
Thomas M.
Disch
The Squirrel Cage (1965)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου
Το τρομακτικό, αν αυτό είναι που θέλω να πω - δεν είμαι σίγουρος ότι «τρομακτικό» είναι η σωστή λέξη - είναι ότι είσαι ελεύθερος να κάτσω και να γράψω ό,τι θέλω, όμως ό,τι και να 'ναι αυτό που θα γράψω τελικά, το ίδιο κάνει για σας, για μένα, για όποιον τέλος πάντων αφορά το «κάνει». Αλλά τι πάει να πει, το «ίδιο»; Υπάρχει πραγματικά κάτι «αλλιώτικο»;
Αυτό τον καιρό κάνω πιο πολλές ερωτήσεις από παλιότερα' είμαι λιγότερο προγραμματικός γενικά. Αναρωτιέμαι - είναι καλό αυτό;
Να πώς είναι εδώ που είμαι: μια καρέκλα χωρίς πλάτη (άρα μάλλον θα τη λέγατε σκαμνί), πάτωμα, τοίχοι και ταβάνι, που σχηματίζουν, όσο μπορώ να κρίνω, έναν κύβο' λευκό, λευκό φως, καθόλου σκιές - ούτε καν κάτω από το καπάκι του σκαμνιού' εγώ, φυσικά' η γραφομηχανή. Τη γραφομηχανή την έχω περιγράψει εκτενέστερα σε άλλο σημείο. Ίσως να την ξαναπεριγράψω. Ναι, κατά πάσα πιθανότητα. Αλλά όχι τώρα. Αργότερα. Αν και, γιατί όχι τώρα; Γιατί κάτι άλλο κι όχι τη γραφομηχανή;
Από τα πολλά είδη ερωτήσεων που διαθέτω, το «γιατί» φαίνεται να επανέρχεται συχνότερα.
Να τι κάνω: Σηκώνομαι και περπατάω στο δωμάτιο, από τοίχο σε τοίχο. Δεν είναι μεγάλο δωμάτιο, καλύπτει πάντως τις απαιτήσεις μου αυτή την εποχή. Καμία φορά πηδάω κιόλας, αλλά λίγα είναι τα ερεθίσματα για κάτι τέτοιο, αφού δεν υπάρχει λόγος να πηδήξω. Το ταβάνι είναι αρκετά ψηλά για να το φτάσω και το σκαμνί παραείναι κοντό για να αποτελέσει σοβαρό στόχο. Αν πίστευα ότι διασκεδάζει κανείς με τα πηδήματά μου.... αλλά δεν βλέπω γιατί να πιστέψω κάτι τέτοιο. Μερικές φορές γυμνάζομαι: κάνω πους-απ, τούμπες, στέκομαι ανάποδα, κάνω ισομετρική κ.λπ. Αλλά ποτέ όσο θα έπρεπε. Παχαίνω. Παχαίνω αηδιαστικά, χώρια τα σπυράκια. Μ' αρέσει να σπάω τα σπυράκια στο πρόσωπό μου. Κάθε τρεις και πέντε σκαλίζω έναν πόρο συνέχεια και δεν τον αφήνω να κλείσει με την ελπίδα ότι θα πάθω απόστημα και θα δηλητηριαστεί το αίμα μου. Αλλά φαίνεται ότι ο χώρος εδώ είναι αποστειρωμένος. Δεν έχω μολυνθεί ποτέ.
Είναι σχεδόν απολύτως αδύνατο να αυτοκτονήσει κανείς εδώ. Οι τοίχοι και το πάτωμα έχουν μαλακή επένδυση και μόνο πονοκέφαλος σε πιάνει αν αρχίσεις να χτυπάς το κεφάλι σου. Το σκαμνί και η γραφομηχανή έχουν και τα δυο σκληρές γωνίες, αλλά όποτε έκανα να τα χρησιμοποιήσω βούλιαξαν στο πάτωμα. Να πώς ξέρω ότι κάποιος παρακολουθεί.
Κάποτε είχα πεισθεί ότι ήταν ο Θεός. Υπέθετα πως εδώ ήταν o παράδεισος ή η κόλαση, και φανταζόμουν ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχιζόταν επ' άπειρον. Αλλά αν ζούσα ήδη στην αιωνιότητα, δεν θα πάχαινα συνέχεια. Στην αιωνιότητα τίποτα δεν αλλάζει. Παρηγοριέμαι λοιπόν ότι μια μέρα θα πεθάνω. Οι άνθρωποι είναι θνητοί. Τρώω όσο μπορώ για να το επισπεύσω. Οι Ταιμς λένε ότι θα πάθω καρδιακό νόσημα έτσι.
Το απολαμβάνω το φαγητό κι αυτός είναι ο κυριότερος λόγος. Τρώω μπόλικο. Τι άλλο να κάνω, στο κάτω-κάτω; Υπάρχει ένα μικρούλι... ακροφύσιο το λέτε νομίζω, που βγαίνει από έναν τοίχο κι εγώ το μόνο που έχω να κάνω είναι να το βάλω στο στόμα μου. Δεν είναι και πολύ φίνος ο τρόπος, αλλά έχει τρομερή γεύση. Κάτι φορές κάθομαι εκεί πέρα ώρες και τ' αφήνω να στάζει συνέχεια. Μέχρι που πρέπει να πάω να στάξω εγώ. Να γιατί υπάρχει το σκαμνί. Έχει ένα καπάκι, το σκαμνί, που σηκώνεται. Πολύ έξυπνο, από μηχανική άποψη.
Αν κοιμάμαι, δεν το πολυπαίρνω χαμπάρι. Μερικές φορές με πιάνω να ονειρεύομαι, αλλά ποτέ δεν καταφέρνω να θυμηθώ τι έβλεπα. Δεν μπορώ να κάνω τον εαυτό μου να δει όνειρα επίτηδες. Θα το ήθελα υπερβολικά. Αυτά καλύπτουν όλες τις ζωτικές λειτουργίες εκτός από μια - και υπάρχει ρύθμιση και για το σεξ. Όλα έχουν ληφθεί υπόψη.
Δεν θυμάμαι τίποτα πριν από αυτή την κατάσταση και δεν μπορώ να πω πόσον καιρό είναι έτσι. Σύμφωνα με τους σημερινούς Τάιμς της Νέας Υόρκης, έχουμε 2 Μαΐου 1961. Δεν ξέρω τι συμπέρασμα βγάζει κανείς απ' αυτό.
Από όσα έχω καταφέρει να μάθω, διαβάζοντας τους Τάιμς, η θέση μου εδώ, σε αυτό το δωμάτιο, δεν είναι τυπική περίπτωση. Οι φυλακές, για παράδειγμα, απ' ό,τι φαίνεται λειτουργούν με βάση πιο φιλελεύθερες αρχές, συνήθως. Μπορεί όμως οι Τάιμς να γράφουν ψέματα, να συγκαλύπτουν. Ίσως ακόμα και η ημερομηνία να είναι παραποιημένη. Ίσως ολόκληρη η εφημερίδα, κάθε μέρα, να είναι μια περίτεχνη πλαστογραφία και στην πραγματικότητα να έχουμε 1950 κι όχι 1961. 'Η ίσως να είναι αρχαίες και να ζω αιώνες ολόκληρους αφότου τυπώθηκαν, απολιθώματα. Όλα φαίνονται πιθανά. Δεν υπάρχουν κριτήρια.
Μερικές φορές σκαρώνω ιστορίες καθώς κάθομαι στο σκαμνί μου μπροστά στη γραφομηχανή. Μερικές φορές είναι ιστορίες για τους ανθρώπους στους Τάιμς της Νέας Υόρκης κι αυτές είναι οι καλύτερες. Μερικές φορές είναι απλώς για ανθρώπους που εγώ σκαρώνω, αλλά αυτές δεν είναι τόσο καλές γιατί...
Δεν είναι τόσο καλές γιατί νομίζω πως έχουν πεθάνει όλοι. Πως ίσως να είμαι ο μόνος που απέμεινε, ο μόνος που επιβίωσε, από ολόκληρη τη φυλή. Και με κρατούν εδώ, τελευταίο ζωντανό, σ' αυτό το δωμάτιο, σ' αυτό το κλουβί, για να με κοιτάζουν, να με παρακολουθούν, να κάνουν τις παρατηρήσεις τους, να - δεν ξέρω γιατί με κρατάνε ζωντανό. Κι αν έχουν πεθάνει όλοι, όπως έχω υποθέσει, τότε ποιοι είναι αυτοί, που υποτίθεται ότι με παρατηρούν; Εξωγήινοι; Υπάρχουν εξωγήινοι; Δεν ξέρω. Γιατί με μελετούν; Τι περιμένουν να μάθουν; Μήπως όλα αυτά είναι κάποιο πείραμα; Τι πρέπει να κάνω; Μήπως περιμένουν να πω κάτι, να γράψω κάτι στη γραφομηχανή; Μήπως οι αντιδράσεις μου ή η έλλειψή τους επιβεβαιώνει ή καταρρίπτει κάποια θεωρία συμπεριφοράς; Χαίρονται με τα αποτελέσματα αυτοί που κάνουν το τεστ; Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη. Κρύβονται, ρίχνουν σαν βέλο μπροστά τους αυτούς τους τοίχους, αυτό το ταβάνι, αυτό το πάτωμα. Ίσως κανένα ανθρώπινο ον να μην αντέχει την όψη τους. Μπορεί όμως να είναι απλοί επιστήμονες κι όχι εξωγήινοι. Ψυχολόγοι απ' το ΜΙΤ ίσως, σαν αυτούς που βάζουν συχνά οι Τάιμς: θαμπά πρόσωπα όλο στίγματα, φαλάκρες, περιστασιακά ένα μουστάκι - πιστοποιητικό αυθεντικότητας. 'Η, πάλι, κοντοκουρεμένοι νεαροί Στρατίατροι που μελετούν διάφορες τεχνικές πλύσης εγκεφάλου. Απρόθυμα, ασφαλώς. H ιστορία και το ενδιαφέρον τους για την ελευθερία τους αναγκάζουν να παραβιάσουν τους προσωπικούς τους (και αυτοκαταναλούμενους) ηθικούς κώδικες. Ίσως να δήλωσα εθελοντής για το πείραμα! Αυτό είναι; Ω Θεέ μου, όχι, ελπίζω! Το διαβάζετε αυτό, Καθηγητά; Το διαβάζετε αυτό, Συνταγματάρχα; Θα με αφήσετε τώρα; Θέλω να εγκαταλείψω το πείραμα αμέσως!
Μά'στα.
Ε, το 'χουμε ξαναπεί αυτό το τραγουδάκι, εγώ κι η γραφομηχανή μου. Έχουμε δοκιμάσει σχεδόν κάθε σύνθημα που μπορείς να σκεφτείς. 'Έτσι δεν είναι, γραφομηχανούλα; Κι όπως βλέπετε (βλέπετε;) - εδώ είμαστε ακόμα.
Εξωγήινοι θα 'ναι, φαίνεται.
Μερικές φορές γράφω ποίηση. Σας αρέσει η Ποίηση; Να ένα από τα ποιήματα που έγραψα. Λέγεται Μεγάλη Κεντρική Αφετηρία («Μεγάλη Κεντρική Αφετηρία» είναι το σωστό όνομα γι' αυτό που λανθασμένα οι περισσότεροι αποκαλούν «Μεγάλο Κεντρικό Σταθμό». Αυτό - και άλλες ανεκτίμητες πληροφορίες - προέρχεται από τους Τάιμς της Νέας Υόρκης).
Μεγάλη Κεντρική Αφετηρία
|
Πώς να μη σου' ρθει χαρά |
Και μερικές φορές, όπως επίσης μπορείτε να δείτε, απλώς κάθομαι εδώ και αντιγράφω παλιότερα ποιήματα ή αντιγράφω το ποίημα που βάζουν οι Τάιμς κάθε μέρα. Οι Τάιμς είναι η μοναδική μου πηγή για ποίηση. Φευ, ημερησίως! Έγραψα το Μεγάλη Κεντρική Αφετηρία εδώ και πολύ καιρό μάλλον. Χρόνια. Αν και δεν μπορώ να πω πόσα ακριβώς.
Δεν έχω εδώ κανένα τρόπο να υπολογίζω το χρόνο. Ούτε μέρα, ούτε νύχτα, ούτε περπάτημα και ύπνος, κανένας χρονομετρητής πέρα από τους Τάιμς, που τσεκάρω τις ημερομηνίες τους. Θυμάμαι ημερομηνίες μέχρι το 1957. Θα ήθελα να είχα ένα ημερολόγιο, να το κρατάω εδώ στο δωμάτιό μου, μαζί μου. Ένα αρχείο της εξέλιξής μου. Αν μπορούσα τουλάχιστον να φυλάω τα παλιά μου αντίτυπα των Τάιμς. Φανταστείτε πώς, με τα χρόνια, θα υψώνονταν οι στοίβες. Πύργοι, σκαλωσιές και άνετα λαγούμια από χαρτί εφημερίδας. Θα ήταν πιο ανθρωπιστική αρχιτεκτονική, ε; Ο κύβος όπου κατοικώ έχει μεγάλα μειονεκτήματα από καθαρά ανθρωπιστική άποψη. Αλλά δεν επιτρέπεται να κρατάω το χθεσινό φύλλο. Πάντα μου το παίρνουν, το εξαφανίζουν, πριν φτάσει το σημερινό. Υποθέτω πως θα 'πρεπε να νιώθω υπόχρεος που μου δίνουν κι αυτό.
Κι αν οι Τάιμς χρεοκοπούσαν; Αν, όπως υπάρχουν απειλές κάθε τόσο, γινόταν απεργία στις εφημερίδες; Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι η ανία, όπως ίσως θα φανταζόσασταν. Τελικά, πολύ σύντομα μάλιστα, η ανία γίνεται μια μεγάλη πρόκληση. Ένα ερέθισμα.
Το σώμα μου. Θα σας ενδιέφερε το σώμα μου; Εμένα, κάποτε. Στενοχωριόμουν πολύ που δεν υπήρχαν καθρέφτες εδώ μέσα. Τώρα, το αντίθετο. Είμαι ευγνώμων. Πόσο χαριτωμένα, εκείνες τις πρώτες μέρες, τύλιγε η σάρκα το σκελετό μου τώρα, πώς κρέμεται και μαραζώνει. Κάποτε χόρευα μόνος μου ώρες ατέλειωτες, μουρμουρίζοντας μόνος μου τη μουσική υπόκρουση - πηδούσα, κυλιόμουν εδώ κι εκεί, τιναζόμουν δυνατά στους μαλακούς τοίχους, με χέρια και πόδια ορθάνοιχτα. Έγινα βαθύς γνώστης της κινητικής. Στην κίνηση ενυπάρχει μεγάλη απόλαυση - ελεύθερη, αβίαστη ταχύτητα.
Η ζωή είναι τόσο πιο καθησυχασμένη τώρα. Όσο γερνάς στομώνει η κόψη της απόλαυσης, κρεμάει τα στεφάνια του λίπους της στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο της νιότης.
Έχω διάφορες θεωρίες για το νόημα της ζωής. Της ζωής εδώ. Αν ήμουν κάπου αλλού, στον κόσμο για τον οποίο μαθαίνω από τους Τάιμς της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, όπου κάθε μέρα συμβαίνουν τόσα συναρπαστικά πράγματα που θες μισό εκατομμύριο λέξεις για να τα περιγράψεις, δεν θα υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα. Θα ήταν κανείς τόσο απασχολημένος να τριγυρνά -από την 53η στην 42α Οδό, από την 42α στην Ψαραγορά της οδού Φούλτον, χώρια όλες οι διαδρομές που θα μπορούσε να κάνει διασχίζοντας την πόλη - που δεν θ' αναγκαζόταν να αναρωτιέται καθόλου αν η ζωή έχει κάποιο νόημα.
Τη μέρα θα μπορούσε να ψωνίζει πληθώρα αγαθών, κι ύστερα, το βράδυ, έπειτα από δείπνο σ' ένα φίνο ρεστωράν, θέατρο ή σινεμά. Ω, θα ήταν τόσο γεμάτη η ζωή μου αν ζούσα στη Νέα Υόρκη! Αν ήμουν ελεύθερος! Περνάω πολλή ώρα έτσι, να σκέφτομαι πώς θα 'ταν η Νέα Υόρκη, να φαντάζομαι πώς θα ήταν οι άλλοι, κι από μια άποψη, η ζωή μου εδώ είναι γεμάτη, αφού φαντάζομαι τέτοια πράγματα!
Μια από τις θεωρίες μου είναι πως αυτοί (εσύ, ανάγωγε αναγνώστη, ξέρεις ποιοι είναι, είμαι σίγουρος) περιμένουν να ομολογήσω κάτι. Αυτό θέτει προβλήματα. Αφού δεν θυμάμαι τίποτα από την προηγούμενη ζωή μου, δεν ξέρω τι πρέπει να ομολογήσω. Δοκίμασα ομολογίες για κάθε τι: για πολιτικά εγκλήματα, για σεξουαλικά εγκλήματα (μ' αρέσει ιδιαίτερα να ομολογώ σεξουαλικά εγκλήματα), για παραβιάσεις του ΚΟΚ, για πνευματική υπερηφάνεια. Θεέ μου, και για τι δεν έχω ομολογήσει! Κι όμως, δεν φαίνεται να πιάνει τόπο. Ίσως να μην έχω ομολογήσει τα εγκλήματα που όντως διέπραξα, όποια και να είναι αυτά. 'Η ίσως (πράγμα που φαίνεται όλο και πιο πιθανό) η θεωρία να είναι λανθασμένη.
Έχω μια άλλη θεωρία.
Ένα σύντομο κενό.
Ήρθαν οι Τάιμς, διάβασα λοιπόν τις ειδήσεις της ημέρας, τράφηκα από την πηγή της ζωής και τώρα γύρισα στο σκαμνί μου. Αναρωτιόμουν αν, στην περίπτωση που ζούσα σε εκείνο τον κόσμο, τον κόσμο των Τάιμς, θα ήμουν ειρηνιστής. Είναι σίγουρα το κεντρικό ζήτημα της μοντέρνας ηθικής και θα έπρεπε να τοποθετηθεί κανείς. Με απασχολεί το πρόβλημα εδώ και μερικά χρόνια και τείνω να πιστέψω ότι θα προτιμούσα τον αφοπλισμό. Από την άλλη πλευρά, στην πράξη, δεν θα ήμουν αντίθετος προς τη βόμβα, αρκεί να ήμουν βέβαιος ότι δεν θα έπεφτε πάνω μου. Υπάρχει οπωσδήποτε ένα σχίσμα στην ύπαρξή μου, ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή μου.
Σε μια από τις εσωτερικές σελίδες, πίσω από τις πολιτικές και τις διεθνείς ειδήσεις, υπήρχε μια υπέροχη ιστορία με οκτάστηλο τίτλο: ΟΙ ΒΙΟΛΟΓΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΖΟΥΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ. Την αντιγράφω για χάρη σας.
Ουάσινγκτον. Πλάσματα που ανακαλύφθηκαν στο βυθό της θάλασσας και που διαθέτουν μεν εγκέφαλο αλλά όχι και στόμα, θεωρούνται από τους βιολόγους ως μία από τις μεγαλύτερες βιολογικές ανακαλύψεις του εικοστού αιώνα.
Τα παράξενα όντα που ονομάστηκαν πωγωνοφόρα, μοιάζουν με λεπτά σκωληκοειδή. Σε αντίθεση όμως με αυτά, δεν έχουν στομάχι και απεκκριτικά όργανα ούτε αναπνευστικό σύστημα, όπως ανακοίνωσε η Εθνική Γεωγραφική Υπηρεσία. Οι έκπληκτοι επιστήμονες που μελέτησαν τα πωγωνοφόρα εξέφρασαν την πεποίθηση ότι μάλλον έλαβαν τμήματα μόνο των δειγμάτων.
Οι βιολόγοι διατυπώνουν τώρα τη βεβαιότητα ότι έχουν εξετάσει ολόκληρο τον οργανισμό, εξακολουθούν όμως να μην καταλαβαίνουν πώς κατορθώνει να ζει. Ξέρουν πάντως ότι υπάρχει, αναπαράγεται, ακόμη και ότι σκέφτεται, σύμφωνα με μια άποψη, στο βάθος των ωκεανών σε ολόκληρη την υδρόγειο σφαίρα. Τα θηλυκά πωγωνοφόρα γεννούν μέχρι τριάντα αβγά κάθε φορά. Ένας μικροσκοπικός εγκέφαλος τους επιτρέπει βασικές διανοητικές λειτουργίες.
Έπειτα από αυτά, τα πωγωνοφόρα αποδεικνύονται τόσο ασυνήθιστα που οι βιολόγοι αναγκάστηκαν να θεσπίσουν μια νέα συνομοταξία, αποκλειστικά για τα πλάσματα αυτά. Το γεγονός είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί μια συνομοταξία είναι μια τόσο ευρεία έννοια της βιολογικής ταξινόμησης, ώστε όντα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όπως τα ψάρια, τα ερπετά, τα πουλιά και ο άνθρωπος, συμπεριλαμβάνονται σε μια συνομοταξία που ονομάζεται Χορδωτά.
Καθώς εγκαθίστανται στο βυθό της θάλασσας, τα πωγωνοφόρα εκκρίνουν γύρω τους μία σάλπιγγα, την οποία χτίζουν, χρόνο με το χρόνο, σε ύψος μέχρι και εξήντα εκατοστά. Η σάλπιγγα μοιάζει με έκταση καλυμμένη από φύκια, και αυτό δικαιολογεί γιατί τα πλάσματα αυτά δεν είχαν ανακαλυφθεί νωρίτερα.
Τα πωγωνοφόρα, κατά τα φαινόμενα, δεν εγκαταλείπουν ποτέ τη φυλακή που τα ίδια κατασκευάζουν, μετακινούνται όμως σε κάθε σημείο της κατά βούληση. Τα σκωληκοειδή αυτά πλάσματα μπορούν να φτάσουν τα τριάντα έξι εκατοστά σε μήκος με διάμετρο μικρότερη του ενός. Από το πάνω άκρο τους εκτείνονται μακριά πλοκάμια.
Οι ζωολόγοι διατύπωσαν τη θεωρία ότι ίσως σε κάποιο πρώιμο στάδιο, τα πωγωνοφόρα αποθηκεύουν στο σώμα τους αρκετή τροφή, ώστε να μη χρειάζονται άλλη αργότερα, Όμως σύστημα πέψης δεν διαθέτουν ούτε τα νεαρής ηλικίας πωγωνοφόρα.
Είναι εκπληκτική η ποσότητα των πραγμάτων που μπορεί να μάθει κανείς απλά και μόνο αν διαβάζει καθημερινά τους Ταιμς. Κάθε φορά μετά από ένα γερό διάβασμα της εφημερίδας νιώθω τόσο έτοιμος. Και δημιουργικός. Συνημμένη, μια ιστορία για τα πωγωνοφόρα:
Εισαγωγή.
Την 1η Μαϊου του 1961 σκεφτόμουν να αγοράσω ένα κατοικίδιο ζώο. Ένας φίλος μου είχε αγοράσει πρόσφατα ένα ζεύγος λεμουρίδες, κάποιος άλλος είχε υιοθετήσει ένα βόα συσφιγκτήρα και o νυχτερινός μου συγκάτοικος διατηρούσε μια κουκουβάγια σε κλουβί πάνω από το γραφείο του.
Μια φωλιά (ή κοπάδι;) πωγωνοφόρων, θα πλεονεκτούσε ασφαλώς των εκκεντρικοτήτων τους. Επιπλέον, καθώς τα πωγωνοφόρα δεν τρώνε, δεν εκκρίνουν, δεν κοιμούνται ούτε θορυβούν, θα ήταν τα ιδεώδη κατοικίδια ζώα. Τον Ιούνιο ζήτησα να μου στείλουν μια πλήρη δωδεκάδα με πλοίο από την Ιαπωνία, ένα έξοδο σημαντικό.
[Μια σύντομη διακοπή στην ιστορία: τη βρίσκετε πειστική; Έχει την υφή της πραγματικότητας; Σκέφτομαι ότι αρχίζοντας την ιστορία με την αναφορά στα άλλα κατοικίδια, θα έντυνα την επινόησή μου με μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Ξεγελαστήκατε;]
Παρ' ότι κάθε άλλο παρά αδιάφορος βιολόγος ήμουν, δεν είχα συνυπολογίσει το πρόβλημα της διατήρησης στο ενυδρείο μου της απαραίτητης πίεσης. Τα πωγωνοφόρα είναι συνηθισμένα στο βάρος ενός ολόκληρου ωκεανού. Δεν είχα τη δυνατότητα να αντεπεξέλθω σε τέτοιες απαιτήσεις. Για μερικές συναρπαστικές ημέρες παρακολουθούσα τα πωγωνοφόρα που είχαν επιζήσει να υψώνονται και να κατεβαίνουν στα ημιδιαφανή λευκά κελύφη τους. Σύντομα πέθαναν και αυτά. Τώρα, παραιτημένος στην κοινοτοπία, γεμίζω το ενυδρείο μου με αστακούς του Μέην, τόσο για την ψυχαγωγία όσο και για γεύματα περιστασιακών επισκεπτών από άλλα μέρη.
Δεν έχω μετανιώσει καθόλου για τα χρήματα που ξόδεψα γι' αυτά: σπάνια δίδεται στον άνθρωπο η ευκαιρία να γνωρίσει το θεσπέσιο θέαμα ενός πωγωνοφόρου που ανυψώνεται - και τότε ακόμη, εν συντομία. Μολονότι εκείνη την εποχή είχα την ελάχιστη μόλις ιδέα για τις σκέψεις που περνούν από το στοιχειώδη εγκέφαλο των θαλάσσιων σκουληκιών («Πάνω πάνω πάνω. Κάτω κάτω κάτω»), δεν ήταν δυνατό να μη θαυμάζω την επιμονή τους. Τα πωγωνοφόρα δεν κοιμούνται. Σκαρφαλώνουν στην κορυφή του εσωτερικού περάσματος του κελύφους τους και όταν φτάνουν στην κορυφή, ακολουθούν την ίδια πορεία προς το κάτω μέρος του. Τα πωγωνοφόρα δεν κουράζονται ποτέ από την τάξη την οποία επιβάλλουν τα ίδια στον εαυτό τους. Κάνουν το καθήκον τους ευσυνείδητα και με τίμια απόλαυση. Δεν είναι μοιρολάτρες.
Τα απομνημονεύματα που ακολουθούν αυτή την εισαγωγή δεν είναι αλληγορικά. Δεν αποπειράθηκα να «ερμηνεύσω» τις ενδότερες σκέψεις των πωγωνοφόρων. Δεν είναι καθόλου αναγκαίο, αφού τα ίδια τα πωγωνοφόρα μας έχουν δώσει την πιο εύγλωττη καταγραφή της πνευματικής τους ζωής. Βρίσκεται μεταγραμμένη στον πυρήνα του ημιδιαφανούς λευκού κελύφους στο οποίο περνούν ολόκληρη τη ζωή τους.
Μετά την επινόηση της αλφαβήτου, είναι κοινώς παραδεκτό ότι τα σημάδια ή τα χαραγμένα με άμμο καλλιγραφήματα στο κέλυφος του περιφερόμενου σαλιγκαριού ενέχουν πραγματικό γλωσσολογικό νόημα. Ανθρωποι ιδιότροποι και εκκεντρικοί αιώνες τώρα προσπαθούν να ερμηνεύσουν αυτούς τους κώδικες, όπως ακριβώς άλλοι έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν τη γλώσσα των πουλιών. Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι δυνατόν να μεταφραστούν τα ορνιθοσκαλίσματα και τα κελύφη κοινών οστρακοειδών' το υποστηρίζω όμως αυτό για τον πυρήνα του κελύφους των πωγωνοφόρων - γιατί έσπασα τον κώδικα!
Με τη βοήθεια ενός εγχειριδίου κρυπτογραφίας του Αμερικανικού Στρατού (που απέκτησα με άνομο τρόπο που δεν είμαι σε θέση να αποκαλύψω) έμαθα το συντακτικό και τη γραμματική της μυστικής γλώσσας των πωγωνοφόρων. Ζωολόγοι και άλλοι που θα ήθελαν να επαληθεύσουν τη λύση μου στο κρυπτογράφημα μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί μου μέσω του εκδότη του παρόντος.
Στο σύνολο των τριάντα έξι περιπτώσεων που κατόρθωσα να εξετάσω, τα οδοντωτά αραβουργήματα στο εσωτερικό κάθε κελύφους ήταν πανόμοια. Η θεωρία μου είναι πως ο μοναδικός σκοπός των πλοκάμων των πωγωνοφόρων είναι να ακολουθούν την πορεία του «μηνύματος» καθώς ανεβαίνουν και κατεβαίνουν στον πυρήνα του κελύφους και τοιουτοτρόπως, μπορεί να πει κανείς, να σκέφτονται. Το κέλυφος είναι μια μορφή εξωτερικευμένης συνείδησης.
Θα ήταν εφικτό (και μάλιστα, πειρασμός σχεδόν ακατανίκητος), να σχολιάσω επί της ουσίας που αποκτούν τα απομνημονεύματα αυτά για το ανθρώπινο γένος. Ασφαλώς, υπάρχει μια φιλοσοφία, εγχάρακτη από την ίδια τη Φύση, στα ακριβά αυτά κελύφη. Αλλά πριν αρχίσω το σχολιασμό μου, ας εξετάσουμε το ίδιο το κείμενο.
Το κείμενο
I Πάνω. Πάαααανω, πάνω πάνω. Η κορφή.
ΙΙ Κάτω, κάαατω, κάτω κάτω. Γδουπ. Ο πάτος.
Μια περιγραφή της γραφομηχανής μου. Το πληκτρολόγιο έχει σχεδόν τριάντα πόντους πλάτος. Κάθε πλήκτρο είναι στο ίδιο επίπεδο με το διπλανό και έχει χαραγμένο ένα γράμμα της αλφαβήτου ή δύο σημεία στίξης ή έναν αριθμό και ένα σημείο στίξης. Τα γράμματα δεν είναι κατανεμημένα όπως στο αλφάβητο, αλφαβητικά, αλλά φαινομενικά τυχαία. Πιθανόν να υπάρχει κώδικας. Ύστερα, υπάρχει μια μπάρα για το διάστημα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ούτε έλεγχος περιθωρίων ούτε μοχλός περιστροφής κυλίνδρου. H επιφάνεια όπου γράφω δεν είναι ορατή και δεν μπορώ να δω καθόλου το κείμενο που γράφω. Πώς είναι; Ίσως αυτόματοι λινοτύπες να το κάνουν αμέσως βιβλίο. Δεν θα ήταν ωραίο αυτό; 'Η ίσως οι λέξεις μου να βγαίνουν συνέχεια σε μια ατέλειωτη γραμμή κειμένου. 'Η μπορεί αυτή η γραφομηχανή να είναι ψεύτικη και να μην καταγράφει τίποτα.
Μερικές σκέψεις με θέμα τη ματαιότητα.
Το ίδιο θα μου έκανε να σηκώνω βάρη αντί να χτυπάω αυτά τα πλήκτρα. 'Η να σπρώχνω βράχια στην κορυφή ενός λόφου, από την οποία θα κυλούσαν αμέσως κάτω. Ναι, και θα μπορούσα επίσης να λέω ψέματα αντί γι' αλήθεια. Δεν έχει σημασία το τι λέω.
Να γιατί είναι τόσο τρομακτικό. Είναι σωστή η λέξη «τρομακτικό»;
Μάλλον δεν είμαι πολύ καλά σήμερα, αλλά το 'χω ξαναπεράσει. Σε μερικές μέρες θα είμαι πάλι μια χαρά. Λίγη υπομονή μόνο και τότε...
Τι θέλουν από μένα εδώ; Να σιγουρευόμουν τουλάχιστον ότι υπηρετώ κάποιο σκοπό. Είναι αδύνατο να σταματήσω να αναρωτιέμαι τέτοια πράγματα. Ο χρόνος τελειώνει. Πείνασα πάλι. Υποψιάζομαι ότι πάω να τρελαθώ. Αυτό είναι το τέλος της ιστορίας μου για τα πωγωνοφόρα.
Ένα κενό.
Εσύ δεν ανησυχείς αν τρελαίνομαι; Τι θα
'λεγες αν έχω κατατονία; Εσύ δεν θα 'χεις να
διαβάζεις. Εκτός αν έδωσαν σε σένα τους
προηγούμενους Τάιμς μου. Θα σου άξιζε.
ΕΣΥ: Ο καθρέφτης στον οποίο δεν έχω δικαίωμα, η
ανύπαρκτη σκιά μου, ο αφοσιωμένος μου
παρατηρητής, που διαβάζει κάθε φρεσκοκομμένη
pensee; Αναγνώστη.
ΕΣΥ: Τέρας από ταινία τρόμου, Γουρλομάτης, Τρελός
Επιστήμονας, Συνταγματάρχης που ετοιμάζει το
γαμήλιο κρεβάτι του θανάτου μου και με δελεάζει.
ΕΣΥ: Αλλε! Μίλα μου!
ΕΣΥ: Τι να πω, σπόρε της Γης;
ΕΓΩ: Οτιδήποτε, φτάνει μια φωνή που να μην είναι
δική μου, μια σάρκα που να μην είναι η σάρκα μου,
ψέματα που δεν θα χρειάζεται να επινοήσω εγώ για
τον εαυτό μου.
ΕΣΥ: Ξέρω πώς νιώθεις (Απλώνοντας ένα πλοκάμι).
Μου επιτρέπεις;
ΕΓΩ: (Υποχωρώντας) Αργότερα. Τώρα θα 'θελα να
μιλήσουμε. (Αρχίζεις να σβήνεις).
Είναι τόσα για σένα που δεν καταλαβαίνω. Η
ταυτότητά σου δεν είναι ευκρινής. Αλλάζεις από το
ένα πλάσμα στο άλλο τόσο εύκολα, όσο εύκολα θ'
άλλαζα εγώ τα κανάλια στην τηλεόραση, αν είχα. Κι
είσαι τόσο κρυψίνους. Θα 'πρεπε να βγαίνεις πιο
συχνά. Να πηγαίνεις σε μέρη, να δείχνεσαι, να
διασκεδάζεις τη ζωή. Αν είσαι ντροπαλός, θα 'ρθω
εγώ μαζί σου. Όμως αφήνεις τον εαυτό σου να
υπονομεύεται από το φόβο.
ΕΣΥ: Ενδιαφέρον. Ναι, οπωσδήποτε, πολύ ενδιαφέρον.
Το υποκείμενο παρουσιάζει οξεία τάση παράνοιας,
φαντασιώσεις με ένταση παραισθήσεως σχεδόν.
Παρατήρησε τη γλώσσα του, το σφυγμό του, τα ούρα
του. Οι κενώσεις του είναι ακανόνιστες. Τα δόντια
του σε κακή κατάσταση. Χάνει τα μαλλιά του.
ΕΓΩ: Χάνω τα μυαλά μου.
ΕΣΥ: Χάνει τα μυαλά του.
ΕΓΩ: Πεθαίνω.
ΕΣΥ: Πέθανε.
(Ξεθωριάζει μέχρι που δεν μένει τίποτα άλλο από τη χρυσαφιά λάμψη του αετού στο καπέλο του, η αναλαμπή από τα φύλλα βελανιδιάς στους ώμους του). Αλλά δεν πέθανε μάταια. Η πατρίδα του θα τον θυμάται για πάντα, γιατί ο θάνατός του έδωσε την ελευθερία σ' αυτή τη χώρα.
(Αυλαία. Εθνικός Ύμνος)
Γεια, εγώ είμαι πάλι. Δεν με ξέχασες βέβαια; Ξεχνιέμαι εγώ, o φιλαράκος σου; Λοιπόν, άκου δω προσεκτικά - το σχέδιό μου. Θα αποδράσω από αυτή την κωλοφυλακή, μα τον Θεό, και θα με βοηθήσεις εσύ. Μπορεί να έχουν διαβάσει 20 άνθρωποι αυτά που έχω γράψει και από αυτούς τους 20, οι 19 θα μπορούσαν να με βλέπουν να σαπίζω εδώ πέρα χωρίς να κουνήσουν ούτ' ένα βλέφαρο. Αλλά όχι ο νούμερο 20. Α, όχι! Αυτός (εσύ), έχει ακόμα συνείδηση. Θα μου στείλει(ς) ένα Σημάδι. Κι όταν θα δω το Σημάδι, θα ξέρω ότι κάποιος εκεί έξω προσπαθεί να βοηθήσει. Α, δεν περιμένω θαύματα σε μια νύχτα. Μπορεί να πάρει μήνες, ακόμα και χρόνια, η προετοιμασία μιας σίγουρης απόδρασης, αλλά και μόνο η επίγνωση ότι βρίσκεται εκεί έξω κάποιος που προσπαθεί να με βοηθήσει, θα μου δίνει τη δύναμη να συνεχίζω, μέρα τη μέρα, από φύλλο σε φύλλο των Ταιμς.
Ξέρεις τι αναρωτιέμαι καμιά φορά; Αναρωτιέμαι γιατί δεν δημοσιεύουν οι Τάιμς άρθρο για μένα. Εκφράζουν γνώμη για όλα τα άλλα - για την Κούβα του Κάστρο, για την ντροπή μας, τις Νότιες Πολιτείες, για το Φόρο Πωλήσεων, για τις πρώτες μέρες της άνοιξης.
Κι εγώ!
Δηλαδή, δεν είναι αδικία να μου φέρονται έτσι; Δεν νοιάζεται κανείς, κι αν όχι, γιατί; Μη μου πεις ότι δεν ξέρουν πού είμαι. Πάνε χρόνια τώρα που γράφω, γράφω. Κάποια ιδέα θα 'χουν! Σίγουρα, κάποιος!
Είναι σοβαρά ερωτήματα αυτά. Χρήζουν σοβαρής εκτιμήσεως. Επιμένω να απαντηθούν!
Ξέρετε, η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένω απάντηση. Δεν μου 'χουν μείνει κούφιες ελπίδες, καθόλου. Ξέρω πως δεν θα μου φανερωθεί κανένα Σημάδι, πως κι αν ακόμα συμβεί αυτό θα είναι ψέμα, ένα δόλωμα για να συνεχίσω να ελπίζω. Ξέρω πως είμαι μόνος μου σ' αυτό τον πόλεμο ενάντια στην αδικία. Τα ξέρω όλα αυτά - κι ακόμη, ότι δεν με νοιάζει! Η θέλησή μου είναι ακόμα αλύγιστη και το πνεύμα μου ελεύθερο. Από την απομόνωσή μου, από την ακινησία, από τα βάθη αυτού του λευκού, λευκού φωτός, σας λεω το εξής - ΑΔΙΑΦΟΡΩ ΓΙΑ ΣΑΣ! Το ακούσατε: Είπα: ΑΔΙΑΦΟΡΩ!
Πάλι δείπνο. Μα πού πάει όλος ο χρόνος;
Καθώς έτρωγα βραδινό μου ήρθε μια ιδέα για κάτι που θα έλεγα εδώ αλλά το ξέχασα μάλλον. Αν το θυμηθώ θα το σημειώσω. Στο μεταξύ, θα σας πω για την άλλη μου θεωρία.
Η άλλη μου θεωρία είναι πως εδώ μέσα είναι ένα κλουβί για σκίουρους. Τα ξέρετε; Σαν εκείνα που βρίσκει κανείς στα πάρκα των μικρών πόλεων. Μπορεί να έχετε και στο σπίτι, αφού δεν χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλα. Μοιάζει με τα περισσότερα άλλα είδη κλουβιών, μόνο που έχει έναν τροχό άσκησης. Ο σκίουρος μπαίνει μέσα στον τροχό κι αρχίζει να τρέχει. Το τρέξιμό του κάνει τον τροχό να γυρνά και το γύρισμα του τροχού επιτρέπει στο σκίουρο να συνεχίσει να τρέχει. Η άσκηση υποτίθεται ότι κρατάει το σκίουρο σε καλή φυσική κατάσταση. Αυτό που εγώ δεν καταλαβαίνω είναι γιατί πρέπει σώνει και καλά να βάλουν το σκίουρο στο κλουβί. Δεν ξέρουν πώς θα είναι για το φουκαριάρικο το σκιουράκι; Δεν νοιάζονται;
Δεν νοιάζονται.
Τώρα θυμήθηκα αυτό που είχα ξεχάσει. Σκάρωσα μια καινούρια ιστορία. Την ονομάζω «Ένα Απόγευμα στο Ζωολογικό Κήπο». Τη σκέφτηκα μόνος μου. Είναι πολύ μικρή και έχει και ηθικό δίδαγμα. Να τη:
ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΖΩΟΛΟΓΙΚΟ ΚΗΠΟ
Αυτή εδώ είναι μια ιστορία για την Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα ήταν η σύζυγος ενός διάσημου δημοσιογράφου, που ειδικευόταν στο επιστημονικό ρεπορτάζ. Η δουλειά του τον έστελνε σε κάθε περιοχή της χώρας, και αφού ο Θεός δεν τους είχε ευλογήσει να αποκτήσουν παιδιά, η Αλεξάνδρα τον συνόδευε συχνά. Ωστόσο αυτό το συχνά καταντούσε πολύ βαρετό, κι έτσι έπρεπε να βρει κάτι για να περνάει την ώρα. Αν είχε δει όλες τις ταινίες που παίζονταν στην πόλη όπου βρίσκονταν, μπορεί να πήγαινε σε κάποιο μουσείο, ή σε κάποιο ματς, αν την ενδιέφερε κανένα εκείνη τη μέρα. Μια μέρα πήγε σ' ένα ζωολογικό κήπο.
Φυσικά ήταν μικρός, γιατί και η πόλη ήταν μικρή. Γουστόζικος αλλά όχι θεαματικός. Υπήρχε ένα ποτάμι που περιτριγύριζε όλο τον τόπο. Πάπιες κι ένας μοναχικός μαύρος κύκνος γλιστρούσαν ανάμεσα στα κλαδιά της ιτιάς και έβγαιναν κουνιστές και λυγιστές στο χορτάρι για να τσιμπήσουν ψίχουλα ψωμιού απ' τους τουρίστες. Η Αλεξάνδρα σκέφτηκε ότι ο κύκνος ήταν όμορφος.
Ύστερα πήγε σε ένα ξύλινο κτίριο με τα τρωκτικά. Τα κλουβιά διαφήμιζαν κουνέλια, ενυδρίδες, ρακούν, κ.λπ. Μέσα στα κλουβιά είχε σκουπιδαριό από τσιμπολογημένα λαχανικά και κοπριές σε διάφορα σχήματα και χρώματα. Τα ζώα πρέπει να ήταν πίσω από τα ξύλινα χωρίσματα, θα κοιμούνταν. Η Αλεξάνδρα το βρήκε απογοητευτικό αυτό, αλλά είπε μέσα της ότι σε κανένα ζωολογικό κήπο δεν θα ήταν τα τρωκτικά το σπουδαιότερο που θα μπορούσε να δει.
Κοντά στα τρωκτικά ένας μαύρος αρκούδος λιαζόταν σε μια πέτρινη κόχη. Η Αλεξάνδρα περπάτησε σ' ολόκληρο το μισοφέγγαρο από κάγκελα χωρίς να δει άλλα μέλη της οικογένειας του αρκούδου. Ήταν ένας θεόρατος αρκούδος.
Παρακολούθησε τις φώκιες να πλατσουρίζουν στην τσιμεντένια πισίνα τους, κι ύστερα προχώρησε για να βρει το Σπίτι των Μαϊμούδων. Ρώτησε ένα φιλικό πωλητή φιστικιών πού ήταν, κι αυτός της είπε ότι είχε κλείσει για επισκευές.
«Πόσο λυπάμαι!»
«Γιατί δεν πάτε στο Φίδια και Σαύρες», ρώτησε
ο πωλητής φυστικιών.
Η Αλεξάνδρα σούφρωσε τη μύτη της αηδιασμένη. Μισούσε τα ερπετά από τότε που ήταν κοριτσάκι. Παρ' όλο που το Σπίτι των Μαϊμούδων ήταν κλειστό, αγόρασε μια σακούλα φιστίκια και τα έφαγε η ίδια. Τα φιστίκια τη δίψασαν, αγόρασε λοιπόν ένα αναψυκτικό και το ρούφηξε με καλαμάκι και κάθε τόσο αναρωτιόταν για το βάρος της.
Είδε τα παγόνια και μια νευρική αντιλόπη, ύστερα χάθηκε σ' ένα μονοπάτι που την έβγαλε σ' ένα ξέφωτο από δέντρα. Λεύκες, μάλλον. Ήταν μόνη της εκεί, κι έτσι έβγαλε τα παπούτσια της και έπαιξε τα δάχτυλά της ή έκανε κάτι ανάλογο. Της άρεσε να είναι έτσι μόνη μερικές φορές.
Κάτι βαριά σιδερένια κάγκελα πέρα από το ξέφωτο τράβηξαν την προσοχή της Αλεξάνδρας. Μέσα στα κάγκελα βρισκόταν ένας άνθρωπος, ντυμένος μ' ένα βαμβακερό κουστούμι καθόλου εφαρμοστό - πιτζάμες, το πιθανότερο - δεμένο στη μέση με κάτι σαν σκοινί. Καθόταν στο πάτωμα του κλουβιού του χωρίς να κοιτάζει κάτι συγκεκριμένο. Η ταμπέλα στη βάση του φράχτη έγραφε: - Χορδωτά
«Αχ, τι ωραίο!» αναφώνησε ή Αλεξάνδρα.
Ουσιαστικά είναι πολύ παλιά ιστορία αυτή. Τη λεω διαφορετικά κάθε φορά. Μερικές φορές συνεχίζει από κει που είχα μείνει. Μερικές φορές η Αλεξάνδρα μιλάει με τον άνθρωπο πίσω από τα κάγκελα. Μερικές φορές αγαπιούνται και προσπαθεί να τον βοηθήσει να αποδράσει. Μερικές φορές τους σκοτώνουν και τους δύο πάνω στην απόπειρα, κι αυτό είναι πολύ συγκινητικό. Μερικές φορές τους πιάνουν και τους βάζουν πίσω από τα κάγκελα μαζί. Αλλά επειδή αγαπιούνται τόσο, αντέχουν εύκολα τη φυλακή. Είναι κι αυτό συγκινητικό, με τον τρόπο του. Μερικές φορές τα καταφέρνουν να το σκάσουν. Μετά από αυτό όμως, μετά που είναι ελεύθεροι, δεν έχω ιδέα τι να κάνω την ιστορία. Είμαι σίγουρος όμως, ότι αν ήμουνα ελεύθερος κι εγώ, δεν θα ήταν πρόβλημα.
Ένα μέρος της ιστορίας δεν είναι και πολύ λογικό. Ποιος θα έβαζε έναν άνθρωπο σε ζωολογικό κήπο; Εμένα, ας πούμε. Ποιος θα 'κανε κάτι τέτοιο; Οι εξωγήινοι; Πάλι στους εξωγήινους γυρίσαμε; Εγώ, να πούμε, δεν ξέρω τίποτα γι' αυτούς.
Η θεωρία μου, η καλύτερη θεωρία μου, είναι πως με κρατάνε εδώ άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι. Είναι ένας κανονικός ζωολογικός κήπος και κανονικοί άνθρωποι περνάνε για να με δουν μέσα από τους τοίχους. Διαβάζουν αυτά που γράφω σ' αυτή τη γραφομηχανή καθώς εμφανίζονται σ' ένα μεγάλο φωτεινό πίνακα, σαν εκείνον που γράφει τις επικεφαλίδες των ειδήσεων γύρω-γύρω στον πύργο των Τάιμς στην 42α Οδό. Όταν γράφω κάτι αστείο μπορεί να γελάνε, κι όταν γράφω κάτι σοβαρό, όπως μια έκκληση για βοήθεια, μάλλον θα βαριούνται και θα σταματάνε να διαβάζουν: 'Η το αντίθετο, ίσως. Όπως και να 'χει, εγώ δεν παίρνω και πολύ στα σοβαρά αυτά που γράφω. Κανείς τους δεν ενδιαφέρεται που είμαι εδώ μέσα. Γι' αυτούς είμαι ένα ακόμα ζώα στο κλουβί του. Μπορεί να πείτε, ένάς άνθρωπος δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα ζώο, αλλά δεν είναι, τελικά; Έτσι φαίνεται πιστεύουν αυτοί, οι θεατές. Όπως και να 'χει, δεν πρόκειται να με βοηθήσει κανείς τους να βγω. Κανείς τους δεν το θεωρεί παράξενο ή ασυνήθιστο που είμαι εδώ μέσα. Κανείς τους δεν πιστεύει ότι είναι κακό. Αυτό είναι το τρομακτικό.
«Τρομακτικό;»
Δεν είναι τρομακτικό. Πώς να είναι; Μια ιστορία
είναι, στο κάτω κάτω. Μπορεί εσείς να μην
πιστεύετε ότι είναι ιστορία, γιατί είσαστε εκεί
έξω και τη διαβάζετε σ' έναν πίνακα, αλλά εγώ ξέρω
ότι είναι, γιατί είμαι υποχρεωμένος να κάθομαι
εδώ στο σκαμνί και να τη γράφω. Α, μπορεί να ήταν
τρομακτική κάποτε, όταν μου προτωήρθε η ιδέα,
αλλά πάνε χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Χρόνια. Έχει
παρατραβήξει η ιστορία. Τίποτα δεν μπορεί να
είναι τρομακτικό για χρόνια συνέχεια. Λέω
μόνο ότι είναι τρομακτικό, γιατί, ξέρετε, κάτι
πρέπει να πω. Κουβέντα να γίνεται. Το μόνο που θα
μπορούσε να με τρομοκρατήσει τώρα, είναι αν ήταν
να έρθει κάποιος. Αν έρχονταν και μου λέγανε:
«Εντάξει, Ντις; μπορείς να φύγεις τώρα». Αυτό, στ'
αλήθεια, θα ήταν τρομακτικό.