'Ένα Δώρο από τους Κατοίκους της Γκρίζας Χώρας

Michael Bishop
A Gift from the GrayLanders (1985)
Μετάφραση: Γιώργος Γούτας

Στο σπίτι όπου μετακόμισε η Μαμά, αρκετούς μήνες αφού είχε χωρίσει με τον Μπαμπά, ο μικρός Κόρυ είχε ένα δωματιάκι κάτω στο υπόγειο. Το σπίτι ανήκε στην αδελφή της Μαμάς και στον άντρα της Μάρτιν, ένα ζευγάρι δυστυχισμένων ανθρώπων με τέσσερα παιδιά. Τα παιδιά της θείας Κλάρας είχαν τις δικές τους κρεβατοκάμαρες στον επάνω όροφο, όμως η Μαμά έλεγε στον Κόρυ ότι ήταν πολύ τυχερός που είχε έστω κι αυτό το μέρος για να κοιμάται, που οπωσδήποτε ήταν ασύγκριτα καλύτερο από τους αεραγωγούς του μετρό του Ντένβερ ή το βρωμερό εκείνο στάβλο όπου γεννήθηκε ο Χριστούλης.

Ο Κόρυ αηδίαζε με τη μυρωδιά και την όψη του υπογείου. Οι τοίχοι του θύμιζαν έντονα ταφόπλακες. Κοιτώντας τους μπορούσες εύκολα να φανταστείς να τις σηκώνουν βραδιάτικα από νεκροταφείο και να τις στήνουν τη μια δίπλα στην άλλη για να φτιάξουν τούτη την τετράγωνη υπόγεια φυλακή. Οι πλάκες ανέδιδαν κάτι το απροσδιόριστα υγρό. Αν ακουμπούσες την ανοιχτή παλάμη σου στον τοίχο, έμενε το αποτύπωμά της πάνω στο τσιμέντο. Κι όταν τραβούσες από κει το χέρι σου, αυτό μύριζε γκρίζα. Ο Κόρυ ήξερε ότι και οι πεθαμένοι μύριζαν γκρίζα, ειδικά όσοι ήταν από χρόνια πεθαμένοι - σαν εκείνους που δεν τους έχει απομείνει παρά μονάχα το κόκαλο και που τόσες φορές τους είχε δει να φιγουράρουν στα περιοδικά μ' ένα απαίσιο χαμόγελο, χωρίς μάτια, χείλια ή μαλλιά. Μερικές φορές ο Κόρυ καθόταν στο κρεβάτι του και συλλογιζόταν έναν ολάκερο στρατό από αυτούς τους σκελετούς με τη γκρίζα μυρωδιά να στέκει σιωπηλά πίσω από τους τοίχους του υπογείου και να κατεδαφίζει αργά κι αθόρυβα με σατανικά φτυαράκια και κασμάδες τους τοίχους για να τον πάρουν μαζί τους στις Χώρες του Γκρίζου, εκεί όπου η νέκρα έπαιρνε ζωή.

'Ισως όμως τα όντα εκείνα με τις γκριζωπές αναθυμιάσεις που κρύβονταν πίσω από τους τοίχους του υπογείου να μην ήταν διόλου σκελετοί. Ισως να ήταν οι Πήλινοι Ανθρωποι. Στην ασπρόμαυρη τηλεόραση που βρισκόταν επάνω, ο Κόρυ είχε δει μια παλιά τηλεοπτική σειρά, κάτι σχετικά με έναν παράξενο πλανήτη. Κάποιοι από τους κατοίκους εκείνου του πλανήτη ζούσαν κάτω από το έδαφος και είχαν την ικανότητα να μπαινοβγαίνουν μέσα από τους τοίχους και τους βράχους που συνέδεαν τις λαβυρινθώδεις σήραγγες που διέσχιζαν τα έγκατα του πλανήτη. Κινούνταν μέσα από το χώμα και τα βράχια με την ίδια ευκολία που ένα παιδάκι σαν τον Κόρυ μπορούσε να κολυμπήσει το καλοκαίρι μέσα στο νερό και το χειμώνα να περπατήσει μέσα στο φρέσκο χιόνι. Ο καλός της ταινίας, ο ξανθός ήρωας, τους ονόμαζε Πήλινους Ανθρώπους, κάτι που τους ταίριαζε σχεδόν απόλυτα, αφού έμοιαζαν με τέρατα φτιαγμένα από πηλό και αφημένα στον ήλιο να στεγνώσουν. Κάθε φορά που βγαίνανε στην οθόνη με το σπαστικό τους περπάτημα κι εκείνη την εμβατηριακή μουσική να τους σιγοντάρει, ο καημένος o Κόρυ σχεδόν πάθαινε υστερία από την τρομάρα του.

Αργότερα, όταν βρισκόταν ξαπλωμένος στο μικρό του κρεβάτι, τους φανταζόταν να διαπερνούν τους παχύρρευστους τοίχους και να προσπαθούν να τον πάρουν μακριά από το σπίτι της θείας Κλάρας, όπως ακριβώς είχε δοκιμάσει ο πατέρας του να τον απαγάγει από εκείνο το μοτέλ στο Ρατόν του Νιου Μέξικο. Ο Μπαμπάς στεκόταν κρυμμένος μια ολόκληρη σχεδόν μέρα στο δωμάτιο με τα μηχανήματα των αναψυκτικών. Μπαίνοντας για να πάρει μια Κόκα Κόλα, ο Κόρυ στην αρχή νόμισε ότι o Μπαμπάς ήταν κάποιο φρικτό τέρας. 'Έμπηξε τις φωνές, που έφεραν γρήγορα στο δωμάτιο τη Μαμά έντρομη, τον ξενοδόχο και τον φύλακα του μοτέλ, το δε «σενάριο απαγωγής» - όπως το ονόμασε αργότερα η Μαμά - είχε λήξει μάλλον προσβλητικά για τον Μπαμπά, ο οποίος την κοπάνησε κακήν-κακώς από το Ρατόν μέσα στο σαραβαλιασμένο του Ιμπάλα σαν λαθρέμπορος ναρκωτικών που τα παίζει όλα για όλα σε αστυνομικό σήριαλ στην τηλεόραση. Αν όμως οι Πήλινοι Ανθρωποι αποδεικνύονταν τελικά καλύτεροι απαγωγείς από τον Μπαμπά; Τι θα γινόταν αν περνούσαν αθόρυβα μέσα από τους τοίχους και τον αρπάζανε ξαφνικά εκεί που κοιμόταν προτού προλάβει καλά-καλά να φωνάξει; Θα τον παίρνανε σίγουρα μαζί τους και θα τον πηγαίνανε μέσα από το κολλώδες γκρίζο σ' ένα μέρος όπου πυκνή σκόνη θα γέμιζε το στόμα του, θα βούλωνε τ' αυτιά του και θα πίεζε χωρίς έλεος τους βολβούς των ματιών του, κι αυτός θα πέθαινε, θα πέθαινε για πάντα.

Ο Κόρυ το μισούσε αυτό το υπόγειο. Κι αφού τα ξαδέλφια του αντιπαθούσαν την υγρή κι ανήλιαγη τούτη τρύπα όσο κι εκείνος, σπάνια κατέβαιναν να τον ενοχλήσουν. Βέβαια τον συνέφερε κάτι τέτοιο όταν ήθελε να μείνει μόνος του, όμως η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήθελε να είναι μόνος του στο υπόγειο. Αναπνέοντας όλη τούτη τη μούχλα, αγγίζοντας τους λιπαρούς τοίχους, νιώθοντας σαν τον κακό που τον έχουν ρίξει στην απομόνωση, ο Κόρυ δεν μπορούσε παρά να φαντάζεται ανείπωτους κινδύνους και μια θανατίλα να τον τυλίγει ολόκληρο. Σκέλεθρα. Πήλινοι Ανθρωποι. Τέρατα που ξεφυτρώνουν από τα χθόνια σκότη. Δεν θα τον πείραζε να γυρνάει μονάχος σε κάποιο ορεινό μονοπάτι ή ακόμη και να βρίσκεται στην τάξη του σχολείου του, όμως να είναι ολομόναχος σε τούτο το υπόγειο έμοιαζε με τιμωρία κατάλληλη για κάποιο παιδί που δεν έχει έναν μπαμπά να γυρνάει σπίτι κάθε βράδυ όπως όλοι οι μπαμπάδες όλου του κόσμου. Ακόμη κι ο ίδιος ο Μπαμπάς, που κάποτε είχε προσπαθήσει να τον απαγάγει, ποτέ δεν θα τολμούσε να τον βάλει να περάσει εκεί μέσα τα βράδια του. Αλλά ακόμα κι αν για κάποιο ιδιαίτερο λόγο ο Μπαμπάς δεν κατόρθωνε να αποσοβήσει τούτο το ενδεχόμενο σίγουρα θα καθόταν μαζί με τον Κόρυ κάτω στο υπόγειο για να τον προστατεύσει από τα φρικτά όντα που σκάβουν λαγούμια μέσα από τα βάθη της Γκρίζας Χώρας.

«Κόρυ, δεν υπάρχει τίποτα εδώ κάτω. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάσαι», έλεγε η Μαμά. «Δεν φαντάζομαι να θέλεις να κοιμάσαι αγκαλιά με τη μητέρα σου, εσύ, ένας ολόκληρος άντρας εφτά χρονών!»
«Όχι», παραδεχόταν εκείνος. «Θέλω τον μπαμπά μου».
«Ο μπαμπάς δεν μπορεί να σε προστατέψει. Ούτε μπορεί, ούτε θέλει να σε ζήσει. Γι' αυτό κι έπρεπε να τον παρατήσουμε. Το μόνο που προσπάθησε να κάνει ήταν να σε πάρει μαζί του με το ζόρι για να με κάνει να πονέσω. Το καταλαβαίνεις αυτό;»

Είχε πονέσει τη Μαμά ο Μπαμπάς; Ο Κόρυ κούνησε το κεφάλι του.

«Λυπάμαι που είναι υπόγειο», είπε η Μαμά. «Λυπάμαι που δεν είναι κάποιο σαλέ με μεγάλο παράθυρο να βλέπει στα βουνά, όμως τα πράγματα μας έχουν έρθει κάπως αλλιώς τώρα τελευταία».
Ο Κόρυ στριφογύρισε πάνω στο κρεβάτι και η μύτη του τρίφτηκε πάνω στον τσιμεντένιο τοίχο.
«Πες μου τι είναι αυτό που σε κάνει να φοβάσαι», είπε η Μαμά. «Αν μου το πεις ίσως να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε μαζί - ό,τι κι αν είναι αυτό».

Μετά από μερικές ακόμη γαλιφιές και παρακλήσεις, αλλά χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει στα μάτια, ο Κόρυ άρχισε να της μιλάει για τους σκελετούς και τους Πήλινους Ανθρώπους που έρχονταν από τις Γκρίζες Χώρες και στέκονταν πίσω από το υγρό τσιμέντο.

«Γκρίζες Χώρες;» είπε η Μαμά. «Δεν υπάρχει τέτοιο μέρος, Κόρυ. Σκελετοί ίσως και να υπάρχουν, αλλά δεν σηκώνονται να περπατήσουν. Και σίγουρα δεν χρησιμοποιούν φτυαράκια και κασμάδες για να τρυπώσουν στα υπόγεια. Όσο για τους Πήλινους Ανθρώπους, αυτοί υπάρχουν μονάχα στην τηλεόραση, είναι ψεύτικα τέρατα, δεν είναι αληθινά και δεν πρέπει να σε τρομάζουν, ολόκληρο παιδί».
«Θέλω να κοιμάμαι επάνω, στον καναπέ».
«Αυτό δεν γίνεται, Κόρυ. Εσύ έχεις το δικό σου μπάνιο εδώ κάτω, κι όταν ξυπνάς το βράδυ και θέλεις να το χρησιμοποιήσεις δεν μπορείς να ενοχλείς τον θείο Μάρτιν ή τη θεία Κλάρα και τα παιδιά. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά, Κόρυ. Ξέρεις καλά πόσο σημαντικό είναι για τον Μάρτυ ο ύπνος του. Πρέπει να ξυπνάει κάθε πρωί στις τέσσερις για να πιάσει βάρδια στο σταθμό της Πυροσβεστικής».
«Δεν θα χρησιμοποιώ το μπάνιο. Ούτε θα πίνω τίποτα πριν πέσω για ύπνο...
«Πάψε, Κόρυ».

Το αγόρι γύρισε από την άλλη μεριά και στηρίχτηκε πάνω στους αγκώνες του ρίχνοντας το βλέμμα του πάνω στα μάτια της Μαμάς. «Οι Γκρίζες Χώρες με τρομάζουν. Με τρομάζουν τα τέρατα με τη γκρίζα μυρωδιά και ξέρω ότι θα 'ρθουν και θα γκρεμίσουν τους τοίχους».
Η Μαμά του χάιδεψε τα μαλλιά μ' ένα χαριτωμένο τρόπο. «Λες κουταμάρες, το ξέρεις; Κάτι απίστευτες κουταμάρες».

Της ήταν μάλλον δύσκολο να τα πιστέψει όλα αυτά. Κι έτεινε να πιστεύει ότι όλα όσα της είχε διηγηθεί για τέρατα, Γκρίζες Χώρες και σκελετούς που περπατάνε δεν ήταν παρά ένας παιδικός τρόπος για να προκαλέσει τη συμπάθεια ενός μεγάλου. Μπορεί να μην του άρεσε το υπόγειο (η Μαμά φρόντισε να μην το σχολιάσει αυτό), όμως όλη τούτη η ιστορία για γειτονικές χώρες με νεκροζώντανους κατοίκους που μυρίζουν παράξενα γκρίζα ήταν ολοκάθαρα αποκύημα της παιδικής φαντασίας, κάτι το ανυπόστατο. Του έλειπε ο πατέρας του, και η Μαμά δεν μπορούσε να παίξει το ρόλο του Μπαμπά-προστάτη- ήταν τόσο κακή στο ρόλο αυτό όσο και ο ίδιος ο Κλίντον - γιατί στα μάτια ενός αγοριού μια γυναίκα δεν μπορεί ποτέ να είναι άντρας. Κι έτσι του ξαναχάιδεψε τα μαλλιά και τον άφησε μόνο με τους φασματικούς του δαίμονες.

Ο Κόρυ δεν ξαναμίλησε ποτέ σε κανένα για τις Γκρίζες Χώρες. Όμως κάθε νύχτα, μιας και τόσο πολύ μισούσε εκείνη την υγρή μυρωδιά πηλού που ανέδυε το υπόγειο, καθώς και τη γλίτσα του πλαστικού δαπέδου, τους σωλήνες της θέρμανσης που ήταν τυλιγμένοι με χοντρό αλουμινόχαρτο κι ανέβαιναν σαν μεταλλικά φίδια μέχρι το ταβάνι, κι εκείνον το γυμνό γλόμπο που κρεμόταν σαν μικροσκοπική ξεραμένη νεροκολοκύθα από μια σιδερένια γωνιά που ξεπρόβαλλε κάτω από τις μισοτελειωμένες σκάλες, θα κουλουριαζόταν κάτω από τις κουβέρτες του κρεβατιού και θα μιλούσε με τα παράξενα εκείνα όντα που αθόρυβα και μεθοδικά σκάβαν το ατέλειωτο λαγούμι τους από τα πέρατα της Γκρίζας Χώρας οι Πήλινοι Ανθρωποι ή Γήινα Ζόμπι, ή Σκελετόκουκλες, που μονάχα αυτός από ολόκληρη την αλλοπρόσαλλη εκείνη οικογένεια πίστευε στην ύπαρξή τους.

«Μην κουνηθείτε», μουρμούριζε ψιθυριστά ο Κόρυ προς τη μεριά του τοίχου. «Μην πλησιάζετε κατά δω. Μείνετε εκεί που είσαστε».

Τα τέρατα - όποια κι αν ήταν αυτά υπάκουαν. Δεν έσπαζαν τον τοίχο για να τον αρπάξουν. Αλλά πάλι, ίσως εκείνο το τσιμέντο να παραήταν παχύ και σκληρό για να τους επιτρέψει να τον φτάσουν χωρίς πολύ περισσότερη δουλειά. Αυτοί ίσως να συνέχιζαν το έργο τους χρησιμοποιώντας τα αθόρυβα εργαλεία τους. Οι Πήλινοι Ανθρωποι του κινηματογραφικού πλανήτη μπορούσαν να περάσουν μέσα από το έδαφος χωρίς τη βοήθεια κανενός εργαλείου, ίσως όμως το έδαφος της Γης να είναι πυκνότερο και να δυσκολεύει σημαντικά τη διέλευση. 'Ισως πάλι, τα παλιά καλά τσιμέντα του Κολοράντο να μπορούσαν να συγκρατήσουν για μήνες τη λαίλαπα τούτων εδώ των κρετίνων. Ο Κόρυ αυτό ήλπιζε. Για καλό και για κακό πάντως, αυτός θα συνέχιζε να τους μιλάει, να τους παρακαλάει να μείνουν μακριά του, να τους ικετεύει τέλος να μην γκρεμίσουν με τα μυστικά τους σκαψίματα τα θεμέλια του σπιτιού του θείου του.

'Ηρθε το καλοκαίρι κι αυτοί ακόμα δεν τον είχαν αρπάξει. Οι τοίχοι άντεχαν ακόμα στις πιέσεις τους, αλλού απαλοί κι αλλού άγριοι στην αφή. Κάποιες από τις χαραγματιές πάνω στην αδιάκοπη γυαλάδα του γκρίζου μοιάζαν με δυσανάγνωστη ξενική γραφή. Οι χαρακιές αυτές προβλημάτιζαν πολύ τον Κόρυ. Αναρωτιόταν κατά πόσο υπήρχαν ανέκαθεν στη θέση εκείνη. 'Ισως τα τέρατα των στοών να είχαν κατορθώσει να σκαλίσουν το τσιμέντο από την άλλη πλευρά, χωρίς παρ' όλα αυτά να καταφέρουν να κάνουν τις αιχμές των παράξενων γραφίδων τους να διαπεράσουν ολότελα τον τοίχο παρά μονάχα, κι έπειτα από μεγάλη προσπάθεια και επιμονή, να πετύχουν ν' αφήσουν λίγα ίχνη στην απέξω μεριά, όπου ένα ζωντανό ανθρώπινο ον σαν εκείνον θα μπορούσε να δει. Το αγόρι πέρασε αργά το δάχτυλό του πάνω στα σημάδια. Προσπάθησε να τα συλλαβίσει. 'Όμως οι σχολικές του γνώσεις περιορίζονταν σ' εκείνες της πρώτης Δημοτικού, και το έργο της αποκρυπτογράφησης απαιτούσε προσόντα ανώτερα από όσα διέθετε. Δυστυχώς γι' αυτόν, δεν ήταν δυνατό να ζητήσει από πουθενά βοήθεια χωρίς να πατήσει το λόγο που είχε δώσει στον εαυτό του να μην ξαναμιλήσει ποτέ για τους κατοίκους της Γκρίζας Χώρας σε κανέναν από την οικογένεια της θείας Κλάρας. Αν η μητέρα του δεν έδινε πίστη σε όσα έλεγε, πώς θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα έπειθε τα χοντροκέφαλα ξαδέλφια του, που τον προτιμούσαν όταν έτρεχε για θελήματα ή όταν κρυβόταν μακριά τους στο αμφίβολο καταφύγιο του υπογείου του;

Αργότερα, ο Κόρυ συνειδητοποίησε πως η δυσκολία που συναντούσε στην ανάγνωση των νοτισμένων επιγραφών δεν οφειλόταν τόσο στη δική του άγνοια ή στο ότι τα γράμματα αυτά ανήκαν σε κάποιαν άλλη άγνωστη γλώσσα, όσο στο γεγονός ότι η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν οι βασανιστές του για να τα κάνουν να φαίνονται στην έξω μεριά του τοίχου έκανε τους χαρακτήρες να βγαίνουν ανάποδα. Ο Κόρυ ήταν πολύ περήφανος που είχε καταφέρει να φτάσει σ' αυτό το συμπέρασμα. Βούτηξε κρυφά το καθρεφτάκι από την τσάντα της μεγαλύτερης ξαδέλφης του και κατέβηκε γρήγορα την ετοιμόρροπη σκάλα για να ελέγξει τη θεωρία του.

Η κοπέλα, η δεκαπεντάχρονη Τζίνα Λιν, τον έπιασε να κρατάει τον καθρέφτη της τη στιγμή που ο Κόρυ βρισκόταν ακουμπισμένος δίπλα στον τοίχο και προσπαθούσε, κοιτάζοντας μια την επιφάνεια της πέτρας και μια το στρογγυλό γυαλί, να βρει μιαν άκρη. Συγχρόνως, με την κοντόχοντρη μύτη ενός σπασμένου μολυβιού, αγωνιζόταν να αντιγράψει τα αντεστραμμένα σύμβολα πάνω σε ένα κομμάτι από χαρτοφύλακα. Ο Κόρυ δεν άκουσε την Τζίνα Λιν να κατεβαίνει τη σκάλα γιατί ήταν απορροφημένος ο' αυτό που έκανε. Αρχιζε επίσης να διαπιστώνει ότι η καταπληκτική του θεωρία δεν φαινόταν να επαληθεύεται. Η μυστηριώδης καλλιγραφία του λαού των Γκρίζων Χωρών εξακολουθούσε να παραμένει ασυνάρτητη.

«Είσαι το πιο παράξενο βλακόμετρο που έχω συναντήσει στη ζωή μου», είπε η Τζίνα Λιν και το εννοούσε. «Δώσ' μου αμέσως το καθρεφτάκι μου».

Τρόμαξε, γιατί δεν περίμενε κανέναν, και γύρισε ντροπιασμένος το κεφάλι του. Της έδωσε πίσω τον καθρέφτη. Η Τζίνα Λιν δεν τον ρώτησε τίποτα, αφού όλες οι προηγούμενες εμπειρίες της έλεγαν ότι θα απαντούσε με μονοσύλλαβα, αν έμπαινε στον κόπο να το κάνει κι αυτό. Παρ' όλα αυτά δεν παρέλειψε να διαδώσει στο σπίτι ότι ο Κόρυ ήξερε να διαβάζει τις γρατζουνιές του τοίχου όπως κάποιοι άλλοι ξέρανε να διαβάζουν τα σύννεφα ή τα εντόσθια από τα κοτόπουλα. Ο Θείος Μάρτιν, που θα έμενε σπίτι ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, βρήκε την ασχολία του γιου της κουνιάδας του πολύ αστεία. Κάλεσε τον Κόρυ στο σαλόνι για να σπάσει πλάκα με τα καμώματα του μικρού που έβαζε καθρεφτάκια πάνω στο γυμνό, άβαφο τσιμέντο του υπογείου.

«Για πες μου λοιπόν», του είπε. «Τι σόι μυστικά σου είπε το ντουβάρι; Και μην αρχίσεις τα ψέματα, θέλω να μου τα πεις όλα. Κάνω κέφι ν' ακούσω τι διάολο σου 'πε το τσιμέντο, Είπε τίποτα για καμιά καλή επένδυση ν' ακουμπήσει ο θείος Μάρτυ τα λεφτά του;
O Kορυ ένιωθε το πρόσωπό του να καίει.
« 'Έλα ξάδερφε. Πες μας. Ασε με να μάθω τι γίνεται κάτω στο υπόγειο».
«Ποιος θα πάρει φέτος το πρωτάθλημα;» ρώτησε αμέσως ο δωδεκάχρονος Ντέηβιντ.
«Θα καλέσει ο Χανκ Ντάνφορθ την Τζίνα Λιν στο πάρτυ του;» αναρωτήθηκε δυνατά η Φέη, που παρά τα εννιά της χρόνια έδειχνε να ξέρει πολλά περισσότερα.
(«Βούλωσ' το», της φώναξε αμέσως η Τζίνα Λιν.)
Η Ντέμπορα, δεκατριών χρονών αυτή, ρώτησε με τη σειρά της: «Για πες μας, θα γίνει πόλεμος; Ρώτα το χαζοτοίχο σου αν θα μας βομβαρδίσουν οι Ρώσοι».
«Ισως ο τοίχος να του ζήτησε καμιά κρέμα για το κρύο», είπε ο θείος Μάρτιν. «Καταλαβαίνετε, για να τη βάλει πάνω στις ρυτίδες του». Και τα τέσσερα σκατόπαιδα του θείου Μάρτιν βάλαν αμέσως τα γέλια. «Σημείωνες τη μάρκα, έτσι δεν είναι Κόρυ; Δεν θα ήταν σωστό να φέρεις λάθος κρέμα και να την πασαλείψεις μετά στον αγαπημένο σου τοίχο. Στο κάτω-κάτω, εσύ είσαι αυτός που τον βλέπει κάθε πρωί που ξυπνάς, έτσι δεν είναι;
«Μια λοσιόν Σίλικα», είπε η Τζίνα Λιν. «'Η μια πούδρα της Γκραβέλ».

Η Μαμά δούλευε κάπου σαν ταμίας. Εκείνη τη στιγμή δεν βρισκόταν στο σπίτι. Ο Κόρυ είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω στο μικρό μπρούτζινο αυτοκινητάκι που είχε στη μέση της η αγκράφα της ζώνης του θείου Μάρτιν περιμένοντας να τελειώσει αυτό το ηλίθιο παιχνίδι. Μόλις τελείωσε, χωρίς να έχει ανοίξει ούτε μια φορά το στόμα του για να απαντήσει στα σαχλά τους πειράγματα, κατέβηκε με την αξιοπρέπειά του πληγωμένη κάτω στο υπόγειο και κάθησε σε μια γωνιά. Μόνος πάλι, κάρφωσε για λίγο τα μάτια του πάνω στα σημάδια που ο καθρέφτης της Τζίνα Λιν δεν του είχε επιτρέψει να διαβάσει. Οι χαραγματιές άρχισαν να τον τρομοκρατούν. 'Έφτιαχναν μια κωδική γλώσσα που δεν είχε καταφέρει να μάθει ακόμα. Το πιο πιθανό ήταν να περιείχαν βρισιές και σαρκασμούς - απειλές πάντως - πιο σκληρούς και πιο επικίνδυνους από εκείνους που μόλις είχε ακούσει από τον θείο και τα ξαδέλφια του.

Δυο μέρες αργότερα, μέσα στο γκαράζ του θείου Μάρτιν, ο Κόρυ βρήκε έναν ξεχασμένο κουβά μ' ένα γαλόνι κίτρινη μπογιά μέσα, που θα πρέπει να τον είχε αγoράσει η θεία Κλάρα τρία καλοκαίρια πιο πριν για να βάψει τα παραθυρόφυλλα που είχαν σκάσει. Βρήκε ακόμη ένα πινέλο κι ένα σπρέυ με μαύρη μπογιά, εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει πρόσφατα ο Ντέηβιντ για να βάψει το σκελετό του αγωνιστικού του ποδηλάτου. Όλα αυτά τα κατέβασε στο ιδιωτικό του άσυλο.

'Έβγαλε τα. ρούχα του κι άρχισε να απλώνει τη γυαλιστερή μπογιά πάνω στα ενοχλητικά ιερογλυφικά. Στην αρχή κάλυψε μερικά από αυτά με την εικόνα ενός πλακουτσωτού κατακίτρινου αβγού που έσταζε. Κατόπιν, τεντώνοντας όλο και πιο πολύ το χέρι που κρατούσε το πινέλο, μετέτρεψε αυτό το αστείο σχέδιο σε γείσο κάποιου χαρούμενου ψάθινου σομπρέρο. Το περιθώριο του καπέλου έγινε σιγά-σιγά ένα ολοστρόγγυλο κίτρινο γκονγκ, που κι αυτό με τη σειρά του φούσκωσε σαν μπαλόνι για να γίνει ένα γιγάντιο φλιτζάνι του τσαγιού, σαν εκείνα που στριφογύριζαν ασταμάτητα στα λούνα παρκ. Στο τέλος πια, ο Κόρυ είχε φτιάξει το δίσκο του μεγάλο όσο κι ένας μικρός ήλιος, μια μπάλα χαρούμενη κι αστραφτερή που ακτινοβολούσε σ' ολόκληρο το υπόγειο λες και είχε πάρει φωτιά η ίδια η μπογιά.

Με το μαύρο σπρέυ κύκλωσε ολόγυρα τον ήλιο προσθέτοντας εδώ κι εκεί χρυσωπές βούλες και πυρακτωμένες χερσονήσους που φώναζαν την ανάγκη τους για περισσότερο κίτρινο. Μετά ζωγράφισε κι άλλες μικρές φωτεινές βούλες σε άλλα σημεία του ίδιου τοίχου, καθώς και στους άλλους, και διάφορα τροπικά πουλιά με μεγάλο ράμφος και φουντωτές ουρές, και ανανάδες μεγάλους σαν καρπούζια, και μια μεγάλη παραλία με ολόχρυση άμμο να απλώνεται ατελείωτη κάτω από τον καυτό ήλιο. Τα χέρια του είχανε γίνει κίτρινα, όμοια με τα λεπτά του ποδαράκια, το στήθος και την κοιλιά που έμπαινε προς τα μέσα, ενώ το πρόσωπό του έμοιαζε να αντανακλά όλη εκείνη τη χρωματιστή γυαλάδα που είχε εξολοθρέψει οριστικά τη θλίψη του γκρίζου. Αν έπρεπε να ζει και να κοιμάται σε τούτη την υγρή τρύπα στο χώμα, ας ήταν τουλάχιστον μια χαρούμενη τρύπα στο χώμα. Ας μπει επιτέλους το φως του τεχνητού ήλιου, αυτής της δισδιάστατης φωτεινής πηγής, των τροπικών πουλιών και των εξωτικών φρούτων μέσα από τους πόρους του ίδιου του τσιμέντου.

Ας μπει επιτέλους το φως.

Ας μπει επιτέλους το φως για να κρατήσει μακριά τα φαντάσματα των Γκρίζων Χωρών.

Αφού ο Κόρυ πίστευε πως η δουλειά που είχε κάνει, τα σύμβολα που έτσι πρόχειρα είχε φτιάξει γύρω από το κρεβάτι του όμοια με φράχτη από ηλιαχτίδες, θα εμπόδιζαν τα τερατώδη όντα να διαβούν τους υπόγειους τοίχους και να τον αρπάξουν από τη Μαμά και τον αληθινό κόσμο των αυτοκινήτων, των βουνών και των ποδοσφαιρικών γηπέδων - τον πραγματικό κόσμο, όπου εκεί μέσα αυτή προσπαθούσε να στήσει ένα μέρος και για τους δυο τους. 'Ισως τώρα να ήταν περισσότερο ασφαλής.

Όμως ενώ ο Κόρυ θαύμαζε το επίτευγμά του, κατέβηκε ο Ντέηβιντ για να του πει να πάει να ψωνίσει. Τον βρήκε σχεδόν ολόγυμνο, πασαλειμμένο μέσα στις μπογιές σαν κάποιον πρωτόγονο των σπηλαίων στο κέντρο μιας γκριζοκίτρινης ζούγκλας, ένα θέαμα ολότελα διαφορετικό από οτιδήποτε θα μπορούσε να περιμένει ότι θα δει ποτέ ένα μόλις όροφο κάτω από το δωμάτιο της τηλεόρασης.

«Θεέ μου, τι είναι αυτό;» πρόλαβε να πει πριν κάνει μεταβολή κι αρχίσει να τρέχει κατά πάνω λες κι ο Κόρυ ήταν έτοιμος να τον στραγγαλίσει την ίδια κιόλας στιγμή.

Δεν πέρασε ένα λεπτό κι ο θείος Μάρτιν κατέβαινε έξαλλος τα σκαλιά φορώντας κάτι μπότες με σχοινένια σόλα που έκαναν την ημιτελή κατασκευή να τρέμει σαν μεσαιωνικός πύργος που δέχεται επίθεση σε παλιά ταινία του Τάυρον Πάουερ. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε κάνει ο Κόρυ. Αρπαξε τον μικρό από το χέρι και του έχωσε μια στο στήθος που τον τράνταξε ολόκληρο, για να του δείξει πόσο πολύ δεν πίστευε στα μάτια του και πόσο είχε θυμώσει. Τον πέταξε πάνω το κρεβάτι με μια τέτοια μανία που αυτό διαλύθηκε αμέσως, αδειάζοντάς τον στο σημείο του τοίχου που ήταν φρεσκοβαμμένο, κάνοντάς τον να χτυπήσει άσχημα το κεφάλι του. Κίτρινη μπογιά λέρωσε τα τσουλούφια των μαλλιών του Κόρυ κι ένα μικρό κόκκινο ρυάκι άρχισε να κυλά μέσα από τους κίτρινους λεκέδες κάνοντας τον θείο Μάρτιν να εξοργιστεί ακόμη πιο πολύ.

«Εδώ είναι το σπίτι μου!» ούρλιαξε με μίσος κι έδωσε άλλη μια στον Κόρυ. «Κανείς δεν σου'δωσε άδεια να το κάνεις έτσι!»

Στην άκρη της σκάλας ξεπρόβαλε το παντελόνι της θείας Κλάρας. Σε λίγο είχε φανεί ολόκληρη καθώς κατέβαινε τα σκαλιά που έτριζαν. Τη στιγμή που ο θείος Μάρτιν τραβούσε το χέρι του έτοιμος να ρίξει ακόμη μια κατραπακιά, του φώναξε: «Μη, Μάρτυ! Σταμάτα! 'Έλα επάνω γρήγορα, κάτι λένε στην τηλεόραση, στις ειδήσεις. Σ' αρέσει να παρακολουθείς τις ειδήσεις. 'Έλα πάνω να ηρεμήσεις. Θα δω εγώ τι γίνεται εδώ πέρα».

Το χέρι του θείου Μάρτιν σταμάτησε λίγους πόντους πριν προλάβει να προσγειωθεί πάνω στα μάτια και το πρόσωπο του Κόρυ. «Τι να δεις τι γίνεται εδώ πέρα; Θα το κλειδώσω το σιχαμένο εδώ μέσα μέχρι να πλαντάξει. Το κάθαρμα... Μας παριστάνει νομίζει τον Πιγάσσο με τις αηδίες του! Θα τον αφήσω εδώ κάτω κλειδωμένο, παρέα με τα κίτρινα αριστουργήματά του! Το σιχαμένο... » Κόλλησε τον καημένο τον Κόρυ στον τοίχο για να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα λόγια του, έριξε μια τελευταία κλωτσιά στα υπολείμματα του ξεχαρβαλωμένου κρεβατιού και όρμησε προς τη σκάλα σπρώχνοντας μαζί του και τη θεία Κλάρα. Πίσω τους βρόντηξε η πόρτα. Μετά από λίγο έσβησε και το φως του γλόμπου που βρισκόταν δίπλα στη σκάλα, και το αγόρι κατάλαβε βέβαια ότι κάποιο από τα ξαδέλφια του είχε κλείσει, ύστερα από υπόδειξη του θείου Μάρτιν, το διακόπτη που έδινε παροχή στο υπόγειο.

Δεν απέμενε παρά μια στενή λουρίδα φως που έμπαινε από τη χαραμάδα της πόρτας, πάνω από το κεφαλόσκαλο. Ο Κόρυ σωριάστηκε δίπλα στο χαλασμένο του κρεβάτι, μέσ' στη μαυρίλα του υπογείου. Τότε κάποιος - ίσως να ήταν ο ίδιος ο θείος Μάρτιν - πλησίασε κι έβαλε κάτι - μάλλον μια διπλωμένη πετσέτα - κατά μήκος της χαραμάδας. Το σκοτάδι της φυλακής του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν και τόσο απόλυτο, πήρε ξαφνικά μιαν άλλη, πιο ολοκληρωμένη διάσταση κι έγινε πηχτό σαν πίσσα, τόσο που το αγόρι νόμισε ότι κάποιος - ίσως ένας από τους κατοίκους των Γκρίζων Χωρών - του είχε καρφώσει μιαν εντελώς ανώδυνη βελόνα μεσ' στους βολβούς των ματιών του πλημμυρίζοντας το οπτικό του πεδίο με το πιο σκοτεινό μελάνι. Είχε ακόμη τα μάτια του, βέβαια, όμως αυτά είχαν γίνει μαύρα σαν μαλακό κοράλλι ή σαν υγρές, ώριμες ελιές. Με τέτοια μάτια μπορούσε να «δει» μονάχα το σκοτάδι.

Κι ο ήλιος; Εκείνος ο τεράστιος ολοκίτρινος δίσκος που είχε ζωγραφίσει; Τι είχαν απογίνει η παραλία, οι ανανάδες και τα τροπικά πουλιά; 'Έβαλε τα χέρια του πάνω στις νοτισμένες πλάκες του υπογείου κι ένιωσε την κάθε αόρατη φιγούρα και σιγουρεύτηκε. Τούτη η υγρασία, να 'ταν μονάχα ο ιδρώτας του τσιμέντου που πίσω του έκρυβε το χώμα, ή μήπως ήταν μια ένδειξη ότι δεν είχε στεγνώσει ακόμα η μπογιά; Ο Κόρυ δεν ήξερε την απάντηση. Μυρίζοντας τις παλάμες του ξαναβρήκε την οικεία εκείνη μυρωδιά του γκρίζου - απόδειξη πως ακόμη και η πιο κίτρινη στρώση δεν μπορούσε να πάρει εκείνη τη μυρωδιά όταν, απλωμένη σαν ένα ελαφρύ βερνίκι ή καλύτερα σαν μια απαλή στρώση κάποιου λεπτού αρώματος, εφαρμοζόταν πάνω σε μια όρθια πλάκα από χωμάτινο γκρίζο. Το αγόρι σκούπισε τα χέρια του πάνω στο στήθος του. 'Έβγαζε τη λίγδα της ολοκίτρινης λιακάδας της λαδομπογιάς ή την κολλώδη εφίδρωση του σκοτεινού τσιμέντου; Και μιας και ποτέ δεν μπορούσε να απαντήσει σε τούτα τα ερωτήματα, παράτησε εντελώς την προσπάθεια.

Μετά από λίγο άκουσε ένα χτύπημα πάνω από το κεφάλι του κι αμέσως κατάλαβε ότι ήταν η Μαμά που είχε γυρίσει από τη δουλειά της. Στεκόταν μαζί με τον θείο Μάρτιν έξω ακριβώς από την πόρτα του και καβγάδιζαν.

«Για όνομα του Θεού, Μάρτυ, δεν μπορείς να τον αφήσεις κλειδωμένο μέσα στο υπόγειο - ό,τι κι αν έκανε! »
«Πρόσεξέ με καλά, Κλώντια! Ακούς τι σου λέω; »
«Θα κατέβω να τον δω! Στο κάτω-κάτω μητέρα του είμαι κι έχω κάθε δικαίωμα! 'H θ' ανέβει εκείνος να με δει! Αποφάσισε!»
«Κι εγώ σου λέω ότι θα μείνει εκεί μέσα να βράσει στο ζουμί του δίπλα στα αριστουργήματά του! Ορίστε, αποκτήσαμε και Πιγάσσο στην οικογένεια! Ακούς, το βρωμιάρικο... »
«Μα ούτε καν έχει φάει!»
«Και ποιος σου είπε ότι αξίζει να φάει;»
«Γιος μου είναι και θα κατεβώ να τον βγάλω από κει μέσα!»

Κι ύστερα το σκοτάδι που τύφλωνε τον Κόρυ κομματιάστηκε από έναν ήχο όμοιο μ' εκείνον που θα έκανε ένα τεράστιο σκυλί που πέφτει με όλη του τη δύναμη πάνω σε έναν ξύλινο φράχτη, κι ακούστηκε η Μαμά να φωνάζει και η θεία Κλάρα που τους έβριζε και τους δυο, και τη Μαμά και τον θείο Μάρτιν, και τα στηρίγματα της σκάλας να τρίζουν επικίνδυνα έτοιμα να παραδώσουν εξαντλημένα το φορτίο τους. Ο ένας κρότος ακολουθούσε τον άλλον, η μία κατάρα την άλλη και σύντομα όλο το πάνω μέρος του σπιτιού έμοιαζε να βαλσάρει στο ρυθμό των χαστουκιών και του σπασίματος των πιάτων του φαγητού, των βάζων και άλλων τυχαίων αντικειμένων. Ο Κόρυ περίμενε να τελειώσει ο σαματάς, αδημονώντας να αντικρύσει τη Μαμά να ανοίγει την πόρτα θριαμβεύτρια και να πλημμυρίζει το δωμάτιο με φως, και το σκοτάδι να υποχωρεί μπροστά στη σαρωτική δύναμη των βατ που θα πυροδοτούσαν τον μεγάλο κίτρινο ήλιο κι όλα τα άλλα χαρούμενα σύμβολα που είχε ζωγραφίσει. Όμως, όταν πια όλα σταμάτησαν και το σπίτι ξαναβρήκε την ηρεμία του, το σκοτάδι συνεχιζόταν, όπως και η σιωπή, και το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί ο Κόρυ ήταν ότι η Μαμά είχε αλληλοσκοτωθεί με τον θείο Μάρτιν ή ότι τελικά η Μαμά είχε συμφωνήσει με την απόφαση του θείου Μάρτιν να μείνει ο Κόρυ κλεισμένος μέσα στο σκοτάδι επειδή είχε προσπαθήσει να ομορφύνει τους φριχτούς τοίχους του υπογείου.

Ό,τι κι αν είχε συμβεί πάντως επάνω, η πόρτα παρέμενε κλειστή και το μελάνι που θόλωνε την όρασή του γινόταν όλο και πιο πηχτό, όλο και πιο πηχτό ώσπου έφτασε στο σημείο που συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να υποστεί και το σκοτάδι και το αργό πλησίασμα των κατοίκων των Γκρίζων Χωρών - των Πήλινων Ανθρώπων, των Γήινων Ζόμπι και των Σκελετόκουκλων - είτε σαν προμελετημένη τιμωρία είτε σαν ένα φρικτό, τυχαίο ατύχημα ('Ισως, στη διάρκεια της συμπλοκής να μπήκε κάποιος κλέφτης από το παράθυρο και να τους είχε μαχαιρώσει όλους πριν η Μαμά καλά-καλά προλάβει να του φανερώσει ότι ο γιος της βρισκόταν κλειδωμένος κάτω στο υπόγειο. 'Ισως πάλι η Μαμά να μην είχε πει τίποτα στον παλιάνθρωπο, από φόβο μπας και μέσ' στην τρέλα του κατέβαινε κάτω και τον μαχαίρωνε κι αυτόν). Όπως και να είχε πάντως, ο Κόρυ ήταν παγιδευμένος, χωρίς φως και φαγητό, ζωγραφισμένος με κίτρινη μπογιά σ' όλο το αόρατο κορμί του, μονάχα με ένα μικρό μπάνιο για παρηγοριά και λίγο νερό πού έφθανε ώς εκεί μέσα από σκουριασμένους σωλήνες.

Ο Κόρυ ανέβηκε ψηλαφητά την ξεχαρβαλωμένη σκάλα αρπάζοντας μια αγκίδα στην παλάμη του εκεί που γατζωνόταν με δύναμη στο ξύλινο χερούλι της σκάλας. Φτάνοντας στο πλατύσκαλο χτύπησε με τις γροθιές του την πόρτα σαν μανιασμένος, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να νιώσει την αντίδραση της δύναμής του να ξαπλώνεται πάνω στο σώμα του όπως οι κρότοι μιας μονομαχίας με καλαμένια ραβδιά που γίνεται στον πάτο μιας αδειανής πισίνας. «Βγάλτε με έξω!» ούρλιαξε. «Βγάλτε με από 'δω μέσα!» Κάτι που σίγουρα δεν φανέρωνε αξιοπρέπεια, το ήξερε, που όμως ήταν αναγκαίο, εδώ, στον προθάλαμο της φυλακής του, για να καταλάβει τις αληθινές προθέσεις του θείου Μάρτιν. Αν ο θόρυβος κατάφερνε να εκνευρίσει τον θείο του, αν τα παρακάλια κατόρθωναν να τον μαλακώσουν, τότε το αγόρι έπρεπε πάση θυσία να τα δοκιμάσει, τόσο για το δικό του καλό όσο και της μητέρας του. Όμως όλα αυτά ήταν ανώφελα, κι έτσι κάθησε στο κεφαλόσκαλο κι άρχισε να δαγκώνει την παλάμη του με τα μωρουδίστικα εκείνα δοντάκια μέχρι που κατάφερε να πιάσει ανάμεσά τους την άκρη της αγκίδας και να τη βγάλει από την τρυπημένη σάρκα που την περιέβαλλε.

Το σκοτάδι καταβροχθίζει το χρόνο. Ο Κόρυ κατάλαβε πως το σκοτάδι καταβροχθίζει το χρόνο όταν έμεινε ξαπλωμένος μέσα στο σκοτεινό υπόγειο, κι έμεινε τόσο πολύ εκεί μέσα που δεν μπορούσε καν να ξεχωρίσει το πέρασμα του ενός τετάρτου του χρόνου που έμεινε κουλουριασμένος πάνω στα υπολείμματα του κρεβατιού του περιμένοντας με αγωνία να τελειώσει το ατέλειωτο εκείνο σκοτάδι. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ο χρόνος εκτεινόταν με την ελαστικότητα μιας καραμέλας γάλακτος ή μαζευόταν σαν μια αράχνη που της πλησιάζεις ένα αναμμένο σπίρτο. Ο χρόνος δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ζήσει και να αναπτυχθεί μέσ' στο σκοτάδι. Το σκοτάδι απλώς τον καταβρόχθιζε. Προσπαθούσε τώρα να τον χωνέψει, κάπου βαθιά μέσ' στο στομάχι του, όμως όταν ο χρόνος θα ξαναρχόταν στην επιφάνεια, ο Κόρυ ήξερε ότι αυτό θα ήταν κάτι στρεβλωμένο, αλλοιωμένο στη φυσική του υπόσταση κι ως εκ τούτου δύσοσμο - το πιο πιθανό να μύριζε κάπως γκρίζα - και ανεπιθύμητα. Σχεδόν ήλπιζε να τον καταβροχθίσει κι αυτόν το σκοτάδι, έτσι που να μην έχει να αντιμετωπίσει τη δυσοσμία του χρόνου όταν, αλλαγμένος κατά αυτό τον άσχημο, πλην όμως αναπόφευκτο τρόπο, θα ξαναρχόταν βρωμοκοπώντας σε τούτο τον κόσμο.

Κάποια στιγμή νόμισε ότι άκουγε σειρήνες. 'Ισως να ήταν ο θείος Μάρτιν που έτρεχε να σβήσει κάποια φωτιά.

Λίγο αργότερα, όμως, συνειδητοποίησε ότι ήταν οι κάτοικοι των Γκρίζων Χωρών που ετοιμάζονταν να μπουν στο υπόγειό του μέσα από τους τοίχους, παρά το σπίτι κάποιου κακομοίρη που είχε αρπάξει φωτιά. 'Έβαλε τα χέρια του πάνω στην πέτρα. Το έκανε για να συγκρατήσει τον τοίχο στη θέση του, για να εμποδίσει την επέλαση των αποφασισμένων νεκροζώντανων που φίλτραραν τα μόρια του σώματός τους μέσα από το έδαφος, όπως ακριβώς στράγγιζε η θεία Κλάρα την πορτοκαλάδα κάθε Σάββατο πρωί, για να μπουν μέσα και να σκαλίσουν πάνω στους τοίχους τα ανάστροφα μηνύματά τους σ' εκείνη την παράξενη γλώσσα που ούτε ο καθρέφτης δεν μπορούσε να τα μεταφράσει για τον Κόρυ. Μην μπορώντας πια να δει τα μηνύματα εκείνα, άρχισε σιγά-σιγά να νιώθει τις χαραγματιές να τον περιζώνουν. 'Ισως οι Σκελετόκουκλες, τα Γήινα Ζόμπι, οι Πήλινοι Ανθρωποι, ή οτιδήποτε ήταν αυτοί τελοσπάντων, να προτιμούσαν την επαφή με τις ζωντανές υπάρξεις μέσω απτικών και όχι οπτικών συμβόλων.

Κάτι παρόμοιο με το σύστημα Μπράιγ. Σίγουρα έβγαινε κάποιο νόημα έτσι. 'Ηταν έξυπνο από μέρους του να σκεφτεί ότι τα τέρατα που ζούσαν κάτω από το έδαφος, μέσα στο απόλυτο κι ατέλειωτο σκοτάδι, ήταν τυφλά, έτσι δεν είναι; Ο δάσκαλός τους στο σχολείο τους είχε μιλήσει για τους τυφλοπόντικες που μόλις μετά βίας μπορούσαν να δουν, όπως επίσης τους είχε δείξει κι ένα φιλμ για ζώα που ζούσαν όλη τους τη ζωή μέσα σε σπηλιές, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, και που δεν είχαν καθόλου μάτια αφού είχαν εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο. Μάλλον, λοιπόν, οι κάτοικοι των Γκρίζων Χωρών ήταν σαν εκείνα τα ζώα που ζούσαν μέσ' στις σπηλιές, τυφλοί, χωρίς μάτια, θεότυφλοι από γεννησιμιού τους αφού τόσο αυτοί όσο και η βιολογική τους εξέλιξη είχαν αποφασίσει να ζουν μέσα στα σκοτάδια για πάντα. Κι επιπλέον, αυτό εξηγούσε το γεγονός ότι έγραφαν ανάποδα πάνω στους τοίχους με σύμβολα τέτοια που για να τα καταλάβεις έπρεπε να τα ψηλαφήσεις και μετά να γυρίσεις ανάποδα το κεφάλι σου για να τα εννοήσεις.

Ο Κόρυ έκανε ηρωικές προσπάθειες για να βάλει το Μπράιγ των νεκροζώντανων να του μιλήσει μέσα από τις άκρες των δαχτύλων του. 'Ισως τα μηνύματα αυτά να του επέτρεπαν κάποια στιγμή να μάθει τι φρικτά πράγματα σκόπευαν να του κάνουν όταν θα κατάφερναν επιτέλους να περάσουν μέσα από τους τσιμεντένιους τοίχους του υπογείου του. Πολύ πιθανό τα σύμβολα αυτά να αποτελούσαν προειδοποιήσεις. Προειδοποιήσεις που σκοπό είχαν να τρομοκρατήσουν. Κάποιο πραγματικά έξυπνο παιδί θα τους άφηνε βέβαια στην ησυχία τους, όμως επειδή αυτός βρισκόταν κλειδωμένος σε ένα χώρο από όπου δεν μπορούσε να αποδράσει παρά μονάχα με τη βοήθεια των μεγάλων που ζούσαν επάνω - τους μεγάλους, που ένα παιδί τους περιμένει να παίρνουν υπεύθυνες αποφάσεις γι' αυτό και, ίσως, και για τους ίδιους τους τους εαυτούς - ο Κόρυ έπρεπε να δοκιμάσει να αναλύσει γραμματικά τα παράξενα εκείνα βαθουλώματα και εξογκώματα από μόνος του. Μονάχος, μέσα στο πηχτό σκοτάδι, ήταν καλύτερα να ξέρεις παρά να μην ξέρεις, ακόμα κι αν αυτά που θα μάθαινες θα έκαναν το στομάχι και τα έντερά σου να δεθούνε κόμπο και τις τρίχες των μαλλιών σου να σηκωθούν όρθιες. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν είχε καταφέρει να μάθει τίποτα. Όλα τους τα ηλίθια απτικά μηνύματα δεν έβγαζαν το παραμικρότερο νόημα, είτε τα διάβαζε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά με τις άκρες των δαχτύλων του, είτε από πάνω προς τα κάτω είτε από κάτω προς τα πάνω μέσα στις ατέρμονες περιστροφές της μέγγενης του μικρού του μυαλού.

«Είσαστε τυφλοί και δεν μπορείτε ούτε καν να γράψετε στη γλώσσα των τυφλών!» φώναξε δυνατά ο Κόρυ. Χτύπησε τις γροθιές του πάνω στην ιδρωμένη πέτρα δίπλα από το κρεβάτι του όπως ακριβώς, αιώνες πιο πριν, είχε χτυπήσει με τις γροθιές του την πόρτα στο πάνω μέρος της σκάλας. Πατ! πατ! πατ! κι ούτε καν η ικανοποίηση από μιαν αντήχηση. Μονάχα γδαρμένα δάχτυλα και ένα ματωμένο χείλος.

Ο Κόρυ ξανάβαλε τα πόδια του κρεβατιού στη θέση τους και κατάφερε να μαγκώσει άσχημα τα δυο του δάχτυλα ανάμεσα στις λάμες του σομιέ. Ξάπλωσε στο κρεβάτι προσπαθώντας να περιποιηθεί τα πονεμένα του δάχτυλα και κάρφωσε το βλέμμα του μέσα από τα μελανωμένα του μάτια στη βαριά ανυπαρξία που τον τύλιγε πιεστικά, όπως ο θλιβερός αέρας του τάφου αγκαλιάζει το φρεσκοθαμμένο πτώμα. Βαριά μαυρίλα εδώ, βαριά μαυρίλα εκεί (άρχισε να σιγοτραγουδάει), μαύρο εδώ, μαύρο κι εκεί, παντού βαριά μαυρίλα, ο θείος Μάρτιν είχε έναν τάφο, ία-ία-όο. Και η μελωδία του κόλλησε στο κεφάλι όπως ακριβώς το σκοτάδι εκείνο δήλωνε και ξαναδήλωνε αέναα την πιεστική του παρουσία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο είχαν καμιά έξοδο διαφυγής, κι έτσι, μετά από λίγο τα δυο αυτά πράγματα συνδυάστηκαν μέσα στο κεφάλι του Κόρυ σαν αντικείμενο και κατοπτρικό είδωλο του ίδιου φαινομένου από το οποίο δεν μπορούσε να ξεχωρίσει πια ποιο είναι ποιο και τι στο καλό ήταν στ' αλήθεια.

Από πάνω ερχόταν ξανά ο απόμακρος ήχος κάποιας σειρήνας σαν το μοναχικό βουητό ενός και μοναδικού κουνουπιού σε μια ήσυχη καλοκαιρινή νύχτα.

Και ξαφνικά, άγνωστο πώς, ο ήλιος που είχε ζωγραφίσει στον τοίχο ο Κόρυ - η αστεία όσο και τερατώδης κατακίτρινη εκείνη μπάλα με τους μπουκλένιους θερμοπίδακες και τις πύρινες γλώσσες που ξεπετάγονταν από την περιφέρειά της φωτίστηκε σαν λάμπα εκατοντάδων βατ, μεγάλη όσο και η φωτεινή πινακίδα της Μόμπιλ Όιλ. Σε αντίθεση όμως με τις κοινές φωτιστικές εκρήξεις των φλας, ο ήλιος του Κόρυ δεν ξανάσβησε. Αντίθετα μάλιστα, στη φτηνιάρικη εκείνη κατακόμβη του σπιτιού των θείων του, συνέχισε να λάμπει πυρακτωμένα. Τα πάντα μέσα στο υπόγειο αντανακλούσαν το φως του. Ο Κόρυ αναγκάστηκε να βάλει το μπογιατισμένο χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του για να προστατευτεί από την ανελέητη ένταση της ακτινοβολίας του. Οι εικόνες των άλλων μικρότερων ήλιων πάνω στους άλλους τοίχους, τα εξωτικά πουλιά, οι μπανάνες, οι ανανάδες και οι παπάγιες - όλες οι άτεχνες, δισδιάστατες εκείνες εικόνες άρχισαν να καίνε. Και το έκαναν με μια σκληράδα που ελάχιστα υπολειπόταν σε φοβέρα το μεγαλείο του κίτρινου λαδομπογιατισμένου ήλιου του Κόρυ. Το μικρό αγόρι ένιωθε πως ο 'Ιδιος ο Θεός κατέβηκε και συνέδεσε ξανά το ρεύμα στο υπόγειο. Για κάποιον προσωπικό λόγο, πάντως, Αυτός προτίμησε να μη χρησιμοποιήσει την ορθόδοξη οδό της ήδη υπάρχουσας καλωδίωσης.

Όχι, προτίμησε να προικίσει με μια εκτυφλωτική λαμπεράδα τα σύμβολα της ζωής και της λιακάδας που ο Κόρυ είχε απλώσει πάνω στους τοίχους. Αν η Μαμά του δεν τον βοηθούσε, θα τον βοηθούσε o Θεός. Αφού η θεία του, ο θείος του ή τα τέσσερα σκατόπαιδά τους δεν τον άφηναν να δει το φως της ημέρας, τότε ο Θεός θα του έφερνε κάτω στο υπόγειο ένα δώρο χίλιες φορές πιο δυνατό από το φως του ήλιου. Όση ευγνωμοσύνη όμως κι αν έδειχνε για την απρόσμενη τούτη χάρη, το αγόρι δεν μπορούσε παρά να κρατηθεί μακριά από το θείο αυτό δώρο. Παραήταν έντονο, τον καψάλιζε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, αφού για μια στιγμή φάνηκε το κόκαλο του χεριού του όταν το έφερε μπροστά στο πρόσωπό του για να προστατεύσει τα μάτια του, και συντάραξε τόσο πολύ τον Κόρυ που η ευγνωμοσύνη του χαράχτηκε ανεξίτηλα μέσα στη μνήμη του.

Και τότε, λες και το αναπάντεχο εκείνο δώρο δεν ήταν παρά μονάχα ένα φευγαλέο όνειρο, το σκοτάδι ξαναγύρισε για μιαν ακόμη φορά, σαν μια οθόνη τηλεόρασης όπου δεν απομένει πάνω της παρά μονάχα μια φωτεινή κουκίδα στο κέντρο, πριν μαυρίσει ολότελα στη μέση μιας εκπομπής που περίμενε πώς και πώς όλη μέρα για να τη δει.

'Ια-ία-όο. Ο Κόρυ έμεινε αποσβολωμένος στο κρεβάτι του. Κάτι είχε συμβεί. Για μια-δυο στιγμές, το μελάνι που είχε θολώσει την όρασή του απομακρύνθηκε από τους βολβούς των ματιών του και τη θέση του είχε πάρει ένα υγρό σαν εκείνο που γεμίζουν τους αναπτήρες. Κατόπιν το υγρό αυτό πήρε φωτιά και κάηκε μέχρι να τελειώσει όλο, και τότε τα μάτια του ξαναγέμισαν από το μαύρο μελάνι. 'Η κάτι τέτοιο, τελοσπάντων. Ο Κόρυ έβλεπε ακόμα κόκκινα φωτεινά σχέδια μέσα στην πηχτή μαυρίλα του μελανιού. Πυγολαμπίδες. Πυρακτωμένες αμοιβάδες. Αναμμένα σπίρτα να μεταναστεύουν μέσα στο σκοτάδι. Βυσσινιούς φοξίνους. Κολυμπούσαν ολόγυρα και κανείς δεν έδινε δεκάρα εκτός από το αγόρι στο βάθος του υπογείου.

Και τότε ένιωσε ότι ψηλά, επάνω, είχε ξεσπάσει ανεμοστρόβιλος στη γειτονιά. Το σκοτάδι μούγκριζε θυμωμένα και η ξεχαρβαλωμένη σκάλα άρχισε πάλι να τρίζει. 'Όμως τούτη τη φορά το κούνημα ήταν τόσο βίαιο που τα σκαλιά και η κουπαστή - ένα μικροσκοπικό κλάσμα από τον μεγαλειώδη κυκλώνα των Βραχωδών Ορέων που μαινόταν από πάνω του - έφυγαν ευθύς από τη θέση τους και, όμοια με μπάρες κάποιου τεράστιου ξυλόφωνου, σωριάστηκαν με θόρυβο στο τσιμεντένιο δάπεδο σε μια κακόφωνη μουσική καταστροφή, πλινκ! πλανκ! γκαπ! κα-ΜΠΟΥΜ-μπαμ! κλακ! κλακ!

Θα μπορούσε να ήταν και αστείο, όμως η βουή κι όλη εκείνη η αντάρα που απλωνόταν πάνω από το κεφάλι του - στον επάνω κόσμο - στο φρικτό εκείνο γήπεδο όπου έπαιζαν άγρια θηρία και οι μεγάλοι, δεν έλεγε να σταματήσει. Ο Κόρυ για μια στιγμή φοβήθηκε ότι το κρανίο του θα έσκαγε από το θόρυβο. Αρχισε να σκέφτεται ότι όλος εκείνος ο θόρυβος ίσως και να έβγαινε μέσα από το κεφάλι του, ότι ήταν ένα μπαλόνι γεμάτο ήχο που σιγά-σιγά φούσκωνε όλο και πιο πολύ μέχρι που κάποια στιγμή θα έφτανε στο όριό του και τότε θα έσκαγε με ένα τρομακτικό ΜΠΟΥΜ! πιτσιλίζοντας καλλιτεχνικά τους γκριζόχρωμους τοίχους με γυαλιστερά αχιβαδόσχημα κομμάτια μυαλού. Γκρίζο πάνω σε γκρίζο.

Η ατέλειωτη βουή κατάπινε ανελέητα το χρόνο. Σύντομα άρχισε να ξεχνά ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντα έτσι. 'Έμοιαζε με κάτι το σταθερό, όπως ο αέρας που αναπνέουμε. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν οι κάτοικοι των Γκρίζων Χωρών οι υπαίτιοι για όλα αυτά, μήπως είχαν τελικά καταφέρει να το σκάσουν από τα βρωμερά τους λαγούμια, και, έχοντας σκαρφαλώσει στον επάνω κόσμο, ωρύονταν με όλη τους τη δύναμη από τις στέγες των σπιτιών της γειτονιάς του. Αν βέβαια είχαν έτσι τα πράγματα, τότε σίγουρα δεν θα περνούσε πολλή ώρα μέχρι να εμφανιστούν μπροστά του ανοίγοντας την καταπακτή του. Ο χρόνος θα άρχιζε τότε να ξανακυλά κανονικά μέχρι να σταματήσει πια οριστικά όταν οι στριγγλιές τους θα έσκιζαν για τελευταία φορά τα αυτιά του.

'Ισως όμως και ο αέρας να μην ήταν κάτι το σταθερό. Ξαφνικα ο Κόρυ ένιωσε ότι δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Αλλά οι τοίχοι, οι γλοιώδεις εκείνες ταφόπλακες, είχαν αρχίσει να σφυρίζουν σαν φίδια, λες και η μπόχα που απέπνεαν είχε φτάσει σε τέτοια θερμοκρασία που τους έκανε να ατμίζουν. Ψάχνοντας απεγνωσμένα για λίγο αέρα, σύρθηκε από το κρεβάτι μέχρι τη γωνιά του δωματίου όπου βρισκόταν παρατημένος ένας παμπάλαιος ατμολέβητας, ξεχασμένος εκεί από την εποχή της κυβέρνησης Αϊζενχάουερ, πεταμένος στην άκρη σαν κάποιο πριονισμένο κομμάτι ατράκτου κάποιου πύραυλου. Ο Κόρυ φυσικά δεν μπορούσε να το δει μέσα στο σκοτάδι, όμως θυμόταν καλά με τι έμοιαζε. Το μέταλλο που τύλιγε ολόγυρα τον κύλινδρο τού ζεμάτιζε το γυμνό του ώμο καθώς σερνόταν δίπλα από την παλιατζούρα.

Αναζητώντας ακόμα οξυγόνο, σαστισμένο από τη δυσκολία να γεμίσει τα πνευμόνια του με λίγο αέρα, το αγόρι σωριάστηκε πίσω από το παλιό καζάνι και γύρισε το κεφάλι του προς τη σχισμή που είχε εκεί o τσιμεντένιος τοίχος - κάποιο κατασκευαστικό λάθος - από όπου ερχόταν μια αμυδρή ανάσα χλιαρού (κι όχι καυτού, όπως θα έπρεπε, από την έρημο) αέρα. Στριμώχτηκε με τρόπο τέτοιο που το πρόσωπό του να βρίσκεται μπροστά ακριβώς από τον ανώμαλο αυτό αεραγωγό. Μια προεξοχή του τσιμέντου βυθιζόταν ανελέητα στη βάση του λαιμού του, αγνόησε όμως εντελώς τέτοιου είδους ενοχλήσεις προκειμένου να μπορέσει να ρουφήξει λίγο από τον αέρα που έμπαινε. 'Ένα δώρο από τους κατοίκους των Γκρίζων Χωρών; Ποιος ξέρει. Ο Κόρυ αρνήθηκε να αναρωτηθεί κάτι τέτοιο, ρουφούσε μονάχα άπληστα τον αέρα, προσευχόμενος συγχρόνως να σταματήσει επιτέλους αυτός ο θόρυβος που κόντευε να τον τρελάνει, να πέσει η ζέστη και το οξυγόνο να ξαναγυρίσει στη θέση του.

Σ' αυτή την άβολη θέση, το αγόρι σύντομα αποκοιμήθηκε. 'Η, τουλάχιστον, τον εγκατέλειψαν οι αισθήσεις του.

Όταν ξύπνησε τα αυτιά του βούιζαν, αλλά ο ανεμοστρόβιλος, απ' ό,τι φαινόταν, είχε σταματήσει. Σηκώθηκε και κατάλαβε ότι μπορούσε και πάλι να ανασάνει σαν άνθρωπος. Απομακρύνθηκε από την απαίσια εκείνη γωνιά του ατμολέβητα. 'Ένα απόκοσμο σκοτάδι θόλωνε το φως της μέρας. Μπορούσε και πάλι να δει, όμως σαν μέσα από καπνούς ή θολωμένο νερό. 'Ένα μέρος της οροφής είχε καταρρεύσει, παρ' όλ' αυτά οι τοίχοι κρατούσαν ακόμα, και πάνω τους, αμυδρά σαν τα σημάδια στον πυθμένα μιας βρώμικης πισίνας, αιωρούνταν τα παιδικά σύμβολα που είχε μπογιατίσει πάνω στο τσιμέντο. Καπνιά και σκόνη θάμπωνε τώρα τις ζωγραφιές του, δίνοντας μιαν αποκαρδιωτική μουντίλα στο κίτρινο της λαδομπογιάς που λίγο πριν - μια ώρα, μια μέρα, μια χιλιετία - κραύγαζε τη δόξα του Θεού. Καπνιά και σκόνη πλανιούνταν στην ξεραίλα του υπογείου σαν το ανεμίδι του σταριού έξω από αποθήκη δημητριακών κάποιας ξεχασμένης φάρμας του δυτικού Κάνσας.

Κοίταξε κατά πάνω. Η ξύλινη σκάλα είχε καταρρεύσει, κι όσο για την πόρτα που με τόση δύναμη χτυπούσε πρωτύτερα με τις γροθιές του, ε, λοιπόν τώρα αυτή η πόρτα δεν αποτελούσε πλέον τη συμπαγή συνέχεια του κουφώματος, αλλά στη θέση της διαγραφόταν μια άδεια πύλη στο κεφαλόσκαλο της ρημαγμένης σκάλας. 'Έλειπε και το κούφωμα της πόρτας. Στη θέση του, αντίθετα, βρισκόταν φρακαρισμένο ένα ψυγείο με τα πίσω του καρούλια να κρέμονται προς τα μέσα, έχοντας πάρει κι αυτό την πλαγιασμένη κλίση του δαπέδου. Πώς ένα ολόκληρο ψυγείο κατέληξε στη θέση αυτή, ο Κόρυ δεν ήταν σε θέση να το ανακαλύψει, όμως επειδή οι τοίχοι του πάνω μέρους του σπιτιού είχαν εξαφανιστεί, μαζί με το ταβάνι, τα έπιπλα και τους ιδιοκτήτες του, δεν στάθηκε και τόσο στην ομολογουμένως ιδιότυπη περίπτωση του ηλεκτρικού ψυγείου. Ψηλά, πάνω από τα ερείπια του σπιτιού, ο ουρανός φάνταζε σαν ένα παρδαλό καπιτονέ πάπλωμα με ραβδώσεις στα νερά κάποιου ακριβού ιταλικού μάρμαρου, ένα πηγμένο μίγμα από κιτρινωπή μαγιονέζα ανακατεμένη με λίγο κακάο, κάτι που έφερνε στο νου λιωμένη καραμέλα αλλά και καμένο τοματοπελτέ. Μμμ, απίθανο!

'Ένας παφλασμός ακουγόταν από τον ουρανό, μια άσχημη μυρωδιά απλωνόταν παντού και κάποιες απόμακρες κραυγές σκεπάζαν κάθε τόσο τα τριξίματα των μετάλλων που ξεφλούδιζαν, ενώ πυκνό μαύρο χιόνι κατέβαινε απρόσμενα από ψηλά. Παρ' όλο που ήταν καλοκαίρι, μια ασυνήθιστη χιονοθύελλα γεννιόταν στον εφιαλτικό εκείνο ουρανό. Ναι, ένα χιόνι εφιαλτικό, νιφάδες στο χρώμα ασημένιας τέφρας που μύριζαν μπαρούτι, μεγάλες σαν δεκάρικα. Τώρα πάντως, το αγόρι ήταν προφυλαγμένο από μια εσοχή της οροφής, όμως το είχε πάρει απόφαση να σκαρφαλώσει και να βγει επιτέλους από 'κει μέσα, να περπατήσει με το κεφάλι του ξεσκέπαστο μέσα στην απειλητική μαύρη σαν έβενο χιονοθύελλα.

Χωρίς σκουφί, χωρίς μπλούζα και χωρίς παπούτσια.

Πριν έρθουν οι άνθρωποι από την Γκρίζα Χώρα.

Κάτι που σίγουρα θα έκαναν, τώρα που οι μεγάλοι, ισοπεδώνοντας τα πάντα, έκαναν την αποστολή τους ακόμα πιο εύκολη. 'Ηδη ο ένας από τους τοίχους του υπογείου είχε αρχίσει να καταρρέει. Τώρα πια ήταν παιχνιδάκι για τους Πήλινους Ανθρώπους, τα Γήινα Ζόμπι, ή τις Σκελετόκουκλες να περάσουν μέσα από τα υπολείμματα των τοίχων τα παγωμένα τους μόρια. Και σίγουρα βρίσκονταν καθ' οδόν.

Ο Κόρυ βγήκε από το υπόγειο. Του πήρε λίγη ώρα, παρ' όλα αυτά κατάφερε να σκαρφαλώσει πάνω από τα συντρίμμια της σκάλας, να πιαστεί από την άκρη του ψυγείου, να βάλει το ένα του πόδι από πάνω (αυτό τον δυσκόλεψε), πριν μπορέσει τελικά να πατήσει σώος στο πλαγιασμένο έδαφος. Την τελευταία στιγμή, εκεί που σήκωνε και τα δυο του χέρια για να ξαναβρεί την ισορροπία του, με την άκρη των ματιών του, είδε την εντυπωσιακή πτώση του ψυγείου της θείας Κλάρας στο κενό του υπογείου, μια βόμβα από λαμαρίνες που διέλυσε οριστικά ό,τι είχε απομείνει από τα ξύλα της σκάλας. 'Ένας πίδακας σκόνης σηκώθηκε για να συναντήσει τα αποκαίδια και την τέφρα που εξακολουθούσε να πέφτει από ψηλά.

Αυτός όμως ξαναβρήκε την ισορροπία του, κοίταξε τριγύρω του, και τότε πρόσεξε ότι τα θεόρατα κτίρια του Ντένβερ, που άλλοτε οι σκεπές τους ξεπρόβαλλαν πάνω από τις στέγες των σπιτιών της γειτονιάς του, δεν κυριαρχούσαν πλέον στο τοπίο το οποίο είχε παραμορφωθεί φρικτά. Συντρίμμια και απομεινάρια καμένων ανθρώπων, κομματιασμένα δέντρα και λιωμένα αυτοκίνητα απλώνονταν γύρω από το μικρό αγόρι προς κάθε διεύθυνση, κι όσο για τα βουνά, πέρα στα δυτικά, ναι μεν βρίσκονταν ακόμη στη θέση τους, αλλά ήταν τυλιγμένα μ' εκείνη την παράξενη χιονοθύελλα που θύμιζε χιόνι μόνο αν το έβλεπες σε αρνητικό φωτογραφίας, πολωμένες φωσφορίζουσες κουκίδες ριγμένες σε τυχαία διάταξη.

Ο Κόρυ γύρισε αλλού τα μάτια του. «Μαμά!» φώναξε. «Μαμά!» Και μιας και δεν του απέμενε καμιά λογική ελπίδα για κάποια απάντηση σ' εκείνο το αγνώριστο πια μέρος, άρχισε να περπατάει. Μερικοί από τους καμένους σωρούς που προσπερνούσε ήταν σίγουρα ό,τι είχε απομείνει από ανθρώπους που κάποτε γνώριζε, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να σκύψει από πάνω τους για να τους αναγνωρίσει. Αντίθετα, συνέχισε να περπατάει. Και το περπάτημα αυτό θύμιζε βόλτα μέσα σε σκουπιδότοπο έκτασης... όσο, βέβαια, και το ίδιο το Ντένβερ. 'Ισως και μεγαλύτερης. Το συνεχές χιόνι κι ο λασποκίτρινος ουρανός συνηγορούσαν για μια τέτοια σκέψη.

Και τότε αντίκρισε τον πρώτο από τους κατοίκους της Γκρίζας Χώρας. Η θέα του και μόνο τον έκανε να κοντοσταθεί, να σφίξει ασυναίσθητα τις γροθιές του και ν' αφήσει μια βραχνή κραυγή που του έκαψε το λαιμό όπως ακριβώς ένιωθε τώρα τις σταχτιές νιφάδες να του καίνε σιγά-σιγά το δέρμα. Ο νεκροζώντανος δεν του έδωσε σημασία, και παρ' όλο που αυτός είχε κάθε διάθεση να ξαναμπήξει τις φωνές, ο λαιμός και οι φωνητικές του χορδές δεν υπάκουαν στο πρόσταγμά του. Κι έτσι, παγωμένος στη μέση του δρόμου, έμεινε με το στόμα του να χάσκει ανοιχτό.

Ψηλό κάπου ένα κι ενενήντα, το ον αυτό ήταν γυμνό όσο κι εκείνος. Το αγόρι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν είχε να κάνει με Πήλινο Ανθρωπο, με Γήινο Ζόμπι, ή με Σκελετόκουκλα - του θύμιζε μάλλον κάτι κι από τα τρία, αν τελικά δεν ήταν κάποιο υβρίδιο άλλων δρακόμορφων τεράτων που αίτιε καν είχε ποτέ του διανοηθεί να ονειρευτεί. Το άχαρο κεφάλι του θύμιζε τεράστιο παραβρασμένο κουνουπίδι, ή ίσως σκασμένη μπάλα του μπάσκετ που την έχουν πασαλείψει με κάποια παράξενη, γαλακτερή κρέμα. Αν το πλάσμα αυτό είχε μάτια, ο Κόρυ δεν μπορούσε να τα διακρίνει, αφού το μέτωπό του, μια σχεδόν ιριδίζουσα μαβιά μάζα στο κέντρο της γαλακτερής σάρκας, κάλυπτε εντελώς τις κόγχες, το σημείο όπου τα περισσότερα γήινα όντα όφειλαν να έχουν μάτια. Τα βαριά χείλια του φρικτού εκείνου πλάσματος, που το καθένα τους θύμιζε στον Κόρυ τις αλβινικές βδέλλες που καμιά φορά επιτίθενταν σε ανθρώπους στις τηλεοπτικές ταινίες τρόμου, κουνιούνταν, κουνιούνταν ακατάπαυστα, σαν λαδωμένα λάστιχα κάποιου παιδικού παχνιδιού που έχουν ξεφύγει από τη θέση τους. 'Ίσως να είχε ακούσει το αγόρι που πλησίαζε - το τεράστιο, σαστισμένο πλάσμα - γιατί γύρισε προς τη μεριά του βγάζοντας έναν παράξενο θόρυβο μέσα από τα παράξενα χείλια του.

«Χάουα με», είπε. «Χάουα με».

Καθώς γύρισε, η γκρίζο-μπλαβιά σάρκα που κάλυπτε το στήθος, την κοιλιά και τα πόδια του σωριάστηκε κάτω σαν κουρτίνα ξενοδοχείου που φεύγει απότομα από το κουρτινόξυλο. Ο Κόρυ πισωπάτησε προσεκτικά. Το ένα από τα χέρια του τέρατος φανέρωνε περισσότερο κόκαλο κάτω από τον αγκώνα παρά κρέας, όμοια με το πόδι του μετά το σημείο του γόνατου στην ίδια μεριά του σώματός του. Με τα ωχρά του χείλη ακόμα σε κίνηση, ο άνθρωπος της Γκρίζας Χώρας τέντωσε το άλλο του χέρι προς τη μεριά του Κόρυ, ένα χέρι που εύκολα θα μπορούσες να το πάρεις και για ανθρώπινο, αποκαλύπτοντας, καθώς άνοιγε τη μαυρισμένη του παλάμη, ένα μικρό σφαιροειδές πράγμα που γυάλιζε. Το τέρας σήκωσε το αντικείμενο αυτό κοντά στα μάτια του Κόρυ, λες και του υπαγόρευε είτε να το εξετάσει σε βάθος είτε να το δεχτεί σαν αναμνηστικό της συνάντησής τους.

Προσπαθώντας να το καλοδιακρίνει μέσα στην ασταμάτητη βροχή τέφρας, ο Κόρυ κατάλαβε ότι μπροστά του είχε ένα βολβό ματιού. Ο άνθρωπος από τη Γκρίζα Χώρα, τυφλός, ήθελε να του χαρίσει το μάτι του. Όπως ακριβώς είχε υποπτευθεί, οι κάτοικοι της Γκρίζας Χώρας που περίμενε ότι κάποια μέρα θα βγουν να τον κυνηγήσουν, δεν διέθεταν όραση. Μάτια προφανώς είχαν, όμως τα τόσα χρόνια της παραμονής τους στο σκοτάδι, αγνοώντας το βασίλειό του φωτός που βρισκόταν λίγα μόνο μέτρα πάνω από τα κεφάλια τους, είχε στερήσει από τα οπτικά τους νεύρα την ικανότητα να βλέπουν. Ποιός λοιπόν θα μπορούσε να είναι πιο άχρηστο δώρο από το μάτι κάποιου κατοίκου της Γκρίζας Χώρας; Ο Κόρυ ήταν πολύ θυμωμένος. Ο ανεμοστρόβιλος είχε επιτέλους ελευθερώσει το ανόητο αυτό πλάσμα - καθώς και όλους τους εξίσου άσχημους συγγενείς του που περιφέρονταν σαν ναρκωμένα ζόμπι στο κατεστραμμένο τοπίο - από τα υποχθόνια σκότη, και τώρα αυτό προσπαθούσε να του πασάρει κάτι που ουδέποτε είχε την παραμικρή αξία, τόσο για το ίδιο όσο και για τα υπόλοιπα αποκυήματα του είδους του.

«Χάουα με», ξανάπε.

Το αγόρι είχε πια θυμώσει τόσο πολύ που είχε ξεχάσει το φόβο του. Όρμησε καταπάνω του, του άρπαξε το μάτι μέσα από τη χούφτα του και το πέταξε πάνω στο σώμα του τέρατος με τέτοια δύναμη που αυτό αναπήδησε και τελικά έπεσε πάνω στον Κόρυ, σαν κάποιο μικρό κόκκινο μπαλάκι που είναι δεμένο με σπάγγο από μια ρακέτα.

Κι άρχισε να τρέχει, μην ξέροντας πού πηγαίνει ούτε τι θα κάνει όταν θα έφτανε εκεί. Η ατέλειωτη εκείνη χαβούζα, που κάποτε ήταν το Ντένβερ και τα περίχωρά του, έκανε την απόδρασή του δύσκολη, όμως έπρεπε να προσπαθήσει, και μάλιστα χωρίς να δίνει σημασία στα χιλιάδες παραμορφωμένα πλάσματα που συναντούσε στο περάσμά του και που εκλιπαρούσαν τη βοήθειά του μέσα από τα χαλάσματα, που τον καλούσαν να σταματήσει και να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο και την απόγνωσή τους. Ο Κόρυ δεν θα σταματούσε. 'Ηταν πολύ θυμωμένος με τα τυφλά τέρατα. Και τούτο γιατί στην πραγματικότητα ήταν άνθρωποι μεταμφιεσμένοι, άνθρωποι σαν τη μητέρα του που είχε πεθάνει, σαν τη θεία του και τον θείο του που είχαν πεθάνει, σαν τα νεκρά του ξαδέλφια. 'Ηταν θυμωμένος μαζί τους γιατί τον είχαν εξαπατήσει. Όλη του τη ζωή έμενε ανάμεσά τους, ανάμεσα στους κατοίκους της Γκρίζας Χώρας, κι εκείνοι ποτέ - μέχρι τώρα - δεν του είχαν φανερώσει την αλήθεια, ότι δηλαδή, κάτω από το δέρμα τους, αυτοί και τα ανθρώπινα ταίρια τους ήταν απολύτως όμοιοι.