Πολεμιστής Ονείρων

Bob Shaw
Dream Fighter (1977)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας

Ο Ρόαν και η γυναίκα του έπρεπε να κουβαλήσουν μόνοι τις βαλίτσες τους τρεις ορόφους μέσα από ένα κατασκότεινο και καταθλιπτικό διάδρομο. Μερικές από τις λάμπες στους τοίχους ήταν σπασμένες, κι όσο για τις υπόλοιπες, το μόνο που κατάφερναν ήταν να δίνουν κάτι πορτοκαλιούς ελεεινούς λεκέδες στην ταπετσαρία. Η Τζέην σταμάτησε μπροστά από το δωμάτιο που τους είχε δώσει ο υπάλληλος της ρεσεψιόν και κοίταξε τριγύρω της με ένα μίγμα περιφρόνησης και σωματικής κούρασης.

«Σπουδαίο ξενοδοχείο...» είπε. «Γιατί αφήνεις τον Σάμυ να μας κλείνει ξενοδοχεία σαν κι αυτό;»
«Είναι μονάχα για μια νύχτα», της απάντησε ο Ρόαν.
«Πάντα είναι μονάχα για μια νύχτα. Δεν το αντέχω άλλο αυτό το πράγμα, Βίκτορ».
«Μην ανησυχείς, θα τελειώσουν σύντομα όλα αυτά».
«Δεν βλέπω το πώς. Τα λεφτά που παίρνεις τώρα για κάθε αγώνα με το ζόρι μας βγάζουν μέχρι τον επόμενο».
«Είναι καλύτερα από το τίποτα, που θα'παιρνα αv...»

Ξαφνικά το βάρος των αποσκευών στα χέρια του Ρόαν έγινε αβάσταχτο. «Σε πειράζει πολύ να συνεχίσουμε τη συζήτηση μέσα στο δωμάτιο; Αφού έτσι κι αλλιώς το πληρώσαμε, ας το χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον».

Η Τζέην κούνησε το κεφάλι της, γύρισε το κλειδί μέσα στην κλειδαριά κι έσπρωξε την πόρτα. Ακριβώς από πίσω, μέσα στο βρωμερό σκοτάδι, στεκόταν ένα φρικιαστικό, λεπιδωτό τέρας - μισό άνθρωπος, μισό δράκος - που σήκωνε απειλητικά το απαίσιό του χέρι. H Τζέην πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. «Βίκτορ», είπε. «Βίκτορ

«Με συγχωρείς», μουρμούρισε ο Ρόαν. Σταμάτησε το μυαλό του, κάτι που του προκάλεσε πόνο, και το πλάσμα εξαφανίστηκε μονομιάς.
«Χάνεις τον έλέγχό σου». Η Τζέην έκανε δυο βήματα, πέρασε από το σημείο όπου πριν από λίγο στεκόταν το φάντασμα, και πέταξε τη βαλίτσα της πάνω στο κρεβάτι. «Αυτό δεν είναι σημάδι ότι ήρθε πια ο καιρός να τα παρατήσεις;»

«Πώς να τα παρατήσω ρε διάολε;» Ο Ρόαν έδωσε μια κλωτσιά στην πόρτα για να κλείσει, πέταξε τις βαλίτσες και ξάπλωσε στο διπλανό κρεβάτι. Το μαλακό, σαν καρύδι, εξόγκωμα στο πάνω μέρος του κεφαλιού του παλλόταν ασταμάτητα, τον πονούσε και του έφερνε μια γενική ανησυχία. Έβαλε πάνω το χέρι του κι ένιωσε την αφύσικη εκείνη ζέστη να απλώνεται σε ολόκληρο το κοντοκουρεμένο κρανίο του. Προσπάθησε να χαλαρώσει.

«Βίκτορ, δεν είσαι σε θέση ν' αγωνιστείς απόψε». Η Τζέην του είχε μιλήσει με απαλή φωνή καθώς γονάτιζε δίπλα του στο κρεβάτι. Ένιωσε τη ζέστη της φωνή και γύρισε προς το μέρος της. Τα χρόνια είχαν λειάνει την αρχική ομορφιά του προσώπου της μεταβάλλοντάς τη σε μια έκταση από τσιτωμένο δέρμα που ο Ρόαν έβλεπε σαν καλαισθησία.
«Είμαι εντάξει», είπε. «Αν νικήσω τον Γκρούμαν απόψε, τα λεφτά που θα πάρω θα μας φθάσουν να...» Σταμάτησε να μιλάει καθώς πρόσεξε ότι η Τζέην κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι της.

«Βίκτορ, έχεις χάσει τους δώδεκα τελευταίους αγώνες. Κι όλους με αντίπαλους της τρίτης κατηγορίας. Κι ο Γκρούμαν υποτίθεται ότι είναι καλός».
«Ίσως να μην είναι και τόσο καλός».
«Απέναντί σου είναι πολύ καλός». Δεν υπήρχε κακία ή κάποια μομφή στα λόγια της. «Πριν από πέντε χρόνια ήταν τελείως διαφορετικά τα πράγματα, αλλά τώρα... Θέλω να πω, δεν καταλαβαίνω πώς κατάφερε ο Σάμυ να σου κλείσει αυτό τον αγώνα».
«Τότε ξέρεις σε ποιον πρέπει να ποντάρεις». Ο Ρόαν αναφερόταν στο μικρό τελετουργικό στοίχημα της γυναίκας του, που εδώ και πολύ καιρό είχε μετατραπεί σε χρηματική θυσία.
«Ποτέ», του είπε. «Aντε, ξεκουράσου τώρα».

Ο Ρόαν έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να κοιμηθεί, όμως τα νεύρα του ήταν πολύ τεντωμένα από τον αγώνα που θα ακολουθούσε σε λίγες ώρες. Ένιωθε μια ταραχή, μιαν ασταμάτητη κυκλοφορία κατά μήκος των νευρώνων του, και όσο για τον εξωτερικό φλοιό του εγκεφάλου του - το μέρος από όπου πήγαζε εκείνη η υπερφυσική δύναμη -αυτός έμοιαζε να κουλουριάζεται στο κρανίο σαν κάποιο μικροσκοπικό ζωάκι με μια ζωή ολότελα διαφορετική από τη δική του, να μηχανορραφεί και να ονειρεύεται...

Το ταξί μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Σάμυ Κλινγκ, και που τον κατέβαζε τώρα στην πόλη, ήταν παλιό και πριν ακόμη του αλλάξουν τη μηχανή εσωτερικής καύσης για να του βάλουν κίνηση με μπαταρία, Βρισκόταν βυθισμένος στο στενό πίσω κάθισμα χαζεύοντας τους βρωμερούς δρόμους με μάτια που είχαν χάσει αρκετή από τη συνηθισμένη τους γυαλάδα. Πώς γίνεται, αναρωτήθηκε, τόσες ωραίες πόλεις να διαλύθηκαν στη Μεγάλη Σκόνη κι αυτός εδώ ο βόθρος να έμεινε απείραχτος;

Ήταν ένα σκληρό κι ασυγκίνητο ανθρωπάκι, συνήθως απρόσβλητο από τα όσα συνέβαιναν γύρω του, όμως τώρα φαινόταν ευάλωτο, κι αυτό εξαιτίας εκείνου του τηλεφωνήματος που είχε πάρει λίγα λεπτά πιο πριν. Είχε κρατήσει γύρω στα είκοσι δευτερόλεπτα και δεν περιλάμβανε παρά μια λακωνική εντολή του Τακς Ράφαελ, του ατζέντη του Γκρούμαν, να τον συναντήσει επειγόντως στο ξενοδοχείο του. Ο Ράφαελ είχε κιόλας κατεβάσει το ακουστικό χωρίς να περιμένει τη συναίνεση του Κλινγκ.

Το γεγονός ότι ανεχόταν μια τέτοια συμπεριφορά, διαπίστωνε με θλίψη ο Κλινγκ, έδειχνε από μόνο του πόσο πολύ είχε κατρακυλήσει σε τούτο τον κόσμο. Κάποτε εξουσίαζε τέσσερις αθλητές, κι όλους τους καλούς, τώρα όμως ο ένας είχε πεθάνει και δυο άλλοι είχαν ξοφλήσει. Ο τελευταίος που του απέμενε, ο Βικ Ρόαν, έχανε σταθερά τις δυνάμεις του και σίγουρα θα έπρεπε να έχει βγει στον πάγκο εδώ και πολλά χρόνια. Φυσικά ο Κλινγκ είχε φέρει καινούριους, όμως η κρίση του δεν ήταν όπως παλιά - ή το παιχνίδί είχε πάρει άλλη τροπή τώρα - πάντως οι καινούριοι δεν είχαν καταφέρει και πολλά πράγματα. Τώρα πλήρωνε για την κατάντια του - ζούσε σε μίζερα ξενοδοχεία, έτρωγε συνθετικές αηδίες κι έπρεπε να τρέχει σαν το σκυλί κάθε φορά που άνθρωποι σαν τον Τακς Ράφαελ κουνούσαν το μικρό τους δαχτυλάκι.

Όταν το ταξί σταμάτησε μπροστά στην είσοδο του Σέρατον, πλήρωσε χωρίς αντιρρήσεις το υπέρογκο ποσό που του ζήτησε o ταξιτζής και μπήκε μέσα. Η σουίτα του Ράφαελ βρισκόταν μόλις στον τέταρτο όροφο, όμως ο Κλινγκ προτίμησε να πληρώσει κάτι για το ασανσέρ παρά να ανεβεί με τα πόδια. Δυο σκληρές φάτσες τον οδήγησαν στο καλοφωτισμένο ασημί δωμάτιο όπου αναπαυόταν ο μεγάλος Ράφαελ στο βάθος μιας τεράστιας πολυθρόνας με το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι. Ο Ράφαελ είχε παχύνει αρκετά στα χρόνια που είχε να τον δει ο Κλινγκ, παρ' όλα αυτά την προσοχή του τράβηξε ο νεαρός που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο. Με σουλούπι που θύμιζε τους παλιούς μποξέρ παρά τους πολεμιστές ονείρων, ο Φέρντι Γκρούμαν είχε γκρίζα ξεπλυμένα μάτια και λευκές βλεφαρίδες. Σε αντίθεση με τη γεροδεμένη κατασκευή του, το στόμα του ήταν μικρό και μάλλον γυναικείο με μια μόνιμη έκφραση αηδίας. Το κρανίο του ήταν ξυρισμένο για να διακρίνεται εύκολα το ακανόνιστο καρούμπαλο του εξωεγκεφάλου του στο πάνω μέρος του κρανίου.

Ο Κλινγκ τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, κατόπιν - όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν - ένιωσε μια παγερή αίσθηση απειλής, μιαν έντονη προβολή μίσους, κι αμέσως κατάλαβε ότι o Γκρούμαν ήταν μια περίπτωση μεθοριακής ψύχωσης, ένας άνθρωπος που ο κυριότερος λόγος που αγωνιζόταν ήταν γιατί τα τέρατα κατάτρωγαν την ψυχή του. Τράβηξε αλλού το βλέμμα του, και πρόσεξε ότι τα βυσσινιά χείλια του Γκρούμαν συσπάστηκαν με ικανοποίηση.

Καημένε Ρόαν, σκέφτηκε ο Κλινγκ. Ο καλός, φτωχός, ξοφλημένος μας Ρόαν δεν έχει την παραμικρή ελπίδα απόψε. Σήμερα θα πάρει τη χαριστική του βολή.

Οι σκέψεις αυτές έφεραν στην επιφάνεια κάποια αισθήματα ενοχής για το επάγγελμα που έκανε. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη Μεγάλη Σκόνη εμφανίστηκαν διάφορα είδη μεταλλαγμένων ανθρώπων, όλα τους με το χαρακτηριστικό εξόγκωμα στο κεφάλι που οφειλόταν σε μια υπερτροφία του εγκεφαλικού φλοιού, ο οποίος, μη χωρώντας πια μέσα στο κρανίο, έβρισκε διέξοδο από την πηγή και αναπτυσσόταν εξωτερικά. Υπήρχαν οι κανονικοί τηλεπαθητικοί - πολλούς από τους οποίους τους είχαν σκοτώσει πριν προλάβει ο ΟΗΕ να τους προστατεύσει με ειδικά μέτρα - οι μάντεις, καθώς κι εκείνοι που παρουσίαζαν μια περιορισμένη ικανότητα τηλεκίνησης. Με το έναν ή τον άλλον τρόπο είχαν όλοι τους καταφέρει να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην κοινωνία, με το αζημίωτο βέβαια. Συγχρόνως όμως υπήρχε και μια άλλη ομάδα που εκ φύσεως δεν γινόταν να καταταχθεί κάπου, η ομάδα των Αταξινόμητων, που περιλάμβανε και εκείνους που είχαν τη δύναμη να κάνουν τους άλλους να βλέπουν πράγματα που δεν υπάρχουν.

Αυτοί λειτουργούσαν με τον μερικό ενστικτώδη έλεγχο των ενεργειακών πεδίων που τους περιέβαλλαν. Οι εικόνες που δημιουργούσαν μπορούσαν ακόμη και να φωτογραφηθούν, όμως επειδή υπεισερχόταν και το στοιχείο της τηλεπάθειας, τα οράματα αυτά ήταν πολύ πιο ρεαλιστικά στο γυμνό μάτι παρά στη φωτογραφική τους αποτύπωση. Στο σημερινό μας κόσμο όπου όλα πάνω-κάτω έχουν ειπωθεί, εκποιηθεί και χρησιμοποιηθεί, μια ευκαιρία σαν κι αυτή δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Η ιδέα για ένα καινούριο παιχνίδι είχε κιόλας γεννηθεί και μαζί με αυτήν και η κάστα των πολεμιστών των ονείρων. Υπήρχαν χώρες όπου το παιχνίδι αυτό είχε απαγορευτεί εξαιτίας της ψυχολογικής φθοράς που προκαλεί στους αθλητές, και - μπροστά στην τρομερή παρουσία του Γκρούμαν - ο Κλινγκ καταλάβαινε καλά το γιατί...

«Γεια σου, Σάμυ», του είπε ο Ράφαελ κατεβάζοντας το ακουστικό. «Τι χαμπάρια;»
«Μια χαρά, Τακς. Μια χαρά».
Ο Ράφαελ χαμογέλασε, αμφιβάλλοντας φυσικά για τη δήλωση του Κλινγκ. «Το γνώρισες τ' αγόρι, τον Φέρντυ;»
«Όχι. Γεια σου». Ο Κλινγκ κούνησε το κεφάλι του προς τη μεριά του Γκρούμαν κι αμέσως γύρισε αλλού τη ματιά του. Δεν είχε καμιά όρεξη να ξανασυναντήσει εκείνο το κακόβουλο βλέμμα. Έτσι κι αλλιώς ο Γκρούμαν δεν καταδέχτηκε καν να τον ξανακοιτάξει.

Το χαμόγελο του Ράφαελ φάρδυνε απότομα. «Ο Φέρντυ μου θα είναι το επόμενο τσαμπιόνι της περιοχής και θα τον στείλω στους τελικούς πριν τελειώσει αυτός ο χρόνος».
«Τόσο γρήγορα;» ρώτησε με ψευτοαπορία ο Κλινγκ ξέροντας πολύ καλά τις ικανότητες του Τακς Ράφαελ.
«Βάλε στοίχημα αν θες. Να γιατί πρέπει να κερδίσει τους επόμενους δέκα αγώνες μέσα στις επόμενες πέντε βδομάδες. Αυτό είναι. το σχέδιό μου και δεν το ρισκάρω καθόλου. Καθόλου».
Ο Κλινγκ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Εμένα γιατί θέλησες να με δεις;»
«Ακου. Απόψε ο Φέρντυ θα διαλύσει τον Βικ Ρόαν, αλλά επειδή έχουνε μπει χοντρά λεφτά στη μέση, σου δίνω δυο χιλιάρικα. Έτσι, για ασφάλεια. Με πιάνεις, φαντάζομαι».

Ο Κλινγκ έκανε τρομερές προσπάθειες να κρύψει το πράγμα που τον χτύπησε ξαφνικά στο στήθος. «Θες δηλαδή να βάλω τον Βικ να χάσει το παιχνίδι;»
«Δεν τον βάζεις να χάσει κανένα παιχνίδι», εξήγησε ο Ράφαελ με προσποιητή υπομονή. «Απλά, είμαι γενναιόδωρος. Δίνω από ένα χιλιάρικο στον καθένα σας για να δεχθείτε χαρούμενα την ήττα».
«Πάει στράφι το χρήμα», μουρμούρισε μονότονα ο Γκρούμαν. «Θα του κάνω το μυαλό κιμά και θα του το βγάλω από τα μάτια». Ο Ράφαελ του έκανε νόημα να το βουλώσει. «Λοιπόν, τι λες Σάμυ;»

Ο εγκέφαλος του Κλινγκ ανέλυε την κατάσταση με κρυογονική αποδοτικότητα. Έτσι κι αλλιώς ο Ρόαν θα έχανε. Η φήμη του μέρα με τη μέρα λιγόστευε. Είχε φτάσει στο σημείο να δυσκολεύεται πια να του κλείσει αγώνες. 'Ηταν τόσο σίγουρος ότι θα έχανε κι απόψε που δεν υπήρχε λόγος να του μιλήσει για το στήσιμο. Και με δυο χιλιάδες μόνιτς στην τσέπη, αυτός, ο Σάμυ Κλινγκ, θα μπορούσε άνετα να παρατήσει τα παιχνίδια και να βρει κάτι άλλο που θα του ξανάδινε τη δόξα και μια κάποια μεγαλύτερη ασφάλεια. Η απόφαση που έπρεπε να πάρει δεν ήταν καθόλου δύσκολη.

«Έγινε, Τακς», είπε τελικά. «Δύο, το νούμερο;»
«Όλα εδώ μέσα». Ο Ράφαελ έβγαλε ένα μακρόστενο φάκελο από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και τον έδωσε στον Κλινγκ.
«Ευχαριστώ, Τακς». Ο Κλινγκ γύρισε να φύγει και είχε σχεδόν φτάσει μέχρι την πόρτα όταν άκουσε τον Ράφαελ να του φωνάζει από την άλλη άκρη του δωματίου.
«Σάμυ! Ο Βικ Ρόαν ήταν καλός κάποτε, έτσι δεν είναι;»
«Έτσι λεει ο κόσμος».
«Απλά να θυμάσαι ότι εσύ κι ο Ρόαν έχετε πάρει τα λεφτά μου», είπε ο Ράφαελ. «Σας αγόρασα. Κι αν γίνει καμιά στραβή απόψε, να το ξέρεις, θα σας περάσω και τους δυο από τη μηχανή του κιμά. Το 'πιασες;»
Ο Κλινγκ κούνησε σιωπηλά το κεφάλι του και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο.


Ο Ρόαν χτένισε λίγο τα μαλλιά του προσπαθώντας να μην ακουμπήσει το καρούμπαλο, που τώρα τον έκαιγε για τα καλά, και γύρισε προς τη μεριά της γυναίκας του. «Θα'ρθεις στον αγώνα;»
«Γιατί; Για να'χεις κάποιον να σε κουβαλάει μετά;» Η Τζέην έβγαλε ένα σύννεφο καπνού από τα πνευμόνια της. «Όχι, ευχαριστώ».
«Μονάχα μια φορά μ' έχουν βγάλει σηκωτό».
«Δεν έχει σημασία. Εξάλλου έχω ακούσει πώς πολεμά ο Γκρούμαν και δεν έχω καμία όρεξη να το δω κιόλας». Συνέχισε να ξεφυλλίζει το περιοδικό της με μια μελετημένη αδιαφορία. Η Τζέην πάντα έδειχνε νευρική πριν από κάθε αγώνα, όμως αυτή τη φορά υπήρχε κάτι στον τρόπο της που έκανε τον Ροάν να ανησυχήσει.

«Εδώ δεν θα'σαι όταν θα γυρίσω;»
«Δεν έχω πού αλλού να πάω, Βίκτορ».

«Θα...» Ο Ρόαν παράτησε την προσπάθεια να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Έκλεισε πίσω του την πόρτα και κατέβηκε τους τρεις ορόφους για να συναντήσει τον Σάμυ Κλινγκ που τον περίμενε έξω με το ταξί. Ο ανθρωπάκος φαινόταν εντελώς φυσιολογικός, όμως ένα ανεπαίσθητο σήμα από τον εξωεγκέφαλο του Ρόαν τον έκανε να καταλάβει πως ο Κλινγκ είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του.

«Όλα εντάξει; Σάμυ;» του πέταξε καθώς έμπαινε βιαστικά στο ταξί.
«Εγώ-, εντάξει», του απάντησε ενοχλημένα ο Κλινγκ. «Για σένα ανησυχώ κάπως».
«Γιατί;»
«Δεν μ' αρέσουν κάποια πράγματα που ακούω για τον Γκρούμαν. Ακου Βικ, άμα δεις ότι πάει να στη φορέσει - παράτα τον, δεν υπάρχει λόγος να σακατευτείς. Χέσ' τον, υποκλίσου και κατέβα κάτω».
Ο Ρόαν ενοχλήθηκε. «Μα τι έχετε πάθει όλοι σας με τον Φέρντυ Γκρούμαν;»
«Αποψη μου είναι ότι δεν αξίζει να ρισκάρεις τα μυαλά σου, αυτό σου λεω μονάχα», μουρμούρισε ο Κλινγκ. «Εσύ έχεις βέβαια το δικαίωμα να κάνεις ό,τι γουστάρεις».

«Το ξέρω ότι το έχω». Ο Ρόαν έγειρε πίσω στο κάθισμα και δεν ξανάνοιξε το στόμα του μέχρι να φθάσουν στο στάδιο. Ήξερε ότι θα έχανε για μια ακόμη φορά, ότι δεν είχε πια την ορμή εκείνη που παλιά του χάριζε τις νίκες, παρ' όλα αυτά όμως κάποιο απομεινάρι του παλιού του εαυτού απεχθανόταν να τον ξεγράφουν έτσι, με μια τέτοια ευκολία. Η διεστραμμένη ιδέα να νικήσει τον Γκρούμαν μόνο και μόνο για να δει τα μούτρα της Τζέην όταν θα της το έλεγε, πέρασε αστραπιαία από το νου του.

Πέρασε όσο πιο γρήγορα γινόταν τις τυπικότητές κατά την είσοδό του στο φωταγωγημένο στάδιο κι ένιωσε πολύ καλύτερα όταν βρέθηκε μόνος του μέσα στο δωματιάκι. Αυτό αποτελούσε απαράβατο κανονισμό του παιχνιδιού - ο αγωνιζόμενος δεν έπρεπε να δει καθόλου τον αντίπαλό του πριν την έναρξη του παιχνιδιού, ειδικά τα τελευταία λεπτά πριν από τον πρώτο γύρο όπου ο ανταγωνισμός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και ήταν εύκολο να χαθεί η αυτοσυγκέντρωσή τους. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και μισοένιωσε, μισοάκουσε τις κραυγές του πλήθους από την αρένα που βρισκόταν από πάνω του. Ο Γκρούμαν κι αυτός ήσαν τέταρτοι στο πρόγραμμα της ημέρας, καλή θέση, αφού το κοινό θα είχε ήδη ζεσταθεί από τις προηγούμενες αναμετρήσεις. Μένοντας εντελώς ακίνητος, σχεδόν χωρίς να αναπνέει, ο Ρόαν ετοιμάστηκε για τη μάχη.

Όταν ακούστηκε το σινιάλο - ένα διπλό καμπανάκι από το μεγάφωνο που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο - σηκώθηκε χωρίς να βιάζεται, βγήκε έξω στο διάδρομο και πλησίασε προς τη ράμπα που οδηγούσε στην αρένα. Ένας γεροδεμένος άντρας, που στο πρόσωπό του αναγνώρισε τον Γκρούμαν, έβγαινε την ίδια στιγμή από έναν άλλο διάδρομο κι έφτανε συγχρόνως μ' εκείνον στο πρώτο σκαλί της ράμπας. Ο Ρόαν διαισθάνθηκε αμέσως την παγερή αύρα του αντιπάλου του, όμως πέρασε ανενόχλητα από μέσα της όπως ένας κολυμβητής που συναντά ένα παγωμένο κύμα και του άπλωσε το χέρι.
«Έχω ακούσει πολλά για σένα», του είπε.

Ο Γκρούμαν κοίταξε την ανοιχτή παλάμη και κάνοντας μιαν αστραπιαία προβολή, εμφάνισε πάνω της μια καφετιά αχνιστή κουράδα. Η εικόνα παραήταν κοντά στη σφαίρα επιρροής του Ρόαν για να μπορέσει να κρατηθεί παραπάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου πριν αυτός την εξαφανίσει, όμως το νοητικό σοκ που τη συνόδευε ήταν τόσο γερό όσο και μια γροθιά στα μούτρα. Αγέλαστος, με τα χλωμά του μάτια ανέκφραστα, ο Γκρούμαν ανέβηκε τα σκαλιά. Ο Ρόαν τον ακολούθησε, χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι εκείνη τη στιγμή τους ανήγγελλαν τα μεγάφωνα του σταδίου, καταριώντας τον εαυτό του που είχε χαρίσει, έτσι χαζά, την ευκαιρία στον Γκρούμαν να πάρει το ψυχολογικό προβάδισμα.

Στο πάνω μέρος της ράμπας βρίσκονταν δυο χαμηλές κυκλικές βάσεις, μία σε κάθε μεριά. Ο Γκρούμαν πήγε προς την αριστερή. Ο Ρόαν τράβηξε προς τα δεξιά και θα πρέπει να απείχε κανα-δυο βήματα από τη βάση του όταν ξαφνικά έγινε σιωπή που πολύ γρήγορα την έσπασε η διαπεραστική στριγκλιά μιας γυναίκας. Γύρισε απότομα και βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν τεράστιο δαίμονα τουλάχιστο δέκα μέτρα ψηλό.

Πάνω από το τραπέζι των διαιτητών άρχισε να αναβοσβήνει ένα κόκκινο φως που έδειχνε ότι ο Γκρούμαν έχανε κάποιους πόντους, αφού είχε ξεκινήσει πριν δοθεί το σήμα. Οι αισθήσεις του Ρόαν μούδιασαν απότομα από την αληθοφάνεια του τέρατος που ορθωνόταν από πάνω του. Είχε δει τέρατα και τέρατα στη διάρκεια της καριέρας του, όντα σχεδιασμένα για να προκαλέσουν φόβο και να αδυνατίσουν την ψυχολογική αντίσταση του αντιπάλου, αλλά τούτο εδώ ήταν το κάτι άλλο. Το πρόσωπό του ήταν ένα συνονθύλευμα από ανθρώπινα και ζωώδη χαρακτηριστικά, από στοιχεία που δεν είχε γνωρίσει ποτέ η γη. Το σώμα του ήταν γκροτέσκο, παραμορφωμένο, παρ' όλα αυτά διατηρούσε κάποια εξωγήινη συμμετρία - κατάμαυρο, δυνατό, με τούφες από τρίχες σε μερικά σημεία κι εντελώς γυμνό και γυαλιστερό σε άλλα. Αλλά πάνω από όλα ο δαίμονας εκείνος ήταν παράφορα πρόστυχος με κάτι τεράστια σηκωμένα γεννητικά όργανα και μια λεπτομέρεια στην τρισδιάστατη απόδοσή τους που μπορούσε να λυγίσει την ψυχική αντίσταση και του πιο γερού αντιπάλου. Ο Ρόαν βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το φάντασμα και δέχτηκε ολόκληρη την προβαλλόμενη δύναμη που εξέπεμπε.

Οπισθοχώρησε, από καθαρό ένστικτο, και πλησίασε τη βάση του εντελώς απρόθυμος να συνεχίσει τον αγώνα. Αυτό σήμαινε ότι θα δεχόταν να μπει σε μια παράξενη σχέση οικειότητας με τον δημιουργό του δαίμονα, κι αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν ήθελε. Στα πρώτα εκείνα δευτερόλεπτα σκέφτηκε σοβαρά να εγκαταλείψει και να κατεβεί από τη βάση του. Μετά όμως κατάλαβε ότι αντιδρούσε όπως ακριβώς είχε σχεδιάσει ο αντίπαλός του - ό,τι δεν έπρεπε ποτέ να κάνει ένας πολεμιστής ονείρων. Εκεί στηριζόταν άλλωστε κι όλη η ιδέα αυτού του παιχνιδιού - στη δύναμη του εφιάλτη, στη βίαιη κατάκτηση του νου με μοναδικό όπλο τον τρόμο.

Μέθοδοι αποκτημένες από την πολύχρονη εμπειρία του τον έβαλαν να δοκιμάσει να τρυπήσει με αόρατα νήματα τον πανύψηλο δαίμονα, αλλά βρήκε ότι η εικόνα ήταν συμπαγής. Αυτό σήμαινε ότι ο Γκρούμαν τα έπαιζε όλα για όλα, ότι σκόπευε να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις σε έναν και μοναδικό πρωταγωνιστή, με τον οποίο πόνταρε να κερδίσει το παιχνίδι. Η ανακάλυψη αυτή έκανε εντύπωση στον Ρόαν, γιατί φανέρωνε έλλειψη ελαστικότητας, που ήταν επικίνδυνη για τον οποιοδήποτε πολεμιστή που στόχευε κάπου ψηλά. Συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις, άνοιξε το φράγμα του μυαλού του κι έβγαλε από εκεί μέσα έναν καμπουριαστό, φολιδωτό δεινόσαυρο με μπόι ανάλογο με του δαίμονα, αλλά πολύ πιο ογκώδη από κείνον. Ένα κύμα επιδοκιμασίας ξεχύθηκε από τα πλήθη.

Ο Ρόαν έκανε το δεινόσαυρό του να κινηθεί προς το αντίπαλο τέρας, όμως ο μαύρος δαίμονας - με μια απίστευτη ταχύτητα - τίναξε την κοφτερή άκρη του χεριού του προς το λαιμό του. Η κίνηση ήταν τόσο φυσική, μια τόσο μελετημένη και πειστική απομίμηση της πραγματικότητας, που για μια στιγμή ο Ρόαν πείστηκε, και έχοντας πειστεί - έχασε τον έλεγχο της δικής τους προβολής. Ένας τεράστιος όγκος από σκούρο αίμα τινάχτηκε από το δεινόσαυρο και το θηρίο σωριάστηκε κάτω ακέφαλο. Αμέσως ο Ρόαν εξαφάνισε το τέρας που σπαρταρούσε ενώ συγχρόνως προσπάθησε να εξουδετερώσει το φόβο του. Τη στιγμή που σκοτωνόταν ο δεινόσαυρος ήταν απροετοίμαστος, με αποτέλεσμα το ασυνείδητό του να νιώσει τι σημαίνει να σε ξεσκίζουν μαχαίρια φτιαγμένα από οργανική ουσία. Ένας απρόσκλητος φόβος, παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες να τον εμποδίσει, άρχισε να ορθώνεται σιγά-σιγά μέσα του.

Ο δαίμονας δίπλωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι εν είδη σιωπηλού θριάμβου, και ένας μικροσκοπικός Γκρούμαν μιμήθηκε τις κινήσεις του, σαν μια μαριονέτα που στριφογυρίζει στα πόδια του αφέντη της.

Ο Ρόαν πίεσε τον εαυτό του να αγωνιστεί. Ο εξω-εγκέφαλός του είχε πάρει φωτιά και παλλόταν αγωνιωδώς, όμως κατάφερε να τον υποτάξει, και - ίσως αντιδρώντας στη συσχέτιση του δαίμονα με το κακό - παρουσίασε στη σκηνή έναν γιγάντιο ιππότη με μεσαιωνική περιβολή. Ο πολεμιστής του ήταν οπλισμένος με ένα δίκοπο σπαθί που άρχισε να το κουνά απειλητικά μπροστά στο δαίμονα, όμως τα χτυπήματά του ποτέ δεν άγγιξαν το τέρας. Ο δαίμονας ήταν εξαιρετικά γρήγορος. Ο Ρόαν πάλι τον είδε σαν πραγματικό και ξανάχασε τον έλεγχό του. Η γυαλιστερή πανοπλία του ιππότη σκίστηκε σαν χαρτί, το αίμα τινάχτηκε από μέσα, κι ένα ακόμη κομμάτι του Ρόαν πέθανε άδοξα.

Μετά από αυτό δοκίμασε έναν δικέφαλο πύθωνα ο οποίος κομματιάστηκε εν ριπή οφθαλμού, πριν καλά-καλά προλάβει να υλοποιηθεί γύρω από το λαιμό του δαίμονα. Καθώς και ένα φτερωτό ον σαν νυχτερίδα που κι αυτό ο δαίμονας του Γκρούμαν το διαμέλισε με καταπληκτική ευκολία.

Κάθε φορά που ο Ρόαν δεν κατάφερνε να απαγκιστρωθεί έγκαιρα από την προβολή του, η νευρολογική τιμωρία που τον περίμενε τον έκανε να γονατίζει στο δάπεδο. Ο εξω-εγκέφαλός του είχε γίνει μια μάζα από διάπυρο μέταλλο που τιναζόταν έξω από το κρανίο. Έπιασε και με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, τρίκλισε πέρα-δώθε έτοιμος να σωριαστεί κάτω και κοίταξε τριγύρω μέσα απο τα μισόκλειστα μάτια του. Το πλήθος, νιώθοντας ότι πλησίαζε η στιγμή της κρίσης, βουβάθηκε εντελώς.

Είναι η ώρα να κατεβείς, είπε ο Ρόαν στον εαυτό του. Δεν υπάρχει λόγος να πεθάνεις ξανά. Βγες έξω απο τη Βάση, κι όλα θα τελειώσουν. Παράτα τα και τράβα να ξεκουραστείς. Το τρίκλισμά του έγινε πια ανεξέλεγκτο καθώς το σώμα του, που ελάχιστα γνώριζε από αξιοπρέπειες και εγωισμούς, πολεμούσε ενάντια στις επιταγές της διάνοιας.

«Αντε ρε γέρο, δεν θα πέσεις κάτω;» Ο συριχτός ψίθυρος του Γκρούμαν έφτασε ως τα αυτιά του μέσα από αποστάσεις διαστρικές. «Πέσε επιτέλους κάτω. Είναι ευκαιρία τώρα».

Ο Ρόαν τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. Όλοι περίμεναν να κάνει αυτό ακριβώς το πράγμα. Η Τζέην. Ο Σάμυ. Ο Γκρούμαν. Όλοι τους ήθελαν να σωριαστεί κάτω. Από μια μεριά φαινόταν πολύ ωραία ιδέα, αλλά πάλι...

Ο Ρόαν εστίασε τη ματιά του στην αντίπαλη βάση και τότε διαπίστωσε κάτι πολύ ασυνήθιστο. Πρόσεξε ότι ο Γκρούμαν συγκέντρωνε την προσοχή του πάνω στον Ρόαν, ενδίδοντας σε μια προσωπική έχθρα, αντί να προσέχει την εικόνα που είχε δημιουργήσει. Ο Ρόαν κοίταξε κατά πάνω κι είδε πως ο δαίμονας είχε αρχίσει κάπως να ξεθωριάζει, πως κάποιες από τις καταπιεστικές του λεπτομέρειες είχαν αρχίσει να σβήνουν. Περίμενε για ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο, ενώ την ίδια στιγμή καλούσε από τα βάθη της μνήμης του έναν παλιό φίλο - κάποιον που πολλές φορές στο παρελθόν είχε καθαρίσει για πάρτη του.

Ο Βαλέριος ήταν ένας μισθοφόρος, ένας επαγγελματίας στρατιώτης, ένας βετεράνος γεμάτος ουλές που είχε πολεμήσει με τρεις διαφορετικές λεγεώνες στη Συρία, τη Γαλικία και τη Βρετανία. Είχε αντέξει στη βροχή, το χιόνι και τον καύσωνα της ερήμου με την ίδια απαράμιλλη στωικότητα και είχε πετσοκόψει τους διάφορους εχθρούς της Ρώμης με αμερόληπτη αποδοτικότητα, χωρίς να έχει νοιαστεί ποτέ αν φορούσαν μετάξια ή προβιές, χωρίς να έχει ενδιαφερθεί για το ποιοι θεοί πίστευαν εκείνοι οι εχθροί ότι τους χάριζαν την προστασία τους. Ήταν ένας άντρας ασυγκίνητος, χωρίς ίχνος φαντασίας - απλός, λειτουργικός κι ασυμβίβαστος σαν το κοντό σπαθί που κουβαλούσε - που επιπλέον, σε όλα εκείνα τα χρόνια που είχε υπηρετήσει, δεν είχε συναντήσει ποτέ του ένα ον που να είχε καταφέρει να επιζήσει μετά από το μπήξιμο της σιδερένιας του λάμας μέσα στην κοιλιά του. Και κάτι τέτοιο, όπως έβλεπε τα πράγματα ο Βαλέριος, σήμαινε ότι ένα τέτοιο ον δεν μπορούσε να υπάρξει.

Ο Ρόαν - ξέροντας απέξω κάθε του λεπτομέρεια, κάθε τι που τον προσδιόριζε επακριβώς στο χώρο, το κάθε κομματάκι από την πανοπλία εκείνου του λεγεωναρίου-τον υλοποίησε μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου. Ήταν πολύ μικρότερος από τον δαίμονα, σημάδι ότι η δύναμη του Ρόαν είχε σχεδόν ξοδευτεί, όμως το σπαθί του ήταν μυτερό και το χτύπημα που επιχείρησε γρήγορο και διεξοδικό. Η λάμα καρφώθηκε βαθιά μέσα στη προτεταμένη κοιλιά του δαίμονα κάνοντας να χυθούν όλα τα πυώδη υγρά που συγκρατούσε. Ο Ρόαν άκουσε τον Γκρούμαν να μουγκρίζει από πόνο κι έκπληξη κι αμέσως κατάλαβε ότι ο νεαρός απέναντί του δεν είχε δοκιμάσει ξανά το νευρολογικό σοκ.

Δες τώρα τη γλύκα, σκέφτηκε με μια ασυνήθιστη γι' αυτόν σκληρότητα, κατευθύνοντας προς τον δαίμονα μια σειρά από απανωτά χτυπήματα που με τη σειρά τους μεταβιβάστηκαν πάνω στον δημιουργό του κάνοντάς τον να διπλωθεί στα τέσσερα από το συμπαθητικό σοκ που προκαλούσαν. Ο Γκρούμαν γύρισε τη ματιά του κατά πάνω οδηγώντας τον μαύρο δαίμονα καθώς ετοιμαζόταν να ανταποδώσει το χτύπημα, όμως ο Βαλέριος - που προστατευόταν άριστα από τη μακριά ρωμαϊκή ασπίδα - τον χτύπησε πρώτος στο πρόσωπο με κλινική σχεδόν ακρίβεια.

Ο Γκρούμαν τινάχτηκε πίσω και σωριάστηκε κάτω. Ο δαίμονάς του εξαφανίστηκε τη στιγμή που αυτός σωριαζόταν στο δάπεδο.
Ο αγώνας είχε τελειώσει.

Παρά την εξάντλησή του, ο Pόαv κράτησε τον Βαλέριο για αρκετή ακόμα ώρα ώστε να δεχθεί θριαμβευτικά τις επιδοκιμασίες του πλήθους με το σπαθί του υψωμένο. Μετά τον διέλυσε σταδιακά. Δεν έπρεπε να μας ξεγράψουν, είπε στον πολεμιστή που σιγά-σιγά έσβηνε. Δεν πρέπει ποτέ να ξεγράφουν έναν άνθρωπο.

Ήταν πια αργά, και το στάδιο είχε από ώρα αδειάσει, όταν ο Ρόαν τελείωσε με τους τοπικούς αθλητικογράφους. Είχε φάει και αρκετή ώρα προσπαθώντας να βρει τον Σάμυ Κλινγκ. Τελικά πήγε μόνος του στο γραφείο του διοργανωτή για να πάρει τα λεφτά του, μια επιταγή για πεντακόσια μόνιτς. Παραξενεμένος από την απουσία του Σάμυ, ο Ρόαν κάθισε μερικά λεπτά στα σκαλιά της εισόδου και τον περίμενε, κουνώντας κάθε τόσο το κεφάλι του στους υπαλλήλους που τον αποχαιρετούσαν, κι ενώ από πίσω του το στάδιο βυθιζόταν τμηματικά στο σκοτάδι. Σκέφτηκε να πάρει ταξί, αλλά μετά αποφάσισε να περπατήσει ώς το ξενοδοχείο μήπως και του περάσει ο πονοκέφαλος. Η γεύση της νίκης ήταν λιγότερο ευχάριστη από ότι νόμιζε ότι τη θυμόταν.

Αναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε προς τα βόρεια μέσα από ένα σκοτεινό σοκάκι.

Το αυτοκίνητο πλησίασε δίπλα του με μια γατίσια γρηγοράδα, με τα στιλπνά του λαγόνια ραντισμένα από τη βροχή, και από μέσα του ξεπετάχτηκαν τέσσερις άντρες. Κύκλωσαν τον Ρόαν χωρίς να πουν κουβέντα. Καταλαβαίνοντας τους σκοπούς τους έβαλε το κεφάλι κάτω και προσπάθησε να τρέξει, αλλά δυο από τους άντρες πρόλαβαν και τον χτύπησαν με κάτι που το ένιωσε σαν σιδερένιες γροθιές. Σωριάστηκε κάτω. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα τον είχαν τραβήξει σε ένα απόμερο δρομάκι όπου και έζησε κάποιες πολύ εφιαλτικές στιγμές, όταν δηλαδή τον κλωτσούσαν συστηματικά και οι τέσσερις από το κεφάλι ώς τα γόνατα. Κάποια στιγμή οι αιμάσσουσες εκρήξεις πόνου φάνηκαν να λιγοστεύουν και συνειδητοποίησε, με άκρατη ευγνωμοσύνη, ότι επιτέλους λιποθυμούσε.
«Φτάνει», ακούστηκε να λεει μια φωνή από πάνω του. «Τώρα θα μάθει, μια και καλή, τι ακριβώς συμβαίνει»

Η επίθεση εναντίον του σταμάτησε και οι σκοτεινές φιγούρες φάνηκε να αλλάζουν καθήκοντα. Στο αμυδρό φως του δρόμου o ένας από αυτούς φάνηκε σαν να κρατάει ένα σιδερένιο φτυάρι. Ο Ρόαν αισθάνθηκε τώρα έναν πολύ πιο απειλητικό κίνδυνο να παραμονεύει. Προσπάθησε να τον πολεμήσει.

«Κράτα γερά το κεφάλι του». Η σκοτεινή φιγούρα στάθηκε από πάνω του κάνοντάς τον να νιώσει σαν νάνος, όπως είχε γίνει νωρίτερα και με τον δαίμονα του Γκρούμαν. Κράτησαν σφιχτά το κεφάλι του πάνω στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.
«Μη, όχι», εκλιπάρησε ο Ρόαν. «Όχι!»
«Ναι, Pόαv», του αποκρίθηκε η φωνή. «Και μην πεις ότι δεν σε είχαμε προειδοποιήσει».

Το σιδερένιο φτυάρι κατέβηκε με δύναμη πάνω στο κρανίο του, σκίζοντας δέρμα και εξω-εγκέφαλο. Και σε κείνη την ύστατη στιγμή αγωνίας, ο Pόαv γεννήθηκε στον κόσμο των κανονικών ανθρώπων.

Θα πρέπει να πέρασαν κάπου δυο ώρες μέχρι να μπορέσει να ξαναβρεί τις δυνάμεις του, να σηκωθεί όρθιος και να συνεχίσει μέχρι το ξενοδοχείο. Οι δρόμοι του φαίνονταν ασυνήθιστα ήσυχοι, όμως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν η εντύπωση αυτή ήταν αυθεντική ή ήταν κάτι το υποκειμενικό που έβγαινε από αυτή την καινούρια σιωπή που ανακάλυπτε μέσα του. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν δεν έκαναν τον κόπο να σταματήσουν, οι οδηγοί τους ασυγκίνητοι από το θέαμα ενός μεθυσμένου που τραβάει σπίτι του μ' ένα ματωμένο μαντίλι πάνω στο κεφάλι, συνέχιζαν ανενόχλητοι την πορεία τους.

Το σαλόνι του ξενοδοχείου ήταν άδειο, κι έτσι ανέβηκε τους τρεις ορόφους χωρίς να τον πάρει κανένας είδηση. Ανοιξε την πόρτα κι αντίκρισε το πηχτό σκοτάδι, όμως η μικροσκοπική λάμψη της κάφτρας του τσιγάρου δίπλα από το παράθυρο του έδειξε ότι η Τζέην ήταν ακόμη ξύπνια και τον περίμενε.

«Πού ήσουν, Βίκτορ;» του είπε με σιγανή φωνή. «Τι έπαθες;» Η έγνοια που διακρινόταν στη φωνή της γυναίκας του θύμισε στον Ρόαν πόσο διαφορετικά ήταν τα δικά της όνειρα, πόσο καλύτερα από εκείνα που μόλις είχαν πάψει να εξουσιάζουν τη δική του ζωή.

«Τι θέλεις ν' ακούσεις πρώτα», είπε πιέζοντας το σώμα του να σταθεί όρθιο για όσο διάστημα χρειαζόταν, «τα άσχημα νέα ή τα καλά νέα;»