή μας μπορούσε να γίνει, ο τρόπος που οδηγούσε η Καίτη δεν με τρόμαζε. Το αστείο με τη σύζυγό μου όμως: δεν θέλει ν' αγγίξει όπλο. Έχει πάει πεζοπορία στα δάση πάνω από τον 48° παράλληλο χωρίς πυροβόλα όπλα, λείποντας κάθε φορά μέρες ολόκληρες, Και αυτό πραγματικά με τρομάζει.

Η Καίτη κι εγώ έχουμε τρία παιδιά μαζί, ένα δικό της και δύο δικά μου. Η μεγαλύτερή μου, η Γιούρικο, κοιμόταν στο πίσω κάθισμα βλέποντας δωδεκάχρονα όνειρα για αγάπες και πόλεμο: φυγή πέρα στη θάλασσα, κυνήγια στο Βορρά, όνειρα για παράξενα όμορφους ανθρώπους σε παράξενα όμορφα μέρη, όλα τα υπέροχα πράγματα που φαντάζεσαι όταν μπαίνεις στα δώδεκα και οι αδένες αρχίζουν να δουλεύουν. Κάποια μέρα, σύντομα, όπως όλα τα παιδιά. θα εξαφανιστεί για βδομάδες και θα επιστρέψει βρώμικη και υπερήφανη έχοντας μαχαιρώσει το πρώτο της λιοντάρι ή έχοντας πυροβολήσει την πρώτη της αρκούδα, σέρνοντας πίσω της κάποιο φοβερά επικίνδυνο, νεκρό θηρίο που ποτέ δεν θα συγχωρήσω για ό,τι θα μπορούσε να είχε κάνει στην κόρη μου. Η Γιούρικο λέει πως ο τρόπος που οδηγεί η Καίτη της φέρνει νύστα.

Για έναν άνθρωπο που έχει αγωνιστεί σε τρεις μονομαχίες, φοβάμαι πολλά, πάρα πολλά πράγματα. Γερνάω. Το είπα στη σύζυγό μου.

«Είσαι τριάντα τεσσάρων χρονών» είπε. Λακωνική μέχρι σιωπής. Αναψε τα φώτα για το τελευταίο μέρος της διαδρομής - τρία χιλιόμετρα ακόμα κι o δρόμος να γίνεται όλο και χειρότερος. Μακριά στην εξοχή. Δέντρα, πράσινο ηλεκτρικό, όρμησαν μέσα στους προβολείς μας και γύρω από τ' αυτοκίνητο. Απλωσα το χέρι μου κάτω στο πλάι, εκεί που στερεώνουμε τη θήκη στην πόρτα και έφερα την καραμπίνα μου στο πλευρό μου. Πίσω μου η Γιούρικο κουνήθηκε μέσ' στον ύπνο της. Στο δικό μου ύψος, αλλά με τα μάτια και τα πρόσωπο της Καίτης. Η μηχανή του αυτοκινήτου, λέει η Καίτη, είναι τόσο αθόρυβη που μπορείς να ακούσεις την ανάσα της απ' το πίσω κάθισμα. Η Γιούκι ήταν μόνη της στο αυτοκίνητο όταν ήρθε το μήνυμα, αποκωδικοποιώντας μ' ενθουσιασμό τις τελείες και τις παύλες (είναι γελοίο να βάλεις έναν πομπό μακρών συχνοτήτων πλάι σε μια μηχανή εσωτερικής καύσεως, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της Λησμονιάς βρίσκεται εν κινήσει). Είχε πεταχτεί μέσα από το αυτοκίνητο, το κορίτσι μου, φωνάζοντας με όλη τη δύναμή της έτσι που φυσικά θα 'πρεπε να 'ρθει μαζί. Διανοητικά ήμασταν προετοιμασμένες γι' αυτό από τότε που ιδρύθηκε η Αποικία, από τότε που εγκαταλείφθηκε, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Είναι φοβερό.

«Αντρες!» είχε ξεφωνίσει η Γιούκι, πηδώντας πάνω από την πόρτα του αυτοκινήτου. «Ξαναγύρισαν! Πραγματικοί άντρες από τη Γη!»

Τους συναντήσαμε στην κουζίνα της αγροικίας κοντά στο μέρος που είχαν προσεδαφιστεί. Τα παράθupα ήταν ανοιχτά, ο νυχτερινός αέρας πολύ γλυκός. Παρκάροντας απέξω, περάσαμε όλων των ειδών τα μεταφορικά μέσα' ατμοκίνητα τρακτέρ, φορτηγά, ακόμα κι ένα ποδήλατο. Η Λύντια, η βιολόγος της περιοχής, είχε αφήσει τη βόρεια επιφυλακτικότητά της για όση ώρα χρειαζόταν να πάρει δείγματα αίματος και ούρων και καθόταν σε μια γωνιά της κουζίνας κουνώντας το κεφάλι της, κατάπληκτη με τ' αποτελέσματα' ανάγκασε ακόμη τον εαυτό της (πολύ μεγαλόσωμη, πολύ ξανθιά, πολύ ντροπαλή, διαρκώς κοκκινίζοντας) να ψάξει να βρει τα εγχειρίδια της παλιάς γλώσσας αν και εγώ μπορώ να μιλήσω τις παλιές γλώσσες ακόμα και στον ύπνο μου. Και το κάνω. Η Λύντια δεν αισθάνεται άνετα μαζί μας: Είμαστε Νότιες και πολύ εκδηλωτικές. Μέτρησα είκοσι άτομα σ' εκείνη την κουζίνα, όλα τα σπουδαία μυαλά της Βόρειας Ηπείρου. Η Φύλλις Σπετ, νομίζω, είχε έρθει με ανεμόπτερο. Η Γιούκι ήταν το μόνο παιδί εκεί.

Τότε είδα τους τέσσερίς τους.

Είναι περισσότερο σωματώδεις από μας. Είναι ψηλότεροι και πιο μεγαλόσωμοι. Δύο ήταν πιο ψηλοί από μένα, και είμαι πάρα πολύ ψηλή, 1,80 χωρίς παπούτσια. Είναι φανερό πως ανήκουν στο είδος μας, αλλά μακρινοί, απερίγραπτα μακρινοί, και καθώς τα μάτια μου δεν μπορούσαν, και ακόμη δεν μπορούν, να συλλάβουν τις γραμμές εκείνων των ξένων σωμάτων, δεν μπορούσα να πείσω τον εαυτό μου να τους αγγίξει, παρ' όλο που εκείνος που μιλούσε Ρωσικά -τι φωνές που έχουν!- ήθελε να «σφίξουμε τα χέρια», ένα έθιμο από το παρελθόν, φαντάζομαι. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως είναι πίθηκοι με ανθρώπινα πρόσωπα. Φαινόταν να έχει καλές προθέσεις, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να οπισθοχωρεί τρέμοντας σχεδόν μέχρι την άλλη άκρη της κουζίνας - και τότε γέλασα απολογητικά - και μετά για να δώσω το καλό παράδειγμα (διαπλανητική φιλία, σκέφτηκα) τελικά «έσφιξα τα χέρια». Ένα σκληρό, σκληρό χέρι, Είναι βαρείς σαν άλογα. Βραχνές, βαθιές φωνές. Η Γιούρικο είχε χωθεί ανάμεσα στις μεγάλες: και κοιτούσε τους άντρες μ' ανοιχτό το στόμα.

Ο άντρας στράφηκε - αυτή η λέξη είχε χαθεί από τη γλώσσα μας για εξακόσια χρόνια - και είπε σε άσχημα Ρωσικά:
«Ποια είναι αυτή;»
«Η κόρη μου», είπα και πρόσθεσα (μ' εκείνη την παράλογη προσοχή που δίνουμε στους καλούς τρόπους σε στιγμές παραφροσύνης): «Η κόρη μου Γιούρικο Τζάνετσον. Χρησιμοποιούμε το πατρωνυμικό. Το μητρωνυμικό θα λέγατε σεις».

Γέλασε χωρίς να το θέλει. Η Γιούκι αναφώνησε: «Νόμιζα πως θα ήταν ωραίοι!» φοβερά απογοητευμένη. Η Φύλλις Χέλγκασον Σπετ, που κάποια μέρα θα τη σκοτώσω, μου έριξε από την άλλη πλευρά του δωματίου μια ψυχρή, επίπεδη, δηλητηριώδη ματιά σαν να ήθελε να πει: Πρόσεχε τι θα πεις. Ξέρεις τι μπορώ να κάνω. Είναι αλήθεια ότι τυπικά έχω μάλλον χαμηλή θέση, αλλά η Κυρία Πρόεδρος θα μπει σε μεγάλους μπελάδες και με μένα και με το προσωπικό της αν εξακολουθεί να θεωρεί τη βιομηχανική κατασκοπεία μια απλή και διασκεδαστική υπόθεση. Πόλεμοι και φήμες για πολέμους, όπως λεει ένα από τα βιβλία των προγόνων μας. Μετέφρασα τα λόγια της Γιούκι στα μπάσταρδα Ρωσικά του άντρα, που ήταν κάποτε η δική μας lingua franca, και ο άντρας ξαναγέλασε. «Πού είναι οι άνθρωποί σας;» ρώτησε με ομιλητική διάθεση.

Μετέφρασα πάλι και κοίταξα τα πρόσωπα γύρω μου στο δωμάτιο. Η Λύντια αμήχανη (ως συνήθως), η Σπετ μισοκλείνοντας τα μάτια, χωρίς αμφιβολία καταστρώνοντας κάποιο καταραμένο σχέδιο, η Καίτη πολύ χλωμή.

«Εδώ είναι η Λησμονιά», είπα.
Συνέχισε να με κοιτάζει χωρίς να έχει φωτιστεί.
«Η Λησμονιά», είπα. «Θυμόμαστε; Έχετε ιστορικά αρχεία; Υπήρξε μια επιδημία στη Λησμονιά». .

Έδειξε ένα μικρό ενδιαφέρον. Κεφάλια στράφηκαν στο πίσω μέρος του δωματίου και είδα για μια στιγμή την απεσταλμένη της τοπικής βουλής των επαγγελμάτων' μέχρι το πρωί κάθε δημοτικό συμβούλιο, κάθε τοπική πολιτική σύνοδος θα βρισκόταν στο φόρτε της.

«Επιδημία;» είπε. «Πολύ λυπηρό».
«Ναι», είπα. «Πολύ λυπηρό. Χάσαμε το μισό μας πληθυσμό στο διάστημα μιας γενιάς».
Φάνηκε αρκετά εντυπωσιασμένος.

«Η Λησμονιά ήταν τυχερή», είπα. «Είχαμε αρχικά μια μεγάλη δεξαμενή γονιδίων, είχαμε όλοι εκλεγεί εξαιρετικά ευφυείς, είχαμε υψηλή τεχνολογία και ένα μεγάλο υπόλοιπο πληθυσμού όπου η κάθε μια είχε δυο-τρεις ειδικότητες. Το έδαφος είναι καλό. Το κλίμα ευλογημένα ήπιο. Τώρα είμαστε τριάντα εκατομμύρια. Η βιομηχανία αναπτύσσεται σαν χιονοστιβάδα - καταλαβαίνετε; δώστε μας εβδομήντα χρόνια και θα έχουμε πολύ περισσότερες από μια κανονικές πόλεις, αρκετά βιομηχανικά κέντρα, επαγγέλματα πλήρους απασχόλησης, πλήρως απασχολούμενους τηλεγραφητές, πλήρως απασχολούμενους μηχανικούς, δώστε μας εβδομήντα χρόνια και δεν θα' ναι υποχρεωτικό να περνάμε όλες μας τα τρία τέταρτα της ζωής μας στις φάρμες». Και προσπάθησα να του εξηγήσω πόσο σκληρό είναι όταν οι καλλιτέχνιδες δεν μπορούν να αφιερώσουν όλον τους το χρόνο στην άσκηση παρά μόνο στα γεράματά τους, όταν υπάρχουν τόσο λίγες, τόσο λίγες που μπορούν να είναι ελεύθερες όπως η Καίτη κι εγώ. Προσπάθησα ακόμη να δώσω μια σύντομη περιγραφή της κυβέρνησής μας, με τα δύο σώματα, το βάσει των επαγγελμάτων και το γεωγραφικό' του είπα ότι οι περιφερειακές πολιτικές σύνοδοι ασχολούνταν με τα θέματα που ήταν πολύ μεγάλα για μια πόλη. Και ο έλεγχος των γεννήσεων δεν ήταν ακόμα πολιτικό θέμα, όχι ακόμη, αν και με τον καιρό θα γινόταν. Αυτή ήταν μια ευαίσθητη περίοδος στην ιστορία μας' δώστε μας χρόνο.

«Πού είναι όλοι οι άνθρωποί σας;» ρώτησε εκείνος ο μονομανής.
Τότε κατάλαβα ότι δεν εννοούσε άνθρωποι, εννοούσε άντρες και έδινε στη λέξη μια σημασία που στη Λησμονιά δεν την είχε για έξι αιώνες.

«Πέθαναν», είπα. «Πριν από τριάντα γενιές».

Νόμισα ότι κάποια τον μαχαίρωσε. Η αναπνοή του πιάστηκε. Έκανε να σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν έφερε το χέρι στο στήθος του' κοίταξε γύρω του με το πιο παράξενο μίγμα δέους και χαζοσυναισθηματικής τρυφερότητας. Κατόπιν είπε επίσημα και σοβαρά:
«Μεγάλη τραγωδία».
Περίμενα χωρίς ακριβώς να καταλαβαίνω.

«Ναι», είπε, κρατώντας πάλι την αναπνοή του μ' εκείνο το περίεργο χαμόγελο του ενήλικου προς το παιδί που σου λέει πως κάτι είναι κρυμμένο και σύντομα θα φανερωθεί μέσα σε κραυγές ενθαρρυντικές και χαρούμενες, «μεγάλη τραγωδία. Αλλά τώρα τελείωσε». Και κοίταξε πάλι γύρω του όλες εμάς με τον πιο παράξενο σεβασμό. Σαν να ήμασταν ανάπηρες.

«Έχετε προσαρμοστεί καταπληκτικά», είπε.
«Σε τι;» είπα. Φάνηκε αμήχανος. Φάνηκε κενός. Στο τέλος είπε: «Εκεί απ' όπου έρχομαι οι γυναίκες δεν ντύνονται τόσο απλά».
«Σαν εσένα;» είπα. «Σαν νύφη;» γιατί οι άντρες ήταν ντυμένοι απ' την κορυφή μέχρι τα νύχια στα ασημένια. Ποτέ μου δεν είχα δει κάτι τόσο φανταχτερό. Έκανε να απαντήσει και κατόπιν προφανώς το ξανασκέφτηκε' γέλασε πάλι μαζί μου. Με μια περίεργη αγαλλίαση, σαν να ήμασταν κάτι παιδιάστικο και κάτι θαυμάσιο, σαν να μας έκανε μια πολύ μεγάλη χάρη ανέπνευσε λίγο άτακτα και είπε: «Λοιπόν, εδώ είμαστε».

Εγώ κοίταξα τη Σπετ, η Σπετ τη Λύντια, η Λύντια την Αμάλια που είναι πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου, η Αμάλια κοίταξε δεν ξέρω ποια. Ο λαιμός μου ήταν στεγνός. Δεν μπορώ να υποφέρω την τοπική μπύρα που οι αγρότισσες κατεβάζουν λες και τα στομάχια τους έχουν φόδρα από ιρίδιο, αλλά όπως και να 'ναι την πήρα από την Αμάλια (ήταν το δικό της ποδήλατο εκείνο που είχαμε δει έξω όταν παρκάραμε) και την ήπια μονορούφι. Αυτό θα έπαιρνε πολύ καιρό. Είπα: «Ναι, εδώ είσαστε», και χαμογέλασα (αισθανόμουν σαν ηλίθια) και αναρωτήθηκα σοβαρά αν τα μυαλά των αρσενικών ανθρώπων της Γης λειτουργούσαν τόσο πολύ διαφορετικά από τα μυαλά των θηλυκών ανθρώπων της Γης, αλλά δεν ήταν δυνατόν, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο η φυλή θα είχε χαθεί εδώ και πολύ καιρό. Το ραδιόφωνο είχε μεταδώσει τα νέα σ' ολόκληρο τον πλανήτη, και άλλη μία που επίσης μιλούσε Ρωσικά ερχόταν με αεροπλάνο από τη Βάρνα' αποφάσισα να τους αφήσω όταν ο άντρας έδειξε φωτογραφίες της συζύγου του που έμοιαζε με ιέρεια κάποιας μυστηριώδους λατρείας. Πρότεινε να ρωτήσει τη Γιούκι μερικά πράγματα, κι έτσι την έκλεισα σ' ένα πίσω δωμάτιο παρά τις έξαλλες διαμαρτυρίες της και βγήκα έξω στην μπροστινή βεράντα. Καθώς έβγαινα, η Λύντια εξηγούσε τη διαφορά ανάμεσα στην παρθενογένεση (που είναι απλούστατη) και στη μέθοδο που εφαρμόζουμε εμείς, που είναι η ένωση των ωαρίων. Γι' αυτό το μωρό της Καίτη μοιάζει με μένα. Η Λύντια συνέχισε με τη μέθοδο Ανσκυ και την Καίτη Ανσκυ, τη μόνη μας πολυμαθή μεγαλοφυΐα και την προ-προ-δεν-ξέρω-πόσες-φορές-προγιαγιά της δικής μου της Καταρίνας.

Ένας τηλέγραφος σ' ένα από τα εξωτερικά κτίρια φλυαρούσε σιγά με τον εαυτό του - οι χειρίστριες φλερτάριζαν και έλεγαν αστεία μέσω της γραμμής.

Ένας άντρας στεκόταν στη βεράντα. Ο άλλος ψηλός. Τον παρακολούθησα για λίγα λεπτά - μπορώ να κινούμαι πολύ ήσυχα αν θέλω - κι όταν τον άφησα να με δει, σταμάτησε να μιλάει στο μικρό μηχάνημα που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του. Κατόπιν, είπε ήρεμα σε θαυμάσια Ρωσικά: «Ήξερες ότι η ισότητα των φύλων έχει αποκατασταθεί στη Γη;»

«Εσύ είσαι ο πραγματικός αρχηγός», είπα, «έτσι δεν είναι; Ο άλλος είναι βιτρίνα». Ήταν μεγάλη ανακούφιση να ξεκαθαρίζεις τα πράγματα. Ένευσε με προσήνεια.
«Γενικά σαν άνθρωποι δεν είμαστε πολύ έξυπνοι», είπε. «Είχαμε πολλές γενετικές βλάβες τους τελευταίους αιώνες. Η ακτινοβολία, τα φάρμακα. Χρειαζόμαστε τα γονίδια της Λησμονιάς, Τζάνετ». Οι ξένοι δεν μιλούν στους ξένους με τα μικρά τους ονόματα.
«Μπορούμε να σας πνίξουμε στα κύτταρα», είπα. «Καλλιεργείστε τα δικά σας».

Χαμογέλασε. «Δεν είναι αυτός ο τρόπος που θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε». Πίσω του είδα την Καίτη να εμφανίζεται μέσα στο τετράγωνο από το φως που έβγαινε από την πόρτα. Συνέχισε χαμηλόφωνα κι ευγενικά χωρίς να με κοροϊδεύει, νομίζω, αλλά με την αυτοπεποίθηση κάποιου που πάντα είχε και χρήματα και δύναμη και δεν ξέρει τι θα πει να είσαι υποδεέστερος. Πολύ παράξενο, γιατί μέχρι χτες θα έλεγα ότι αυτή θα ήταν μια ακριβής περιγραφή του εαυτού μου.

«Μιλάω σε σένα, Τζάνετ», είπε, «γιατί υποψιάζομαι πως έχεις περισσότερο κύρος από οποιαδήποτε άλλη εδώ. Ξέρεις όσο καλά ξέρω κι εγώ ότι ο παρθενογενετικός πολιτισμός έχει ένα σωρό εγγενή ελαττώματα και δεν έχουμε σκοπό - όσο περνάει από το χέρι μας - να σας χρησιμοποιήσουμε για κάτι τέτοιο. Συγνώμη' δεν θα έπρεπε να πω "χρησιμοποιήσουμε". Αλλά σίγουρα μπορείς να δεις ότι αυτό το είδος της κοινωνίας είναι αφύσικο».

«Η ανθρωπότητα είναι αφύσικη», είπε η Καίτη. Eiχε την καραμπίνα μου στο αριστερό της χέρι. Η κορυφή αυτού του μεταξένιου κεφαλιού, μόλις που φτάνει στους ώμους μου, αλλά είναι σκληρή σαν ατσάλι ...αυτός άρχισε να κινείται, πάλι μ' εκείνο τον παράξενο χαμογελαστό σεβασμό (τον οποίο ο σύντροφος του είχε δείξει, αλλά ο ίδιος όχι) και το όπλο γλίστρησε στο χέρι της Καίτη σαν να πυροβολούσε μ' αυτό σ' όλη της τη ζωή.

«Συμφωνώ», είπε ο άντρας. «Η ανθρωπότητα είναι αφύσικη. Θα έπρεπε να το ξέρω. Έχω μέταλλα στα δόντια μου και μεταλλικά καρφιά εδώ». Αγγιξε τον ώμο του. «Οι φώκιες είναι ζώα πολυγαμικά», πρόσθεσε, «έτσι είναι και οι άντρες' οι πίθηκοι είναι σεξουαλικά ασύδοτοι, έτσι είναι και οι άντρες' τα περιστέρια είναι μονογαμικά και έτσι είναι και οι άντρες' υπάρχουν ακόμη άγαμοι άντρες και ομοφυλόφιλοι άντρες. Υπάρχουν και ομοφυλόφιλες αγελάδες, πιστεύω. Αλλά παρ' όλα αυτά κάτι λείπει από τη Λησμονιά». Γέλασε ξερά. Θα του κάνω τη χάρη να πιστέψω πως ήταν κάτι σχετικό με τα νεύρα του.

«Δεν μου λείπει τίποτα», είπε η Καίτη, «εκτός του ότι η ζωή δεν είναι αιώνια».
«Είστε...;» είπε ο άντρας γυρνώντας το κεφάλι από μένα σε κείνη.
«Σύζυγοι», είπε η Καίτη. «Είμαστε παντρεμένοι». Και πάλι το ξερό γέλιο.

«Μια καλή οικονομική συμφωνία», είπε, «για τη δουλειά και τη φροντίδα των παιδιών. Και μια πολύ καλή λύση του προβλήματος της τυχαιοποίησης της κληρονομικότητας, αν η παραγωγή είναι κανονισμένη να ακολουθεί το ίδιο πρότυπο. Σκέψου όμως, Καταρίνα Μάικελσον, μήπως υπάρχει κάτι καλύτερο που θα μπορούσατε να εξασφαλίσετε για τις κόρες σας. Πιστεύω στα ένστικτα, ακόμα και στον Ανθρωπο, και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι εσείς οι δυο - μηχανικός δεν είσαι; Κι απ' ο,τι καταλαβαίνω, κάτι σαν αρχηγός της αστυνομίας, εσύ - δεν αισθάνεστε κατά κάποιο τρόπο αυτό που ακόμη και σε σας πρέπει να λείπει. Φυσικά το ξέρετε διανοητικά. Εδώ υπάρχει μόνο το μισό είδος. Οι άντρες πρέπει να έρθουν πάλι στη Λησμονιά».
Η Καίτη δεν είπε τίποτε.

«Θα έλεγα, Καταρίνα Μάικελσον», είπε ο άντρας ευγενικά, «ότι απ' όλους τους ανθρώπους, εσύ θα κέρδιζες τα περισσότερα από μια τέτοια αλλαγή», και προχώρησε μπροστά από την καραμπίνα της Καίτη μέσα στο τετράγωνο κομμάτι φωτός που ερχόταν από την πόρτα. Νομίζω ότι τότε ήταν που πρόσεξε το σημάδι μου, που πραγματικά δεν φαίνεται παρά μόνο αν το φως πέφτει από πλάι: μια λεπτή γραμμή από τον κρόταφο μέχρι το σαγόνι. Ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει καν ότι υπάρχει.

«Πού το έπαθες;» ρώτησε. «Στην τελευταία μου μονομαχία», απάντησα μ' έναν αθέλητο μορφασμό. Σταθήκαμε εκεί αρκετά δευτερόλεπτα, τεντωμένοι (γελοίο αλλά αληθινό) ώσπου μπήκε μέσα. Η Καίτη είπε με φωνή έτοιμη να σπάσει: «Καταραμένη ηλίθια, δεν καταλαβαίνεις πότε μας προσβάλλουν;» και γύρισε την καραμπίνα να τον πυροβολήσει μέσα από την κουρτίνα, αλλά την πρόλαβα και έσπρωξα το όπλο προτού πατήσει τη σκανδάλη' άνοιξε μια τρύπα στο δάπεδο της βεράντας. Η Καίτη έτρεμε. Ψιθύριζε συνέχεια: «Γι' αυτό δεν τ' άγγιζα ποτέ, ήξερα πως θα σκότωνα άνθρωπο, ήξερα πως θα σκότωνα». Ο πρώτος άντρας - εκείνος με τον οποίο είχα μιλήσει στην αρχή - μιλούσε ακόμη μέσα στο σπίτι, κάτι για τη μεγάλη κίνηση για τον επαναποικισμό και επανάκτηση όσων είχε χάσει η Γη. Τόνισε τις ωφέλειες για τη Λησμονιά: εμπόριο, ανταλλαγή ιδεών, παιδεία. Κι αυτός είπε ότι η ισότητα των φύλων είχε αποκατασταθεί στη Γη.

Φυσικά η Καίτη είχε δίκιο... έπρεπε να τους είχαμε κεραυνοβολήσει αμέσως. Οι άντρες έρχονται στη Λησμονιά. Όταν ο ένας πολιτισμός έχει όλα τα μεγάλα κανόνια και ο άλλος δεν έχει κανένα, λίγες αμφιβολίες μπορούν να υπάρξουν για το αποτέλεσμα. Ίσως οι άντρες να έρχονταν έτσι κι αλλιώς. Μ' αρέσει να σκέπτομαι ότι εκατό χρόνια αργότερα τα δισέγγονά μου θα μπορούσαν να τους είχαν αποκρούσει, αλλά και γι' αυτό δεν υπάρχουν πιθανότητες' θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή εκείνους τους τέσσερις ανθρώπους που συνάντησα για πρώτη φορά, που ήταν γεροδεμένοι σαν ταύροι και που μ' έκαναν - για μια έστω στιγμή - να αισθανθώ μικρή. Νευρωτική αντίδραση, λέει η Καίτη. Θυμάμαι το κάθε τι που συνέβη εκείνη τη νύχτα. Θυμάμαι την έξαψη της Γιούκι μέσα στ' αυτοκίνητο, θυμάμαι τους λυγμούς της Καίτη όταν πήγαμε σπίτι και έλεγες πως θα σπάσει η καρδιά της, θυμάμαι τον έρωτά της, λίγο απόλυτο όπως πάντα, υπέροχα κατευναστικό και ανακουφιστικό, θυμάμαι πώς γύριζα μέσα στο σπίτι, χωρίς ησυχία, αργότερα που η Καίτη κοιμήθηκε με το ένα χέρι γυμνό, απλωμένο πάνω στο φως του χωλ. Οι μύες στα μπράτσα της είναι σαν ατσάλι από όλη την οδήγηση και τη δουλειά με τις μηχανές της. Μερικές φορές ονειρεύομαι τα μπράτσα της Καίτη. Θυμάμαι τον εαυτό μου να πηγαίνει στο δωμάτιο του μωρού και να σηκώνει το μωρό της συζύγου μου, να με παίρνει λίγο ο ύπνος με την έντονη, καταπληκτική ζεστασιά ενός μωρού στο πλευρό μου και τελικά να γυρίζω στην κουζίνα και να βρίσκω τη Γιούρικο να ετοιμάζει ένα νυχτερινό κολατσιό. Η κόρη μου τρώει σαν λύκος.

«Γιούκι», είπα, «νομίζεις ότι θα μπορούσες ποτέ σου να ερωτευτείς έναν άvτρα;» και κείνη άφησε μια χλευαστική κραυγή. «Μ' ένα βάτραχο τρία μέτρα!» είπε το κορίτσι μου όλο λεπτότητα.

Αλλά οι άντρες έρχονται στη Λησμονιά. Τελευταία μένω άγρυπνη τις νύχτες και ανησυχώ για τους άντρες που θα έρθουν σ' αυτό τον πλανήτη, για τις δυο μου κόρες και την Μπέττα Καταρίνασον, για το τι θα συμβεί στην Καίτη, σε μένα, στη ζωή μου. Οι μαρτυρίες των προγόνων μας είναι μια διαρκής κραυγή πόνου, και υποθέτω πως θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένη τώρα, μα κανείς δεν μπορεί να πετάξει έτσι έξι αιώνες ή ακόμη (όπως ανακάλυψα τελευταία) τριάντα τέσσερα χρόνια. Μερικές φορές γελάω με την ερώτηση που εκείνοι οι τέσσερις άντρες τριγύριζαν χωρίς ποτέ να τολμήσουν να ρωτήσουν, κοιτώντας μας, χωριάτισσες με φόρμες, αγρότισσες με παντελόνια από λινάτσα και απλά πουκάμισα: Ποια από σας παίζει το ρόλο του άντρα; Λες και ήμασταν υποχρεωμένες να αντιγράψουμε ακριβώς τα λάθη τους! Πολύ αμφιβάλλω αν έχει πραγματικά αποκατασταθεί η ισότητα των φύλων στη Γη. Δεν θέλω να σκεφτώ τον εαυτό μου να περιπαίζεται, ή να φέρονται στην Καίτη με σεβασμό σαν να είναι αδύναμη ή να κάνουν τη Γιούκι να αισθάνεται ασήμαντη ή γελοία ή να στερήσουν από τα άλλα μου παιδιά όλη τους την ανθρωπιά ή να τα αποξενώσουν. Και φοβάμαι πως τα δικά μου επιτεύγματα θα μειωθούν από ό,τι ήταν - ή απ' ό,τι νόμιζα οτι ήταν -σε όχι πολύ ενδιαφέροντα παράξενα της ανθρώπινης φυλής, στα παράδοξα που διαβάζει κανείς στο τέλος του βιβλίου, πράγματα να γελάσει κανείς για μια φορά, γιατί είναι τόσο εξωτικά, περίεργα αλλά όχι εντυπωσιακά, γοητευτικά αλλά όχι χρήσιμα. Το βρίσκω αυτό περισσότερο οδυνηρό απ' όσο μπορώ να εκφράσω με λόγια. Θα συμφωνήσετε ότι μια γυναίκα που έχει αγωνιστεί σε τρεις μονομαχίες, όλες φονικές, είναι γελοίο να τρέφει τέτοιους φόβους. Όμως αυτό που πλησιάζει τώρα είναι μια μονομαχία τόσο φοβερή που νομίζω πως δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα' όπως λεει ο Φάουστ: Verweile doch, du bist so schoen! Μείνε όπως είσαι. Μην αλλάζεις.

Μερικές φορές τη νύχτα θυμάμαι το αρχικό όνομα αυτού εδώ του πλανήτη, εκείνο που άλλαξε η πρώτη γενιά των προγόνων μας, εκείνες τις περίεργες γυναίκες, για τις οποίες υποθέτω πως το πραγματικό όνομα ήταν πολύ οδυνηρή υπενθύμιση μετά το θάνατο των ανδρών. Το βρίσκω διασκεδαστικό, μ' ένα βλοσυρό τρόπο, να τα δω όλα τελείως αναποδογυρισμένα. Κι αυτό θα περάσει. Όλα τα ωραία πράγματα έχουν ένα τέλος.

Πάρτε τη ζωή μου, αλλά μη μου παίρνετε το νόημα της ζωής μου.

Για λίγο.