Το παιχνίδι

Gardner Dozois
Playing the Game (1981) με τον Jack Dann
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη

Τα δάση που πλαισίωναν τη βόρεια πλευρά της Μάνιγκταουν ανήκαν στο νεκροταφείο, κι αν έριχνες τη ματιά σου προς τα δυτικά, προς το 'Εντικοτ, θα έβλεπες μαρμάρινα μαυσωλεία και πολυτελή μνημεία πάνω στους λόφους.

Το νεκροταφείο εκτεινόταν σε αρκετά στρέμματα περιποιημένου γρασιδιού και έφθανε ώς τη λεωφόρο Τζέφερσον, όπου τα καλοδιατηρημένα ξύλινα σπίτια αντίκριζαν τις ροκοκό ζωγραφισμένες ταφόπλακες της ιταλικής πτέρυγας.

Δυτικά του νεκροταφείου βρισκόταν άλλοτε μια συνοικία με πέτρινα κτίρια και μικρά μαγαζιά, αλλά εδώ και λίγο καιρό είχε μετατραπεί σε εμπορικό κέντρο. Ανατολικά του κοιμητηρίου η σειρά από τα παλιά σπίτια με τις ψηλές σοφίτες που θυμόταν ο Τζίμυ είχε αντικατασταθεί από ένα άσχημο σχολικό κτίριο με πρόσοψη από τούβλα και μια περιτειχισμένη αυλή όπου ποτέ δεν έβλεπες παιδιά να παίζουν.

Το ίδιο το νεκροταφείο ωστόσο δεν άλλαζε ποτέ. Ήταν πάντα εκεί, ίδιο και απαράλλακτο, και το γεγονός αυτό έκανε το νεκροταφείο ευχάριστο τόπο για τον Τζίμυ Ντάνιελς, ένα καταφύγιο, μια νησίδα σταθερότητας μέσα σ' έναν αδιάκοπα μεταβαλλόμενο κόσμο, όπου η ίδια η μεταβολή συχνά ήταν δυσάρεστη και κάποτε απειλητική.

Ο Τζίμυ Ντάνιελς ζούσε τον περισσότερο καιρό στην παλιά πόλη, στους πρόποδες του λόφου που περιείχε το νεκροταφείο, αν και μερικές φορές έμεναν στο Πασντέηλ ή στη Σαουθσάιντ ή και στο Ντέρχαμ. Η Παλιά Πόλη ήταν μια ήσυχη γειτονιά, με ασβεστωμένα στενά σπίτια και ανηφορικά καλντερίμια και δενδροστοιχίες από βελανιδιές και σφεντάμια. Κι εδώ τα πράγματα άλλαζαν αργά σε σύγκριση με τις πιο καινούριες γειτονιές του κέντρου, όπου είχες την αίσθηση ότι τα γκαράζ και τα δημόσια κτίρια ξεφύτρωναν από τη γη σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Σπάνια εμφανιζόταν ένα καινούριο κτίριο στην Παλιά Πόλη ή χανόταν κάποιο παλιό. Γι' αυτόν και μόνο το λόγο ο Τζίμυ προτιμούσε την Παλιά Πόλη από την Πασντέηλ ή την Σαουθσάιντ και πάντοτε ερχόταν με ανακούφιση να ξαναζήσει εδώ.

Η αλήθεια ήταν βέβαια ότι δεν είχε φίλους, ούτε καν γνωριμίες του σχολείου σ' αυτή τη γειτονιά που την κατοικούσαν κυρίως Πολωνοί πρώτης και δεύτερης γενιάς που δούλευαν στην παρακμάζουσα τα τελευταία χρόνια βιομηχανία υποδημάτων τou Μάνιγκτον, Μερικές φορές, όταν έμεναν στην Παλιά Πόλη, o Τζίμυ έπαιζε μ' έναν ανάπηρο μικρό Ιταλό που ένιωθε παράταιρος σ' αυτή τη γειτονιά όσο και ο Τζίμυ, τις τελευταίες μέρες όμως χάθηκε κι αυτός και ο Τζίμυ ξανάμεινε μόνος του. Πάντως δεν τον πείραζε και τόσο πολύ αυτό - τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Ήταν από τη φύση του μοναχικό παιδί.

Το ίδιο μονόχνοτη ήταν κι ολόκληρη η οικογένεια Ντάνιελς που συνήθως δεν συμμετείχε και πολύ στη σφιχτή και εστιασμένη γύρω από την εκκλησία ζωή της Παλιάς Πόλης, αν και κάποτε-κάποτε η μητέρα του γινόταν μέλος του Συλλόγου Γονέων και Διδασκόντων ή του Συλλόγου Κυριών, και μια φορά ο Τζίμυ ανακάλυψε με κατάπληξη ότι ο πατέρας του είχε μπει στη Λέσχη των Ροταριανών. Ο πατέρας του Τζίμυ δούλευε συνήθως στους Υπολογιστές Γουέστον στο 'Εντικοτ, αν και ο Τζίμυ θυμόταν κάποιους πολύ πιο δύσκολους καιρούς που ο πατέρας του δούλευε σαν ορκωτός λογιστής στην Τζόνσον Σίτυ ή και σαν πωλητής παπουτσιών στο Βέσταλ. Ο πατέρας του Τζίμυ είχε μανία με την ιστορία, πράγμα που αποτελούσε άλλη μια σταθερά στη ζωή του Τζίμυ, και κάποτε είχε εργαστεί εθελοντικά για το Σύνδεσμο Καθολικής Ενοποίησης. Ποτέ δεν είχε καιρό να ασχοληθεί με τον Τζίμυ, όπου κι αν ζούσαν, όπου κι αν εργαζόταν - άλλο ένα από τα πράγματα που δεν άλλαζαν. Η μητέρα του Τζίμυ δούλευε δασκάλα στο δημοτικό, αν και μερικές φορές δούλευε σαν δακτυλογράφος στο σπίτι και άλλες φορές πάλι - τις κακές φορές κι εδώ - έμενε σπίτι, έπαιρνε «γιατρικό» και δεν δούλευε καθόλου.

Εκείνο το πρωί, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησε ο Τζίμυ όταν ξύπνησε ήταν πως είχε έρθει το καλοκαίρι, πράγμα που το πιστοποιούσε ο λαμπερός ήλιος και ο μυρωδάτος αέρας που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, αποζημιώνοντάς τον για την ανάμνηση της χθεσινής μέρας που ήταν γκρίζα, κρύα και θλιβερή. Κύλησε ως την άκρη του κρεβατιού, ανακαλύπτοντας μ' ένα μικρό ξάφνιασμα ότι βρισκόταν στην πάνω κουκέτα ενός διπλού κρεβατιού και πήδησε κάτω με ορμή που έκανε τις πατούσες του να μουδιάσουν. Στα τελευταία μέρη που είχαν μείνει, το κρεβάτι δεν ήταν διπλό και δεν είχε συνηθίσει να ξυπνά σε τέτοιο ύψος. Μερικές φορές δυσκολευόταν να βρει τα ρούχα του το πρωί, αλλά αυτή τη φορά φαίνεται πως είχε φροντίσει να τα κρεμάσει με τάξη το προηγούμενο βράδυ, κι έτσι βρήκε μπροστά του ένα μπλε πουκάμισο με μια ζιγκ-ζαγκ πράσινη ρίγα που είχε πολύ καιρό να το δει. Το θεώρησε καλό σημάδι και χάρηκε. Φόρεσε το μπλε πουκάμισο και μετά προσπάθησε να λύσει τους κόμπους που δεν θυμόταν να είχε αφήσει στα κορδόνια του. Προσπαθώντας ακόμη να διώξει τον ύπνο από τα μάτια του, έψαξε μάταια για την οδοντόβουρτσά του. Το μυαλό του πάντα αργούσε να καθαρίσει το πρωί, και ώσπου να γίνει αυτό ο Τζίμυ ένιωθε ζαλισμένος και χαμένος, σιγά-σιγά όμως οι αναμνήσεις άρχιζαν να ζωντανεύουν, όπως πάντα, κι ο Τζίμυ προσπάθησε να τις ξεδιαλέξει και να ξεχωρίσει σε ποιο απ' όλα τα σπίτια βρισκόταν και πού έβαζε τα πράγματά του εδώ.

Φυσικά. Αλλά ποιος θα το φανταζόταν ποτέ ότι φύλαγε την οδοντόβουρτσά του σ' ένα παλιό τενεκεδάκι του καφέ, κάτω από το γραφείο του!

Κάτω, η μητέρα του έφτιαχνε φρυγανιές κι ο Τζίμυ κοντοστάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας και την κοίταξε καθώς μαγείρευε. Ήταν μια κοντή, παχουλή γυναίκα με μαύρα μάτια και σκούρο δέρμα που μάζευε πίσω τα λιπαρά μαύρα μαλλιά της σ' ένα σφιχτό κότσο. Την κοίταξε πολλή ώρα να πηγαινοέρχεται μπροστά στην αναμμένη κουζίνα, παρατηρώντας τις γρήγορες, νευρικές κινήσεις της, τον ενοχλημένο τρόπο που μάζευε κάποιες τούφες που ξέφευγαν από τα μαλλιά της. Τα χαρακτηριστικά της ήταν τραβηγμένα, η μύτη της ίσια, μακριά και μυτερή, κοφτερή κάπως, και σήμερα το πρόσωπό της ήταν όλο γωνίες και σκιές. Ο πατέρας του Τζίμυ καθόταν σκυθρωπός, σκυμμένος πάνω από το τρίτο φλιτζάνι του καφέ του, αλλά καθώς ο Τζίμυ κοντοστεκόταν διστάζοντας στην πόρτα, σηκώθηκε κι άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά του. Ήταν ένας λεπτός άντρας με χλωμό πρόσωπο και πλούσια κατσαρά κόκκινα μαλλιά, και ο Τζίμυ δάγκωσε απογοητευμένος τα χείλια του καθώς τον είδε, μισοκρυμμένος πίσω από την πόρτα, ελπίζοντας πως δεν τον είχαν πάρει είδηση. Από τα αρχικά στο χαρτοφύλακα του πατέρα του συμπέρανε ότι σήμερα δούλευε στο Έντικοτ και από πείρα ήξερε πως τις μέρες που ο πατέρας του δούλευε στο Έντικοτ οι γονείς τού ήταν κι οι δύο απότομοι και νευριασμένοι το πρωί.

Γλίστρησε αθόρυβα μέσα και κάθισε στην καρέκλα του καθώς ο πατέρας του έβγαινε σιωπηλά από το δωμάτιο και η μητέρα του του σερβίριζε μια φρυγανιά, χωρίς να του απευθύνει ούτε μια λέξη εκτός από ένα χαμηλό, κακόκεφο μουγκρητό αναγνώρισης. Όλα έδειχναν ότι είχε μπροστά του μια άσχημη μέρα, όχι τόσο άσχημη όσο τις φορές που ο πατέρας του δούλευε στο Μάνιγκταουν και η μητέρα του έπαιρνε το «γιατρικό» της, όχι σαν κάποιες άλλες φορές που δεν είχε καμιά διάθεση να τις φέρει στο μυαλό του, αλλά αρκετά δυσάρεστη, μόλις στα όρια του παραδεκτού. Ήταν λάθος που υποχώρησε στην κούραση και γύρισε χτες το βράδυ... καλύτερα θα ήταν να είχε συνεχίσει να παίζει το Παιχνίδι... Ευτυχώς δεν είχε σκοπό να μείνει πολύ εκεί σήμερα.

Ο Τζίμυ πέρασε τη διαδικασία του πρωινού χωρίς πολλές δυσκολίες, εκτός από τη στιγμή που η μητέρα του άρχισε τις συνηθισμένες πια παρατηρήσεις της, γιατί δεν τηλεφωνούσε στον Τόμυ Μελκόνιαν, γιατί δεν πήγαινε να κολυμπήσει ή να κάνει βόλτα με το ποδήλατο, επιμένοντας ότι έτσι ο Τζίμυ έχανε το καλοκαίρι του μέσα από τα δάχτυλα, ότι δεν ήταν φυσικό πράγμα να είναι συνέχεια μόνος του, χρειαζόταν φίλους, την πλήγωνε και την έκανε να νιώθει ενοχή κάθε φορά που τον έβλεπε να τριγυρίζει μόνος του... κι άλλα τέτοια γνωστά. Ο Τζίμυ έκανε τα απαραίτητα απαντητικά νεύματα, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να τηλεφωνήσει στον Τόμυ Μελκόνιαν σήμερα, ούτε να την αφήσει να τηλεφωνήσει εκείνη. Μόνο μια-δυο φορές είχε παίξει με τον Τόμυ, κι η τελευταία φορά ήταν τότε που έμεναν στην οδό Κλίντον (πριν από τότε δεν υπήρχε ο Τόμυ), αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν τον συμπαθούσε πια και τόσο πολύ τον Τόμυ και δεν είχε καμιά διάθεση να χάσει τη μέρα του μαζί του. Μερικές φορές ο Τζίμυ είχε υποχωρήσει στον πειρασμό και είχε σπαταλήσει μια ολόκληρη μέρα παίζοντας πεντόβολα ή μπάλα με τα άλλα παιδιά ή πηγαίνοντας για κολύμπι ή κάνοντας σημάδι με τις κάρτες του μπέηζμπωλ. Μερικές φορές είχε αφήσει να του ξεφύγει μια ολόκληρη βδομάδα έτσι, χωρίς να παίξει ούτε μια φορά το Παιχνίδι. Στο τέλος όμως πάντα ξαναγύριζε στο Παιχνίδι όσο κι αν μερικές φορές τα βαριόταν, όλα. Και το Παιχνίδι ήταν κάτι που έπρεπε να το παίζει μόνος.

Ναι, σήμερα θα έπαιζε οπωσδήποτε το Παιχνίδι. Δεν είχε κανένα λόγο να μένει εδώ, και για κάποιο λόγο το Παιχνίδι παιζόταν πιο εύκολα τις όμορφες, ζεστές μέρες,

Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, ο Τζίμυ γλίστρησε έξω. Για μια στιγμή μπέρδεψε το μέρος με το σπίτι της οδού Ας, όπου έμεναν μερικές φορές, και που είχε πολύ παρόμοια διαρρύθμιση, αλλά μια πολύ διαφορετική κρυφή διέξοδο προς τα έξω. Τελικά όμως οι αναμνήσεις του ξεκαθάρισαν. Χάθηκε στο κελάρι κάποια στιγμή που η μητέρα του ήταν απασχολημένη αλλού και βγήκε από το πίσω παράθυρο του κελαριού κάτω από το οποίο είχε τοποθετήσει μια καρέκλα ώστε να μπορεί να φτάσει το τσιμεντένιο πρόστεγο και να σκαρφαλώσει έξω, στην πρασιά. Έκοψε μέσα από τις αυλές των γειτόνων, βγήκε στην οδό Τσαρλς και μετά στη Λεωφόρο Φλόραλ, ένα απότομο ασφαλτωμένο αδιέξοδο. Από κει και πέρα άρχιζαν τα δάση που ανήκαν στο κοιμητήριο. Μερικές φορές τους χωματόλοφους κάτω από τα δάση τους φρουρούσε ένα κοκαλιάρικο καφετί και μαύρο σκυλί που γάβγιζε, του έδειχνε τα δόντια του και έτρεχε ξωπίσω του. Ο Τζίμυ βάδισε γρηγορότερα σκεφτόμενος με φόβο αυτή την πιθανότητα.

Όταν όμως βρέθηκε στο δάσος, κάτω από την καφεπράσινη σκιά των κορμών και των φύλλων, ένιωσε ασφαλής, ασφαλής από τα πάντα, και βράδυνε το βήμα του. Είδε μπροστά του την πρώτη ταφόπετρα μισοθαμμένη μέσα στα σάπια φύλλα και λεκιασμένη μέ πράσινα βρύα, και τη χάιδεψε με τρυφερότητα σαν να ήταν σκύλος. Βρισκόταν στο νεκροταφείο τώρα, εδώ που είχαν αρχίσει όλα, πριν από τόσον καιρό. Εδώ που είχε παίξει για πρώτη φορά το Παιχνίδι.

Με άνετες κινήσεις σκαρφάλωσε προς την κορυφή του δάσους, ένα χορταριασμένο λοφάκι που ξεχώριζε πιο ψηλό από τα γύρω δέντρα, το ψηλότερο σημείο του νεκροταφείου. Ακόμα κι ύστερα απ' όλα όσα είχε περάσει ο Τζίμυ, το μέρος αυτό εξακολουθούσε να είναι γι' αυτόν μαγικό. Ποτέ δεν φοβόταν τα φαντάσματα και τους βρικόλακες όσο ήταν εδώ, ακόμη και τη νύχτα, αν και συχνά, όταν περπατούσε έτσι όπως τώρα, σήκωνε τα μάτια στον γκρίζο ουρανό ανάμεσα στα πλεγμένα σαν δάχτυλα μάγισσας κλαδιά και φανταζόταν πως το δάσος γύρω του ήταν γεμάτο τέρατα και μυστικούς πράκτορες και δεινόσαυρους και πως οι κοντοί θάμνοι της αζαλέας έκρυβαν πειρατές ή τεράστιες όρκες... Όλα αυτά όμως δεν ήταν παρά μικρά παιχνιδάκια, προκαταρκτικές ασκήσεις που θα τον προετοίμαζαν για το ίδιο το Παιχνίδι, κι έφυγαν από πάνω του σαν λέπια μόλις έφτασε πάνω στο λοφάκι και είδε το τοπίο να απλώνεται από κάτω.

Ο Τζίμυ στάθηκε μαγεμένος, νιώθοντας το ζεστό χέρι του ήλιου να του χαϊδεύει τον αυχένα, κρατώντας την ανάσα του και ακούγοντας το κελάηδημα των πουλιών, το τρίξιμο των ακρίδων και το μακρόσυρτο αναστεναγμό του ανέμου ανάμεσα στις βελανιδιές και τα αειθαλή. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, καθαρός και ασυννέφιαστος, και ο ποταμός Σασκεχάνα έλαμπε από κάτω σαν αστραφτερό, ασημένιο φίδι, καθώς κυλούσε ανάμεσα στους αγρούς και τους απαλούς λόφους.

Σιγά-σιγά άρχισε να παίζει το Παιχνίδι. Πώς ήταν την πρώτη φορά που το είχε παίξει, έτσι τυχαία, χωρίς να καταλαβαίνει τι έκανε, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι έπαιζε το Παιχνίδι; Πώς ήταν; Έμοιαζαν όλα όπως τώρα; Ο Τζίμυ αποφάσισε ότι εκείνη τη μέρα ο ήλιος βρισκόταν πιο χαμηλά στον ουρανό, ότι η ατμόσφαιρα ήταν λιγότερο καθαρή, ότι στον ανατολικό ορίζοντα υπήρχαν μερικά σύννεφα, και συνέχισε να φυλλομετρά τις νοητικές εικόνες του τοπίου σαν να ήταν τραπουλόχαρτα, και τα κοίταζε ένα-ένα ώσπου να βρει το σωστό. Σιγά-σιγά ο ουρανός σκούρυνε λιγάκι, αλλά το σχήμα και υφή των σύννεφων δεν ήταν η σωστή, κι ο Τζίμυ συνέχισε να ψάχνει ώσπου βρήκε τον κατάλληλο συνδυασμό. Η μέρα τότε ήταν λίγο πιο κρύα και φυσούσε μια ανάλαφρη αύρα...

'Ως εδώ τα πράγματα ήταν εύκολα, έμενε όμως να γίνουν και πιο λεπτές ρυθμίσεις. Πόσες ήταν οι καμινάδες κάτω στη Σαουθσάιντ, τέσσερις ή πέντε; Τέσσερις, αποφάσισε ο Τζίμυ και έσβησε τη μία. Αυτός ο ραδιοφωνικός πύργος βρισκόταν στην κορυφή αυτού του μακρινού λόφου; 'Η εκείνου του λόφου; Η γέφυρα πάνω στον Σασκεχάνα ήταν πιο κοντά ή πιο μακριά; Το σήμα της 'Εξξον ήταν εκεί στη γωνία της οδού Σένταρ; 'Η μήπως ήταν σήμα της 'Εσσο; Το μπλε πουκάμισό του είχε γίνει καφέ τώρα, και το άλλαξε ακόμα πιο πολύ κάνοντάς το ριγέ κόκκινο, στην προσπάθειά του να θυμηθεί. Αυτό το παγωτατζήδικο ήταν εκεί; 'Όχι, κατέληξε. Τώρα το δέρμα του είχε σκουρύνει πάλι, αν και τα μαλλιά του ήταν ακόμα υπερβολικά ίσια... Η περίφραξη του κοιμητηρίου ήταν αντιανεμική ή από γαλβανιζέ κάγκελα;

Ακουγόταν η σειρήνα του εργοστασίου να σφυρίζει;

Μια μυρωδιά θειαφιού στον αέρα; 'Η το άρωμα των πεύκων;

Δούλεψε σκληρά ώσπου σκοτείνιασε. Μετά αποκαμωμένος κατηφόρισε και πάλι το λόφο.

Το εμπορικό κέντρο ήταν πάντα εκεί, αλλά το σχολείο και η αυλή του είχαν εξαφανιστεί, και στη θέση τους βρισκόταν η γνωστή σειρά των παλιών αρχοντικών με τις ψηλές σοφίτες. Αυτό σήμαινε συνήθως ότι τουλάχιστον είχε πλησιάσει αρκετά. Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Σούμπερτ απόψε, αρκετά τετράγωνα πιο πάνω από κει που βρισκόταν το πρωί, και ήταν διώροφο, όχι τριώροφο - πιο πιστό στην ανάμνησή του για το πώς ήταν τα πράγματα πριν αρχίσει να παίζει το Παιχνίδι. Το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι ήταν μια Βόλβο του '78 - όχι ακριβώς αυτό που θυμόταν, αλλά πιο κοντά από την πρωινή Μπουίκ του '73. Στο παρμπρίζ ήταν κολλημένο ένα αυτοκόλλητο του 'Εντικοτ, και κάτω από τα φλαπς για τον ήλιο ήταν στερεωμένα μερικά προσπέκτους των Υπολογιστών Γουέστον, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσε να γυρίσει σπίτι με ασφάλεια. Ο πατέρας του δεν θα ήταν δολοφονικά μεθυσμένος απόψε.

Στο σαλόνι ο πατέρας του Τζίμυ σήκωσε τα μάτια από τις Αποφασιστικές Μάχες του Δυτικού Κόσμου του Φούλερ, που διάβαζε καθισμένος στην πολυθρόνα του και του έκλεισε το μάτι. «Γεια σου, φιλαράκο», είπε, και ο Τζίμυ απάντησε: «Γεια σου, μπαμπά». Τουλάχιστον αυτή τη φορά ο πατέρας του ήταν μαύρος, όπως έπρεπε, παρά το γεγονός ότι ήταν πολύ πιο παχύς από ο,τι τον θυμόταν ο Τζίμυ και είχε ακόμη τα πρωινά κατσαρά κόκκινα μαλλιά, αντί για τα κατσαρά μαύρα μαλλιά που έπρεπε. Η μητέρα του Τζίμυ ήρθε από την κουζίνα, και τώρα ήταν αρκετά λεπτή, αλλά υπερβολικά ψηλή, με μια μικροσκοπική ανασηκωμένη μύτη, γαλάζια μάτια αντί για γκριζοκάστανα και μαλλιά πιο πολύ ξανθά παρά καστανά....

«Πλύσου να φαμε, Τζίμυ»,του είπε η μητέρα του, και ο Τζίμυ γύρισε προς τη σκάλα νιώθοντας να τον πλημμυρίζει ένα κύμα πίκρας και απόγνωσης. Αυτή δεν ήταν πραγματικά η μητέρα του, αυτοί δεν ήταν πραγματικά οι γονείς του. Αλλες φορές είχε πλησιάσει πιο πολύ, αμέτρητες άλλες φορές... Πάντα όμως κάποια μικρή λεπτομέρεια ξαστόχιζε, μια λεπτομέρεια που αποδείκνυε ότι ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των πιθανών κόσμων, αυτοί οι πιθανοί κόσμοι δεν ήταν εκείνος απ' όπου είχε ξεκινήσει, δεν ήταν ο δικός του.

Βέβαια υπήρχαν και χειρότερες φορές. Τουλάχιστον δεν ήταν ένας κόσμος όπου ο πατέρας του είχε πεθάνει, ή όπου είχε ξεσπάσει ατομικός πόλεμος, ή όπου η μητέρα του ήταν νεκρή ή ναρκομανής, όπου ο πατέρας του ήταν μέθυσος ή Ναζί ή βιαστής παιδιών... Για μια νύχτα καλός ήταν... Θα τον δεχόταν, τουλάχιστον γι' απόψε... Ένιωθε τόσο κουρασμένος.

Το πρωί θα άρχιζε πάλι το ψάξιμο.

Κάποια μέρα θα τους έβρισκε.