τα
χρόνια
της
αρρώστιας




Norman Spinrad
Journals of the Plague Years (1988)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

 

 

εισαγωγή

Ήταν η χειρότερη εποχή, ήταν η πιο θλιβερή εποχή' αν θέλουμε λοιπόν να διατηρήσουμε την προοπτική μας καθώς διαβάζουμε αυτά τα ημερολόγια από τα χρόνια του Λοιμού, θα πρέπει να θυμόμαστε πως οι άνθρωποι που τα έγραψαν - και όχι μόνο αυτοί, αλλά το σύνολο του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου - ήταν όλοι τους, με τα δικά μας κριτήρια, εντελώς τρελοί.

Ο ιός του Λοιμού, που απ' ό,τι φαίνεται προήλθε από κάπου από την Αφρική, είχε διαδοθεί πρώτα στους άντρες ομοφυλόφιλους και τους χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών. Μοιραία πέρασε, μέσω αμφιφυλόφιλων επαφών, στο κύριο μέρος του πληθυσμού. Κατασκευάστηκε κάποιο εμβόλιο, και για λίγο φάνηκε ότι ο Λοιμός είχε νικηθεί. Αλλά ο οργανισμός μεταλλάχτηκε κάτω απ' αυτή την εξελικτική πίεση, και ένα νέο στέλεχος σάρωσε τον κόσμο. Ένα νέο εμβόλιο κατασκευάστηκε, αλλά o ιός μεταλλάχθηκε ξανά. Τελικά η σειρά των εμβολίων προκάλεσε την επικράτηση του χαρακτηριστικού της μεταλλαξιμότητας, και ο ιός του Λοιμού εξαπλώθηκε σε δεκάδες στελέχη.

Αναπτύχθηκαν παρηγορητικές θεραπείες - οι άρρωστοι μπορούσαν να ζήσουν για δέκα χρόνια ή και περισσότερο - αλλά δεν υπήρχε θεραπεία, και κανένα εμβόλιο δεν πρόσφερε προστασία για πολύ.

Επί είκοσι χρόνια, το σεξ κι ο θάνατος ήταν αξεδιάλυτα πλεγμένα. Επί είκοσι χρόνια, οι άντρες κι οι γυναίκες ήταν εξαναγκασμένοι είτε να αρνούνται τις φυσιολογικές απολαύσεις του άμεσου, χωρίς εμπόδια σεξ, είτε να υποκύπτουν στις φυσικές επιθυμίες της σάρκας και να πληρώνουν το φοβερό τίμημα. Επί είκοσι χρόνια, το ανθρώπινο είδος βρισκόταν αντιμέτωπο με την εξαφάνισή του. Επί είκοσι χρόνια, η Αφρική και το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής βρίσκονταν σε καραντίνα από τις ένοπλες δυνάμεις της Αμερικής, της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Επί είκοσι χρόνια, οι άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο έβραζαν στο ζουμί των καταπιεσμένων τους σεξουαλικών επιθυμιών.

Δεν είναι παράξενο που τα Χρόνια του Λοιμού ήταν χρόνια τρέλας. Δεν είναι παράξενο που οι συγγραφείς αυτών των ημερολογίων φαίνονται, από τη δική μας, πιο ευτυχισμένη προοπτική, μανιακά πλάσματα, τρελά.

Το ότι ο καθένας τους βρήκε κάπου το κουράγιο να συνεχίσει, το ότι με την τυραννισμένη και ελλιπή τους μεσολάβηση η μεγάλη νύχτα είδε τελικά τη δική μας αυγή, αυτό είναι το θαύμα, αυτός είναι ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος, του πνεύματος που ενώνει την εποχή των Χρόνων του Λοιμού με τη δική μας.

Μουσταφά Κέλλυ, Λούνα Σίτυ, 2143

 

Τζων Ντέηβιντ

Ήμουν στην πρώτη γραμμή στην Κάτω Καλιφόρνια όταν άρχισαν να εμφανίζονται ξανά τα σημάδια. Την πρώτη φορά που είδα τα σημάδια μου έδωσαν έξι χρόνια αν είχα τα φράγκα, δέκα αν μ' έπαιρναν φαντάρο κι είχα την καλύτερη περιποίηση.

Τι θα 'κανε ο κάθε κακομοίρης; Να πάρω τη μαύρη κάρτα μου, να τους αφήσω να με χώσουν σε μια Ζώνη Καραντίνας και από κει και πέρα να το παίξω; Να την κάνω αντεργκράουντ και να κρύβομαι από τη Σεξονομία ώσπου να τη βρω απ' την Αρρώστια; Α, όχι, αυτός ο κακομοίρης έκανε ό,τι έκαναν κι άλλα δυο εκατομμύρια κακομοίρηδες - ισόβια κατάταξη στην Αμερικανική Λεγεώνα των Ξένων, που είναι γνωστή και σαν Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών, όσο ήταν ακόμα σε κατάσταση που θα μπορούσαν να τον δεχτούν.

Τώρα, ακούτε πολλά άσχημα πράγματα για τη Λεγεώνα. Οι μισθοί είναι του κώλου. Το φαγητό είναι σκατά. Είμαστε ένα μάτσο αιμοβόροι δολοφόνοι, γαμημένοι από την Αρρώστια τόσο που δεν μπορούν να μας ξαναφέρουν στις Πολιτείες, σ' έναν ατέλειωτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο ενάντια σ' ολόκληρο τον Τρίτο Κόσμο, και η μέση διάρκεια της μάχιμης ζωής μας είναι κάπου τρία χρόνια. Πρεζόνια. Χασικλήδες. Λιγούρηδες σεξομανείς ανώμαλοι. Τα αποβράσματα του σύμπαντος.

Σίγουρα, όλα αυτά είναι αλήθεια. Εκτός όμως κι αν είσαι κανένας εκατομμυριούχος ή σούπερ απατεώνας, η Λεγεώνα είναι το καλύτερο που μπορείς να κανονίσεις όταν σου βάψουν μαύρη την μπλε σου κάρτα και σου πουν πως Την Αρπαξες.

Η συμφωνία, τώρα, ποια είναι. Σου δίνουν την τελευταία λέξη της ιατρικής επιστήμης, και τζάμπα. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στους γύφτους, αρκεί να μη γαμείς τις διαταγές μάχης. Η Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών είναι μικτή και πανσεξουαλική, και ο καθένας μας Την έχει ήδη Αρπάξει. Έχουμε όλοι μας τις μαύρες μας κάρτες, είμαστε καταδικασμένοι σε θάνατο, μπορούμε λοιπόν στο δρόμο να τη βρούμε μεταξύ μας. Η Λεγεώνα σου δίνει όλο το κρέας που μπορείς να καταφέρεις, κι ακόμα περισσότερο, πιστέψτε με!

Όπως λεει και το σλόγκαν για την κατάταξη, «Μια Σύντομη, αλλά Ευτυχισμένη Ζωή». Ήμασταν τα τελευταία θερμόαιμα αγόρια και κορίτσια της Αμερικής. «Έλα στο Στρατό και Γάμησε τον κόσμο», λένε τα γκράφιτι που γράφουν στους τοίχους για μας.

Ωραία, και λοιπόν;
Πάρτε την εκστρατεία της Κάτω Καλιφόρνιας. Η τελευταία απογραφή έδειξε πως ο πληθυσμός μαύρης κάρτας της Καλιφόρνιας είχε δικαίωμα για μεγαλύτερες Ζώνες Καραντίνας. Η Καταλίνα και το Σαν Φραντσίσκο ήταν γεμάτα ως τα μπούνια, και οι νομικοί της πολιτείας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε κάποια βολική περιοχή. Έτσι το θέμα ανέβηκε στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Καραντίνας.

Ο γέρο-Ουώλτερ Τ., τώρα, κοιτάζει το χάρτη και βλέπει πως μπορείς να κρατήσεις μια γραμμή Καραντίνας στην κορυφή της Χερσονήσου της Κάτω Καλιφόρνιας με δυο χιλιάδες περίπου φαντάρους της ΣΑ. Πολύ βολικό. Προσαρτούμε τη χερσόνησο στην Καλιφόρνια και λύθηκε το πρόβλημα.

Μπουκάρουμε λοιπόν, και κάνουμε παρέλαση σ' όλη την Κάτω Καλιφόρνια. Ανετοι. Δυο βδομάδες εξοντωτικές αεροπορικές επιδρομές για να μαλακώσουν οι Μεξικάνοι, μια μεραρχία βαρέων όπλων και δυο πτέρυγες θωρακισμένα ελικόπτερα μπροστά, κι εμείς, δεκαπέντε χιλιάδες ζόμπι, από πίσω, για να φιξάρουμε τα πράγματα.

Μια εκστρατεία της πλάκας, θα λέγατε, σίγουρα καμιά σχέση μ' αυτά που πάθαμε στην Κούβα ή τη Βενεζουέλα, που τα σκατώσαμε. Το Μεξικό Την είχε Αρπάξει στο πενήντα τα εκατό, ο στρατός τους είχε διαλυθεί στην εκστρατεία της Τσιχουάουα, κι έτσι ήταν ζήτημα τριών εβδομάδων λεηλασία, πλιάτσικο και βιασμός, με την άνεσή μας.

Οι Μεξικάνοι; Φτηνά τη γλίτωσαν, σχετικά. Αυτοί που ήταν ακόμα ζωντανοί όταν είχαμε σιγουρέψει την Κάτω Καλιφόρνια ως τη Λα Παζ μπορούσαν να διαλέξουν ανάμεσα στην απέλαση πίσω σ' ό,τι είχε απομείνει από το Μεξικό και στο να γίνουν πολίτες μαύρης κάρτας της πολιτείας της Καλιφόρνιας, Αμερικανοί σαν κι εσάς κι εμένα, αδέρφια μου. Έτσι κι αλλιώς όσοι είχαν επιζήσει Την είχαν Αρπάξει από κάθε τρύπα, από 150 τουλάχιστον φορές, από μας τα ζόμπι.

Σας έρχεται να ηθικολογήσετε; Ηθικολογήστε λοιπόν με το επόμενο, γαμιόληδες:
Η κωλοαρρώστια άρχισε στην Αφρική, έτσι; Τρίτος Κόσμος, δεν είναι; Αφρική, Λατινική Αμερική, Ασία, εκτός από την Κίνα, την Ιαπωνία και το Ιράν, όλοι τους Την Αρπαξαν στο πενήντα τα εκατό, έτσι; Κι Αυτή που Αρπαξαν συνεχίζει τις μεταλλάξεις σ' αυτή τη βρώμα σαν τρελή. Και βάζουν συνέχεια διάφορους να περάσουν κρυφά τα σύνορα και να δώσουν και σε μας κάθε καινούριο στέλεχος, έτσι δεν είναι;

Οι Κινέζοι και οι Πέρσες, αυτοί σκοτώνουν τις μαύρες κάρτες τους, έτσι δεν είναι; Οι Γιαπωνέζοι τους στέλνουν στην Κορέα. Και οι Ρώσοι, αυτοί έφτιαξαν με τα πυρηνικά τους μια καθαρή ζώνη από την Κασπία ως τα σύνορα με την Κίνα.

Αν ήμουν εγώ ο γερο-Ουώλτερ Τ., θα έλεγα να εξαφανίσουν όλο το βόθρο της μόλυνσης. Ρίχτε τους τη Βόμβα. Αέρια. Τηγανίστε όλο τον Τρίτο Κόσμο από τους δορυφόρους. 'Ο,τι να 'ναι. Αυτοί δεν μας έδωσαν την Αρρώστια; Όπως το βλέπουμε εμείς εδώ στη Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών, ό,τι και να κάνουμε εμείς στους γύφτους δεν είναι τίποτα μπροστά σ' αυτά που τους αξίζουν!

Πιστέψτε με, εγώ ο κακομοίρης δεν ξόδευα τα δάκρυά μου για όσα είχαμε κάνει στους Μεξικάνους, όταν φάνηκαν ξανά τα σημάδια πριν το πλιάτσικο στην Ενσενάδα. Κι ακόμα λιγότερο όταν δεν μπορούσαν πια να φτιάξουν μια σούπα με τα παρηγορικά τους φάρμακα που να δουλεύει και σήκωσαν τους ώμους τους και τελικά μου είπαν ότι φαίνεται πως έφτασα στο Τελικό Στάδιο στα ερείπια της Λα Παζ. Όπως είπα, όταν Την Αρπαξα μου έδωσαν έξι χρόνια, δέκα στη Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών.

Τώρα μου έδιναν έξι μήνες.

Βάρεσα κάπου εκατό μιλιγκράμ υγρούς κρυστάλλους, κατέβασα μια μπουκάλα τεκίλα και κωλογάμησα τον κάθε γύφτο που έβρισκα μπροστά μου. Νομίζω πως καθάρισα καμιά δεκαριά απ' αυτούς έπειτα, αλλά πάλι, αδέρφια, ποιος μέτραγε;

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Α, ναι, ξέρω τι λένε για μένα πίσω από την πλάτη μου, ακόμα και στην υπηρεσία. Ο γερο-Ουώλτερ Τ. ήταν παρθένος όταν παντρεύτηκε την Ελαίην, και δεν δοκίμασε ποτέ το κρέας με την ίδια του την αγνή, Χριστιανή γυναίκα. Ο γερο-Ουώλτερ Τ. δεν τον έχωσε ποτέ ούτε σε σεξομηχανή. Του γέρο-Ουώλτερ Τ. δεν του έλειψαν καν ποτέ του οι σαρκικές απολαύσεις. Ο γερο-Ουώλτερ Τ. θα ήταν ο ίδιος ανέραστος ευνούχος ακόμα κι αν δεν υπήρχε η Αρρώστια. Ο γερο-Ουώλτερ Τ. έχει αγιασμό αντί για αίμα.

Πόσο λίγα ξέρουν για τα μαρτύριά μου.

Πόσο λίγα ξέρουν για το πώς ήταν για μένα στο γυμνάσιο. Στα αποδυτήρια. Μ' όλα αυτά τα γυμνά αντρικά σώματα. Τα κόλπα που χρειάστηκα να εφεύρω για να κρύβω τις στύσεις μου. Να ξέρω τι ήμουν. Να ξέρω πως είναι αμαρτία. Να μην μπορώ να κοιτάξω τον ίδιο μου τον πατέρα ίσια στα μάτια.
Ο Ουώλτερ Μπίγκελοου βρήκε τον Χριστό στα δεκαεπτά του και Αναγεννήθηκε, αυτό λεει η επίσημη βιογραφία μου. Δυστυχώς, είναι εν μέρει μόνο αλήθεια. Βέβαια, αφιέρωσα τη ζωή μου στον Χριστό στα δεκαεπτά μου. Αλλά ήταν μια ψυχρή, λογική απόφαση. Φαινόταν να είναι το μόνο μέσο ελέγχου των νοσηρών μου ορμών, ο μόνος τρόπος αποφυγής της αιωνίου τιμωρίας.

Μισούσα τον Θεό τότε. Τον μισούσα γιατί με έκανε αυτό που ήμουν και με απειλούσε με το πυρ το εξώτερο αν υπέκυπτα στον πειρασμό της θεόσταλτης φύσης μου. Πίστευα στον Θεό, αλλά Τον μισούσα. Πίστευα στον Χριστό, αλλά πώς να πιστέψω ότι ο Χριστός πίστευε σε μένα;
Πήρα τη Θεία Χάρη στα είκοσι.

Ο συγκάτοικός μου στο κολέγιο, ο Γκας, ήταν μαρτύριο. Επεδείκνυε το γυμνό του σώμα με απόλυτη αθωότητα, απ' ό,τι έδειχνε. Αυνανιζόταν κάτω από τα σκεπάσματα τη νύχτα, ενώ εγώ ποθούσα να βρεθώ εκεί μαζί του. Ένα πρωί μπήκε στο μπάνιο την ώρα που σκουπιζόμουν μετά το ντους. Ήταν γυμνός, με μια τεράστια στύση. Δεν μπορούσα να συγκρατήσω το σώμα μου, να μην αντιδράσει παρόμοια. Μου εξομολογήθηκε το πάθος του για μένα. Τον άφησα να με αγγίξει. Είδα το χέρι μου ν' απλώνεται στον ανδρισμό του.

Προσφέρθηκε να κάνει οτιδήποτε. Οι αντιστάσεις μου ήταν ανίσχυρες. Επιδοθήκαμε σε αμοιβαίο αυνανισμό. Δεν μπορούσα να προχωρήσω περισσότερο. Μήνες ολόκληρους απασχολούμασταν μ' αυτή την αυνανιστική πράξη, με τον Γκας να μου προσφέρει κάθε σαρκική ηδονή των φαντασιώσεών μου, κι εγώ να παρακαλώ τον Χριστό να με σώσει.

Τελικά, ήρθε η στιγμή που δεν μπορούσα να αντισταθώ άλλο. Ο Γκας γονάτισε μπροστά μου, χαϊδεύοντας με τα χέρια του το σώμα μου, χουφτώνοντας τους γλουτούς μου. Εγώ ήμουν χαμένος. Το στόμα του με πλησίασε -

Κι εκείνη τη στιγμή ο Θεός μου έστειλε επιτέλους τη Θεία Χάρη. Καθώς έσκυψε το κεφάλι του, είδα το σημάδι του Σατανά στο σβέρκο του, μικρό ακόμα, αλλά σαφές - σάρκωμα Καπόζι.

Ο Γκας είχε την Αρρώστια. Ήταν έτοιμος να μου τη μεταδώσει.
Πήδησα πίσω. Ο Γκας ήταν ένα όργανο του Σατανά που είχε σταλεί για να καταδικάσει το σώμα μου στην Αρρώστια και την ψυχή μου στο πυρ το εξώτερο.

Και τελικά κατάλαβα. Είδα πως ήταν ο Σατανάς, και όχι ο Θεός, που με βασάνιζε μ' αυτές τις νοσηρές ορμές. Και ο Θεός με είχε αφήσει να υποφέρω σαν δοκιμασία και προπαρασκευή. Δοκιμασία της αξίας μου και προπαρασκευή γι αυτή τη στιγμή της αποκάλυψης του Θείου Του Ελέους. Δεν είχε διαλέξει να μου δείξει το Σημάδι που με έσωσε από την αμαρτωλή μου φύση την ενδεκάτη ώρα;

Τότε ήταν που πήρα τη Θεία Χάρη.

Έπεσα στα γόνατά μου κι ευχαρίστησα τον Θεό. Τότε ήταν που Αναγεννήθηκα. Τότε έγινα πραγματικός Χριστιανός. Τότε ήταν επίσης που μου φανερώθηκε η πραγματική μου αποστολή, όταν φανερώθηκε το όραμα μπροστά μου.

Ο Θεός είχε επιτρέψει στον Σατανά να επιβάλλει την Αρρώστια στον άνθρωπο για να μας δοκιμάσει, γιατί ενδίδοντας στους πειρασμούς της σάρκας ενδίδεις και στην Αρρώστια και σύρεσαι, εκών άκων, στην Κόλαση.

Απ' αυτή την τύχη με είχε σώσει ο Χριστός, γιατί μόνο το Σημάδι που μου έδειξε Εκείνος με έσωσε από το θάνατο και τα αιώνια μαρτύρια. H ζωή μου, λοιπόν, ήταν ειλικρινά δική Του, κι έπρεπε να τη χρησιμοποιήσω για να προστατέψω την ανθρωπότητα απ' αυτή την Αρρώστια και τους φορείς της, να σώσω όσους μπορούσα, όπως ο Χριστός είχε σώσει εμένα.

Κι Εκείνος μου μίλησε στην καρδιά μου. «Γίνε ηγέτης των ανθρώπων», μου είπε ο Χριστός. «Σώσε τους από τους εαυτούς τους. Κάνε το Έργο Μου στον κόσμο».
Του υποσχέθηκα πως θα το έκανα. Θα το έκανα με το μόνο τρόπο που μπορούσα να σκεφτώ, μέσω της πολιτικής.

Ακολούθησα τη νομική επιστήμη. Μπήκα στη σχολή. Αποφοίτησα με επαίνους. Βρήκα, φλερτάρισα και παντρεύτηκα μια αγνή Χριστιανή παρθένο, και σύντομα γονιμοποίησα την Ελαίην με τον Μπίλυ, έβαλα υποψηφιότητα για τη Βουλή της Βιρτζίνια και με εξέλεξαν.

Η υπόλοιπη ζωή μου είναι, όπως λένε, ιστορία.

Λίντα Λιούιν

Ήμουν ένα ακόμα ξαναμμένο, κακομαθημένο παλιόπαιδο έως ότου Την Αρπαξα, όπως όλοι οι ξαναμμένοι, κακομαθημένοι μου φίλοι στο Μπέρκλεϋ. Πλούσια μικροαστική οικογένεια μ' ένα μικροαστικό σπίτι στους λόφους. Δικό μου αμάξι, δώρο για όταν έκλεισα τα δεκάξι, και το τελευταίο μοντέλο ερωτικής παρεμβολής.

Α, βέβαια! Η μαμά κι ο μπαμπάς δεν ήταν τίποτα Ανίεροι Συντηρητικοί, ήταν μορφωμένοι διανοούμενοι φιλελεύθεροι Δημοκράτες, διάβαζαν όλα τα φυλλάδια, ήταν παιδιά της Σέξι Δεκαετίας του Εβδομήντα, ήταν ρεαλιστές, ήξεραν την κατάσταση.

Ζούμε σε τρομερές εποχές, μου είπαν. Ξέρουμε πως θα μπεις στον πειρασμό να δοκιμάσεις κρέας. Μπορεί να τη γλιτώσεις για χρόνια. 'H μπορεί να Την Αρπάξεις με την πρώτη φορά. Μην το ρισκάρεις, Λίντα. Ξέρουμε πώς νιώθεις, θυμόμαστε την εποχή που όλοι δοκίμαζαν κρέας. Ξέρουμε πως αυτό είναι αφύσικο. Αλλά ξέρουμε τις συνέπειες, και τις ξέρεις κι εσύ.

Και με τράβηξαν έξω στην αυλή και μ' έβαλαν να κοιτάξω απέναντι στον Κόλπο, το Σαν Φραντσίσκο. Τη γέφυρα με το κομμάτι της στη μέση που είχαν ανατινάξει. Τα πλοία των μπάτσων που περιπολούσαν την ακτή. Τα θωρακισμένα ελικόπτερα που πετούσαν βουίζοντας στην περίμετρο της Ζώνης σαν θυμωμένες αλογόμυγες.

Η Κρεατούπολη. Εκεί θα καταλήξεις, Λίντα. Τίποτα δεν αξίζει τόσο, έτσι δεν είναι;
Συμφώνησα. Αλλά ακόμα και τότε, αμφέβαλλα.

Είχα μεγαλώσει με το όραμα της αστραφτερής πόλης στην άλλη μεριά του Κόλπου. Βέβαια, είχα μεγαλώσει ξέροντας επίσης πως οι όμορφοι λόφοι και τα κομψά κτίρια και τα σπινθηροβόλα νυχτερινά φώτα έκρυβαν ένα οστεοφυλάκιο της Αρρώστιας, μαύρες κάρτες όλοι τους, εκατό τα εκατό. Μας έλεγαν ιστορίες φρίκης και τρόμου γι' αυτούς στο μάθημα ερωτικής υγιεινής που άρχιζε από το νηπιαγωγείο.

Αλλά από την πέμπτη τάξη κι έπειτα λέγαμε μεταξύ μας τις δικές μας ιστορίες. Τις ψιθυρίζαμε στις τουαλέτες. Τις γράφαμε στις βάσεις δεδομένων των αγγελιών στα δίκτυα των κομπιούτερς. Τις φορτώναμε από τα δίκτυα, τις εκτυπώναμε, τις σβήναμε από τη μνήμη για να μην τις δουν οι γονείς μας και τραβούσαμε μαλακία με τις εκτυπώσεις.

Όπως όλα τα πορνό, ήταν κακόγουστες, ερασιτεχνικές ιστορίες. Τι περιμένεις από παρθένες τηνέητζερ; Και ήταν όλες ίδιες. Μια τηνέητζερ Την Αρπάζει. Το σκάει στο Σαν Φραντσίσκο. 'Η εξαφανίζεται βγαίνοντας αντεργκράουντ. Και, όντας ήδη καταδικασμένη σε θάνατο, αρχίζει ν' απολαμβάνει στο δρόμο της όλες τις ηδονές του κρέατος, με χονδροειδείς, εντυπωσιακές, αισθησιακές λεπτομέρειες. Και, φυσικά, τα πορνοκείμενα τέλειωναν πολύ προτού φτάσει στο Τελικό Στάδιο.

Αλλά εγώ ήμουν καλό κορίτσι, έξυπνο κορίτσι, και η ερωτική παρεμβολή που μου είχαν αγοράσει οι γονείς μου ήταν η καλύτερη που υπήρχε, όχι κάποιο φτηνό μονόδρομο μοντέλο για πόρνες. Είχε τα πάντα. Το κολπικό παρέμβλημα ήταν εγγυημένο ως τις πέντε ατμόσφαιρες, αλλά είχε πάχος πενήντα μικρών μόνο, θερμαινόταν στη θερμοκρασία του αίματος και ήταν εντελώς εύκαμπτο. Είχε ένα ωραίο κλειτοριδικό κάλυμμα προγραμματισμένο για πέντε παραλλαγές ηλεκτρικής διέγερσης και έξι τύπους δονήσεων. Μπορούσα να τη φοράω κάτω από το τζιν μου, να τη βάζω σε λειτουργία πολύ εύκολα, με μια κίνηση, και να έρχομαι κάθε φορά, ακόμα και στο πιο βαρετό μάθημα.

Τ' αγόρια έλεγαν πως η εσωτερική επένδυση ήταν πρώτη, σφιχτή και μαλακή και υγρή, τα διεγερτικά προγράμματα τα καλύτερα που υπήρχαν. Τι ήξεραν αυτοί όμως; Ποιος απ' αυτούς είχε δοκιμάσει αληθινό κρέας;

Α ναι, ήταν μια θαυμάσια ερωτική παρεμβολή αυτή που μου έδωσαν οι γονείς μου για να με προφυλάξουν από τους πειρασμούς του κρέατος.

Και φυσικά το μισούσα το κωλόπραμα.

Ακόμα χειρότερα ήταν όταν ο τύπος που πηδούσα μ' αυτήν επέμενε να φοράει και τη δική του παρεμβολή. Γιαχ! Η πεοθήκη του στο κολπικό μου παρέμβλημα. Σαν δυο σεξομηχανές να το 'καναν μεταξύ τους. Θυμάμαι ένα απαίσιο πράγμα που έκανα σ' έναν τύπο που με είχε τσαντίσει. Έβγαλα την παρεμβολή μου, τον έκανα να βγάλει τη δική του, έχωσα την πεοθήκη του στο κολπικό μου παρέμβλημα, τις έβαλα μπρος, και τον έβαλα να κάτσει και κοιτάζαμε τα δυο πράματα να το κάνουν χωρίς εμάς μια ώρα ολόκληρη.

Κι έπειτα ήρθε ο Ρεξ.

Τι να πω για τον Ρεξ; Εγώ ήμουν δεκαοκτώ. Εκείνος ήταν ένα χρόνο μικρότερος. 'Ηταν πολύ όμορφος. Ποτέ δεν το'κανε με δυο παρεμβολές. Φορούσα τη δική μου, ή φορούσε εκείνος τη δική του, και το κάναμε ώρες ολόκληρες. Ήταν θαυμάσια. Ορκιστήκαμε αιώνια αγάπη. Αρχίσαμε να λέμε πορνοϊστορίες καθώς το κάναμε. Αυτό ήταν, το ήξερα, είχαμε ζευγαρώσει ισόβια τις ψυχές μας. Ο Ρεξ ορκιζόταν σ' ό,τι είχε ιερό πως δεν είχε δοκιμάσει ποτέ του κρέας, κι εγώ το ίδιο. Γιατί λοιπόν... Τελικά το κάναμε.

Βγάλαμε τις παρεμβολές μας και ριχτήκαμε μαζί στο κρέας. Δοκιμάσαμε τα πάντα που αναφέρονταν στις πορνοϊστορίες, κι άλλα ακόμα. Κάθε τρύπα. Κάθε παραλλαγή. Κάθε μέρα για δυο μήνες.

Λοιπόν, για να κάνουμε τη συνηθισμένη μεγάλη, θλιβερή ιστορία σύντομη και πρόστυχη, εγώ έλεγα την αλήθεια, αλλά όχι κι ο Ρεξ. Κι έπρεπε να το μάθω από τους γονείς μου.

Ο φίλος σου ο Ρεξ Την Αρπαξε, μου είπαν ένα ηλιόλουστο πρωινό. Του μαύρισαν την κάρτα και τον έριξαν στο Σαν Φραντσίσκο. Δεν κάνατε... καμιά φορά... γιατί αν κάνατε, θα πρέπει να το αναφέρουμε, το ξέρεις, έτσι;

Ε, φυσικά φρικάρισα. Αλλά ήταν ένα ψυχρό φρικάρισμα σε αργή κίνηση, μ' όλα να περνούν απ' το μυαλό μου πολύ γρήγορα για να πανικοβληθώ. Είχα έναν ολόκληρο μήνα ως την επόμενη εξέτασή μου. Ήξερα πολύ καλά πως η κάρτα μου θα έβγαινε μαύρη. Τι να 'κανα; Να τους αφήσω να με ρίξουν στο Σαν Φραντσίσκο και να τα τινάξω μέσα σ' ένα ευτυχισμένο ολοκαύτωμα ελεύθερου έρωτα με τον Ρεξ; Ναι, σίγουρα, με το καθίκι τον ψεύτη που με σκότωσε!

Σκέφτηκα γρήγορα. Βούτηξα στα ψέματα. Έγινα έξαλλη κι έκανα μια ωραία σκηνή όταν οι γονείς μου πρότειναν πως ίσως θα έπρεπε να κάνω ένα τεστ τώρα. Τους έπεισα. 'Η ίσως τους άφησα να πείσουν τους εαυτούς τους.

Βρήκα έναν αντεργκράουντ γιατρό και έκανα ένα τεστ. Την Αρπαξα. Περιπλανήθηκα στον αντεργκράουντ χώρο του Μπέρκλεϋ, όχι και τόσο δύσκολο πράγμα για ένα κορίτσι πρόθυμο να δώσει κρέας στους κρυφούς Ζωντανούς Νεκρούς για λίγα δολάρια και κάποιες επαφές. Έμαθα πώς κατάφερναν να ξεγελούν τη Σεξονομία. Έμαθα για τις πλαστές μπλε κάρτες. Κι έκανα τα σχέδιά μου.

Αφού είχα πουληθεί όσο χρειαζόταν για να μαζέψω τα λεφτά για μια πλαστή κάρτα, αγόρασα μία πρώτης ποιότητας. Όσο θα μπορούσα να βρίσκω μια φορά στους τρεις μήνες κάποιον που να μου ενημερώνει τη μαγνητική ταινία, θα έβγαινε πάντα μπλε. Μπορούσα να μείνω ελεύθερη ώσπου να πεθάνω, εκτός φυσικά κι αν μ' έπιανε η ΣΑ και περνούσε την κάρτα μου από την εθνική τράπεζα δεδομένων, οπότε δεν θα μ' έβρισκαν και όλα θα τελείωναν.

Πουλιόμουν σαν τρελή, τρεις, τέσσερις, πέντε φορές τη μέρα. Μάζεψα λεφτά και τα κράτησα σε ρευστό. Την προηγουμένη της μέρας που θα παρουσιαζόμουν για την ενημέρωση της κάρτας μου μπήκα στο αμάξι μου για να πάω στο σχολείο, αποχαιρέτησα όπως συνήθως τους γονείς μου, κι έφυγα νότια.

Νότια προς τη Σάντα Κρουζ. Νότια προς το Λος Αντζελες. Νότια οπουδήποτε. Βγήκα στη μεγάλη εθνική για να δω ό,τι υπήρχε να δει κανείς από την Καλιφόρνια, ό,τι είχε μείνει από την Αμερική, έξω στη μεγάλη εθνική προς το αναπόφευκτο-τρελαμένη, μπερδεμένη, τρομοκρατημένη, Θαρραλέα παρ' όλα όσα ήξερα, αποφασισμένη μόνο να περάσω καλά κι ωραία ώσπου να τελειώσει ο χρόνος μου.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Κάποτε το έλεγαν κρίση του μεσήλικα, ανδρική εμμηνόπαυση, το σύνδρομο του παντρεμένου, τότε που δεν ήσουν καταδικασμένος σ' αυτό από τη στιγμή που γεννιόσουν, εφ' όρου ζωής.

Θα έκλεινα τα σαράντα. Είχα αμυδρές εφηβικές αναμνήσεις μιας ζουμερής σεξουαλικής ζωής στην αρχή της Ασχημης Δεκαετίας του Ογδόντα, πριν από την Αρρώστια, πριν παντρευτώ τη Μαρτζ. Βέβαια, ήμουν ένα ζωηρό κοκόρι προτού διαλυθούν τα πάντα, ένα παιδί της τελευταίας γενιάς της Σεξουαλικής Επανάστασης.

Στην ηλικία του Τοντ, στα δεκαπέντε μου, είχα περισσότερο κρέας απ' όσο πρόκειται να δοκιμάσει ο κακομοίρης σ' όλη του τη ζωή. Τώρα έπρεπε να κάθομαι και να βλέπω τον γιο μου να γυρνά κρυφά σε άθλια σεξομάγαζα για να το βάζει σε σεξομηχανές, ενώ κι εγώ ο ίδιος δεν ήμουν υπεράνω αυτών κάπου-κάπου.

Η Μαρτζ...
Η Μαρτζ ήταν πέντε χρόνια μικρότερή μου. Τόσο νέα όσο χρειαζόταν για να μην έχει γνωρίσει ποτέ της πώς ήταν να το κάνεις στ' αλήθεια, τόσο νέα που να μη θυμάται τίποτα άλλο παρά μόνο προφυλακτικά και κολπικούς φράκτες και τις πρώτες παρεμβολές. Βέβαια δοκιμάσαμε μαζί το κρέας τα πρώτα χρόνια, προτού κάνουμε τελικά τον Τοντ. Η κακομοίρα η Μαρτζ ήταν συνεχώς τρομοκρατημένη, δεν μπορούσε να έρθει. Αφού γεννήθηκε ο Τοντ, αγόρασε μια παρεμβολή και ποτέ δεν ξανάκανε έρωτα χωρίς αυτήν.

Η Μαρτζ μ' αγαπούσε ακόμα, νομίζω, κι εγώ την αγαπούσα ακόμα, αλλά τα Χρόνια της Αρρώστιας την είχαν στερέψει ερωτικά, την είχαν κάνει σεμνότυφη και χολωμένη. Δεν μ' άφηνε ούτε ν' αγοράσω μια παρεμβολή για τον Τοντ, για να τη βρει με κανένα αληθινό κορίτσι, έστω κι από δεύτερο χέρι. Όταν κλείσει τα δεκάξι, επέμενε εριστικά κάθε φορά που το ανέφερα, και τσακωνόμασταν συχνά.

Φυσικά, ή ίσως πιο σωστά πρέπει να πω αφύσικα, όλη μου η λίμπιντο εκτονωνόταν στη δουλειά μου. Ήταν η τέλεια εξιδανίκευση.

Ήμουν γενετικός συνθετητής στην Εταιρεία Σάτκλιφ στο Πάλο 'Αλτο. Είχα ήδη σχεδιάσει πέντε διαφορετικά εμβόλια εναντίον της Αρρώστιας για τη Σάτκλιφ, που της απέφεραν εκατοντάδες εκατομμύρια το καθένα προτού μεταλλαχτεί ο ιός και ανοσοποιηθεί σ' αυτά. Ήμουν ο ευνοούμενος της εταιρείας. Πήρα αρκετά έξτρα δώρα. Είχα το δικό μου εργαστήριο και ελάχιστους περιορισμούς στον προϋπολογισμό μου. Για έναν επιστήμονα, θα έπρεπε να είναι ο παράδεισος.

Δεν ήταν.

Ήταν εξοργιστικό. Κάθε φορά θα εμφανιζόταν ένα νέο στέλεχος και θα επικρατούσε. Του αφαιρούσα το αντιγονικό περίβλημα, το κλόνιζα, έβαζα το γενετικό του υλικό σ' ένα βακτηρίδιο, και η Σάτκλιφ έβγαζε στο εμπόριο ένα εμβόλιο για όσους μπορούσαν να το πληρώσουν, κερδίζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε έξι μήνες. Μετά θα εμφανιζόταν το επόμενο ανοσοποιημένο στέλεχος, και ξανά απ' την αρχή. Ένιωθα σαν Σίσυφος της επιστήμης, που κουβαλούσε το τεράστιο βάρος της Αρρώστιας ψηλά, μόνο και μόνο για να ξανακυλήσει πίσω λιώνοντας όλες μου τις ελπίδες κάθε έξι μήνες.

Έπαιρνα τη δουλειά μου πολύ προσωπικά; Φυσικά. Η «προσωπική μου ζωή» ήταν ο σποραδικός έρωτας με παρεμβολή με τη Μαρτζ, που είχα φτάσει να τον απεχθάνομαι εδώ και καιρό, ο γιος μου που γύριζε κρυφά στα μαγαζιά με τις σεξομηχανές, και καμιά βόλτα που έκανα κι εγώ εκεί πού και πού. Την «προσωπική μου ζωή μου την είχε κλέψει η Αρρώστια, o Εχθρός, λοιπόν ήταν φυσικό να παίρνω τη δουλειά μου προσωπικά: Μου είχε γίνει ψύχωση. Η δουλειά μου ήταν η προσωπική μου ζωή. Και είχα ένα όραμα.

Τα πολλαπλά εμβόλια υπήρχαν χρόνια τώρα. Απογυμνώνεις έναν αβλαβή ιό, του βάζεις μια σειρά αντιγόνων από διάφορους οργανισμούς-στόχους, και έχεις αμέσως αντισώματα για αρκετές αρρώστιες στην ίδια σύριγγα.

Γιατί να μην εφαρμόσω την ίδια τεχνική στην Αρρώστια; Απογυμνώνεις ένα στέλεχος ως τον πυρήνα, του βάζεις αντιγονικό περιτύλιγμα από τέσσερα-πέντε στελέχη μαζί, και πετυχαίνεις έτσι πολλαπλή στελεχική ανοσία. Σίγουρα όχι για κάθε μετάλλαξη, αλλά αν μπορούσα να αναπτύξω έναν αλγόριθμο που να προβλέπει τις μεταλλάξεις, αν μπορούσα να κατασκευάσω πολλαπλά εμβόλια που να προηγούνται των μεταλλάξεων του ιού, δεν θα μπορούσα ίσως να υποχρεώσω την Αρρώστια να μεταλλαχτεί σ' ένα ακίνδυνο στέλεχος και να εξαφανιστεί;

Α, βέβαια, έπαιρνα τη μάχη προσωπικά, ή τουλάχιστον έτσι έλεγα τότε στον εαυτό μου. Δεν φανταζόμουν πόσο προσωπική θα μπορούσε να γίνει.

Τζων Ντέηβιντ

Μόλις τελειώσαμε το καθάρισμα στη Λα Παζ, η μονάδα μου αερομεταφέρθηκε στα πρώην μεξικανικά σύνορα συμμετέχοντας στη δύναμη που θα τα κρατούσε κλειστά ώσπου να στήσει τη ζώνη αποκλεισμού η ΣΑ. Ήμασταν τυχεροί, και κληρωθήκαμε στην καλύτερη θέση, στη γραμμή ανάμεσα στην Τιχουάνα και το Σαν Ντιέγκο.

Εμάς τα ζόμπι μας κρατούσαν νότια από τα πρώην σύνορα, δεν μας ήθελαν βέβαια στο Ντιέγκο, με καμία Παναγία δεν μας άφηναν να πατήσουμε το πόδι μας σε πραγματικό αμερικανικό έδαφος, αλλά τη φάση στην Τιχουάνα δεν θα την πιστεύατε!

Πριν από την Αρρώστια το μέρος ήταν ολόκληρο ένα μεγάλο μπουρδέλο και σουπερμάρκετ ναρκωτικών έτσι κι αλλιώς. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ήταν ένα φιλόξενο λιμάνι για μαύρες κάρτες που είχαν βγει αντεργκράουντ, Λατινοαμερικάνους επίδοξους κατασκόπους, γιατρούς που έκαναν μαύρη αγορά παρηγορικών φαρμάκων και λαθρεμπόρους κάθε είδους, που γίνονταν όλο και πιο φτωχοί κι απελπισμένοι καθώς έσφιγγε ο αποκλεισμός γύρω από το Μεξικό.

Τώρα η Τιχουάνα βρέθηκε στην πορεία της μετατροπής της σε Αμερικανική Ζώνη Καραντίνας, και ήταν το Μεγάλο Γαμήσι. Μεξικάνοι που προσπαθούσαν να βγουν στο Ντιέγκο με πλαστά διαβατήρια και μπλε κάρτες. Καταζητούμενοι Αμερικανοί που προσπαθούσαν να βγουν οπουδήποτε. Οι πλαστές ταυτότητες έφτασαν σ' απίθανες τιμές. Μουνιά και κώλοι και ναρκωτικά κι αμφίβολα φάρμακα και όπλα να πουλιούνται όσο-όσο από τους κακομοίρηδες που τους είχαν ξεμείνει.

Κι ο νόμος - όσος τέλος πάντων υπήρχε - ώσπου ν' αντικαταστήσει η ΣΝ τη Λεγεώνα, ήμασταν εμείς, αδέρφια. Απίστευτο. Μπορούσαμε ν' αγοράσουμε οτιδήποτε - ναρκωτικά, πλαστές μπλε κάρτες, εξάχρονες παρθένες, ό,τι και να φανταστείτε- ή απλώς να το πάρουμε χώνοντας τα όπλα μας στις μούρες τους. Και με τα λεφτά μπροστά' θέλω να πω λεηλατούσαμε τα πάντα, χωρίς να μας εμποδίζει κανείς, και κάναμε και άγριο εμπόριο κυβερνητικών όπλων από πάνω.

Φορτωμένοι λεφτά, ήμασταν συνέχεια φτιαγμένοι και μεθυσμένοι, και κάναμε την πόλη κανονικό χοιροστάσιο είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Κι εγώ πιο πολύ απ' όλους, αδέρφια, μ' αυτά τα σημάδια που άρχισαν να εμφανίζονται, ξέροντας πως αυτό θα είναι το τελευταίο μου πάρτι.

Χτύπησα μισή ντουζίνα μπλε κάρτες και τα αντίστοιχα χαρτιά που πήγαιναν μαζί. Γέμισα τις τσέπες μου λεφτά. Βάρεσα κάθε πρόχειρο παρηγορικό που βρήκα στην Τιχουάνα, και είχαν τα πάντα, από ρώσικα βιολογικά μέχρι βυζιά καλόγριας σκόνη διαλυμένα σ' αγιασμό. Αν ήταν το Τελικό μου Στάδιο αυτό, ήμουν αποφασισμένος να πάρω μαζί μου όσο περισσότερους μπορούσα. Γάμησα κρέας μέχρις αναισθησίας, και πρέπει να Την Αρπαξαν τουλάχιστον πεντακόσιοι Μεξικάνοι από μένα.

Τότε άρχισαν να μας φέρνουν σιγά-σιγά τη Σεξονομία. Ε, όπως φαντάζεστε, δεν υπήρχε και κανένας έρωτας ανάμεσα στη Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών και τη ΣΑ. Αυτοί οι ψωνισμένοι Ανίεροι Συντηρητικοί δεν έχαναν ευκαιρία να μας βαράνε. Όποιους έπιαναν να κάνουν πλιάτσικο τους εκτελούσαν. Τους κρεατογαμιάδες τους καθάριζαν επιτόπου. Και φυσικά, αδέρφια, η Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών ανταπέδιδε τα ίσα και με το παραπάνω.

Σκοτώναμε τον κάθε μαλάκα που πιάναμε στην περιοχή μας, που συρρικνωνόταν συνεχώς. Παίρναμε τα σακίδια καμικάζι μας και τους κυνηγούσαμε στην περιοχή τους. Όταν ήμασταν στ' αλήθεια φτιαγμένοι, πιάναμε μερικά καθίκια Σεξονόμους και τους αλλάζαμε τα φώτα. Δεν χρειάζεται να πω πως δεν χρησιμοποιούσαμε παρεμβολές.

Η κατάσταση είχε βγει εκτός ελέγχου τόσο πολύ που το Πεντάγωνο έστειλε κανονικούς καταδρομείς για να μας μαζέψουν. Μέσα σε δυο μέρες η όλη ιστορία είχε τόσα θύματα όσα δεν είχε όλη η εκστρατεία της Κάτω Καλιφόρνιας σε τρεις βδομάδες.

Όταν άρχισαν να ρίχνουν ναπάλμ από υποστηρικτικά μαχητικά αεροπλάνα, όσοι από μας είχαν μείνει κατάλαβαν τελικά πως οι γαμιόληδες δεν είχαν πρόθεση να μας μαζέψουν και να μας πετάξουν στην επόμενη μάχη. Ήθελαν να μας καθαρίσουν όλους, και μάλλον ήταν έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν και τακτικά πυρηνικά γι' αυτό.

Ε, δεν μας έλεγαν Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών χωρίς λόγο. Δεν ξέρω πού άρχισε ή ποιος το άρχισε. Φάνηκε να γίνεται παντού συγχρόνως, Όσοι είχαμε μείνει, μαζέψαμε τα λάφυρά μας στα σακίδιά μας, οπλιστήκαμε με ό,τι μπορέσαμε να βρούμε, και ξαφνικά ένα ανθρώπινο κύμα επιτέθηκε στα σύνορα.

Ήταν η πιο αιματηρή, λυσσασμένη μάχη που είχαμε δει ποτέ μας: τρελαμένα ζόμπι εναντίον θωρακισμένων ελικοπτέρων, μαχητικών αεροπλάνων και τανκς. Πόσους μπάσταρδους φάγαμε στο δρόμο μας; Περισσότερους απ' όσους μπορείτε να φανταστείτε, πιστέψτε το, ήμασταν φτιαγμένοι, μεθυσμένοι, εξαγριωμένοι φουλ, ήμασταν τώρα δυο φορές Ζωντανοί Νεκροί, με Δυο Φορές Τίποτα να χάσουμε, Τρεις για τον υποφαινόμενο.

Πόσοι από μας πέρασαν; Χίλιοι; Πεντακόσιοι; Να κάτι για να σας ανησυχεί τον ύπνο, πολίτες. Εκατοντάδες ζόμπι, με τα σακίδιά μας γεμάτα λεφτά, πλαστές ταυτότητες και υλικό πολέμου, περάσαμε τα σύνορα στο Σαν Ντιέγκο, κυνηγημένοι, ετοιμοθάνατοι, προδομένοι κι από τη Στρατιά ακόμα, μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνουμε για να τη βρούμε από το να πάρουμε την εκδίκησή μας πάνω σας, γαμιόληδες!

Κι εγώ ήμουν ένας απ' αυτούς. Ο πιο κακός κι ο πιο τρελός, όπως μ' αρέσει να πιστεύω. Προδομένος, στο Τελικό Στάδιο, με τίποτ' άλλο να κάνω στη λίγη ζωή που μου απέμενε από το να τη βρω όσο πιο άγρια γινόταν και να πάρω όσο περισσότερους από σας μπορούσα μαζί μου.

Λίντα Λιούιν

Γύριζα οδηγώντας άσκοπα στην Καλιφόρνια μήνες ολόκληρους, από την Εθνική 101 ή την Παραλιακή στο Λος Αντζελες, κατέβαινα την 5η ως το Σαν Ντιέγκο, πάλι πάνω στο Λος Αντζελες, ξανανέβαινα την 5η ως τον Κόλπο, και πάλι πίσω, σαν σκίουρος στο κλουβί του, σαν αυτούς τους περιπλανώμενους ιεροκήρυκες στα παλιά γουέστερν.

Την Αρπαξα. Οι μέρες μου ήταν μετρημένες. Χρειαζόμουν μετρητά για βενζίνη, για φαγητό, για ύπνο σε κανένα φτηνό μοτέλ, για ό,τι παρηγορικά μπορούσα να σκοράρω, για την ενημέρωση της μαγνητικής ταινίας της πλαστής μου μπλε κάρτας. Πουλιόμουν όποτε μπορούσα, με την παρεμβολή μου πάντα, γιατί είχα ορκιστεί να μην κάνω ποτέ σε κανέναν αυτό που μου είχε κάνει ο Ρεξ. Δεν ήθελα να φτάσω στο Τελικό Στάδιο μ' αυτό το σημάδι στην ψυχή μου.

Λίγο-λίγο, πόντο-πόντο, παρασυρόμουν στον αντεργκράουντ χώρο. Κανείς δεν θα περίμενε να επιζούν τόσες πολλές μαύρες κάρτες έξω από τις Ζώνες Καραντίνας με πλαστές ταυτότητες, μια μυστική Αμερική μέσα στην Αμερική, να κρυβόμαστε κάτω από τη μύτη της ΣΑ, να ζούμε με κομπίνες και τους δικούς μας κώδικες.

Βρίσκαμε ο ένας τον άλλο με κάποιο είδος διαίσθησης που μου είναι αδύνατον να εξηγήσω. Έμποροι παρηγορικών. Ηλεκτρονικοί πλαστογράφοι. Πόρνες σαν εμένα.

Και άλλου είδους.

Υπήρχαν μπαρ που συναντιόμασταν για ν' ανταλλάξουμε παρηγορικά και ταυτότητες και πληροφορίες. Συναντούσες τους πάντες. 'Εμπόρους παρηγορικών κι εμπόρους ναρκωτικών. Ηλεκτρονικούς πλαστογράφους. Πόρνες σαν κι εμένα, αρσενικές και θηλυκές, που πουλούσαν σεξ παρεμβολής στους κανονικούς πολίτες. Και πόρνες του άλλου είδους. Πόρνες που πουλούσαν κρέας.

Ήταν καταπληκτικό το πόσοι με τις μπλε τους κάρτες ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν να πεθάνουν για να δοκιμάσουν το αυθεντικό. Ήταν καταπληκτικό το πόσο αθώοι μπορούσαν να γίνουν κάποιοι απ' αυτούς. Στην αρχή αρνιόμουν να πιστέψω τις ιστορίες που έλεγαν στα μπαρ οι κρεοπώλες, γελώντας κιόλας με κακία. Αρνιόμουν να πιστέψω πως διέδιδαν εν γνώσει τους την Αρρώστια και γελούσαν κιόλας. Αρνιόμουν να πιστέψω πως αυτοί με τις μπλε κάρτες ήταν τόσο ηλίθιοι.

Αλλά ήταν. Και μετά από λίγο, κατάλαβα.

Υπήρχαν άνθρωποι που θα πλήρωναν φανταστικά πολλά λεφτά για κρέας μ' έναν άλλον που είχε σίγουρα μπλε κάρτα. Υπήρχαν παράνομα μπαρ-χασάπικα όπου σύχναζαν, μπαρ με Μηχανήματα Ανάγνωσης Ταυτοτήτων. Τσιμπάς έναν απ' αυτούς, χώνεις την πλαστή σου κάρτα σ' ένα ΜΑΤ, και βλέπεις το βλέμμα του να λάμπει καθώς η ταινία βγαίνει μπλε, γιατί δεν υπάρχει γραμμή με τις εθνικές τράπεζες δεδομένων εδώ, μια και η ΣΑ κάνει επιδρομές σ' όλα αυτά τα μπαρ που μπορεί ν' ανακαλύψει. Και μ' ένα κρέας στα γρήγορα παίρνεις περισσότερα απ' όσα βγάζεις σε μια βδομάδα πουλώντας σεξ παρεμβολής.

Ήταν πειρασμός, σίγουρα. Δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Κι εγώ δεν επιθυμούσα κρέας; Έτσι δεν Την Αρπαξα κι εγώ; Δεν το άξιζαν αυτά τα καθίκια με τις μπλε τους κάρτες;

Ποιος ξέρει, ίσως στο τέλος να κατέληγα να το έκανα κι εγώ, αν δεν συναντούσα τον Αγιο Μαξ, τη Δέσποινα των Ανθέων.

Ο Αγιος Μαξ είχε μαύρη κάρτα. Κουβαλούσε το δικό του ΜΑΤ, και δεν τον ανησυχούσαν οι πλαστές κάρτες.
Ο Αγιος Μαξ έδινε κρέας μόνο σε μαύρες κάρτες, και δεν αρνιόταν ποτέ κανέναν, ακόμα και τα πιο σάπια Τελικά Στάδια.

Ήμουν σ' ένα αντεργκράουντ μπαρ στη Σάντα Μόνικα όταν μπήκε o Αγιος Μαξ, και μισή ντουζίνα άνθρωποι μου διηγήθηκαν την ιστορία του προτού την ακούσω από τον ίδιο. Ο Αγιος Μαξ ήταν ένας μύθος της αντεργκράουντ Καλιφόρνιας. Ο μόνος πραγματικός ήρωας που είχαμε.

Ο Μαξ ήταν αμφιφυλόφιλος, άντρας ή γυναίκα, δεν τον πείραζε τι ήταν, και δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά. Οι άλλοι τον τάιζαν, τον κερνούσαν ποτά, του έδιναν τα πιο καινούρια παρηγορικά, του έβρισκαν μέρος να κοιμηθεί τζάμπα, και τον κατευόδωναν. «Εξαρτώμαι από την καλοσύνη των ξένων», έλεγε συχνά ο Μαξ. Και σ' αντάλλαγμα, ο κάθε ξένος με μαύρη κάρτα μπορούσε να υπολογίζει στην καλοσύνη τού Μαξ.

Ο Μαξ ήταν μεγάλος' αν υπολόγιζες πόσο είχε επιζήσει μ' ένας Θεός ξέρει πόσα διαφορετικά στελέχη της Αρρώστιας μέσα του, ήταν αρχαίος. Είχε ζήσει στη Ζώνη Καραντίνας του Σαν Φραντσίσκο προτού γίνει Ζώνη Καραντίνας. Και είχε μια αποστολή. Είχε μια τρελή θεωρία.

Μου την είπε ένα βράδυ, αφού τον είχα κεράσει φαγητό και κάπου μισή ντουζίνα ποτά.
«Είμαι μια ζωντανή παρακαταθήκη κάθε στελέχους της Αρρώστιας που υπάρχει», μου είπε. «Και κάνω ό,τι μπορώ για να ενημερώνομαι με τις τελευταίες μεταλλάξεις».

Ο Μαξ πίστευε πως όλες οι μαύρες κάρτες είχαν ηθική υποχρέωση να ανταλλάσσουν κρέας μεταξύ τους όσο πιο πολύ μπορούσαν. Για να επιταχύνουν το ρυθμό της εξέλιξης. Σ' ένα μεγάλο πληθυσμό θυμάτων της Αρρώστιας που έχουν προσβληθεί από πολλά στελέχη, θα μπορούσε να μεταλλαχτεί ο ιός σε κάτι το ακίνδυνο. 'Η θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια πολυανοσία και να μεταδοθεί ταχύτατα. Ένας παθογόνος οργανισμός που σκοτώνει τον ξενιστή του είναι, τελικά, ένας οργανισμός που δεν έχει προσαρμοστεί, και όσο μας σκοτώνει, ούτε εμείς έχουμε προσαρμοστεί.

«Φυσική επιλογή. Μακροπρόθεσμα, είναι η μόνη ελπίδα του είδους μας. Μακροπρόθεσμα, όλοι θα Την Αρπάξουν, κι οι περισσότεροι θα τα τινάξουμε. Αλλά αν, από τα δισεκατομμύρια που θα πεθάνουν, τελικά επικρατήσει εξελικτικά η πολυανοσία, ή μια ακίνδυνη παραλλαγή του ιού, το ανθρώπινο είδος μπορεί να επιζήσει. Και όσο με κρατούν αυτά τα παρηγορικά, σκοπεύω να βοηθήσω την εξέλιξη».

Μου φάνηκε τρελό, και του το είπα, να εκτίθεσαι σε κάθε στέλεχος της Αρρώστιας που συναντούσες. Αυτό δεν σήμαινε πως το Τελικό Στάδιο θα ερχόταν απλώς πιο γρήγορα;

Ο Αγιος Μαξ σήκωσε τους ώμους του. «Με βλέπεις», είπε. «Κανείς δεν έχει εκτεθεί σε τόσες παραλλαγές της Αρρώστιας. Ίσως ήδη έγινε. Ίσως έχω πολυανοσία. Ίσως είμαι μεταλλαγμένος. Ίσως έχω ήδη μέσα μου ένα ακίνδυνο στέλεχος». Χαμογέλασε θλιμμένα. «Έτσι κι αλλιώς είμαστε όλοι καταδικασμένοι σε θάνατο από τη στιγμή που γεννιόμαστε, έτσι δεν είναι; Ακόμα κι οι κακόμοιρες μπλε κάρτες. Είναι ζήτημα του πώς, και πότε, και επιδιώκοντας ποιο πράγμα. Και σαν τον Τζων Χένρυ, σκοπεύω να πεθάνω με το σφυρί στο χέρι. Σκέψου το, Λίντα».

Και το σκέφτηκα. Προσφέρθηκα να πάρω τον Μαξ μαζί μου για λίγο, και δέχτηκε. Τελικά κάναμε έναν ολόκληρο κύκλο μαζί, όλη τη συνηθισμένη μου διαδρομή. Έβλεπα τον Μαξ να δίνει κρέας αδιάκριτα, σε παιδιά σαν και μένα καινούρια στον αντεργκράουντ χώρο, σε κλέφτες, σε πόρνες, σε φρικτά Τελικά Στάδια έτοιμα να σβήσουν. Κανένας δεν έπαιρνε στα σοβαρά την τρελή θεωρία του Αγίου Μαξ. Όλοι τον αγαπούσαν.

Κι εγώ το ίδιο. Εγώ έβγαζα τα λεφτά μου με το συνηθισμένο σεξ παρεμβολής, κι ο Μαξ δεν είπε τίποτα ώσπου φτάσαμε τελικά πίσω στη Σάντα Μόνικα κι ήρθε η στιγμή ν' αποχαιρετιστούμε. «Είσαι νέα, Λίντα», μου είπε. «Με τα κατάλληλα παρηγορικά, έχεις χρόνια μπροστά σου. Εγώ το ξέρω πως φτάνω στο τέλος μου. Εσύ έχεις το θάρρος που χρειάζεται. Αυτή η γριά αδελφή που βλέπεις θα πέθαινε ευτυχισμένα ξέροντας πως υπάρχει κάποιος σαν κι εσένα να συνεχίσει. Σκέψου το. "Μια Σύντομη, αλλά Ευτυχισμένη Ζωή", όπως λένε στη Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών. Και μη νομίζεις πως δεν είμαστε όλοι μας ήδη σ' αυτήν».

Το σκέφτηκα. Το σκέφτηκα καιρό. Αλλά δεν έκανα τίποτα ώσπου ξανάδα τον Μαξ, όταν πέθαινε.

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Αφού θήτευσα δυο φορές στη Βουλή της Βιρτζίνια, έβαλα υποψηφιότητα για το Κογκρέσο, κι εκλέχτηκα. Το Κογκρέσο ήταν ανάστατο εξαιτίας της Αρρώστιας. Η εθνική πολιτική ήταν ανύπαρκτη. Μερικές πολιτείες έβαζαν σε καραντίνα τα θύματα της Αρρώστιας, άλλες δεν έκαναν τίποτα. Μερικές πολιτείες έκαναν τεστ σε όσους περνούσαν τα σύνορά τους, άλλες έλεγαν πως ήταν παράβαση του Συντάγματος. Κάποιοι αντιπρόσωποι ζητούσαν να θεσπιστεί μια εθνική κάρτα υγείας, άλλοι το θεωρούσαν παράβαση των πολιτικών δικαιωμάτων. Χριστιανικές ομάδες ζητούσαν μια εθνική πολιτική καραντίνας. Ομάδες για τα δικαιώματα των θυμάτων της Αρρώστιας ζητούσαν να δοθεί ένα τέλος στους περιορισμούς της ελεύθερης μετακίνησής τους. Δεκάδες δικαστικές υποθέσεις προχωρούσαν αργά προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Αφού παρακολούθησα επί δυο θητείες μου αυτή την παράλυση του Κογκρέσου, ο Θεός μου έστειλε την έμπνευση της Τροπολογίας της Εθνικής Καραντίνας: Η υποψηφιότητά μου για τη Γερουσία στηρίχτηκε σ' αυτήν, εξασφάλισα την υποστήριξη των Χριστιανών και των θυμάτων της Αρρώστιας συγχρόνως, και βγήκα με μεγάλη πλειοψηφία.

Η τροπολογία έβαζε μια πολιτική απέναντι στην Αρρώστια σε εθνικό επίπεδο. Η κάθε πολιτεία ήταν υποχρεωμένη να ορίσει Ζώνες Καραντίνας ανάλογες σε έκταση και οικονομική βάση με το ποσοστό των θυμάτων που υπήρχαν στην περιοχή της, ζώνες που θα επανορίζονταν κάθε δυο χρόνια. Κάθε πολίτης έξω από τη Ζώνη θα έπρεπε να έχει μια ενημερωμένη μπλε κάρτα. Από την άλλη μεριά, τα θύματα της Αρρώστιας θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, και το δικαίωμα ψήφου, μέσα στις Ζώνες Καραντίνας, και εξασφαλισμένο ελεύθερο εμπόριο σε μη βιολογικά προϊόντα.

Ήταν τίμιο. Ήταν δίκαιο. Ήταν Θεία έμπνευση. Με την υποστήριξή μου πέρασε από το Κογκρέσο, και το δέχτηκαν τα τρία τέταρτα των πολιτειών μέσα σε δυο χρόνια, αφού ηγήθηκα μιας επίμονης εθνικής καμπάνιας.

Ήμουν ένας εθνικός ήρωας. Ήταν η χρονιά εκλογής του Προέδρου. Μου είπαν πως είχα σίγουρο το χρίσμα του κόμματός μου, πως η εκλογή μου στην προεδρία ήταν σίγουρη.

Λίντα Λιούιν

Ο Αγιος Μαξ είχε πέσει ξαφνικά στο Τελικό Στάδιο. Ήταν μάλιστα ετοιμοθάνατος όταν, ακολουθώντας τη θλιβερή του ιστορία, τον βρήκα σε μια καλύβα σ' έναν παραθαλάσσιο γκρεμό κοντά στο Μπιγκ Σαρ. Ήταν ξαπλωμένος εκεί, ισχνός, σκελετωμένος, με το σώμα του γεμάτο σαρκώματα, σε ημικωματώδη κατάσταση.

Αλλά τα μάτια του άνοιξαν όταν μπήκα μέσα. «Σε περίμενα», μου είπε. «Δεν θα έφευγα χωρίς να πω αντίο στη Δέσποινά Μας».
«Τη Δέσποινά Μας; Μα είσαι εσύ, Μαξ».
«Ήμουν».
«Ω, Μαξ», φώναξα, κι έβαλα τα κλάματα. «Τι μπορώ να κάνω;»
«Τίποτα... 'Η τα πάντα». Το βλέμμα του ήταν σκληρό και ανελέητο εκείνη τη στιγμή, κι όμως κατά κάποιον τρόπο μαλακό και ικετευτικό.
«Μαξ...»

Κούνησε το κεφάλι του. «θα μπορούσες να μου δώσεις ένα αποχαιρετιστήριο κρέας», μου είπε. Χαμογέλασε. «θα προτιμούσα ένα αγόρι, φυσικά, αλλά τουλάχιστον η μάνα μου θα χαιρόταν να μάθει πως φέρθηκα σωστά στη νεκρική μου κλίνη».

Κοίταξα το σώμα του, που καιγόταν από τον πυρετό, ρημαγμένο από τις αρρώστιες. «Δεν ξέρεις τι ζητάς!» φώναξα.
«Και βέβαια ξέρω. Σου ζητάω να κάνεις. το πιο γενναίο πράγμα που έκανες ποτέ στη ζωή σου. Σου ζητάω να εμπιστευτείς την πίστη ενός ετοιμοθάνατου τρελού. Από την άλλη μεριά, δεν ζητάω τίποτα, μια και ήδη Την έχεις Αρπάξει».

Πώς θα μπορούσα ν' αρνηθώ; Ούτως ή άλλως, είχε δίκιο. Η Αρρώστια θα με σκότωνε αργά ή γρήγορα, ό,τι κι αν έκανα τώρα. Ποτέ δεν θα μάθαινα πόσο είχε συντομεύσει τη ζωή μου αυτή η πράξη καλοσύνης. 'Η αν θα τη συντόμευε καν. Κι ο Μαξ πέθαινε. Είχε ζήσει τη ζωή του γενναία στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, όπως το έβλεπε αυτός, τουλάχιστον. Κι εκείνη τη στιγμή τον αγαπούσα περισσότερο απ' όσο είχα αγαπήσει κάθε άλλον στη ζωή μου. Κι αν είχε δίκιο; Ποια άλλη ελπίδα είχε η ανθρωπότητα; Πώς μπορούσα να αρνηθώ;

Δεν μπορούσα. Δεν αρνήθηκα.

Έπειτα, καθώς τον κρατούσα στην αγκαλιά μου, μου μίλησε για τελευταία φορά. «Η τελευταία μου επιθυμία, τώρα», είπε.
«Δεν σου την εκπλήρωσα μόλις τώρα;»
«Όχι, και το ξέρεις».
«Τι;»
«Ξέρεις». Ήξερα. Το είχα αποδεχτεί όταν δέχτηκα το ρημαγμένο του όργανο στο απροστάτευτό μου σώμα. Τώρα το ήξερα. Ήξερα πως το ήξερα εξ αρχής.
«Θα πάρεις τη σκυτάλη;» είπε απλώνοντας το χέρι του.
«Ναι Μαξ», του υποσχέθηκα και άπλωσα το χέρι μου προς το δικό του.
«Η γριά αδερφή μπορεί να φύγει ευτυχισμένη, λοιπόν», είπε. Και πέθανε στα χέρια μου μ' ένα χαμόγελο στα χείλη του.

Και έγινα η Δέσποινά Μας. Η Δέσποινα των Ζωντανών Νεκρών, όπως θα με αποκαλούσαν.

Τζων Ντέηβιντ

Το Σαν Ντιέγκο ήταν γεμάτο Σεξονόμους, και θα είχαν βάλει ειδικές ομάδες κομάντο να μας κυνηγήσουν, αν δεν τους τρομοκρατούσε το τι θα γινόταν αν μάθαιναν οι πολίτες πως μερικές εκατοντάδες από μας τα ζόμπι ήμασταν ελεύθεροι και στο μονοπάτι του πολέμου εναντίον των καλών μας ΗΠΑ.

Και ήμασταν πραγματικά, γαμιόληδες, πιστέψτε το! Εσείς τι θα κάνατε; Αργά ή γρήγορα θα μας έπιαναν όλους, κι αν ακόμα δεν μας έπιαναν αυτοί, θα μας έβρισκε η Αρρώστια, και στη δική μου περίπτωση γρήγορα κι όχι αργά. Έτσι λοιπόν σκορπιστήκαμε. Δεν ξέρω τι έκαναν οι άλλοι, αλλά εγώ ήμουν συνέχεια μεθυσμένος και φτιαγμένος και πήρα κρέας απ' όσο περισσότερες μπλε κάρτες μπορούσα να στριμώξω. Κι εντόπισα όλους τους εμπόρους παρηγορικών που μπορούσα να βρω. Δεν ξέρω καν τι ήταν τα μισά απ' όσα βαρούσα, αλλά κάτι στο μίγμα, ή το ίδιο το μίγμα, φαινόταν να καθυστερεί την Αρρώστια. Δεν γινόμουν καλύτερα, αλλά μάλλον παρέμενα σταθερός.

Όχι όμως και η κατάσταση στο Ντιέγκο, αδέρφια. Τη γλίτωνα συνέχεια στην τρίχα. Τελικά με στρίμωξαν δυο ηλίθιοι ΣΑ. Ε, αυτοί οι Ανίεροι Συντηρητικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να τα βγάλουν πέρα μ' ένα ζόμπι με τη δική μου μάχιμη εμπειρία. Την ώρα που σύγκριναν μια από τις πλαστές μου κάρτες με την εθνική τράπεζα δεδομένων, τους καθάρισα τους γαμιόληδες.

Πήρα τις ταυτότητές μου από τα πτώματα, αλλά τώρα ήμουν σημαδεμένος στις μνήμες τους σαν ζόμπι και καταζητούμενος, κι όταν θα τους έβρισκαν τέζα, η φωτογραφία μου θα βρισκόταν στα φαξ κάθε Τμήματος Σεξονομίας σε πενήντα πολιτείες. Η ΣΑ μισούσε πραγματικά τους φονιάδες Σεξονόμων, και θα 'βαζαν απόλυτη προτεραιότητα να με δέσουν.

Είχα μια μόνο επιλογή' όχι ότι είχε και πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Έπρεπε να εξαφανιστώ σε μια Ζώνη Καραντίνας. Το Σαν Φραντσίσκο ήταν η μεγαλύτερη, άρα και η ασφαλέστερη. Και η καλύτερη - έτσι τουλάχιστον άκουγα.

Βούτηξα λοιπόν ένα αμάξι και την έκανα βόρεια. Πώς θα έμπαινα μέσα σε μια Ζώνη, αυτό θα το έβρισκα αργότερα. Αν βέβαιά κατάφερνα να αποφύγω αρκετά τη ΣΑ για να φτάσω ως εκεί.

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Το Κογκρέσο ίδρυσε την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Καραντίνας για να εφαρμόσει την Εθνική Τροπολογία Καραντίνας. θα είχε τεράστια εξουσία και τεράστια ευθύνη. Χάρη στην ορθή κρίση του Κογκρέσου, με την οποία συμφώνησα κι εγώ, ήταν εντελώς ανεξάρτητη από κομματική πολιτική. Η επιλογή του διευθυντή θα γινόταν όπως και για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου - προτείνεται από τον Πρόεδρο, εγκρίνεται από τη Γερουσία, είναι ισόβιος και ανακλητός μόνο μετά από παραπομπή του για σοβαρό αδίκημα.

Αφού ο Πρόεδρος υπέγραψε το νομοσχέδιο, με κάλεσε στο γραφείο του και με παρακάλεσε να δεχτώ τη θέση. Η τροπολογία ήταν δική μου. Ήμουν το μόνο πολιτικό πρόσωπο που είχε την εμπιστοσύνη και των Θυμάτων της Αρρώστιας και των μπλε καρτών.

Ήξερα πως όλα αυτά ήταν αλήθεια. Ήταν επίσης αλήθεια πως πολλά μέλη του κόμματος χλώμιαζαν στη σκέψη του να εκλεγώ Πρόεδρος. Αυτή ήταν η τέλεια πολιτική λύση.

Ήταν η πιο σημαντική απόφαση στη ζωή μου και η πιο δύσκολη. H Ελαίην λαχταρούσε να γίνει η Πρώτη Κυρία. «Δεν μπορείς να τους αφήσεις να σου πάρουν την Προεδρία έτσι», επέμενε. Υπουργοί και ομάδες μαύρων καρτών και πολιτικοί του κόμματός μου, άλλοι ειλικρινείς, άλλοι όχι, με παρακαλούσαν να δεχτώ τη θέση του ισόβιου διευθυντή της ΟΕΚ. Επί βδομάδες με ενοχλούσαν συνεχώς, ενώ εγώ χρονοτριβούσα και προσευχόμουν.

Φαινόταν σαν να ήταν οι φωνές του Θεού και του Διάβολου που μου μιλούσαν μέσω της γυναίκας μου, των ηγετών του κόμματος, των ανθρώπων του Θεού, ανθρώπων της εξουσίας, αγίων και αμαρτωλών' όλοι τους μάχονταν για την κυριαρχία της ψυχής μου. Αλλά ποια ήταν η φωνή του Θεού και ποια του Σατανά; Ποιο ήταν το αληθινό μου καθήκον; Τι ήθελε o Θεός να κάνω;

Τελικά απομονώθηκα σ' ένα ησυχαστήριο στην έρημο της Γιούτα, στο Εθνικό Πάρκο Σιών. Νήστεψα. Προσευχήθηκα. Κάλεσα τον Χριστό να μου μιλήσει.

Τελικά μια φωνή μου μίλησε, μέσα σ' ένα όραμα. «Είσαι ο Μωυσής που διάλεξα για να οδηγήσει το λαό Μου έξω από την έρημο», μου είπε. «Δεν σε πρόσταξα να γίνεις ηγέτης των ανθρώπων; Αυτοί που σου αρνούνται την εξουσία είναι αντιπρόσωποι του Σατανά».

Αλλά τότε μια δυνατότερη και γλυκύτερη φωνή μου μίλησε, μέσα από ένα έντονο λευκό φως, και ήξερα πως αυτός ήταν πραγματικά ο Χριστός και τίνος ήταν στ' αλήθεια η πρώτη φωνή.

«Σ' έσωσα από την Αρρώστια και την αμαρτωλή σου επιθυμία στην ώρα της ανάγκης σου», μου είπε. «Σ' εξύψωσα για να κάνεις το θέλημα του Θεού στη Γη. Όπως Εγώ έδωσα τη ζωή Μου για να σώσω τον Ανθρωπο από την αμαρτία, έτσι κι εσύ πρέπει να εγκαταλείψεις την επίγεια εξουσία για να σώσεις τους ανθρώπους από τη σκοτεινή τους φύση. Όπως ο Θεός Με διάλεξε για τον Γολγοθά Μου, έτσι κι Εγώ σε διαλέγω για το δικό σου».

Γύρισα από την έρημο στην Ουάσιγκτον και υπάκουσα. Αφησα πίσω μου τη σκέψη της επίγειας δόξας. Υπήρξαν αυτοί που γέλασαν κρυφά όταν δέχτηκα το διορισμό μου. Υπήρξαν αυτοί που γέλασαν όταν είπα στο έθνος πως το είχα κάνει κατ' εντολή του Χριστού.

Ακόμα κι η γυναίκα μου μου είπε πως ήμουν ανόητος, κι ένα χάσμα άνοιξε ανάμεσά μας που δεν ήξερα πώς να το γεφυρώσω. Γίναμε δυο ξένοι που μοιράζονταν το ίδιο γαμήλιο κρεβάτι.

Βέβαια, πλήρωσα ακριβά την υπακοή μου στο θέλημα του Θεού. Αλλά ενώ μπορεί να έχασα την ευκαιρία ν' αποκτήσω επίγεια εξουσία και σκλήρυνα την καρδιά της γυναίκας μου απέναντί μου, έμεινα αμετακίνητος και ισχυρός.

Γιατί ο Θεός με είχε σώσει σ' εκείνο το δωμάτιο με τον Γκας και μου χορήγησε τη Θεία Χάρη και τη σωτηρία. Και ο Χριστός μου μίλησε αληθινά στην έρημο μπροστά στον Σατανά και μ' έσωσε ξανά. Κι έτσι στο βάθος της καρδιάς μου ήξερα πως είχα κάνει το σωστό.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Πώς μπόρεσα να κάνω κάτι τέτοιο; Πώς μπόρεσα, εγώ, να γίνω τόσο αγαθός και να Την Αρπάξω από μια πόρνη; Όπως λέει και μια παλιά παροιμία, το ορθωμένο πέος δεν έχει συνείδηση, και δεν είναι περίεργο που τους ανόητους τους αποκαλούν μαλάκες.

Τη μέρα που έκλεισα τα σαράντα έγινα τύφλα στο μεθύσι και μαστούρωσα μέχρις αηδίας, και ζήτησα ένα ειδικό δώρο από τη Μαρτζ για τα γενέθλιά μου. Ήταν τόσο υπερβολικό να το ζητήσει κανείς από τη γυναίκα του τη νύχτα της μυητικής του τελετουργίας στην κρίση τής μέσης ηλικίας; Τρυφερό κρέας μ' αγάπη για τα Μοιραία Σαράντα. Είχαμε κι οι δυο μπλε κάρτες. Η Μαρτζ δεν είχε σχεδόν καθόλου σεξουαλική ζωή. Εγώ τις μόνες φορές που την απάτησα το είχα κάνει με αποστειρωμένες με ακτινοβολία σεξομηχανές.

Εγώ ήμουν φτιαγμένος και παραληρούσα, αλλά εκείνη ήταν εντελώς παράλογη. Αρνήθηκε. Όταν προσπάθησα να της την πέσω, κλειδώθηκε στην κρεβατοκάμαρα και μου είπε να πάω να τη βάλω στις καταραμένες σεξομηχανές μου.

Βγήκα παραπατώντας στους δρόμους, σε άλλους κόσμους, απελπισμένος, και με τη λυσσασμένη καύλα των τεσσαρακοστών μου γενεθλίων. Αλλά δεν πήγα στο συνηθισμένο μαγαζί με τις σεξομηχανές, όχι αυτά δεν μου είχε πει να κάνω η Μαρτζ;

Αντί γι' αυτό, βρέθηκα σ' ένα απ' αυτά τα παράνομα μπαρ-κρεοπωλεία. Για να μην τα πολυλογώ, ψάρεψα μια πόρνη. Βάλαμε τις κάρτες μας στο ΜΑΤ του μαγαζιού και φυσικά βγήκαν κι οι δυο τους μπλε. Πήγαμε λοιπόν στο δωμάτιό της και δοκιμάσαμε το κρέας με κάθε τρόπο που ήξερα, και με κάποιους τρόπους που φαινόταν να έχει εφεύρει η ίδια.

Σύρθηκα σπίτι, φτιαγμένος ακόμα, και ξεράθηκα στον καναπέ. Την Επόμενη Μέρα...Θεέ μου!

Εκτός από τον αναπόφευκτο φρικτό πονοκέφαλο και τις συζυγικές αντεγκλήσεις, είχα ν' αντιμετωπίσω ξυπνώντας και αυτό που είχα κάνει, στην πλήρη έκταση της φρικαλεότητάς του. Στην τωρινή μου νηφάλια και παντελώς ξεφουσκωμένη κατάσταση, ήξερα πολύ καλά πόσες πλαστές μπλε κάρτες κυκλοφορούσαν σ' αυτά τα κρεοπωλεία. Μήπως...;

Έκανα τα κλασικά τεστ στον εαυτό μου, στο εργαστήριό μου, επί έξι μέρες, Την έκτη μέρα, βγήκαν μαύρα. Στην καλλιέργεια, ήταν μια ποικιλία που δεν την είχα ξαναδεί.

Αυτή τη φορά όμως είχα προετοιμαστεί για το αναπόφευκτο. Είχα κάνει τα σχέδιά μου. Όπως έτυχε, είχα δέκα βδομάδες πριν από την επόμενη ενημέρωση της κάρτας μου, δέκα βδομάδες για να πετύχω αυτό που η ιατρική επιστήμη δεν είχε κατορθώσει να πετύχει σε είκοσι και παραπάνω χρόνια προσπαθειών.

Αλλά είχα κίνητρο. Αν αποτύγχανα, σε δέκα βδομάδες θα έχανα τη μπλε μου κάρτα, τη δουλειά μου, το σκοπό της ζωής μου, την οικογένειά μου, και δεν θα έφταιγε άλλος από μένα. Σ' αυτό το σημείο, δεν σκεφτόμουν καν το γεγονός πως ήμουν καταδικασμένος σε θάνατο. Αυτό που θα συνέβαινε σε δέκα βδομάδες ήταν αρκετά σοβαρή καταστροφή για να με κάνει να δουλεύω είκοσι ώρες την ημέρα, ή τουλάχιστον εμένα τόσες μου φαίνονταν.

Και, σαν τρελαμένος που ήμουν, είχα μια τρελή ιδέα, μια ιδέα που, εκ των υστέρων, είδα πως ήταν εξ αρχής ο στόχος μου.

Η δουλειά μου στα πολλαπλά εμβόλια ήταν ήδη αρκετά προχωρημένη, δεν θα μπορούσα λοιπόν να την προχωρήσω ένα βήμα παραπάνω και να συνθέσω ένα αυτόματα αυτοπρογραμματιζόμενο πολλαπλό εμβόλιο; Μπορεί να βρισκόμουν στα όρια του επιστημονικά δυνατού, αλλά ήταν η μόνη μου ελπίδα. Μια τρελή ιδέα, ναι, αλλά δεν ήταν η τρέλα που συνόρευε με την έμπνευση;

Απογύμνωσα έναν ιό της Αρρώστιας ως τον αβλαβή πυρήνα του, με τη συνηθισμένη μέθοδο. Αλλά δεν άρχισα να του βάζω το περιτύλιγμα των συνηθισμένων αντιγονικών ποικιλιών. Αρχισα να κατασκευάζω μια σειρά μικροχειριστών από θραύσματα RNA, μοριακά «πλοκάμια».

Αυτό που έψαχνα ήταν ένας οργανισμός που θα πρόσβαλλε τα ίδια κύτταρα με την Αρρώστια. Που θα πρόσβαλλε κάθε στέλεχος του ιού της Αρρώστιας που θα έβρισκε, θα κατέστρεφε τον πυρήνα, και θα τύλιγε γύρω του το κενό αντιγονικό περίβλημα, όπως ο πάγουρος, ο Βερνάρδος ο ερημίτης, μπαίνει σ' ένα εγκαταλελειμμένο κοχύλι για να προστατεύσει τη γύμνια του από τον κόσμο.

Ουσιαστικά, ένα εμβόλιο νεκρού ιού που θα μπορεί ακόμη να αναπαραχθεί σαν οργανισμός, ένας οργανισμός που θα αναπρογραμματίζει το αντιγονικό του περίβλημα για να μιμείται τους θανάσιμους εισβολείς, που θα χρησιμοποιεί τα κουφάρια του Εχθρού για να υποκινεί την παραγωγή αντισωμάτων γι' αυτόν, ένα ζωντανό, αυτοπρογραμματιζόμενο εργοστάσιο πολλαπλών εμβολίων μέσα στο ίδιο μου το σώμα.

Η θεωρία ήταν απλή, έξυπνη και καλαίσθητη. Η σύνθεση ενός τέτοιου μοριακού θωρηκτού στ' αλήθεια ήταν άλλο πράγμα...

Λίντα Λιούιν

Η ιστορία του τι συνέβη στο νεκρικό κρεβάτι του Αγίου Μαξ έγινε ένας μύθος του αντεργκράουντ. Κι ενώ ο Μαξ ήταν γέρος και είχε ξεπεράσει από καιρό κάθε προσδοκία μακροημέρευσης, εγώ ήμουν νέα, φαινόμουν υγιής, κι αυτό που διακινδύνευα ήταν προφανές. Σαν τον Αγιο Μαξ, η Δέσποινά Μας έδινε την παρηγοριά του κρέατός της σε όποιον της το ζητούσε. Έδινα δωρεάν το σώμα μου σε νέους με μαύρες κάρτες σαν κι εμένα, σε σαπισμένα Τελικά Στάδια, σε κάθε ενδιάμεσο στάδιο μαύρης κάρτας.

Ίσως επειδή ήμουν νέα, ίσως επειδή ήμουν η πρώτη που προσηλυτίστηκε, ίσως επειδή ήμουν πολύ πιο απλοϊκά ειλικρινής από εκείνον, ίσως επειδή φαινόμουν να είμαι τόσο υγιής, υπήρξαν αυτοί που πίστεψαν τώρα, αυτοί που πίστεψαν σε μένα, στην Πίστη της Δέσποινάς Μας. Αν o Αγιος Μαξ ήταν ο Χριστός μας, κι εγώ ήμουν ο Παύλος, υπήρχαν τώρα οι Απόστολοι που θα διέδιδαν την Πίστη, μερικές δεκάδες, ίσως, αλλά τουλάχιστον περισσότεροι από τους αρχικούς δώδεκα του Χριστιανισμού.

Διαδίδαμε την Πίστη του Αγίου Μαξ και της Δέσποινάς Μας. Κερδίζαμε νεοφώτιστους με την ελπίδα μας και τα σώματά μας καθώς περιπλανιόμασταν πάνω-κάτω στην Καλιφόρνια. Τα στελέχη της Αρρώστιας θα εξαπλώνονταν γρηγορότερα τώρα. Εκατομμύρια μπορεί να πέθαιναν πιο σύντομα, άνθρωποι που μπορεί να κρατιόνταν περισσότερο. Αλλά δεν ήμασταν όλοι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένοι σε θάνατο, μπλε και μαύρες κάρτες μαζί;

Εκατομμύρια ζωές μπορεί να συντόμευαν, αλλά μ' όλους αυτούς τους θανάτους μπορεί να επιζούσε το είδος. Προκαλούσαμε την Αρρώστια κατά μέτωπο, με τον μόνο τρόπο που μπορούσαμε - αγάπη απέναντι στην απόγνωση, σεξ απέναντι στο θάνατο. θα βιάζαμε την ταχύτητα της εξέλιξης και / ή θα πεθαίναμε προσπαθώντας.

Και όσο ζούσαμε, θα ζούσαμε τουλάχιστον ελεύθερα, θα ζούσαμε, και θ' αγαπούσαμε, και θα παλεύαμε για την επιβίωση του είδους μας σαν φυσικοί άντρες και γυναίκες. Καλύτερα στη φωτιά παρά στον πάγο.

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Είχα κάνει την εντολή του Kυρίou. Έκανα το έργο Του, αλλά ο Διάβολος συνέχιζε να με βασανίζει. H Ελαίην παρέμενε απομακρυσμένη και ψυχρή, η Αρρώστια συνέχιζε να εξαπλώνεται παρ' όλες μου τις προσπάθειες και τελικά, ο Σατανάς, που δεν του αρκούσαν όλα αυτά, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τον Μπίλυ μου.

Ο Μπίλυ, ο γιος που είχα αναθρέψει τόσο προσεκτικά, ο γιος που προς χαρά μου είχε Δει το Φως στα δεκατέσσερά του, άρχισε να συμπεριφέρεται παράξενα, να κάθεται κακόκεφος στο δωμάτιό του τις νύχτες, να κλειδώνεται στην τουαλέτα για ύποπτα μεγάλα διαστήματα. Δεν χρειαζόταν να είμαι ο διευθυντής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Καραντίνας για να υποπτευθώ τι συνέβαινε' κάθε καλός χριστιανός πατέρας θα μπορούσε να καταλάβει τα σημάδια.

Ήμουν προετοιμασμένος να βρω πορνογραφικό υλικό όταν έψαξα το δωμάτιό του ένα πρωί, αφού είχε φύγει για το σχολείο, αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να με προετοιμάσει για τη χυδαία φύση της ρυπαρότητας που βρήκα. Φωτογραφίες αντρών να δίνουν κρέας ο ένας στον άλλον. Με μικρά αγόρια. Φωτογραφίες γυμνών αγοριών στις πιο λάγνες στάσεις. Και, ακόμα χειρότερα, φρικτά σκίτσα αγοριών και κοριτσιών να συνουσιάζονται με τον πιο απίθανο και αηδιαστικό τρόπο με σεξομηχανές, αυτοματοποιημένες τερατωδίες με αφύσικα αιδοία, τεράστια πέη, κατασκευασμένα ώστε να μιμούνται ζώα, ρομπότ, εξωγήινους από το απώτερο διάστημα με πλοκάμια.

Κλονίστηκα. Ανατρίχιασα. Το στομάχι μου πάγωσε. Και το χειρότερο, o Σατανάς έκανε την αδύναμη σάρκα μου να ερεθιστεί αηδιαστικά, καθώς όλες οι τρομερές, προκλητικές αναμνήσεις του Γκας ήρθαν ορμητικές ανάμεσα στα πόδια μου για να με βασανίσουν.

Αηδιασμένος, συγκλονισμένος, τρέμοντας από την οργή και τη σύγχυση, υποχρεώθηκα να περιμένω ως το απόγευμα για να τον αντικρίσω, και ο Διάβολος μου κατέφερε ένα δεύτερο χτύπημα στο γραφείο, γιατί ήταν η μέρα που ήρθαν οι πρώτες αναφορές για τη Σατανική λατρεία της Δέσποινας των Ζωντανών Νεκρών με το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο.

Φυσικά ήξερα πως υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδων, ίσως εκατομμύρια, μαύρες κάρτες που ζούσαν αντεργκράουντ έξω από τις Ζώνες Καραντίνας με πλαστές μπλε κάρτες, σκορπώντας τη ρυπαρότητά τους στους αθώους. Πιάναμε εκατοντάδες κάθε βδομάδα.

Αλλά αυτή... αυτή... αυτή ήταν η πιο αριστοτεχνική κίνηση του Σατανά! Εκεί έξω στην Καλιφόρνια ήταν μια γυναίκα, ή ίσως αρκετές γυναίκες, που ήταν γνωστή με το όνομα Δέσποινα των Ζωντανών Νεκρών, ήταν ξεκάθαρα δαιμονισμένη και έκανε τη δουλειά του Διαβόλου συνειδητά, επιστρατεύοντας κι άλλους στη Σατανική της λατρεία, διαδίδοντας τα ψέματά του και την Αρρώστια σε όλο και μεγαλύτερους κύκλους.

Οι μαύρες κάρτες πρόσφεραν ανοιχτά το κρέας τους στις άλλες μαύρες κάρτες, διαδίδοντας πολλαπλά στελέχη του ιού της Αρρώστιας στον αντεργκράουντ χώρο. Οι ανακρίσεις έδωσαν στοιχεία πως αυτοί οι σκλάβοι του Σατανά πίστευαν στην πραγματικότητα πως ήταν οι σωτήρες του είδους, πως με κάποιο μυστικιστικό τρόπο επιτάχυναν την πορεία της εξέλιξης, πως κατά κάποιον τρόπο από τα ανίερα, θανάσιμα ζευγαρώματά τους θα εξελισσόταν ένα ανθρώπινο στέλεχος που θα είχε ανοσία στην Αρρώστια.

Δεν τον λένε Πρίγκιπα του Ψεύδους άδικα. Είχε πείσει, απ' ό,τι φαίνεται, αυτά τα κακόμοιρα, καταδικασμένα πλάσματα, χρησιμοποιώντας με πανουργία τον εξοργισμένο από την απελπισία πόθο τους, στρέφοντάς τον εναντίον μας, δίνοντάς τους μια πραγματικά διαβολική δικαιολογία για να κυλιστούν στην ηδονή ώσπου να πεθάνουν πιστεύοντας πως έκαναν το Έργο του Θεού.

Και γελούσε μαζί τους και μαζί μου κάνοντας την υπηρέτριά του να καλυφθεί με το όνομα της Μητέρας του Χριστού!

Έδωσα τις αναγκαίες διαταγές. Η συντριβή της λατρείας της Δέσποινάς Μας θα ήταν η πρώτη προτεραιότητα της ΣΑ. Να συλληφθούν. Αν αντισταθεί κανείς, μη διστάσετε να πυροβολήσετε ή να σκοτώσετε. Κλείστε όσο το δυνατόν περισσότερα μπαρ-κρεοπωλεία. Και όσο πιο φανερά γίνεται. Σπείρετε το φόβο της οργής του Θεού και της ΣΑ σ' όσους ζουν αντεργκράουντ.

Μετά από μια τέτοια μέρα, ήμουν αναγκασμένος να γυρίσω σπίτι και να αντιμετωπίσω τον Μπίλυ. Αρνήθηκε πρώτα, μετά ομολόγησε με κλάματα, υποσχέθηκε μετάνοια και του επέβαλα αυστηρές τιμωρίες. Είχα κάνει το πατριωτικό μου καθήκον και το πατρικό μου καθήκον. Ήταν σκληρό, αλλά είχα κάνει το θέλημα του Θεού και ήμουν ήρεμος, όσο θα μπορούσε να είναι κανείς κάτω απ' αυτές τις τρομερές συνθήκες.

Αλλά ο Σατανάς δεν είχε τελειώσει μαζί μου ακόμα. Κυρίευσε την Ελαίην, την καλή Χριστιανή γυναίκα μου, και την έκανε να εξαπολύσει το πιο απαίσιο κατηγορητήριο εναντίον μου. «Πώς μπορείς να είσαι τόσο σκληρόκαρδος;» μου είπε. «Δεν είναι αρκετά άσχημα τα πράγματα για τους νέους που μεγαλώνουν στις μέρες μας; Τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να του απαγορέψεις τον ασφαλή αυνανισμό».

«Είναι αντίθετο στο νόμο του Θεού! Κι επιπλέον, είδες αυτό το αηδιαστικό, αφύσικο-»
«Φυσικά και είναι αφύσικο, Ουώλτερ! Τι άλλο περιμένεις, όταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο είναι το μόνο πράγμα που κανείς μας δεν μπορεί να κάνει πια!»
«Ελαίην-»
«Αν ήσουν πραγματικός άντρας, Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου, αν ήσουν πραγματικός Χριστιανός, αν ήσουν πραγματικός στοργικός πατέρας, θα πήγαινες το κακόμοιρο το αγόρι σ' ένα μαγαζί με σεξομηχανές και θα του έδειχνες πώς ν' ανακουφιστεί με ασφάλεια!»

Δεν μπορούσα να πιστέψω στ' αυτιά μου. Δεν ήταν δυνατόν να μιλούσε έτσι η Ελαίην! Αλλά μετά κατάλαβα. Αυτή η ύπουλη βλασφημία ερχόταν από τα χείλη της, αλλά η κακόμοιρη η γυναίκα μου ήταν απλό υποχείριο. Η φωνή που έλεγε αυτά τα απαίσια πράγματα χρησιμοποιώντας την είχε φανερωθεί από την ίδια της την πράξη, από το ότι τα έβαζε στο στόμα μιας καλής Χριστιανής.

«Σε γνωρίζω...» μουρμούρισα.
«Όχι, Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου, δεν με ξέρεις καθόλου!»
«Ύπατε οπίσω μου-»
«Όπως θέλεις!» φώναξε. Και κλειδώθηκε στην κρεβατοκάμαρα, αφήνοντάς με να περάσω τη νύχτα άγρυπνος, προσευχόμενος στον Χριστό, ζητώντας να μάθω γιατί με είχε εγκαταλείψει ενώπιον του Εχθρού.

Τζων Ντέηβιντ

Ανέβηκα παραλιακά προς το Σαν' Φραντσίσκο, πολύ αργά, μένοντας ένα περίπου μήνα στο Λος Αντζελες, που ήταν σπουδαίο, απλωνόταν σε μεγάλη έκταση, και ό,τι έπρεπε για να τη βρει ένα ζόμπι. Υπήρχαν πολλά μπαρ-κρεοπωλεία, και το τελευταίο κοκτέιλ παρηγορικών φαινόταν να κρατάει καλά, έδειχνα εντάξει, είχα άπειρες πλαστές κάρτες, και μπορούσα να παίρνω κρέας ώσπου να πέσω ξερός. 'Ήταν πολύ εύκολο.

Και μετά, μια νύχτα, έμαθα γιατί.

Αφησα να με ψαρέψει στο δρόμο μια σέξι διαστημική γκόμενα που μου είπε πως θα μου έδινε τζάμπα κρέας αν είχα μαύρη κάρτα, αν το πιστεύετε. Λοιπόν, ήταν ωραία, εγώ ήμουν φτιαγμένος και είχα περίεργη διάθεση, την έχωσα λοιπόν σ' ένά αδιέξοδο, της Την Έδωσα, και μετά ανακοίνωσα τη θαυμάσια μυστική μου ταυτότητα, της είπα πως ήμουν ένα ζόμπι από τη Στρατιά των.Ζωντανών Νεκρών, περιμένοντας να τη δω να φρικάρει.

Μόνο που δεν φρίκαρε. Μου χαμογέλασε. Με φίλησε κιόλας, και μου είπε πως έκανα το Έργο της Δέσποινάς Μας, είτε το ήξερα είτε όχι.
Τι; Ποιος;
Και μου είπε.

Είπε πως είτε το ήξερα είτε όχι, ήμουν στρατιώτης σ' έναν διαφορετικό στρατό τώρα, έναν στρατό που λεγόταν Εραστές της Δέσποινάς Μας. H αποστολή του ήταν να δίνει κρέας σε όσο περισσότερους ανθρώπους γινόταν, για να σώσει το ανθρώπινο είδος, αν μπορείτε να το πιστέψετε αυτό, αδέρφια! Είπε πως κατά κάποιο τρόπο, αν όλοι μας Δίνουμε όσο περισσότερα στελέχη Της μπορούμε ο ένας στον άλλον, ίσως να καταλήξουμε με ανθρώπους με πολλαπλή ανοσία.

Όταν σας λεω πως το Λος Αντζελες είναι γεμάτο τρελάρες όλων των ειδών, να με πιστεύετε, αδέρφια!

Γρήγορα όμως η τρέλα άρχισε να γίνεται απειλητική - ξαφνικά οι Σεξονόμοι άρχισαν να μαζεύονται στα μπαρ σαν τις μύγες στα σκατά, και περνούσαν τον κάθε πελάτη που έπιαναν από την εθνική τράπεζα δεδομένων, όσο και να τους έπαιρνε. Τα αντεργκράουντ κρησφύγετα δεν ήταν πια και τόσο ασφαλή. Στο δρόμο έπιαναν ανθρώπους στην τύχη και καθάριζαν όποιον αντιστεκόταν. Δηλαδή, η ΣΑ είχε αγριέψει ξαφνικά.

Ποτέ δεν έμαθα αν έψαχναν για μένα και τα άλλα ζόμπι ή τίποτα άλλο, γιατί, αφού τη γλίτωσα μια-δυο φορές παρά τρίχα, δεν είχα και πολλές ελπίδες αν έμενα να μάθω. Ιδίως τώρα που άρχιζε πάλι να περνάει η δράση των παρηγορικών και άρχιζα να πέφτω και να καρφώνομαι. Το Σαν Φρανσίσκο άρχιζε πάλι να μου φαίνεται η καλύτερη λύση.

Βούτηξα ένα αμάξι και την έκανα και πάλι βόρεια, μακριά από μεγάλες πόλεις, προχωρώντας αργά, δοκιμάζοντας κρέας σ' όλο το δρόμο μου προς το κέντρο της Καλιφόρνιας, ακολουθώντας ένα είδος μυστικοί αντεργκράουντ κυκλώματος.

Ήταν πολύ εύκολο, όταν πήρα τον αέρα κι έμαθα τις ιστορίες. Αυτή η τρελάρα στο Λος Αντζελες μου έμαθε το κόλπο. Έφτανε να πω σ' αυτούς τους μαλάκες πως έκανα το 'Εργο της Δέσποινάς Μας, και μου έκαναν τα πάντα.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Ήταν κοπιαστικό, αλλά το μικρό μου θωρηκτό ήταν έτοιμο, και είχα ακόμα πέντε μέρες περιθώριο, και ήταν ακόμα πιο καλαίσθητο από την αρχική μου ιδέα. Σαν την Αρρώστια, μεταδιδόταν μέσω των συνηθισμένων σεξουαλικών ή ενδοφλέβιων οδών, αποικίζοντας το σπέρμα, το αίμα και τους βλεννογόνους. Αντίθετα από την Αρρώστια, όμως, δεν παρενέβαινε στη δράση ή την παραγωγή των Τ-λεμφοκυττάρων. Χωρίς αντιγονικό περίβλημα, ήταν «αόρατο» για το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή του. Σαν ρετροϊός, μπορούσε να αντιγραφεί στο γενετικό υλικό του ξενιστή, έτσι που όταν εκφραζόταν κατά την κυτταρική αναπαραγωγή, θα προσέβαλλε άλλα δυο κύτταρα, μια διαδικασία που θα συνεχιζόταν ώσπου να μολύνονταν όλα τα ανάλογα κύτταρα του ξενιστή.

Αν συναντούσε έναν εισβολέα ρετροϊό στη φάση της έκφρασής του, θα κατέστρεφε τον ενεργό πυρήνα και θα τυλιγόταν στο «νεκρό» αντιγονικό περίβλημα. Αν ο ξενιστής είχε ήδη αντισώματα γι' αυτά τα αντιγόνα, αυτή η παραλλαγή θα πέθαινε. Αν όχι, θα αντιγραφόταν τελικά στο γενετικό υλικό του ξενιστή, παράγοντας ένα αντιγονικό «κέλυφος» κατά τη διαδικασία.

Έτσι, όταν ένας ρετροϊός θα εισέβαλλε στον ξενιστή, το κυκλοφοριακό σύστημά του θα γέμιζε με κενά αντιγονικά περιβλήματα του εισβολέα, για τα οποία τελικά το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή θα δημιουργούσε αντισώματα, παρέχοντας ανοσία στον εισβολέα ακριβώς όπως ένα εμβόλιο «νεκρού ιού».

Δεν παρείχε ανοσία μόνο για κάθε στέλεχος του ιού της Αρρώστιας, αλλά ανοσοποιούσε αυτόματα τον ξενιστή για όλους τους ρετροϊούς. Και, σαν την Αρρώστια, θα μεταδιδόταν με τη σεξουαλική επαφή.

Αυτό προέβλεπε η μοριακή μου ανάλυση. Έμενε μόνο να δοκιμάσω το Θωρηκτό. Αλλά υπήρχε ένας αυστηρός νόμος εναντίον της εισαγωγής σε ανθρώπους-ξενιστές ενός ζωντανού, γενετικά τροποποιημένου οργανισμού που θα μπορούσε να πολλαπλασιαστεί έξω από το εργαστήριο, ακόμα και για ερευνητικούς σκοπούς. Χρειαζόταν ολόκληρη τροπολογία νόμου για να μπορέσω ν' αρχίσω τεστ σε ανθρώπους, κι ακόμα και τότε θα έπαιρνε χρόνια προτού να εγκριθεί το θωρηκτό μου από τον Ομοσπονδιακό Οργανισμό Φαρμάκων.

Και είχα μόνο πέντε μέρες. Σε πέντε μέρες έπρεπε να πάω για την ενημέρωση της κάρτας μου. Αν έβγαινε μαύρη, που θα έβγαινε, θα έχανα τη δουλειά μου και θα με έριχναν χωρίς πολλά-πολλά στη Ζώνη Καραντίνας του Σαν Φραντσίσκο, και όλα θα χάνονταν.

Είχα μια μόνο ελπίδα για να κρατήσω την μπλε μου κάρτα αρκετά, τόσο ώστε να προλάβω να δω την όλη διαδικασία τελειωμένη. Εγώ ο ίδιος θα έπρεπε να είμαι το πρώτο μου πειραματόζωο. Αν δεν λειτουργούσε, ούτως ή άλλως είχαν ήδη χαθεί τα πάντα. Αν όλα πήγαιναν καλά - και ήμουν πεισμένος πως θα πήγαιναν καλά - δεν χρειαζόταν να μάθαινε κανείς ποτέ πως είχα παραβεί τον κανονισμό του ΟΟΦ.

Έτσι έκανα την ένεση με την καλλιέργεια του θωρηκτού μου. Τρεις μέρες αργότερα, το σώμα μου ήταν ελεύθερο από την Αρρώστια. Πήρα ένα δείγμα του αίματός μου και το εξέθεσα σε άλλα στελέχη της Αρρώστιας, καθώς και σε διάφορους άλλους ρετροϊούς. Το θωρηκτό μου τους σκότωσε όλους.

Πήρα τον Χάρλοου Πρινζ, τον πρόεδρο της Σάτκλιφ, και ζήτησα μια έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, όπου υποσχέθηκα ότι θα τους παρουσιάσω την μεγαλύτερη πρόοδο της ιατρικής στα τελευταία πενήντα τουλάχιστον χρόνια. Σχεδόν άκουσα να του τρέχουν τα σάλια.

Το Νόμπελ Ιατρικής μου φαινόταν βέβαιο.

Και, βλέποντας πώς το θωρηκτό μου θα διαδιδόταν με τη σεξουαλική επαφή, χωρίς την ανάγκη ενός οικονομικά απαγορευτικού μαζικού εμβολιασμού, θα μπορούσε να εξαλείψει την Αρρώστια από το μολυσμένο Τρίτο Κόσμο επίσης, έτσι λοιπόν ένα δεύτερο Νόμπελ, Ειρήνης αυτή τη φορά, δεν θα ήταν και τόσο απίθανο.

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Η Ελαίην αρνιόταν το σεξ παρεμβολής μαζί μου. Αρνιόταν να κοιμηθεί στην ίδια κρεβατοκάμαρα μαζί μου. Αρχισε να υποτιμά τον ανδρισμό μου. Το φαγητό ήταν άψητο, πολύ ψημένο, ή πολύ πρόχειρο. Παραμελούσε το νοικοκυριό της. Επέμενε να πάω τον Μπίλυ σ' ένα μαγαζί με σεξομηχανές και αποκαλούσε την ενάρετη άρνησή μου «αντιχριστιανική».

Δεν ήξερα πια τη γυναίκα που ζούσα μαζί της. Η Ελαίην ενεργούσε τώρα σαν μια γυναίκα με μυστική ζωή, σαν μια γυναίκα που έκρυβε μια εξωσυζυγική σχέση. Ήταν δυνατόν; Με κορόιδευε όλα αυτά τα χρόνια;

Φυσικά είχα τα κατάλληλα μέσα για να μάθω. Έβαλα να την παρακολουθήσουν: Αλλά οι αναφορές δεν ανακάλυψαν κάποιον ανθρώπινο εραστή. Υπήρχαν Γραπτές αναφορές. Υπήρχαν φωτογραφίες. Υπήρχε ακόμα κι ένα έξυπνα παρμένο παράνομο βίντεο.

Η Ελαίην ήταν εθισμένη στις σεξομηχανές.

Σχεδόν κάθε μέρα, όταν έλειπα στη δουλειά, πήγαινε σ' ένα από τα διάφορα μαγαζιά με τις σεξομηχανές κι έμενε για μία τουλάχιστον ώρα, επιδιδόμενη σε διαστροφές που δεν ήξερα καν πως υπήρχαν, που θεωρούσα ως τώρα αδύνατες.

Όταν της έδειξα τα στοιχεία που είχα, παραδέχτηκε προκλητικά πως το έκανε μυστικά χρόνια τώρα. «Δεν με ικανοποιούσες, Ουώλτερ».
«Μοιχαλίδα!»
«Μοιχαλίδα; Ακριβώς το αντίθετο! Το έκανα για να μη γίνω μοιχαλίδα!»
«Είναι αντίθετο στο νόμο του Θεού!»
«Δείξε μου πού αναφέρεται στις Γραφές!»
«Είναι η αμαρτία του Αυνάν!»
«Θεέ μου, Ουώλτερ, είναι η Αρρώστια, δεν το βλέπεις;»
«Φυσικά και το βλέπω! Ο Θεός μας δοκιμάζει, κι εσύ Τον εγκατέλειψες!»
«Εγώ Τον εγκατέλειψα; 'Η Αυτός μας εγκατέλειψε;»
«Βλασφημία!»
«Είναι;» είπε αμέσως. «Μπορεί να είναι ο Θεός της Αγάπης του Χριστού αυτός που μας πήρε το φυσικό έρωτα και επέβαλε σ' όλους μας αυτές τις διαστροφές; Κοίτα τι πάθαμε! Κοίτα τι έπαθε ο Μπίλυ! Πού είναι η Αγάπη του Θεού σε όλα αυτά;»

«Είναι ο Διάβολος που μας βασανίζει κι όχι ο Θεός, Ελαίην!»
«Αυτό σου λεω κι εγώ, Ουώλτερ Μπίγκελοου! Η Αρρώστια είναι έργο του Σατανά, όχι του Θεού. Έτσι λοιπόν το κάθε τι που μας βοηθά να ξεπεράσουμε τα βάσανα του Διαβόλου - οι παρεμβολές, οι σεξομηχανές - θα πρέπει να είναι το έλεος του Θεού. Ο Χριστός μας αγαπά, έτσι δεν είναι; Δεν μπορεί να θέλει να υποφέρουμε περισσότερο απ' όσο χρειάζεται!»

Και τότε σιγουρεύτηκα. Δεν τον έλεγαν άδικα Πρίγκιπα του Ψεύδους.

Η Ελαίην μου δεν είχε ούτε την κακία του πνεύματος ούτε την πονηριά του νου για να μου πει αυτά τα πράγματα. Ήταν ξεκάθαρα υπό την επήρεια του Σατανά. Το χριστιανικό και το συζυγικό καθήκον συνέπιπταν. Έθεσα την Ελαίην ανεπίσημα υπό περιορισμό κατ' οίκον. Και άρχισα να συμβουλεύομαι εξορκιστές.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Ήταν όλοι εκεί- ο Χάρλοου Πρινζ, ο πρόεδρος της Σάτκλιφ, ο Γουώρεν Φαϊνστάιν, ο πρόεδρος του συμβουλίου, και ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο. Όλοι τους είχαν το σύμβολο του δολαρίου στα μάτια τους καθώς άρχισα την παρουσίασή μου. Με άκουγαν βυθισμένοι στη σιωπή, μια σιωπή που γινόταν όλο και πιο απειλητική και τρομακτική καθώς συνέχιζα.

Το συμπέρασμα της παρουσίασής μου κατέληξε σε μια θανάσιμη σιωπή νεκροταφείου που φαινόταν να κρατά για πάντα. Χρειάστηκε να τη σπάσω ο ίδιος.

«Ε... ερωτήσεις;»
«Αυτός ο ιός... ε... θωρηκτό, είναι ένας αυτοπολλαπλασιαζόμενος οργανισμός; Αναπαράγεται μόνος του έξω από το εργαστήριο;»
«Σωστά».
«Και μεταδίδεται όπως κι η Αρρώστια;»
«Πολύ εύκολα μπορεί να γίνει πανδημία».
«Ποιος γνωρίζει τις πληροφορίες αυτές;»
«Κανείς έξω από αυτό το δωμάτιο», τους είπα. «Εργάστηκα μόνος μου».

Σαν έναν κρύσταλλο που διαλύεται ξαφνικά στο διάλυμα απ' το οποίο δημιουργήθηκε, η σιωπηλή ατμόσφαιρα έσπασε σε μια σειρά ψιθυριστών συζητήσεων. Μετά από λίγα λεπτά, ο Πρινζ άρχισε να δίνει διαταγές στο ιντερκόμ του.

«Η ασφάλεια στο εργαστήριο δώδεκα! Να σφραγιστεί. Κανείς δεν μπαίνει ούτε βγαίνει χωρίς την προσωπική μου διαταγή. Να κατέβει εκεί μια ομάδα απολύμανσης και να εκτελέσει τη διαδικασία Μαύρος Κώδικας».

«Μαύρος Κώδικας;» φώναξα. «Δεν υπάρχει Μαύρος Κώδικας στο εργαστήριό μου! Καμιά έκλυση παθογόνου! Κα-»
«Βούλωσε το, Μπρούνο! Αρκετά δεν έκανες ως τώρα;» μου φώναξε o Πρινζ. «Έφτιαξες ένα τεχνητό ανθρώπινο παράσιτο, ηλίθιε! Ο ΟΟΦ θα μας σταυρώσει!»
«Αν το αναφέρουμε...» είπε αργά ο Φαϊνστάιν.
«Ναι...» είπε ο Πρινζ.
«Τι θα κάνεις, Χάρλοου;»
«Το έκανα ήδη. θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία Μαύρος Κώδικας. θα αποτεφρώσουμε το εργαστήριο δώδεκα και θα το γεμίσουμε με λιωμένο γυαλί. θα το κρατήσουμε μεταξύ μας. Δεν συνέβη ποτέ».
«Κι αυτός
«Πράγματι...» είπε αργά ο Πρινζ. «Η ασφάλεια στην αίθουσα συμβουλίων!» πέταξε στο ιντερκόμ.
«Τι διάβολο γίνεται εδώ;» κατάφερα τελικά να πω.
«'Έκανες μια πολύ σοβαρή παράβαση των κανονισμών του ΟΟΦ, Δρ Μπρούνο», μου είπε ο Φαϊνστάιν, «Μια παράβαση που μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες για την εταιρεία».
«Μια είναι μια μνημειώδης ανακάλυψη!» φώναξα. «Δεν ακούσατε τίποτα απ' όσα είπα; Είναι μια θεραπεία για όλες τις πιθανές παραλλαγές της Αρρώστιας! θα σώσει τη χώρα από-»

«Θα καταστρέψει τη Σάτκλιφ, κρετίνε!» φώναξε ο Πρινζ. «Το πενήντα δύο τα εκατό των ακαθάριστων εισπράξεών μας προέρχεται από εμβόλια της Αρρώστιας, κι άλλο είκοσι ένα τα εκατό από τις πωλήσεις των παρηγορικών! Και το καταραμένο σου θωρηκτό είναι μια αφροδίσια ασθένεια - δεν είναι καν ένα εμπορεύσιμο προϊόν!»

«Αλλά το εθνικό συμφέρον σίγουρα-»
«Φοβάμαι πως δεν σκεφτήκατε καθόλου το εθνικό συμφέρον, Δρ Μπρούνο», είπε πιο μαλακά ο Φαϊνστάιν. «Η μερίδα της ιατρικής βιομηχανίας στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα είναι είκοσι πέντε τα εκατό εδώ και χρόνια, και η Αρρώστια είναι στενά συνδεδεμένη με την οικονομία μας... το θωρηκτό σου θα προξενούσε μια φοβερή οικονομική κρίση».
«Και θα κατέστρεφε εντελώς την πολιτική μας απέναντι στον Τρίτο Κόσμο».
«Διαλύοντας έτσι τις φιλικές σχέσεις μεταξύ Σοβιετικών, Κινέζων, Αμερικανών και Ιαπώνων, αναζωπυρώνοντας τον Ψυχρό Πόλεμο». «Οδηγώντας σ' έναν πυρηνικό Αρμαγεδώνα και στην καταστροφή ολοκλήρου του είδους!»

Τι τερατώδης σοφιστεία! Τι τέλεια παραφροσύνη! Τι απαίσιες, απολύτως ιδιοτελείς μαλακίες! Δεν μπορούσε να μιλούν σοβαρά!

Τότε δυο οπλισμένοι φύλακες μπήκαν στην αίθουσα συμβουλίου, και η παρουσία τους με υποχρέωσε ξαφνικά να συνειδητοποιήσω πόσο σοβαρά μιλούσαν. Ήδη κατέστρεφαν τον οργανισμό. Από τη δική τους εξοργιστική σκοπιά, η απαίσια λογική τους ήταν αρκετά σωστή. Ο ιός-θωρηκτό όντως θα έκανε την ιατρική βιομηχανία μια σκιά του προηγούμενου εαυτού της. Η Σάτκλιφ όντως θα κατέρρεε. Και θα έχαναν τις δουλειές τους και τις περιουσίες τους...

«Δεν επιτρέπεται στον δρα Μπρούνο να φύγει από το κτίριο ή να επικοινωνήσει με κάποιον έξω από αυτό», είπε ο Πρινζ στους φύλακες. Διέσχισαν το δωμάτιο και στάθηκαν δεξιά κι αριστερά μου με τα όπλα τους έτοιμα.

«Τι θα κάνουμε μ' αυτόν;»
Πόσο μακριά θα μπορούσαν να φτάσουν για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους;
«Ίσως ο Δρ Μπρούνο να έπαθε κάποιο δυστύχημα στο εργαστήριό του...» είπε αργά ο Πρινζ.
Θεέ μου, θα έφταναν ως εκεί;
«Δεν εννοείς βέβαια...;» είπε έκπληκτος ο Φαϊνστάιν.
«Ο οργανισμός καταστρέφεται αυτή τη στιγμή, μπορούμε να σβήσουμε τις σημειώσεις του από τις τράπεζες δεδομένων, κανείς άλλος δεν ξέρει τίποτα, δεν μπορούμε ν' αφήσουμε μισές δουλειές», είπε ο Πρινζ. «Έχεις καμιά καλύτερη ιδέα, Γουώρεν;»
«Μα-»

Πανικοβλήθηκα; Έγινα ένας απ' αυτούς; Ενήργησα από αδίστακτη ιδιοτέλεια, ή ακολούθησα μια σπουδαιότερη ανάγκη; Και τα τέσσερα, ίσως; Ποιος μπορεί να πει; Το μόνο που ήξερα εκείνη τη στιγμή ήταν πως διακυβευόταν η ζωή μου, πως έπρεπε με τα λόγια μου και μόνο να καταφέρω να βγω από εκείνο το δωμάτιο, και τα λόγια βγήκαν από μέσα μου προτού προλάβω να τα σκεφτώ, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.

«Ένα εκατομμύριο δολάρια το χρόνο», ξεφούρνισα.

«Τι;»
«Τόσα θέλω για να σωπάσω. Θέλω ο μισθός μου να αυξηθεί στο ένα εκατομμύριο το χρόνο».
«Αυτό είναι παράλογο!»
«Είναι; Μόνος σου είπες πως παίζεται η ζωή της ίδιας της Σάτκλιφ. Πιο φτηνά έρχεται!»
«Φτηνότερο και ασφαλέστερο θα ήταν να εξαφανίσουμε μια για πάντα το πρόβλημα», είπε ο Πρινζ.
«Θεέ μου, Χάρλοου, μιλάς για φόνο!» φώναξε ο Φαϊνστάιν. «Η πρόταση του δρα Μπρούνο είναι πιο... λογική. Δεν θα μιλούσε αν πληρώναμε ένα εκατομμύριο το χρόνο τη σιωπή του!»
«Έχει δίκιο, Χάρλοου!»
«Η άλλη λύση είναι πολύ ριψοκίνδυνη».
«Δεν μ' αρέσει, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε-»
«Θα πρέπει να δεχτεί μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο», είπε o Φαϊνστάιν. «Που σημαίνει πως αποδέχεται εν γνώσει του τη νομική ευθύνη των πράξεών μας. Κι έπειτα, δεν καταστρέφουμε τον οργανισμό; Και ποιος θα τον πιστέψει, ούτως ή άλλως;»
«Συμφωνείς με τους όρους του Γουώρεν;» με ρώτησε ο Πρινζ.

Κούνησα το κεφάλι μου σιωπηλά. Θα συμφωνούσα με οτιδήποτε θα με έβγαζε ζωντανό από εκείνο το κτίριο.

Αργότερα μόνο, καθώς οδηγούσα προς το σπίτι, σκέφτηκα τις συνέπειες του τι είχα συμφωνήσει να κάνω, σκέφτηκα τι θα μπορούσα να κάνω τώρα πια. Τι να έλεγα στη Μαρτζ και τον Τοντ; Πώς να τους εξηγήσω τα ξαφνικά τεράστια πλούτη μας;

Και η αποστολή μου, ο όρκος μου στον Ιπποκράτη, το καθήκον μου απέναντι στηv ανθρωπότητα που υπέφερε; Αυτά τα καθήκοντα υπήρχαν ακόμα, και η απόφαση ήταν ακόμα στα χέρια μου. Γιατί αυτό που ευτυχώς δεν ήξερε το διοικητικό συμβούλιο ήταν το ότι ο ιός-θωρηκτό δεν είχε καταστραφεί εντελώς. Η αποτελεσματική θεραπεία για την Αρρώστια ήταν ακόμα ζωντανή και πολλαπλασιαζόταν μέσα στο σώμα μου. Είχα ανοσία για κάθε πιθανή παραλλαγή της Αρρώστιας.

Κι αυτή η ανοσία ήταν μεταδοτική.

Τζων Ντέηβιντ

Ανέβηκα παραλιακά μέχρι τον Κόλπο, κι εκεί κόλλησα, αδέρφια. Συνέχισα να κυκλοφορώ- Σαν Χώσε, 'Ωκλαντ, Μαρίν Κάουντυ, και πάλι πίσω, σε στενούς κύκλους. Οι Σεξονόμοι ήταν παντού, είχαν παρανοήσει στ' αλήθεια, μάζευαν κόσμο στην τύχη στους δρόμους, και δεν έψαχναν μόνο για τύπους σαν κι εμένα.

Είχε έρθει η Διαταγή, από εκεί που έρχεται συνήθως, να σφίξουν οι κώλοι. Ο κλοιός της ΣΑ στα μπαρ-κρεοπωλεία ήταν πιο σφιχτός κι από την κωλοτρυπίδα ενός δεκαεξάχρονου. Όποιον ξετρύπωναν του περνούσαν την κάρτα από την εθνική τράπεζα δεδομένων, είχαν μπλόκα και το μποτιλιάρισμα έφτανε τα δέκα μίλια. Ανθρωποι εξαφανίζονταν στη χονδρική. Και κυκλοφορούσε στους αντεργκράουντ κύκλους πως το έκαναν για να μαζέψουν όσους «έκαναν το έργο της Δέσποινάς Μας».

Κι αυτός ήμουν εγώ, αδέρφια. Θέλω να πω, ήμουν αποφασισμένος να πάρω όσο κρέας μπορούσα έτσι κι αλλιώς, κι αν έλεγα πως ήμουν «Εραστής της Δέσποινάς Μας» όχι μόνο έκανα τη δουλειά μου με τον πιο εύκολο τρόπο, αλλά είχα και άμεση πρόσβαση στα καταφύγια, που άνοιγαν παντού σ' αντίδραση στους μπάτσους, σε φτηνά ή και τζάμπα παρηγορικά, σ' όλο το αντεργκράουντ της μαύρης κάρτας. Βέβαια, δεν λέω πως πίστευα όλες αυτές τις μαλακίες για το ιερό καθήκον της εξέλιξης μιας ανοσίας στο είδος, αλλά δεν είχα πρόβλημα να πουλάω παραμύθι, όταν μου έκανε τη ζωή εύκολη.

Γιατί λοιπόν έμενα στην περιοχή του Κόλπου, μέσα στη χειρότερη φάση των Σεξονόμων που έγινε ποτέ, όταν αργά ή γρήγορα θα με έπιαναν; Όταν θα μ' έπιαναν, θα έπαιρναν τ' αποτυπώματά μου και θα έβρισκαν το φάκελό μου από τη Λεγεώνα, οπότε σίγουρα θα πήγαινα ίσια στον καμπινέ, να είστε σίγουροι!

Λοιπόν, ήταν που είχαν αρχίσει να βγαίνουν πάλι τα σημάδια, κι άρχιζα να δείχνω σκουριασμένος και να καρφώνομαι, κι εδώ τουλάχιστον είχα μια πιθανότητα να χαθώ στο αντεργκράουντ. Κι έπειτα, γινόμουν όλο και πιο αδύναμος και είχα πυρετό και ίσως δεν σκεφτόμουν και πολύ καθαρά.

Και ήταν και το Σαν Φραντσίσκο, στην άλλη μεριά του Κόλπου. Εκεί που δεν πήγαινε ποτέ η ΣΑ. Το μόνο ασφαλές μέρος για ένα ζόμπι σαν και μένα που το καταζητούσαν. Το μόνο μέρος όπου μπορούσα να τη βρω ώσπου να πέσω ξερός. Καθόταν εκεί και με κοίταζε. Κάπου είχε γίνει o στόχος μου να φτάσω εκεί, κάτι που είχα να κάνω προτού χαθώ; Τι άλλο μου έμενε;

Αλλά υπήρχε μια αδιαπέραστη γραμμή από κοφτερά σύρματα και παγίδες-λέιζερ και πρώτης τάξεως Σεξονόμους σ' όλη τη χερσόνησο από πίσω, κι ένας κόλπος γεμάτος με πλοία με μπάτσους που περιπολούσαν τις ακτές κι ένα σωρό θωρακισμένα ελικόπτερα που βούιζαν γύρω του, αρκετά για να καταλάβουν τη Βραζιλία ολόκληρη. Όλα αυτά για να κρατήσουν μέσα τους γαμιόληδες. Αλλά ήταν το ίδιο αποτελεσματικά στο να κρατάνε κάτι σαν κι εμένα απέξω.

Κανείς δεν έβγαινε από το Σαν Φραντσίσκο. Και υπήρχε ένας μόνο τρόπος να μπεις μέσα. Έβγαινε μαύρη η κάρτα σου, και οι Σεξονόμοι σε φόρτωναν σ' ένα ελικόπτερο και σε πετούσαν μέσα, από ενάμισι μέτρο ύψος. Αν όμως με γράπωνε εμένα η ΣΑ, είχα το εισιτήριο σίγουρο, και όχι για το Σαν Φραντσίσκο, να είστε σίγουροι!

Ο μόνος άλλος τρόπος ήταν ένα ντου καμικάζι στο μπλόκο, κι αυτό ήταν ακόμα πιο σίγουρος θάνατος. Βέβαια, το ήξερα πως ήμουν στο Τελικό Στάδιο τώρα, αλλά τόσο παρανοημένος δεν ήμουν!

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Προς το παρόν δεν έκανα τίποτα. Έβαλα τα νέα μου πλούτη σ' ένα χωριστό λογαριασμό και δεν είπα τίποτα στη Μαρτζ. Πήγαινα στο εργαστήριο κάθε μέρα και στριφογύριζα χωρίς να κάνω τίποτα.

Περπατούσα σαν υπνωτισμένος, σαν ψυχικό ζόμπι, μισώντας τον εαυτό μου κάθε στιγμή κάθε απαίσιας μέρας. Είχα εκπληρώσει το σκοπό της ζωής μου. Είχα κατακτήσει τον Εχθρό. Θα μπορούσα να γίνω o Σωτήρας της ανθρωπότητας. θα έπρεπε να γίνω ο Σωτήρας της ανθρωπότητας.

Το μόνο όμως που μπορούσα να κάνω ήταν να κρύψω το μυστικό από τη γυναίκα μου και να παίρνω τα αιματοβαμμένα χρήματά μου.
Θα μπορούσα να το κάνω από μόνος μου; θα έφτανε τελικά η ηθική από μόνη της; θα ήμουν τελικά πιστός στον όρκο του Ιπποκράτη; Δεν θα μάθαινα ποτέ.

Ο γιος μου ο Τοντ πήρε την απόφαση από τα χέρια μου.

Μια νύχτα ήρθαν οι Σεξονόμοι σπίτι μας με τον Τοντ. Τον είχαν συλλάβει σε μια επιδρομή σ' ένα μπαρ-κρεοπωλείο. Η κάρτα του είχε βγει μπλε όταν την έλεγξαν με την εθνική τράπεζα δεδομένων, και είχε περάσει ένα τεστ δείγματος γενετικού υλικού που δεν το είχα ξανακούσει, έτσι δεν είχαν στ' αλήθεια κανέναν λόγο να τον κρατήσουν.

Μας έκαναν όμως ένα κήρυγμα, στη Μαρτζ και σε μένα. Πιάσαμε αυτό το παιδί να περιφέρει τον κώλο του σ' ένα κρεοπωλείο, δεν ξέρουμε πόσο καιρό το κάνει, λέει πως ήταν η πρώτη του φορά. Πάρτε του μικρού καυλωμένου μπάσταρδου μια παρεμβολή και κάντε τον να χεστεί από το φόβο του, αλλιώς θα καταλήξει στο Τελικό Στάδιο στο Σαν Φραντσίσκο.

Καθώς η Μαρτζ κατέρρευσε κι έβαλε τα κλάματα, εγώ έπιασα τον κακομοίρη τον Τοντ, κάπως αμήχανα, να μιλήσουμε σαν άντρας προς άντρα. «Καταλαβαίνεις τι διακινδυνεύεις;» τον ρώτησα.
Κούνησε το κεφάλι του με δυστυχισμένο ύφος. «Ναι», είπε, «αλλά... αλλά δεν το αξίζει;»
«Να το αξίζει!»
«Μπαμπά, εσύ ξέρεις πώς ήταν, σάρκα με σάρκα, χωρίς αυτά τα καταραμένα μέταλλα και καουτσούκ! Πώς περιμένεις να ζήσω όλη μου τη ζωή χωρίς να το έχω κάνει ποτέ μου αυτό;»
«Μιλάμε για τη ζωή σου, Τοντ!»
«Και λοιπόν;» φώναξε προκλητικά. «Έτσι κι αλλιώς όλοι θα πεθάνουμε, αργά ή γρήγορα! Προτιμώ να ζήσω μια πραγματική ζωή όσο μπορώ, παρά να πεθάνω γέρος και δειλός, χωρίς να ξέρω τίποτα άλλο από τις παρεμβολές και τις σεξομηχανές! Προτιμώ να το διακινδυνεύσω και να είμαι άντρας! Προτιμώ να πεθάνω γενναίος παρά να ζω σαν... σαν... σαν ποντικός! Εσύ;»

Τι θα μπορούσα ν' απαντήσω σ' αυτό; Τι θα έλεγε εκείνος, αν ήξερε το θαυμάσιο αλλά και φρικτό μου μυστικό; Πώς θα μπορούσα να κοιτάξω τον ίδιο μου το γιο στα μάτια, πόσο μάλλον να συνεχίσω αυτό το μάθημα με ψέματα; Τι θα μπορούσα να κάνω τώρα;

Ένα πράγμα μόνο.

Αν συνέχιζα να είμαι τόσο δειλός ώστε να μην μπορώ να σώσω τον κόσμο θυσιάζοντας τη ζωή μου, τουλάχιστον μπορούσα να βρω έναν τρόπο να σώσω τον γιο μου, και χωρίς να κινήσω τις υποψίες της Σάτκλιφ. Και τουλάχιστον να δώσω, συγκαλυμμένα, αυτό το τεράστιο βάρος σε κάποιον άλλο.

Η δύσκολη θέση του Τοντ μου είχε δείξει το δρόμο και μου είχε δώσει το κουράγιο να δράσω.

Ένα ορθωμένο πέος μπορεί κανονικά να μην έχει συνείδηση. Εγώ όμως ήμουν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ήταν η συνείδησή μου τώρα. Χρησιμοποίησέ με, μου ζητούσε. Χρησιμοποίησέ με κι άφησε ελεύθερη στον κόσμο μια Αρρώστια ζωής.

Λίντα Λιούιν

«Μπορεί να δίνω κρέας, μπορεί να είμαι πόρνη, αλλά τέρας δεν είμαι!» του είπα αγανακτισμένη. «Αυτό που μου ζητάς να κάνω είναι το πιο αηδιαστικό πράγμα που άκουσα ποτέ!»

Με είχε πλησιάσει σ' ένα μπαρ-κρεοπωλείο στο Πάλο Αλτο.

Τελευταία περνούσα αρκετό καιρό σε τέτοια μέρη, γιατί εδώ το Έργο της Δέσποινάς Μας είχε διπλάσια σημασία. Γιατί εδώ πικραμένοι και διεστραμμένοι με πλαστές μπλε κάρτες έρχονταν για να πάρουν σεξουαλική εκδίκηση από τους ανόητους που δεν είχαν προσβληθεί ακόμα. Κάθε φορά που μπορούσα να πείσω έναν απ' αυτούς τους δυστυχισμένους ν' ανακουφιστεί μ' εμένα, έσωζα κάποιον από την Αρρώστια. Και κάθε φορά που κατόρθωνα έπειτα να τον πείσω να κάνει το Έργο της Δέσποινάς Μας αντί να μολύνει κι άλλες μπλε κάρτες, οι τάξεις των Εραστών της Δέσποινάς Μας πλήθαιναν.

Αλλά ο Ρίτσαρντ όπως είπε ότι τον έλεγαν, ήταν κάτι άλλο, το πιο πρόστυχο πλάσμα που είχα συναντήσει ποτέ, ακόμα και σ' ένα τέτοιο μέρος.

Ήθελε να του δώσω κρέας, και μετά, μια βδομάδα αργότερα, να δώσω κρέας στον ίδιο του το γιο, έφηβο ακόμα! Και μπορούσα να ζητήσω όσα ήθελα.

«Τι το τρομερό βρίσκεις;» είπε αφελέστατα. «Η κάρτα σου θα βγει μπλε, έτσι δεν είναι;» Αλλά το διεστραμμένο του χαμόγελο μου έλεγε πολύ καλά πως ήξερε την αλήθεια. 'Η ένα μέρος της, τουλάχιστον.

Ήξερα πόσο το ρισκάριζα. Θα μπορούσε να είναι Σεξονόμος. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε. Αλλά αν αρνιόμουν κι έφευγα, θα έβρισκε κάποια άλλη με μια πλαστή μπλε κάρτα πρόθυμη να πάρει τα λεφτά του και να κάνει αυτό το τρομερό πράγμα.

«Είμαι εκείνη», του είπα. «Είμαι η Δέσποινα των Ζωντανών Νεκρών». Δεν ήξερε καν ποια ήταν η Δέσποινά Μας, ούτε ποιο ήταν το 'Εργο μας. Έτσι του είπα.
«Και γι' αυτό δεν θα κάνω αυτό που ζητάς. Κάνω έρωτα μόνο με μαύρες κάρτες: Την έχω Αρπάξει. Και θα δώσω την Αρρώστια σε σένα και στον γιο σου. Το ίδιο και κάθε πόρνη που δίνει κρέας εδώ γύρω. Στ' αλήθεια δεν το ξέρεις αυτό;»
«Δεν καταλαβαίνεις», επέμεινε. «Πώς θα μπορούσες; Δεν μπορείς να μου δώσεις την Αρρώστια, κανείς δεν μπορεί. Έχω ανοσία».
«Έχεις τι;»

Και μου είπε την πιο εξωφρενική ιστορία. Μου είπε πως ήταν ο Δρ Ρίτσαρντ Μπρούνο της Εταιρείας Σάτκλιφ, πως είχε δημιουργήσει έναν οργανισμό που έδινε ανοσία σ' όλες τις παραλλαγές της Αρρώστιας. Πως μπορούσε να μου τον μεταδώσει και να με κάνει φορέα. Γι' αυτό ήθελε να δώσω κρέας στον γιο του, για να δώσω και σε εκείνον τον ιό-θωρηκτό, όπως τον είπε.

«Περιμένεις να πιστέψει καμία αυτά που λες;»
«Δεν χρειάζεται να πιστέψεις τίποτα τώρα», μου είπε. «Δώσε μου απλώς κρέας τώρα' ήδη Την έχεις Αρπάξει, δεν έχεις λοιπόν τίποτα να χάσεις. Σε μια βδομάδα, συνάντησέ με εδώ, και θα σε πάω σ' έναν γιατρό. θα κάνουμε πλήρεις εξετάσεις. Αν το τεστ βγει μπλε, θα ξέρεις πως λέω την αλήθεια. Θα σου δώσω πενήντα χιλιάδες τώρα, και άλλες πενήντα χιλιάδες αφού δώσεις κρέας στον Τοντ. Ακόμα κι αν λεω ψέματα, θα είσαι κατά εκατό χιλιάδες πλουσιότερη, και δεν θα χάσεις τίποτα».
«Αλλά αν μου λες ψέματα, θα σου έχω δώσει την Αρρώστια!» του είπα. «Δεν το ρισκάρω αυτό».
«Γιατί όχι; Εγώ είμαι που το ρισκάρω, όχι εσύ».
«Μα-»
«Ξέρεις τι θα κάνω αν αρνηθείς, δεν ξέρεις;» είπε μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο. «θα κάνω την ίδια πρόταση σε κάποια με λιγότερους ενδοιασμούς. Ακόμα κι αν είμαι τρελός, ακόμα κι αν λεω ψέματα, δεν θα σώσεις κανέναν από τίποτα».

Είχε δίκιο. Σήκωσα τους ώμους μου. «Έχω ένα δωμάτιο εδώ δίπλα», του είπα.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Ήταν η καλύτερη σεξουαλική εμπειρία που είχα στη ζωή μου, ή τουλάχιστον από τα χρόνια της εφηβείας μου, πριν από την Αρρώστια. Σάρκα σε σάρκα χωρίς να μεσολαβούν παρεμβολές ή καουτσούκ, και χωρίς το φόβο της μόλυνσης, η απλή, αγνή πράξη όπως θα έπρεπε να είναι. Κι ενώ ένα μέρος μου ήξερε πως ήταν μοιχεία, μια πράξη απιστίας προς τη Μαρτζ, ένα καλύτερο, υψηλότερο κομμάτι μου ήξερε πως ήταν μια πράξη αφοσίωσης σ' έναν υψηλότερο ηθικό σκοπό στον Τοντ, στην ανθρωπότητα που υπέφερε - κι αυτό ενέτεινε την απόλαυσή μου.

Αλλά ένιωσα ντροπή έπειτα, κι όχι για τη μοιχεία. Γιατί αυτό, αυτή η απλή, αγνή πράξη που ήταν κάποτε μια πολύ συνηθισμένη και φυσιολογική απόλαυση, ήταν κάτι που είχα τη δύναμη να ξαναφέρω στον κόσμο, όχι μόνο για μένα και για κείνη και για τον Τοντ, αλλά για τον καθένα, παντού. Αυτή ήταν η νίκη μου απέναντι στον Εχθρό. Και τι έκανα μ' αυτήν; Τίποτα. Έπαιρνα ένα εκατομμύριο αιματοβαμμένα δολάρια το χρόνο για να μείνω σιωπηλός και, βέβαια, ζωντανός.

Αλλά τώρα που είχα κάνει τα πρώτο βήμα, ένας δρόμος ανοιγόταν μπροστά μου. Μπορούσα να μείνω σιωπηλός και να συνεχίσω να παίρνω τα χρήματα, αλλά μπορούσα και να διασπείρω τον ιό-θωρηκτό πολύ μακριά, μέσω αυτής της λατρείας της Δέσποινάς Μας και της δικής μου μυστικής δράσης.

Οι ηθικές επιταγές του όρκου του Ιπποκράτη και η μεγαλύτερη επιθυμία κάθε άντρα συνέπιπταν. Ήταν καθήκον μου να δώσω κρέας σε όσο περισσότερες γυναίκες μπορούσα, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Λίντα Λιούιν

Δεν είχα τολμήσει ν' αφήσω τον εαυτό μου ούτε να θέλει να το πιστέψει, αλλά, Θεέ μου, ήταν αλήθεια!

Ο αντεργκράουντ γιατρός που με πήγε ο Ρίτσαρντ Μπρούνο μ' έβαλε να κάνω τεστ αντισωμάτων και τεστ πρωτεΐνης ιών και εξέτασε δείγματα αίματος, βλέννας και ιστών μ' ένα ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήμουν ελεύθερη από κάθε στέλεχος του ιού.

Και μάλιστα δεν υπήρχε ούτε ένας ρετροϊός οποιουδήποτε είδους στο σώμα μου.

«Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» φώναξα εκστασιασμένη όταν βγήκαμε έξω στο δρόμο.
«Και βέβαια ξέρω. Ο μακρύς εφιάλτης των χρόνων της Αρρώστιας φτάνει στο τέλος του. Είμαστε φορείς ζωής-»
«Και είναι καθήκον μας να τη διαδώσουμε!»
«Πρώτα στον γιο μου. Μετά σε όσο περισσότερους άλλους γίνεται, όσο το δυνατόν ταχύτερα. Πρέπει να τον μεταδώσουμε σε όσο περισσότερους φορείς μπορούμε προτού... για την περίπτωση... έτσι που ό,τι και να πάθουμε εμείς...»

Τον αγκάλιασα. Τον φίλησα. Κατά κάποιο τρόπο, εκείνη τη στιγμή, νομίζω πως άρχισα να τον αγαπάω.
«Πότε;» τον ρώτησα με κομμένη ανάσα. «Απόψε. θα τον φέρω στο δωμάτιό σου».

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Ο Τοντ ήταν αναστατωμένος, σε έξαψη, όταν του είπα πως θα τον πήγαινα σε μια πραγματική, ανθρώπινη πόρνη. «Μπαμπά, μπαμπά, σ' ευχαριστώ...» φώναξε. Αλλά μετά δίστασε. «Αυτό το κορίτσι... θέλω να πω, είσαι σίγουρος πως είναι... ξέρεις...»

Τώρα δίστασα εγώ. Μπορούσα να του πω το εύκολο ψέμα πως είχα βρει μια με αληθινή μπλε κάρτα, ή να του πω ολόκληρη την απίθανη αλήθεια. Αναστέναξα. Έπνιξα τους φόβους μου. Αρκετά είχα ζήσει στο ψέμα.

«Είναι αλήθεια;» είπε ο Τοντ όταν τέλειωσα. «Ο ιός-θωρηκτό; Αυτά που έκαναν στη Σάτκλιφ; 'Ολα αυτά τα λεφτά;»
Κούνησα το κεφάλι μου. «Με πιστεύεις, Τοντ;»
«Εεε ναι... Δηλαδή θέλω, αλλά... αλλά γιατί δεν το είπες της μαμάς; Γιατί δεν... ξέρεις, δεν της τον έδωσες;»
«Θα μ' εμπιστευόταν;»
«Δεν ξέρω... μάλλον όχι...»
«Εσύ μ' εμπιστεύεσαι;»
«Θέλω... Δηλαδή...» Με κοίταξε στα μάτια για αρκετή ώρα. «Σ' εμπιστεύομαι αρκετά για να το ριψοκινδυνεύσω», είπε τελικά. «Εγώ δεν είμαι που έλεγα όλα αυτά για το ποιος είναι γενναίος, ε, μπαμπά...»

Αγκάλιασα τον γιο μου. Και τον πήγα στο δωμάτιο της Λίντα Λιούιν. Μπήκε τρέμοντας, αλλά έμεινε σχεδόν δυο ώρες.

Λίντα Λιούιν

Ήθελα ν' ανέβω στις ταράτσες και να φωνάξω την υπέροχη αλήθεια, αλλά όταν ο Ρίτσαρντ μου είπε ολόκληρη την τρομερή ιστορία, το τι είχε γίνει στη Σάτκλιφ, αναγκάστηκα να συμφωνήσω πως έπρεπε να συνεχίσω το Έργο της Δέσποινάς Μας όπως πριν, να διαδώσω τον ιό-θωρηκτό όσο πιο πλατιά μπορούσα σ' ανθρώπους που δεν θα 'ξεραν, προτού αυτοί που θα μας σταματούσαν μάθουν τι συνέβαινε. Ήταν δύσκολο να πιστέψω πως υπήρχε τέτοια άπληστη κακία, αλλά το γεγονός πως είχα γιατρευτεί και ο κόσμος δεν ήξερε τίποτα για το Θωρηκτό αποδείκνυε τη θλιβερή αλήθεια.

Ο Ρίτσαρντ έβαλε τον Τοντ να ορκιστεί πως δεν θα του ξέφευγε τίποτα, και μαζί και χωριστά οι τρεις μας αρχίσαμε να διαδίδουμε τη χαρμόσυνη μόλυνση στο Πάλο Αλτο, χωρίς να πούμε τίποτα σε κανέναν.

Γιατί έμεινα δυο βδομάδες στο Πάλο Αλτο αντί να ξαναρχίσω τους συνηθισμένους μου γύρους πάνω-κάτω στην Καλιφόρνια, όταν θα ήταν ίσως πιο σοφό και πιο αποτελεσματικό ν' αρχίσω να διασπείρω τη θεραπεία σ' ολόκληρη την πολιτεία όσο το δυνατόν πιο γρήγορα;

Ίσως ένιωθα την ανάγκη να βρίσκομαι κοντά στους δυο ανθρώπους που μοιράζονταν μαζί μου το υπέροχο μυστικό και το θανάσιμο κίνδυνο της ανακάλυψης. Ίσως είχα ερωτευτεί, με κάποιον παράξενο τρόπο, τον Ρίτσαρντ, αυτόν το βασανισμένο, φοβισμένο, αλλά τόσο γενναίο άντρα.

Το πιο πιθανό όμως ήταν πως ήξερα από τότε, στα βάθη της καρδιάς μου, πως αυτό δεν θα κρατούσε, πως η Σάτκλιφ αργά ή γρήγορα θα το μυριζόταν και θα έπρεπε να το σκάσουμε. Κι όταν συνέβαινε αυτό, o Ρίτσαρντ και ο Τοντ θα ήταν αβοήθητοι χωρίς εμένα. Μόνο η Δέσποινά Μας είχε τις επαφές και την πείρα του δρόμου που θα χρειάζονταν για να υπάρξει μια ελπίδα να μείνουν ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες μας.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Γι' άλλη μια φορά, τι θα μπορούσα να πω της Μαρτζ; Την ιστορία ολόκληρη, ακόμα και το ότι ο όρκος μου στον Ιπποκράτη μου επέβαλλε να δίνω κρέας σε όσο περισσότερες ανώνυμες γυναίκες μπορούσα; Πως είχα βάλει τον γιο μας να κάνει με τον ίδιο τρόπο το χρέος του απέναντι στο ανθρώπινο είδος;

Προφανώς είχα υποχρεωθεί αδυσώπητα, Βήμα-βήμα, σε τέτοιο ακραίο σημείο συζυγικής απάτης που δεν υπήρχε τρόπος να την κάνω τώρα να πιστέψει την αλήθεια, πόσο .μάλλον να δεχτεί τις ηθικές της επιταγές.

Αλλά, όσο κι αν βασανιζόμουν απ' αυτή τη σειρά τερατωδών ψεμάτων που ήμουν υποχρεωμένος να επιβάλλω στη γυναίκα μου, έπρεπε να παραδεχθώ πως το απολάμβανα.

Στο κάτω-κάτω, κανένας άλλος άντρας στον κόσμο δεν είχε τη δυνατότητα να απολαμβάνει το σεξ όπως ο Τοντ κι εγώ. Κρέας με κρέας, όπως έπρεπε να είναι, κι όχι μόνο χωρίς το φόβο της Αρρώστιας, αλλά με τη γνώση πως προσφέραμε συγχρόνως και ένα μεγάλο μυστικό δώρο, πως κάναμε συγχρόνως το μεγαλύτερο καλό για το είδος μας.

Κι εγώ στερέωνα μια μοναδική σχέση με το γιο μου. Ο Τοντ κι εγώ γίναμε έμπιστοι φίλοι σ' ένα επίπεδο που λίγοι πατέρες και γιοι φτάνουν. Ανταλλάσσαμε ιστορίες από τα σεξουαλικά μας κατορθώματα, αλλά μοιραζόμασταν και το πρόβλημα του πώς να στρατολογήσουμε και τη Μαρτζ στο σκοπό μας.

Ή, τουλάχιστον, να της δώσουμε τον ιό-θωρηκτό. Αλλά η Μαρτζ ποτέ δεν θα μου έδινε κρέας. Ούτε θα εγκατέλειπε τη μονογαμία με τη θέλησή της. Και σεξουαλικά και ψυχολογικά η Μαρτζ ήταν ένα παιδί των Χρόνων της Αρρώστιας, κι ακόμα κι αν μπορούσε να πειστεί για όλη την αλήθεια, ποτέ δεν θα συγχωρούσε τις απλόχερες απιστίες μου, κι ούτε βέβαια θα συμφωνούσε να σπείρει τον ιό-θωρηκτό στα μπαρ-κρεοπωλεία η ίδια. Εκ των υστέρων, βέβαια, είναι φανερό πως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν έτσι για πολύ.

Δεν συνέχισαν. Ο Τοντ πιάστηκε ξανά σε μια επιδρομή της ΣΑ σ' ένα μπαρ.

Αλλά δεν τον έφεραν σπίτι αυτή τη φορά. Τα νέα ήρθαν από το τηλέφωνο, και έτυχε να το σηκώσει η Μαρτζ. Ο Τοντ κρατείτο στο αρχηγείο της ΣΑ στο Πάλο Αλτο. Αλλοι κρατούμενοι κατέθεσαν πως ήταν τακτικός πελάτης. Μαύρες κάρτες παραδέχτηκαν πως του είχαν δώσει κρέας. Του έκαναν τεστ τώρα, και ήταν σίγουρο πως η κάρτα του θα έβγαινε μαύρη.

«Μην ανησυχείς», της είπα όταν μου τα είπε μισοπαραλυμένη, κλαίγοντας, πανικόβλητη, «θα τον αφήσουν, δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. H κάρτα του θα βγει μπλε, στο υπόσχομαι».
«Είσαι τρελός, Ρίτσαρντ, αυτό είναι εντελώς αδύνατον! Έχεις χάσει το μυαλό σου!»
«Αν νομίζεις τώρα πως είμαι τρελός», είπα βάζοντάς της ένα διπλό ποτό, «περίμενε να μεθύσω αρκετά ώστε να σου πω και το γιατί!» Κατέβασα δύο στα γρήγορα προτού βρω το κουράγιο ν' αρχίσω, και συνέχισα να πίνω όσο ξεφούρνιζα όλη την ιστορία.
«Τώρα άσε με να σου δώσω το θωρηκτό μου», είπα ζαλισμένα όταν τέλειωσα, απλώνοντας τα χέρια μου προς το μέρος της σε μια κατάσταση γλυκανάλατης μέθης.

Στρίγκλισε, τραβήχτηκε μακριά μου, άρχισε να τρέχει στο λίβινγκ-ρουμ φωνάζοντας: «Κτήνος! Είσαι τρελός! Σκότωσες τον γιο μας! Μακριά μου! Μακριά μου!»

Πώς μπορώ να εξηγήσω ή να δικαιολογήσω το τι έγινε μετά; Ήμουν μεθυσμένος, δεν ήξερα τι έκανα, αλλά ένα άλλο κομμάτι μου λειτουργούσε με ψυχρή, αυτόματη λογική. Αν υπάρχει βιασμός από αγάπη, τώρα ήταν η ώρα του. Η Μαρτζ ήταν σίγουρη πως ήμουν μια καταβόθρα της Αρρώστιας, και υπήρχε ένας μόνο τρόπος για να την πείσω για την αλήθεια. Έπρεπε να της μεταδώσω το θωρηκτό μου, και δεν δεχόμουν άρνηση.

Με δυο λόγια βίασα τη γυναίκα μου, της έδωσα κρέας με το ζόρι, ξέροντας πως έκανα το σωστό καθώς πάλευε μ' όλες της τις δυνάμεις εναντίον μου, πεισμένη πως πάλευε ν' αποφύγει τη σίγουρη μόλυνση με την Αρρώστια. Ήταν κτηνώδες, φρικτό, και μισούσα τον εαυτό μου γι αυτό που έκανα, ενώ την ίδια στιγμή ήξερα πολύ καλά πως ήταν το σωστό τελικά.

Και την άφησα να κλαιει καθώς έφυγα τρικλίζοντας μέσα στη νύχτα για να πάρω τον Τοντ από τη ΣΑ.

Ήμουν μεθυσμένος, μανιασμένος, ιατρικά ήμουν βαρέων βαρών, ζήτησα να κάνουν πλήρη τεστ στον Τοντ και σε μένα, και τρομοκράτησα τον κουρασμένο καιροσκόπο Σεξονόμο, που τα έκανε όλα χωρίς οίκτο. Όταν βγήκαν όλα μπλε, τους απείλησα με μηνύσεις και άμεσα πολιτικά αντίποινα αν δεν άφηναν αμέσως τον Τοντ, υπό την επίβλεψή μου, κι έτσι πέτυχα να τραβήξω την προσοχή του από τον «ανώμαλο οργανισμό» που είχε εντοπίσει στο αίμα μας όσο χρειαζόταν για να μας αφήσει να φύγουμε.

Αλλά ο «ανώμαλος οργανισμός» θα υπήρχε στην αναφορά του. Και η Σάτκλιφ θα παρακολουθούσε το φάκελό μου, και σίγουρα υπήρχαν άνθρωποι εκεί που θα καταλάβαιναν. Το θέμα ήταν πόσο θα τους έπαιρνε.

Και δεν μπορούσαμε να περιμένουμε για να το μάθουμε. Έπρεπε να το βάλουμε στα πόδια. Ο Τοντ, εγώ, η Λίντα κι η Μαρτζ. Αλλά πού; Και πώς; Πήγαμε στης Λίντα και χρειάστηκε να περιμένουμε μισή ώρα απέξω ώσπου να φύγει αυτός που ήταν μαζί της.

Λίντα Λιούιν

«Ένα μέρος υπάρχει που μπορούμε να πάμε», είπα στον Τοντ και στον Ρίτσαρντ. «Ένα μόνο μέρος που μπορούμε να κρυφτούμε και η ΣΑ δεν θα μπορεί να μας ακολουθήσει...»
«Η Ζώνη Καραντίνας του Σαν Φραντσίσκο;» τραύλισε ο Pίτσαρντ.
Κούνησα το κεφάλι μου. «Η ΣΑ δεν μπαίνει στο Σαν Φραντσίσκο. Κανένας τους δεν το ριψοκινδυνεύει».
«Μα... το Σαν Φραντσίσκο...»
«Θυμηθείτε, εμείς δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα από την Αρρώστια», τους είπα. «Κι έπειτα... ξέρετε κάποιο άλλο μέρος όπου να έχουν ανάγκη περισσότερο αυτό που έχουμε οι τρεις μας;»
«Αλλά πώς θα μπορέσουμε να μπούμε στη Ζώνη;»

Αυτό χρειαζόταν πολλή σκέψη. Δεν είχα ακούσει ποτέ για κάποιον που προσπάθησε να περάσει τη ΣΑ για να μπει στο Σαν Φραντσίσκο. Από την άλλη μεριά, ούτε και η ΣΑ είχε ακούσει ποτέ...

«Το καλύτερο θα ήταν με πλοίο από το Σοσαλίτο. θα περιμένουμε μια νύχτα με πολλή ομίχλη, και θα περάσουμε την Γκόλντεν Γκέητ με μια ξύλινη βάρκα, χωρίς θόρυβο μηχανής, χωρίς να την πιάνουν τα ραντάρ. Τα περιπολικά πλοία μένουν κοντά στο Σαν Φραντσίσκο και κοιτάζουν την ακτή, όχι τον Κόλπο. Τα ελικόπτερα δεν θα μπορούν να μας δουν στην ομίχλη, αν πετούν...»

«Φαίνεται παράτολμο», είπε διστακτικά ο Ρότζερ. «Καμιά καλύτερη ιδέα;»
Ο Ρίτσαρντ σήκωσε τους ώμους του. «Πάμε να πάρουμε τη Μαρτζ», είπε.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Μπήκαμε κι οι τρεις μας στο αμάξι της Λίντα - αν μ' έψαχναν, θα έψαχναν για το αμάξι μου - και γυρίσαμε σπίτι.

Η Μαρτζ ήταν ακόμα σε κατάσταση σοκ όταν φτάσαμε εκεί. Ακόμα κι όταν είδε τον Τοντ, ακόμα κι όταν ο Τοντ κι η Λίντα επιβεβαίωσαν την ιστορία μου, ακόμα δεν μπορούσε να με πιστέψει. Αρχισε να συνέρχεται λίγο όταν της έδειξα το τεράστιο ποσό στο μυστικό μου λογαριασμό.

Αλλά όταν της είπα ότι έπρεπε να πάμε στο Σαν Φραντσίσκο, κατέρρευσε ξανά. Δεν υπήρχε χρόνος για να προσπαθήσω κι άλλο να την πείσω. Ο Ρίτσαρντ, η Λίντα κι εγώ αναγκαστήκαμε να την κουβαλήσουμε δια της βίας στο αμάξι, με το χέρι μου στο στόμα της για να μη φωνάζει.

Προχωρήσαμε ως το Σοσαλίτο, αγοράσαμε μια βάρκα, νοικιάσαμε δωμάτια σ' ένα μοτέλ και περιμέναμε.

Δυο νύχτες αργότερα έπεσε βαριά ομίχλη. Τις δυο μέρες που περιμέναμε, με τον Τοντ και τη Λίντα κι εμένα να της μιλάμε ακατάπαυστα, η Μαρτζ άρχισε σιγά-σιγά να πιστεύει την αλήθεια.

Το να δεχτεί όμως πως όλοι μας είχαμε το ηθικό καθήκον να διαδώσουμε το θωρηκτό μου με το μοναδικό δυνατό τρόπο, ήταν πολύ γι αυτήν. Μπορούσε να το δεχτεί διανοητικά, αλλά συναισθηματικά παρέμενε συντετριμμένη.

«Σε πιστεύω, Ρίτσαρντ, αλήθεια», παραδέχτηκε καθώς ο ήλιος έδυε την τελευταία μας μέρα στο Σοσαλίτο. «Μπορώ ακόμα να παραδεχτώ πως ό,τι έκανες ήταν ίσως το σωστό. Αλλά εγώ, δεν μπορώ...»
«Το ξέρω», της είπα αγκαλιάζοντάς την. «Είναι και για μένα δύσκολο...» και κάναμε έρωτα τρυφερά, κρέας με κρέας, όπως έπρεπε να είναι, για τελευταία, απ' ό,τι αποδείχτηκε, φορά.

Εκείνη τη νύχτα μια μεγάλη μάζα ομίχλης μπήκε από το ρήγμα της Γκόλντεν Γκέητ Μπριτζ, κι έφτανε σε μεγάλο ύψος, κρατώντας τα θωρακισμένα ελικόπτερα ψηλά πάνω από την ακτή του Σαν Φραντσίσκο. 'Η τώρα ή ποτέ.

Ο Τοντ δίστασε στην προβλήτα. «Φοβάσαι;»
Κούνησε το κεφάλι του. «Κι εγώ, Τοντ».

Έπιασε το χέρι μου. «Φοβάμαι, μπαμπά», είπε μαλακά. «Θέλω να πω, ξέρω πως δεν έχουμε και πολλές πιθανότητες να τα καταφέρουμε... Αλλά αν συμβεί τίποτα... Θέλω να ξέρεις πως δεν θα ήθελα τίποτα άλλο... Έπρεπε να κάνουμε ό,τι κάναμε. Σ' αγαπάω, μπαμπά. Είσαι ο πιο γενναίος άντρας που γνώρισα ποτέ».
«Κι εγώ είμαι περήφανος που είσαι γιος μου», είπα με δάκρυα στα μάτια. «θα 'θελα μόνο...»
«Μην το πεις, μπαμπά».
Τον αγκάλιασα, και μετά μπήκαμε όλοι στη βάρκα, και ο Τοντ κι εγώ αρχίσαμε να τραβάμε κουπί.

Τα ρεύματα ήταν ύπουλα και μας έσπρωχναν συνεχώς ανατολικά, και ήταν πιο δύσκολο απ' ό,τι περίμενα, αλλά είχαμε σημάδι τα φώτα της πόλης και προχωρούσαμε με πείσμα.

Έπρεπε να ήμασταν πεντακόσια μέτρα από την ακτή όταν ένας προβολέας μας κάρφωσε ξαφνικά σ' έναν κύκλο εκτυφλωτικού μαργαριταρένιου φωτός. «Η βάρκα να σταματήσει! Η βάρκα να σταματήσει!»

Τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά! Αν μας έπιανε η ΣΑ, ήταν το τέλος μας. Δεν είχαμε άλλη εκλογή παρά να τραβήξουμε κουπί όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε.

Βγήκαμε από το φως κι αρχίσαμε τα ζιγκ-ζαγκ προς την ακτή καθώς μια μηχανή ακουγόταν να κόβει βόλτες πίσω μας και ο προβολέας έψαχνε στην επιφάνεια του νερού. Η ομίχλη ήταν αρκετά πυκνή, και δυσκολεύονταν να μας ξαναβρούν.

Όταν τελικά μας εντόπισαν και πάλι, ήμασταν διακόσια μέτρα από την ακτή. Αρχισαν να ρίχνουν με κάποια βαριά πολυβόλα.
«Είμαστε στόχος σ' αυτή τη βάρκα!» φώναξε ο Τοντ. «Πρέπει να βγούμε κολυμπώντας!» Και βούτηξε στα σκοτεινά νερά μέσα σε μια βροχή από σφαίρες.

Όλα φάνηκαν να γίνονται ταυτόχρονα. Η βάρκα έγειρε καθώς πήδηξε o Τοντ, η Λίντα έπεσε στη θάλασσα, η Μαρτζ πανικοβλήθηκε κι έπεσε κι αυτή, η βάρκα αναποδογύρισε

Και βρεθήκαμε όλοι στο παγωμένο νερό να κολυμπάμε όσο πιο μακριά μπορούσαμε από κάτω προτού βγούμε για να πάρουμε αέρα, γρήγορες ανάσες, κολυμπούσαμε για να σώσουμε τις ζωές μας κάτω από έναν τυχαίο καταιγισμό πυροβολισμών και τη δέσμη του προβολέα που έτρεχε πάνω στο νερό.

Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη, ούτε για φόβο, καθώς κολυμπούσα για να σώσω τη ζωή μου ενώ πονούσαν τα πνευμόνια μου, ούτε χρόνος ούτε χώρος για να νιώσω τη φρίκη του τι συνέβαινε. Ώσπου, λαχανιασμένος, εξαντλημένος και παγωμένος, σκαρφάλωσα στα βράχια της ακτής. Στα σκοτεινά νερά, το φως του προβολέα έψαχνε ακόμα, και το πολυβόλο συνέχιζε να ρίχνει. Η Λίντα Λιούιν σύρθηκε δίπλα μου, βήχοντας, λαχανιασμένη. Μείναμε ξαπλωμένοι εκεί, ακίνητοι, αμίλητοι, χωρίς να σκεφτόμαστε, αρκετή ώρα, ώσπου η κανονιοφόρος τελικά εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε στην ομίχλη.

Μετά σηκωθήκαμε και ψάξαμε στην ακτή για μια τουλάχιστον ώρα. Ο Τοντ κι η Μαρτζ δεν ήταν πουθενά.
«Ίσως βγήκαν πιο ψηλά», είπε αδύναμα η Λίντα.

Εγώ όμως ήξερα. Ένιωθα το κενό μέσα στην καρδιά μου. Χάθηκαν. Χάθηκαν, και τους είχα σκοτώσει εγώ, σαν να ήταν δικό μου το χέρι που πατούσε τη σκανδάλη του πολυβόλου.

«Ρίτσαρντ-»
Τραβήχτηκα από την αγκαλιά της.
«Ρίτσαρντ-»

Γύρισα από την άλλη κι άφησα μια ψυχρή μαύρη απόγνωση να κυλήσει σαν ομίχλη στο μυαλό μου, σβήνοντας κάθε σκέψη, γεμίζοντάς με, ενώ αναρωτιόμουν αν θ' αποτραβιόταν ποτέ.

Κι ήλπιζα, αυτή την ατέλειωτη θλιβερή στιγμή, να μην αποτραβιόταν ποτέ.

Τζων Ντέηβιντ

Πρέπει να ήξερα πως θα γινόταν αργά ή γρήγορα, αδέρφια μου, αλλά νόμιζα τουλάχιστον πως θα μπορούσα να πάω πολεμώντας, να πάρω μερικούς γαμιόληδες μαζί μου.

Δεν έγινε έτσι. Μ' έπιασαν στον ύπνο, σοβαρά!

Έπαιρνα την κάτω βόλτα στα γρήγορα, είχα πυρετό, ήμουν αδύναμος, και δεν σκεφτόμουν στ' αλήθεια, θέλω να πω γύριζα στους δρόμους σαν ζόμπι και καρφωνόμουν. Με μάζεψαν κάποιοι που ούτε τα πρόσώπά τους δεν θυμάμαι και με πήγαν σ' ένα καταφύγιο της Δέσποινάς Μας στο Μπέρκλεϋ, όπου έχασα τις αισθήσεις μου μόλις έπεσα στο στρώμα. Καταφύγιο του κώλου!

Ξύπνησα στη μέση της νύχτας με μια κάνη στο σβέρκο κι άλλη μία στην κοιλιά. Μάζεψαν όλους όσους βρήκαν εκεί και μας τράβηξαν στο τμήμα της ΣΑ. Περνούσαν όλες τις κάρτες από την εθνική τράπεζα δεδομένων.

Εκτός από μένα. Μ' εμένα δεν κουράστηκαν, είδαν πως ήμουν στο Τελικό Στάδιο και είχαν βρει και μια ντουζίνα πλαστές μπλε κάρτες πάνω μου. Μου πήραν τ' αποτυπώματα κι ένα υπόδειγμα αμφιβληστροειδούς και τα 'στειλαν με φαξ στην Ουάσιγκτον.

«Μάλιστα, μάλιστα», γουργούρισε ο Σεξονόμος ανθυπολοχαγός μισή ώρα μετά. «Τζων Ντέηβιντ, από τη Λεγεώνα, καταζητούμενος για δέκα χιλιάδες περιπτώσεις φόνου, βιασμού και πλαστογραφίας, για να μην αναφέρουμε κλοπές, ανταρσία, παράνομη διάβαση συνόρων και προδοσία. Είσαι κακό παιδί, Τζων, έτσι; Αλλά εγώ χαίρομαι που σε βρίσκω. Έχω την αίσθηση πως θα πάρω μια ωραία προαγωγή. Να σου πω, αν την πάρω, τη νύχτα προτού σε καθαρίσουν, το τελευταίο γεύμα το κερνάω εγώ».

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Λες και δεν του έφτανε η γυναίκα μου, ο Σατανάς με ακολούθησε στο γραφείο μου. Πρώτα η βλάσφημη λατρεία της Δέσποινάς Μας και μετά μια σειρά από ανωμαλίες στον Κόλπο του Σαν Φραντσίσκο που έμοιαζαν να δείχνουν πως η εθνική τράπεζα δεδομένων άρχιζε να συμβιβάζεται

Ήταν αρκετά συχνό πλαστές μπλε κάρτες να βγαίνουν μαύρες στην εθνική τράπεζα δεδομένων. Αλλά ήταν ανήκουστο κάποιος που έπιαναν με πλαστή μπλε κάρτα να μην του βγει μαύρη από το τεστ της Αρρώστιας, γιατί φυσικά δεν είχε νόημα κάποιος με ισχυρή μπλε κάρτα να χρησιμοποιεί πλαστή.

Αλλά αυτό συνέβαινε στον Κόλπο. Είχαμε μια ντουζίνα περιπτώσεις. Και τώρα αυτό το πραγματικά παράξενο περιστατικό χθες το βράδυ στο ίδιο μέρος. Τέσσερα άτομα σε μια βάρκα είχαν προσπαθήσει να περάσουν το μπλόκο και να μπουν στο Σαν Φραντσίσκο! Οι δύο φαίνεται πως τα κατάφεραν.

Όταν ψάρεψαν τα σώματα των άλλων δύο από τον Κόλπο, βρέθηκε πως ήταν ο Τοντ και η Μαρτζ Μπρούνο, ο γιος και η σύζυγος κάποιου δρος Ρίτσαρντ Μπρούνο, ενός διαπρεπούς γενετικού συνθετητή της Εταιρείας Σάτκλιφ.

Ο τοπικός διοικητής της ΣΑ άξιζε μια προαγωγή, ή τουλάχιστον έπαινο. Είχε περάσει και τα τρία ονόματα από την εθνική τράπεζα δεδομένων. Ο Τοντ Μπρούνο είχε πιαστεί σε μια επιδρομή σ' ένα μπαρ πριν τρεις μέρες. Αν και πολλοί μάρτυρες υποστήριξαν πως σύχναζε εκεί, είχε βγει μπλε σ' ένα πλήρες τεστ. Ο διοικητής είχε το μυαλό να ψάξει περισσότερο, και βρήκε πως κάποιος «ανώμαλος οργανισμός» είχε ανακαλυφθεί στην εξέταση.

Από ένστικτο είχε διατάξει να γίνει πλήρης, εξονυχιστική αυτοψία των σωμάτων του Τοντ και της Μαρτζ Μπρούνο ως το μοριακό επίπεδο. Κι αυτή η αναφορά μ' έκανε να μπω στο αεροπλάνο για το Σαν Χοσέ

Υπήρχε ένας παράξενος «ψευδοϊός» στο γενετικό υλικό και των δυο τους. Είχε πολλές κοινές ακολουθίες με τον ιό της Αρρώστιας, αλλά δεν έμοιαζε με καμιά γνωστή ή άλλη λογική παραλλαγή, και είχε άλλες ακολουθίες που δεν μπορούσαν να έχουν εξελιχτεί φυσικά. Τα σώματα ήταν νεκρά αρκετά ώστε να μην μπορούν να τον καλλιεργήσουν.

Ένας άγνωστος "ψευδοϊός" στα σώματα της οικογένειας ενός διάσημου γενετικού συνθετητή... Ένα πράγμα μπορούσε να είναι - ένα περιστατικό Μαύρου Κώδικα που δεν αναφέρθηκε από τη Σάτκλιφ. Και το έσχατο έργο του Σατανά είχε απελευθερωθεί - κάποιο είδος φρικτού τεχνητού ανθρώπινου παρασίτου, μια παραλλαγή της Αρρώστιας κατασκευασμένη από τον άνθρωπο. Είχαμε δυο πτώματα που είχαν προσβληθεί απ' αυτό, και ήταν σχεδόν σίγουρο πως είχε προσβληθεί τουλάχιστον κι ο Μπρούνο, και ήταν ζωντανός κάπου στο Σαν Φραντσίσκο.

Τι θα μπορούσε να συμβεί σ' αυτόν το βόθρο του Σατανά δεν μ' ενδιέφερε, αλλά ο Τοντ Μπρούνο είχε ήδη προσβληθεί όταν τον έπιασαν σ' ένα μπαρ έξω από τη Ζώνη Καραντίνας, και είχε περάσει από μια πλήρη σειρά τεστ και είχε βγει μπλε.

Πράγμα που σήμαινε πως αυτό το τερατώδες πράγμα δεν ανιχνευόταν με κανένα από τα κλασικά τεστ της Αρρώστιας. Τι είχε φτιάξει ο Διάβολος στην Εταιρεία Σάτκλιφ;

Καθώς πετούσα δυτικά, είχα την ακλόνητη πεποίθηση πως πετούσα προς κάποια κορυφούμενη αναμέτρηση με τον Σατανά, πως η μάχη του Αρμαγεδώνος είχε ήδη αρχίσει.

Λίντα Λιούιν

Το Σαν Φραντσίσκο δεν ήταν αυτό που περίμενα. Δεν είμαι σίγουρη τι περίμενα, τα βρωμερά Σόδομα όλο ερείπια και σαπισμένα ζόμπι, ίσως, αλλά ήταν κάτι το διαφορετικό.

Οι δρόμοι ήταν καθαροί και τα γραφικά κτίρια φροντισμένα. Τα πασίγνωστα παλιά τραμ λειτουργούσαν ακόμα, το ίδιο και τα λεωφορεία. Τα ρεστωράν ήταν ανοιχτά, τα μπαρ ήταν γεμάτα, και υπήρχαν και καμπαρέ και θέατρα. Είδα ακόμα και εξυπηρετικούς μπάτσους που έκαναν τις περιπολίες τους.

Το φαγητό και άλλα αναγκαία έμπαιναν από τη Γραμμή Καραντίνας του Ντάλυ Σίτυ, και επιτρεπόταν να βγαίvoυν αποστειρωμένα προϊόντα, έτσι η πόλη είχε μια οικονομία που συνδεόταν με τον έξω κόσμο. Το μέρος ήταν φτωχό, φυσικά, αλλά οι κάτοικοί του είχαν επιμονή και τα κατάφερναν. Το φαγητό ήταν ακριβό στα ρεστωράν, αλλά στα μαγαζιά το κρατούσαν τεχνητά φτηνό. Υπήρχε στεγαστικό πρόβλημα, αλλά κρατούσαν χαμηλά τα νοίκια, και ο φτωχός ή άστεγος μπορούσε να μείνει σε δημόσια κτίρια και εγκαταλελειμμένους σταθμούς.

Βέβαια υπήρχαν αρκετοί στο Τελικό Στάδιο που κυκλοφορούσαν, αλλά πολλοί περισσότεροι που θα μπορούσαν να χαθούν στους αντεργκράουντ κύκλους έξω. Και υπήρχε κάτι το συγκινητικό στο πώς όλοι οι προσωρινά υγιείς σέβονταν και νοιάζονταν για τους φανερούς Ζωντανούς Νεκρούς, κάτι που μου θύμιζε τον Μαξ.

Πράγματι το πνεύμα του φαινόταν να πλανιέται πάνω απ' αυτή την καταδικασμένη, αλλά μοιρολατρικά χαρούμενη πόλη. Από ανάγκη, όλοι ήταν υποχρεωμένοι να είναι Αγιοι Μαξ εδώ, και αν και οι Εραστές της Δέσποινάς Μας δεν υπήρχαν, όλοι φαίνονταν να κάνουν το 'Έργο.

Κανείς εδώ δεν ανησυχούσε μήπως Την Αρπάξει, ή μήπως μαυρίσει η κάρτα του, ή τον πιάσουν οι Σεξονόμοι. Όλα αυτά είχαν συμβεί σ' όλους τους. Έτσι, ενώ υπήρχαν εδώ πολύ περισσότεροι φανεροί ομοφυλόφιλοι απ' όσους περίμενα να δω ποτέ στη ζωή μου, μου φαίνεται παράξενο να το λέω, αλλά υπήρχε λιγότερη... διαστροφή στο Σαν Φραντσίσκο από οποιοδήποτε άλλο μέρος είχα πάει ποτέ.

Δεν υπήρχαν μπαρ-κρεοπωλεία, γιατί κάθε μπαρ ήταν και κρεοπωλείο. Σχεδόν καθόλου μαγαζιά με σεξομηχανές, γιατί οι άνθρωποι του Σαν Φραντσίσκο, ήδη καταδικασμένοι όλοι τους σε θάνατο, μπορούσαν να κάνουν μεταξύ τους έρωτα ελεύθερα, όπως θα έπρεπε να ήταν κάποτε οι φυσιολογικοί άντρες και γυναίκες. Ακόμα κι όσοι βρίσκονταν φανερά στο Τελικό Στάδιο έβρισκαν κάποιον να φροντίσει τις ανάγκες τους εδώ.

Σε κανένα άλλο μέρος απ' όσα είχα πάει δεν ένιωσα περισσότερο οικεία.

Μόνο το πέπλο της Αρρώστιας που κρεμόταν πάνω από την πόλη χαλούσε τη γλύκα της ατμόσφαιρας, κι αυτό μαλάκωνε από την ομίχλη, ρόδιζε από τα ηλιοβασιλέματα, ελάφραινε από τη νεκρική ευθυμία και τη φιλοσοφική μελαγχολία με την οποία το αντιμετώπιζαν οι πολίτες. «Ο καθένας γεννιέται καταδικασμένος σε θάνατο έτσι κι αλλιώς», λένε εδώ. «Τουλάχιστον εδώ το ξέρουμε όλοι. Αργά ή γρήγορα, δεν υπάρχει αύριο, γιατί λοιπόν να μη ζήσουμε και αγαπήσουμε το σήμερα;»

Μην έχοντας αποφασίσει τι θα κάνω, άρχισα το Έργο της Δέσποινάς Μας με το γνωστό τρόπο, προσφέροντας τον εαυτό μου στον καθένα, διαδίδοντας αργά τον ιό-θωρηκτό, μην ξέροντας όμως αν έπρεπε και πότε να διαδώσω το χαρμόσυνο νέο. Θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη εδώ - η αλήθεια ήταν πως ήμουν ευτυχισμένη - παρ' όλο που λυπόμουν για τον κακόμοιρο τον Ρίτσαρντ. Ο Ρίτσαρντ, όμως, ήταν σαν μικρό παιδί που έπρεπε να τον καθοδηγώ, σαν ένα σαστισμένο πλάσμα. Όλη του η ενέργεια και το ενδιαφέρον είχαν χαθεί με τη γυναίκα του και τον γιο του. Καταλάβαινα τη θλίψη του και τις ενοχές του, αλλά αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα.

«Έχουμε δουλειά να κάνουμε, Ρίτσαρντ, ένα υπέροχο και σημαντικό έργο», του έλεγα συνέχεια. «Πρέπει να διαδώσουμε το θωρηκτό σου σ' αυτούς τους ανθρώπους».
Τις περισσότερες φορές με κοίταζε ανέκφραστα. Μερικές φορές έλεγε αδύναμα: «Κάνε το εσύ».

Μετά από λίγες μέρες, αποφάσισα πως δεν μπορούσα πια να περιμένω να συνέλθει ο Ρίτσαρντ. Έπρεπε να πάρω τη μοιραία απόφαση μόνη μου. Το να διαδίδω κρυφά, μόνη μου, το θωρηκτό του, ήταν πολύ αργό. Αν υπήρχαν κάποιοι κακόβουλοι εκεί έξω που είχαν σκοπό να μας σταματήσουν, θα μας εντόπιζαν. Έπρεπε να προσβάλω χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδων, προτού ενεργήσουν, κι ο μόνος τρόπος ήταν αν οι κάτοικοι του Σαν Φραντσίσκο ήξεραν τι διέδιδαν και άρχιζαν να το κάνουν συστηματικά.

Πρώτα άρχισα να φανερώνομαι σαν η Δέσποινά Μας στους εραστές μου και στα μπαρ, και υπήρχαν αρκετοί στο Σαν Φραντσίσκο που είχαν κάνει το Έργο έξω - ακόμα και μερικοί που ήξερα από τότε - έτσι έγινα πιστευτή.

Από μια άποψη, οι κάτοικοι του Σαν Φραντσίσκο έκαναν πάντα το Έργο της Δέσποινάς Μας, του Αγίου Μαξ, αλλά από μια άλλη άποψη, ο μύθος δεν είχε γίνει ποτέ σημαντικός εδώ. Στο Σαν Φραντσίσκο όλοι έκαναν το Έργο της Δέσποινάς Μας για να ευχαριστήσουν ο ένας τον άλλον και για να ευχαριστηθούν οι ίδιοι, κι όχι επειδή πίστευαν πως εξυπηρετούσαν τη μόνη ελπίδα του είδους μας.

Αλλά τότε άρχισα να στρατολογώ μια στρατιά Εραστών της Δέσποινάς Μας, και το έκανα διακηρύττοντας την υπέροχη αλήθεια. Πως ο τσακισμένος άντρας που προστάτευα σπίτι μου ήταν ένας μεγάλος επιστήμων κι ένας ακόμα μεγαλύτερος ήρωας. Πως είχε αναπτύξει τον οργανισμό-θωρηκτό. Πως μέσω αυτού είχα προσβληθεί με το δώρο της ζωής. Πως μετέδιδα σ' όποιον έδινα κρέας τη θεραπεία. πως θα μπορούσε να τη μεταδώσει κι όποιος μου έδινε κρέας. Πως τα Χρόνια της Αρρώστιας, με τη μεσολάβηση του Ρίτσαρντ Μπρούνο και μ' ένα τρομερό προσωπικό μου κόστος, έφταναν στο τέλος τους.
Πως το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν αυτό που ήδη κάναμε έρωτα.

Στην αρχή υπήρχαν περισσότεροι σκεπτικιστές παρά πιστοί, φυσικά. «Φέρτε μου τα Τελικά Στάδια», τους είπα. «Ας δώσουν κρέας στη Δέσποινά Μας. Όταν θεραπευτούν, όλη η πόλη θα δει πως λέω την αλήθεια».

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Ο ίδιος ο Σατανάς έμοιαζε να μιλάει με το στόμα του Χάρλοου Πρινζ όταν τον συνάντησα, σαν να έβγαζε το τελευταίο του γέλιο, γιατί αυτό που παραδέχτηκε τελικά ο πρόεδρος της Σάτκλιφ μετά από μεγάλη πίεση ήταν χειρότερο, πολύ χειρότερο απ' ό,τι είχα αρχικά φοβηθεί.

Ο Μπρουνο εργαζόταν σε κάποιου είδους ιό που θα σκότωνε την Αρρώστια. Αλλά τον κατασκεύαζε γύρω από μια ποικιλία της Αρρώστιας, και κάτι δεν πήγε καλά. Είχε φτιάξει τελικά μια παραλλαγή της Αρρώστιας που μεταλλασσόταν τυχαία κάθε φορά που πολλαπλασιαζόταν. Αυτό όχι μόνο δεν φαινόταν στα τεστ που είχαμε ως τώρα, αλλά θα παρέμενε έτσι, αόρατο σ' οτιδήποτε μπορούσαμε να επινοήσουμε.

Είχε υπάρξει ένα περιστατικό Μαύρου Κώδικα, αλλά μόνο μέσα στο εργαστήριο, και υπήρχαν πολλές αναφορές που αποδείκνυαν πως η Σάτκλιφ είχε ακολουθήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες, καθώς και ένα βουνό από δικογραφίες που υποστήριζαν πως οι Μαύροι Κώδικες που περιορίζονταν εσωτερικά δεν χρειαζόταν να αναφερθούν στη ΣΑ.

«Δεν ξέραμε πως είχε προσβληθεί ο Μπρούνο», υποστήριζε ο Πρινζ. «Έτσι δεν είναι, Γουώρεν;»
Ο Γουώρεν Φαϊνστάιν, ο πρόεδρος της Σάτκλιφ, που καθόταν εκεί σιωπηλός όλη αυτή την ώρα. με μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπό του, κουνήθηκε νευρικά. «Όχι... Δηλαδή ναι... Δηλαδή πώς είμαστε τόσο σίγουροι πως είχε προσβληθεί...;»
«Η γυναίκα του και ο γιος του είχαν προσβληθεί, έτσι δεν είναι, Γουώρεν;» πέταξε ο Πρινζ. «Ακουσες τον διευθυντή. Πρέπει να παρθούν αμέσως τα μέγιστα μέτρα για τον περιορισμό αυτού του πράγματος!»
«Μα-»
«Μισό λεπτό!» φώναξα. «Δεν θέλετε να πείτε πως... πως το έκανε με τη γυναίκα του και... και τον γιό του ξέροντας πως είχε προσβληθεί;»
«Ας το ελπίσουμε», είπε ο Πρινζ. «Τουλάχιστον, δεν έχουμε άλλη εκλογή παρά να ενεργήσουμε μ' αυτή την παραδοχή».
«Τι;»
«Γιατί αλλιώς...» Ο Πρινζ φάνηκε να τρέμει. «Αλλιώς, μπορεί να είμαστε όλοι μας καταδικασμένοι. Γιατί αν ο Τοντ και η Μαρτζ Μπρούνο δεν μολύνθηκαν δια της σεξουαλικής οδού, τότε αυτός ο νέος ιός είναι αυτό που φοβόμαστε περισσότερο - μια παραλλαγή της Αρρώστιας που δεν χρειάζεται σεξουαλικούς ή ενδοφλέβιους φορείς, μια παραλλαγή που διαδίδεται από τον αέρα, αερόβια, όπως το κοινό κρυολόγημα».
«Θεέ μου».

«Δεν έχετε άλλη λύση, κύριε Διευθυντά», συνέχισε αδιάλλακτα o Πρινζ. «Πρέπει να πάρετε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση από τον Πρόεδρο και να αποστειρώσετε το Σαν Φραντσίσκο αμέσως».
«Να το αποστειρώσω
«Πυρηνικά. Διαδικασία Μαύρου Κώδικα, σε κάπως μεγάλη κλίμακα, ομολογουμένως».
«Αυτό είναι φρικτό, Χάρλοου!» Φώναξε ο Φαϊνστάιν. «Παρατραβάει! Πρέπει να-»
«Σκάσε, Γουώρεν!» του πέταξε ο Πρίνζ. «Σκέψου τι θα γινόταν!» Ο Φαϊνστάιν σωριάστηκε στην καρέκλα του.
«Αν αυτό το πράγμα όντως μεταφέρεται στον αέρα, είμαστε όλοι καταδικασμένοι ούτως ή άλλως, ποια είναι η διαφορά λοιπόν;» είπε o Πρινζ με την ψυχρή, ύπουλη φωνή του Σατανά. «Αλλά αν δεν είναι, και o Μπρούνο το σκορπά στο Σαν Φραντσίσκο...»
«Δεν μπορείς να σκοτώσεις ένα εκατομμύριο ανθρώπους υποθέτοντας πως-»
«Σκάσε, Γουώρεν!» του πέταξε ο Πρινζ. «Δεν έχετε την πολυτέλεια ν' ακούτε αυτόν το συναισθηματικό ανόητο, κύριε Διευθυντά. Πρέπει να είστε ισχυρός. Πρέπει να κάνετε το καθήκον σας».

Το καθήκον μου; Αλλά ποιο ήταν το καθήκον μου; Αν έβαζα να απολυμάνουν τη Ζώνη Καραντίνας του Σαν Φραντσίσκο με μια θερμοπυρηνική έκρηξη, ο Μπρούνο θα εξατμιζόταν. Κι εγώ έπρεπε να έχω τον Μπρούνο ζωντανό για να τον ανακρίνω προτού κάνω κάτι τέτοιο, συνειδητοποίησα. Έπρεπε να ξέρω αν έδωσε κρέας στη γυναίκα του και τον γιο του. Γιατί αν ήταν αλήθεια, θα ήξερα πως ο ιός δεν μεταδιδόταν από τον αέρα, πως υπήρχε ελπίδα. Τότε και μόνον τότε μπορούσα να αποστειρώσω το Σαν Φραντσίσκο με καθαρή συνείδηση.

Τότε και μόνον τότε μια τέτοια φρικτή απόφαση θα υπηρετούσε τον Θεό και όχι τον Διάβολο.

Έπρεπε να βρω κάποιον που να ήθελε να μπει στο Σαν Φραντσίσκο και να βγάλει τον Μπρούνο. Αλλά πού θα έβρισκα κάποιον αρκετά τρελό ή με τόση αυτοθυσία για να το κάνει αυτό;

Τζων Ντέηβιντ

Είχα τα χάλια μου όταν μ' έσυραν δυο Σεξονόμοι στην αίθουσα ανακρίσεων, μ' έδεσαν με χειροπέδες σε μια καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα κι εξαφανίστηκαν.
Αλλά συνήλθα γρήγορα, πιστέψτε με, όταν ο ίδιος ο γερο-Ουώλτερ Τ. μπήκε στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του!

Ο γερογαμιόλης ήρθε κατευθείαν στο ψητό.
«Έψαχνα κάποιον πολύ ειδικό, και το κομπιούτερ έφτυσε το όνομά σου», μου είπε. «Έχω μια δουλειά για σένα. Ενδιαφέρεσαι;»
«Με δουλεύεις...;»
«Θα σε ρίξουμε στο Σαν Φραντσίσκο. Θέλω να φέρεις έξω κάποιον».
«Τι πράγμα;» Σκατά, αδέρφια, δεν πίστευα στ' αυτιά μου. Δηλαδή, ακόμα και κείνη τη στιγμή, που ήμουν στο Τελικό Στάδιο, αυτό μ' έκανε να τεντώσω τ' αυτιά μου.

Και ο γερο-Ουώλτερ Τ. το έπιασε. «Ενδιαφέρεσαι, έτσι; Ακου τη συμφωνία...»

Και μου είπε. Ένα ελικόπτερο της ΣΑ θα μ' έριχνε στο Σαν Φραντσίσκο, όπου έπρεπε να βουτήξω αυτό τον τύπο, τον Ρίτσαρντ Μπρούνο. Κάθε απόγευμα στις τρεις θα έβαζαν ένα ελικόπτερο να γυρίζει πάνω από το Γκόλντεν Γκέητ Παρκ για μια ώρα. Όταν θα είχα τον Μπρούνο, θα έριχνα μια φωτοβολίδα Βέρυ και θα με μάζευαν.

«Τι τον θέλεις αυτό τον τύπο;» ρώτησα.
«Δεν χρειάζεται να ξέρεις», μου είπε.
Τον κοίταξα στραβά. «Τι σε κάνει να νομίζεις πως θα θέλω να βγω;» Αυτός ο ηλίθιος γαμιόλης θα μ' έριχνε μέσα, αλλά τι τον έκανε να πιστεύει πως θα έκανα τη βρωμοδουλειά του και θα έδινα κάποιον κακομοίρη στα χέρια της ΣΑ; Ήταν στ' αλήθεια τόσο ηλίθιος;...Πολύ απίθανο.
«Γιατί δίνοντάς μου τον Μπρούνο θα πάρεις χάρη για όλα τα εγκλήματά σου».
«Δεν με βλέπεις, έχω δεν έχω ένα μήνα ακόμα, έτσι κι αλλιώς».
«Μπορείς να γυρίσεις στη Λεγεώνα. Σαν λοχαγός».
«Λοχαγός;» ρουθούνισα. «Και γιατί όχι συνταγματάρχης;»
«Πράγματι, γιατί όχι;»

«Μιλάς σοβαρά, ε;» Χριστέ μου, τι τρελή φάση θα περνούσα σαν διοικητής ταξιαρχίας. Αλλά... «Αλλά εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι ξοφλημένος. Τι διαφορά θα έχει;»
«Η Λεγεώνα πηγαίνει στη Βραζιλία αυτή τη στιγμή που μιλάμε», μου είπε. «Μπορούμε να σε γεμίσουμε με τα καλύτερα στρατιωτικά παρηγορικά κι όση κόκα και αμφεταμίνη θέλεις. Μπορούμε να σε ρίξουμε στη Βραζιλία με τα διακριτικά του συνταγματάρχη, επικεφαλής μιας ταξιαρχίας, δώδεκα ώρες μετά την παράδοση του Μπρούνο. Μια σύντομη ζωή, αλλά ευτυχισμένη».
«Σπουδαία», είπα εξετάζοντας προσεκτικά τον γερο-Ουώλτερ Τ. Ακόμα κάτι έλειπε. Κάτι μου έκρυβε, και είχα την αίσθηση πως δεν θα μου άρεσε. «Αλλά τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα προτιμούσα να περάσω αυτή τη σύντομη ευτυχισμένη ζωή στο Σαν Φραντσίσκο;»

Τώρα ήταν η σειρά του Ουώλτερ Τ. να εξετάσει εμένα προσεκτικά, και μετά σήκωσε τους ώμους του. «Γιατί αν δεν μας φέρεις τον Μπρούνο, θα είναι πολύ πιο σύντομη απ' ό,τι νομίζεις».
«Θα σε ρίξουμε στο Σαν Φραντσίσκο ούτως ή άλλως, μπορώ λοιπόν να σου πω την αλήθεια», είπε ο Μπίγκελοου. «Έχω την εντύπωση πως τίποτα άλλο δεν πρόκειται να σου κινήσει το ενδιαφέρον, εκτός από αυτό». Μου είπε, και ενδιαφέρθηκα.

Ο Μπρούνο ήταν γενετικός συνθετητής, ή κάτι τέτοιο. Τα είχε κάνει θάλασσα και είχε δημιουργήσει μια νέα παραλλαγή της Αρρώστιας που δεν φαινόταν σε κανένα από τα τεστ και θα μπορούσε να μεταδίδεται από τον αέρα.

«Πρέπει λοιπόν να ξέρουμε αν ο Μπρούνο έχει προσβληθεί από κάτι που θα μπορούσε να εξαπλώνεται στο Σαν Φραντσίσκο αυτή τη στιγμή, κάτι που μπορούμε να ελπίζουμε πως θα σταματήσουμe μόνο με... ας πούμε πολύ ακραία μέτρα».
Λοιπόν, αδέρφια, δεν χρειαζόμουν προαγωγή σε συνταγματάρχη για να καταλάβω τι εννοούσε μ' αυτό. «Εννοείς πως θα ρίξετε πυρηνικά στο Σαν Φραντσίσκο, έτσι;»
«Εκτός κι αν έχουμε τον Μπρούνο για να τον εξετάσουμε κι εκτός κι αν η εξέταση μας βεβαιώσει πως δεν μεταδίδει αυτό το πράγμα' πραγματικά δεν έχουμε άλλη επιλογή... θα σου δώσω δυο βδομάδες. Μετά...»
«Πάει το Σαν Φραντσίσκο, μ' εμένα μέσα!»

Αν δεν ήμουν δεμένος στην καρέκλα, θα του είχα βγάλει το χέρι του γερο-γαμιόλη και θα τον είχα πλακώσει στο ξύλο μέχρι θανάτου μ' αυτό. Αλλά ακόμα κι έτσι, έπρεπε να θαυμάσω το στυλ του, αν με καταλαβαίνετε. Αν είχε μια μαύρη κάρτα, ο γερο-Ουώλτερ Τ. θα αισθανόταν πολύ άνετα, σύντροφος μ' εμάς τα ζόμπι.

Λίντα Λιούιν

Όταν άρχισαν να φεύγουν τα σημάδια από Τελικά Στάδια και οι μαύρες κάρτες άρχισαν να βγαίνουν μπλε στα απλά τεστ που σχεδίασαν οι αντεργκράουντ γιατροί, οι φήμες άρχισαν να διαδίδονται πιο γρήγορα, και το ίδιο και το θωρηκτό, και οι Εραστές της Δέσποινάς Μας άρχισαν να διαδίδουν τα ευχάριστα νέα μόνοι τους στους δρόμους και τα μπαρ του Σαν Φραντσίσκο.

Μια μέρα μια αντιπροσωπεία ήρθε και με πήρε σ' ένα παλιό, παράξενο σπίτι, σ' ένα λόφο πάνω από το Μπουένα Βίστα Παρκ, που το έλεγαν o Οίκος της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης. Μ' εγκατέστησαν στον τρίτον όροφο κι έφεραν και τον Ρίτσαρντ μαζί μου.

Εκεί είχα γύρω μου τους Εραστές της Δέσποινάς Μας. Το ίδιο κι o Ρίτσαρντ. Είχε γύρω του ανθρώπους που νοιάζονταν γι' αυτόν, που τον αγαπούσαν, που ήξεραν τι ηρωικές πράξεις είχε κάνει, και με τι τρομερό τίμημα. Αργά, πάρα πολύ αργά, άρχισε να αντιδρά στο περιβάλλον του, να μουρμουρίζει διστακτικά τις ενοχές του και την απελπισία του. Αλλά αρνιόταν ακόμα να πάρει μέρος στο Έργο, γιατί και η σκέψη μόνο του σεξ του ήταν αποκρουστική, όποιος και να του προσφερόταν, ακόμα κι εγώ.

Και το Έργο το ίδιο, αν και προχωρούσε με γοργό βήμα, πήγαινε πολύ αργά. Πόσον καιρό είχαμε προτού μάθει την αλήθεια ο έξω κόσμος; Μήνες; Βδομάδες; Μέρες; Και τι θα συνέβαινε τότε; Μήπως ήδη κάτι συνέβαινε;

Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να μεταδώσω σ' όλο το Σαν Φραντσίσκο το θωρηκτό, έτσι που όταν εισέβαλλε τελικά ο έξω κόσμος, θα του παρουσιαζόταν η αλήθεια και η μαζική της απόδειξη σαν ένα υπέροχο τετελεσμένο γεγονός - μια ολόκληρη πόλη, μια Ζώνη Καραντίνας που ήταν κάποτε εντελώς μαύρη, τώρα εντελώς ελεύθερη από την Αρρώστια.

Κάποτε, πολύ προτού γεννηθούν οι άνθρωποι που βρίσκονταν εδώ, στο Σαν Φραντσίσκο είχαν γιορταστεί κάποιοι μαγικοί μήνες που τους είχαν πει το Καλοκαίρι της Αγάπης, ένας μύθος που ζούσε ακόμα μέσα στους μύθους της πόλης.

Έτσι σκέφτηκα την ιδέα μιας Εβδομάδας Αγάπης, ένα πανηγύρι του θωρηκτού κι ένας τρόπος να μεταδοθεί σε όλους γρήγορα, ένα ερωτικό πανηγύρι, ένα όργιο που θα κάλυπτε όλη την πόλη, το πανηγύρι της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης.

Και ίσως μέσα από μια τέτοια επίδειξη κι έναν τέτοιο γιορτασμό αυτού που είχε φέρει ξανά στον κόσμο, ίσως ο Ρίτσαρντ να ξαναγεννιόταν σ' αυτόν...

Τζων Ντέηβιντ

Τα παρηγορικά που μου έδωσαν προτού με ρίξουν στο Σαν Φραντσίσκο δεν φάνηκαν να κάνουν και μεγάλη δουλειά, αλλά το σπηντ και η κόκα έκαναν, αδέρφια. Μπορεί να έδειχνα σαν ένα Τελικό Στάδιο στα τελευταία του, αλλά την έκανα ανεβασμένος και σπηντάτος, σίγουρα!

Περίμενα να βρω το Σαν Φραντσίσκο σε παλαβή και άγρια κατάσταση, κάτι σαν την Τιχουάνα προτού μας έρθουν οι Σεξονόμοι, αλλά αυτό ήταν κάτι άλλο, παλαβό σίγουρα, αλλά εγώ σαν ζόμπι δεν θα το έλεγα άγριο.

Η πόλη ήταν σαν να είχε βγει από παλιά ταινία - καθαρή, τακτοποιημένη, και κάπως αλλόκοτη, ας πούμε, σαν παλιά καρτ-ποστάλ, και ανακάλυψα πως μπορούσα να βρω κρέας σ' όποιο στυλ ήθελα, αρκεί να το ζητούσα, ακόμα και στην κατάστασή μου.

Υπήρχαν αρκετά ζόμπι στο Τελευταίο Στάδιο σαν κι εμένα που κυκλοφορούσαν, κι ακόμα περισσότερες φρικαλέες αδερφές, αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν τόσο καλοσυνάτοι και όλο γλύκες για μας στα τελευταία μας που μου 'ρχόταν να ξεράσω. Θέλω να πω πως όλα αυτά, ειρήνη κι έρωτας και σεξ κι αγάπη, μου την έσπαγαν τόσο πολύ που σχεδόν ήθελα να τους ρίξουν τη Βόμβα, αν με πιάνετε.

Αλλά όχι, φυσικά, με μένα μέσα!

Ο Μπίγκελοου το είχε σκεφτεί. Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να μαζέψω τον κώλο μου και να τσιμπήσω τον Μπρούνο' ήταν ο μόνος τρόπος για να την κοπανήσω.

Δρ. Ρίτσαρντ Μπρούνο

Δυσκολεύομαι να θυμηθώ πώς ήταν μέσα σ' αυτό το σκοτεινό μέρος, ή ακριβώς πώς και πότε άρχισα να βγαίνω απ' αυτό. Στην αρχή ήταν ένα απαλό ζεστό φως στην ψυχρή μου μαυρίλα, και μετά άρχισα αργά να προσέχω το περιβάλλον μου.

Ζούσα σ' ένα αρχαίο βικτοριανό σπίτι ψηλά σ' ένα λόφο στο Σαν Φραντσίσκο, ένα μέρος που ήταν γνωστό σαν το σπίτι της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης. Η Λίντα Λιούιν ζούσε εκεί μαζί μου, και ήξερα πως με φρόντιζε σ' όλη τη μεγάλη, σκοτεινή μου νύχτα. Όπως και πολλοί άλλοι. Γιατί αυτό ήταν ένα σπίτι αγάπης και ελπίδας. Ήταν ένα είδος μπουρδέλου, κι ένα είδος εκκλησίας, κι αυτό που διέδιδαν εδώ ήταν το θωρηκτό μου. Κι όλοι όσοι μπαινόβγαιναν εδώ με αγαπούσαν.

«Dr. Feelgood», με έλεγαν όλοι. Όχι το πλάσμα που οδήγησε τη γυναίκα του και τον γιο του στο θάνατο, αλλά τον άνθρωπο που είχε φέρει την αγάπη ξανά στον κόσμο.

«Αρκετά πένθησες, Ρίτσαρντ η Μαρτζ κι ο Τοντ χάθηκαν, κι αξίζουν το πένθος σου», μου είπε η Λίντα. «Αλλά έχεις κάνει επίσης κι ένα θαυμάσιο πράγμα, κι αυτό αξίζει τη χαρά σου. Έλα μαζί μας τώρα. Δες για τι πέθαναν. Δες τι έφερες ξανά στον κόσμο! Αυτό είναι το Πανηγύρι της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης, αλλά είναι και το πανηγύρι του Dr. Feelgood».

Και μαζί με τους Εραστές της Δέσποινάς Μας με πήρε σ' ένα γύρο του Σαν Φραντσίσκο, ένα γύρο του καρναβαλιού, ένα γύρο στη χώρα των. Θαυμάτων των από καιρό χαμένων μας ονείρων.

Ολόκληρη η πόλη γιόρταζε - στα μπαρ και στα πάρκα και στους δρόμους. Ήταν το Καρναβάλι, ήταν η γιορτή του Διόνυσου, ήταν το Καλοκαίρι της Αγάπης, ήταν μια θαυμάσια τρέλα. Όλοι ήταν μεθυσμένοι και φτιαγμένοι και παραληρούσαν ευτυχισμένοι, κι έκαναν έρωτα, έπαιρναν κι έδιναν κρέας, ανοιχτά, παντού - σε διαμερίσματα, σε μπαρ, έξω στους δρόμους.
Γιόρταζαν την Αναγεννημένη Αγάπη με την ίδια την πράξη. Γιόρταζαν το τέλος των Χρόνων της Αρρώστιας καθώς το έδιναν οι ίδιοι με τη χαρούμενη σάρκα τους.

«Καταλαβαίνεις, Ρίτσαρντ;» ρώτησε αργότερα η Λίντα, στο σπίτι της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης. «Η Μαρτζ κι ο Τοντ πέθαναν και δεν έζησαν να δουν γιατί το έκαναν, κι αυτό είναι λυπηρό, κι έχεις δίκιο να πενθείς. Αλλά δεν πέθαναν άδικα, πέθαναν για να σε βοηθήσουν να φέρεις την αγάπη πίσω στον κόσμο, κι αν κοιτάζουν από κάπου, μπορείς να ξέρεις πως σου χαμογελούν. Κι αν όχι, αν δεν υπάρχει Θεός, τότε υπάρχουμε μόνο εμείς, και μπορούμε να βρούμε καταφύγιο μόνο στους ζωντανούς. Καταλαβαίνεις;»
«Δεν είμαι σίγουρος, Λίντα...» μουρμούρισα.
«Ασε με τότε να σε βοηθήσω ν' αρχίσεις», είπε αγκαλιάζοντάς με. «Έλα να βρεις καταφύγιο σε μένα».

Και, διστακτικά στην αρχή, αλλά με μια παράξενη ειρήνη που απλωνόταν στην καρδιά μου, την ειρήνη του πολεμιστή, μια ειρήνη που είχε γίνει αποφασιστικότητα στο τέλος του έρωτά μας, το βρήκα.

Κι αργότερα κατάλαβα. Η Μαρτζ κι ο Τοντ είχαν χαθεί και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τους φέρω πίσω, κι αυτό ήταν τρομερό. Τα Χρόνια της Αρρώστιας μας είχαν κάνει όλους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τρελούς, είχαμε όλοι μας παγιδευτεί σε οδυνηρά λάθη, φοβισμένες, και μάταιες, και απαίσιες πράξεις, και τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε τώρα για να το αλλάξουμε αυτά. Ήμασταν όλοι θύματα, και ίσως οι ζωές όλων εμάς που ζήσαμε στα χρόνια της Αρρώστιας δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν ποτέ.

Αλλά αυτή η σκοτεινή νύχτα τελείωνε, και μια νέα μέρα ανέτελλε, κι εμείς, κι εγώ, έπρεπε να δράσω για να γεννηθεί και να την προστατεύσω ώσπου να ωριμάσει πλήρως. Η προσωπική μου ζωή είχε πεθάνει εκεί πίσω στον Κόλπο του Σαν Φραντσίσκο με τη Μαρτζ και τον Τοντ, και δεν μου είχε μείνει τίποτα άλλο παρά μόνο το καθήκον μου στον όρκο του Ιπποκράτη.

Και η εκδίκηση.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα που θα έφερνε πίσω την οικογένεια μου ή θα έσβηνε εντελώς την ενοχή μου για το θάνατό τους. Αλλά μπορούσα να εκδικηθώ τον Πρινζ, τον Φαϊνστάιν, το διοικητικό συμβούλιο της Σάτκλιφ, μπορούσα να βοηθήσω να πραγματοποιηθούν οι χειρότεροι φόβοι τους, να διαδοθεί ο ιός-θωρηκτό που ήθελαν να καταστρέψουν, να σωθεί η ανθρωπότητα που υποφέρει, ενώ συγχρόνως θα καταστρεφόταν η Σάτκλιφ.

Έτσι ο ρόλος μου στο φρικτό εφιάλτη των Χρόνων της Αρρώστιας θα τέλειωνε με την ύστατη διεστραμμένη, αλλά ευφραντική, ειρωνεία: Εκδίκηση δίκαια και με αγάπη.

Αύριο λοιπόν θα βγω στο Σαν Φραντσίσκο και θα πάρω μέρος στην Εβδομάδα της Αγάπης. Κι απόψε κάθομαι εδώ στον Οίκο της Δέσποινάς Μας και γράφω την ιστορία μου σ' αυτό το ημερολόγιο, που φτάνει τώρα στο τέλος του. Όταν τελειώσει, θα το στείλω στον Πρόεδρο, στον επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Καραντίνας, στα ειδησεογραφικά πρακτορεία, στα τηλεοπτικά δίκτυα. Προτού τους αφήσετε να ενεργήσουν εναντίον μας ή να σας πουν πως όλα αυτά είναι ένα κακόβουλο ψέμα, απαιτήστε να εξετάσουν τον πληθυσμό, ή τουλάχιστον ένα καλό δείγμα, για την Αρρώστια. Αυτό μόνο ζητώ. Μάθε την αλήθεια για τον εαυτό σου. Πες την και σ' άλλους.

Και υπόσχομαι πως θα σας ελευθερώσει όλους.

Τζων Ντέηβιντ

Είχα καλές φωτογραφίες του Μπρούνο, αλλά προσπαθήσατε ποτέ να βρείτε έναν άνθρωπο σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων; Και μάλιστα σε μια πόλη που φαινόταν να τα έχει παίξει τελείως. Όλοι φαίνονταν μεθυσμένοι ή φτιαγμένοι. Ο κόσμος έδινε κρέας παντού, στ' ανοιχτά, στους δρόμους, στα πάρκα, στις αυλές. Παρ' όλο που ήμουν μισοπεθαμένος, έχωναν το κρέας τους κάτω από τη μύτη μου, και σ' άλλους σαν και μένα, μουρμουρίζοντας διάφορες τρέλες, πως θα μ' έσωναν από την Αρρώστια, λες και θα μπορούσε να με σώσει τίποτα τώρα!

Το 'χανα γρήγορα τώρα, ήμουν ένας σωρός σαρκώματα και δευτερογενείς μολύνσεις, αδύναμος, με πυρετό, δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, έπαιρνα τεράστιες δόσεις σπηντ και κόκας για να μπορώ να περπατάω και μόνο. Αλλά, όσο γρήγορα και να το 'χανα, ήξερα κιόλας πως αυτή η πόλη θα χανόταν ακόμα πιο γρήγορα, και με μένα μέσα της, εκτός κι αν έδινα τον Μπρούνο στη ΣΑ. Δηλαδή, από τη μια είχα τρεις ίσως βδομάδες, από την άλλη δέκα μόνο μέρες.

Έντεκα ακόμα μέρες ζωής μπορεί να μη φαίνονται και σπουδαία υπόθεση σε σας, αδέρφια, αλλά αλλιώς θα ήταν αν ξέρατε εσείς πως ήταν το καλύτερο που σας είχε μείνει!

Τέλος πάντων, αυτό έφτανε για να με κρατήσει όρθιο να ψάχνω τον Μπρούνο, ακόμα και φευγάτος και φτιαγμένος κι ετοιμοθάνατος και τρικλίζοντας μέσα στο μεγαλύτερο όργιο που είχε δει ποτέ ο κόσμος. Κι άρχισα ν' ανακρίνω κόσμο τυχαία στο δρόμο, και δεν ήμουν κι ιδιαίτερα ευγενικός μαζί τους.

Ήμουν τόσο φευγάτος που θα πρέπει να είχα ξεκάνει καμιά ντουζίνα προτού καταλάβω πως ο «Dr. Feelgoood» για τον οποίο μουρμούριζε ολόκληρη η πόλη ήταν αυτός που έψαχνα: Ο δρ Ρίτσαρντ Μπρούνο, το καθίκι που ίσως είχε φτιάξει τη χειρότερη παραλλαγή της Αρρώστιας που υπήρξε ποτέ και που θα τους έκανε σίγουρα όλους αυτούς τους μαλάκες να εξατμιστούν, κι εμένα μαζί τους' και είχαν πειστεί, κάπως. πως αυτός o μπάσταρδος ήτάν ήρωας!

Αφού λοιπόν τα κατάφερα έτσι, δεν ήταν δύσκολο ν' ανακαλύψω τον διάσημο Dr. Feelgood. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν ν' ακολουθήσω τη μύτη μου και όλες τις φήμες που κυκλοφορούσαν γι' αυτόν στα μπαρ και τους δρόμους, ώσπου πέτυχα κάποιον που μου είπε πως την έβρισκε σε κάποιο μπαρ στη Νορθ Μπητς αυτή τη στιγμή.

Έφτασα εκεί τη στιγμή που έβγαινε αγκαζέ με μια καλοφτιαγμένη γκόμενα κι ένα χαμένο χαμόγελο στα χείλια του. Μόλις τον είδα, πήρα μπρος, δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε ενέργεια για τακτικές ή σκέψη.

«Οκέυ, Μπρούνο, παλιομαλάκα, θα 'ρθεις μαζί μου!» φώναξα, βουτώντας το δεξί του χέρι και στρίβοντάς το πίσω από την πλάτη του. Μισή ντουζίνα τύποι πήγαν να κουνηθούν, αλλά, όσο και να το 'χα χάσει, αυτό το περίμενα. Είχα βγάλει κιόλας το μίνι αυτόματο και το κουνούσα μπροστά στη μούρη τους.
«Ο τύπος θα έρθει μαζί μου, γαμιόληδες!» φώναξα. «Οποιος δοκιμάσει να με σταματήσει θα, τον γαζώσω!»

Μετά όλα έγιναν συγχρόνως.

Κάποιος μαλάκας την είδε γενναίος κι έπεσε στα γόνατά μου από πίσω. Κλώτσησα στα τυφλά πίσω, προσπαθώντας να βρω την ισορροπία μου. Ο Μπρούνο ελευθερώθηκε από τη λαβή μου.
Ένας κύκλος από θυμωμένο κρέας έκλεισε πάνω μου.

Αρχισα να ρίχνω στα τυφλά, σαρώνοντας με το μίνι αυτόματο σε ροκ εντ ρολ ρυθμό.
Ο «Dr. Feelgood» έφαγε ένα ράμμα στην πλάτη, από τον κώλο ως τον ώμο, από σφαίρες υψηλής ταχύτητας...Ο Μπρούνο διπλώθηκε, ενώ όλοι οι υπόλοιποι έπεσαν πάνω μου σαν ένας τόνος τούβλα.

Το επόμενο πράγμα που κατάλαβα ήταν που μου άλλαζαν τα φώτα, και δυο τύποι με κρατούσαν από τους ώμους, και ο Μπρούνο ήταν εκεί στο πεζοδρόμιο και με κοίταζε μισοπεθαμένος.

«Γιατί;» ψιθύρισε με αίμα να τρέχει από το στόμα του.
«Μην ψοφήσεις, παλιογαμιόλη!» του φώναξα. «Είσαι το εισιτήριό μου από δω! »
«Σκοτώστε τον, τον μπάσταρδο!»
«Ξεσκίστε τον!»
Γελούσα, γελούσα, γελούσα. Δηλαδή τι να 'κανα; «Εμπρός, σκοτώστε με, μαλάκες!» τους είπα. «Είμαι ήδη πτώμα, κι εσείς το ίδιο, θα φάτε πυρηνικά με την ψυχή σας!»
«Ξεριζώστε του την καρδιά!»

Ο Μπρούνο σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε από το πεζοδρόμιο, μ' αυτό το παράξενο και λυπημένο χαμογελάκι του, σχεδόν γαλήνιος καθώς το 'χανε.

«Όχι...» είπε. «Όχι άλλο... δίκαιη εκδίκηση, μ' αγάπη, δεν καταλαβαίνετε... η Μαρτζ... ο Τοντ... δεν φταίει κανείς... πηγαίνετέ τον... πηγαίνετέ τον...»
Η φωνή του άρχιζε να σβήνει. Έβηξε κι άλλο αίμα.

«Πού να τον πάμε, Ρίτσαρντ;» είπε μια γυναίκα σκύβοντας από πάνω του.
«Πηγαίνετέ τον στη Δέσποινά Μας...» ψιθύρισε ο Μπρούνο. «Αφήστε τον να βρει καταφύγιο στη... στη..»
Τα χείλια του κουνήθηκαν, αλλά δεν βγήκε άλλος ήχος. Κι αυτό ήταν το τέλος.

Ο Μπρούνο ήταν νεκρός. Κι εγώ το ίδιο. Και σε δέκα μέρες, το ίδιο νεκρό θα ήταν και το Σαν Φραντσίσκο.

Λίντα Λιούιν

Έφεραν το σώμα του Ρίτσαρντ στο σπίτι της Δέσποινας της Αναγεννημένης Αγάπης και το άφησαν σ' έναν καναπέ. Μισή ντουζίνα Εραστές της Δέσποινάς Μας κρατούσαν έναν πιτσιρικά στο Τελικό Στάδιο με αγριεμένο μάτι, και δεν ήταν και πολύ ευγενικοί μαζί του.

Και μου είπαν τι είχε γίνει. Και τα τελευταία λόγια του Ρίτσαρντ. Μόνο τότε κοίταξα πραγματικά τον δολοφόνο του. Το σώμα του ήταν μια μάζα σαρκωμάτων. Ήταν αδύνατος, σκελετωμένος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και αγριεμένα.

«Γιατί;» τον ρώτησα με μια παράξενη, ικετευτική φωνή που έκανε κι εμένα ακόμα να εκπλαγώ.
«Το εισιτήριό μου για έξω από δω προτού ρίξουν τη Μεγάλη Κυρία, αλλά χάθηκαν τώρα όλα, ό,τι και να κάνεις, όλοι ζόμπι είμαστε έτσι κι αλλιώς, αδέρφια...»

Δεν έβγαζε νόημα, κι ούτε θα 'βγαζε, κατάλαβα τότε. Αυτό το κακόμοιρο πλάσμα δεν ήταν υπεύθυνο για τις πράξεις του περισσότερο από τον Ρίτσαρντ όταν πέθανε η Μαρτζ κι ο Τοντ. Το είχα ξανακούσει αυτό. Ανθρωποι στο Τελικό Στάδιο που γίνονταν μανιακοί καθώς το 'χαναν, παίρνοντας όσους μπορούσαν μαζί τους. Ήταν κι αυτός θύμα της Αρρώστιας, όπως όλοι μας.

Και καταλάβαινα τώρα τα τελευταία λόγια του Ρίτσαρντ, ίσως ακόμα καλύτερα κι από τον ίδιο όταν τα έλεγε. Η ζωή του είχε ήδη τελειώσει, από μια άποψη, και το μόνο που είχε καταφέρει αυτό το κακόμοιρο πλάσμα ήταν να απελευθερώσει τη βασανισμένη του ψυχή. Καταλάβαινα

γιατί είχε συγχωρήσει τον δολοφόνο του, γιατί σ' αυτή την πράξη της συγχώρεσης είχε επιτέλους βρει κι ο ίδιος τη συγχώρεση για τους θανάτους που τον βάραιναν, ή τουλάχιστον έτσι προσευχόμουν στους θεούς να είναι.

«Τι να τον κάνουμε τον μπάσταρδο;»
«Σκοτώστε τον!»
«Ξεριζώστε του την καρδιά!»

«Όχι!» βρέθηκα να λεω. «Θα το κάνω για σένα, Ρίτσαρντ», ψιθύρισα, και πήρα το χέρι του δολοφόνου του. «Σε συγχώρεσε, και πρέπει κι εγώ να σε συγχωρήσω».
«Εμπρός, σκότωσέ με, δεν θέλω τη συγχώρεσή σου, στ' αρχίδια μου, είμαι ήδη νεκρός, το ίδιο και συ!»
«Όχι, δεν είσαι», του είπα με καλοσύνη. «Έλα επάνω μαζί μου και θα σου πω τα καλά νέα».

Τζων Ντέηβιντ

Και μου τα είπε, αν και φυσικά δεν πίστεψα λέξη, ούτε κι όταν η Δέσποινά Μας έδωσε στην απαίσια, ετοιμοθάνατη σάρκα μου το δώρο του κρέατός της. 'Οχι πως ήμουν στην κατάλληλη κατάσταση για συζητήσεις, βέβαια.

Μερικές μέρες αργότερα, όμως, όταν άρχισαν να εξαφανίζονται τα σαρκώματα και το κεφάλι μου καθάρισε, ήξερα πως όλα όσα μου είχε πει η Λίντα ξανά και ξανά ήταν όλα αλήθεια.

Θέλω να πω, είχα κάνει κι εγώ τις μαλακίες μου, αλλά αυτό που είχαν κάνει αυτοί οι γαμιόληδες στη Σάτκλιφ έφτανε για να κάνει ένα στρατιωτικό γιατρό να ξεράσει! Τον Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου τον έγραφα στ' αρχίδια μου - κι ακόμα πιο πολύ μετά το νούμερο που μου είχε παίξει αλλά έβαζα στοίχημα πως ο γερογαμιόλης πίστευε αυτά που μου είχε πει για τον κακόμοιρο τον Μπρούνο. Αυτά τα καθάρματα της Σάτκλιφ πρέπει να του είχαν περάσει τη γραμμή τους για τον Μπρούνο για να τον κάνουν να εξαφανίσει τα στοιχεία τού τι είχαν κάνει μ' ένα πυρηνικό μανιτάρι. Και τον ιό-θωρηκτό μαζί! Για να γεμίσουν τις τσέπες τους και να σώσουν τους άχρηστους κώλους τους!

Κι η μαλακία ήταν πως ο Μπίγκελοου τους πίστευε ακόμα!

«Τι μέρα είναι;» ρώτησα τη Λίντα όταν είχε καθαρίσει το κεφάλι μου αρκετά ώστε να καταλάβω τι σήμαιναν όλα αυτά και το τι επρόκειτο να συμβεί. Έμεναν δυο μέρες ως τη Μεγάλη Λάμψη.
«Μου είπες τα καλά νέα, τώρα θα σου πω εγώ τα άσχημα νέα», της είπα. Και της τα είπα.

Δεν είχα δει ποτέ τη Δέσποινά Μας να σπάει και να βάζει τα κλάματα, αλλά τώρα έκλαψε. «Τότε ο κακόμοιρος ο Ρίτσαρντ πέθανε για το τίποτα... Κι όλοι εδώ είναι καταδικασμένοι... Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ... Και η Αρρώστια θα συνεχίζεται, θα συνεχίζεται...»

Καθώς έκλαιγε, με λυγμούς και βογκητά, σκέφτηκα στα γρήγορα. Είχα ακόμα το πιστόλι φωτοβολίδων, και το ελικόπτερο της Σεξονομίας θα περίμενε πάνω από το Γκόλντεν Γκέητ Παρκ δυο-τρεις ακόμα μέρες. Μπορούσα να το κατεβάσω, και αν το έπαιρνα...

«Πρέπει να μου βρεις κάποιον που να ξέρει να οδηγεί ελικόπτερο», είπα.

Η Δέσποινά Μας με κοίταξε ανέκφραστα. Την έπιασα από τους ώμους και την τράνταξα. «Ε, πρέπει να συνέλθεις, Λίντα, και να μ' ακούσεις! Υπάρχει τρόπος να βγούμε από δω προτού πέσει η Μεγάλη Κυρία!»

Αυτό τη συνέφερε, και της είπα το σχέδιο..

Ήταν απλό. Θα ντύναμε τον πιλότο του ελικοπτέρου μ' ένα αδιάβροχο και μια ρεπούμπλικα, ή κάτι τέτοιο, για να μην καταλάβει κανείς πως δεν ήταν ο Μπρούνο, ώσπου να μπούμε στο ελικόπτερο.

«Εγώ αναλαμβάνω τα υπόλοιπα», της υποσχέθηκα. «Μάλλον θα είναι o πιλότος κι άλλος ένας, παιχνιδάκι. Μετά έρχεσαι κι εσύ, και φεύγουμε προς τη Μαρίν Κάουντυ, ξεφορτωνόμαστε το ελικόπτερο κι εξαφανιζόμαστε. Μου έσωσες τη ζωή, τώρα εγώ θα σου σώσω τη δική σου».

Λίντα Λιούιν

«Και το Σαν Φραντσίσκο;» είπα.
«Δεν μπορούμε...»

Ο Τζων σήκωσε τους ώμους του. «Το Σαν Φραντσίσκο θα το ισοπεδώσουν έτσι κι αλλιώς», είπε. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτό, μόνο το τομάρι μας μπορούμε να σώσουμε».
«Αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι... και ο ιός-θωρηκτό...»
«Δες το έτσι - τουλάχιστον θα μείνουμε οι δυο μας για να τον διαδώσουμε...» Μου χαμογέλάσε πονηρά. «Εγώ από τη μεριά μου θα κάνω το παν για να τον διαδώσω πλατιά, αδελφούλα, πίστεψέ με!»
«Δεν μπορούμε ν' αφήσουμε ολόκληρη πόλη να πεθάνει!»
«Έχεις καμία καλύτερη ιδέα;»

Κοίταξα αυτό το κακόμοιρο, πρωτόγονο πλάσμα, αυτή τη μηχανή του θανάτου, αυτό το απόλυτο θύμα της Αρρώστιας, και σκέφτηκα, σκέφτηκα, σκέφτηκα, και τελικά είχα μια καλύτερη ιδέα.

«Θα καταλάβουμε το ελικόπτερο της ΣΑ», του είπα: «Αλλά δεν θα δραπετεύσουμε απλώς. Θα πετάξουμε ώς τη Σάτκλιφ-»
«Και θα κάνουμε τι;»
«θα βουτήξουμε τον Χάρλοου Πρινζ και τον Ουώρεν Φαϊνστάιν και θα τους πάμε στον Μπίγκελοου».
«Ε;»
«Δεν καταλαβαίνεις; Όταν πουν την αλήθεια στον Μπίγκελοου-»
«Και γιατί να το κάνουν αυτό;»

Έβαλα τα δυνατά μου να μιμηθώ το πιο άγριο χαμόγελο του Τζων Ντέηβιντ. «Νομίζω πως αυτό μπορώ να το αφήσω σε σένα, έτσι δεν είναι; » είπα.

Με κοίταξε καθώς στο πρόσωπό του καθρεφτίστηκε αργά η έκφραση του δικού μου. «Ναι...» είπε αργά. «Νομίζω πως αυτό θα μου άρεσε...» Έσμιξε τα φρύδια του. «Μόνο που γίνεται πολύ επικίνδυνο το πράγμα, αδερφούλα. Δηλαδή, να βουτήξουμε το ελικόπτερο είναι εύκολο, και αν ήταν να το κατεβάσουμε στη Μαρίν Κάουντυ και να εξαφανιστούμε με τα πόδια, είχαμε πολλές πιθανότητες. Αλλά θα πρέπει να τους κοροϊδεύουμε αρκετή ώρα από τον ασύρματο για να μπορέσουμε να πετάξουμε ως το Πάλο Αλτο, να βουτήξουμε τα καθάρματα και να τα πάμε στον Μπίγκελοου... Η ΣΑ δεν είναι η Λεγεώνα, βέβαια, αλλά δεν τα έχουν και τόσο χαμένα...»

«Πρέπει να το δοκιμάσουμε!»
«Δεν θα τα καταφέρουμε!»
«Κι αν είχαμε έναν αντιπερισπασμό;» πέταξα. «Έναν μεγάλο...»
«Αντιπερισπασμό;»

Το αίμα μου πάγωσε καθώς μιλούσα. Ήταν φρικτό: Χιλιάδες μπορεί να πέθαιναν. Αλλά αλλιώς θα είχαμε ένα εκατομμύριο νεκρούς χωρίς κανένα λόγο. Και όσο φρικτό και να ήταν σαν τακτική, ήταν το μόνο σωστό πράγμα που μπορούσαμε να κάνουμε. Ηθικά ή πρακτικά, δεν υπήρχε άλλη εκλογή. Ήταν ο μόνος τρόπος για να σώσουμε την πόλη, και οι άνθρωποι είχαν το δικαίωμα να το μάθουν.

«Τι νομίζεις πως θα γινόταν αν ήξεραν όλοι στο Σαν Φραντσίσκο αυτά που μου είπες;» του είπα.
«Πως θα τους έριχναν τη βόμβα σε δυο μέρες; Αστειεύεσαι; θα τρελαίνονταν! θα-»
«Θα ορμούσαν στη Γραμμή Καραντίνας όλοι μαζί; θα έβγαιναν στον Κόλπο μ' εκατοντάδες μικρά πλοία; θα προσπαθούσαν να περάσουν τα χάσματα στις γέφυρες;»
«Χριστέ μου, θα ήταν σαν την Τιχουάνα, χίλιες φορές μεγαλύτερη, η ΣΑ θα είχε γεμάτα τα χέρια της, ίσως θα μπορούσαμε να...»
Με κοίταξε με άλλο βλέμμα. «Ε, κάτω απ' όλη αυτή τη γλύκα και το κέφι, είσαι πολύ σκληροπυρηνική, το ξέρεις, αδερφούλα; Δηλαδή, μια ολόκληρη πόλη για αντιπερισπασμό...»
«Αυτοί οι άνθρωποι έχουν έτσι κι αλλιώς το δικαίωμα να ξέρουν τι πρόκειται να συμβεί, έτσι δεν είναι, Τζων;» του είπα. «Εσύ δεν θα 'θελες να ξέρεις; Έτσι, ακόμα κι αν αποτύχουμε, θα πεθάνουν πολεμώντας για κάτι και θα ξέρουν το γιατί. Καλύτερα στη φωτιά παρά στον πάγο».

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Ο Σατανάς συνέχισε να με βασανίζει καθώς μάταια περίμενα τον Ντέηβιντ να βγάλει τον Μπρούνο από το Σαν Φραντσίσκο. Τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα μου τηλεφωνούσε ο Χάρλοου Πρινζ για να μου ζητήσει, με όλο και πιο οξείς τόνους, να ρίξω τη Βόμβα στην πόλη. Ήταν η φωνή του Θεού ή η φωνή του Σατανά; Τι ήθελε να κάνω ο Χριστός;

Και μετά ο Σατανάς μ' έφερε με την πλάτη στον τοίχο.

Αρχισαν να έρχονται αναφορές στο τμήμα της ΣΑ του Ντάλυ Σίτυ, όπου είχα εγκατασταθεί, πως ένας τεράστιος στόλος από διάφορα άθλια παλιά πλοία κάθε είδους έφευγε από την ακτή του Σαν Φραντσίσκο. Είχαν αρχίσει μάχες και σ' όλο το χερσαίο τμήμα της Γραμμής Καραντίνας.

Γινόταν πια φανερό πως δεν μπορούσα να χρονοτριβώ άλλο. Ατακτες ομάδες μαζεύονταν με υλικά για να γεφυρώσουν τα χάσματα στις γέφυρες του Γκόλντεν Γκέητ και του 'Ωκλαντ Μπέυ, από τη μεριά του Σαν Φραντσίσκο. Ολόκληρη η πόλη προσπαθούσε να περάσει τη Ζώνη Καραντίνας, και δεν μπορούσαν να σταματηθούν όλοι με συμβατικά μέσα. Μόνο ένα Θερμοπυρηνικό πλήγμα θα μπορούσε να εμποδίσει τώρα το νέο και πολύ πιο θανάσιμο στέλεχος της Αρρώστιας να μεταδοθεί στο γενικό πληθυσμό.

Ήμουν υποχρεωμένος να κάνω το καθυστερημένο, μοιραίο τηλεφώνημα στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών...

Τζων Ντέηβιντ

Ήθελα η Μεγάλη 'Έξοδος ν' αρχίσει στις τρεις ακριβώς, για να είμαι σίγουρος πως το κωλοελικόπτερο της ΣΑ δεν θα φοβόταν να έρθει, αλλά η Λίντα το είχε πει σε πολλούς, και οι Εραστές της Δέσποινάς Μας είχαν βγει στους δρόμους ώρες πριν, και η φάση ξεκίνησε μια ώρα νωρίτερα, χωρίς συγχρονισμό.

Αλλά οι μάχες γίνονταν στα σύνορα, όχι στο κέντρο, και το Γκόλντεν Γκέητ Παρκ ήταν σχεδόν άδειο. Ο πιλότος του ελικόπτερου πρέπει να ήταν κιόλας πάνω από την πόλη, ή ίσως να ήταν απ' αυτούς τους υπάκουους μαλάκες που ακολουθούσαν την τελευταία εντολή ό,τι και να γινόταν.

Γιατί ακόμα και με τη μισή πόλη να ορμάει στη Γραμμή Καραντίνας, το ελικόπτερο φάνηκε πάνω από το πάρκο στις τρεις ακριβώς.
Έριξα τη φωτοβολίδα, και κατέβηκε. Έχωσα το μίνι αυτόματό μου φανερά στην πλάτη του πιλότου μας και τον τράβηξα ως την ανοιχτή του πόρτα.
Όπως το περίμενα, υπήρχε μόνο ο πιλότος κι άλλος ένας μέσα. Μόλις μπήκαμε, έχωσα τη μούρη του όπλου μου στο σβέρκο του πιλότου.
«Έξω, καθίκια!» διέταξα. «Γδυθείτε πρώτα! Μια λέξη και σας τίναξα τα μυαλά στον αέρα!»
«Τι δια-»
«Είπα, σκασμός! Βγάλτε τις στολές! Κουνήστε τον κώλο σας!» Έριξαν μια ματιά στο μίνι αυτόματο, άλλη μια σε μένα, και γδύθηκαν. Έμειναν με τα σώβρακα και τα φανελάκια, πιστέψτε με!
«Έξω, καθίκια. Αρχίστε να τρέχετε ώσπου να πέσετε κάτω, και μην κοιτάξει κανείς πίσω!»

Τους έβγαλα με τις κλωτσιές από το ελικόπτερο κι έριξα μια ριπή πάνω από τα κεφάλια τους καθώς ανέβαινε η Λίντα κι εκείνοι έτρεχαν για τους κοντινότερους θάμνους. Μετά εγώ κι ο πιλότος φορέσαμε τις στολές, πράγμα που θα μας βόλευε αν ποτέ τα καταφέρναμε να φτάσουμε ως τη Σάτκλιφ, και την κάναμε.

Ο ουρανός ήταν άδειος καθώς φύγαμε νότια πάνω από την πόλη στα χίλια περίπου μέτρα ύψος, αλλά καθώς πλησιάζαμε τη Ζώνη Καραντίνας η κατάσταση άρχισε να αγριεύει.

Έβλεπα άτακτες ομάδες ανθρώπων να κινούνται προς τις θέσεις της ΣΑ από κάτω, οι Σεξονόμοι χρησιμοποιούσαν βαριά αυτόματα και ελαφρύ πυροβολικό, και ο αέρας από κάτω μας είχε πήξει στη μπαρούτη και τον καπνό, ενώ μπορούσα να διακρίνω μέσα του λάμψεις, τροχιοδεικτικά λέιζερ, μερικές εκρήξεις.

Στο έδαφος ήταν Κόλαση, και από κάτω μας ήταν πήχτρα στα θωρακισμένα ελικόπτερα που έριχναν χαμηλές, αργές ριπές με κανόνια και πυραύλους. Αλλά όλη η φασαρία κι ο χαμός κι η σύγχυση έκαναν τελικά πιο εύκολα τα πράγματα για μας, ένα ελικόπτερο μέσα στα πολλά.

«Μπράβο πέντε τρία επτά Τσάρλυ, τι διάβολο κάνεις εκεί πάνω;» μας στρίγκλισε μια φωνή από τον ασύρματο.
«Μην απαντάς!» είπα στον πιλότο μας. «Κατέβασέ μας μέσα στην κυκλοφορία!»
Όταν κατεβήκαμε στο σύννεφο των θωρακισμένων ελικοπτέρων ούρλιαξα στο μικρόφωνο: «Γαμημένοι πούστηδες, αρχίδια!» Κι έριξα μερικές ρουκέτες.
«Ε, αυτοί εκεί κάτω είναι δικοί μας!»
«Κι εμείς είμαστε εδώ πάνω! Εσύ κοίτα να οδηγείς, κι άσε με εμένα ν' ασχοληθώ με την τακτική, οκέυ;» Κι έριξα μερικές ακόμα στα τυφλά μέσα στο χαμό.

Δούλεψε τέλεια. Κάθε φορά που άκουγα τον ασύρματο, κατέβαζα μερικές χριστοπαναγίες σαν καλό πολεμικό κτήνος κι έριχνα μερικές ρουκέτες στην τύχη στο έδαφος, και κανείς δεν μας εμπόδισε καθώς προχωρούσαμε σιγά-σιγά νότια πάνω από τη ζώνη μάχης.

Αφού καθαρίσαμε, γυρίσαμε ξανά στα χίλια μέτρα, και το μόνο που είδαμε μεταξύ Ντάλυ Σίτυ και Πάλο Αλτο ήταν μερικά ακόμα θωρακισμένα ελικόπτερα που πήγαιναν βόρεια, προς τις φασαρίες, πολύ κάτω μας, και μάλλον δεν μας πρόσεξαν καν.

Προσγειωθήκαμε μέσα στη μάντρα της Σάτκλιφ, μπροστά στο διοικητήριο, κι αφήσαμε τις έλικες να γυρίζουν καθώς οι μπάτσοι της εταιρείας βγήκαν άτακτα από το κτίριο και κατάφεραν τελικά να μας περικυκλώσουν.

«Μείνετε εδώ, και μην κλείσετε τη μηχανή, με τίποτα», είπα στη Λίντα και τον πιλότο και πήδησα από το ελικόπτερο για να το παίξω μοντέρνος υποστράτηγος.
«Κατάσταση Ανάγκης!» γάβγισα στο βλήμα που ήταν επικεφαλής των ιδιωτικών μπάτσων. «Διαταγές κατευθείαν από τον Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου, διευθυντή της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Καραντίνας. Περιμένει τον Χάρλοου Πρινζ και τον Γουώρεν Φαϊνστάιν στο αρχηγείο του, μισή ώρα τώρα, και ήρθαμε να τους πάρουμε!»

«Ε, δεν έχω διαταγές να-»
«Πες το του Μπίγκελοου, άμα θέλεις!» του πέταξα. Σήκωσα τους ώμους μου συναδελφικά στον μαλάκα. «Αλλά δεν στο συμβουλεύω. Θέλω να πω, έγινε ήδη κάποιο μπέρδεμα με την ιστορία, με το χαμό που γίνεται, και δεν είναι και πολύ λογικός αυτή τη στιγμή, αν με καταλαβαίνεις».

«Δεν παίρνω διαταγές από τη ΣΑ!»
«Όπως νομίζεις, για τη δική σου κηδεία πρόκειται, φίλε», του είπα δείχνοντας με το κεφάλι το ελικόπτερο. «Έχω διαταγές να τινάξω το μέρος στον αέρα αν βρω αντίσταση, και είναι άλλα πέντε θωρακισμένα από πάνω, για την περίπτωση που σας κατεβεί καμία ηλίθια ιδέα...»
«Ε, ε, μην τσαντίζεσαι, είπε πιο ευγενικά ο μπάτσος, κι έφυγε βιαστικά προς το κτίριο.

Έμεινα να περιμένω εκεί, έξω από το ελικόπτερο, μουσκεμένος στον ιδρώτα, περικυκλωμένος από ιδιωτικούς μπάτσους, για δέκα χιλιάδες χρόνια, απ' ό,τι μου φάνηκε, αλλά όχι πάνω από δέκα λεπτά στην πραγματικότητα.

Τελικά εμφανίστηκε ο επικεφαλής μπάτσος με δυο μεσόκοπους μαλάκες. Ο ένας τους φαινόταν να περπατά σαν υπνωτισμένος, αλλά ο άλλος ήταν απ' αυτά τα υπεροπτικά καθίκια που έχουν μάθει να διατάζουν και σου 'ρχεται να τους καθαρίσεις με την πρώτη ματιά.

«Τι σημαίνει αυτό;» Φώναξε μέσα στη μούρη μου. «Είμαι ο Χάρλοου Πρινζ, είμαι ο πρόεδρος της εταιρείας αυτής, και δεν-»
«Κι εγώ είμαι το παιδί για τα θελήματα του Ουώλτερ Μπίγκελοου, αλλά ούτε κι εγώ τα τρώω αυτά», του είπα. «Παρά μόνο από τ' αφεντικό, κι απ' αυτόν έχω φαει ήδη αρκετά, από την καθυστέρηση! Κάνε μας τη χάρη, λοιπόν, και μπες στο ελικόπτερο». Κούνησα το μίνι αυτόματο. «Γιατί αλλιώς θα γίνει της πουτάνας, αν με καταλαβαίνεις».

Ο κακομοίρης, που έπρεπε να είναι ο Γουώρεν Φαϊνστάιν, πήγε να μπει στο ελικόπτερο, αλλά ο κωλογαμιόλης ο Πρινζ έκατσε εκεί με τα χέρια στη μέση και με κοίταζε υποψιασμένος. Κοίταξε καλά τη στολή μου, που δεν μου ταίριαζε εντελώς. «Για να δούμε τα χαρτιά σου», είπε.

Σήκωσα τη μούρη του όπλου μου και την έχωσα στον αφαλό του. «Τα βλέπεις», του είπα.
«Χάρλοου, για τ' όνομα του Θεού, το εννοεί» είπε ο Φαϊνστάιν, κι έχωσε τον κώλο του στο ελικόπτερο,
Ο Πρινζ προχώρησε αργά προς την πόρτα κι έκανε να μπει στο ελικόπτερο, αλλά πρέπει να είδε την Λίντα, όταν κοίταξε μέσα, και να κατάλαβε.

Γιατί ξαφνικά μου έριξε μια άγαρμπη κλωτσιά στ' αρχίδια, που αστόχησε, αλλά μ' έκανε να χάσω την ισορροπία μου, φώναξε «Ρίχτε του! Ρίχτε του!» στους μπάτσους του και το έβαλε στα πόδια.
Ήμουν έξαλλος, αλλά δεν έχασα την ψυχραιμία μου.

Πήδησα μέσα, σκορπίζοντας τους μπάτσους με μια ριπή καθώς o πιλότος μας σήκωσε το ελικόπτερο, κι έπεσα στη θέση του συνοδού. Είχαμε ανέβει κιόλας τριάντα μέτρα και φεύγαμε ίσια πάνω. «Κράτα το μισό λεπτό!» φώναξα στον πιλότο.

Οι ιδιωτικοί μπάτσοι έτρεχαν να καλυφτούν. Λίγοι μόνο είχαν τ' αρχίδια να ρίξουν πάνω από τους ώμους τους μερικές άσκοπες ριπές που εξοστρακίστηκαν στη θωρακισμένη κοιλιά του ελικόπτερου.

Ο Πρινζ έτρεχε προς το διοικητήριο. Γέλασα. Έφερα τον μπάσταρδο στο σκόπευτρο και το χάρηκα για μια στιγμή. Αυτός, τελικά, ήταν το καθίκι που ήθελε ν' αφήσει την Αρρώστια να μας φαει όλους για να φουσκώσει τις τσέπες του. Είχα καθαρίσει περισσότερους απ' όσους μπορούσα να μετρήσω, αλλά αυτός θα ήταν σπέσιαλ. θα ήταν και o πρώτος.

«Σ' ευχαριστώ, μου 'φτιαξες τη μέρα», είπα του Χάρλοου Πρινζ καθώς έφτανε στα σκαλοπάτια της εισόδου. Κι έριξα μία και μοναδική ρουκέτα. Τέλεια βολή. Τον βρήκε στη βάση της σπονδυλικής στήλης και τον έκανε κιμά για σκύλους.

Πήγα πίσω, όπου ο Φαϊνστάιν είχε ζαρώσει πάνω σ' έναν μπουλμέ. Τον βούτηξα από το λαιμό με τ' αριστερό, του άνοιξα τα σαγόνια κι έχωσα την κάνη του όπλου μου στο λαιμό του. «Είδες τι έκανα στο φιλαράκο σου», του είπα. «Και ξέροντας πως ξέρω για σας τα καθίκια και το τι κάνατε, καλά θα κάνεις να πιστέψεις πως το χάρηκα, όπως θα χαρώ όταν καθαρίσω εσένα αν δεν κάνεις ακριβώς ό,τι σου πω. Το κατάλαβες, γαμιόλη;»

Ο Φαϊνστάιν κούνησε το κεφάλι του, κι έβγαλα την κάνη από το στόμα του. Κι όταν τον πέταξα στο πάτωμα, έκατσε κι άρχισε να κλαίγεται. «Του είπα του Χάρλοου πως το παρατραβούσε, δεν φταίω εγώ, δεν ήταν δική μου ιδέα, ο Μπίγκελοου θα με πιστέψει, έτσι δεν είναι, ορκίζομαι, θα του πω την αλήθεια, δεν σκέφτηκα, δεν ήξερα...»

«Το καλό που σου θέλω να σε πιστέψει, γαμιόλη, αλλιώς την έβαψε πολύς κόσμος», του είπα. «Κι εσύ θα είσαι ο πρώτος, πίστεψέ με!»

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Το τμήμα ήταν σε αναβρασμό. H κατάσταση επιδεινωνόταν κάθε λεπτό. Ο όχλος είχε γεφυρώσει το χάσμα στην Γκόλντεν Γκέητ και γίνονταν μάχες από τη μεριά της Mαρίν Κάουντυ. Οι κανονιοφόροι μας βύθιζαν δεκάδες μικρά πλοία γεμάτα ως την κουπαστή με μαύρες κάρτες, αλλά στον κόλπο επικρατούσε χάος' δεν μπορούσαν να φτιάξουν ή να κρατήσουν μια γραμμή. Η Γραμμή Καραντίνας από την ξηρά κατέρρεε κάτω από τις επιθέσεις των ανθρωπίνων κυμάτων.

Δεν υπήρχε άλλη λύση. Όταν θα έβγαζα τον Πρόεδρο στη γραμμή θα ήμουν αναγκασμένος να του ζητήσω να εγκρίνει άμεσο πυρηνικό πλήγμα κατά του Σαν Φραντσίσκο.

Αλλά καθώς περίμενα να μου βγάλουν το Λευκό Οίκο, ακούστηκε μια φασαρία από τον προθάλαμο του γραφείου μου, και μια στιγμή αργότερα ένας λοχαγός Σεξονόμος μπήκε αναστατωμένος.

«Ο Γουώρεν Φαϊνστάιν είναι απέξω, κύριε διευθυντά», τραύλισε. «Και... και είναι ένα κορίτσι μαζί του που λεει πως είναι η Δέσποινα της Αναγεννημένης Αγάπης... και κάποιος άλλος που τον απειλεί μ' ένα όπλο. Λεει πως θα του τινάξει τα μυαλά στον αέρα αν αντισταθεί και-»

Κι άλλη φασαρία στον προθάλαμο, και ο Φαϊνστάιν σπρώχτηκε βίαια μέσα στο γραφείο μου από κάποιον που κρατούσε την κάνη του μίνι αυτόματού του στο σβέρκο του, και πίσω του ένα νέο κορίτσι, και μισή ντουζίνα Σεξονόμοι με τα όπλα τους έτοιμα.

Ο άντρας με το μίνι αυτόματο ήταν ο Τζων Ντέηβιντ, που τον είχα στείλει στο Σαν Φραντσίσκο να φέρει τον Ρίτσαρντ Μπρούνο. Και φορούσε τη στολή της ΣΑ.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησα. «Αυτός δεν είναι ο Μπρουνο! Πώς-» «Σοβαρά;» γρύλισε ο Ντέηβιντ, σπρώχνοντας τον Φαϊνστάιν με την κάνη του. «Εμπρός, πες του, ή σου τινάζω τα μυαλά στον αέρα!»

Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια του προέδρου της Σάτκλιφ καθώς διηγήθηκε με λυγμούς την πιο απίστευτη και φοβερή ιστορία. «Ο Χάρλοου σου είπε ψέματα, ο ιός του Μπρούνο δεν ήταν μια παραλλαγή της Αρρώστιας, ήταν η θεραπεία για όλες τις παραλλαγές της Αρρώστιας, ένα τεχνητό αφροδίσιο νόσημα-»

«Θεραπεία; Τότε γιατί-»
«-που έδινε ολική ανοσία-»
«Αν ήταν θεραπεία, τότε γιατί το κρύψατε;» του φώναξα. «Γιατί μου είπατε-»
«Είναι αφροδίσιο νόσημα!» ψέλλισε ο Φαϊνστάιν. «Μεταδίδεται μόνο του, εμείς δεν θα πουλούσαμε τίποτα, θα κατέστρεφε οικονομικά τη Σάτκλιφ, θα έφερνε οικονομική κρίση, ο Χάρλοου επέμενε-»

Δεν πίστευα τ' αυτιά μου. Δεν ήταν δυνατόν ν' ακούω αυτά τα πράγματα. «Κρύψατε μια ολική θεραπεία της Αρρώστιας για να διατηρήσετε τα κέρδη σας; Θεέ μου, ο Πρινζ προσπαθούσε να με πείσει να ρίξω τη βόμβα στο Σαν Φραντσίσκο μόνο και μόνο για να συνεχίσει να βγάζει λεφτά η Σάτκλιφ;»

Ο Φαϊνστάιν κούνησε το κεφάλι του. «Ήταν πια αργά, δεν καταλαβαίνεις;» βόγκηξε. «Είχε προχωρήσει πολύ η ιστορία. Τον προειδοποίησα, το ορκίζομαι, αλλά επέμενε πως έπρεπε να πέσει η Βόμβα στο Σαν Φραντσίσκο για να καλυφθούν αυτά που είχαμε κάνει..:»

Ο Φαϊνστάιν φάνηκε να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του με μια τεράστια προσπάθεια. «Αλλά τώρα δεν μπορείς να το κάνεις», είπε με πολύ περισσότερο ειρμό. «Τώρα δεν θα το κάνεις. Είμαι πρόθυμος να πάρω το φάρμακό μου, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στη φυλακή. Ο Χάρλοου έκανε λάθος, τεράστιο λάθος, κι εγώ ήμουν αδύναμος, τρομερά αδύναμος. Δεν μπορείς να ρίξεις τη Βόμβα στο Σαν Φραντσίσκο. Δεν μπορείς να σκοτώσεις εκατομμύρια ανθρώπους. Δεν μπορείς να σκοτώσεις τον ιό-θωρηκτό».

Ήταν η αλήθεια αυτή, ή ήταν το μεγαλύτερο ψέμα του Σατανά; Ο Φαϊνστάιν μιλούσε, τελικά, μ' ένα όπλο στο λαιμό του. Και είχε παραδεχθεί πως ήταν ψεύτης.

Αλλά αν ο Θεός είχε διαλέξει αυτό το απίθανο όργανο για να φανερώσει την αλήθεια Του την ενδεκάτη ώρα κι εγώ δεν την πίστευα, δεν θα ήμουν μόνον υπεύθυνος για το θάνατο ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, θα ήμουν επιπλέον υπεύθυνος και για την καταστροφή της θεραπείας που μας είχε δώσει ο Θεός ο ίδιος για την Αρρώστια.

Τι να έκανα; Τι να πίστευα; Όποια και να ήταν η αλήθεια, ο Σατανάς δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει τελειότερο ηθικό δίλημμα για μένα. «Ο Πρόεδρος στη γραμμή...» είπε μια φωνή στο ιντερκόμ μου. Κανείς δεν θα 'πρεπε να υποχρεωθεί ποτέ να πάρει μια τέτοια απόφαση. Αλλά εγώ ήμουν υποχρεωμένος. Κι έπρεπε να το κάνω τώρα. Αλλά δεν μπορούσα. Υπήρχε ένα μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω. Εκεί, μπροστά στον Φαϊνστάιν, και τον Ντέηβιντ, και τους άντρες μου,

και με τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να περιμένει στο τηλέφωνο, έπεσα χωρίς να ντραπώ στα γόνατα και προσευχήθηκα δυνατά. «Σε παρακαλώ, Χριστέ μου, το ξέρω πως πρέπει να το πιω το ποτήρι αυτό», προσευχήθηκα. «Κάνε μου όμως μια χάρη. Στείλε μου ένα Σημάδι. Δείξε μου την Εύνοιά Σου».

Κι ο Θεός, με την άπειρη σοφία Του, απάντησε στην προσευχή μου, αν και με το πιο απίθανο όργανο.

Το κορίτσι προχώρησε μπροστά. «Αφησε με να σε βοηθήσω», είπε μαλακά. Πήρε το χέρι μου στο δικό της και με σήκωσε όρθιο. «Ας είμαι εγώ το Σημάδι σου», είπε.

«Εσύ; Εσύ είσαι-»
«Η Δέσποινα της Αναγεννημένης Αγάπης-»
«-το βλάσφημο φερέφωνο του Σατανά!»
«Όχι, δεν είμαι. Τίποτα άλλο δεν μιλά μέσα από μένα, εκτός από την αλήθεια στην καρδιά ενός συνηθισμένου κοριτσιού, και φοβάμαι πάρα πολύ», είπε με μια πολύ παράξενη απαλότητα. «Αλλά εγώ ξέρω πως αυτός ο άνθρωπος λέει την αλήθεια, και δεν υπάρχει κανείς άλλος. Έτσι θα πρέπει να είμαι εγώ το Σημάδι σου, έτσι δεν είναι; Με τον μόνο τρόπο που μπορώ».

«Πώς;» ρώτησα σιγανά, θέλοντας πάρα πολύ, εκείνη τη στιγμή, να πιστέψω. Στον Χριστό. Στη Θεία Χάρη. Σε οτιδήποτε θα μου έδειχνε την αλήθεια.

Ακόμα και σε κείνη που πίστευα πως θα ήταν η Νέμεσή μου, ακόμα και στη Δέσποινα της Αναγεννημένης Αγάπης, αν μπορούσε να με πείσει. «Αφήνοντας τη ζωή μου στα χέρια σου», είπε.

Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Τα μάτια της ήταν νεανικά και φοβισμένα αλλά είχαν μια δύναμη μέσα τους που φαινόταν αιώνια. Μου χαμογέλασε σαν Παναγία. 'Η ήταν μόνο αυτό που λαχταρούσα να δω;

«Απέξω περιμένει ένα ελικόπτερο. θα το πάρω και θα γυρίσω στο Σαν Φραντσίσκο. Αν η πόλη πεθάνει από το χέρι σου, το ίδιο κι εγώ. θα το έκανε αυτό το φερέφωνο του Σατανά, Ουώλτερ Μπίγκελοου;»
«Ο Πρόεδρος στη γραμμή...»
«Θα το έκανες αυτό;» είπα. «θα το έκανες στ' αλήθεια;»

Δάγκωσε νευρικά το κάτω χείλος της. Κούνησε το κεφάλι της σοβαρά. «θα πρέπει να με σκοτώσεις αυτή τη στιγμή για να μ' εμποδίσεις», είπε αφήνοντας το χέρι μου και γυρίζοντας ν' αντιμετωπίσει τους άντρες που έκλειναν την είσοδο. «Θα πεις σ' αυτούς τους άντρες να μου ρίξουν, κύριε Μπίγκελοου; 'Η θα μ' αφήσεις να περάσω;»

Τζων Ντέηβιντ

«Ε, Λίντα, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, είμαστε ασφαλείς εδώ, είσαι τρελή;» της είπα, αρπάζοντάς την από το μπράτσο.

Οι Σεξονόμοι μας σημάδεψαν με τα όπλα τους, κοιτάζοντας τον Μπίγκελοου για διαταγές. Σήκωσα το μίνι αυτόματο και το έβαλα σ' αυτόματη βολή όσο πιο επιδεικτικά μπορούσα, προκαλώντας τους μάγκες να δοκιμάσουν.

«Μπορώ, Τζων, πρέπει, μου είπε η Λίντα, κι έκανε δυο βήματα μπροστά μ' εμένα να κρέμομαι πάνω της.
Γύρισα στον Μπίγκελοου. Είδα πως ήθελε να πιστέψει. Και ποιος δεν θα 'θελε.

Τι να σας πω τώρα, αδέρφια; Ίσως κατάλαβα πως ο Μπίγκελοου ήθελε ένα τελευταίο σπρώξιμο. Έτσι κι αλλιώς, πώς μπορούσα να την αφήσω να κάνει κάτι τέτοιο μόνη της; Μια σύντομη, αλλά ευτυχισμένη ζωή, όπως λέμε στη Στρατιά των Ζωντανών Νεκρών.

«Όχι χωρίς εμένα, αποκλείεται», είπα πιάνοντας το χέρι της.
«Ο Πρόεδρος στη γραμμή...»
Γύρισα το μίνι αυτόματο και σημάδεψα το κεφάλι του Μπίγκελοου. «Μπορώ να σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα αυτή τη στιγμή», του είπα. «Και μη νομίζεις πως δεν θα το χαιρόμουνα, γαμιόλη!»

Ο Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου με κοίταξε ίσια στα μάτια, σταθερά. Είχε αρχίδια ο μπάσταρδος, αυτό έπρεπε να το παραδεχτώ.

«Αλλά δεν θα το κάνω», του είπα. «Γιατί αυτό το ζόμπι που βλέπεις την πιστεύει. Και πρέπει να την πιστέψεις κι εσύ».
«Κάνε με», είπε σιγά ο Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου. «Πραγματικά, προσεύχομαι να μπορείς».

«Ακου αυτό τότε», είπα. Χαμογέλασα, σήκωσα τους ώμους μου, κι έριξα το όπλο μου στο πάτωμα μπροστά στα πόδια του. «θα βγούμε από δω, θα μπούμε στο ελικόπτερο και θα γυρίσουμε στο Σαν Φραντσίσκο. Μπορείς να μας παρακολουθήσεις από το ραντάρ».

Γύρισα και βρέθηκα απέναντι στα όπλα των Σεξονόμων. «'Η μπορείς να πεις σ' αυτούς τους μαλάκες να μας γεμίσουν τρύπες - η επιλογή είναι δική σου, Μπίγκελοου», είπα πάνω από τον ώμο μου. «Φυσικά τότε δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ, έτσι δεν είναι;»

Και χέρι με χέρι προχωρήσαμε προς τους οπλισμένους άντρες που έκλειναν την πόρτα.
Τα δάχτυλα των φρουρών σφίχτηκαν στις σκανδάλες τους. Για μια στιγμή όλα ήταν αβέβαια.
«Αφήστε τους να περάσουν», είπε από πίσω μας ο Ουώλτερ Τ. Μπίγκελοου. «Αγνωσται αι βουλαί του Υψίστου».

Ουόλτερ Τ. Μπίγκελλοου

Και βγήκαν κι οι δυο τους χέρι με χέρι έξω από το δωμάτιο, προς το ελικόπτερο, προς το Σαν Φραντσίσκο, προς την πίστη τους στη σοφία και το έλεος του Θεού, που κανείς αληθινός Χριστιανός, εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να τους αρνηθεί δικαίως.

Σ' όλη μου τη ζωή, κανείς δεν είχε εναποθέσει σε μένα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη απ' αυτήν που μου έδειχνε το νεαρό κορίτσι και ο άξεστος νεαρός.
Ένα φωτεινό, λευκό σύννεφο φάνηκε να τους περιβάλλει καθώς έβγαιναν από την πόρτα, και τους παρακολούθησα να φεύγουν με δάκρυα στα μάτια.

Ο Θεός δεν θα μπορούσε να μου δώσει πιο ξεκάθαρο Σημάδι. Έπεσα γι' άλλη μια φορά στα γόνατά μου και Τον ευχαρίστησα για την άπειρη σοφία Του, το άπειρο έλεός Του, για την παρουσία Του σ' αυτό το δωμάτιο, εκείνη τη στιγμή, στην καρδιά μου, για το Σημάδι που μου είχε δώσει την ύστατη ώρα της ανάγκης μου.

Τα υπόλοιπα είναι, όπως λένε, ιστορία, κι αυτό είναι το τέλος της διήγησης του ρόλου που έπαιξα σ' αυτήν.

Δεν ζήτησα από τον Πρόεδρο να εγκρίνει ένα πυρηνικό πλήγμα. Αντ' αυτού του είπα τι μου είχε πει ο Φαϊνστάιν. Και διέταξα τους στρατιώτες μου να παύσουν πυρ, ν' αφήσουν αυτούς που ήθελαν να φύγουν από το Σαν Φραντσίσκο να περάσουν.

Ακολούθησε μεγάλη σύγχυση έπειτα, καθώς εκατοντάδες χιλιάδων ξεχύθηκαν από τη Ζώνη Καραντίνας του Σαν Φραντσίσκο. Το Κογκρέσο ζήτησε την παραπομπή μου. Πρόσφερα την παραίτησή μου. Δεν έγινε δεκτή. Συστάθηκε μια εξεταστική επιτροπή στο Λευκό Οίκο.

Αλλά καθώς άρχισαν οι καταθέσεις, εκατοντάδες δραπετών από το Σαν Φραντσίσκο συνελήφθησαν, και όλοι αποδείχτηκαν μπλε στα τεστ. Και o ιός-θωρηκτό βρέθηκε στα σώματα όλων τους.

Έτσι τελείωσαν τα Χρόνια της Αρρώστιας. Και η καριέρα μου στην πολιτική. Έγινα γι' άλλη μια φορά εθνικός ήρωας, και αν και δεν υπήρχε πια ανάγκη για μια Ομοσπονδιακή Επιτροπή Καραντίνας, ούτε και για έναν διευθυντή της, θα μπορούσα χωρίς αμφιβολία να εκλεγώ σε οποιαδήποτε κρατική θέση.

Αλλά εγώ επέλεξα να αποσυρθώ. Και να γράψω τις αναμνήσεις μου. Και να αποτραβηχτώ για ένα μεγάλο διάστημα στην έρημο, με την οικογένειά μου, για να προσπαθήσω να κατανοήσω τους μυστηριώδεις τρόπους ενεργείας του Θεού. Και για να συμφιλιωθώ ξανά με τη γυναίκα μου.

Και ο Θεός μας πρόσφερε μια εύκολη συμφιλίωση, γιατί ο Σατανάς είχε φύγει από μέσα της, αν την είχε στ' αλήθεια καταλάβει ποτέ, και πίστευε σε μένα ξανά.
«Ήταν μια πραγματική χριστιανική πράξη, Ουώλτερ, και γενναία», μου είπε τη νύχτα που με πήρε και πάλι στην αγκαλιά της. «Αγνωσται αι βουλαί του Υψίστου».

Πράγματι. Και ίσως η αληθινή σοφία βρίσκεται στο ότι αυτό είναι το μόνο που μπορούμε πραγματικά να ξέρουμε σχετικά με τις Βουλήσεις Του.

Έστειλε ο Σατανάς την Αρρώστια για να μας βασανίσει; 'Η έστειλε o Θεός την Αρρώστια για να μας τιμωρήσει και να μας δοκιμάσει;

Αν ήταν έτσι, ήταν μια τρομερή τιμωρία και μια σκληρή δοκιμασία. Το ίδιο όμως ήταν και ο Κατακλυσμός, και οι Δώδεκα Πληγές, και τα Σαράντα Χρόνια στην Έρημο, και φυσικά το μαρτύριο του Χριστού στο σταυρό.

«Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», μας είπε ο χριστός, και σταυρώθηκε γι' αυτό.

Πώς θα μπορούσε να είναι αυτό το Θέλημα του Θεού της Αγάπης; Πώς θα μπορούσαν τα Χρόνια της Αρρώστιας να είναι Θέλημα Θεού; . Δεν ξέρω. Δεν νομίζω πως θα μάθω ποτέ.

Κι όμως η πίστη μου είναι ακόμα ισχυρή. Γιατί ο Θεός μου μίλησε την ώρα που Τον χρειαζόμουν περισσότερο, χρησιμοποιώντας σαν όργανά Του ένα κορίτσι που είχα πιστέψει πως ήταν κόρη του Σατανά και ένα διεφθαρμένο πλάσμα που είχε σίγουρα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κάνοντας το έργο του Σατανά στη Γη.

Έναν τέτοιο Θεό δεν θα Τον καταλάβω ποτέ.

Έναν τέτοιο Θεό μπορώ μόνο να πιστέψω.

Έναν τέτοιο Θεό μπορώ μόνο να αγαπήσω.