Το κάψιμο της Chrome

William Gibson
Burning Chrome (1982)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης

'Έκανε ζέστη, τη νύχτα που κάψαμε την Chrome. 'Έξω στις στοές και στις πλατείες έντομα χτυπιούνταν μέχρι θανάτου στα νέον, αλλά στη σοφίτα του Μπόμπυ το μόνο φως έβγαινε από την οθόνη και τα κόκκινα και πράσινα LED του προσομοιωτή μήτρας. 'Ήξερα απέξω το κάθε τσιπ του προσομοιωτή του Μπόμπυ. 'Έμοιαζε με το συνηθισμένο 'Όνο-Σεντάι VII, το «Κυβερνοδιάστημα Επτά», αλλά του είχα κάνει τόσες μετατροπές που θα δυσκολευόσουν πολύ να βρεις ένα τετραγωνικό χιλιοστό των αρχικών κυκλωμάτων του εργοστασίου μέσα στο πυρίτιο.

Περιμέναμε δίπλα-δίπλα μπροστά στην κονσόλα του προσομοιωτή παρακολουθώντας το χρόνο στην κάτω αριστερή γωνία της οθόνης.

«Εμπρός», είπα όταν ήρθε η ώρα, αλλά ο Μπόμπυ είχε ξεκινήσει κιόλας, σκύβοντας μπροστά για να σπρώξει το ρωσικό πρόγραμμα στο ντράιβ του με την παλάμη του. Η κίνησή του είχε τη χάρη ενός παιδιού που ρίχνει το κέρμα του σ' ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με τη βεβαιότητα της νίκης και μια σειράς ακόμα δωρεάν παιχνιδιών.

'Ένα ασημένιο κύμα φωσφορισμών πλημμύρισε το οπτικό μου πεδίο καθώς η μήτρα άρχισε να ξεδιπλώνεται στο κεφάλι μου, μια τρισδιάστατη σκακιέρα, άπειρη και τελείως διαφανής. Το ρωσικό πρόγραμμα φάνηκε να σκαμπανεβάζει καθώς μπήκαμε στο πλέγμα. Αν είχε μπει κανείς άλλος σ' αυτό το σημείο της μήτρας, θα έβλεπε ένα κύμα σκιάς που τρεμόφεγγε να βγαίνει από τη μικρή κίτρινη πυραμίδα που αντιπροσώπευε το κομπιούτερ μας. Το πρόγραμμα ήταν ένα μιμητικό όπλο, σχεδιασμένο να απορροφά το τοπικό χρώμα και να παρουσιάζεται σαν υπερέχουσα εντολή ανώτατης προτεραιότητας ο' όποιο περιβάλλον συναντούσε.

«Συγχαρητήρια», άκουσα να λέει o Μπόμπυ. «Μόλις γίναμε μια εποπτική μονάδα της Επιθεώρησης Σχάσης Ανατολικής Ακτής...» Αυτό σήμαινε πως περνούσαμε από τις οπτικές ίνες με το κυβερνητικό αντίστοιχο μιας πυροσβεστικής αντλίας, αλλά στην προσομοίωση της μήτρας φαινόμασταν να τρέχουμε κατευθείαν για τη βάση δεδομένων της Chrome. Δεν την έβλεπα ακόμα, αλλά ήξερα ήδη πως οι τοίχοι περίμεναν. Τοίχοι σκιάς, τοίχοι πάγου.

Η Chrome: το όμορφο παιδικό της πρόσωπο λείο σαν ατσάλι, με μάτια που θα ήταν πολύ άνετα στο βυθό κάποιας βαθιάς τάφρου του Ατλαντικού, ψυχρά γκρίζα μάτια που ζούσαν κάτω από τρομερή πίεση. 'Έλεγαν πως μαγείρευε μόνη της καρκίνους για τους ανθρώπους που την πρόδιδαν, μπαρόκ προσωπικές παραλλαγές που έκαναν χρόνια να σε σκοτώσουν. 'Έλεγαν πολλά για την Chrome, και τίποτα απ' αυτά δεν ήταν καθησυχαστικό.

Τη σκέπασα λοιπόν με μια εικόνα της Ρίκκι. Η Ρίκκι να γονατίζει σε μια σκονισμένη ηλιαχτίδα που έμπαινε λοξά στη σοφίτα από ένα πλέγμα γυαλιού και ατσαλιού: η ξεθωριασμένη φόρμα καταδρομών που φορούσε, τα διαφανή ροζ σανδάλια της, η γραμμή της γυμνής της πλάτης καθώς έψαχνε σε μια νάυλον τσάντα εργαλείων. Σηκώνει το κεφάλι, και μια μισό-ξανθη μπούκλα πέφτει στη μύτη της. Χαμογελά, κουμπώνει ένα παλιό πουκάμισο του Μπόμπυ, τριμμένο χακί βαμβακερό που τεντώνεται στο στήθος της.

Χαμογελά.
«Γαμώτο», είπε ο Μπόμπυ, «μόλις είπαμε της Chrome πως είμαστε εφοριακός έλεγχος και τρεις κλήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου... Κρατήσου, Τζακ...»

Γειά σου, Ρίκκι. 'Ίσως τώρα να μη σε ξαναδώ ποτέ.
Και σκοτάδι, τόσο σκοτάδι, στους χώρους του πάγου της Chrome.

 

Ο Μπόμπυ ήταν καουμπόυ, κι ο πάγος ήταν η ειδικότητά του, ΠΑΓΟΣ από το Προστατευτικά Αντίμετρα Γνησιότητας Ολοκληρωμένων Συστημάτων. Η μήτρα είναι μια αφηρημένη αναπαράσταση των σχέσεων μεταξύ των συστημάτων δεδομένων. Οι νόμιμοι προγραμματιστές συνδέονται και μπαίνουν στον τομέα της μήτρας του εργοδότη τους ανάμεσα σε λαμπερά σχήματα που αντιπροσωπεύουν τα δεδομένα των εταιρειών.

Πύργοι και εκτάσεις δεδομένων απλώνονται στο άχρωμο μη-διάστημα της προσομοίωσης μήτρας, της ηλεκτρονικής κατά κοινή συναίνεση παραίσθησης που διευκολύνει το χειρισμό και την ανταλλαγή μεγάλων ποσοτήτων δεδομένων. Οι νόμιμοι προγραμματιστές ποτέ δεν βλέπουν τα τείχη πάγου που πίσω τους δουλεύουν, τους τοίχους σκιάς που κρύβουν τη δουλειά τους από τους άλλους, από καλλιτέχνες της βιομηχανικής κατασκοπείας και απατεώνες σαν τον Μπόμπυ Κουίν.

Ο Μπόμπυ ήταν καουμπόυ. Ο Μπόμπυ ήταν διαρρήκτης, κλέφτης, έμπαινε παράνομα στο εκτεταμένο ηλεκτρονικό νευρικό σύστημα της ανθρωπότητας, έκλεβε δεδομένα και πίστωση στο συνωστισμό της μήτρας, το μονόχρωμο μη-διάστημα όπου τα μόνα άστρα ήταν πυκνές συγκεντρώσεις πληροφοριών, και ψηλά πάνω απ' όλα έκαιγαν οι γαλαξίες των εταιρειών και οι ψυχροί σπειροειδείς βραχίονες των στρατιωτικών συστημάτων.

Ο Μπόμπυ ήταν ένα από τα πολλά μικρομέγαλα πρόσωπα που έβλεπες να πίνουν στο Τζέντλεμαν Λούζερ, το σικ μπαρ των κομπιούτερ καουμπόυς, των διαρρηκτών, των κυβερνητικών μπουκαδόρων. 'Ημασταν συνέταιροι.

Ο Μπόμπυ Κουίν και ο Τζακ ο Αυτόματος. Ο Μπόμπυ ο αδύνατος, χλωμός τύπος με τα μαύρα γυαλιά και ο Τζακ ο άγριος τύπος με το μυοηλεκτρικό χέρι. Ο Μπόμπυ σόφτγουερ και ο Τζακ χάρντγουερ' o Μπόμπυ παλεύει στην κονσόλα κι ο Τζακ βρίσκει όλες τις λεπτομέρειες που μπορούν να σε βοηθήσουν. 'Η τουλάχιστον έτσι θα σου έλεγαν στο Τζέντλεμαν Λούζερ, πριν ν' αποφασίσει ο Μπόμπυ να κάψει την Chrome. Αλλά μπορεί να σου 'λεγαν επίσης πως ο Μπόμπυ άρχιζε να χάνει τη φόρμα του, να γίνεται πιο αργός. 'Ηταν είκοσι οκτώ, ο Μπόμπυ, μεγάλη ηλικία για καουμπόυ της κονσόλας.

Κι οι δυο μας ήμασταν καλοί σ' αυτό που κάναμε, αλλά τη μεγάλη μπάζα δεν την είχαμε χτυπήσει ακόμα. 'Ηξερα πού να πάω για τα κατάλληλα εξαρτήματα, κι ο Μπόμπυ είχε όλα του τα κόλπα πρόχειρα. Καθόταν κάτω, με μια λευκή πετσετένια κορδέλα στο μέτωπο και χτυπούσε τα πλήκτρα με απίστευτη ταχύτητα, περνώντας τους πιο φανταχτερούς πάγους που κυκλοφορούσαν, αλλά αυτό ήταν όταν συνέβαινε κάτι που τον ενθουσίαζε, κι αυτό δεν γινόταν συχνά. Δεν είχε σπουδαία κίνητρα, o Μπόμπυ, κι εγώ ήμουν απ' αυτούς που τους έφτανε να έχουν τα λεφτά για το νοίκι τους κι ένα καθαρό πουκάμισο.

Αλλά ο Μπόμπυ είχε μια μανία με τα κoρίτσια, σαν να ήταν το προσωπικό του Ταρώ, σαν να του έλεγαν ποιο δρόμο έπρεπε ν' ακολουθήσει. Ποτέ δεν το συζητούσαμε, αλλά όταν άρχισε να φαίνεται πως έχανε τη φόρμα του, αυτό το καλοκαίρι, άρχισε να συχνάζει περισσότερο στο Τζέντλεμαν Λούζερ. Καθόταν σ' ένα τραπέζι δίπλα στην ανοιχτή είσοδο και παρακολουθούσε τον κόσμο που περνούσε, τις νύχτες που τα έντομα έπεφταν στα νέον και ο άνεμος μύριζε αρώματα και φαστ φουντ. 'Έβλεπες τα μαύρα του γυαλιά να εξετάζουν τα πρόσωπα που περνούσαν, και θα πρέπει να αποφάσισε πως η Ρίκκι ήταν αυτή που περίμενε, ο μπαλαντέρ που θα άλλαζε την τύχη του. Η καινούρια.

Πήγα στη Νέα Υόρκη να ρίξω μια ματιά στην αγορά, να δω τι καινούρια προγράμματα κυκλοφορούσαν.

Το μαγαζί του Φινλανδού έχει ένα ελαττωματικό ολόγραμμα στην είσοδο, ΜΕTRO OLOGRAFIX, πάνω από μια βιτρίνα με ψόφιες μύγες ντυμένες σε γούνες γκρίζας σκόνης. Τα παλιοσίδερα σου φτάνουν ώς τη μέση, μέσα, σχηματίζουν βουνά που κρύβουν τους τοίχους με τα ράφια από πλακάζ που βούλιαζαν από το βάρος παλιών πορνοπεριοδικών και κιτρινισμένων τευχών του National Geographic.

«Χρειάζεσαι όπλο», είπε ο Φινλανδός. Μοιάζει σαν αποτέλεσμα κάποιου πειράματος ανασυνδυασμού του DNA που στοχεύει στη μετατροπή των ανθρώπων σε τυφλοπόντικες. «Τυχερός είσαι. 'Έχω το καινούριο Σμιθ και Γουέσον, το τακτικό τέσσερα-μηδέν-οκτώ. 'Έχει προβολέα ξένου κάτω από την κάννη, βλέπεις, οι μπαταρίες στη λαβή, ρίχνει ένα σποτ τριάντα εκατοστών στα πενήντα μέτρα. Η λάμπα είναι τόσο μικρή που δεν μπορούν να σ' εντοπίσουν. Σαν βουντού, στις νυχτερινές μάχες».

Αφησα το χέρι μου να πέσει στο τραπέζι κι άρχισα να χτυπάω τα δάχτυλα οι σερβομηχανισμοί βούιζαν σαν κουρασμένα κουνούπια. 'Ηξερα πως ο Φινλανδός μισούσε τον ήχο αυτό.
«Ψάχνεις να το αλλάξεις;» Κέντρισε τον καρπό από ντουραλουμίνιο μ' ένα μασημένο μαρκαδόρο. «Να βρεις κάτι πιο αθόρυβο; »
Συνέχισα. «Δεν χρειάζομαι όπλα, Φινλανδέ».
«Οκέυ», είπε, «οκέυ», και σταμάτησα να χτυπάω τα δάχτυλά μου. «'Ένα πράγμα έχω μόνο, και δεν ξέρω και τι είναι». Είχε δυστυχισμένο ύφος. «Το πήρα απ' αυτούς τους πιτσιρικάδες από το Τζέρσεϋ την περασμένη βδομάδα».
«Από πότε αγοράζεις πράγματα που δεν ξέρεις τι είναι, Φινλανδέ;»
«Εξυπνάκια». Και μου έδωσε ένα διαφανή μαλακό φάκελο με κάτι μέσα του που έμοιαζε με κασέτα μαγνητοφώνου. «Είχαν ένα διαβατήριο», είπε. «Είχαν πιστωτικές κάρτες κι ένα ρολόι. Κι αυτό».
«Αδειασαν κάποια τσέπη, εννοείς».
Κούνησε το κεφάλι του. «Το διαβατήριο ήταν βελγικό. 'Ηταν πλαστό, νομίζω, το έριξα λοιπόν στο φούρνο. Και τις κάρτες μαζί. Το ρολόι ήταν εντάξει, Πόρσε, ωραίο ρολόι».
'Ηταν μάλλον κάποιο στρατιωτικό πρόγραμμα. Όταν το έβγαλα από το φάκελο έμοιαζε με το γεμιστήρα ενός όπλου καλυμμένο με απορροφητικό μαύρο πλαστικό. Στις κόψεις και τις γωνίες φαινόταν γυαλιστερό μέταλλο είχε κυκλοφορήσει αρκετά.
«Θα σου κάνω καλή τιμή, Τζακ. Επειδή είσαι εσύ».

Γέλασα. Μια ευκαιρία από τον Φινλανδό ήταν σαν να ανέστελλε ο Θεός το νόμο της βαρύτητας όταν έπρεπε να κουβαλήσεις μια βαλίτσα στους διαδρόμους του αεροδρομίου.

«Μου φαίνεται ρώσικο», είπα. «Οι κώδικες ελέγχου των υπονόμων κάποιου προαστίου του Λένινγκραντ. Αυτό που χρειαζόμουν».
«Ξέρεις», είπε ο Φινλανδός, «έχω ένα ζευγάρι παπούτσια πιο παλιά από σένα. Μερικές φορές μου φαίνεσαι ίδιος μ' αυτούς τους κάφρους από το Τζέρσεϋ. Τι θέλεις να σου πω, πως είναι τα κλειδιά του Κρεμλίνου; Εσύ θα βρεις τι είναι. Εγώ απλώς το πουλάω».
Τ' αγόρασα.

Ασώματοι, στρίβουμε προς το κάστρο των πάγων της Chrome. Και είμαστε γρήγοροι, γρήγοροι. Σαν να κάνουμε σερφ στην κορυφή του προγράμματος-εισβολέα πάνω από τα συστήματα ρήξεως που κοχλάζουν καθώς μεταλλάσσονται. Είμαστε έλλογες πετρελαιοκηλίδες που παρασύρονται σε διαδρόμους σκιάς.

'Έχουμε κάπου σώματα, πολύ μακριά, σε μια μικρή σοφίτα με σκεπή από γυαλί κι ατσάλι. Κάπου έχουμε μικροδευτερόλεπτα, ίσως, για να τραβηχτούμε.

Περάσαμε την πύλη της μεταμφιεσμένοι, σαν ένας εφοριακός έλεγχος και τρεις δικαστικές κλήσεις, αλλά οι άμυνές της ήταν ρυθμισμένες ειδικά για ν' αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους επίσημες εισβολές. Ο πιο περίπλοκος πάγος της είναι σχεδιασμένος για να αποκρούει εντάλματα, δικαστικές αποφάσεις, κλήσεις. Όταν περάσαμε την πρώτη πύλη, ο κύριος όγκος των δεδομένων της εξαφανίστηκε πίσω από τον πάγο των λειτουργικών εντολών, αυτούς τους τοίχους που βλέπουμε σαν τεράστιους διαδρόμους, λαβύρινθους σκιάς. Πέντε διαφορετικές γραμμές έστειλαν σήματα κινδύνου σε δικηγορικά γραφεία, αλλά o ιός είχε καταλάβει ήδη τον παραμετρικό πάγο. Τα συστήματα ρήξεως κατάπιαν τα σήματα κινδύνου καθώς τα μιμητικά μας υποπρογράμματα εξέταζαν το κάθε τι που δεν καλυπτόταν από λειτουργικό έλεγχο.

Το ρωσικό πρόγραμμα παίρνει ένα νούμερο του Τόκυο από τα ακάλυπτα δεδομένα, διαλέγοντάς το για τη συχνότητα των κλήσεών του, τη μέση διάρκεια των κλήσεων, την ταχύτητα των απαντήσεων της Chrome.

«Οκέυ», λέει ο Μπόμπυ, «είμαστε μια κωδικοποιημένη κλήση από κάποιο φίλο της στην Ιαπωνία. Αυτό θα μας βοηθήσει».
Επάνω τους καουμπόυ.

Ο Μπόμπυ διάβαζε το μέλλον του στις γυναίκες' τα κορίτσια του ήταν οιωνοί, αλλαγές του καιρού, και μπορούσε να κάτσει όλη νύχτα στο Τζέντλεμαν Λούζερ περιμένοντας την κατάλληλη εποχή που θα του έφερνε ένα νέο πρόσωπο μπροστά του σαν χαρτί του Ταρώ.

Δούλευα ώς αργά στη σοφίτα μια νύχτα, ξύριζα ένα τσιπ, είχα βγάλει το χέρι μου και είχα συνδέσει το μικρό μηχανικό βραχίονα.

Ο Μπόμπυ μπήκε μ' ένα κορίτσι που δεν είχα ξαναδεί, και συνήθως αισθάνομαι κάπως περίεργα αν με δει κάποιος ξένος να δουλεύω έτσι, με τα καλώδια ενωμένα στα σκληρά ανθρακικά βύσματα που βγαίνουν από το κομμένο χέρι μου. Πλησίασε και κοίταξε τη μεγεθυμένη εικόνα στην οθόνη, έπειτα κοίταξε το μηχανικό βραχίονα που κουνιόταν στο κενό αέρας κάτω από το διαφανές κάλυμμα. Δεν είπε τίποτα, κοίταζε μόνο. Τη συμπάθησα αμέσως' συμβαίνει καμιά φορά.

«Ο Τζακ ο Αυτόματος, Ρίκκι. Ο συνεταίρος μου».
Γέλασε, έφερε το χέρι του στη μέση της, και κάτι στον τόνο της φωνής του μου είπε πως θα περνούσα τη νύχτα σ' ένα βρώμικο δωμάτιο ξενοδοχείου.
«Γεια», είπε εκείνη. Ψηλή, δεκαεννιά-είκοσι, μ' όλα τα προσόντα. Μ' ελάχιστες φακίδες στη μύτη και μάτια ανάμεσα στο βαθύ κεχριμπάρι και τον γαλλικό καφέ. Στενό μαύρο τζην γυρισμένο ώς τη μέση της γάμπας και στενή πλαστική ζώνη που πήγαινε με τα ροζ σανδάλια.

Αλλά τώρα, όταν τη βλέπω καμιά φορά όταν προσπαθώ να κοιμηθώ, τη βλέπω κάπου έξω στην άκρη της μεγάλης αυτής έκτασης με τις πόλεις και τον καπνό, και είναι σαν ένα ολόγραμμα κολλημένο πίσω από τα μάτια μου, μ' ένα φανταχτερό φόρεμα που πρέπει να είχε φορέσει κάποτε, κάτι που δεν έφτανε στα γόνατά της. Γυμνά πόδια, ίσια και μακριά. Καστανά μαλλιά, με ξανθές πινελιές, σκεπάζουν το πρόσωπό της, ανεμίζουν, και τη βλέπω να μ' αποχαιρετά.

Ο Μπόμπυ έψαχνε επιδεικτικά σ' ένα σωρό κασέτες μαγνητοφώνου. «Εγώ πηγαίνω, καουμπόυ», είπα αποσυνδέοντας το μηχανικό βραχίονα. Εκείνη με παρακολούθησε προσεκτικά καθώς φορούσα ξανά το χέρι μου.
«Επισκευάζεις πράγματα;» με ρώτησε. «Ό,τι θέλεις, ο Τζακ ο Αυτόματος μπορεί να στο φτιάξει». Χτύπησα τα δάχτυλά μου από ντουραλουμίνιο.
'Έβγαλε ένα μικρό προσέρ από τη ζώνη της και μου έδειξε το σπασμένο μεντεσέ στο κάλυμμα της κασέτας.
«Αύριο», είπα, κανένα πρόβλημα».

Θεέ μου, είπα καθώς η νύστα με κατέβαζε τα έξι πατώματα ώς το δρόμο, ποια θα είναι η τύχη του Μπόμπυ μ'ένα τέτοιο τυχερό μπισκότο; Αν είχε δίκιο για το σύστημά του, σε λίγο θα πιάναμε την καλή. Φτάνοντας στο δρόμο μόρφασα, χασμουρήθηκα και σταμάτησα ένα ταξί.

Το κάστρο της Chrome διαλύεται, τα παραπετάσματα σκιάς του πάγου τρεμοπαίζουν και σβήνουν διαβρωμένα από τα συστήματα ρήξεως που βγαίνουν από το ρωσικό πρόγραμμα και προσβάλλουν την ίδια την υφή του πάγου. Τα μιμητικά συστήματα είναι κυβερνητικά ανάλογα ιών, αυτο-πολλαπλασιαζόμενα και αδηφάγα. Μεταλλάσσονται συνεχώς, όλα μαζί, υπονομεύοντας και απορροφώντας τις άμυνες της Chrome.

Την έχουμε κιόλας παραλύσει, ή κάπου χτυπά ένα κουδούνι, ένα κόκκινο φως αναβοσβήνει; Το ξέρει;

Ρίκκι η Ασυμμάζευτη, την έλεγε o Μπόμπυ, κι εκείνες τις πρώτες βδομάδες πρέπει να πίστευε πως τα είχε όλα, απλωμένα στα πόδια της, ξεκάθαρα κι αστραφτερά στο φως των νέον. 'Ήταν καινούρια στο χώρο, και είχε χιλιόμετρα ολόκληρα από στοές και μαγαζιά κι εμπορικά κέντρα και πλατείες και κλαμπ να εξερευνήσει, και τον Μπόμπυ να την ξεναγήσει εξηγώντας της την κακόφημη πλευρά του δρόμου, τις κρυφές διασυνδέσεις στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, όλους τους παίκτες και τα ονόματά τους και τα παιχνίδια που έπαιζαν. Την έκανε να νιώθει σαν στο σπίτι της.

«Τι έπαθε το χέρι σου;» με ρώτησε μια νύχτα στο Τζέντλεμαν Λούζερ καθώς καθόμασταν οι τρεις μας και πίναμε σ' ένα μικρό τραπέζι στη γωνία.
«Ανεμοπλοία», είπα, «ατύχημα».

«Ανεμοπλοϊα πάνω από ένα σταροχώραφο», είπε ο Μπόμπυ, «σ' ένα μέρος που το λένε Κίεβο. Ο Τζακ μας πετούσε εκεί στο σκοτάδι, κρεμασμένος από ένα παραφόιλ Nightwing, με πενήντα κιλά συσκευών παρεμβολής ραντάρ ανάμεσα στα πόδια του, κι ένας μαλάκας Ρώσος του 'καψε το χέρι μ' ένα λέηζερ στα τυφλά».
Δεν θυμάμαι πώς άλλαξα θέμα, αλλά άλλαξα.

'Έλεγα ακόμα μέσα μου πως δεν ήταν η Ρίκκι που μ' ενοχλούσε, αλλά το πώς την μεταχειριζόταν ο Μπόμπυ. Τον ήξερα πολύ καιρό, από το τέλος του πολέμου, και ήξερα πως χρησιμοποιούσε τις γυναίκες σαν μάρκες σ' ένα παιχνίδι, ο Μπόμπυ Κουίν εναντίον της τύχης, εναντίον του χρόνου και της νύχτας των πόλεων. Και η Ρίκκι είχε εμφανιστεί τη στιγμή που χρειαζόταν κάτι να τον ωθήσει, κάποιο στόχο. Την είχε βάλει λοιπόν σαν σύμβολο όλων όσων ήθελε και δεν μπορούσε να έχει, όλων όσων είχε και δεν μπορούσε να κρατήσει.

Δεν μου άρεσε που ήμουν υποχρεωμένος να κάθομαι και να τον ακούω να μου λέει πόσο πολύ την αγαπούσε, και ξέροντας ότι το πίστευε το έκανε ακόμα χειρότερο. 'Ηταν πάντα αριστοτέχνης στις ξαφνικές απογοητεύσεις και την ταχεία ανάκαμψη, και το είχα δει να συμβαίνει πάνω από δέκα φορές κιόλας. Τα μαύρα του γυαλιά θα μπορούσαν να γράφουν Η ΕΠΟΜΕΝΗ με κεφαλαία πράσινα φωσφορικά γράμμα, έτοιμα ν' ανάψουν με το πρώτο ενδιαφέρον πρόσωπο που θα περνούσε από τα τραπέζια του Τζέντλεμαν Λούζερ.

'Ήξερα τι τους έκανε. Τις έκανε σύμβολα, σφραγίδες στο χάρτη της ζωής του σαν απατεώνας, σημαντήρες που μπορούσε ν' ακολουθήσει σε μια θάλασσα από μπαρ και νέον. Με τι άλλο θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία του; Δεν αγαπούσε τα χρήματα, σαν απόλυτη αξία, δεν ήταν αρκετά σημαντικό κίνητρο. Δεν τον ενδιέφερε η εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους' μισούσε τις ευθύνες που συνεπαγόταν. Είχε κάποιο φιλότιμο, κάποια υπερηφάνεια στην τέχνη του, αλλά αυτό δεν έφτανε για να τον κρατήσει σε δράση.

'Έτσι, τα βόλευε με τις γυναίκες.

Όταν εμφανίστηκε η Ρίκκι, είχε μεγάλη ανάγκη από μια γυναίκα. Σκούριαζε γρήγορα, και οι φήμες έλεγαν πως είχε χάσει κιόλας τη φόρμα του. Χρειαζόταν μια μεγάλη μπάζα, σύντομα, γιατί δεν ήξερε άλλο τρόπο ζωής, κι όλα τα ρολόγια ήταν ρυθμισμένα σ' αυτό το χρόνο, δούλευαν με το ρίσκο και την αδρεναλίνη και την ουράνια γαλήνη της αυγής, που έρχεται όταν η κάθε κίνηση αποδεικνύεται σωστή και μια γλυκιά φέτα της πίστωσης κάποιου άλλου μεταφέρεται στο λογαριασμό σου.

'Ηταν καιρός να κάνει την μπάζα του και να φύγει' τη Ρίκκι λοιπόν την έβαλε πιο ψηλά και πιο μακριά από κάθε άλλη, παρ' όλο που - και μου 'ρχόταν να του το φωνάξω στη μούρη - ήταν εκεί, ζωντανή, εντελώς πραγματική, ανθρώπινη, πεινασμένη, προσαρμοστική, γεμάτη ανία, ομορφιά, έξαψη, όλα αυτά που είχε...

Κι έπειτα βγήκε ένα απόγευμα, κάπου μια βδομάδα προτού κάνω το ταξίδι στη Νέα Υόρκη για να δω τον Φινλανδό. Βγήκε και μας άφησε εκεί στη σοφίτα να περιμένουμε μια καταιγίδα. Ο μισός ουρανός ήταν κρυμμένος από ένα θόλο που δεν τέλειωσαν ποτέ, και ο άλλος μισός ήταν γεμάτος σκοτεινά σύννεφα. Εγώ καθόμουν στον πάγκο, κοίταζα τον ουρανό αυτό, αποχαυνωμένος από τη ζέστη και την υγρασία, κι εκείνη μ' άγγιξε, μ' άγγιξε στον ώμο, στη φαρδιά ροζ ουλή που δεν τη σκεπάζει το χέρι μου. Όσες μ' είχαν αγγίξει εκεί συνέχιζαν προς τα πάνω, στον ώμο, το λαιμό...

Αλλά όχι η Ρίκκι. Τα νύχια της ήταν βαμμένα μαύρα, όχι μυτερά, αλλά στρογγυλεμένα ορθογώνια, λίγο πιο σκούρα από τα φύλλα ανθρακικών ινών που σκεπάζουν το χέρι μου. Και κατέβηκε στο μπράτσο, με τα μαύρα νύχια της ν' ακολουθούν την κόλληση των φύλλων, στη μαύρη ανοδιωμένη άρθρωση του αγκώνα, στον καρπό, το χέρι της μαλακό σαν παιδιού, τα δάχτυλά της ν' ανοίγουν πάνω στα δικά μου, η παλάμη της πάνω στο περφορέ ντουραλουμίνιο.

Η άλλη της παλάμη ήρθε και χάιδεψε τις πλάκες αφής, και έβρεχε όλο το απόγευμα, με τη βροχή να πέφτει ρυθμικά στο ατσάλι και το καπνισμένο γυαλί πάνω από το κρεβάτι του Μπόμπυ.

Τοίχοι πάγου χάνονται σαν υπερηχητικές πεταλούδες από σκιά. Πίσω τους, η ψευδαίσθηση του άπειρου διαστήματος της μήτρας. Σαν να βλέπεις ένα προκατασκευασμένο κτίρια να στήνεται μόνο που η ταινία γυρίζει ανάποδα με μεγάλη ταχύτητα, και οι τοίχοι αυτοί είναι πτέρυγες που διαλύονται.

Προσπαθώ να θυμάμαι πως το μέρος αυτό και ο χώρος πίσω του είναι απλές αναπαραστάσεις, πως δεν είμαστε «μέσα» στο κομπιούτερ της Chrome, αλλά απλώς συνδεδεμένοι μ' αυτό, ενώ ο προσομοιωτής μήτρας στη σοφίτα του Μπόμπυ κατασκευάζει αυτή την ψευδαίσθηση... Τα δεδομένα του πυρήνα αρχίζουν να εμφανίζονται, έκθετα, ευπρόσβλητα... Αυτή είναι η άλλη μεριά του πάγου, η όψη της μήτρας που δεν είχα ξαναδεί, η όψη που δεκαπέντε εκατομμύρια νόμιμοι χειριστές βλέπουν κάθε μέρα και παίρνουν σαν δεδομένη.

Τα δεδομένα του πυρήνα υψώνονται γύρω μας σαν κάθετα φορτηγά τραίνα, με χρωματικούς κώδικες προσπέλασης. 'Έντονα βασικά χρώματα, απίθανα λαμπερά σ' αυτό το διαφανές κενό, που συνδέονται από αμέτρητες οριζόντιες γαλάζιου και ροζ χρώματος.

Αλλά ο πάγος σκιάζει ακόμα κάτι στο κέντρο όλων αυτών: την καρδιά ολόκληρου του δαπανηρού σκοταδιού της Chrome, την ίδια την καρδιά...

'Ήταν αργά το απόγευμα όταν γύρισα από τη Νεα Υόρκη. Δεν έμπαινε αρκετός ήλιος από το φεγγίτη, αλλά το μοντέλο κάποιου πάγου έριχνε το φως του από το μόνιτορ, μια δισδιάστατη γραφική παράσταση της άμυνας κάποιου κομπιούτερ, γραμμές νέον πλεγμένες σαν ένα χαλάκι προσευχής Αρτ Ντεκό. 'Έκλεισα το μόνιτορ, και η οθόνη σκοτείνιασε εντελώς.

Τα πράγματα της Ρίκκι ήταν σκορπισμένα στον πάγκο μου, νάυλον τσάντες με ρούχα και μέηκ απ, ένα ζευγάρι κατακόκκινες καουμπόυκες μπότες, κασέτες μαγνητοφώνου, ιλουστρασιόν γιαπωνέζικα περιοδικά για σταρ του προσέρ. Τα μάζεψα όλα κάτω από τον πάγκο κι έβγαλα το χέρι μου, ξεχνώντας πως το πρόγραμμα που είχα αγοράσει από τον Φινλανδό ήταν στη δεξιά τσέπη του τζάκετ μου, κι έτσι έπρεπε να προσπαθήσω να το βγάλω με το αριστερό, για να το βάλω στα μαλακά σαγόνια της μέγγενης του κοσμηματοπώλη.

Ο μηχανικός βραχίονας μοιάζει μ' ένα παλιό πικάπ, απ' αυτά που έπαιζαν δίσκους, με τη μέγγενη κάτω από ένα διαφανές κάλυμμα. Ο ίδιος ο βραχίονας είναι μικρότερος από ένα εκατοστό, και κινείται όπως ο βραχίονας σ' αυτά τα παλιά πικάπ. Αλλά όταν έχω συνδέσει τα βύσματα του χεριού μου, δεν κοιτάζω εκεί' κοιτάζω το μικροσκόπιο, γιατί εκεί είναι το χέρι μου, ασπρόμαυρο, σε μεγέθυνση 1 Χ 40.

Κάνω έναν έλεγχο και παίρνω το λέηζερ. Το νιώθω λίγο βαρύ' κατεβάζω λοιπόν την είσοδο στο ένα τέταρτο του κιλού ανά γραμμάριο κι αρχίζω τη δουλειά. Στο 1x40 η πλευρά του προγράμματος φαίνεται σαν ολόκληρο φορτηγό μαζί με το τρέηλερ.

Μου πήρε οκτώ ώρες να το σπάσω: τρεις ώρες με το μηχανικό βραχίονα και το λέηζερ και τέσσερις ντουζίνες ελικοτρύπανα, δυο ώρες στο τηλέφωνο μ' ένα σύνδεσμο στο Κολοράντο, και τρεις ώρες μ' ένα δίσκο-λεξικό που μετέφραζε ρωσική τεχνική ορολογία οκτώ ετών.

Και μετά άρχισαν να τρέχουν κυριλλικά αλφαριθμητικά στην οθόνη, κι από τη μέση και κάτω γίνονταν Αγγλικά. Υπήρχαν πολλά κενά, όπου το λεξικό συναντούσε ειδικά στρατιωτικά αρχικά, στο πρόγραμμα που είχα αγοράσει από τον δικό μου στο Κολοράντο, αλλά μου έδωσε μια ιδέα του τι είχα αγοράσει από τον Φινλανδό.
'Ένιωσα σαν κάποιο αλήτη που είχε βγει ν' αγοράσει ένα σουγιά και γύρισε με μια μικρή βόμβα νετρονίου.

Την πάτησα πάλι, σκέφτηκα. Τι να την κάνω μια βόμβα νετρονίου σ' έναν καβγά του δρόμου, Το πράγμα κάτω από το διαφανές κάλυμμα ήταν από άλλο τελείως παιχνίδι, με ξεπερνούσε. Δεν ήξερα καν πού να το ξεφορτωθώ, πού να ψάξω γι' αγοραστή. Κάποιος ήξερε, αλλά ήταν νεκρός, κάποιος μ' ένα ρολόι Πόρσε κι ένα πλαστό βελγικό διαβατήριο, αλλά εγώ ποτέ δεν προσπάθησα να μπω σ' αυτούς τους κύκλους. Οι φίλοι του Φινλανδού από τα προάστια είχαν χτυπήσει κάποιον με πολύ απόκρυφες και ψηλές επαφές.

Το πρόγραμμα στη μικρή μέγγενη ήταν ένα ρωσικό στρατιωτικό παγοθραυστικό, ένα πρόγράμμα φονικού ιού.
Είχε ξημερώσει όταν γύρισε ο Μπόμπυ, μόνος του. Είχα αποκοιμηθεί με μια σακούλα σάντουιτς στην αγκαλιά μου.

«Θες να φας;» τον ρώτησα μισοκοιμισμένος, προτείνοντας τα σάντουιτς. Ονειρευόμουν το πρόγραμμα, τα κύματα των πεινασμένων συστημάτων ρήξεως και των μιμητικών υποπρογραμμάτων του' στο όνειρο ήταν κάποιο ζώο, άμορφο και ρέον.

'Έκανε στην άκρη τη σακούλα πλησιάζοντας την κονσόλα και πάτησε ένα πλήκτρο. Στην οθόνη εμφανίστήκε το περίπλοκο σχέδιο που είχα δει νωρίτερα το απόγευμα. 'Έτριψα τα μάτια μου για να διώξω τον ύπνο, προσπαθώντας ν' αποφασίσω αν θα 'πρεπε να του πω για το πρόγραμμα. 'Ισως θα έπρεπε να προσπαθήσω να το πουλήσω μόνος μου, να κρατήσω τα λεφτά, να πάω κάπου αλλού, να πω της Ρίκκι αν ήθελε να μ' ακολουθήσει.

«Τίνος είναι;» ρώτησα.
Στεκόταν εκεί, με τη μαύρη βαμβακερή του φόρμα, μ' ένα δερμάτινο παλτό στους ώμους του σαν κάπα. Είχε μέρες να ξυριστεί, κι έδειχνε πιο αδύνατος από συνήθως.
«Είναι της Chrome», είπε.
Το χέρι μου τινάχτηκε, άρχισε να χτυπάει, καθώς ο φόβος μεταδόθηκε στα μυοηλεκτρικά κυκλώματα από τα ανθρακικά βύσματα. Μου έπεσαν τα σάντουιτς κομμάτια λαχανικών και τυριών σκόρπισαν στο ασκούπιστο ξύλινο πάτωμα.
«'Έχεις τρελαθεί τελείως», είπα.
«'Όχι», είπε. «Νομίζεις πως με κατάλαβε; Καθόλου. Θα ήμασταν κιόλας νεκροί. Την έπιασα μέσω ενός τριπλού αυτόματου συστήματος ενοικιάσεων στην Μομπάσα κι ενός αλγερινού τηλεπικοινωνιακού δορυφόρου. 'Ηξερε πως κάποιος κοίταζε, αλλά δεν μπορούσε να τον εντοπίσει».

Αν η Chrome είχε εντοπίσει τον Μπόμπυ να κοιτάζει τον πάγο της, ήμασταν νεκροί. Αλλά μάλλον είχε δίκιο, αλλιώς θα την είχα φάει γυρίζοντας από τη Νέα Υόρκη. «Γιατί αυτή. Μπόμπυ; Πες μου ένα λόγο... »

Η Chrome: την είχα δει πέντε-έξι φορές στο Τζέντλεμαν Λούζερ. 'Ισως έψαχνε να τη βρει στις κακόφημες συνοικίες, ή κοίταζε πώς τα πήγαινε το ανθρώπινο είδος, με το οποίο δεν είχε πια καμιά σχέση. 'Ένα μικρό γλυκό πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς με τα πιο κακεντρεχή μάτια που έγιναν ποτέ. 'Έδειχνε δεκατεσσάρων όσο καιρό μπορούσε κανείς να τη θυμηθεί, ξεφεύγοντας από το φυσιολογικό μεταβολισμό μ' ένα εντυπωσιακό πρόγραμμα ορρών και ορμονών. 'Ηταν από τους πιο απαίσιους πελάτες που είχε βγάλει ο δρόμος, αλλά δεν ανήκε πια στο δρόμο. 'Ηταν ένα από τα Παιδιά, η Chrome, ένα μέλος με μεγάλη υπόληψη στο τοπικό τμήμα του Πλήθους. Οι φήμες έλεγαν πως είχε ξεκινήσει σαν ντήλερ, τότε που οι συνθετικές ορμόνες της υπόφυσης ήταν ακόμα παράνομες. Αλλά δεν είχε ανάγκη να διακινεί ορμόνες εδώ και πολύ καιρό. Τώρα είχε το Σπίτι με τα Γαλάζια Φώτα.

«'Έχεις παλαβώσει τελείως, Κουίν. Πες μου μια λογική εξήγηση γι' αυτό το πράγμα στην οθόνη σου. Πρέπει να το σβήσεις, τώρα... »
«Ακουσα στο Λούζερ», είπε βγάζοντας το δερμάτινο σακάκι του. «Η Μπλακ Μάυρον και η Κρόου Τζέην. Η Τζέην είναι στις γραμμές του σεξ, λέει πως ξέρει πού πάνε τα λεφτά. Λέει λοιπόν της Μάυρον πως η Chrome ελέγχει τα Γαλάζια Φώτα, κι όχι κάποιο κεφάλι από τα Παιδιά».
«Τα Παιδιά, Μπόμπυ», είπα. «Αυτό να θυμάσαι. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό; Δεν ανακατωνόμαστε με τα Παιδιά, θυμάσαι; Γι' αυτό υπάρχουμε ακόμα».
«Γι' αυτό είμαστε ακόμα φτωχοί, συνέταιρε». 'Έγειρε στο κάθισμα μπροστά στην κονσόλα, κατέβασε το φερμουάρ της φόρμας του κι έξυσε το αδύνατο, άσπρο στήθος του. «'Ισως όμως όχι για πολύ ακόμα».
«'Ισως όμως ο συνεταιρισμός μας να τελείωσε οριστικά».
Μου γέλασε. Το χαμόγελό του ήταν τρελό, άγριο και συγκεντρωμένο, και κατάλαβα τότε πως δεν τον ένοιαζε η ζωή του.
«Κοίτα», είπα, «μου έχουν μείνει κάποια λεφτά. Πάρτ' τα και κατέβα στο Μαϊάμι, πετάξου ώς' το Μοντέγκο Μπέυ. Χρειάζεσαι ξεκούραση. Πρέπει να βρεις τη φόρμα σου».
«Η φόρμα μου, Τζακ», είπε χτυπώντας κάποια πλήκτρα, «ποτέ δεν ήταν καλύτερη».

Το φωτεινό σχέδιο στην οθόνη τρεμούλιασε και ξύπνησε καθώς το ανέλαβε ένα πρόγραμμα κίνησης, με τις γραμμές του πάγου να πλέκονται με υπνωτική συχνότητα, μια ζωντανή μαντάλα. Ο Μπόμπυ συνέχισε να πληκτρολογεί, και ή κίνηση έγινε πιο αργή το σχήμα αναλύθηκε, έγινε λίγο απλούστερο, μια εναλλαγή ανάμεσα σε δυο μακρινές διαμορφώσεις. Πρώτης τάξεως δουλειά... δεν πίστευα πως ήταν ακόμα καλός. «Τώρα», είπε, «εδώ, το βλέπεις; Περίμενε. Εδώ. Εδώ πάλι. Κι εδώ. Δεν το πιάνεις εύκολα. Αυτό είναι. Παρεμβάλλεται κάθε μία ώρα και είκοσι λεπτά με μια πακεταριαμένη εκπομπή στον τηλεπικοινωνιακό τους δορυφόρο. Εμείς θα ζούσαμε ένα χρόνο μ' αυτά που πληρώνει κάθε βδομάδα σαν φόρο για τους τόκους της».

«Ποιο δορυφόρο;»
«Της Ζυρίχης. Της τράπεζάς της. Είναι το τραπεζικό της βιβλιάριο, Τζακ. Εκεί πηγαίνουν τα λεφτά. Η Κρόου Τζέην είχε δίκιο».
'Έμεινα να κοιτάζω. Το χέρι μου ξέχασε να χτυπήσει.
«Τι έκανες λοιπόν στη Νέα Υόρκη, συνέταιρε; Βρήκες τίποτα που να βοηθά στο σπάσιμο του πάγου; θα χρειαστούμε ό,τι μπορούμε να βρούμε».
Τον κοίταξα στα μάτια, πιέζοντας τον εαυτό μου να μη γυρίσει στο μηχανικό βραχίονα, τη μέγγενη. Το ρωσικό πρόγραμμα ήταν εκεί κάτω από το πλαστικό κάλυμμα.
Μπαλαντέρ, τυχερά φυλακτά.

«Πού είναι η Ρίκκι;» τον ρώτησα πλησιάζοντας την κονσόλα, κάνοντας ότι μελετούσα τα σχέδια που εναλλάσσονταν στην οθόνη.
«Με φίλους της», είπε σηκώνοντας τους ώμους, «παιδιά, όλα τους ψωνισμένα με τους προσέρ». Χαμογέλασε αφηρημένα. «θα το κάνω για κείνη, φίλε μου».
«Πάω μια βόλτα να το σκεφτώ, Μπόμπυ. Αν θέλεις να γυρίσω, μείνε μακριά από την κονσόλα».
«Το κάνω για κείνη», είπε καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω μου. «Το ξέρεις».

Και τώρα κάτω, κάτω, με το πρόγραμμα ένα τραινάκι του λούνα παρκ που τρέχει μέσα σ' αυτό τον ταραγμένο λαβύρινθο τοίχων σκιάς, γκρίζοι καθεδρικοί χώροι ανάμεσα σε φωτεινούς πύργους. Ορμητική ταχύτητα.

Μαύρος πάγος. Μην το σκέφτεσαι. Μαύρος πάγος.

Πολλές ιστορίες στο Τζέντλεμαν Λούζερ' ο μαύρος πάγος είναι ένα μέρος της μυθολογίας. Πάγος που σκοτώνει. Παράνομο, αλλά όλοι παράνομοι δεν είμαστε; Κάποιο είδος όπλου νευρικής ανάδρασης, κι έρχεσαι σ' επαφή μαζί του μια φορά μόνο. Σαν κάποια φρικτή Λέξη που τρώει το μυαλό από μέσα. Σαν επιληπτικός σπασμός που συνεχίζεται ώσπου να μη μείνει τίπoτα...

Και βουτάμε για το πάτωμα του σκιώδους κάστρου της Chrome.

Προσπαθώ να κρατηθώ για το ξαφνικό σταμάτημα της αναπνοής, την αδιαθεσία και το τελικό χαλάρωμα των νεύρων. Ο φόβος αυτής της ψυχρής Λέξης που περιμένει εκεί κάτω το σκοτάδι.

Βγήκα κι έψαξα τη Ρίκκι, τη βρήκα σ' ένα καφέ μ' ένα αγόρι με μάτια Σεντάι, με μισοκλεισμένες ουλές να βγαίνουν ακτινωτά από τις μελανιασμένες κόγχες του. Είχε ένα ιλουστρασιόν φυλλάδιο ανοιχτό μπροστά της στο τραπέζι, με την Τάλλυ 'Ισαμ να χαμογελά από μια ντουζίνα φωτογραφίες, το Κορίτσι με τα Τσάις Αικον Μάτια.

Ο μικρός της προσέρ ήταν ένα από τα πράγματα που είχα χώσει κάτω από τον πάγκο μου το προηγούμενο βράδυ, αυτός που της είχα φτιάξει την επομένη της γνωριμίας μας. Περνούσε ώρες μ' αυτόν, με την ταινία επαφής στο μέτωπό της σαν μια γκρίζα πλαστική τιάρα. Η Τάλλυ 'Ισαμ ήταν η αγαπημένη της, και με την ταινία επαφής ήταν χαμένη, κάπου στις μαγνητικά εγγεγραμμένες αισθήσεις της μεγαλύτερης σταρ του προσέρ. Προσομοίωση Ερεθισμάτων: ο κόσμος - τα ενδιαφέροντα σημεία του, τουλάχιστον - όπως τα αντιλαμβανόταν η Τάλλυ 'Ισαμ. Η Τάλλυ πετούσε μ' ένα μαύρο Φόκερ χαμηλής πτήσεως πάνω από τις κορυφές των οροπεδίων της Αριζόνα. Η Τάλλυ έκανε καταδύσεις στις ελεγχόμενες περιοχές του Τρακ 'Αιλαντ. H Τάλλυ σε πάρτυ με σούπερ πλούσιους σε ιδιωτικά ελληνικά νησιά, στη συγκινητική αγνότητα αυτών των μικροσκοπικών λευκών λιμανιών την αυγή.

'Έμοιαζε πολύ με την Τάλλυ, είχε το ίδιο χρώμα και τα ίδια μήλα του προσώπου. Νομίζω πως η Ρίκκι είχε πιο δυνατό στόμα. Περισσότερη αυθάδεια. Δεν ήθελε να είναι η Τάλλυ 'Ισαμ, αλλά λαχταρούσε τη δουλειά. Αυτή ήταν η φιλοδοξία της, να μπει στο προσέρ. Ο Μπόμπυ γελούσε. Μου μιλούσε όμως εμένα γι' αυτό. «Πώς θα ήμουν μ' ένα ζευγάρι τέτοια;» ρωτούσε δείχνοντάς μου ένα ολοσέλιδο πορτραίτο, τα γαλάζια Τσάις Αικον της Τάλλυ 'Ισαμ στο ίδιο ύψος με τα καστανά δικά της. Είχε αλλάξει δυο φορές τους κερατοειδείς της, αλλά ακόμα δεν ήταν 20-20' ήθελε λοιπόν Icon. Η μάρκα των σταρ. Πανάκριβα.

«Κοιτάζεις ακόμα για μάτια;» ρώτησα καθώς καθόμουν.
«Ο Τάιγκερ πήρε», είπε. Μου φάνηκε κουρασμένη.

Ο Τάιγκερ ήταν τόσο ευχαριστημένος με τα Σεντάι του που δεν σταματούσε να γελάει, αλλά αμφιβάλλω αν χαμογελούσε συνήθως. Είχε αυτή την ομοιόμορφη καλή εμφάνιση που έχεις μετά την έβδομη επίσκεψη στη χειρουργική μπουτίκ' είχε περάσει τη ζωή του φαίνεται μιμούμενος αόριστα τον επιτυχημένο σταρ κάθε χρονιάς όχι πολύ φανερό αντίγραφο, αλλά και τίποτα το ιδιαίτερα πρωτότυπο.
«Σεντάι, έτσι;» του γέλασα.

Κούνησε το κεφάλι του. Τον παρακολουθούσα καθώς προσπαθούσε να με συλλάβει μ' αυτό που πίστευε πως ήταν ένα επαγγελματικό προσέρ βλέμμα. 'Έκανε ότι κατέγραφε. 'Έκανε μάλλον πολλή ώρα στο χέρι μου. «θα είναι τρομερά στην περιφερειακή όραση όταν θρέψουν οι μυς», είπε, και είδα πόσο προσεκτικά άπλωσε το χέρι του για το διπλό εσπρέσο του. Τα μάτια της Σεντάι είναι γνωστά μεταξύ άλλων και για ελαττωματική αντίληψη του βάθους και δυσκολίες με την εγγύηση.

«Ο Τάιγκερ φεύγει για το Χόλυγουντ αύριο».
«Και μετά για τη Χίμπα Σίτυ, έτσι;» Του χαμογέλασα. «'Έχεις καμιά προσφορά, Τάιγκερ; Ξέρεις κανέναν πράκτορα;»
«Το κοιτάζω», είπε σιγανά. Σηκώθηκε κι έφυγε. Χαιρέτησε στα γρήγορα τη Ρίκκι, αλλά όχι κι εμένα.
«Τα οπτικά του νεύρα μπορεί ν' αρχίσουν να εκφυλίζονται μέσα σ' έξι μήνες. Το ξέρεις αυτό Ρίκκι; Αυτά τα Σεντάι έχουν απαγορευτεί στην Αγγλία, τη Δανία, σε πολλά μέρη. Δεν μπορείς ν' αντικαταστήσεις τα νεύρα».
«Δεν χρειάζομαι κήρυγμα, Τζακ». Πήρε ένα από τα κρουασάν μου και το δάγκωσε στην άκρη.
«Νόμιζα πως ήμουν ο σύμβουλός σου».
«Ναι. Ε, ο Τάιγκερ δεν είναι και πολύ ξύπνιος, αλλά όλοι ξέρουν για τα Σεντάι. Αυτά μπορούσε να πάρει. Το διακινδυνεύει λοιπόν. Αν βρει δουλειά, θα τα αλλάξει».
«Μ' αυτά;» 'Έδειξα το φυλλάδιο της Zeiss Icon. «Πολλά λεφτά, Ρίκκι. Εσύ είσαι αρκετά έξυπνη για να μη διακινδυνέψεις κάτι τέτοιο».
Κούνησε το κεφάλι της. «Εγώ θέλω Icons».
«Αν πας από του Μπόμπυ πες του να μην κάνει τίποτα ώσπου να του πω».
«Εντάξει. Δουλειά;»
«Δουλειά», είπα. Αλλά ήταν τρέλα. 'Ηπια τον καφέ μου, κι η Ρίκκι έφαγε και τα δυο μου κρουασάν. Μετά περπατήσαμε ώς του Μπόμπυ. 'Έκανα δεκαπέντε τηλεφωνήματα, το καθένα από διαφορετικό θάλαμο.

Δουλειά. Ασχημη τρέλα.

Συνολικά, κάναμε έξι βδομάδες να στήσουμε το κάψιμο, έξι βδομάδες να μου λέει ο Μπόμπυ πόσο την αγαπούσε. Εγώ δούλευα ακόμα πιο σκληρά, προσπαθώντας να το αποφύγω. 'Ηταν κυρίως τηλεφωνήματα. Οι αρχικές δεκαπέντε πλάγιες ερωτήσεις μου έβγαλαν από δεκαπέντε η καθεμιά. 'Έψαχνα μια συγκεκριμένη υπηρεσία που κι οι δυο μας πιστεύαμε πως ήταν απαραίτητο μέρος της παγκόσμιας μυστικής οικονομίας, αλλά που ποτέ δεν θα είχε πάνω από πέντε πελάτες μαζί. Δεν θα διαφημιζόταν ποτέ.

Ψάχναμε τον μεγαλύτερο κλεπταποδόχο του κόσμου, για ένα ανεξάρτητο πλυντήριο χρημάτων ικανό να καθαρίσει μιαν online μεταφορά τεράστιας ποσότητας πίστωσης και μετά να την ξεχάσει.
Τελικά όλα τα τηλεφωνήματα έγιναν τζάμπα, γιατί μου βρήκε αυτό που ήθελα o Φινλανδός. Είχα πάει στη Νέα Υόρκη για ν' αγοράσω ένα κόλπο για το μετρητή, γιατί θα μέναμε απένταροι μ' όλα αυτά τα τηλεφωνήματα.

Του είπα το πρόβλημα όσο πιο υποθετικά μπορούσα.
«Μακάο», είπε.
«Μακάο;»
«Οικογένεια Λονγκ Χαμ. Χρηματιστές».
Είχε ακόμα και το νούμερο. Ψάχνεις για κλεπταποδόχο, ρώτα κάποιον άλλο κλεπταποδόχο.

Οι τύποι του Λονγκ Χάμ ήταν τόσο πλάγιοι και έμμεσοι που αυτό που νόμιζα εγώ για διακριτικό φάνηκε σαν τακτική πυρηνική βόμβα. Χρειάστηκε να πάει δυο φορές ο Μπόμπυ στο Χονγκ Κονγκ με τον πύραυλο για να κλείσει τη συμφωνία. Μας τέλειωνε το κεφάλαιο με γρήγορο ρυθμό. Ακόμα δεν ξέρω γιατί το αποφάσισα φοβόμουν την Chrome, και ποτέ δεν είχα τόσο μεγάλη μανία να γίνω πλούσιος.

Δοκίμασα να πω στον εαυτό μου πως ήταν καλή ιδέα να κάψουμε το Σπίτι των Γαλάζιων Φώτων γιατί ήταν ένα καταγώγιο απατεώνων, αλλά δεν μου πήγαινε. Δεν μου άρεσαν τα Γαλάζια Φώτα, γιατί κάποτε είχα περάσει εκεί ένα υπερβολικά καταθλιπτικό βράδυ, αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία για την επίθεση στην Chrome. Μάλιστα ήμουν μισοπεισμένος πως θα σκοτωνόμασταν στην προσπάθεια. Ακόμα και μ' αυτό το φονικό πρόγραμμα, δεν είχαμε τις πιθανότητες και πολύ με το μέρος μας.

Ο Μπόμπυ ήταν απασχολημένος να γράφει τις εντολές που θα χώναμε στην καρδιά του κομπιούτερ της Chrome. Αυτό θα ήταν δική μου δουλειά, γιατί ο Μπόμπυ θα ήταν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να συγκρατήσει το ρωσικό πρόγραμμα και να μη δώσει αμέσως τη χαριστική βολή. 'Ηταν πολύ πολύπλοκο για να το ξαναγράψουμε, κι έτσι θα δοκίμαζε να το συγκρατήσει για τα δυο δευτερόλεπτα που θα χρειαζόμουν.

'Έκανα μια συμφωνία μ' ένα γορίλα που τον έλεγαν Μάιλς. Θ' ακολουθούσε τη Ρίκκι τη νύχτα που θα κάναμε το κάψιμο και θα μου τηλεφωνούσε μια συγκεκριμένη ώρα. Αν δεν ήμουν εκεί, ή δεν απαντούσα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, του είπα να τη βουτήξει και να τη βάλει στο πρώτο τραίνο που θα έφευγε. Του έδωσα ένα φάκελο να της δώσει, χρήματα κι ένα σημείωμα.

Ο Μπόμπυ δεν το είχε σκεφτεί αυτό, τι θα της συνέβαινε αν δεν τα καταφέρναμε. Μου έλεγε συνεχώς πως την αγαπούσε, πού θα πήγαιναν μαζί, πώς θα ξόδευαν τα χρήματα.

«Πάρε της ένα ζευγάρι Icon πρώτα. Αυτά Θέλει. Είναι παθιασμένη με τον προσέρ».
«Ε», είπε σηκώνοντας το κεφάλι του από το πληκτρολόγιο, «δεν θα χρειάζεται δουλειά. Θα τα καταφέρουμε, Τζακ. Είναι το γούρι μου. Δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψει».
«Το γούρι σου», είπα. Δεν ήμουν ευχαριστημένος. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε ήμουν ευχαριστημένος. «Είδες καθόλου το γούρι σου τελευταία;»
Δεν την είχε δει, ούτε κι εγώ. Είχαμε κι οι δυο πολλή δουλειά.

Μου έλειπε. Κι αυτό μου θύμισε εκείνη τη μοναδική μου νύχτα στο Σπίτι των Γαλάζιων Φώτων, επειδή είχα πάει εκεί γιατί μου έλειπε κάποια άλλη. Είχα μεθύσει, και μετά άρχισα τα σπρέυ Vassopresin. Αν η κοπέλα σου αποφάσισε να σε παραιτήσει, το αλκοόλ και τα Vassopresin είναι το άκρον άωτον της μαζοχιστικής φαρμακολογίας. Το αλκοόλ σε κάνει υπερσυναισθηματικό και το Vassopresin σε κάνει να θυμάσαι, να θυμάσαι πραγματικά. Κλινικά το χρησιμοποιούν στη γεροντική αμνησία, αλλά στο δρόμο βρίσκουν τη δική τους χρήση αυτά τα πράγματα. Είχα λοιπόν μια εγγυημένη σούπερ ένοχη επανάληψη μιας άσχημης σχέσης' το κακό είναι ότι έχεις τα καλά μαζί με τ' άσχημα. Ψάξε να βρεις τις στιγμές ζωώδους έκστασης, και θα βρεις και τι είπες τότε, και τι σου απάντησε, πώς σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω.

Δεν θυμάμαι πότε αποφάσισα να πάω στα Γαλάζια Φώτα, ούτε πώς έφτασα εκεί, στους σιωπηλούς διαδρόμους και το διακοσμητικό καταρράκτη που έτρεχε κάπου, αλλά μπορεί να ήταν και ολόγραμμα. Είχα πολλά λεφτά αυτό το βράδυ κάποιος είχε ανταμείψει πλούσια τον Μπόμπυ για ένα παράθυρο τριών δευτερολέπτων στον πάγο κάποιου άλλου.

Δεν νομίζω πως τους άρεσε η φάτσα μου στην είσοδο, αλλά τα λεφτά μου ήταν εντάξει.

'Ηπια κι άλλο εκεί αφού τέλειωσα αυτό που πήγα να κάνω. Είπα κάποια εξυπνάδα στον μπάρμαν, κάτι για λανθάνουσα νεκροφιλία, και δεν τους άρεσε καθόλου. Μετά ήταν αυτός ο τεράστιος τύπος που μ' έλεγε συνέχεια Βετεράνο, που δεν μ' αρέσει. Νομίζω πως του έδειξα κάτι κολπάκια με το χέρι μου, προτού σβήσουν τα φώτα, και ξύπνησα δυο μέρες αργότερα σ' έναν θάλαμο ύπνου κάπου αλλού. Φτηνό μέρος, δεν είχε καν χώρο για να κρεμαστείς. Κι έκατσα εκεί στο στενό στρώμα από αφρολέξ κι έκλαψα.

Μερικά πράγματα είναι χειρότερα από το να είσαι μόνος. Αλλά αυτό που πουλάνε στο Σπίτι με τα Γαλάζια Φώτα είναι τόσο δημοφιλές που είναι σχεδόν νόμιμο.

Στην καρδιά του σκοταδιού, στο γαλήνιο κέντρο, τα συστήματα ρήξεως σκίζουν το σκοτάδι με ανεμοστρόβιλους φωτός, διαφανή ξυράφια που απομακρύνονται στροβιλιζόμενα - αιωρούμαστε στο κέντρο μιας σιωπηλής έκρηξης σε αργή κίνηση, θραύσματα πάγου να τινάζονται μακριά, και η φωνή του Μπόμπυ φτάνει από έτη φωτός μακριά, μέσα σε μια παραίσθηση ηλεκτρονικού κενού

«Κάψε τη τη σκύλα. Δεν μπορώ να το κρατήσω-»

Το ρωσικό πρόγραμμα υψώνεται ανάμεσα σε πύργους δεδομένων, σκεπάζοντας τα έντονα χρώματα. Κι εγώ χώνω το αυτοσχέδιο πακέτο εντολών του Μπόμπυ στο κέντρο της ψυχρής καρδιάς της Chrome. Παρεμβάλλεται η πακεταρισμένη εκπομπή, ένας παλμός συμπυκνωμένων πληροφοριών που φεύγει ίσια πάνω, πέρα από το σκοτεινό πύργο που πυκνώνει, το ρωσικό πρόγραμμα, ενώ ο Μπόμπυ παλεύει να ελέγξει αυτό το κρίσιμο δευτερόλεπτο. 'Ένα ασχημάτιστο μπράτσο σκιάς τινάζεται από το σκοτεινό πύργο, πολύ αργά.

Τα καταφέραμε.
Η μήτρα διπλώνεται γύρω μου σαν οριγκάμι.
Και η σοφίτα μυρίζει ιδρώτα και καμένα κυκλώματα.

Νόμισα πως άκουσα την κραυγή της Chrome, έναν άγριο μεταλλικό ήχο, αλλά δεν ήταν δυνατόν.

Ο Μπόμπυ γελούσε, με δάκρυα στα μάτια του. Ο χρονομετρητής στη γωνία της οθόνης έλεγε 07:24.05. Το κάψιμο είχε πάρει κάτω από οκτώ λεπτά.

Και είδα πως το ρωσικό πρόγραμμα είχε καεί στο ντράιβ του.

Είχαμε στείλει το μεγαλύτερο όγκο του λογαριασμού της Chrome στη Ζυρίχη σε μια ντουζίνα παγκόσμιους φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Υπήρχαν πάρα πολλά για μας, και έπρεπε να τη σπάσουμε, να την κάψουμε εντελώς, αλλιώς θα μας κυνηγούσε. Πήραμε λιγότερο από δέκα τα εκατό για μας και τα στείλαμε μέσα από την οργάνωση του Λονγκ Χαμ στο Μακάο. Πήραν το εξήντα τα εκατό κι έστειλαν τα υπόλοιπα πίσω σε μας μέσω του πιο περίπλοκου δρόμου του τραπεζικού συστήματος του Χονγκ Κονγκ. Πέρασε μια ώρα προτού αρχίσουν να μπαίνουν τα λεφτά στους δυο λογαριασμούς που είχαμε ανοίξει στη Ζυρίχη.

Κοίταζα τα μηδενικά που μαζεύονταν πίσω από ένα δυσανάγνωστο νούμερο στην οθόνη. 'Ημουν πλούσιος.
Χτύπησε το τηλέφωνο. 'Ηταν ο Μάιλς. Παραλίγο να πω λάθος το σύνθημα.
«Ε, Τζακ, δεν ξέρω - τι τρέχει μ' αυτή τη δικιά σου; Παράξενα πράγματα...»
«Τι; Πες μου».
«Την ακολούθησα, όπως είπες, από κοντά αλλά χωρίς να με δει. Πήγε στο Λούζερ, έκατσε λίγο, μετά παίρνει τον υπόγειο. Πάει στο Σπίτι των Γαλάζιων Φώτων -»
«Τι πράγμα;»
«Από την πίσω πόρτα. Μόνο για υπαλλήλους. Δεν υπήρχε τρόπος να περάσω από κει».
«Είναι εκεί τώρα;»
«Όχι, μόλις την έχασα. Είναι τρελοκομείο εδώ κάτω, τα Γαλάζια Φώτα έκλεισαν, για τα καλά φαίνεται, επτά διαφορετικοί συναγερμοί πήραν μπρος, όλοι τρέχανε, ήρθαν οι μπάτσοι με τις ασπίδες και τα κράνη... Τώρα έχει συνέχεια πήγαιν'- έλα, ασφαλιστές, μεσίτες, φορτηγά, κρατικές πινακίδες... »
«Μάιλς, πού πήγε;»
«Την έχασα, Τζακ».
«Κοίτα, Μάιλς, κράτα τα λεφτά που είναι στο φάκελο, εντάξει;»
«Σοβαρολογείς; Ε, λυπάμαι, δεν -».
'Έκλεισα.

«Περίμενε να το μάθει», έλεγε ο Μπόμπυ σκουπίζοντας το γυμνό του στήθος με μια πετσέτα.
«Πες της το εσύ, καουμπόυ. Εγώ πάω μια βόλτα».

Βγήκα λοιπόν στη νύχτα και τα νέον κι άφησα το πλήθος να με παρασύρει, περπατώντας στα τυφλά, προσπαθώντας να γίνω ένα κύτταρο αυτού του τεράστιου οργανισμού, άλλο ένα κομματάκι συνείδησης που περιπλανιέται κάτω από τους γεωδαιτικούς θόλους. Δεν σκεφτόμουν, έβαζα μόνο το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, αλλά μετά από λίγο άρχισα να σκέφτομαι, και έβγαινε νόημα. Χρειαζόταν τα λεφτά.

Σκέφτηκα και για την Chrome. Πως την είχαμε σκοτώσει, την είχαμε δολοφονήσει, ήταν σαν της είχαμε κόψει το λαιμό. Η νύχτα που μ' έσπρωχνε στο δρόμο μου ανάμεσα στα εμπορικά κέντρα και τις πλατείες θα την κυνηγούσε τώρα, και δεν είχε πουθενά να πάει. Πόσους εχθρούς θα είχε σ' αυτό μόνο το πλήθος; Πόσοι θα έκαναν την κίνησή τους, τώρα που δεν υπήρχε ο φόβος των χρημάτων της να τους συγκρατήσει; 'Ισως είχαμε πάρει όλα όσα είχε. 'Ηταν και πάλι στο δρόμο. Αμφέβαλλα αν θα ζούσε ώς το πρωί.

Τελικά θυμήθηκα το καφέ, εκεί που είχα δει τον Τάιγκερ.

Τα γυαλιά που φορούσε έφταναν για να καταλάβω, τεράστια μαύρα γυαλιά μ' έναν προδοτικό λεκέ από μέηκ απ στη γωνία ενός φακού. «Γεια σου Ρίκκι», είπα, κι ήμουν έτοιμος όταν τα έβγαλε.
Γαλάζιο. Το γαλάζιο της Τάλλυ 'Ισαμ. Το φωτεινό γαλάζιο που είναι πια σήμα κατατεθέν, ZEISS ICON γύρω σε κάθε ίριδα με μικροσκοπικά κεφαλαία γράμματα σαν αιωρούμενες χρυσές κηλίδες.
«Είναι πολύ όμορφα», είπα. Το μακιγιάζ κάλυπτε τις μελανιές. Καμιά ουλή με τόσο καλή δουλειά. «'Έβγαλες κάμποσα λεφτά».
«Ναι, ναι». Σαν ν' ανατρίχιασε. «Αλλά δεν θα βγάλω άλλα, όχι μ' αυτό τον τρόπο». «Νομίζω πως έκλεισε αυτό το μέρος». «Α». Καμιά κίνηση στο πρόσωπό της. Τα καινούρια γαλάζια μάτια ήταν ακίνητα και πολύ έντονα.
«Δεν έχει σημασία. Ο Μπόμπυ σε περιμένει. Μόλις τελειώσαμε μια μεγάλη δουλειά».
«Όχι. Πρέπει να φύγω. Δεν θα το καταλάβει, μάλλον, αλλά πρέπει να φύγω». Κούνησα το κεφάλι μου, κοιτάζοντας το χέρι ν' ανεβαίνει στο δικό της δεν έμοιαζε να είναι δικό μου κομμάτι, αλλά το έπιασε σαν να ήταν.
«'Έβγαλα ένα εισιτήριο, χωρίς επιστροφή, για το Χόλυγουντ. Ο Τάιγκερ ξέρει κάποιους να με φιλοξενήσουν. Μπορεί να πάω και στη Χίμπα Σίτυ».

Είχε δίκιο για τον Μπόμπυ. Γύρισα πίσω μαζί της. Δεν κατάλαβε. Αλλά είχε ήδη εκπληρώσει το σκοπό της, για τον Μπόμπυ, και ήθελα να της πω να μην πονέσει για χάρη του, γιατί το έβλεπα πως πονούσε. Δεν ήρθε καν στο χωλ όταν μάζεψε τα πράγματά της. Αφησα κάτω τις βαλίτσες και τη φίλησα και της χάλασα το μακιγιάζ, και κάτι ανέβηκε μέσα μου όπως το φονικό πρόγραμμα είχε υψωθεί πάνω από τα δεδομένα της Chrome. 'Ένα ξαφνικό σταμάτημα της αναπνοής, σ' ένα μέρος που δεν υπάρχουν λέξεις. Αλλά έπρεπε να προλάβει το αεροπλάνο της.

Ο Μπόμπυ ήταν πεσμένος στο κάθισμα μπροστά στην οθόνη του, κοιτάζοντας τη σειρά των μηδενικών του. Φορούσε τα μαύρα του γυαλιά, και ήξερα πως ώς το βράδυ θα είχε πάει στο Τζέντλεμαν Λούζερ, κοιτάζοντας τον καιρό, ανήσυχα, περιμένοντας ένα σημάδι, κάποιον να του πει πώς θα ήταν η νέα του ζωή. Εγώ δεν την έβλεπα πολύ διαφορετική. Πιο άνετη, βέβαια, αλλά πάντα θα περίμενε ν' ανοίξει το επόμενο χαρτί.

Προσπάθησα να μην τη φανταστώ στο Σπίτι των Γαλάζιων Φώτων, να δουλεύει τρίωρες βάρδιες σε ύπνο REM σχεδόν, ενώ το σώμα της και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά του θ' αναλάμβαναν τα υπόλοιπα. Οι πελάτες δεν θα μπορούσαν να παραπονεθούν πως προσποιόταν, γιατί ήταν πραγματικοί οργασμοί. Αλλά τους ένιωθε, αν τους ένιωθε, σαν αμυδρές ασημένιες φωτοβολίδες κάπου στα όρια του ύπνου. Ναι, είναι τόσο δημοφιλές που είναι σχεδόν νόμιμο. Οι πελάτες βρίσκονται ανάμεσα στο να χρειάζονται κάποιον και να θέλουν να είναι μόνοι συγχρόνως, κάτι που πιθανώς πάντα ίσχυε σ' αυτό το συγκεκριμένο παιχνίδι, ακόμα και πριν να έχουμε τη νευροηλεκτρονική που θα μας επέτρεπε να τα έχουμε και τα δυο μαζί.

Σήκωσα το τηλέφωνο και χτύπησα το νούμερο της αεροπορικής εταιρείας. Τους έδωσα το πραγματικό της όνομα, τον αριθμό πτήσεως. «Το αλλάζει» είπα, «..για Χίμπα Σίτυ. Σωστά. Ιαπωνία». 'Έχωσα την πιστωτική μου κάρτα στη σχισμή και πληκτρολόγησα τον κωδικό μου. «Πρώτη θέση». 'Ένα μακρινό βουητό καθώς εξέταζαν την πίστωσή μου. «Μετ' επιστροφής».

Πρέπει όμως να εξαργύρωσε το εισιτήριο επιστροφής, ή δεν το χρειάστηκε, γιατί δεν γύρισε.

Και μερικές φορές αργά τη νύχτα περνάω από κάποια βιτρίνα μέ σταρ του προσέρ, όλοι τους όμορφοι, με ολόιδια μάτια να με κοιτάζουν από πρόσωπα σχεδόν ολόιδια, και μερικές φορές τα μάτια είναι τα δικά της, αλλά κανένα πρόσωπο δεν είναι, ποτέ, και τη βλέπω μακριά στα όρια αυτής της έκτασης της νύχτας και των πόλεων, και με αποχαιρετά.