
Gregory
Benford
Of Space-Time and the River (1986)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας
5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Δευτέρα.
Πήραμε λιμουζίνα για Λος Αντζελες για την πτήση
των 9 π.μ., LAX για Κάιρο.
Στην απογείωση ξεπεράσαμε το 1,4 g, αντίθετα προς
τους κανονισμούς, και πολλοί επιβάτες
διαμαρτυρήθηκαν, ειδικά όσοι κάθονταν στις
φθηνότερες θέσεις δίπλα στους προωθητήρες
εκκίνησης.
Η Τζοάνα, συνηθισμένη άλλωστε στα μακρινά
ταξίδια, κοιμήθηκε σε όλη τη διάρκεια της πτήσης
χωρίς καμιά δυσκολία, ενώ εγώ πέρασα την ώρα μου
διασκεδάζοντας με τη σκέψη ότι το παιδικό μου
όνειρο γινόταν επιτέλους πραγματικότητα. Σε
λίγες ώρες θα έβλεπα την αρχαία Αίγυπτο, μια
παιδική μου φαντασίωση από τα τέλη του
περασμένου αιώνα.
Αν μες στα θαύματα τύχει και γεννηθείς,
Τ' αόρατα πράματα πήγαινε να δεις.
Δέκα χιλιάδες μέρες πέτα και μια νυχτιά
Μέχρις ο Χρόνος να σου ασπρίσει τα μαλλιά.
Οι κρόταφοί μου έχουν πια αρχίσει να ασπρίζουν για τα καλά, οπότε νομίζω ότι ο Τζων Ντον είναι επίκαιρος. Μ' αρέσει να βλέπω τον εαυτό μου να θυμάται στίχους που πρωτοδιάβασα όταν πήγαινα ακόμη σχολείο. Τελικά υπάρχει κάποια ανταμοιβή στο να είσαι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο 'Ιρβιν, ακόμη κι αν χρειάζεται να κάνεις σκληρές οικονομίες για να πληρώσεις ένα ταξίδι σαν κι αυτό.
Στο πρακτορείο μας είπαν ότι οι Κουαρθέξ δεν έχουν ενοχλήσει καθόλου τον τουρισμό -απεναντίας μάλιστα ούτε που τους ξεχωρίζει κανείς από τους υπόλοιπους Αιγυπτίους. Αλλωστε αυτό το επεδίωξαν συνειδητά και οι ίδιοι. Τώρα πώς ένα εντομοειδές κατασκεύασμα, 2,20 μέτρα ψηλό με καστανοκόκκινο γυαλιστερό δέρμα μπορεί να μοιάζει με Αραβα δεν το ξέρω, αλλά τι διάβολο, είπε η Τζοάνα, εμείς θα πάμε.
Ελπίζω να έχει δίκιο. Πάνε δεκατέσσερα χρόνια από τότε που πρωτοήρθαν στη Γη οι Κουαρθέξ, οι οποίοι αφού σύναψαν τις διαστρικές διπλωματικές τους σχέσεις διάλεξαν την Αίγυπτο σαν το μοναδικό μέρος πάνω στον πλανήτη για να διεξάγουν τις «πολιτιστικές τους μελέτες», όπως τις ονομάζουν. Πιστεύω ότι θα ρίξουμε μια ματιά και σ' αυτές. Οι Κουαρθέξ δεν ξανοίγονται πολύ, καλύπτουν όλες τους τις δραστηριότητες πίσω από ένα αδιαπέραστο πέπλο διπλωματίας γεμάτο τεχνάσματα και υπεκφυγές.
Λες και δεν έφταναν οι 6 ώρες ταξίδι για να μας κάνουν ράκη, συμπεριλαμβανομένης και της τροχιακής καθυστέρησης εξαιτίας μιας κινεζικής εκτόξευσης που δεν είχε ανακοινωθεί εκ των προτέρων, παρακολουθήσαμε και μια ολογραφική ταινία σχετικά με τα επιτεύγματα της βιοτεχνολογίας και πρωταγωνιστή έναν από αυτούς τους βιοκατασκευασμένους τύπους. Λεγόταν Μέσα από τις Καρδιές μας. Μια ατελείωτη σειρά από συμφωνίες. Στην κατάσταση που ήμασταν, αυτό ήταν ό,τι έπρεπε για να μας αποτελειώσει.
Καθώς κατεβαίναμε στο Κάιρο ο ουρανός ήταν καθαρός και η θερμοκρασία 15° Κελσίου. Κατεβήκαμε τρικλίζοντας από το αεροπλάνο με τα μάτια θολωμένα από την άμμο και το πέταγμα δέκα χιλιάδων ημερών και μιας νυχτιάς μέσα σε ένα αλουμινένιο κουτί που σφυρίζει.
Το αεροδρόμιο ήταν βρωμερό, όχλος και τριτοκοσμικό νταβαντούρι από την πρώτη στιγμή, χάος και σύγχυση, σκουπίδια παντού. Η αίθουσα αναχωρήσεων γεμάτη ανθρώπους με κελεμπίες και τουρμπάνια. Τα μέτρα ασφαλείας υπερβολικά. Δεν διακρίνω κανέναν από τους Κουαρθέξ. Ίσως τελικά να έχουν αφομοιωθεί με τους υπόλοιπους.
Στη διαδρομή προς το Κάιρο περάσαμε από τα ερείπια ενός υδραγωγείου όπου τριγύρω υπήρχαν άντρες με καφτάνια, γυναίκες στα μαύρα και ζώα που τρώγαν σκουπίδια. Ανθρωποι στοιβαγμένοι στα πιο απίθανα σημεία εμπορεύονται μικροπράγματα στις σκιερές γωνιές ανάμεσα στα κτίρια και σε τόνους σκόνης. Η κυκλοφορία τη μια στιγμή σε τρελή ροή και την άλλη ακίνητη, παγωμένη.
Συρθήκαμε από το Κάιρο ως την Γκίζα, με τις πυραμίδες εκεί να λάμπουν μυστηριακά κάτω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Το ξενοδοχείο, το Μένα Χάουζ, ήταν το παλιό εξοχικό παλάτι των βασιλιάδων στον 19ο αιώνα. Κομψό. Το δείπνο ήταν μπουφές. Πολύ καλός. Το βράδυ κοιμηθήκαμε βαριά.
6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Η Τζοάνα λεει ότι το ημερολόγιο αυτό είναι
μια θεραπεία για μένα, ίσως και να με κάνει να
ξαναρχίσω κάποια στιγμή το γράψιμο. Λεει ότι όσοι
ασχολούντάι με τη Συγκριτική Λογοτεχνία είναι
όλοι τους καταπιεσμένοι, αγχώδεις συγγραφείς και
ότι καλά θα κάνω να βγάλω όλη μου τη χολή σ' αυτό.
Ορίστε λοιπόν:
Κι όταν πια γυρίσεις θα κάτσεις να μου πεις
Όλα τα θαυμαστά που σου συμβήκαν.
Εγώ προειδοποίησα...
Σήμερα τραβήξαμε νότια-για τη Μέμφιδα, την αρχαία
πρωτεύουσα που χάθηκε όταν τα τείχη της,
ρημαγμένα ήδη από τους πολέμους, σαρώθηκαν
ολοκληρωτικά από τις πλημμύρες. Το περίφημο
πεσμένο άγαλμα του Ραμσή. Ακόμη και κάτω στο χώμα
ακτινοβολεί όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Σε κάνει να
νιώθεις σαν πυγμαίος περπατώντας δίπλα από τις
άκρες των δαχτύλων, σαν τον Γκιούλιβερ.
Η Σακάρα, η κύρια νεκρόπολη της Μέμφιδας, επιζεί 3 χιλιόμετρα πιο πέρα μέσα στην έρημο. Τάφοι της Πρώτης Δυναστείας και μαζί η πρώτη, η πιο αρχαία πυραμίδα, κλιμακωτή σε 5 επίπεδα. Οι ζωγραφιές στους τοίχους, στο εσωτερικό, απομεινάρια του Νέου Βασιλείου, είναι η ιστορία ζωντανή, μπροστά μας.
Για τη Μεγάλη Πυραμίδα τώρα! - με καμήλα! Οι καμηλιέρηδες αποδείχτηκαν τελικά πολύ πιο ενοχλητικοί από όσο τους περιγράφουν οι θρύλοι. Μπήκαμε στην πυραμίδα του Χεφρήνου, λίγο πιο χαμηλή από εκείνη του πατέρα του, του Χέοπα. Και οι 80 γνωστές πυραμίδες βρέθηκαν συλημένες. Οι εσωτερικοί διάδρομοι παρουσιάζουν μια κενότητα που σε πιέζει, απογοητευτικά άδειοι σήμερα, άδειοι για διάστημα μεγαλύτερο από όσο υπήρξαν ποτέ γεμάτοι. Ο σιωπηλός τους όγκος επιδρά καταλυτικά και άμεσα πάνω στο νευρικό σου σύστημα.
Ο Καθηγητής Αλβαρέζ από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ προσπάθησε να εντοπίσει κρυφούς θαλάμους εδώ μέσα τοποθετώντας στις χαμηλότερες γνωστές αίθουσες ανιχνευτές κοσμικών ακτινών για να μελετήσει τις πιθανές, απειροελάχιστες αλλαγές της ροής σε προκαθορισμένες γωνίες, αλλά μάλλον δεν υπάρχει τίποτα. Έχουν γίνει ακόμα μετρήσεις με σεισμογράφους, με ραδιοσυχνότητες κ.λπ. στις αμμώδεις εκτάσεις γύρω από την Γκίζα ελπίζοντας να ακούσουν αντηχήσεις από υπόγειους τάφους, αλλά κι εδώ τα αποτελέσματα είναι μέχρι στιγμής αποθαρρυντικά. Η μοναδική ηχώ που καταγράφεται σταθερά προέρχεται από ερείπια κανονικών σπιτιών...
Σήμερα δεν παρουσιάσαμε σοβαρά συμπτώματα υπνηλίας από τη διαφορά της ώρας, παρ' όλα αυτά παίρνουμε κανέναν υπνάκο όπου μπορούμε. Θετικό στοιχείο το ότι το ξενοδοχείο μας δεν απέχει παρά 300 μέτρα από το χώρο των πυραμίδων.
Προσπάθησα να πείσω την Τζοάνα να αφήσει το δέκτη επικοινωνίας στο σπίτι. (Τον φοράει μονίμως στο χέρι της.) Από τότε που έπαθε τη νευρική κρίση δεν αντέχει στο άκουσμα καθημερινών ειδήσεων. Καταστροφές, διεθνείς συρράξεις, δυστυχήματα. (Και ποιος μπορεί άλλωστε;) Τελευταία η κατάστασή της έχει σταθεροποιηθεί αρκετά, παρ' όλα αυτά ο γιατρός της μου έχει πει πως θα πρέπει να μείνει όσο πιο ήρεμη μπορεί σ' αυτό το ταξίδι.
Αυτή βέβαια κάθε τόσο ανοίγει το δέκτη από όπου
ξεχύνεται η γνωστή ατελείωτη υστερία για μια
ακόμη συνοριακή σύγκρουση ανάμεσα στην
Αυτοκρατορία του Ισραήλ και το Αραβικό
Μωαμεθανικό Σοβιέτ. Νοήμονα πυραυλικά συστήματα
ενάντια σε νοήμονα αμυντικά συστήματα.
Καινούριοι μπελάδες. Μερικά πράγματα δεν
αλλάζουν ποτέ.
Το έκλεισα αμέσως. Μετά απ' αυτό τα χέρια της
έτρεμαν για ώρες. Το πήρα από πάνω της.
Παρ' όλα αυτά είναι εντελώς διαφορετικά όταν βρίσκεσαι ο ίδιος λίγες εκατοντάδες μίλια μονάχα μακριά από τη ζώνη του πυρός. Ελπίζω να μη διατρέχουμε κίνδυνο.
7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Στο κέντρο του Καΐρου, στο Αιγυπτιακό
Μουσείο. Η έκθεση των θησαυρών του Τουταγχαμών -
αμύθητη αξία, άφθονα κοσμήματα, μια πληθώρα
θαυμαστή. Υπάρχουν ατελείωτες κάσες γεμάτες
αλαβάστρινα βάζα, κουτάκια επενδεδυμένα με
δουλεμένο φύλλο χρυσού, μάρτυρες μιας
χιλιόχρονης παραγωγικότητας.
Περιπλανήθηκα σε έναν κακοαερισμένο μαρμάρινο διάδρομο και εκεί, σε μια γωνιά ενός πλαϊνού διαδρόμου, συνάντησα τον πρώτο μου Κουαρθέξ. Τεράστιος, απομακρύνθηκε γρήγορα με τον εξάποδο δρασκελισμό του, ενώ οι άφθονες κλειδώσεις του έβγαζαν ένα παράξενο, ρυθμικό κλικ-κλακ. Φυσικά με αγνόησε -πολλές φορές σχεδόν σκοντάφτουν πάνω στους ανθρώπους, λες και δεν τους βλέπουν. Το απόμακρο, αφηρημένο βλέμμα τους ίσως και να κρύβει σκέψεις και ιδέες αλλόκοτες ή ξένες. Ποιος ξέρει γιατί μελετάνε με τέτοιο πάθος τα έτσι και τ' αλλιώς των αρχαίων Αιγυπτίων χωρίς να δείχνουν το παραμικρό ενδιαφέρον για όλους εμάς τους υπόλοιπους που κατοικούμε τώρα τον πλανήτη. Τούτος εδώ κουβάλαγε μια πέτρινη υδρία, τουλάχιστον ένα μέτρο ψηλή. Μετέφερε όλον εκείνο το γρανίτη με τα υπόλοιπα τρία χέρια στη μέση, λες και δεν ζύγιζε τίποτα. Έπιασα μια λεπτή διαπεραστική μυρωδιά από το υγρό που λιπαίνει τις κλειδώσεις τους. Μετά χάθηκε.
Φύγαμε από κει και πήγαμε να δούμε την παλιότερη Κοπτική εκκλησία της Αιγύπτου, όπου λένε πως κρύφτηκε ο Μωυσής όταν τον κυνηγούσαν. Φαίνεται καλή κρυψώνα. Το παλιό μέρος της πόλης είναι γεμάτο κόσμο, ετοιμόρροπα κτίρια, εργάτες να σκάβουν με τα πενιχρότερα εργαλεία και πλήθος αργόσχολων να τους παρακολουθεί. Το μοναδικό σημάδι αποδοτικής εργασίας προερχόταν από μια ομάδα λίγο παρακάτω, όπου άντρες και γυναίκες έσπρωχναν κάτι μικρά βαγονάκια φορτωμένα με κάτι παράξενα κιτρινωπά πράγματα σε σχήμα μεγάλου πούρου. Οι Κουαρθέξ θέλουν να τα τοποθετήσουν έξω από την πόλη, μας είπε ο ξεναγός μας.
Το βράδυ παρακολουθήσαμε το Ήχος και Φως στη Σφίγγα υπέροχο. Μέχρι και βερσιόν στα Κουαρθέξ υπάρχει, σ' αυτή την ιδιότυπη γλώσσα που στα δικά μας αυτιά θυμίζει κάτι σαν αστείο γάβγισμα.
Οι Αραβες λένε: «Ο άνθρωπος φοβάται το χρόνο κι ο χρόνος φοβάται τις πυραμίδες». Εδώ το νιώθεις έντονα αυτό το συναίσθημα.
Μετά φάγαμε στο ινδικό εστιατόριο του ξενοδοχείου μας - αρκετά καλό.
8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Το Κάιρο είναι μια πόλη που έχει ποδοπατηθεί
μέχρι θανάτου.
Από την εποχή της επανάστασης, το 1952, ο πληθυσμός
της έχει αυξηθεί με 14 συντελεστή - και το δείχνει
έντονα. Οι κάποτε αριστοκρατικοί του δρόμοι με τα
παλιά βικτοριανά σπίτια και τις φουντωτές ιτιές
στα πεζοδρόμια έχουν γεμίσει τώρα με
τσιμεντένιες πολυκατοικίες. Τα παλιά κτίρια
στέκονται βέβαια ακόμα στη θέση τους, όχι όμως
τόσο από μια αίσθηση διατήρησής τους, όσο από μια
πραγματική ανάγκη χώρου για διαβίωση, άσχετα από
το πόσο σαραβαλιασμένα μπορεί να είναι.
Η άμμος της ερήμου έχει εισβάλει παντού. Τα φυτά στις αυλές έχουν ένα παρουσιαστικό εξάντλησης και γενικής αδυναμίας. Ο πολιτισμός δεν υπήρξε ιδιαίτερα αβρός απέναντι στην πολύχρονη παράδοση.
Ίσως γι' αυτό οι Κουαρθέξ φαίνεται να απεχθάνονται οτιδήποτε έχει χτιστεί από την εποχή των Ρωμαίων και μετά. Είδα κάποιον να χειρίζεται ένα μηχάνημα, ένα κατάμαυρο κατασκεύασμα που στεκόταν μόνο του στον αέρα δυο μέτρα πάνω από το χώμα. Ξετύλιγε ένα πράγμα σαν καλώδιο κατά μήκος της όχθης του Νείλου. Κάθε φορά που συναντούσε εμπόδιο στην πορεία του, κάποιο κτίριο συνήθως, το διέλυε στα γρήγορα για να περάσει γεμίζοντας όλο τον τόπο με συντρίμμια. Υποθέτω ότι οι Κουαρθέξ έχουν κάνει κάποια ειδική συμφωνία με την αιγυπτιακή κυβέρνηση, αφού παντού υπήρχε αστυνομία για να τους αφήνει να κάνουν τη δουλειά τους με ησυχία. Παράξενο.
Αν το καλοσκεφτείς όμως δεν είναι και τόσο τραβηγμένο. Οι Κουαρθέξ έχουν στην κατοχή τους όλες αυτές τις συσκευές αιώρησης που σίγουρα οι πάντες θα ήθελαν να μάθουν το μυστικό τους. Χρόνια τώρα παίζουν τεχνολογικό κρυφτό με τους Αιγυπτίους χαρίζοντάς τους αραιά και πού κάποιες γνώσεις που οι άλλοι βέβαια πατεντάρουν αμέσως. Αυτά είναι που κρατάνε την αιγυπτιακή οικονομία στα πόδια της μπροστά στην αμείλικτη πληθυσμιακή αύξηση που την απειλεί. Κάποτε οι Κουαρθέξ έπαιζαν το ρόλο του φιλοξενούμενου που μελετούσε τα ερείπια, τώρα όμως είναι φανερό ότι κυβερνούν απροκάλυπτα τον τόπο. Τους ανήκει.
Παρ' όλα αυτά οι Κουαρθέξ δεν έχουν παραχωρήσει ακόμη στην ανθρωπότητα τις συσκευές εκείνες που θα της επέτρεπε να καταλάβει πώς κατόρθωσαν κάτι τέτοιο - αυτό τουλάχιστον μου έχουν πει οι συνάδελφοί μου του τμήματος Φυσικής. Τσαντίζονται που η εξωγήινη αυτή φυλή δαμάζει με τέτοια ευκολία το χωρόχρονο και τη βαρύτητα ενώ εμείς τόσα χρόνια δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα πώς το καταφέρνουν.
Επισκεφτήκαμε το περίφημο αλαβάστρινο τζαμί. Είναι χτισμένο πάνω σ' ένα λόφο που λέγεται Σιταντέλ. Κομψό, δροσερό, είναι o κυρίαρχος της πόλης χωρίς να συμμετέχει. Το Παλιό Παζάρι λίγο πιο κάτω είναι ένας συρφετός από δρομάκια που δεν διαφέρει καθόλου από τα σκηνικά των τόσων ταινιών που έχουμε δει, με όλη εκείνη την εξωπραγματική αίσθηση της Χαλιμάς. Αγοράσαμε μπαχαρικά. Οι αγριοφωνάρες των μουεζίνηδων από τις κορυφές των μιναρέδων που καλούν τους πιστούς να προσευχηθούν σε βρίσκουν όπου κι αν έχεις χωθεί, ακόμη και στα πιο απόμερα μαγαζάκια όπου η Τζοάνα παζάρευε κάτι κοσμήματα.
Είναι αδύνατο να βρεις κάποιο παλιό αντικείμενο πια, μας το είπαν όλοι οι μελαψοί έμποροι που συναντήσαμε. Τα έχουν αγοράσει όλα οι Κουαρθέξ εδώ και χρόνια, οτιδήποτε που θα μπορούσε να προέρχεται από την εποχή των Φαραώ, και πάντα πληρώνοντας με χρυσάφι. Τους τελευταίους αιώνες κατασκευάστηκαν πολλές καταπληκτικές απομιμήσεις, και οι Κουαρθέξ τις αγόρασαν κι αυτές, οτιδήποτε που θα μπορούσε να είναι αληθινό. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τους συμπαθούν οι Αιγύπτιοι, κι ας τους γκρεμίζουν τα σπίτια. Το χρυσάφι είναι πιο δυνατό από το παρελθόν.
Ανεβήκαμε στο κρουαζιερόπλοιο, το γέρικο Κονκορντ του Νείλου. Το φαγητό θαυμάσιο, ιταλικό. Μετά, το απόγευμα, βγήκαμε για μια εξερεύνηση του Καΐρου μέσα από στενά κι απόμερα δρομάκια. Αγορές με απίστευτη βρωμιά και αταξία. Μοσχαρίσια μυαλά ακουμπισμένα σε πάγκους χωρίς ίχνος προστασίας από τις μύγες. Για ψυγεία ούτε συζήτηση. Έχει πλάκα, ειδικά αν καταφέρνεις να μην αναπνέεις για πέντε λεπτά ή και περισσότερο.
Σταματήσαμε στο Shepheard's Hotel, εκεί που διαδραματίστηκαν τόσες και τόσες σκηνές εγγλέζικων κατασκοπικών μυθιστορημάτων (ειδικά του Μωμ). Έχει ποτά, μπύρες, τζιν. Ένας Κουαρθέξ καθισμένος σε ειδική πολυθρόνα στο βάθος συζητάει μέσω συσκευής με κάποιον Σαουδάραβα. Δεν μπορούσα να καταλάβω το περιεχόμενο της συζήτησής τους, πάντως το μάτι του Αραβα γυάλιζε παράξενα. Κάποια συμφωνία ετοιμάζονταν να κλείσουν, θα έλεγα.
Η ατμόσφαιρα του μπαρ πάντως ήταν υπέροχη. Ένα πανί πάνω από το μπαρ έγραφε:
Το αύριο δεν έχει ακόμα γεννηθεί
και το χθες έχει πεθάνει,
γιατί λοιπόν στενοχωριέσαι γι' αυτά,
αφού το σήμερα είναι γλυκό;
Έτσι δεν είναι; Εεε, χχμμμμ - μπάρμαν, πού είσαι;
9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Παρασκευή, ημέρα αργίας για τους
Μουσουλμάνους.
Φύγαμε από το Κάιρο στις 11 χθες το βράδυ, η πόλη γλίστρησε απαλά πίσω από τα παράθυρα της καμπίνας μας, πιο όμορφη λουσμένη έτσι στην απαλή ομίχλη παρά στο δυνατό φως της ημέρας. Ταξιδεύαμε όλη μέρα. Πρωινό και μεσημεριανό διάλεγες από μπουφέ, φαγητά μεσογειακά έως ανατολίτικα, το κρασί κόκκινο, μέτριο θα έλεγα.
Εκατό μέτρα πιο κει το παρελθόν κάνει έντονη την παρουσία του συνεχίζοντας απτόητο τη δουλειά του λες και βρίσκεται ακόμα κάτω από τα σκήπτρα των Φαραώ: πρωτόγονες αντλίες που τις κινούν γαϊδούρια, γυναίκες να πλένουν σκούρα ρούχα στις όχθες του Νείλου. Αναχώματα για να συγκρατούν την άμμο στα ανατολικά μας, ανεμοστρόβιλοι στις κορυφές τους σηκώνουν ψηλά την άμμο σαν λεπτά, μακρόστενα δάχτυλα και την κατεβάζουν με δύναμη πάνω στα χωράφια και το ποτάμι. Μουσουλμανικοί τάφοι από πέτρα και ψημένη λάσπη περνούν αργά από δίπλα μας καθώς ανηφορίζουμε το ποτάμι χαζεύοντας μέσα από τα κιάλια μας τα παιδάκια που κουνάνε σαν τρελά τα χέρια τους καθώς μας βλέπουν από την άλλη μεριά του χρονικού χάσματος.
Πάνω στο πλοίο είναι γύρω στους πενήντα επιβάτες με όριο χωρητικότητας το 100, οπότε υπάρχει άφθονος χώρος για να κινηθούμε κάτω από τους ήχους που πλημμυρίζουν το κατάστρωμα δημιουργώντας ρωγμές στο συμπαγές του χρόνου. Παρακμιακές καταστάσεις; Όχι τόσο - έξυπνα τρυφηλές θα τις χαρακτήριζα. (Γιατί τόσο λίγοι τουρίστες; Ο ξεναγός πιστεύει ότι ο κόσμος φοβάται τους Κουαρθέξ. Η Τζοάνα γίνεται νευρική όταν βρίσκεται δίπλα τους, δεν ξέρω όμως, μπορεί να είναι και οι παλιές της φοβίες που ξανάρχονται στην επιφάνεια).
Οι ψηλοί σαν αδράχτια, αιθέριοι μιναρέδες συχνά αποτελούν τη μοναδική χαρούμενη νότα στα λασπόκτιστα χωριά, σαν μια πανέμορφη ιδέα που προσπαθεί με όλη της τη δύναμη να ξεφύγει από το καστανόχρωμο λεκιασμένο χάος που την περιβάλλει. Η ζωική δύναμη χρησιμοποιείται παντού. Τα χωριά ησυχάζουν εντελώς το βράδυ.
Η άλλη όψη αυτής της ηρεμίας πρέπει να είναι η βαρεμάρα. Έτσι τουλάχιστον εξηγείται μεγάλο μέρος της ιστορικής εξέλιξης και o θρησκευτικός φανατισμός, δυστυχώς.
10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Όσο ανεβαίνουμε το ποτάμι τα δείγματα
πολιτισμού όλο και αραιώνουν. Τα πλίθινα χωριά
δεν έχουν ηλεκτρισμό. Αν και υπάρχει πολλή
ενέργεια από το φράγμα του Ασουάν, οι γραμμές
μεταφοράς της κοστίζουν. Εύλογα σκέφτεται κανείς
ότι τώρα, με όλο αυτό το χρυσάφι των Κουαρθέξ στην
τσέπη τους, θα τα κατάφερναν καλύτερα.
Ο ξεναγός μας λεει ότι οι Κουαρθέξ έχουν αντιδράσει πολύ δυναμικά σε τέτοιου είδους προσπάθειες κοινωνικής αναβάθμισης. Δεν έχουν καμιά διάθεση να επιτρέψουν τον εκμοντερνισμό της Αιγύπτου με τη χρήση κεφαλαίων που προέρχονται από την εκμετάλλευση των ευρεσιτεχνιών που έχουν παραχωρήσει κατά καιρούς στους Αιγυπτίους. Για προγράμματα σίτισης των φτωχών, καθαρισμό του Νείλου, ανοικοδόμηση κτιρίων - όλα αυτά εντάξει (άλλωστε και οι ίδιοι ξοδεύουν σημαντικά ποσά σε αναστυλώσεις και αναβαθμίσεις). Όμως για τη βελτίωση των ηλεκτρικών δικτύων, όχι. Ένα σαφέστατο όχι.
Κατεβήκαμε σε μια άθλια πόλη κι από κει πήραμε λεωφορείο για την έρημο. Ένα χιλιόμετρο μονάχα πέρα από την όχθη απλώνεται η Σαχάρα, έρημη και απαγορευτική. Επισκεφτήκαμε μια νεκρόπολη από την εποχή των Πτολεμαίων. Σε έναν από τους τάφους υπάρχει η μούμια μιας κοπέλας που πνίγηκε προσπαθώντας να περάσει το Νείλο για να συναντήσει τον αγαπημένο της, εξηγούν τα ιερογλυφικά από κάτω. Παραδίπλα βρίσκονται κάποιες κατακόμβες με μούμιες βαβουίνων και ίβιδων, σύμβολα της σοφίας. Από εδώ ξεκινά ένα τούνελ με νοτιοανατολικό προσανατολισμό προς την κατεύθυνση της πρωτεύουσας του Ακενατών. Οι Γερμανοί αρχαιολόγοι που το ανακάλυψαν τον περασμένο αιώνα το ακολούθησαν για 40 ολόκληρα χιλιόμετρα - η τεράστια αυτή σήραγγα είναι εξ ολοκλήρου σκαμμένη στον ασβεστόλιθο, ένα έργο γιγαντιαίο πριν αποφασίσουν να γυρίσουν πίσω από έλλειψη αέρα.
Γιατί το έφτιαξαν άραγε; Κανείς δεν ξέρει. Ο αέρας είναι ξερός και γεμάτος μυστήριο. Πιθάρια με αφυδατωμένες μούμιες αναπαύονται στην ησυχία τους. Αν αφήσεις την κεντρική σήραγγα και περιπλανηθείς σε κάποιον από τους πλαϊνούς διαδρόμους, τυλίγεσαι σε πυκνό μυστήριο.
Αφησα το γκρουπ και περπάτησα λίγο μόνος μου στις αμμώδεις πλαγιές των λόφων - εδώ που τα λέμε ήθελα να κατουρήσω. Καθώς στεκόμουν, παρατήρησα στο βάθος και σε μικρό ύψος πάνω από τον ορίζοντα μια από εκείνες τις μηχανές πτήσης των εξωγήινων. Πετούσε αργά και με δυνατό θόρυβο ξετυλίγοντας πάνω στην άμμο κάτι που έμοιαζε με σωλήνα - έναν πολύ παράξενο σωλήνα, σαν ασημένιο, με άπειρες γαλάζιες διακλαδώσεις. Οι μεταλλικές αντανακλάσεις γρήγορα άλλαξαν χρώμα στο φως του ήλιου κι έγιναν κίτρινες και στη συνέχεια κόκκινες.
Και φυσικά ένας Κουαρθέξ να την οδηγεί. Η κίνησή της ήταν προς το Νότο, σχεδόν παράλληλη με του Νείλου. Όταν γύρισα πίσω στους άλλους και το είπα στην Τζοάνα εκείνη κοίταξε το χάρτη, αλλά δεν βρήκαμε να υπάρχει τίποτα σημειωμένο εκεί που να μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον, ακόμη κι έναν Κουαρθέξ. Ούτε ερείπια τριγύρω ούτε τίποτε άλλο. Παράξενο.
11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Μπενί Χασάν: μια σχεδόν ερειπωμένη
τοποθεσία κοντά στο Νείλο. Ένα απότομο μονοπάτι
μας οδηγεί ψηλά στην κορυφή των βράχων, μακριά
από τις όχθες και τα καλλιεργημένα χωράφια.
Καβάλα σε γαϊδουράκια διασχίζουμε ένα κομμάτι
της ανατολικής ερήμου. Οι τάφοι που έχουν
λαξευτεί μέσα στο βράχο κρύβουν
καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες και μερικά
αγάλματα που διασώθηκαν μέχρι σήμερα επειδή και
μόνο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του βράχου, με
χοντρές πέτρινες σφήνες να τα ενώνουν γερά στο
πίσω τους μέρος με το βουνό. Υποψιάζομαι ότι και
οι αρχαίοι θα έκλεβαν οτιδήποτε δεν ήταν γερά
στερεωμένο. Αντίθετα με τους Κουαρθέξ, μας λεει ο
οδηγός μας, που δεν παίρνουν μαζί τους το
παραμικρό αντικείμενο. Φαίνεται ότι πραγματικά
ενδιαφέρονται για τις αναστυλώσεις και μόνο,
αφού δεν έχουν κουβαλήσει ποτέ τίποτα στο
μακρινό τους πλανήτη, κάπου στο δικό τους
βραχίονα του γαλαξία.
Λίγο πιο πάνω στο ποτάμι προσαράζουμε σε μια προβλήτα, στην άκρη μιας τεράστιας έκτασης καλυμμένης με άμμο την οποία και διασχίζουμε στη συνέχεια πάνω σε κάρο που το τραβάει ένα τρακτέρ. Τα πλίθινα παλάτια του Ακενατών έχουν πια καταστραφεί, εκτός από ένα μικρό μέρος του παλατιού της Νεφερτίτι, όπου και είχε βρεθεί το περίφημο ζωγραφισμένο άγαλμα. Οι βασιλικοί τάφοι πάνω στο βουνό έχουν βεβηλωθεί από παλιά: τεράστιοι όγκοι πέτρας ξηλώθηκαν από τους βράχους αμέσως μετά το θάνατό του έργο των ιερέων οπωσδήποτε που σταμάτησαν άλλωστε και το μονοθεϊσμό που εκείνος είχε εισαγάγει. Η αρχή και το τέλος της μονοθεϊστικής επανάστασης.
Τα ανάγλυφα στους τοίχους είναι πολύ ρεαλιστικά και ζεστά. Τα στήθη των γυναικών έχουν μέχρι και θηλές. Το τούνελ που συναντήσαμε χθες περνάει κατά πάσα πιθανότητα κάτω από τα πόδια μας και ίσως κάπου να συνδέεται με κάποια από τις πολλές εξόδους που περιβάλλουν το βασιλικό νεκρικό θάλαμο. Και αυτές κανείς δεν τις έχει ακόμη εξερευνήσει συστηματικά. Πολλά κομμάτια τους είναι απελπιστικά στενά και πιθανώς να κρύβουν παγίδες, στα σίγουρα βέβαια φωλιές από φίδια και σκορπιούς.
Καθώς τριγυρνάμε με την Τζοάνα βγάζοντας φωτογραφίες τα ανάγλυφα, ακούω θόρυβο, σαν κάτι να σέρνεται. Η Τζοάνα στρέφει το φακό της προς το βάθος του τάφου από κάτω μας (βρισκόμαστε ψηλότερα). Διακρίνουμε κάτι να κινείται στο βάθος, κάτι μεγάλο.
Μας παίρνει ένα λεπτό μέχρι να καταλάβουμε ότι το κοκκινωπό καβούκι που βλέπουμε στο βάθος δεν είναι η σαρκοφάγος, αλλά η πλάτη ενός Κουαρθέξ. Στερεώνει κάτι σαν κρίκους στα τοιχώματα, σαν βεντούζες, μέσα από τους οποίους περνάει καλώδια. Μέσα από τις σκιές διακρίνω ότι έχει κάνει ήδη πολλή δουλειά.
Ο Κουαρθέξ γυρίζει το κεφάλι του προς τη μεριά της φωτεινής δέσμης κι αμέσως το βάζει στα πόδια κι εξαφανίζεται. Εξερευνούσε τις σήραγγες; Γιατί όμως το έβαλε στα πόδια; Τι θέλουν να κρύψουν;
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ταξιδεύουμε όλη μέρα και χαζεύουμε το τοπίο
που γλιστρά δίπλα μας. Η Τζοάνα έχει δίκιο, τις
χρειαζόμουν πολύ αυτές τις διακοπές. Το βλέπω
καθώς ξαναδιαβάζω αυτό το ημερολόγιο - μέρα με τη
μέρα χαλαρώνει.
Όπως άλλωστε κι εγώ. Καθώς συλλογιέμαι πώς πέρασα τη ζωή μου, κοντά τις μισές μου μέρες, μέσα σε τούτο δω τον κόσμο τον πλατύ και μαύρο...
Το χάος και η αναμπουμπούλα της πανεπιστημιακής ζωής σβήνει την αίσθηση της περιπλάνησης, την απλή χαρά των απλών πραγμάτων. Ο Νείλος σου χαρίζει την αίσθηση της ροής, της ατέλειωτης ροής του χρόνου. Μπορώ να νιώσω πώς κυλούσε τότε η ζωή, πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι, σαν κομμάτι ενός τεράστιου ουράνιου ρολογιού που έφερνε αδιάκοπα τον ήλιο και το φεγγάρι πάνω από τον ορίζοντα, τον αέναο ρυθμό της πλημμύρας των νερών του ποταμού. Το φράγμα στο Ασουάν διέκοψε την πλημμυρίδα των νερών, όμως η δύναμη του Νείλου συνεχίζει.
Οι ουρανοί χαμογελάνε,
πίστεις κι αυτοκρατορίες λάμπουν,
Σαν ναυάγια κάποιου ονείρου που διαλύεται..
Η ηρεμία διαποτίζει τα πάντα. Χθες βράδυ κάναμε έρωτα με την Τζοάνα και ήταν καλύτερα από ποτέ. Magnifique!
(Και ξέρω ότι τα διαβάζεις αυτά Τζοάνα - σε είδα που έβγαζες το ημερολόγιο από τη βαλίτσα χθες το μεσημέρι! Αλήθεια, ήταν η καλύτερη φορά - σαν ένας φόρος τιμής μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Κι υπάρχει ακόμη το αύριο και τ' άλλο αύριο...)
Αυτός που από δίπλα του διώχνει τη χαρά,
Σπάει της ζωής τα πλουμιστά φτερά.
Εκείνος όμως που στη χαρά καθώς πετάει δίνει ένα φιλί,
Για πάντα ζει μες στης αιωνιότητας την ανατολή.
Για το επόμενο εξάμηνο ίσως ζητήσω να διδάξω τους Ρομαντικούς Ποιητές. 'Η μπορεί και να καθίσω να γράψω τα δικά μου ποιήματα...
Σήμερα είδαμε τρεις Κουαρθέξ να πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας. Κουβαλούσαν κάτι σαν αγάλματα με κεφάλια κριαριών. Ο ξεναγός μας λέει ότι τα αγάλματα έχουν μετακινηθεί άπειρες φορές από τους Αραβες και φυσικά τους αρχαιολόγους. Οι Κουαρθέξ κατάφεραν να βγάλουν μια άδεια που τους επιτρέπει να μεταφέρουν κομμάτια στις αρχικές τους θέσεις, όταν βέβαια αυτές είναι γνωστές.
13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Πιάνουμε στην Αβυδο - ένας ναός από
ασβεστόλιθο διατηρημένος λες κι από θαύμα, με τη
βαριά του οροφή απείραχτη.
Τον ζώνουν πολλές συστάδες από άθλια πλίθινα σπίτια χωρίς να καταφέρουν όμως να μειώσουν την άκαμπτη ορθογώνια αυστηρότητά του.
Η περίφημη λίστα των Φαραώ σμιλεμένη σε έναν από τους πλαϊνούς διαδρόμους εντυπωσιάζει στη σαρωτική της πορεία μέσα στο χρόνο. Η κάθε μικρή αναφορά ήταν κι ένας μεγαλόπρεπος Φαραώ και ένας ολόκληρος τοίχος είναι σκεπασμένος με τα ονόματά τους. Η Αίγυπτος κράτησε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνία που τολμά να συγκριθεί μαζί της, και όλος τούτος ο όγκος των ονομάτων γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακός αν λάβουμε υπ' όψη το γεγονός ότι οι κτίστες του ναού δεν τα σκάλισαν καν σε κάποιο άλλο πιο κεντρικό σημείο.
Ο κατάλογος αυτός παραλείπει, εσκεμμένα βέβαια, δυο ονόματα: αυτό της Χατσεπσούτ, της μοναδικής γυναίκας-Φαραώ και του Ακενατών, του σκανδαλώδη μονοθεϊστή. Ο Ραμσής ο Β' είχε διατάξει να σκαλιστούν όλα τα ανάγλυφα όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα στην πέτρα, ειδικά εκείνα που στολίζουν τις τεράστιες κολόνες, για να γλιτώσουν από την πιθανή καταστροφή - μια περίπτωση που τον απασχολούσε ιδιαίτερα, αφού κι ο ίδιος το έκανε συστηματικά στους ναούς που είχαν χτίσει οι προκάτοχοί του. Είχε συνεργεία που έσβηναν προσεκτικά τα «καρτούς» με τα ονόματα των προηγουμένων Φαραώ σκαλίζοντας κατόπιν στη θέση τους το δικό του, προφανώς με το σκεπτικό ότι θα μπορούσε να ξεγελάσει έτσι τους θεούς και να τους κάνει να πιστέψουν ότι εκείνος έχτισε όλους αυτούς τους ναούς. Αχ, αθανασία τι κάνεις!
Σήμερα έγινε σεισμός. Μνήμες από Καλιφόρνια... Βρισκόμασταν στο πλοίο, η Τζοάνα περπατούσε πάνω-κάτω στο κεντρικό κατάστρωμα για να καταφέρει να χωνέψει. Είδαμε στις όχθες τους φοίνικες να κουνιούνται και συγχρόνως νιώσαμε ένα τράνταγμα από το νερό, ενώ αμέσως σχηματίστηκε ένας κυματισμός με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση συνοδευόμενος από ένα βουητό που ερχόταν κάπου από τα ανατολικά. Ο ξεναγός λεει ότι δεν έχει ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο.
Το βράδυ ο ουρανός έχει γεμίσει με ένα ρουμπινένιο φως που απλώνεται από ανατολή σε δύση. Μοιάζει με το βόρειο σέλας σε άλλο προσανατολισμό. Ένα κάθετο φύλλο από απαλό φως που πτυχώνεται σαν γιγάντια κουρτίνα αλλάζοντας χρωματισμό καθώς σηκώνεται πάνω από τον ορίζοντα για να καταλήξει σε ένα καστανόχρυσο και να εξαφανιστεί εντελώς. Θα έπαιρνα όρκο πως τη στιγμή που όλος ο ουρανός λουζόταν στις τελευταίες ανταύγειες του λυκόφωτος άκουσα έναν παρατεταμένο ήχο, σαν μια ψηλή νότα.
Στο κατάστρωμα δεν είχε πολύ κόσμο, γι' αυτό και το φαινόμενο δεν σχολιάστηκε ιδιαίτερα. Η άποψη της Τζοάνα είναι ότι πρόκειται για πυροδότηση πυραύλου.
Ένας μηχανικός μας λεει ότι πρέπει να έχει να κάνει με διατάραξη μαγνητικών πεδίων. Εγώ δεν είμαι επιστήμονας, παρ' όλα αυτά νομίζω πως οτιδήποτε θέλουν να κάνουν οι Κουαρθέξ το μπορούν. Στις διπλωματικές τους επαφές είχαν αποκαλέσει τους εαυτούς τους «άρχοντες του χωροχρόνου». Οι εκπρόσωποι των Ηνωμένων Εθνών δεν καταδέχτηκαν να πάρουν στα σοβαρά αυτό τον τίτλο και τον χαρακτήρισαν υπερβολικό, όμως οι Κουαρθέξ μάλλον το εννοούσαν.
14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ντέντερα: Ένας τεράστιος ναός, πολύ λιγότερο
γνωστός από του Καρνάκ, όμως εξίσου εντυπωσιακός.
Πολλοί Κουαρθέξ σκάβουν γύρω από τα θεμέλια. Ο
ξεναγός λεει ότι ίσως να ψάχνουν για μυστικές
υπόγειες σήραγγες. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση τους
αφήνει να κάνουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι.
Καθώς γυρνούσαμε πίσω στο πλοίο περάσαμε δίπλα από εκατοντάδες ανθρώπους, μαζεμένους όλους μαζί και ντυμένους παράξενα, σαν να ετοιμάζονταν για κάποια τουριστική εκδήλωση, κάποια ιστορική αναπαράσταση ίσως. Πρόσεξα ότι ο οδηγός μας παραξενεύτηκε πολύ από αυτό και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ετοιμαζόταν.
Το πλήθος έψελνε κάποιους ύμνους, σε μια ακατανόητη όμως γλώσσα, την οποία ο ξεναγός μας αδυνατούσε να καταλάβει. Μας εξήγησε ότι τα τραχιά ρούχα που βλέπαμε να φοράνε ήταν όμοια με κείνα που φορούσαν την παλιά εποχή και τα έφτιαχναν σε πρωτόγονα ροδάνια. Η πομπή δεν ήταν και τόσο συγκροτημένη στην πορεία της προς το ναό και θύμιζε μάλλον μεθυσμένους.
Ο ξεναγός μου λέει ότι οι αρχαίοι είχαν μια θεολογία βασισμένη πάνω στο Νείλο. Στην ουσία αυτή η χώρα δεν είναι μεγαλύτερη από δέκα χιλιόμετρα πλάτος και οκτακόσια χιλιόμετρα μήκος, μια στενή λουρίδα εύφορης γης που περιβάλλεται από δυο απειλητικές ερήμους. Πίστευαν λοιπόν ότι αφού το θέλησαν έτσι οι θεοί, τότε ο Νείλος θα έπρεπε να είναι το κέντρο αυτού του καταραμένου κόσμου.
Ο ήλιος έβγαινε από τα ανατολικά, επομένως τα πάντα θα πρέπει να είχαν ξεκινήσει από κει. Το τέλος - ο θάνατος - λάμβανε χώρα στη δύση, εκεί που χανόταν ο ήλιος. Έθαβαν λοιπόν τους νεκρούς τους στη δυτική όχθη του Νείλου, κι αυτό πριν 7.000 χρόνια. Τη νύχτα ο ήλιος φώτιζε τον κάτω κόσμο, εκεί που όλοι τελικά κατέληγαν. Κάπου τους ευχαριστούσε να ξέρουν ότι ο ήλιος έκανε αδιάκοπα τούτη τη χάρη στους νεκρούς τους. Στους νεκρούς βέβαια που υπήρξαν ενάρετοι στη ζωή τους. Αν δεν ακολουθούσες τους κανόνες του παιχνιδιού...
Κάποιοι γεννιούνται μέσα στις χαρές,
Και άλλοι στο πηχτό σκοτάδι.
Ο κόσμος τους χωριζόταν στα δυο από το ποτάμι και φυσικά αγαπούσαν πολύ αυτού του είδους τις διαιρέσεις. Είχαν επινοήσει την ημέρα των 24 ωρών, αλλά χάρη συμμετρίας την είχαν διαιρέσει στα δύο. Η κάθε μια από τις 12 πρωινές ώρες είχε μεγαλύτερη διάρκεια το καλοκαίρι από ό,τι το χειμώνα και το αντίστροφο για τις υπόλοιπες 12 νυχτερινές ώρες. Έφτιαξαν ένα ολόκληρο έθνος-κράτος, ένα χέρι ή ένα μάτι αθάνατο, βασισμένο στη φοβερή αυτή συμμετρία.
Στο Καρνάκ τώρα. Δένουμε στο Λούξορ. Οι Φαραώ των τελευταίων δυναστειών δεν είχαν τους πόρους για να υψώσουν πυραμίδες κι έτσι αρκέστηκαν σε προσθήκες στον ήδη υπάρχοντα χώρο του Καρνάκ.
Αναρωτιέμαι πόσος χρόνος θα περάσει μέχρι να προσέξει κάποιος πλούσιος ότι με μερικά εκατομμύρια μπορεί να χτίσει τάφο μεγαλύτερο και από τη Μεγάλη Πυραμίδα. Θα χρειαζόταν μονάχα ένα εκατομμύριο ογκόλιθους από ασβεστόλιθο ή ακόμα καλύτερα από γρανίτη, για να αποκτήσει την αιώνια ησυχία, και συγχρόνως θα μπορούσε να τον κάνει και εντελώς απόρθητο. Αν δεν έχεις τα φόντα να κατακτήσεις μιαν ήπειρο ή να γράψεις μια συμφωνία μπορείς να στοιβάξεις κοτρόνια και να μείνεις για πάντα στην ιστορία.
L' eternίte,
ne fut jamais perdue.
Το Ήχος και Φως εκείνο το βράδυ στο Καρνάκ ήταν ώρες-ώρες απόκοσμο, λες και το είχαν στοιχειώσει φαντάσματα. Παρ' όλα αυτά το βρήκα όμορφο με όλες εκείνες τις βαθιές φωνές που νομίζεις πως βγαίνουν μέσα από τις πέτρες. Είδα έναν Κουαρθέξ μέσα στο πλήθος. Κοιτούσε μπροστά χωρίς να προσέχει κανέναν άνθρωπο, αλλά και χωρίς να σκοντάφτει επάνω τους.
Έμοιαζε να έχει γοητευτεί από το θέαμα. Τα τέσσερα σαν χάντρες μάτια του περιεργάζονταν τα μπλε και τα πορτοκαλιά χρώματα καθώς έπεφταν αλλάζοντας αποχρώσεις πάνω στις πανύψηλες κολόνες και τα σωριασμένα αγάλματα. Τα λιπαντικά υγρά των κλειδώσεών του άστραφταν κάτω από τα χρωματιστά φώτα καθώς βάδιζε ανάμεσα στα ερείπια με εκείνο το παράξενο θορυβώδες περπάτημα. Έδινε μια σχεδόν ευλαβική νότα στο σκηνικό. Δυο-τρία κεφάλια ψηλότερος από όλους τους άλλους, ακίνητος για μεγάλα διαστήματα, έμοιαζε πιο πολύ με τους παγωμένους πέτρινους γίγαντες που τον περιέβαλλαν παρά με τους υπόλοιπους θνητούς που συνωστίζονταν τριγύρω κρατώντας κάποια απόσταση ασφαλείας απ' αυτόν και συζητώντας μεταξύ τους.
Νιώθεις παράξενα να βλέπεις
... μια νέα Σφίγγα να γεννιέται
Αινίγματα του χάρου που δεν άκουσαν ποτέ οι Θήβες.
15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Μια μεγάλη μέρα. Οι Κοιλάδες των Βασιλισσών,
των Ευγενών και τέλος των Βασιλέων. Όλοι τους
παλιοί χείμαρροι που ξεράθηκαν (ουαντί) και
εύκολοι στη φύλαξή τους. Κι όμως, και οι 62 γνωστοί
τάφοι, με μοναδική εξαίρεση εκείνον του
Τουταγχαμών, βρέθηκαν συλημένοι, κάτι που κατά
πάσα πιθανότητα έγινε μέσα στα εκατό πρώτα
χρόνια μετά την ταφή. Μια δουλειά οργανωμένη
μάλλον εκ των έσω.
Υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι οι κλοπές αυτές αποτελούσαν αναγκαίο τμήμα της οικονομίας, ανακυκλώνοντας έτσι τον πλούτο και παρέχοντας συγχρόνως υλικό στους επόμενους Φαραώ για να μπορέσουν να επιδείξουν κι αυτοί την απαραίτητη μεγαλοπρέπεια που έπρεπε να δει ο λαός, τόσο κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους, όσο και κατά τη νεκρική τους πομπή. Μια ακόμη πλευρά της κοινωνικο-οικονομικής μηχανής, παιδιά.
Αργότερα οι ιερείς, βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να προστατεύσουν τους τάφους, μάζεψαν τις μούμιες των Φαραώ και τις έκρυψαν σε μια κοντινή σπηλιά. Η διατήρηση του Τούμθωση του Γ' είναι υποδειγματική. Η μούμια του με τη γαμψή μύτη έχει μεταφερθεί στον αρχικό της τάφο, ένα υπόγειο κατασκεύασμα τεραστίων διαστάσεων, μεγαλύτερο από το διαμέρισμά μας, με πολλά πατώματα που συνδέονται με ράμπες, με πλαϊνά θησαυροφυλάκια, στοές, κ.λπ. Η επιγραφή από πάνω λέει:
Κάποια στιγμή θα ξαναζήσεις για πάντα.
Όλος ο χώρος είναι βέβαια λεηλατημένος, εκτός από τη μεγάλη σαρκοφάγο που παραήταν βαριά για να τη σηκώσουν. Οι πυραμίδες στο εσωτερικό τους έκρυβαν επικίνδυνα περάσματα με πόρτες που έπεφταν από ψηλά, ξαφνικά ανοίγματα στους διαδρόμους με μεγάλο βάθος και χωρίς καμιά ελπίδα να καταφέρεις να σκαρφαλώσεις ξανά επάνω, παγίδες όλων των ειδών, μέχρι και σωρούς από μαζεμένες πέτρες που την κατάλληλη στιγμή κατρακυλούσαν και έθαβαν από κάτω τους τον επίδοξο τυμβωρύχο. Εδώ, σε αυτούς τους τάφους δεν υπάρχουν τέτοια συστήματα. Κάπου ανατριχιάζεις αν σκεφτείς όλους εκείνους τους μηχανικούς της αρχαιότητας να κάθονται και να σχεδιάζουν δολοφονίες για το μέλλον, για μια εποχή που οι ίδιοι θα έχουν προ πολλού πεθάνει και όλα αυτά για να διαφυλάξουν επίμονα το παρελθόν. Χάροντα, μην είσαι περήφανος.
Το απόγευμα στο παζάρι για ψώνια. Το παλιό βικτοριανό ξενοδοχείο στην όχθη τou ποταμού είναι πολύ ατμοσφαιρικό, αλλά με ελάχιστους πελάτες. Το φαγητό παραμένει καλό. Έχουμε γλιτώσει, μέχρι στιγμής, και τη δυσεντερία. Πριν ξεκινήσουμε είχαμε πάρει και οι δυο μας βακτηρίδια ΕΖ-ΝΤΙ, οπότε τώρα αυτά ζουν μέσα στο σύστημά μας περιμένοντας υπομονετικά κάποιο φρικτό ξένο μικρόβιο για να του χιμήξουν και να το ξεπαστρέψουν. Σε κάνει να νιώθεις άνετα.
16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Η κρουαζιέρα συνεχίζεται. Σταματάμε στο Κομ
'Ομπο, ένα ναό αφιερωμένο στον Σεμπέκ, τον
θεό-κροκόδειλο, για να εξευμενίσουν τους
κροκοδείλους που λυμαίνονταν την περιοχή.
(Σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ένα δείγμα τους
στο Νείλο - θα έκαναν πολύ πιο ενδιαφέρουσα την
κρουαζιέρα μας ...) Σε ένα μικρό δωμάτιο υπάρχουν
οι μούμιες 96 κροκοδείλων στοιβαγμένες η μια πάνω
στην άλλη σαν σανίδες.
Πιο κάτω στο ποτάμι είδαμε ομάδες Αιγυπτίων να εργάζονται δίπλα στην όχθη. Χρησιμοποιώντας στρογγυλεμένους κορμούς δέντρων ρυμουλκούσαν κομμάτια από γρανίτη προς το ποτάμι. Στεκόμουν στο κατάστρωμα προσπαθώντας να καταλάβω γιατί χρησιμοποιούσαν σχοινιά και απλές τροχαλίες αντί για φορτηγά. Κατόπιν πρόσεξα έναν Κουαρθέξ κοντά στη κορυφή του βράχου από όπου οι εργάτες έκοβαν το γρανίτη. Μετά υψώθηκε πάνω από τους εργάτες κουνώντας τα αρθρωτά του χέρια και τα μάτια του να γυαλίζουν. Τους φώναξε κάτι με μια φωνή που θύμιζε κάπως την ανθρώπινη, αλλά σε μια άγνωστη για μένα γλώσσα. Ο ξεναγός ήρθε και στάθηκε κι αυτός δίπλα μου παραξενεμένος που κι αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν.
Οι εργάτες είχαν περάσει σχοινιά μέσα από αυλάκια που είχαν ανοίξει στην πέτρα που τα ανεβοκατέβαζαν γεμίζοντας κάθε τόσο τον υπόλοιπο χώρο του αυλακιού με άμμο και νερό. Έκοβαν την πέτρα μονάχα με τη δύναμη της τριβής! Με το ρυθμό που δούλευαν θα τους έπαιρνε βδομάδες ολόκληρες για να τετραγωνίσουν μια και μόνο πέτρα! Λίγο πιο κάτω, άλλοι έμπηγαν ξύλινες σφήνες στα αυλάκια χτυπώντας τες με κάτι πρωτόγονα ξυλόσφυρα. Κατόπιν πότιζαν τις σφήνες με νερό, και λίγα λεπτά αργότερα ακούγαμε την πέτρα να σκίζεται από μόνη της καθώς διαστελλόταν το ξύλο.
Με αυτό τον τρόπο δούλευαν οι αρχαίοι, με πληροφόρησε με σιγανή φωνή ο ξεναγός. Ο Κουαρθέξ ξεχώριζε σαν πυργίσκος ανάμεσα στο πλήθος των εργατών με την τραχιά μεταλλική φωνή του να αντηχεί πάνω από το ποτάμι, η κάθε συλλαβή του να αιωρείται ώσπου να έρθει να τη συναντήσει η επόμενη, για να χαθούν τελικά κάποια στιγμή μέσα στην ξηρότητα του αέρα σαν ανελέητοι χτύποι κάποιας καμπάνας.
ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Σταματήσαμε στο Εντφού, έναν καλοδιατηρημένο ναό
που ως τα τέλη του 19ου αιώνα βρισκόταν θαμμένος 30
μέτρα κάτω από τα σκουπίδια των Μουσουλμάνων. Η
πιο όμορφη φάση της κρουαζιέρας είναι όταν
πλησιάζουμε κάποιον αρχαιολογικό χώρο και τον
πρωτοαντικρύζουμε από το ποτάμι, πριν βγούμε από
την καμπίνα μας και βρεθούμε με μιας στο παρελθόν
χωρίς την παραμικρή παρέμβαση που θα μπορούσε να
μας επηρεάσει τη διάθεση.
Αυτή τη φορά κάποιος βγήκε έξω από το πλοίο για να βγάλει φωτογραφίες από την όχθη, όταν ξαφνικά βλέπουμε κάτι να ξεπετάγεται από τα καλάμια και να πλησιάζει γρήγορα προς το μέρος του, και συγχρόνως το πλήρωμα να του φωνάζει έξαλλο - ένας κροκόδειλος! Ο τύπος πετάει την κάμερα και το βάζει στα πόδια.
Ο κροκόδειλος γυρίζει και μας κοιτάζει, ρουθουνίζει και ξαναγλιστρά στο ποτάμι. Ο ξεναγός φαίνεται πολύ ενοχλημένος, πολύ περισσότερο από τον τύπο που παραλίγο να γινόταν ένα τζάμπα γεύμα. Ποιος ξανάφερε τους κροκοδείλους στο Νείλο;
17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ασουάν. Μια πανέμορφη, καθαρή πόλη. Το μεγάλο
φράγμα λίγο έξω από την πόλη είναι εντυπωσιακό,
με το μνημείο που υπενθυμίζει το σοβιετικό άθλο
κ.λπ. Σημάδι ειρωνικό, αν αναλογιστούμε τη
σημερινή οικονομική κατάντια της ΕΣΣΔ. Θα
μπορούσαν να ζητήσουν δάνειο από την Αίγυπτο
σήμερα!
Οι απρόβλεπτες παρενέργειές του - περισσότερα έντομα λόγω ανύψωσης των νερών, επιτάχυνση της καταστροφής των αναγλύφων στους ναούς, απόθεση τεράστιων ποσοτήτων ιλύος στο ίδιο το φράγμα, κ.λπ. - έχουν φθάσει σήμερα σε πολύ επικίνδυνο βαθμό. Σκέφτονται να φτιάξουν έναν αγωγό για να απομακρύνουν ένα μέρος της λάσπης και να τη διοχετεύσουν στην έρημο, δημιουργώντας έτσι μια νέα έκταση για καλλιέργεια υψηλών αποδόσεωνν. Εγώ όμως δεν καταλαβαίνω πώς θα καταφέρουν να απομακρύνουν από τη μια αρκετό νερό που θα κουβαλήσει τη λάσπη κι από την άλλη να μείνει και νερό μέσα στο φράγμα.
Ο οδηγός μας λεει ότι αυτό είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Στη συνέχεια παίρνουμε αεροπλάνο για το Αμπού Σίμπελ. Η λίμνη Νάσερ, που στην όχθη της κάποτε βρίσκονταν οι εντυπωσιακοί αυτοί ναοί, έχει μήκος πολλές εκατοντάδες μίλια σήμερα. Τη διεύρυναν ξανά στα 2008.
Την εποχή των Φαραώ η έκταση που σήμερα καλύπτεται από τα νερά είχε χωριά, λατομεία από όπου έβγαζαν την πέτρα για να φτιάξουν τους ναούς, εμπορικούς δρόμους που συγκοινωνούσαν με τα βασίλεια της Νουβίας στο νότο. Όλα αυτά σκεπάζονται τώρα από τα νερά.
Διέσωσαν βέβαια τους ογκώδεις ναούς του Ραμσή του Β' και της γυναίκας του της βασίλισσας Νεφερτάρι που είχαν χτιστεί για να εντυπωσιάσουν τους επιθετικούς Νούβιους με τον όγκο και τη λαμπρότητά τους. Τα κολοσσιαία αγάλματα του Ραμσή του Β' δεν είναι παρά η προσωποποίηση της εγωμανίας του. Στο εσωτερικό του ναού τα ανάγλυφα τον δείχνουν να κάνει όλα τα κατορθώματα στη μάχη με τους Χιτίτες μόνος του - να σφάζει, να πιάνει αιχμαλώτους και στη συνέχεια να τους παραδίδει στον εαυτό του, ενώ ο ίδιος συμβουλεύεται τους θεούς ανάμεσα στους οποίους διακρίνεται και ο ίδιος! Κι όλα αυτά για μια μάχη που είχαν ... χάσει! Και τους δυο ναούς τους κατεδάφισαν και τους ξανάχτισαν 200 μέτρα πιο μακριά και 65 μέτρα ψηλότερα, σε έναν τεχνητό λόφο του οποίου η θολωτή στήριξη είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο. Καταπληκτικό.
Κοίταξε τα έργα μου, Μεγαλοδύναμε,
κι απογοητεύσου!
Μόνο που όταν ο Σέλλεϋ έγραφε τον Οζυμανδία δεν είχε καν δει τις μορφές του Ραμσή, τις τόσο καλοδιατηρημένες. Αφήνοντας τον αρχαιολογικό χώρο μέσα σε μια ξαφνική αμμοθύελλα, το μάτι μου έπιασε έναν Κουαρθέξ μισοθαμμένο μέσα στην άμμο να σκάβει με ένα παράξενο ασημένιο εργαλείο που έβγαζε ένα ρουμπινένιο φως. Δίπλα του, αιωρούμενες πάνω σε μια πλατφόρμα, βρίσκονταν μερικές από εκείνες τις αστείες σωλήνες που είχα δει πριν από λίγες μέρες. Μόνο που αυτή τη φορά τον βοηθούσαν άντρες και γυναίκες κουβαλώντας υλικά που εκείνος έβαζε μέσα στην τρύπα.
Ο κόσμος έμοιαζε σαν χαμένος, λες και υπνοβατούσαν. Τους κούνησα το χέρι μου, όμως εκείνοι ούτε που σήκωσαν το κεφάλι. Εκτός από τον Κουαρθέξ. Τα πρόσωπά τους είναι βέβαια ανέκφραστα. Παρ' όλα αυτά πρόσεξα τα εξώφθαλμα γυαλιστερά του μάτια να με κοιτάζουν για αρκετή ώρα και τα μικρά αισθητήρια γύρω από το στόμα του να συσπώνται με μια αδημονούσα ενέργεια.
Γύρισα αλλού το βλέμμα μου. Κάπου φοβήθηκα. Δεν νομίζω ότι μας κοιτούσε με φιλικό τρόπο. Ίσως δεν του άρεσε που φώναξα στους εργάτες του.
Μετά ξαναπήραμε το αεροπλάνο για το Ασουάν. Πετάξαμε πάνω από εκείνη την απίθανα στενή λουρίδα πράσινου που ξετυλίγεται σαν φίδι πάνω στην απόλυτα πικρή, παρατημένη έρημο.
18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Τη στιγμή αυτή γράφω μέσα στο μισοσκόταδο,
λίγο πριν χαθεί εντελώς το φως. Σηκωθήκαμε το
πρωί και κάναμε βόλτα στην πόλη, όταν ξαφνικά
άρχισε να τραντάζεται όλος ο τόπος. Χωμάτινα
σπίτια κατέρρεαν, κύματα στο Νείλο, τα πάντα.
Γυρίσαμε στο πλοίο, αλλά κανείς δεν ήξερε να μας πει τι συνέβαινε. Στο ραδιόφωνο δεν είπαν πολλά. Ο σταθμός του Καΐρου ακουγόταν καθαρά, και το μόνο που είπε ήταν ότι ναι, είχε γίνει ένας σεισμός κατά μήκος του Νείλου.
Το πιο αστείο όμως ήταν ότι ο καπετάνιος δεν μπορούσε να πιάσει κανέναν άλλο σταθμό. Μονάχα Κάιρο. Μέσα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Κάποιοι από τους επιβάτες πιστεύουν ότι έχει ξεσπάσει πόλεμος. Ίσως και να συμβαίνει κάτι τέτοιο, πάντως ο αιγυπτιακός στρατός δεν φαίνεται να το ξέρει. Στέκονται απλώς μαζεμένοι στον παραλιακό δρόμο κρατώντας τα ΑΚ 47 τους, απορημένοι όσο κι εμείς.
Το απόγευμα είχαμε κι άλλες δονήσεις. Και τώρα που έχει πέσει ο ήλιος μπορώ να διακρίνω κάτι σαν μεγάλα φύλλα φωτός στον ουρανό. Μόνο που μου φαίνεται ότι οι αστερισμοί δεν είναι σωστοί.
Η Τζοάνα πήρε μερικά από τα χάπια της. Προσπαθεί να διώξει την τρεμούλα που την πιάνει, και εγώ από τη μεριά μου κάνω ό,τι μπορώ. Δεν μου αρέσει καθόλου η άδεια έκφραση που παίρνουν τα μάτια της.
Πρέπει να του δίνουμε από δω όσο πιο γρήγορα γίνεται.
19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ευκαιρία να γράψω αυτό εδώ τώρα που δεν έχω
να κάνω κάτι άλλο: Το πρωί που ξυπνήσαμε ο ήλιος
είχε σηκωθεί από ώρα, αλλά το φεγγάρι δεν είχε
πέσει ακόμα. Και δεν έπεσε ολόκληρη τη μέρα.
Ναι, ξέρω, μπορούν να βρεθούν και τα δυο μαζί στον ουρανό. Αλλά όλη τη μέρα; Η Τζοάνα ανησυχεί, όχι για το φεγγάρι, αλλά επειδή έμαθε ότι έχουν διακοπεί όλες οι πτήσεις. Κανονικά σήμερα έπρεπε να γυρίσουμε στο Κάιρο.
Κι άλλοι σεισμοί. Αυτή τη φορά πολύ δυνατοί.
Ξαφνικά το μεσημέρι όλος ο τόπος γέμισε από Κουαρθέξ. Στον αέρα, να έρχονται από ανατολή και δύση. Μερικοί έπεσαν μέσα στο Νείλο και δεν ξαναβγήκαν. Αλλοι πέρασαν από τα κεφάλια μας με κατεύθυνση προς τα νότια, κατά τη μεριά του φράγματος.
Κανένας από μας δεν υπήρξε τόσο γενναίος ώστε να αφήσει έστω και για μια στιγμή το καράβι - ούτε και εγώ βέβαια. Διάολε, το μόνο που θέλω είναι να γυρίσω σπίτι. Η Τζοάνα έμεινε στην καμπίνα.
Κάπου μια ώρα αργότερα βλέπουμε ένα μελαψό τύπο με γκρίζο παλιωμένο κουστούμι να τρέχει πάνω στον παραλιακό δρόμο και να φωνάζει ότι το φράγμα χάθηκε. Ναι, ότι χάθηκε. Οι Κουαρθέξ είχαν φτιάξει κάτι μικρούς κόμπους από πάνω του κι όλος ο τόπος γέμισε από ένα μοβ φως που αναβόσβηνε, ακούστηκαν μερικά δυνατά κρακ και ύστερα το φράγμα χάθηκε.
Όμως τα νερά δεν όρμησαν προς το Ασουάν. Δεν είδαμε κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος είπε ότι κύλησαν προς τα πίσω, προς το Σουδάν, ανάποδα από τη ροή τους, προς το νότο.
Κοίταξα από την κουπαστή. Ο Νείλος πήγαινε βόρεια.
Αργά το απόγευμα πέντε από τους άντρες του πληρώματος βγήκαν στην πόλη. Την ώρα εκείνη ο ουρανός είχε γεμίσει από πορτοκαλιές και χρυσαφιές ακτίνες που σκίζανε τον ουρανό φτιάχνοντας παράξενα σχέδια. Τα σύννεφα έρχονταν από τα βόρεια κι οι ακτίνες έπεφταν πάνω τους και τα διέλυαν μέσα σε έναν καταιονισμό από γαλακτοκίτρινο φως:
Και οι Κουαρθέξ να τριγυρνάνε ασταμάτητα εδώ κι εκεί. Ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, φαίνεται κάτι σαν γυαλάδα; σαν ένα μεταλλικό διάφανο παραπέτασμα.
Οι Κουαρθέξ πετάνε μέχρι εκεί πάνω. Πολλές φορές τους βλέπεις να τινάζονται σαν βολίδες μέσα από τα νερά του Νείλου με κατεύθυνση προς τα πάνω μέχρι που γίνονται μικροσκοπικές κουκίδες. Τριγυρνάνε εκεί ψηλά σαν να επιθεωρούν κάτι, και μετά πέφτουν σαν τούβλα και χάνονται ξανά μέσα στο Νείλο. Σαν τρελαμένες μέλισσες, λεει η Τζοάνα με φωνή που τρέμει.
Ένας από τους συνταξιδιώτες μας (πολύ τεχνοκράτης, μηχανικός από το Ρόκγουελ), λεει ότι οι Κουαρθέξ τα δίνουν όλα σε τούτο το σόου. Εξωγήινα ακροβατικά, έτσι τα βλέπει.
Την ώρα που έγραφα γύρισαν τα πέντε μέλη του πληρώματος που είχαν πάει στο Ασουάν. Μας είπαν ότι πήγαν στα μεγάλα ξενοδοχεία καθώς και στο αστυνομικό τμήμα. Έμαθαν ότι ο τηλεοπτικός σταθμός του Καΐρου έχει σταματήσει τις μεταδόσεις του εδώ και δυο μέρες. Όλες οι αεροπορικές πτήσεις έχουν διακοπεί εξαιτίας των Κουαρθέξ που πετάνε πάνω-κάτω, τα περίεργα φώτα στον ουρανό, και τα λοιπά.
Τουλάχιστον αυτή είναι η επίσημη γραμμή. Ο
καπετάνιος έμαθε από κάποιο ξάδερφό του ότι
πολλά αεροπλάνα απογειώθηκαν πριν από δυο μέρες,
αλλά λίγο μετά χτύπησαν πάνω σε κάποιο εμπόδιο.
Στη γαλάζια μεταλλική καλύπτρα;
Το ένα από αυτά έπεσε και καταστράφηκε. Τα
υπόλοιπα κατάφεραν να προσγειωθούν, με αρκετές
ζημιές όμως.
Οι αρχές το κρατάνε μυστικό. Δεν είναι μόνο με τους τουρίστες που τους κρατάνε στο σκοτάδι, αλλά και με ολόκληρο τον πληθυσμό - σιωπούν και δεν ανακοινώνουν επίσημα τίποτα.
Εύχομαι να έχει δίκιο ο μηχανικός. Η Τζοάνα έχει ταραχτεί υπερβολικά. Το βράδυ δεν φάγαμε σχεδόν τίποτα, ίσα που τσιμπήσαμε λίγο από το αρνί. Ίσως αύριο ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Πράγματι ξεκαθάρισαν. Όταν ξυπνήσαμε είδαμε
τη Γη να ανατέλλει. Σηκώθηκε πάνω από τα δυτικά
βουνά, ασπρογάλαζη από τα σύννεφα και τους
ωκεανούς, με πράσινα και καφετιά μπαλώματα, στο
μεγαλύτερο όμως μέρος της μια καστανόξανθη
έρημος. Κοιτάζουμε δυτικά, προς τη μεριά της
Σαχάρας. Κάθομαι και γράφω τη στιγμή που οι
πάντες τρέχουν έξαλλοι πέρα-δώθε σαν κοτόπουλα
που τους έχουν κόψει το κεφάλι. Βρίσκομαι στο
κατάστρωμα κι ακούω τις φωνές του κόσμου και το
θόρυβο της κυκλοφορίας καθώς και κάποιους
πυροβολισμούς.
Η θέα προς τα ανατολικά όλο και μεγαλώνει - ή γυρίζουμε ή ανεβαίνουμε γρήγορα κατά πάνω, οπότε το οπτικό μας πεδίο αυξάνεται σημαντικά.
Στη θέση της κεντρικής Αιγύπτου διαγράφεται τώρα μια τεράστια σκοτεινή τρύπα.
Το μαύρο χρώμα πρέπει να είναι από τα πετρώματα που βρίσκονται κάτω από το επιφανειακό στρώμα της άμμου. Λες κι έξυσαν ένα κομμάτι από την άμμο που περιβάλει την κοιλάδα του Νείλου, μαζί και μας - κι άφησαν όλο το υπόλοιπο. Και με κάποιον απίθανο τρόπο το σήκωσαν και το πήραν μακριά από τη Γη.
Δεν βλέπω κανέναν Κουαρθέξ να πετάει τώρα. Δεν φαίνεται τίποτα στον ουρανό εκτός από αυτό το γαλάζιο μεταλλικό παραπέτασμα φωτός εκεί ψηλά.
Και στο βάθος, πέρα απ' αυτό - η Γη που ανατέλλει.
22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Παρέλειψα μια μέρα.
Χθες δεν είχα καιρό ούτε για να σκεφτώ. Με το που τελείωσα το γράψιμο είδα μια τεράστια ομάδα Αιγυπτίων να σέρνεται σιωπηλά πάνω στον παραλιακό δρόμο, σε μια κατάσταση ανάλογη με εκείνους που είχα δει στο Αμπού Σίμπελ. Μόνο που τη φορά αυτή ήταν χιλιάδες...
Και μπροστά τους πήγαινε ένας Κουαρθέξ. Στα
χέρια του κρατούσε ένα κυκλικό πράγμα σαν δίσκο
που έβγαζε έναν οξύ ήχο. Κάθε φορά που τον σήκωνε,
ο δίσκος άλλαζε τονικότητα.
Μ' έπιασε πονοκέφαλος και τα μάτια μου
υγράνθηκαν. Σαν ένα χέρι να μου ζουλάει το κρανίο
και να θολώνει τον αέρα μπροστά από τα μάτια μου.
Γύρω μου όλοι υπέφεραν φανερά και κλαψούριζαν
απελπισμένα. Το ίδιο και η Τζοάνα.
Τη στιγμή που ο Κουαρθέξ βρισκόταν στην κοντινότερη απόσταση από το πλοίο, εγώ ήμουν ο μόνος που είχε μείνει όρθιος πάνω στο κατάστρωμα. Τα παράξενα κίτρινα μάτια του που τρεμόπαιζαν με κάρφωσαν ανελέητα για λίγες στιγμές. Κατόπιν το γωνιώδες κεφάλι στράφηκε αλλού και η πορεία συνεχίστηκε. Παρδαλόχρωμος αυλητής με ένα ολόκληρο καραβάνι από αιγυπτιακά ποντίκια ξωπίσω του.
Μερικοί από τους συνταξιδιώτες μας ενώθηκαν με τους τελευταίους του πλήθους. Πρόσωπα ανέκφραστα με μάτια σαν από γυαλί. Φώναξα με όλη μου τη δύναμη, όμως ούτε ένας από την πομπή δεν γύρισε να με κοιτάξει. Η Τζοάνα έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες για να ξεφύγει από τα χέρια μου και να τρέξει να ενωθεί με την αλλόκοτη εκείνη παρέλαση. Την έριξα κάτω και την κράτησα εκεί ώσπου να απομακρυνθούν.
Τώρα το πλοίο είναι εγκαταλειμμένο. Εμείς μείναμε, μόνο και μόνο από φόβο
Δεν ξέρω τι σκαρώνουν οι Κουαρθέξ, πάντως ό,τι
κι αν είναι, επηρεάζει σχεδόν όλους όσοι
βρίσκονται μέσα στην ακτίνα δράσης τους. Μερικοί
από το πλήρωμα έχουν μείνει πάνω στο καράβι,
φαίνονται ζαλισμένοι αλλά εντάξει. Γενικά
φοβούνται και δύσκολα τους πιάνεις κουβέντα.
Ελάχιστα άτομα στο δείπνο. Και το επόμενο πρωί,
κανείς.
Έπρεπε να ψάξουμε για φαγητό. Το πλήρωμα πήρε μαζί του όλα τα αποθέματα που υπήρχαν στο πλοίο. Κατέβηκα να ψάξω στους κοντινούς δρόμους, αλλά τα πάντα ήταν κλειστά. Ερημωμένα. Λίγες μέρες πιο πριν τριγυρνούσαμε τους ίδιους δρόμους και αγοράζαμε καφτάνια, σφίγγες από αλάβαστρο και μπακίρια. Τώρα οι ίδιοι δρόμοι είναι εντελώς νεκροί. Μια ησυχία αφόρητη.
Έστριψα σε μια γωνιά όπου θυμόμουν την ύπαρξη
ενός βρωμερού κατασκότεινου καφενείου. Είχα
ρίξει μια ματιά κάποτε και ήμουν σίγουρος πως
εκεί μέσα καραδοκούσε η δυσεντερία... τώρα όμως
ήμουν πανευτυχής που μπόρεσα να βρω μερικά
μισοσαπισμένα φρούτα και λαχανικά.
Στο γυρισμό παραλίγο να πέσω πάνω σε μια ομάδα
Αιγυπτίων που βάδιζαν υπνωτισμένοι.
Έμοιαζαν με αστυνομικούς, αλλά το ντύσιμό τους
θύμιζε μάλλον καρναβάλι - ένα πανί γύρω από τη
μέση, μεγάλες δερμάτινες ζώνες, βραχιόλια και
χάντρες και τα μαλλιά τους πασαλειμμένα με κερί.
Κι επιπλέον κουβαλούσαν μυτερά ακόντια.
Ευτυχώς που πρόλαβα και τινάχτηκα στην άκρη,
ειδάλλως θα με είχαν εντοπίσει. Τους άκουσα να
έρχονται και κρύφτηκα σε ένα στενό δρομάκι.
Χτένιζαν την περιοχή ερευνώντας όλα τα σπίτια
πάνω από την αγορά. Ο μάστορας που τους
κουμαντάριζε γάβγισε κάποια διαταγή σε μια
παράξενη κακόφωνη γλώσσα που δεν καταλάβαινα και
που σίγουρα δεν ήταν Αραβικά.
Μόλις απομακρύνθηκαν γλίστρησα στα κρυφά και
γύρισα πίσω στο πλοίο. Μετά από αυτό το γεγονός
μείναμε κρυμμένοι στην καμπίνα μας και δεν
ανεβήκαμε ξανά στο κατάστρωμα παρά μονάχα το
βράδυ.
Όχι πως το σκοτάδι μας έκανε να νιώσουμε καλύτερα, Έξω στη στεριά είχαν ανάψει φωτιές. Όχι στο ίδιο το Ασουάν - αυτό παρέμενε νεκρό και κατασκότεινο. Τα πορτοκαλιά φωτάκια έλαμπαν στους γύρω λόφους, σε όλη την έκταση της ερήμου που περιβάλλει την πόλη και που απλώνεται - ή μάλλον απλωνόταν - από ανατολή σε δύση.
Τώρα υποθέτω ότι η έρημος εκτείνεται για καμιά
τριανταριά χιλιόμετρα και μετά... τι;
Δεν θέλω να το συζητήσω με την Τζοάνα. Το πρόσωπό
της έχει πάρει εκείνη τη στοιχειωμένη έκφραση
που είχε παλιά, πριν από την κρίση. Έχει κλειστεί
στον εαυτό της και δεν μιλάει καθόλου. Φάγαμε
εκείνα τα φρικτά λαχανικά. Τώρα θα πέσουμε για
ύπνο.
23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Σήμερα είδα κι άλλες περιπολίες όμοιες με
τους χθεσινούς καρνάβαλους. Διέσχισαν τον
παραλιακό δρόμο, κοίταξαν τα τουριστικά πλοία
που ήταν αγκυροβολημένα, αλλά για κάποιο λόγο δεν
ανέβηκαν να τα ερευνήσουν.
Είμαστε μόνοι μας πάνω στο πλοίο. Πλήρωμα και
επιβάτες έχουν εξαφανιστεί.
Κατά το μεσημέρι, όταν πια η πείνα είχε φτάσει στο
απροχώρητο κι εγώ μάζευα όλο μου το κουράγιο για
μια ακόμη εξόρμηση στην πόλη, ακούστηκε ένας
δυνατός θόρυβος. Μην ξεχνάτε ότι εδώ και πολλές
μέρες δεν είχα ακούσει αεροπλάνα. Κι ο ήχος αυτός
ήταν από αεριωθούμενα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα
ότι ο ήχος προερχόταν από μηχανή που σίγουρα έχει
κάποιο πρόβλημα.
Ανεβαίνω στο κατάστρωμα, αφού σιγουρεύομαι ότι δεν παραφυλάει πουθενά καμιά περίπολος, και ο θόρυβος ακούγεται τώρα πιο δυνατός. Είναι ένα αεροπλάνο με κοντόχοντρα φτερά που πετάει χαμηλά πάνω από το ποτάμι βγάζοντας όλους εκείνους τους παράξενους ήχους μιας χαλασμένης μηχανής πριν σταματήσει να δουλεύει.
Ρίχνει βουτιά και προσγειώνεται στο νερό.
Σκέφτηκα ότι θα συνέχιζε για τον πάτο του
ποταμού, όμως αυτό δεν έγινε, όχι αμέσως
τουλάχιστον, και τότε βλέπω το θαλαμίσκο να
ανοίγει κι από μέσα να ξεπροβάλλει σώος ο
πιλότος.
Του φωνάζω, μου κάνει κι αυτός νόημα κι αρχίζει να
κολυμπάει προς το μέρος του. Το αεροπλάνο χάθηκε
μέσα στα νερά του ποταμού.
Έπιασε ένα από τα παλαμάρια και σκαρφάλωσε στο
κατάστρωμα. Αμερικανός. Όμως αυτά που μου
διηγήθηκε ήταν ακόμη πιο παράξενα.
Δεν ήταν ένας απλός πιλότος από το Κάιρο, αλλά
ένας αστροναύτης.
Ήταν μέρος μιας αποστολής που είχε ξεκινήσει για να σταματήσει τους Κουαρθέξ. Είχε χάσει την επαφή με τους υπόλοιπους, που μάλλον τους είχε τραβήξει το πεδίο βαρύτητας αυτού εδώ του νησιού που έπλεε στο διάστημα και που κάποτε ανήκε στην Αίγυπτο.
Βρισκόμαστε μετέωροι κάπου δυο γήινες ακτίνες μακριά από τη Γη, σε μια τροχιά που όλο και φαρδαίνει. Μας καλύπτει μια ασπίδα που συγκρατεί μέσα της τον αέρα που αναπνέουμε και έξω όλα τα άλλα, όπως κοσμικές ακτίνες, τηλεπικοινωνιακά σήματα, διαστημόπλοια.
Οι Κουαρθέξ κατάφεραν με κάποιον τρόπο να ξεκολλήσουν ένα κομμάτι της Αιγύπτου και να το φυγαδεύσουν στο διάστημα μαζί με τους εαυτούς τους - και δυστυχώς κι εμάς. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι είχαν τέτοια δύναμη. Και κανείς δεν ξέρει τώρα τι πρέπει να κάνουν. Οι Κουαρθέξ που έτυχε να βρίσκονται αλλού τη στιγμή της αποκόλλησης απλώς μπήκαν στα διαστημόπλοιά τους και συναντήθηκαν αργότερα με τους υπόλοιπους, εδώ σε τούτη την αιωρούμενη πλατφόρμα.
Το όνομά του ήταν Ραλφ Μπλάντσαρντ και η αποστολή του ήταν να πετάξει στο κάτω μέρος της πλατφόρμας χρησιμοποιώντας ένα ταχύ τροχιακό σκάφος. Σκοπός του ήταν να ανακαλύψει με ποιο τρόπο είχαν καταφέρει να σηκώσουν όλο αυτό το πράγμα στον αέρα. Ένα μεγάλο κομμάτι από το υπέδαφος είχε ξεκολλήσει κατά την απογείωση και είχε γκρεμιστεί στη Γη.
Είδε λεει μια σειρά από ασημένιους σωλήνες να απλώνονται στο υπέδαφος που νομίζει ότι πρέπει να δημιουργούν ένα πεδίο αντιβαρύτητας. Το ίδιο μ' εκείνο που επιτρέπει στις συσκευές και τα διαστημόπλοιά τους να πετάνε και που ποτέ δεν μάθαμε πώς λειτουργεί.
Οι σωλήνες απέχουν κάπου δυο χιλιόμετρα ο ένας από τον άλλον και όλοι μαζί φτιάχνουν ένα είδος πλέγματος. Και ανάμεσα τους βρίσκονται πολλοί Κουαρθέξ. Χτίζουν, οργώνουν, γενικά δουλεύουν με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω χωρίς κανένα πρόβλημα! Η δύναμη της βαρύτητας ενεργεί ανάποδα στην κάτω επιφάνεια. Έτσι εξηγείται το ότι καταφέρνει να συγκρατηθεί όλο αυτό το πράγμα χωρίς να διαλύεται - το συμπιέζουν και από τις δυο πλευρές με ισχυρά τεχνητά πεδία βαρύτητας. Κι ένας Θεός ξέρει πώς συγκρατιέται η ασπίδα πάνω από τα κεφάλια μας.
Αλλά το πιο περίεργο πράγμα είναι ο Νείλος. Υπάρχει άλλος ένας από την κάτω πλευρά!
Ξεκινάει κάτω ακριβώς από την Αλεξάνδρεια, εκεί που ο κανονικός Νείλος συναντά -συναντούσε - τη Μεσόγειο. Κατόπιν συνεχίζει την πορεία του προς τα κάτω, από την κάτω μεριά πάντα, σχηματίζοντας μια δεύτερη κοιλάδα για να ενωθεί πια με τον δικό μας στο χείλος ακριβώς της αιωρούμενης στεριάς, καμιά τριακοσαριά χιλιόμετρα από εδώ.
Οι Κουαρθέξ έχουν αποξηράνει την περιοχή που εκτείνεται πέρα από το φράγμα του Ασουάν. Τώρα ο Νείλος ακολουθεί την παλιά του πορεία. Οι τεράστιοι ναοί του Ραμσή του Β' βρίσκονται τώρα σκαρφαλωμένοι σε ένα λόφο πολύ πιο πάνω από την επιφάνεια του ποταμού. Ο Ραλφ είναι σίγουρος πως είδε Κουαρθέξ να δουλεύουν στην περιοχή και να τεμαχίζουν τον ναό. Πιστεύει ότι ετοιμάζονται να τον μεταφέρουν στην αρχική του θέση, εκεί που βρισκόταν μέχρι το 1960, πριν αρχίσουν οι εργασίες για το φράγμα.
Κανονικά ο Ραλφ έπρεπε να γυρίσει κατόπιν στην
Τροχιακή Πόλη με την αναφορά του. Λίγο πριν
αποφασίσει να επιστρέψει δοκίμασε να κάνει έναν
τελευταίο γύρο, οπότε και έπεσε πάνω στην ασπίδα
που βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας. Το σκάφος
του έπαθε ζημιά. Του είχαν δώσει ένα ειδικό
σκάφος υποτροχιακής εμβέλειας, ικανό για μια
ασφαλή επαναφορά σε περίπτωση που αναγκαζόταν να
βγει στο διάστημα. Αυτό ήταν που τον έσωσε. Οι
υπόλοιποι χτύπησαν πάνω στην ασπίδα, τη
διαπέρασαν και τελικά γκρεμίστηκαν σαν τούβλα,
αφού τα οχήματά τους ήταν κανονικά
διαστημόπλοια.
Το αναλύσαμε όσο μπορούσαμε το θέμα, αλλά κανένας
από μας δεν έχει κάποια ικανοποιητική εξήγηση
για το τι ακριβώς συμβαίνει. Το καλύτερο που
μπορούμε να κάνουμε είναι να μείνουμε μακριά από
τις περιπόλους.
Στο μεταξύ η Τζοάνα ψάχνοντας τα διάφορα ντουλάπια του πλοίου για τίποτα φαγώσιμο βρήκε μια κάσα Σκίβα, μια φτηνή αιγυπτιακή μπύρα. Μόλις λοιπόν τελειώσω τούτη εδώ την τελετουργική αναφορά - ποιος ξέρει, μπορεί κάποια μέρα να μπει σε κάποιο βιβλίο ιστορίας, και σαν καλός ακαδημαϊκός πρέπει να τη συμπληρώνω ανελλιπώς - θα πάω με τους άλλους δυο και θα το κάψουμε. Σίγουρα θα κάνει καλό στην Τζοάνα. Και στους δυο μας, σίγουρα. Είναι φανερά πια αναστατωμένη. Καθώς,
Ο ζύθος τα καταφέρνει καλύτερα από τον Μίλτον
Να δικαιώσει τις πράξεις του Θεού
στα μάτια του ανθρώπου.
24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Αυτό το μικρό ημερολόγιο ήταν το μόνο που
κατάφερα να πάρω μαζί μου όταν ήρθαν οι
καρνάβαλοι. Βρισκόταν στην τσέπη μου.
Συνεχίζω λοιπόν την αναφορά μου. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα περισσότερο από ό,τι έκανα, και όμως...
Παραμέναμε κρυμμένοι στο σκάφος με την πείνα να
μας βασανίζει ξανά, αλλά και να μην τολμάμε να
βγούμε έξω να ψάξουμε. Από μακριά ακούγονταν
ψαλμωδίες. Όλο και πιο δυνατά. Κατόπιν ακούσαμε
βήματα πάνω στο κατάστρωμα. Τρέξαμε και
κρυφτήκαμε στις πιο μικρές από τις καμπίνες, σ'
εκείνες της τρίτης θέσης στην πρύμνη του
καραβιού.
Οι ήχοι συνεχώς πλησίαζαν προς το μέρος μας. Ο
Ραλφ πρότεινε να βγούμε και να τους
αντιμετωπίσουμε, εγώ πάλι είχα δει τα δόρατα που
κουβαλούσαν και, διάολε, είμαι πενηντάρης, πώς θα
τα βγάλω πέρα με αυτούς τους μανιακούς;
Η Τζοάνα τρομοκρατήθηκε. Όπως τότε που την είχε
πιάσει η κρίση. 'Η μάλλον όχι, χειρότερα. Αρχισε να
τρέμει μέχρι που κάποια στιγμή αυτή η τρεμούλα
απλώθηκε σε όλο της το σώμα, τα δάχτυλά της
μπλέκονταν σαν τρελά μες στα μαλλιά της, τα μάτια
της να σφίγγουν νευρικά και το πρόσωπό τής να
παραμορφώνεται από την αγωνία λες και θα
κατάφερνε έτσι να κρατήσει μακριά όλο τον
εξωτερικό κόσμο.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τη βοηθήσω, κι
εκείνη ήταν αδύνατον να ησυχάσει από μόνη της.
Βγήκε τρέχοντας από την καμπίνα κι άρχισε να
ουρλιάζει στο διάδρομο.
Ο Ραλφ μου είπε ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πλεονεκτικά την κατάστασή της και να ξεφύγουμε, αλλά εγώ του είπα ότι θα έμενα για να τη βοηθήσω, ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων, και τότε τους είδα να την πιάνουν και να την κρατάνε, όχι όμως με άγριες διαθέσεις. Δεν φαινόταν να θέλουν να της κάνουν κακό, μονάχα την πήραν μαζί τους.
Τρομοκρατήθηκα. Μου είναι δύσκολο να τα γράψω. Ένα κομμάτι του εαυτού μου λέει πως έπρεπε να πάω μαζί τους και να την υπερασπίσω - αν και ήταν ανώφελο. Δεν μπορεί να ζήσεις το ιδανικό πρότυπο του εαυτού σου. Ολόκληρη η λογοτεχνία μας δείχνει ανθρώπους να κάνουν κουραγιο κάποια στιγμή, να συγκεντρώνουν όλες τους τις δυνάμεις, όμως η γραμμή που τους χωρίζει από τη βλακεία είναι πολύ λεπτή. Έτσι τουλάχιστον το βλέπω εγώ.
Οι καρνάβαλοι δεν μας είχαν προσέξει κι έτσι
όταν έφυγαν γλιστρήσαμε πάνω στο κατάστρωμα.
Κατεβήκαμε προσεκτικά, όχι όμως πάνω στο δρόμο
αλλά κάτω στην όχθη. Ο Ραλφ έριξε μια ματιά
τριγύρω τσαλαβουτώντας στα νερά και γύρισε να με
συναντήσει πολύ ανήσυχος. Ολος ο τόπος ήταν
γεμάτος με περιπόλους..
Έπρεπε να κινηθούμε. Ο μόνος δρόμος που απέμενε
ήταν να διασχίσουμε το ποτάμι και να βγούμε στην
άλλη μεριά.
Το χέρι μου τρέμει τώρα που γράφω αυτές τις
γραμμές, αλλά είναι από την κούραση και μόνο. Μου
φάνηκε ότι κολυμπούσα ατέλειωτες ώρες. Το νερό
ήταν αρκετά ζεστό, όμως το ρεύμα μας τράβαγε μαζί
του. Ευτυχώς που στο σημείο εκείνο ο Νείλος είναι
αρκετά στενός και κάθε τόσο προεξέχουν μικρά
βράχια από όπου μπορείς να πιαστείς. Αγκάλιασα
ένα από αυτά και ξεκουράστηκα για αρκετή ώρα.
Δεν μας είδε κανείς, ή τουλάχιστον δεν έκαναν
τίποτα για να μας σταματήσουν.
Βγήκαμε στη στεριά σαν βρεγμένες γάτες. Υπάρχει ένας λόφος εκεί δίπλα γεμάτος με τάφους σκαλισμένους μέσα στο βράχο. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό μέρος για να κρυφτούμε κι άρχισα να σκαρφαλώνω, ενώ τα πόδια μου έτρεμαν από την κούραση, όταν πρόσεξα ένα ολόκληρο πλήθος ανθρώπων στην κορυφή.
Κι έναν Κουαρθέξ ανάμεσά τους, έναν τεράστιο με γυαλιστερό καβούκι. Φορούσε κάτι πάνω στο κεφάλι του. Συνήθως οι Κουαρθέξ δεν φοράνε ρούχα, όμως εκείνος είχε μια πολύ περίεργη εξάρτυση. Ένα τεράστιο κεφάλι πουλιού με μακρόστενο ράμφος και μαύρα ανέκφραστα μάτια.
Υπήρχε τρέλα ολόγυρά μας. Ατέλειωτες σειρές
ανθρώπων που κουβαλούσαν δέματα στην πλάτη τους
και έψελναν καθώς περπατούσαν. Κουαρθέξ να
πετάνε χαμηλά πάνω σε κείνες τις μικρές συσκευές.
Όλοι κάτω από έναν ήλιο που έκαιγε ανελέητα.
Κρυφτήκαμε για λίγο. Είδα ότι τούτο το μικρό
βιβλιαράκι δεν βράχηκε καθόλου. Ήταν συνεχώς
μέσα στην τσέπη μου και η δερμάτινη θήκη του το
προστάτεψε καλά. Αρχισα να γράφω. Η Τζοάνα είχε
πει κάποτε ότι ο λόγος που από παιδί με έκανε να
αποτραβηχτώ στα βιβλία ήταν ένα είδος άμυνας -
της άρεσε να δίνει ψυχαναλυτικές εξηγήσέις στα
πάντα, ήταν κάτι σαν χόμπι. Πάντα έλεγε πως έτσι
και κατάφερνε να δει τόσο καθαρά και τον εαυτό
της θα λύνονταν τα προβλήματά της. Ωραία, ίσως και
να χρησιμοποίησα τις λέξεις και τα βιβλία και μια
ήσυχη, κανονική ζωή για να κρυφτώ. Και λοιπόν;
Ήταν καλύτερος από τούτον εδώ τον «πραγματικό»
κόσμο που με περιβάλλει αυτή τη στιγμή.
Η σκέψη μου πήγε στην Τζοάνα και στο τι μπορεί να της συμβαίνει. 'Ισως οι Κουαρ -
(Αργότερα)
Εγραφα απερίσπαστος τη στιγμή που πλησίασαν
οι Κουαρθέξ προς το μέρος μας. Για μια στιγμή
φοβήθηκα πως είχε έρθει το τέλος μας, αλλά
ευτυχώς δεν μας είδαν. Είδα τα τεράστια κεφάλια
τους να γυρνάνε δεξιά κι αριστερά και τα
κατάμαυρα αστραφτερά τους μάτια να ερευνούν την
περιοχή. Ύστερα από λίγο έφυγαν. Οι ψαλμωδίες
ακούγονταν τώρα σαν ένας αδυσώπητος
επαναλαμβανόμενος τόνος που όλο και χαμήλωνε.
Φύγαμε στα γρήγορα από κείνο το σημείο.
Τη στιγμή αυτή έχουμε σταματήσει λίγο να
ξεκουραστούμε και μετά θα συνεχίσουμε.
Δεν υπάρχει άλλο μέρος να πάμε παρά τούτη η
καταραμένη έρημος.
25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Χριστούγεννα. Μου έρχονται άθελα στο μυαλό
γεμιστές γαλοπούλες, άσπρο κρασί και ζουμερά
κούμαρα.
Κακός μπελάς. Σήμερα βρήκαμε κάτι να φάμε. Σε μια
εγκαταλειμμένη οικοδομή υπήρχε λίγο ξερό ψωμί
και μερικά ξερά φρούτα. Αυτά. Ο Ραλφ επιμένει να
πάμε μέχρι την άκρη να δούμε πώς στηρίζεται όλο
αυτό το πράγμα.
Εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου, αλλά συγχρόνως δεν έχω καμιά καλύτερη ιδέα. Τρέχουμε σαν τρελοί από φόβο. Το ακαδημαϊκό μου ένστικτο - να συνεχίσω να γράφω αυτό το ημερολόγιο - με κρατάει στον κόσμο της λογικής. Αν υποθέσουμε ότι παραμένω λογικός.
Ο Ραλφ λεει ότι μπορεί να αποδειχτεί κάποια
μέρα έργο επιστημονικής αξίας. Αν μπορέσω να το
στείλω πίσω στη Γη. Συνεχίζω λοιπόν. Λέξεις,
λέξεις, λέξεις. Ένας κόσμος πολύ πιο διαυγής από
το σουρεαλισμό που μας περιβάλλει.
Ξανάδαμε ανθρώπους με πανιά γύρω από τη μέση.
Περπατούσαν μακριά μας σαν σε πομπή. Ξαφνικά
σκέφτηκα ότι το ντύσιμό τους κάπου το είχα
ξαναδεί - σε κείνες τις πανέμορφες τοιχογραφίες
των τάφων στην Κοιλάδα των Βασιλέων. Τα ρούχα που
φορούσαν στην αρχαιότητα.
Ο Ραλφ πιστεύει ότι καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Όταν οι Κουαρθέξ απογείωσαν αυτό το κομμάτι εξέπεμψαν ένα σήμα σε όλες τις γήινες συχνότήτες λήψης. Κανείς δεν κατάλαβε πολλά πράγματα - ήταν σε εκείνη την περίεργη γλώσσα που λίγο μοιάζει με τις δικές μας, οι λέξεις ήταν συγκεχυμένες, φθόγγοι βαλμένοι σε λάθος σειρά, ένα πράγμα πολύ μπερδεμένο. Κάτι σχετικά με την αποστολή τους ή το σκοπό τους ή οτιδήποτε άλλο έκαναν τόσα χρόνια για την καλυτέρευση και των δυο κόσμων. Σχετικά με τη συμφωνία που είχαν κάνει με την αιγυπτιακή κυβέρνηση για την επίτευξη του ανεκπλήρωτου σκοπού του μεγαλειώδους παρελθόντος τους και τα λοιπά. Κάτι που θα σήμαινε τελικά απομόνωση, ώστε να μπορέσει επιτέλους να καρποφορήσει το άνθος των περασμένων εποχών.
Χα. Μια νέα εποχή ανατέλλει για την ανθρωπότητα, ο χρυσός αιώνας ξαναρχίζει - σίγουρα αλλιώς τον είχε φανταστεί ο Πέρσυ Μπάυση Σέλλεϋ.
Δεν πολυνοιάζομαι για τα κίνητρά τους αυτή τη στιγμή. Πέρασα τη μέρα μου με τις σκέψεις μου στην Τζοάνα, νιώθοντας ενοχές. Περπατώντας δυτικά μέσα στη σκόνη και τη ζέστη, προσπαθώντας να μη γίνουμε αντιληπτοί από τις ορδές των εργατών που συναντούμε κάθε τόσο.
Το απόγευμα, λίγο πριν τη δύση του ηλίου, φθάσαμε στην άκρη. Δεν είχε περάσει καν από το μυαλό μου, αλλά είναι προφανές για να έχουμε μέρες και νύχτες εδώ πάνω σημαίνει ότι με κάποιο τρόπο περιστρέφουν αυτό το κομμάτι γης. Το συμπιέζουν, το συγκρατούν στον αέρα δίνοντάς του την περιστροφή που χρειάζεται. Ναι, είναι σίγουρα κύριοι και αφέντες του χωροχρόνου και του ποταμού.
Το έδαφος άρχισε να παρουσιάζει κλίση προς τα κάτω. Όχι όμως όπως σαν να βρίσκεσαι στην κορυφή κάποιου λόφου και έχεις μπροστά σου την κατηφόρα, αφού εδώ δεν υπάρχει τίποτα για να σε τραβήξει προς τα κάτω. Θέλω να πω ότι νιώθαμε πως περπατάμε σε ίσιωμα, όμως από πάνω μας ο ουρανός άλλαζε διαρκώς στο κάθε μας βήμα.
Είδαμε τον ήλιο να δύει. Εξαφανίστηκε για λίγο το απόγευμα, αλλά μετά από κάποια ώρα άρχισε να ξαναβγαίνει. Σύντομα ήταν πάλι πάνω από τα κεφάλια μας. Μεσημέρι.
Στο βάθος του ουρανού η Γη. Όλο και μικρότερη, γαλαζωπή και όμορφη. Φθάσαμε μπροστά σε έναν τοίχο από γυαλιστερούς μεταλλικούς σωλήνες στο χρώμα του ασημιού με παράξενες γαλάζιες ανταύγειες. Καθώς πλησιάζαμε άρχισα να ζαλίζομαι περίεργα. Κάτι γινόταν με τη βαρύτητα - σου τραβούσε το στομάχι λες και σε είχαν βάλει πάνω σε μια περιστρεφόμενη καρέκλα και σε γύριζαν γρήγορα. Μέχρι που κάποια στιγμή δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε άλλο. Σταμάτησα. Με είχε πιάσει ναυτία. Ο Ραλφ συνέχισε. Τον είδα να προσπαθεί να πλησιάσει το μεταλλικό φράγμα που τώρα πια έμοιαζε με μια σειρά από γαλάζια φωτεινά παγόβουνα που έπλεαν στον αέρα πάνω από τη γυμνή έρημο.
Αργότερα μου είπε ότι προσπαθούσε να περπατήσει σε ευθεία. Εγώ τον έβλεπα να αλλάζει συνεχώς πορεία, τα πόδια του να λυγίζουν λες και ήταν φτιαγμένα απο λάστιχο. Έμοιαζε σαν να διαστελλόταν ολόκληρος, σαν να φούσκωνε, το περίγραμμα του σώματός του παλλόταν μ' ένα σταθερό κυματισμό, εκτεινόταν οριζόντια, ενώ κάποια δύναμη τον συμπίεζε αόρατα στο κάθετο επίπεδο, είχε μεταμορφωθεί σε αβγό, ο άνθρωπος-αβγό, ένα πλαστικό σώμα που λικνιζόταν με τις αλλαγές του πεδίου βαρύτητας.
Κατόπιν άρχισε να σκοντάφτει πάνω σε αόρατα
εμπόδια, να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει.
Έβαλε τις φωνές - ένας ήχος τρομακτικός που
κύρτωνε καθώς ταξίδευε προς το μέρος μου, σαν
χαρτί που σκιζόταν χωρίς τελειωμό. Αρχισε να
τρέχει. Η άμμος τον άρπαζε και τον συγκρατούσε, το
κάθε βήμα που κατάφερνε να κάνει τέλειωνε σε μια
ουρά από άμμο που άστραφτε και επιμηκυνόταν
μέχρι που γινόταν τόσο λεπτή που έσπαγε. Δεν
κατάφερε όμως να τον ακινητοποιήσει. Ο Ραλφ τους
ξέφυγε αγκομαχώντας, τα μάτια του πελώρια,
κάτασπρα και πανικοβλημένα.
Γυρίσαμε πίσω.
Καθώς φεύγαμε από κει προσέξαμε μια ομάδα
ανθρώπων, άντρες και γυναίκες, να κινείται με μια
ακαμψία προς το μεταλλικό τοίχο. Στην πλειοψηφία
τους ήταν γέροι και άρρωστοι. Μερικοί ήταν και
πληγωμένοι - οι πληγές τους φαίνονταν καθαρά.
Κατευθύνονταν προς την άκρη της γης. Σιωπηλοί,
ανένδοτοι. Ο Ραλφ κι εγώ τους ακολουθήσαμε για
λίγο. Όταν έφθασαν κοντά στον τοίχο, τους είδαμε
να αφήνουν σιγά-σιγά την άμμο και να περπατάνε
στον αέρα.
Και πάνω από τις σωληνώσεις. Να πετάνε.
Αποφασίσαμε να πάμε νότια. Ίσως εκεί η άκρη να ήταν διαφορετική. Ο Ραλφ λεει πως το σχέδιο που είχαν ετοιμάσει οι στρατηγοί, αφού μελέτησαν όλες τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους, ήταν να προσπαθήσουν να ανοίξουν την προστατευτική ασπίδα στο σημείο που γυρίζει ο Νείλος και χύνεται από κάτω. Μετά θα έβγαζαν τον πληθυσμό με βάρκες...
Υπήρχε περίπτωση να έχουν ήδη αρχίσει να το
κάνουν; Πού και πού άκουμε κάτι δυνατούς ήχους
από τον ουρανό. Εκρήξεις. Ο Ραλφ το βρίσκει πολύ
χαζό αυτό το σχέδιο και πιστεύει ότι οι Κουαρθέξ
κάποια στιγμή θα βαρεθούν με όλους αυτούς τους
εισβολείς και τότε θα βάλουν μπρος για τον
πλανήτη τους - και τότε άντε να τους φτάσεις!
Δεν ξέρω. Είμαι κουρασμένος, δεν αντέχω άλλο.
Έχουμε καμιά ελπίδα να γλιτώσουμε; Φαίνεται
απίθανο, παρ' όλα αυτά προσπαθούμε, δεν έχουμε
άλλη επιλογή. Κατευθυνόμαστε προς το νότο, προς
τα εκεί που τελειώνει o Νείλος.
Απόψε βρήκαμε μια σπηλιά. Κάνει πολύ κρύο το
βράδυ στην έρημο και τα καψίματα από τον ήλιο
κάνουν χειρότερη την κατάσταση. Πεινάω τρομερά.
Μαύρα Χριστούγεννα.
Σήμερα έπρεπε κανονικά να βρισκόμαστε στη Λαγκούνα Μπητς. Ένας Θεός ξέρει πού να βρίσκεται η Τζοάνα.
26 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Παρά τρίχα γλίτωσα.
Τώρα οι Κουαρθέξ δουλεύουν κατά ομάδες. Έχουν χωρίσει την έρημο σε τομείς και την ψάχνουν με συστηματικό τρόπο από ψηλά με τις ιπτάμενες πλατφόρμες τους. Από τις δυο άκρες προεξέχουν κάτι σωλήνες μεγάλοι σαν κανόνια και με αυτούς ο κάθε Κουαρθέξ ερευνά την άμμο με σαρωτικές κινήσεις.
Ο Ραλφ κι εγώ συρθήκαμε ως την άκρη της σπηλιάς και τους παρακολουθούσαμε να χτενίζουν την περιοχή. Αρχιζαν από τις όχθες του Νείλου και συνέχιζαν προς τα ενδότερα. Όταν κάποια στιγμή ένας από τους σωλήνες στράφηκε προς τη μεριά μας, ένιωσα να με κυριεύει ένα ζεστό υγρό κύμα, να με χτυπά πρώτα στο πρόσωπο και κατόπιν σε όλο μου το σώμα. Ένιωσα σαν να πλέω μέσα στον ωκεανό. Παρέλυσα και έπεσα στα γόνατα. Κατόρθωσα παρ' όλα αυτά να συρθώ μέχρι το βάθος της σπηλιάς, μακριά από το άνοιγμα. Για μια στιγμή σκοτείνιασαν τα πάντα γύρω μου, λες και το κύμα εκείνο με είχε στείλει στον πάτο του ωκεανού γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με ένα παχύρρευστο υγρό.
Και την επόμενη στιγμή είχε φύγει. Πλησίασα στο άνοιγμα της σπηλιάς για να αναπνεύσω και τότε είδα τον Ραλφ να περπατά με αργές κινήσεις κάτω από τον καυτό ήλιο και να κατευθύνεται προς την αιωρούμενη πλατφόρμα των Κουαρθέξ. Ο σωλήνας ήταν κεντραρισμένος πάνω του και δεν σημάδευε πλέον την είσοδο της σπηλιάς. Βρισκόμουν πια έξω από την ακτίνα δράσης του.
Τους είδα να κατεβάζουν μια σχοινένια σκάλα. Ο Ραλφ άρχισε να σκαρφαλώνει υπάκουα. Ήθελα να του φωνάξω, να τον ξυπνήσω από τη μέθη που του δημιουργούσε εκείνο το πράγμα, αλλά για μια ακόμη φορά επικράτησε πάνω μου η λογική κι έμεινα ακίνητος να τον παρακολουθώ. Μετά τον πήραν μαζί τους.
Περίμενα μέχρι να πέσει το φως για να βγω από τη σπηλιά. Δεν έχω κανένα για να του μιλάω και βλέπω ότι έτσι είναι πολύ πιο δύσκολο να κοντρολάρω το φόβο μου.
Θεέ μου, πώς πεινάω. Δεν μπόρεσα να βρω τίποτα να βάλω στο στόμα μου.
Βγάζοντας το ημερολόγιο από την τσέπη μου τα
μάτια μου έπεσαν πάνω στη δερμάτινη θήκη του και
στο νου μου ήρθαν ιστορίες για ανθρώπους που πάνω
στην απελπισία τους έφαγαν τα παπούτσια τους.
Βρασμένα κατάλληλα, με αλατάκι και μια καυτερή
σάλτσα φυσικά. Μια-δυο μέρες ακόμη και αυτή η ιδέα
δεν θα μου φαίνεται και τόσο αστεία.
Πρέπει να συνεχίσω.
27 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Δύσκολο να γράψω.
Μ' έπιασαν το πρωί.
Σ' αρπάζουν απ' το μυαλό. Όπως και πριν. Ένα
σφίξιμο μέσα στο κεφάλι.
Αλλά μετά από λίγο είναι καλύτερα. Νιώθεις ωραία.
Σου μένει όμως μια θολούρα, ένα βουητό. Και δεν
μπορείς να σκεφτείς.
Με πιάσανε καθώς περνούσα πάνω από ένα γεφυράκι.
Δεν τους είχα δει.
Μια πλατφόρμα.
Με πήγαν κάπου. Υπήρχαν κι άλλοι εκεί. Όλοι
Αιγύπτιοι. Τους είχαν πιάσει με παρόμοιο τρόπο.
Περπατήσαμε μέχρι το Νείλο. Αφθονο φαγητό.Το
μεσημέρι ξεκουράστηκα.
Μου έφεραν την Τζοάνα. Είναι μια χαρά. Πολύ
όμορφη με αυτό το μακρύ φόρεμα που της έδωσαν οι
Κουαρθέξ.
Γύρω μου αυτοί με τα κεφάλια πουλιών. 'Ιβιδες, τα
πουλιά του Νείλου. Και άλλοι με κεφάλι σκύλου. Και
με κεφάλι λιονταριού. Οι θεοί της παλιάς εποχής.
Οι Κουαρθέξ είναι οι θεοί των αρχαίων Αιγυπτίων.
Της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Εμείς είμαστε ο
λαός.
Μερικές φορές, όπως τώρα, μπορώ να σκεφτώ. Δεν με
βάζουν να δουλέψω πολύ. Με στείλανε να κουβαλήσω
κάτι. Μικρή απόσταση. Είμαι αρκετά γέρος κι όχι
πολύ δυνατός. Είναι καλοί - μου δίνουν εύκολες
δουλειές.
Έφθασα εδώ. Εδώ που κρύβω το ημερολόγιο. Πριν μου
πάρουν τα παλιά άβολα ρούχα, πρόλαβα και το
έκρυψα σε μια σχισμή του βράχου. Και το μολύβι.
Με βοηθάει πολύ το γράψιμο. Καθαρίζει κάπως το
μυαλό μου. Είδα τον Ραλφ, μετά τον έχασα. Δούλεψα
σκληρά το απόγευμα. Μου αρέσει ο ήλιος. Κουβάλησα
στάμνες. Τις πήγα εκεί που έδειξε ο επιστάτης.
Ο θεός-Κουαρθέξ με το κεφάλι ίβιδας χτίζει έναν
καινούριο ναό. Τον φτιάχνει με πέτρες από το
Ασουάν. Θα είναι δροσερός ναός, βαθύς με πολλές
κολόνες.
Μου πήραν τα βρώμικα ρούχα. Μου δώσανε καινούριο
πανί για τη μέση, ταινία για το κεφάλι, σανδάλια.
Καλοφτιαγμένα. Καλύτερα από τα παλιά μου ρούχα.
Δύσκολα θυμάμαι πώς ήταν τα πράγματα πριν έρθω
εδώ. Ήξερα μονάχα το ποτάμι. Πώς κυλά. Πώς χωρίζει
τον κόσμο στα δυο.
Θα κάτσω να ξεκουραστώ πριν προσπαθήσω να
διαβάσω όσα είναι γραμμένα εδώ. Οι λέξεις με
κουράζουν.
Μέρες Αργότερα
Έρχομαι συχνά, αλλά διαβάζω λίγο κάθε φορά. Η
Τζοάνα λεει ότι δεν κάνω καλά. Δεν θα αρέσει στην
ίβιδα.
Θυμάμαι ότι κάποτε μου αρέσανε οι λέξεις πάνω στο χαρτί, τότε παλιά. Κέρδιζα το ψωμί μου μ' αυτές. Τώρα είναι κενές. Δεν θα ήταν αληθινές. Δεν τις χρειάζομαι πλέον.
Ο Ραλφ, η επιστήμη. Όλα λέξεις.
Αργότερα
Έχουν περάσει πολλές μέρες. Μ' αρέσει η
δουλειά, τρώω, το βράδυ η Τζοάνα είναι μαζί μου.
Πολλά πράγματα. Δεν θέλω να το διαβάσω.
Σήμερα όμως πάλι πέρασε κάτι πάνω από τα
κεφάλια μας. Έκανε πολύ θόρυβο. Πετούσε πάνω από
την έρημο σαν μαύρο πουλί που στριγκλίζει,
γεράκι, κι ύστερα έπεσε, φλόγες, πολύς θόρυβος.
Θυμήθηκα τον Ραλφ.
Θυμήθηκα αυτό το βιβλίο, γι' αυτό ήρθα εδώ.
Ο θεός-Ίβις μας μιλάει κάθε απόγευμα, όταν πέφτει ο ήλιος. Για το πώς ξαναβρήκαμε τη χαμένη μας δόξα. Ξαναγίναμε ένας λαός, ναι, μετά από πολύ, πολύ καιρό που ήμασταν χαμένοι.
Τι σημαίνει η κόκκινη δύση. Το μέρος που
θάβονται οι νεκροί στη δυτική έρημο. Για τους
ετοιμοθάνατους που πρέπει να πλησιάσουν στην
άκρη για να μπορέσουν να περπατήσουν τα
τελευταία τους βήματα πάνω σ' αυτό τον κόσμο, να
φθάσουν στο χείλος και να περάσουν μετά από κάτω,
στον κάτω κόσμο.
Εκεί τους περιμένει ο θεός-λιοντάρι για να τους
ταριχεύσει. Για να μπορέσουν να ξαναζήσουν.
Οι θεοί-Κουαρθέξ έχουν ανακαλύψει τον τρόπο να
ξαναζωντανεύουν τη ψυχή του κάθε νεκρού όντος.
Κι αυτό το διαδίδουν σε όλα τα αστέρια.
Αλλά μονάχα σε εκείνους που καταλαβαίνουν. Που το
αξίζουν. Που υποκλίνονται μπροστά στη συμμετρία
της ζωής.
Η μια όψη του προσώπου φωτεινή, η άλλη σκοτεινή.
Ο ήλιος φωτίζει τον κάτω κόσμο όταν εμείς έχουμε νύχτα. Τότε γιορτάζουν οι νεκροί, ζευγαρώνουν, γελάνε και ζουν παντοτινά. Ο Ραλφ τον είδε. Είδε τη χαρούμενη γη που βρίσκεται από κάτω. Μοιράζεται μαζί μας τον ήλιο.
Είδα τον Ραλφ σήμερα. Ήρθε κάτω στο ποτάμι να
δει αυτό το πράγμα σαν γεράκι που κατέβηκε
κλαίγοντας από τον ουρανό. Όλοι το είδαμε.
Έπεσε μέσα στο ποτάμι κι αυτό το κατάπιε και θα το
κατεβάσει μετά στον άλλο κόσμο καθώς κυλάει προς
την άκρη του κόσμου. Ο Ραλφ λυπήθηκε που έπεσε το
γεράκι. Είπε ότι ήταν λάθος που το είχαν στείλει
να μας ενοχλήσει. Ότι το είχε στείλει κάποιος από
την παλιά νεκρή εποχή.
Ο Ραλφ δουλεύει στο λατομείο. Σκαλίζει τον
ασβεστόλιθο.
Φαίνεται πολύ υγιής, ο ήλιος τον έχει σκουρύνει
και τον έχει κάνει δυνατό.
Αρχισα να του λεω για την εποχή που
συναντηθήκαμε, αλλά κατσούφιασε.
Τότε δεν είχαμε καταλάβει, λεει. Κούνησε το
κεφάλι του. Δεν θα του ξαναμιλήσω γι' αυτό το θέμα.
Οι θεοί ξέρουν για το χρόνο και για το ποτάμι. Ξέρουν καλά. Κουράστηκα τώρα.
Ξανά
Τζοάνα άρρωστη. Προσπάθησα βοηθήσω αλλά δεν
σταματά η αιμορραγία.
Τον παλιό καιρό θα προσπαθούσα να σταματήσω ro
υλικό της ζωής να φύγει από μέσα της. Θα ένιωθα
λύπη.
Τώρα δεν νιώθω. Είμαι ήρεμος.
Ο θεός-ίβις την ετοιμάζει. Εργάζεται καλά και
προσεκτικά.
Απόψε θα ταξιδέψει. Θα περπατήσει το τελευταίο
μονοπάτι. Πέρα από την άκρη του ουρανού, στον κάτω
κόσμο.
Αυτό που γράφουν και τα σκαλίσματα στους ναούς.
Θα ξαναζήσει για πάντα.
Η αιωνιότητα την περιμένει.
'Ηρθα εδώ για να βρω το Βιβλίο και να το
σημειώσω. Θυμάμαι καμιά φορά πώς ήταν τότε.
Τότε δεν ήξερα τι σημαίνει χαρά. Ούτε η Τζοάνα.
Ζούσαμε, αλλά χωρίς κανένα σκοπό. Ένα ατέλειωτο πέρα-δώθε. Τώρα ξέρω τι θα έρθει. Ο δυτικός θάνατος. Η ζωή που ανατέλλει. Οι θεοί-Κουαρθέξ έχουν δίκιο. Πρέπει να ξεχάσω εκείνη τη ζωή.
Το να κρατιέσαι είναι σαν να πεθαίνεις. Ζωή είναι να πηγαίνεις μπροστά, να κυλάς όπως το ποτάμι.
Σήμερα είδα τον Φαραώ. Ήρθε πάνω σε ένα άρμα που
ακτινοβολούσε, το έσερναν μαύρα άλογα και
εκείνος κρατούσε στο χέρι το σπαθί του. Ο ήλιος
ήταν ψηλά στον ουρανό κι ο βασιλιάς δεν έριχνε
πουθενά σκιά.
Ήταν μεγαλόσωμος με κόκκινο δέρμα και παρέλασε
στη λεωφόρο των βασιλέων. Εμείς, ο λαός ενωμένος,
ζητωκραυγάζαμε.
Το τεράστιο κεφάλι του έλαμπε μεγαλόπρεπα κάτω
από τον ήλιο καθώς χαιρετούσε τον ενωμένο λαό με
τα πολλά του χέρια. Είναι τόσο μεγάλος που τα
άλογά του αγκομαχούσαν κι ίδρωναν να σύρουν το
άρμα. Το σκληρό, γυαλιστερό του σώμα είναι
θωρακισμένο για να μας προστατεύει πάντα από
τους εχθρούς.
Σαν κι εκείνους που πέφτουν από τον ουρανό.
Κάθε μέρα πέφτουν όλο και πιο πολλοί, σαν
φλογισμένα μετέωρα που χάνονται στην έρημο. Όλοι
τους τρελοί. Μαύρα κουφάρια που σαπίζουν. Κανείς
τους δεν θα μπορέσει να σηκωθεί και να περπατήσει
προς τη δύση. Μονάχα μια καμένη λεία για τον
Φαραώ.
Ο Φαραώ πέρασε τρεις φορές από τη λεωφόρο.
Πέσαμε κάτω στο χώμα για μια του ματιά. Τα
τεράστια λαμπερά του μάτια μας κοίταξαν κι εμείς
φωνάξαμε και κλάψαμε με δύναμη με τα πρόσωπά μας
υγρά από τη χαρά.
Θα μεσολαβήσει για μας στον κάτω κόσμο. Θα
τραγουδήσει στους υποχθόνιους θεούς.
Θα προετοιμάσει το μονοπάτι μας προς τα δυτικά, θα το κάνει πιο εύκολο για μας που θα ακολουθήσουμε.
Πέφτω στα πόδια του.
Τώρα θα το θάψω αυτό. Όχι άλλα γραπτά.
Αυτού του είδους το γράψιμο δεν ταιριάζει σε τούτο τον κόσμο.
Έρχεται από άλλους καιρούς πεθαμένους για πάντα, τότε που δεν ήξερα τίποτα και σκεφτόμουν τα πάντα.
Πηγαίνω στην αιωνιότητά μου στο ποτάμι.