Tanith Lee
Written in Water (1982)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη

Ήταν μια σιωπηλή καλοκαιριάτικη νύχτα, κυριευμένη ολόκληρη από το σκοτάδι. Ένα λαμπερό κατάλευκο αστέρι έπεσε από τον ουρανό στο μαύρο χωράφι, ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι. Δέκα λεπτά αργότερα η Τζάινα είχε βγει από το σπίτι, είχε διασχίζει τον περιφραγμένο κήπο, είχε περάσει την καγκελόπορτα που έτριζε, πηγαίνοντας προς το μέρος όπου είχε πέσει το αστέρι. Τώρα στεκόταν πάνω από ένα νέο άντρα που κείτονταν στην καμένη αγκαλιά της γης, μπλεγμένος σ' ένα ασημένιο δίχτυ.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε η Τζάινα. «Τι έπαθες; Μπορείς να μιλήσεις; Μπορείς να μου πεις;»
Ο νέος άντρας, που ήταν πολύ νέος, γύρω στα είκοσι δύο με είκοσι τρία, μετακίνησε λίγο το λεπτό νεανικό του σώμα και έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος της. Ήταν υπέροχος, τόσο υπέροχος που η Τζάινα χρειάστηκε να πάρει βαθιά ανάσα για να ξαναμιλήσει.

«Θέλω να σε βοηθήσω. Μπορείς να μιλήσεις;»
Ανοιξε τα μάτια του, δυο ηλιοφώτιστα παράθυρα μέσα στο σκοτάδι. Τα μάτια του ήταν όμορφα κι εντελώς χρυσά. Δεν είπε τίποτα, δεν είπε καν κάτι ακατάληπτο. Η Τζάινα τον κοίταξε, ρουφώντας διαισθητικά την ομορφιά του, γνωρίζοντας, διαισθητικά και πάλι, πως δεν είχε καμιά σχέση ούτε με τον κόσμο της ούτε με τον καιρό της.

«Από πού έρχεσαι;» τον ρώτησε. Γύρισε και την κοίταξε. Έμοιαζε να μαντεύει και μετά να σκέφτεται. Με άπειρη χάρη και σοβαρότητα σήκωσε το ένα του χέρι από το ασημένιο δίχτυ και έδειξε τον ουρανό.

Καθόταν στην κουζίνα της, στο τραπέζι της. Η Τζάινα του πρόσφερε φάρμακα, φαγητό, οινόπνευμα και καφέ από την ψηλή μπρούτζινη καφετιέρα. Ο άντρας κούνησε αργά το κεφάλι του. H σημαντική ορισμένων κινήσεων ήταν ίδια. Και ταυτόχρονα όχι ίδια. Ακόμη και στο κούνημα του κεφαλιού του η Τζάινα διάβαζε ότι ήταν ξένος. Τα μαλλιά του είχαν το χρώμα του καφέ που είχε αρνηθεί. Του καφέ με λίγες σταγόνες γάλα που έλαμπαν σαν το μετάξι. Το δέρμα του ήταν ανοιχτόχρωμο, τόσο χλωμό που βρισκόταν στα όρια του ανθρώπινου. Μια ξαφνική έμπνευση έκανε την Τζάινα να γεμίσει ένα ποτήρι νερό. Ήταν καθαρό, η βρύση το φιλτράριζε από το πηγάδι της αυλής χωρίς να προσθέτει χημικά ή άλλα πρόσθετα. Ακόμη κι έτσι όμως μπορεί να τον δηλητηρίαζε. Δεν έδειχνε να έχει χτυπήσει από την πτώση, απλώς ήταν ζαλισμένος και σαστισμένος. Την είχε ακολουθήσει ήσυχα ως το σπίτι, υπακούοντας στα μικρά αγωνιώδη νεύματα υποδοχής και καλέσματος που του απηύθυνε. Τώρα η Τζάινα ήθελε να του δώσει κάτι.

Έβαλε το ποτήρι μπροστά του. Ο νέος άντρας το κοίταξε και το έπιασε με δυο λεπτοκαμωμένα, δυνατά και ευκίνητα χέρια. Ήταν χέρια χορευτή, χέρια μουσικού. Το καθένα τους είχε μόνο τέσσερα δάχτυλα κι έναν αντίχειρα - σχεδόν φυσιολογικά. Έφερε το ποτήρι στα χείλια του. Η Τζάινα κράτησε την ανάσα της γεμάτη αναμονή και αμφιβολία. Ο νέος άντρας άφησε προσεκτικά κάτω το ποτήρι κι εξίσου προσεκτικά το έσπρωξε μακριά. Μετά άπλωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι, ακούμπησε πάνω τους το κεφάλι του κι άρχισε να κλαίει.

Η Τζάινα έμεινε να τον κοιτάζει. Μια ασημένια κλωστή, απομεινάρι από το δίχτυ, ήταν κολλημένη πάνω στο μπράτσο του και γυάλιζε τρεμοπαίζοντας καθώς οι λυγμοί τράνταζαν τους ώμους του. Η Τζάινα άκουσε το κλάμα του - βαθείς νεανικοί λυγμοί, οδυνηροί, σπαραχτικοί. Τον πλησίασε και μουρμούρισε ανίσχυρα: «Τι είναι; Τι είναι;»

Απελπισία ήταν, τίποτα άλλο. Απλωσε το χέρι της στον ώμο, διστακτικά, φοβούμενη μήπως τιναζόταν μακριά στο άγγιγμά της ή μήπως κάποια ασυμβατότητα στη χημεία τους έκανε κακό και στους δύο. Εκείνος όμως δεν τραβήχτηκε, ούτε καμιά φλόγα ξεπήδησε ανάμεσα στο χέρι της και το σκούρο, μονοκόμματο ρούχο που φορούσε εκείνος.

«Μην κλαις», του είπε. Όμως δεν το εννοούσε. Η απόγνωση του της μετέδιδε μια υπέροχη αίσθηση πόνου. Είχε τόσον καιρό να αισθανθεί οτιδήποτε. Του χάιδεψε γλυκά τα μαλλιά. Ίσως να τον περιέβαλλε κάποια αθέατη ακτινοβολία, κάποια θανάσιμη σκόνη από κάποιο μακρινό αστέρι. Δεν την ένοιαζε. "Ω, μην κλαις, μην κλαις», του μουρμούριζε κολυμπώντας μέσα στα δικά του δάκρυα.

Το πρωί κατέβηκε στην πόλη με το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητό της μη δίνοντας, όπως συνήθως, καμιά σημασία στα πράγματα γύρω της. Το πρόγραμμά της δεν άλλαξε πολύ. Πρώτα βενζίνη από το σελφ-σέρβις βενζινάδικο, μετά ένα γύρο στα μαγαζιά μπαινοβγαίνοντας στις αφιλόξενες εισόδους τους. Ένας υποχρεωτικός γύρος. Στη μεγάλη υπεραγορά στο τέλος της πόλης άνοιξε δρόμο ανάμεσα στα πλαστικά και τις κονσέρβες, ελαφρά εκνευρισμένη όπως πάντα από την ηλίθια μουσική που άρχιζε και σταματούσε με χρονοδιακόπτη, ανεξάρτητα από το αν την ήθελε κανείς και ποιος. Μια φορά είχε δει ένα ποντίκι να τρέχει στο πάτωμα πίσω από την προθήκη με τα κατεψυγμένα κρέατα. Η Τζάινα έκανε ό,τι μπορούσε για να αγνοεί τέτοιες ενδείξεις εγκατάλειψης.

Ποτέ της δεν ήταν κοινωνική. Ο κόσμος πάντα την πλήγωνε ή την ταπείνωνε, ή την καταπίεζε με κάποιον τρόπο. Τελικά είχε αποσυρθεί στο παλιό της σπίτι, αποφασισμένη να μείνει μόνη, μια ερημίτισσα. Η τελειωτική απομόνωσή της, πιο ριζική απ' οτιδήποτε είχε φανταστεί για τον εαυτό της, ήταν σχεδόν κάτι σαν καταδίκη. Ήταν τριάντα πέντε χρόνων κι ο εαυτός της της θύμιζε καμένη λάμπα. Το λεπτό και σκούρο δέρμα της σαν ξεραμένο φύλλο, τα λεπτά, ηλεκτρισμένα μαλλιά της επιβεβαίωναν αυτή την εντύπωση. Μόνη, μόνη. Είχε μείνει μόνη τόσον καιρό. Και καμένη, ένα καρβουνιασμένο ραβδί, χωρίς υγρασία, χωρίς ρευστότητα. Κι ωστόσο βαθιά μέσα της ποτάμια και ωκεανοί άρχισαν να ρέουν όταν ο νέος άντρας από το μακρινό διάστημα άρχισε να κλαίει με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι.

Σκέφτηκε ειρωνικά ότι η φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση απέναντι σ' αυτό που είχε συμβεί θα ήταν μια επιθυμία να έρθει σε επαφή με κάποιον και να τον πληροφορήσει για το θαυμαστό εύρημά της. Τη «Συνάντησή» της. Επαιξε για λίγο με την ιδέα, συγκρίνοντάς την με τις παρούσες περιστάσεις. Φυσικά δεν ένιωθε καμιά υποχρέωση να ενεργήσει με λογικό τρόπο. Αλλωστε, σε ποιον να έλεγε την ιστορία της, ποιος θα την πίστευε; Ενώ εκείνη δεν διατηρούσε ούτε την παραμικρή αμφιβολία.

Καθώς όμως έστριβε στο χωματόδρομο που οδηγούσε στο σπίτι της, την κατέκλυσαν άλλου είδους αμφιβολίες. Ίσως η απόλυτη μοναξιά να είχε φέρει το αποτέλεσμά της, ίσως να είχε τρελαθεί, κι όλα αυτά, το αλεξίπτωτο που έπεσε σαν αστέρι και ο νέος με τα χρυσά μάτια, να ήταν γεννήματα της φαντασίας της... Ίσως κάποια ισχυρά γήινα μικρόβια που είχε μεταδώσει η ίδια με το άγγιγμα της να τον είχαν σκοτώσει ήδη. Στο μυαλό της ήρθαν αυτόματα οι Αρειανοί του Ουέλς να κείτονται νεκροί και να σαπίζουν μέσα στις τεράστιες μηχανές τους, θανατωμένοι από τους γήινους ιούς.

Την περασμένη νύχτα, όταν εκείνος ηρέμησε, ή απλώς κουράστηκε, τον είχε οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρά της και του είχε δείξει το κρεβάτι της. Ήταν ένα στενό κρεβάτι, μονό-πώς αλλιώς; Οι εραστές του παρελθόντος την είχαν διδάξει ότι η μοίρα της ήταν το μονό κρεβάτι, παρά την ύπαρξή τους. Ο νέος άντρας είχε ξαπλώσει χωρίς κουβέντα. Η Τζάινα κοιμήθηκε στο αποκάτω δωμάτιο, σε μια όρθια πολυθρόνα ανάμεσα στο γραφείο και την τηλεόραση που δεν δούλευε πια. Ξυπνώντας το πρωί και νιώθοντας με κάποια ντροπή ένα νέο συναίσθημα, το συναίσθημα ενός μικρού παιδιού την αυγή της Πρωτοχρονιάς, ανέβηκε σιγανά πάνω να τον δει να κοιμάται. Και στο μυαλό της ήρθαν οι στίχοι ενός ποιήματος που είχε διαβάσει εδώ και πολλά-πολλά χρόνια:

Πόσο είσαι όμορφος όταν κοιμάσαι. Τόσο όμορφος που είναι σαν να 'χεις φύγει μακριά..

Έφυγε και τον άφησε εκεί, μη θέλοντας να ταράξει αυτή την τελειότητα, φοβούμενη να μείνει εκεί ρουφώντας παρασιτικά την ομορφιά του. Αντί γι' αυτό ξεκίνησε για την πόλη να πάρει νέες προμήθειες. 'Ηθελε να του φέρει πράγματα. Φαγητά που μπορεί να μην τα έτρωγε, ποτά που μπορεί να μην τα έπινε. Ακόμη και μουσική, ακόμη και βιβλία που δεν θα τα καταλάβαινε.

Τώρα όμως - μπορεί να είχε φύγει, να μην υπήρξε ποτέ. Ίσως και να ήταν νεκρός.

Σταμάτησε απότομα το αυτοκίνητο κάνοντας τις ρόδες να τρίξουν μέσα στην καλοκαιριάτικη σκόνη. Αρχισε να τρέχει ανάμεσα στα ψηλό ανθρακοφόρα δέντρα, κάνοντας το γύρο του φράχτη. Ένιωθε την καρδιά της στο λαιμό της να την πνίγει και να τη στραβώνει.

Η μέρα σκέπαζε το τοπίο σαν πυρωμένο κατάλευκο πέπλο. Γύρισε το κεφάλι προσπαθώντας να δει μέσα από το πέπλο, σαν μέσα απ' το νερό. Το σπίτι έμοιαζε σιωπηλό, βαλσαμωμένο. Κενό. Η γη ήταν ίδια, μια σβησμένη μαγνητοταινία. Γύρισε το βλέμμα της στο μαυρισμένο χωράφι.

Καθώς όρμησε παραπατώντας και βαριανασαίνοντας προς το σπίτι, ο νέος άντρας βγήκε από την ανοιχτή πόρτα.

Στο χέρι κρατούσε το φτυάρι που χρησιμοποιούσε η Τζάινα για να σκαλίζει το θλιβερό της κήπο. Το είχε καθαρίσει κι έμοιαζε καινούριο και λαμπερό. Το ακούμπησε στο σκαλί και βάδισε προς το μέρος της. Καθώς τον κοίταζε ανασαίνοντας λαίμαργα το οξυγόνο, εκείνος την προσπέρασε κι άρχισε να βγάζει τα πράγματα από το αυτοκίνητο και να τα φέρνει μέσα.

«Νόμιζα πως είχες πεθάνει», του είπε ανόητα. Στεκόταν ανόητα ακίνητη με το κεφάλι κρεμασμένο ανόητα, νιώθοντας ξαφνικά άρρωστη και εξαντλημένη.

Ύστερα από λίγο ξεκίνησε κι εκείνη αργά προς το σπίτι. Όση ώρα αυτός κουβαλούσε σαν υπηρέτης τα κιβώτια και τους τενεκέδες στην κουζίνα, η Τζάινα καθόταν στο τραπέζι, εκεί που είχε καθίσει εκείνος την περασμένη νύχτα. Της πέρασε από το μυαλό ότι έπρεπε να του είχε φέρει ρούχα από τα μαγαζιά της πόλης, αλλά θα ένιωθε κάπως αμήχανα να διαλέξει πράγματα γι' αυτόν, ακόμη κι αν τα τραβούσε στην τύχη από τις κρεμάστρες της υπεραγοράς.

Έδειχνε να έχει την πρόθεση να δουλέψει στον κήπο της, σαν ένα είδος πληρωμής για την αδέξια και ανεπαρκή φιλοξενία της. Για να το κάνει αυτό γυμνώθηκε ως τη μέση. Η Τζάινα φοβήθηκε να τον κοιτάξει. Ο κορμός του, όσο κομμάτι του αποκαλύφθηκε, ήταν κορμός χορευτή - λείος, με ανεπτυγμένους μυς, χωρίς ψεγάδι. Αναρωτήθηκε, νιώθοντας ένα θολό φόβο για τον εαυτό της, αν η ανθρώπινη αρσενικότητά του εκτεινόταν σε όλες τις περιοχές του κορμιού του.

Ύστερα από αρκετή ώρα έπαψε να φέρνει τα δέματα και ξανάπιασε το φτυάρι.
«Δεν πεινάς;» τον ρώτησε. Του έδειξε μια από τις κονσέρβες. Όπως και την προηγούμενη φορά κούνησε αργά και ήρεμα το κεφάλι του. Ίσως να μη χρειαζόταν φαγητό. Ίσως να έπινε το αίμα της. Με τις φλέβες γεμάτες φωτιά η Τζάινα σηκώθηκε από το τραπέζι και ανέβηκε βιαστικά πάνω. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον γι' αυτόν. Αν μπορούσε βέβαια. Αλλά δεν μπορούσε.
Ήταν δικός της.

Η Τζάινα μπήκε στην μπανιέρα και, βυθισμένη στο δροσερό νερό, άφησε τα λουσμένα μαλλιά της να κυματίζουν γύρω της. Ήταν η Οφηλία. Δεν κολυμπούσε, ήταν πνιγμένη. Ένα λεπτό ποτήρι γεμάτο μ' ένα πρασινωπό τζιν πάνω σε πέντε γαλακτώδη βότσαλα πάγου, έπαλλε ανάμεσα στα δάχτυλά της στο ρυθμό της καρδιάς της.

Από κάτω άκουγε το φτυάρι να χτυπάει πάνω στις πέτρες. Είχε κάνει πολλές προσπάθειες με τον κήπο αυτό, φυτεύοντας φασόλια, ντομάτες και πατάτες, που μαύρισαν όλα, και μια κληματαριά που ξεράθηκε. Αυτός όμως θα έκανε τον κήπο της να ανθίσει. Α, ναι.

Ακούμπησε το χέρι της πάνω στην πορσελάνινη άκρη της μπανιέρας μ' ένα τρέμισμα που έκανε τις άκρες του στήθους της να προβάλλουν απ' το νερό σαν μπουμπούκια.

Φαντάστηκε ένα ασημένιο μπουμπούκι στον ουρανό να ανθίζει και να μεταβάλλεται σε τεράστιο, δυνατό σκάφος. Το σκάφος κατέβαινε στο χωράφι. Είχε έρθει γι' αυτόν, για να τον πάρει πίσω. Εκείνη τον κρατούσε από το χέρι και ικέτευε σε μια γλώσσα ακατάληπτη σ' αυτόν, και τότε μια φωνή του μίλησε από το πλοίο, σε μια γλώσσα που αυτός τη γνώριζε καλά. Η Τζάινα πιάστηκε από το πόδι του κι αυτός την έσυρε πάνω στο καψαλισμένο χορτάρι, χωρίς να παίρνει καν είδηση την παρουσία της, καθώς έτρεχε προς τη φωτισμένη είσοδο του σκάφους.

Για ποιον άλλο λόγο είχε κλάψει; Κάπου μακριά, πέρα από το φεγγάρι, το ανεξήγητο σκάφος του είχε σίγουρα ναυαγήσει. Ο νέος άντρας είχε χάσει τα πάντα. Το πλοίο, το σπίτι, την πατρίδα του, το είδος του. Αντί γι' αυτό βρισκόταν σ' ένα στεγνό σαν καύκαλο σπίτι, με μια στεγνή, στραγγισμένη γριά και με φαγητό που δεν μπορούσε να το φάει. Ζωντανός θάνατος.

Η Τζάινα ένιωσε θυμό. Ένα θυμό που είχε πολλούς μήνες να αισθανθεί, καθώς άκουγε το φτυάρι να κουδουνίζει πάνω στον αδάμαστο βράχο κάτω από το έδαφος. Πάντα μόνη.

Όταν το ρολόι χτύπησε έξι φορές, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν πέντε και τέταρτο, η Τζάινα κατέβηκε τη σκάλα του σπιτιού. Φορούσε ένα φόρεμα λευκό και αραχνοΰφαντο κι ένα υπέροχο άρωμα από ένα κρυστάλλινο μπουκαλάκι. Είχε κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη, είχε πουδράρει το πρόσωπό της με λεπτές παστέλ σκιές και είχε βάψει τα μάτια της με κάρβουνο και κανέλα.

Στάθηκε στο προαύλιο νιώθοντας ανάλαφρη σαν πεταλούδα. Απλωσε το χέρι και σκιάσε τα μάτια της με την κίνηση μιας μοιραίας ηρωίδας στη βεράντα του ονείρου. Ο άντρας στηρίχτηκε στο φτυάρι του και την κοίταξε.

Δες πώς είμαι, σκέφτηκε η Τζάινα. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, δες με, δες με.
Κατέβηκε από τη βεράντα και βάδισε στον κήπο. Τον πλησίασε. Ο ήλιος στα μάτια του την τύφλωσε. Δεν μπορούσε να του χαμογελάσει. Του έδειξε το στήθος της.

«Τζάινα», του είπε. «Είμαι η Τζάινα». Γύρισε το δάχτυλό της σ' εκείνον. Δεν τον άγγιξε. «Εσύ;»
Είχε δει συχνά να το κάνουν αυτό. Στον κινηματογράφο. Το είχε διαβάσει σε βιβλία. Τώρα θα χαμογελούσε αυτός ελαφρά και με μια αδέξια κίνηση θα άγγιζε το στήθος του λέγοντας σε κάποια άγνωστη γλώσσα:

Είμαι....

Δεν το έκανε όμως. Την κοίταξε και για άλλη μια φορά κούνησε αργά το κεφάλι του. Ξαφνικά ο σπαρακτικός οίκτος, η μεταδοτική λύπη που είχε νιώσει την προηγούμενη φορά πλημμύρισε και πάλι την Τζάινα τρομάζοντάς την. Μήπως δεν ήξερε, μήπως δεν θυμόταν ποιος ήταν; Το όνομά του, τη ράτσα, τον πλανήτη του; Είχε πέσει από τα άστρα. Είχε πάθει αμνησία. Ήταν λοιπόν ανυπεράσπιστος. Αληθινά δικός της.

«Μη δουλεύεις άλλο», του είπε. Του πήρε το φτυάρι από το χέρι και το άφησε να πέσει πάνω στη σκαμμένη γη.
Τον οδήγησε και πάλι στο σπίτι χωρίς να τον αγγίζει.
Στην κουζίνα του είπε: «Πρέπει να προσπαθήσεις να μου πεις τι τροφή χρειάζεσαι. Είναι απαραίτητο».

Συνέχισε να την κοιτάζει, αν πραγματικά την έβλεπε. Τον φαντάστηκε να δαγκώνει και να τρώει το χέρι της και ανατρίχιασε. Ίσως να μην έτρωγε. Το είχε ξανασκεφτεί αυτό. Να μην έτρωγε, να μην κοιμόταν - η εντύπωση του ύπνου να ήταν απλώς μια κατάσταση αδράνειας στην οποία έμπαινε για να την ευχαριστήσει ή να την καθησυχάσει. Δεν τον είχε δει να χρησιμοποιεί την τουαλέτα. Δεν ίδρωνε. Τι περίεργο που ήταν ικανός να κλαίει.

Η Τζάινα παραιτήθηκε κι η ίδια από την ιδέα του φαγητού. Γέμισε άλλο ένα ποτήρι με πάγο και τζιν. Κάθισε στη βεράντα κι εκείνος κάθισε δίπλα της.

Τα μάτια του κοίταζαν μακριά το τοπίο. Έψαχνε για τρόπο διαφυγής; Η Τζάινα μύριζε το περίεργο, χωρίς ιδρώτα, χωρίς πόρους και ωστόσο ακαθόριστα αρσενικό άρωμά του. Το απίστευτο δέρμα του είχε πάρει μια υδάτινη λάμψη από το κάψιμο του ήλιου.

Η μέρα τρεμόσβηνε πάνω στις πολύχρωμες κορυφές, στον κοκκινισμένο ορίζοντα. Τα πουλιά γλιστρούσαν στον αέρα σαν μινιατούρες αεροπλάνων. Όταν θα φαινόταν το πρώτο αστέρι, η Τζάινα ήξερε ότι θα της κοβόταν η αναπνοή από το φόβο.

Οι βαλβίδες του ουρανού άνοιξαν και το βαθύ μπλε ξεχύθηκε παντού. Ο ήλιος είχε χαθεί. Ο άντρας δεν μπορούσε να την καταλάβει, γι' αυτό του είπε: «Σ' αγαπώ».

«Σ' αγαπώ», του είπε. «Είμαι η τελευταία γυναίκα στη Γη κι εσύ δεν είσαι καν από δω. Και σ' αγαπώ. Νιώθω μοναξιά», τού είπε. Και σε αντίθεση μ' εκείνον άρχισε να κλαίει ήσυχα.

Ύστερα από λίγο, ακριβώς όπως θα γινόταν αν έπαιζαν σε κινηματογραφικό έργο κι ήταν αυτή ο σκηνοθέτης, εκείνος έβαλε το χέρι γύρω από τους ώμους της, απαλά, τρυφερά. Ακούμπησε πάνω του και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η Τζάινα σκέφτηκε με μια περίεργη, ακαθόριστη θλίψη: Από μένα τις έχει μάθει αυτές τις κινήσεις.

Φυσικά δεν τον αγαπούσε και φυσικά τον αγαπούσε. Ήταν η τελευταία επιζούσα, κι αυτός, ήταν κι αυτός ένας επιζών. Ήταν αναπόφευκτο να συναντηθούν, να βρει ο ένας τον άλλον, να αγαπηθούν. Ευχήθηκε να ήταν πιο νέα. Αρχισε να νιώθει πιο νέα καθώς το χέρι του τη στήριζε και τα ευλύγιστα δάχτυλά του περνούσαν και ξαναπερνούσαν μαλακά μέσα από τα μαλλιά της. Με φωνή χαμηλή, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να την καταλάβει, άρχισε να του μιλάει για την επιδημία. Πώς είχε έρθει, σαν ένας ψίθυρος, το πέσιμο ενός φύλλου κάπου μακριά. Πώς είχε εξαπλωθεί σ' ολόκληρο τον κόσμο, τις ηπείρους, τις πόλεις, σαν μια θάλασσα. Μια θάλασσα από φύλλα που έκαιγαν. Μια φωτιά. Δεν την ονόμαζαν λοιμό. Το επίσημο όνομά της ήταν «Πανδημία». Στην αρχή όλα τα ραδιόφωνα βούιζαν μ' αυτήν, οι λαμπερές λίμνες της τηλεόρασης τρεμόσβηναν γι' αυτήν. Η Τζάινα είχε δει νοσοκομεία φορτωμένα σαν τεράστια αντισηπτικά ράφια με τις σειρές των ετοιμοθάνατων. Είχε ακούσει τη σιωπή να απλώνεται. Στο τέλος ήρθε κάτι πιο πολύ από τη σιωπή. Τους νεκρούς τους έκαιγαν με τη φωτιά ή με καυστικά χημικά. Αδειασαν τις πόλεις. Μετά κάθε οργάνωση σταμάτησε. Ήταν μια αρρώστια επιλεκτική. Σκότωνε τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά. Δεν πείραζε τα ζώα, τα έντομα, τα πουλιά. Ούτε την Τζάινα.

Στην αρχή, με το πρώτο πέσιμο του φύλλου, η Τζάινα δεν το είχε πιστέψει. Ήταν δύσκολο να πιστέψεις ότι είχε μπει μπρος μια τέτοια μηχανή, χωρίς σταμάτημα. Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση μιλούσαν για αποσύνθέση κυλίνδρων μέσα στη θάλασσα ή για δορυφόρους που είχαν πάθει διάβρωση και άδειασαν άκαιρα τα φορτία με τους ιούς τους πάνω στη Γη. Οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν κάθε ευθύνη και πέθαναν αρνούμενες.

Η Τζάινα άκουσε το βαρύ βήμα του θανάτου να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Από την κατάπληξη πέρασε στο φόβο. Γέμισε με προμήθειες το ερημητήριό της, όπως το έκανε πάντα, και ζάρωσε τρομοκρατημένη πίσω από την πόρτα. Όταν το ραδιόφωνο σώπασε και η τηλεόραση έσβησε μ' ένα τελευταίο τρεμόπαιγμα, η Τζάινα, κοιτάζοντας από τη βεράντα της, είδε μια τεράστια μαύρη σκιά να πέφτει πάνω στη Γη.
Ένα χιλιόμετρο μακριό από το σπίτι της έκαιγαν ένα γιγάντιο σωρό από νεκρούς σε μια τεράστια πυρά, στη μέση του χωραφιού. Οι στάχτες πετούσαν και σκορπίζονταν στο ηλιοβασίλεμα. Ο ουρανός έκαιγε κι αυτός τους νεκρούς του.

Την άλλη μέρα η Τζάινα ανακάλυψε κάτι μικρά ερεθισμένα στίγματα πάνω στο δέρμα της. Ένιωθε το κεφάλι της να χτυπάει σαν στους τοίχους. Ξάπλωσε μέσα στο φόβο, τρομοκρατημένη από την ιδέα του θανάτου. Μετά έπαψε να νοιάζεται για το θάνατο. Ήθελε να πεθάνει. Και μετά δεν πέθανε.

Ένα μήνα αργότερα πήρε το αυτοκίνητο και πήγε στην πόλη. Την βρήκε άδεια κι έρημη και τέσσερα χιλιόμετρα πιο κάτω είδε τα σημάδια άλλης μιας τεράστιας πυράς. Και δυο χιλιόμετρα πιο κάτω νεκρούς να κείτονται στον ήλιο μεταμορφωμένοι σε στήλες άλατος και λευκά γλειφιτζούρια και πάνω τους να κουρνιάζουν άφοβα τα πουλιά, απρόσβλητα από την αρρώστια.

Η Τζάινα γύρισε σπίτι και έγινε η τελευταία γυναίκα στη Γη.

Η ζωή της δεν άλλαξε και πολύ, γιατί είχε μάθει στη μοναξιά πολύ πριν έρθει η επιδημία.
Πολλές φορές αναρωτήθηκε γιατί είχε επιζήσει εκείνη, αλλά με τον ανόητο και ψεύτικα μετριόφρονα τρόπο όλων των επιζώντων. Ο καθένας πιστεύει ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ας πάνε να χαθούν όλοι οι άλλοι, λέει, αυτός πρέπει να επιζήσει. Όλοι είχαν κάνει λάθος εκτός από την Τζάινα.

Και μετά, μια νύχτα, ένα κάτασπρο χιονάτο αστέρι, το ασημένιο δίχτυ του ξένου αλεξίπτωτου, ένας νέος άντρας πιο όμορφος κι από την αλήθεια.

Του είπε τα πάντα, ακουμπισμένη στον ώμο του. Ίσως να υπήρχε ακόμη ο κίνδυνος να πεθάνει, ένας Αρειανός ευάλωτος στον ιό της επιδημίας. Ίσως και να έφευγε.

Είχε σκοτεινιάσει τώρα. Η Τζάινα σήκωσε τα χείλη της προς τα δικά του μέσα στο σκοτάδι. Τον φίλησε χωρίς να ξέρει ποια θα ήταν η αντίδρασή του. Δεν έδειχνε καμιά ανταπόκριση. Θα της έκανε έρωτα, ήθελε κάτι τέτοιο, το μπορούσε; Γλίστρησε τα χέρια της πάνω στο δέρμα του, μια ζεστή μαλακιά πέτρα. Τον αγαπούσε. Ίσως όμως δεν ήταν παρά ένα ρομπότ.

Ύστερα από λίγο αποτραβήχτηκε και σηκώθηκε αφήνοντάς τον καθισμένο στη βεράντα. Πήγε στην κουζίνα κι έχυσε το λιωμένο πάγο από το ποτήρι της στο νεροχύτη. .

Ανέβηκε τη σκάλα. Ξάπλωσε στο στενό κρεβάτι. Μόνη. Μόνη. Ακόμη και τότε όμως ένιωσε ότι κατά κάποιο τρόπο η ειρωνεία δεν ήταν πλήρης. Κι όταν εκείνος μπήκε στο δωμάτιο, δεν ξαφνιάστηκε. Έσκυψε πάνω της σιωπηλά και τα μάτια του έλαμψαν στο σκοτάδι σαν μάτια γάτας. Η Τζάινα προσπάθησε να τον φοβηθεί.
«Φύγε», του είπε.

Εκείνος όμως ξάπλωσε δίπλα της, πολύ κοντά σ' ένα κρεβάτι τόσο στενό... Σαν να είχε μάθει τώρα την εθιμοτυπία του έρωτα, σαν να είχε διαβάσει τα σύμβολα μέσα στο μυαλό της.
«Είσαι ένα ρομπότ, ένα ανδροειδές», του είπε. «Αφησε με ήσυxn».

Ακούμπησε τα χείλια του πάνω στα δικά της. Η Τζάινα έκλεισε τα μάτια της και είδε ένα αστέρι, μια νόβα. Δεν ήταν ρομπότ, ήταν άντρας, ένας όμορφος άντρας και τον αγάπησε...

Είκοσι εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά το ρολόι χτύπησε οχτώ φορές. Ήταν επτά και τέταρτο, την πρώτη νύχτα του κόσμου.


Το πρωί η Τζάινα έψησε ψωμί και του έφερε λίγο, ζεστό ακόμη από το φούρνο. Το κράτησε στις παλάμες του σαν παράλυτο πουλί. Η Τζάινα του έδειξε τον εαυτό της. «Σε παρακαλώ. Φώναζέ με με το όνομά μου. Τζάινα».
Ήταν σίγουρη πως μπορούσε να του δώσει να καταλάβει. Ήξερε πως είχε φωνή. Είχε ακούσει τους λυγμούς του και στη διάρκεια του έρωτά τους τον είχε ακούσει να στενάζει. Θα του μάθαινε να τρώει και να πίνει. Θα του μάθαινε τα πάντα.

Ο άντρας σκάλιζε τον κήπο της. Μέσα στην ετοιμόρροπη αποθήκη βρήκε μοσχεύματα και τα φύτεψε ώσπου η Τζάινα πήγε κοντά και τον οδήγησε στο σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο. Τον πήγε στην πόλη, στα μαγαζιά με τα ρούχα, καθοδηγώντας τον με εμπιστοσύνη. Υπακούοντας στις εντολές της, εκείνος φόρτωσε το αυτοκίνητο. Δεν τον είχε δει ποτέ να χαμογελάει. Αναρωτήθηκε αν θα το έκανε ποτέ. Κουβαλούσε το σωρό με τα τζιν με την αιώνια ψυχρή απάθειά του: ήταν το παιδί για τα θελήματα.

Όλο το απόγευμα τον κοίταζε να δουλεύει στον κήπο. Η καρδιά της χτυπούσε τρελά και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο από το παίξιμο των μυώνων του κάτω από το μεταξένιο δέρμα που κοκκίνιζε γοργά κάτω από τον ήλιο. Η παρουσία του την υπνώτιζε. Αποκοιμήθηκε και τον ονειρεύτηκε.

Ξύπνησε από έναν ήχο σαν ελαφρό χτύπημα πάνω στο μέταλλο. Τρομαγμένη βάδισε μέσα στις τελευταίες πνιχτές ανάσες της μέρας και τον βρήκε πίσω από την αυλή να στρώνει τη βουλιαγμένη λαμαρίνα του παλιού αυτοκινήτου. Παρατήρησε ότι είχε αλλάξει ένα λάστιχο που είχε φθαρεί κι είχε βαρεθεί η ίδια να το φροντίσει. Η Τζάινα ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο, κοιτάζοντάς τον σκεφτική. Έδειχνε να γίνεται σχεδόν κωμικά χρήσιμος. Για κάποιο λόγο της ήρθε στο μυαλό η κυριολεξία της λέξης σύ-ζυγος.

Ο καπνός του κακού προαισθήματος πλανιόταν πάνω απ' όλα. Θα έφευyε. Ξεστρατισμένο, χαμένο, ναυαγισμένο, το μεγάλο διαστημόπλοιο θα πρόβαλε κάποια στιγμή από τον ορίζοντα, σκληρό σαν τον Θεό, για να τον πάρει.

Η Τζάινα ξύπνησε κάπου στη μέση της νύχτας με τα χείλη της κολλημένα στη ραχοκοκαλιά του, με μια φοβερή γνώση μέσα της. Έμεινε ακίνητη για λίγο, και μετά ανασηκώθηκε στον ένα αγκώνα. Στάθηκε έτσι λίγο, κοιτάζοντάς τον, κοιτάζοντας τον προσποιητό ύπνο του ή την αληθινή νάρκη που φαινόταν να τον έχει καταλάβει. Μοιάζει σαν να έχεις φύγει. Όχι. Δεν θα πήγαινε πουθενά.

Τα μαλλιά του έλαμπαν, οι βλεφαρίδες σκίαζαν πυκνές τα μάγουλά του. Ήταν ήρεμος, διάφανος σαν να είχε χυθεί από ένα ποτήρι. Η Τζάινα άγγιξε το πλευρό του ψυχρά.

Ύστερα από λίγο σηκώθηκε, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε προς τα πάνω το θόλο του νυχτερινού ουρανού. Μια βαθιά αστραπή μίσους και περιφρόνησης τη διαπέρασε. Πού είσαστε; σκέφτηκε. Μας Βλέπετε; Γελάτε;

Κατέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στο δωμάτιο όπου η νεκρή τηλεόραση καθόταν μόνη μέσα στο σκοτάδι. Ανοιξε ένα συρτάρι του γραφείου κι έβγαλε ένα περίστροφο. Το γέμισε προσεκτικά. Το κράτησε για λίγο σκοπεύοντας ίσια μπροστά, και μετά ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρα..

Ο άντρας δεν ξύπνησε - από τον αληθινό ή προσποιητό ύπνο του - παρά μιαν ώρα πριν το ξημέρωμα. Η Τζάινα είχε καθίσει εκεί περιμένοντάς τον, καλώντας τον να ανοίξει τα μάτια του και να τη δει. Είχε καθίσει απέναντί του με το χέρι ακουμπισμένο στο γόνατό της και μέσα στο χέρι της το περίστροφο. Που τώρα ήταν στραμμένο πάνω του.

Υπήρχε μια πιθανότητα να μην ήξερε τι σήμαινε περίστροφο. Όμως τα όπλα, όπως ορισμένα βασικά σύμβολα, πρέπει να αναγνωρίζονταν αυτόματα κι από ένστικτο. Έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν η Τζάινα. Όταν τα μάτια του άνοιξαν κι αντίκρισαν το όπλο, η Τζάινα θεώρησε ότι ο άντρας κατάλαβε πολύ καλά τι ήταν και πως το είχε φέρει εδώ για να τον σκοτώσει.

Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, αλλά δεν κουνήθηκε. Δεν έδειχνε να φοβάται, κι ωστόσο έπρεπε να νιώθει φόβο. Να τη φοβάται όσο θα έπρεπε να τον είχε φοβηθεί κι εκείνη, που παρ' όλα αυτά δεν είχε αισθανθεί ποτέ το φυσικό φόβο του αγνώστου, την ξενοφοβία. Σκέφτηκε ότι μπορεί τελικά να καταλάβαινε τα λόγια της, να τα καταλάβαινε από την αρχή, τη γλώσσα της, τη μοναξιά της. Μπορεί να ήταν μέρος από την εκπαίδευσή του. Μαζί με τα μαθήματα για την καλλιέργεια της γης, το άλλαγμα του λάστιχου, τον ψεύτικο ύπνο... Ταυτόχρονα θα τον είχαν εμβολιάσει κατά του θανάσιμου ιού της επιδημίας, κατά όλων των γήινων ιών.

«Ναι», του είπε. «Θα σε σκοτώσω».

Συνέχισε να την κοιτάζει απλά. Η Τζάινα θυμήθηκε πως είχε κλάψει μπροστά της γεμάτος φρίκη, αποστροφή και απελπισία. Γιατί ήξερε πως δεν υπήρχε σωτηρία γι' αυτόν. Καμιά σωτηρία, ούτε από τον πλανήτη της, ούτε απ' αυτή την ίδια. Δεν είχε πέσει στον κόσμο από ένα φλεγόμενο διαστημόπλοιο. Το σκάφος του ήταν απόλυτα γερό και τον είχαν ρίξει σε μια καθορισμένη ώρα και από ένα καθορισμένο ύψος, με το αλεξίπτωτό του να ξετυλίγεται σαν προγραμματισμένο σύννεφο. Δεν ήταν ναυάγιο, αλλά αποστολή. Ταχυδρομείο. Ένα δώρο.

Το μεγάλο σιωπηλό πλοίο δεν θα ξαναγύριζε να τον ζητήσει. Είχε έρθει κι είχε ξαναφύγει.

Γιατί ενδιαφέρονταν τόσο πολύ; Αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει. Μια μανία παρέμβασης - ήταν μήπως αυτό το προνόμιο των θεών; Αλτρουιστές ευεργέτες, ή απλώς τους άρεσε να παίζουν με παιχνίδια; 'Η μήπως ήταν κάποιου είδους πείραμα; Δεν είχαν καταφέρει να εμποδίσουν την επιδημία, ίσως και να μην το θέλησαν θυμήσου τον Κατακλυσμό, τα Γόμορρα - όταν όμως τα νερά της παλίρροιας τραβήχτηκαν παρασύροντας μαζί τους ολόκληρη την ανθρωπότητα, κοίταξαν και είδαν την Τζάινα να περιπλανιέται μόνη της πάνω στη γη, σαν απόλυτος κυρίαρχος, η τελευταία από το είδος της. Έτσι της κατασκεύασαν ένα σύζυγο και σύντροφο. Τον κατασκεύασαν όχι σύμφωνα με τη δική τους εξωγήινη εικόνα και ομοίωση, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, όσο πανίσχυροι κι αν ήταν, αλλά κατ' εικόνα του ανθρώπου.

Η Τζάινα δεν ήξερε να πει τι ήταν αυτό που προκάλεσε το τελευταίο της συμπέρασμα. Η υπακοή του, το απίστευτο ταίριασμα όλων των στοιχείων, η τρελή σύμπτωση δυο επιζώντων που βρίσκονται τόσο ξαφνικά και βολικά μαζί. 'Η μήπως ήταν η θεατρικότητα που θύμισε στο ασυνείδητό της την εικόνα του κουκλοθέατρου: ο τελευταίος άντρας και η τελευταία γυναίκα που επιζούν για να διαιωνίσουν το είδος; 'Η μήπως ήταν μόνο η καχυποψία της; Όλες οι αδικίες που υπέφερε ή που φανταζόταν ότι είχε υποφέρει και που της φώναζαν τώρα πως η φορά αυτή δεν ήταν σε τίποτα διαφορετική από τις προηγούμενες. Κάποιος εξακολουθούσε να τη χειραγωγεί, να την καταπιέζει.

«Λοιπόν», είπε σιγανά, κοιτάζοντάς τον σαν μέσα από την κάνη του όπλου. «Φαίνεται πως μου λείπει ένα πλευρό. Θέλεις να σε λεω Αδάμ; 'Η μήπως Εύα;» Τράβηξε την ασφάλεια του όπλου. Έτρεμε ολόκληρη, αλλά η φωνή της ήταν σταθερή. «Τι λες για την αντισύλληψη, Αδαμεύα; Νόμιζαν πως δεν την ήξερα, πως δεν τη χρησιμοποιούσα; Νόμιζαν ότι θα διακινδύνευα να γεννήσω παιδιά, χωρίς νοσοκομεία, χωρίς καν έναν κτηνίατρο; Στα τριάντα πέντε μου; Όταν ντύθηκα για σένα, ντύθηκα παντού, σ' όλο το κορμί μου. Έτσι, για την περίπτωση., Φαίνεται πως έκανα καλά. Δεν νομίζω οτι ακόμη και το ειδικά προγραμματισμένο σπέρμα σου μπορεί να διαπεράσει τις προφυλάξεις μου. Εκεί στη δεξαμενή που σε μεγάλωσαν ή στο εργαστήριο που σε συναρμολόγησαν, το σκέφτηκαν αυτό; Δεν σε θέλω», του ψιθύρισε. «Έκλαψες σαν παιδί γιατί σε καταδίκασαν να ζήσεις στο δικό μου κόσμο, μαζί μου. Νομίζεις ότι μπορώ να στο συγχωρήσω αυτό; Νομίζεις ότι σε θέλω μετά απ' αυτό, τώρα που ξέρω; »

Σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε. Είδε τον ήλιο να σβήνει μέσα στους φεγγίτες των ματιών του. Το αίμα του ήταν κόκκινο σαν το δικό της.

Η Τζάινα διέσχισε την καμένη ουλή του χωραφιού. Φαντάστηκε μια τεράστια ρόδα να κρέμεται από πάνω της, πέρα και πάνω από τον ουρανό, τη φαντάστηκε να μην παρακολουθεί πια, να ξεμακραίνει αργά και αναπόδραστα. Έσυρε το φτυάρι πάνω στο χώμα όπως είχε σύρει το νεκρό κορμί του. Τώρα το φτυάρι είχε θάψει στη γη πατάτες και φασόλια και ξένη σάρκα..

Στάθηκε όρθια στην κουζίνα του γέρικου σπιτιού και το σκοτεινό διάστημα ήρθε και χρωμάτισε τον ουρανό. Η Τζάινα κράτησε την ανάσα της, την κράτησε ώρα πολλή λες κι ο αέρας ήταν γεμάτος νερό που σκέπαζε το κεφάλι της.

Γιατί ήξερε. Πολύ πριν να συμβεί, ήξερε.

Αφησε την ανάσα της να ξεφύγει σαν ένας αργός, φρικτά τραβηγμένος στεναγμός μόνον όταν είδε το δεύτερο κατάλευκο αστέρι να πέφτει από τον καλοκαιριάτικο νυχτερινό ουρανό.