
Jablokov Alexander
Many Mansions (1988)
Μετάφραση: Γιώργος Ραζής
Tο τέλος των διακοπών μου αναγγέλθηκε με το συνηθισμένο τρόπο. 'Ημουν στο caldarium, τη ζεστή πισίνα, στα λουτρά του Τίτου στη Ρώμη. Ο κυκλικός θόλος φωτιζόταν από τον απογευματινό ήλιο, που έμπαινε από μια τρύπα στο κέντρο της οροφής, και ατμός κρεμόταν πάνω από το ζεστό νερό της πισίνας. Χαλάρωνα, αισθανόμενος ευγενής Ρωμαίος, σ' έναν από τους λουτήρες που περικύκλωναν την κεντρική πισίνα. Φορούσα μια ακροποσθία, μια και δεν θα ήταν και πολύ καλό να με περάσουν για Εβραίο. Η μόδα στα αντρικά όργανα ποίκιλλε τόσο πολύ ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο, ώστε η ακροποσθία μου στερεωνόταν με κάτι που έμοιαζε με βιολογικό Velcro. Είχα περάσει την ημέρα στην Αγορά, ανταλλάσσοντας κουτσομπολιά με πολίτες γύρω από τον αυτοκράτορα Ανδριανό και τον αγαπημένο του, τον νεαρό Αντίνοo, και ποια δημιουργική χρήση θα μπορούσαν να βρουν για τους ταύρους του Απη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στην Αίγυπτο. Ένα ταξίδι που όπως ήξερα, αντίθετα με τους προμηθευτές των κουτσομπολιών μου, θα τέλειωνε με τον πνιγμό του Αντίνοoυ στον Νείλο.
Είχα ακόμα κάνει μια βόλτα για να ρίξω μια ματιά στη συνεχιζόμενη ανακατασκευή του Πανθέου και τέλειωσα τη μέρα μου σ' ένα από τα αναγνωστήρια της καινούριας βιβλιοθήκης του Ούλπιου, με λίγες σελίδες από το Βίοι Διασήμων Εταίρων του Σουετόνιου, μιας από τις πλέον χαριτωμένες ομαδικές βιογραφίες που διάβασα ποτέ. Το μόνο που ευχόμουν ήταν να μου επιτραπεί να κάνω ένα αντίγραφο. Το νερό ήταν καυτό και ηρεμούσα, περιμένοντας ανυπόμονα ένα δείπνο στο σπίτι του προκλητικού αλλά και διασκεδαστικού ποιητή Γιουβενάλη.
«Ματίας!» φώναξε μια λεπτή, σφυριχτή φωνή. «Πόσο άνετος φαίνεσαι, σαν κότα έτοιμη να κάνει αβγό. Ζηλεύω την τόση ηρεμία σου, που γρήγορα δυστυχώς θα τελειώσει».
Κοίταξα γύρω μου, αλλά κανείς δεν ήταν αρκετά κοντά για ν' ακούσει κάτι. Ποτέ δεν ήταν, ήταν τέτοιος ο τρόπος που σχεδίαζε τα πράγματα, αλλά πάντα το ελέγχω. Με κάνει να αισθάνομαι πως έχω κάποια ευθύνη.
«Μαρίενμπαντ», είπα. «Είσαι
εντάξει εκεί μέσα;»
«Τέλεια παλιόφιλε. Ένας κλάδος της
φυλής μου είχε αυτοεξοριστεί για
χρόνια στα ζεστά νερά του
Γελλοουστόουν. Είμαστε
προσαρμοστική ράτσα, όπως θα
θυμάσαι, πολύ διαφορετική από το
δικό σας ευαίσθητο είδος».
Ο Μαρίενμπαντ ακουμπούσε στο βυθό της πισίνας του caldarium. Έμοιαζε με πλακουτσωτό ψάρι, σαν σελάχι ή κάτι τέτοιο, ποτέ δεν κατάλαβα με τι ακριβώς, σκεπασμένο με κόκκινα και πράσινα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια, με πλοκάμια γύρω-γύρω στην άκρη. Ένα από τα πολλά του μάτια σηκώθηκε πάνω σ' ένα μίσχο και με κοίταξε εξεταστικά.
«Η ξεκούραση σου έκανε καλό. Και
τώρα, στο δρόμο μας».
«Περίμενε Μαρίενμπαντ. Δεν μπορείς
να μου αφήσεις ένα λεπτό να -»
'Ηταν άχρηστο. Απ' τη στιγμή που θα βάλει κάτι σ' αυτό το υδρόβιο μυαλό του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Τα λουτρά, με την περίπλοκη πλακόστρωσή τους, τα αγάλματα και τα δελφίνια που έβγαζαν νερό απ' το στόμα τους, εξαφανίστηκαν, σαν ένα αργό σβήσιμο σε μια ταινία. Δυστυχώς, το ζεστό νερό εξαφανίστηκε κι αυτό και βρήκα τον εαυτό μου να κάθεται με το γυμνό του πισινό σε παγωμένο νερό. Πήδησα πάνω με μια κραυγή και όρμησα έξω απ' το νερό, πάνω στις στριφογυριστές ρίζες κάποιου τεράστιου κωνοφόρου. Τώρα πια έτρεμα στην όχθη μιας καθάριας παγωμένης λίμνης. Το λαμπρό φως της μέρας, ύστερα απ' το σκοτάδι των λουτρών, ήταν εκτυφλωτικό. Στένεψα τα μάτια μου. Στο βάθος, πέρα απ' το νερό, έμοιαζαν να υπάρχουν χιονισμένες κορφές που έλαμπαν στον ήλιο. Ένα ψάρι πετάχτηκε απ' το νερό κι ένας τσουχτερός αέρας έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να με παγώσει ολόκληρο.
«Μαρίενμπαντ!» ούρλιαξα. «Πού στο διάβολο βρίσκομαι; Γιατί μου το κάνεις αυτό; »
Κοντά στις ρίζες, το νερό αναδεύτηκε και ο Μαρίενμπαντ εμφανίστηκε στην άμμο, γύρω στο ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια. «Δεν είναι όμορφο; Αυτό είναι που οι γεωλόγοι σας ονόμασαν λίμνη Ατταμπάσκα και που κάποτε θα ονομαστεί λίμνη Μίτσιγκαν. Οι παγετώνες έχουν υποχωρήσει, αλλά η διέξοδος των νερών απ' τους πάγους που λιώνουν έχει μπλοκαριστεί στα νότια από τον οριακό λιθώνα. Με συγχωρείς ένα λεπτό». Εξαφανίστηκε στα βαθύτερα νερά.
Κοίταξα προς αυτά που νόμιζα πως ήταν βουνά. Ένα διηπειρωτικό σεντόνι πάγου, χίλια εξακόσια μέτρα ψηλό. Ο Μαρίενμπαντ με είχε παρατήσει στη μέση του παγετώνα του Βουρμ εντελώς γυμνό. Έτσι λοιπόν, υπήρχε μια σκουληκότρυπα μεταξύ της αρχαίας Ρώμης στα 130 μ.Χ. και του βόρειου Ιλλινόις στα 10000 π.Χ. Οι μετατροπές της μνήμης μου που απέκτησα από τη δουλειά μου με τον Μαρίενμπαντ εξασφάλιζαν ότι θα θυμόμουν αυτό το γεγονός, μαζί με όλα τα άλλα, συμπεριλαμβανομένων και των δυο χιλιάδων περίπου σκουληκότρυπων που ήδη βρίσκονταν στη μνήμη μου. Το χωροχρονικό περίβλημα της Γης ήταν τόσο γεμάτο μ' αυτές, που όσο περισσότερα μάθαινα γύρω από αυτά, τόσο περισσότερο αναρωτιόμουν πώς μπορούσε ο οποιοσδήποτε να μένει στο δικό του τόπο και χρόνο περισσότερο από μια-δυο μέρες. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω μου και μαζεύτηκα σαν μπάλα. Δεν με βοήθησε. Ο αέρας με διαπερνούσε όπως ο μπαλτάς διαπερνά το μοσχαρίσιο σηκώτι.
Ο Μαρίενμπαντ ξαναεμφανίστηκε, μ'
ένα ψάρι που σπάραζε ανάμεσα στα
πλοκάμια του. Ασχολήθηκε με το να
του κόψει το κεφάλι με μια
δαγκωματιά. «Α, νοστιμότατο. Είσαι
πιο ξύπνιος τώρα, παλιόφιλε; »
«Ξύπνιος;» μιλούσα μέσα από τα
δόντια μου που κροτάλιζαν. «Σε πολύ
λίγα λεπτά, θα είμαι πεθαμένος».
«Ματίας, ήσουν και θα είσαι
δύσκολος και δεν έχεις πίστη σε
μένα. Δεν σε πήρα από την ανιαρή
θέση σου στα αρχεία και σου
πρόσφερα το ταξίδι μέσ' από τους
αιώνες; Δεν προστατεύω πάντα τα
συμφέροντά σου, μην αφήνοντας
διάφορους συναδέλφους μου να σε
φάνε ή να σε βαλσαμώσουν για τη
συλλογή τους; Δεν σε-»
«Έλα στο θέμα διάβολε!» ούρλιαξα.
«Καλά, καλά. Πίσω από το δέντρο, μαζί
με το σάκο. Καθόλου πίστη. Δεν έχει
καθόλου πίστη» .
Σύρθηκα γύρω από το δέντρο προς την άλλη του πλευρά, με τα άκρα μου ήδη μουδιασμένα. Στοιβαγμένο πάνω στο σάκο ήταν ένα τεράστιο γούνινο πανωφόρι, αρκετά μεγάλο για τον Χαρούμενο Πράσινο Γίγαντα, με τη γούνα απ' τη μέσα του πλευρά. Σύρθηκα μέσα, το τύλιξα σφιχτά γύρω μου και κάθησα εκεί για καμιά δεκαριά λεπτά, τρέμοντας απελπισμένα μέχρι που ξανάνιωσα πάλι ζεστός. Έβγαλα το κεφάλι μου έξω. Ένα από τα μάτια του Μαρίενμπαντ με κοιτούσε. «Είσαι τώρα έτοιμος για συζήτηση;» είπε με μια παγωμένα βαριεστημένη φωνή.
«Ναι. Τώρα που τουλάχιστον έχω κάποια πιθανότητα να επιζήσω μέχρι το τέλος της συζήτησης, ας μιλήσουμε». Κοίταξα τη γούνα που με τύλιγε και αναρωτήθηκα από τι είδους ζώο είχε προέλθει. 'Ηταν πολύ άγρια. Ένας τεράστιος βραδύπους; Ένας ξιφόδους; 'Ισως ένα νεαρό μαλλιαρό μαμούθ. Δεν ήθελα καν να σκέφτομαι από τι ζώο είχε προέλθει η τεράστια αυτή προβιά. Όπως είχα σιγά-σιγά ανακαλύψει κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου με τον Μαρίενμπαντ, οι διάφορες χιλιετηρίδες της ιστορίας της Γης είχαν φιλοξενήσει γύρω στις τέσσερις ντουζίνες εξωγήινων από όλους τους πλανήτες του Γαλαξία, και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν αρκετά δυσάρεστοι.
«Έχω μια δουλειά για σένα, Ματίας
Πόμεραντζ». Το μισώ όταν
χρησιμοποιεί ολόκληρο το όνομά μου.
Αυτό σημαίνει ότι λειτουργεί με την
επίσημη ιδιότητά του σαν ο ανώτερός
μου αξιωματικός στη Διαχρονική
Αστυνομία. «Πρέπει να
χρησιμοποιήσω τις αξιόλογες
ικανότητές σου για να βρω τα ίχνη
ενός εγκληματία ικανού για όλα. Το
όνομα του είναι Κίνμπαρν και ο
τόπος καταγωγής του είναι ένας
πλανήτης που γυρνά γύρω από το
άστρο που ξέρεις σαν Ντενέμπ».
«Τι έχει κάνει;»
«Είναι ένας επικίνδυνος εθισμένος,
με μια εξαιρετικά κατακριτέα
συνήθεια διέγερσης»
«Και ποια μπορεί να είναι αυτή;»
«Θρησκευτική αποκάλυψη. Συνιστάται
άκρα προσοχή».
Σκαρφάλωνα πλατσουρίζοντας το λόφο με τους άλλους προσκυνητές. Έβρεχε. Πάντα βρέχει στην Ιλ Ντε Φρανς τον Απρίλη, ακόμα και στα 1227 μ.Χ. Γι' αυτό εξάλλου είναι και τόσο πράσινη τον Μάη. Αλλά δεν ήταν Μάης. Ήταν Απρίλης. Το τσόχινο καπέλο μου είχε γίνει τελείως μούσκεμα και ο μανδύας μου θα γινόταν κι αυτός όπου να 'ναι. Τα πόδια μου χτυπούσαν μέσα στα παπούτσια μου, που κι αυτά με τη σειρά τους βούλιαζαν στη λάσπη σε κάθε βήμα. Κάποια στιγμή έχασα ένα παπούτσι μέσα στη λάσπη και έπρεπε να γυρίσω πίσω να το βρω. Το βρεγμένο ξύλο του ραβδιού μου μου έγδερνε τα χέρια καθώς τρίβονταν πάνω του. Οι διακοπές μου είχαν τελειώσει και είχα γυρίσει πάλι πίσω στη δουλειά.
Το απόγευμα, η βροχή είχε σταματήσει και είχαμε φτάσει στην πόλη της Σαρτρ. Οι πύργοι του καθεδρικού ναού φωτίζονταν από τις τελευταίες ακτίνες του δειλινού. Ήταν η ώρα του Εσπερινού, και από μέσα ερχόταν ο ήχος από τις ψαλμωδίες και οι καμπάνες που κτυπούσαν ακούγονταν πάνω από την εξοχή γύρω από την πόλη. Μπήκαμε μέσα για τον ψαλμό του Μεγαλυνάριου. Ο καθεδρικός έπαιρνε μια δραματική όψη στο απογευματινό φως που έσβηνε, καθώς είχαν ανάψει και οι δαυλοί, αλλά μας οδήγησαν έξω μάλλον βιαστικά μετά το λιβάνισμα της Αγίας Τράπεζας και το τέλος της λειτουργίας. Στο Μεσαίωνα οι προσκυνητές σαν και μας αντιμετωπίζονταν βασικά σαν τουρίστες χωρίς λεφτά, οι ευτελέστεροι των ευτελών. Θα έπρεπε να περιμένουμε ώς αύριο για να δούμε το οτιδήποτε.
Με το σβήσιμο του ήλιου είχε αρχίσει το κρύο. Πήρα το δρόμο για τον ξενώνα των προσκυνητών, στην άκρη της πόλης. Εκεί, έδωσαν σε όλους μας μια νερουλή κριθαρένια σούπα και κάτι όχι τελείως καθαρά άχυρα για να κοιμηθούμε. Είχα δει και καλύτερα, στον καιρό μου, αλλά επίσης και σημαντικά χειρότερα. Για παράδειγμα, εκείνη η νύχτα που πέρασα στις Βερσαλίες, στα 1672, ήταν σ' ένα αηδιαστικό δωμάτιο, κοντά στο μοναδικό αποχωρητήριο αυτής της πτέρυγας του παλατιού κι ακόμη και το προνόμιο να δω τον Λουδοβίκο, τον Βασιλιά Ήλιο, να τρώει το μεσημεριανό του, δεν μπορούσε στ' αλήθεια να με αποζημιώσει.
Πολλοί από τους συμπροσκυνητές μου και 'γω, μοιραστήκαμε το ξινό κρασί από τα πέτσινα φλασκιά μας, ανταλλάξαμε βρώμικες ιστορίες και πήγαμε για uπνo, αρκετά κοντά ο ένας στον άλλο ώστε να μπορούν οι ψύλλοι μας να ανταλλάξουν πληροφορίες για τα καταλύματά τους.
Όταν ξύπνησα, περίπου στις τρεις το πρωί σύμφωνα με το εσωτερικό μου ρολόι, ήταν ήσυχα, εκτός από τα ροχαλητά. Με τους δαυλούς σβηστούς, το εσωτερικό του πανδοχείου ήταν τόσο σκοτεινό που για μια στιγμή δεν ήμουν σίγουρος αν τελικά είχα καταφέρει ν' ανοίξω τα μάτια μου. Παραπάτησα ανάμεσα στα κοιμισμένα σώματα μέχρι την πόρτα.
Ο Μαρίενμπαντ δεν είχε μπορέσει να μου δώσει πολλές πληροφορίες. Ποτέ δεν μπορεί. Είναι πάντα ένας υπαινιγμός, μια ένδειξη, μια φήμη. Δεν είναι τρόπος αυτός να λειτουργεί μια υπηρεσία επιβολής του νόμου, όπως του έχω πει άπειρες φορές, αλλά πάλι, οι νόμοι που επιβάλλαμε έτειναν να είναι ασαφείς και συγκεχυμένοι οι ίδιοι. Μισό εκατομμύριο χρόνια από την ιστορία ενός ολόκληρου πλανήτη, είναι εξωφρενική δικαιοδοσία. Το στοιχείο που είχα, ό,τι κι αν άξιζε αυτό, ήταν ότι ο Κίνμπαρν ο Ντενεμπιανός έγινε γνωστό ότι βρισκόταν στην περιοχή της Σαρτρ την άνοιξη του 1227. Ο Μαρίενμπαντ είχε ακόμα καταφέρει να ξετρυπώσει μια φωτογραφία του θηράματός μου, μαζί με μερικές σημαντικές πληροφορίες.
Ο Κίνμπαρν ήταν περίπου ένα μέτρο και είκοσι πόντους ψηλός, είχε αστραφτερό μαύρο δέρμα σαν λάκκα και ήταν απ' την κορυφή μέχρι τα πόδια καλυμμένος με στίγματα από κάτι που έμοιαζε με διαμάντια. Τα μάτια του, τρία τον αριθμό, έλαμπαν με το δικό τους φως και έμοιαζαν με φλογισμένο οπάλια. Μύριζε σαν λάδι πικραμύγδαλου, ή ίσως σαν υδροκυάνιο, εξαρτάται από τα γούστα του καθένα. Δεν φαινόταν να έχει χαρακτηριστικά σημάδια ή ουλές.
Η νύχτα ήταν αρκετά κρύα ώστε να παγώνει την πάχνη, και το γρασίδι έτριζε κάτω από τα πόδια μου. Τα ρούχα μου, που ήταν ακόμα υγρά, άρχισαν να παγώνουν. Είχα αρχίσει να εγκαταλείπω την ιδέα ότι θα ήμουν ποτέ ζεστός ξανά. Στον ουρανό, το μισοφέγγαρο έδινε αρκετό φως μέσ' από τα σύννεφα για να βρω το δρόμο μου μέχρι τον καθεδρικό. Ήταν τόσο ήσυχα, που η ξαφνική κραυγή μιας κουκουβάγιας που κυνηγούσε έναν ποντικό κάπου έξω στους αγρούς μ' έκανε να πηδήσω μισό μέτρο. Οι πύργοι του καθεδρικού διαγράφονταν από πάνω μου.
Η κύρια διαφορά ανάμεσα σ' αυτήν τη Νοτρ Νταμ ντε Σαρτρ του δεκάτου τρίτου αιώνα και σ' αυτήν που θα επισκεπτόμουν σαν τουρίστας τον εικοστό ήταν ο βόρειος πύργος. Απ' ό,τι μπορούσα να δω στο φως του φεγγαριού, ήταν μια ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε μόνιμη. θα έπρεπε να περιμένει άλλα τριακόσια χρόνια πριν αντικατασταθεί από τον πέτρινο, σε Γοτθικό στυλ, φαντασμαγορικό πύργο που θυμόμουν.
Βρήκα το δρόμο μου γύρω από τον καθεδρικό, προς τη νότια πλευρά. Ένα μεγάλο μέρος της Σαρτρ είχε καεί σε μια καταστροφική πυρκαγιά, πριν από σαράντα χρόνια. Ακόμα και με την ενθουσιώδη βοήθεια από εργάτες απ' όλη τη Γαλλία, που συμπεριλάμβαναν μεγάλους άρχοντες και λαίδες που έσπρωχναν αμάξια με πέτρα από τα λατομεία, πήρε πολύ καιρό για να χτιστεί ένας Γοτθικός καθεδρικός, και το νότιο μέρος ήταν ακόμα υπό κατασκευή.
Έλεγξα, από ένστικτο, για φρουρούς, αλλά δεν φαινόταν να υπάρχει κανείς γύρω. Η Σαρτρ ήταν χιλιόμετρα μακριά από οποιαδήποτε μεγάλη πόλη, και οι μεταμεσονύκτιες ριψοκίνδυνες κλοπές κομματιών μισού τόνου πελεκημένης πέτρας δεν θεωρούνταν προφανώς σοβαρή απειλή από κανέναν. Κάπου μέσα στο χωριό των εργατών που δούλευαν ακόμα στο ναό, κοιμούνταν αρχιχτίστες που ονειρεύονταν να κάνουν το βαρύ βράχο να πετάξει. Ήλπιζα πως κανένας απ' αυτούς δεν θα ήταν τόσο αφοσιωμένος ώστε να κοιμάται μέσα στο εργοτάξιο.
Κοίταξα πάνω, προς τη νότια πτέρυγα. H σκαλωσιά ήταν φτιαγμένη από στύλους δεμένους μεταξύ τους, και στον τοίχο ακουμπούσαν πολλές σκάλες φτιαγμένες από ένα στύλο με πασσάλους μπηγμένους εγκάρσια. Στην κορυφή του τοίχου υπήρχαν ένα-δυο βαρούλκα που έμοιαζαν με κρεμάλες στο φεγγαρόφωτο, με τα σχοινιά τους να ταλαντεύονται.
Αρπαξα μια σκάλα και άρχισα να σκαρφαλώνω.
Το σκάλισμα της νότιας βεράντας, με την τριπλή της πόρτα, είχε σχεδόν τελειώσει και τα κάτω παράθυρα με τα βιτρώ τους ήταν ήδη στη θέση τους. Στο μέρος που κάποτε θα υπήρχαν τα πάνω παράθυρα, ένα από κάθε πλευρά του τριανταφυλλόσχημου φεγγίτη, έχασκαν δυο τρύπες που κοίταζαν τυφλά. Το να σκαρφαλώνεις μ' αυτή τη σκάλα ήταν, εξαιτίας του κεντρικού της στύλου, σαν να καβαλούσες ένα βαρέλι σ' έναν ορμητικό ποταμό. Όταν τελικά έφτασα στο άνοιγμα του παραθύρου, έτρεμα. Κοίταξα μέσα. Η αίσθηση του σκληρού μαρμάρινου πατώματος κάτω μακριά πίεζε παγωμένη το μέτωπό μου, έστω κι αν δεν μπορούσα να το δω. Έβαλα το πόδι μου μέσα δοκιμαστικά, αλλά δεν μπορούσα να βρω κάποιο στήριγμα. Κάθησα κάτω, μισός μέσα και μισός έξω, και σκέφτηκα να γυρίσω πίσω στο κρεβάτι. Αν ήταν για μεταξωτά σεντόνια και μια φωτιά σ' ένα παλάτι στην Προβάνς, ίσως και να το 'κανα. Δυστυχώς, η αίσθηση του καθήκοντός μου ενισχύθηκε από τη σκέψη του σκληρού άχυρου. Δεν ήθελα το πρωί να μπω απροετοίμαστος σ' αυτόν το ναό.
Σκαρφάλωσα ακόμα πιο πάνω στο βαρούλκο και τράβηξα το σχοινί του. Ήταν βαρύ και τόσο φιλικό όσο κι ένας πύθωνας. Προσπάθησε να με πετάξει κάτω από το επισφαλές μου περβάζι στο χώμα και σχεδόν τα κατάφερε, πριν κατορθώσω τελικά να το ρίξω κάτω απ' το παράθυρο. Το έδεσα και πέταξα την άλλη του άκρη κάτω στο σκοτάδι. Δεν το άκουσα να χτυπά στο πάτωμα. Δεν σταμάτησα για να σκεφτώ περισσότερο τα πράγματα, γιατί αν το έκανα, θα τα παράταγα, με άχυρο ή χωρίς, κι έτσι άρχισα να κατεβαίνω. Όταν έφτασα στο τέλος του σχοινιού, κρατήθηκα και χαμήλωσα το σώμα μου, προσπαθώντας να αισθανθώ με τα πόδια μου. Ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω την πιθανότητα να αφήσω τον εαυτό μου να πέσει προς ένα πάτωμα άγνωστης απόστασης, όταν τα δάχτυλά μου που έψαχναν τελικά ακούμπησαν και άφησα μια ανάσα που δεν ήξερα καν ότι κρατούσα.
Αρχισα να περπατάω στα νύχια των ποδιών μου, μέσα στο κεντρικό μέρος του ναού. Από πάνω μου ήταν τα παράθυρα με τα φημισμένα βιτρώ της Σαρτρ, που μόλις είχαν τοποθετηθεί και ήταν απείραχτα ακόμα από το χρόνο, αλλά δεν μπορούσα να δω απολύτως τίποτα. Ήταν τόσο σκοτεινά όσο και στο πανδοχείο. Αποτελεί μαρτυρία για την επιμονή και ενεργητικότητα της ανθρωπότητας το ότι κατάφερε ο οποιοσδήποτε να πραγματοποιήσει εγκλήματα τη νύχτα, πριν από τον Έντισον. Ήταν πολύ σκοτεινά για να κάνεις τίποτε άλλο εκτός απ' το να κοιμάσαι. Ένας θόρυβος, κάπου, μ' έκανε να γυρίσω απότομα. Ένας στύλος που υψωνόταν πίσω μου περιμένοντας αυτήν ακριβώς τη στιγμή, με χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού μου και μ' έριξε στο πάτωμα μ' ένα ωραίο, ύπουλο χτύπημα. Έμεινα εκεί, βρίζοντας τον εαυτό μου για την ηλιθιότητά του, όταν είδα δύο δαυλούς να κινούνται κατά μήκος της δυτικής άκρης του κυρίως ναού. Έχασα ένα λεπτό για να βγάλω τα παπούτσια μου και μετά σηκώθηκα και κεντράρισα πάνω τους σαν νυχτοπεταλούδα. Το πέτρινο πάτωμα ήταν κρύο. Φυσικά.
Πλησίασα αρκετά κοντά για να βλέπω και μετά κρύφτηκα πίσω από μια κολόνα. Αν κάποιος με έψαχνε, θα μ' έβρισκε αμέσως, αλλά κανείς δεν έψαχνε για κάποιον που περιφέρεται στον καθεδρικό τις μικρές πρωινές ώρες. Ο άντρας που ήταν μπροστά φορούσε φανταχτερά ρούχα και ένα σταυρό στο στήθος και έμοιαζε να είναι ο ίδιος ο Επίσκοπος της Σαρτρ, αν και δεν φορούσε τιάρα ούτε κρατούσε ποιμαντορική ράβδο για να τον αναγνωρίσω πιο εύκολα, πράγμα που ήταν μια ελαφρή αβλεψία. Στους πίνακες οι επίσκοποι πάντα φοράνε τιάρες και κρατάνε ποιμαντορικές ράβδους, ούτως ώστε να τους ξεχωρίςεις απ' τους πρίγκιπες και τους αγγέλους.
Ο επίσκοπος δεν τριγυρνούσε γύρω απ' τον καθεδρικό του στη μέση της νύχτας για να βεβαιωθεί απλώς πως όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Περπατούσε σαν κάποιος που έχει δουλειές να κάνει, νυχτερινές δουλειές. Η έκφρασή του ήταν αποφασισμένη. Πίσω του περπατούσε ένας σκυφτός γέρος παπάς, μ' ένα απλό ράσο, που έμοιαζε, με τα μακριά άσπρα μαλλιά και τα γένια του, με πρόσφατα προσηλυτισμένο δρυϊδη. Ο σταυρός στο λαιμό του ήταν ξύλινος και κρεμόταν από ένα δερμάτινο κορδόνι.
Ο επίσκοπος έβγαλε ένα μεγάλο κλειδί από τα ρούχα του και ξεκλείδωσε μια πόρτα. Ο βαρύς μεταλλικός μηχανισμός της κλειδαριάς κροτάλισε σαν μηχανουργείο. Η πόρτα άνοιξε σε μια σειρά από σκαλιά που, από τη θέση τους, θα πρέπει να οδηγούσαν στο βόρειο πύργο, τον ξύλινο. Έστριψα ένα νόμισμα με το μυαλό μου, αδιαφόρησα για το ποια πλευρά έπεσε, και τους ακολούθησα. Ο πρόσθετος ήχος από τα κλεφτά, γυμνά μου βήματα δεν ακουγόταν μπροστά στη φασαρία από τα χαλαρά, ξύλινα σκαλιά. Αρπαξα μια-δυο αγκίθες στα πόδια μου.
Ο επίσκοπος ξεκλείδωσε κι άλλη μια πόρτα και μπήκαν σ' ένα μικρό δωμάτιο. Γονάτισα στα σκαλιά και κοίταξα μέσα, έτοιμος να το βάλω στα πόδια αν κάποιος μ' έπαιρνε μυρωδιά. Βέβαια. Θα κατρακυλούσα τις σκάλες και θα 'τρεχα σαν παλαβός μέσα στο θεοσκότεινο καθεδρικό, ενώ θα με κυνηγούσαν παπάδες που ήταν απόλυτα εξοικειωμένοι με κάθε του γωνιά και τελικά θα έπαιζα το κρυφτούλι ανάμεσα στα κόκαλα της κρύπτης. Ό,τι χρειαζόμουν για ν' αρχίσει το αίμα μου να κυλάει. Το μόνο που πραγματικά μπορούσα να κάνω ήταν να ελπίζω ότι πρώτα απ' όλα δεν θα μ'έβλεπαν.
Το δωμάτιό ήταν διαμορφωμένο σαν κελί μοναχού, αλλά ενός μοναχού που ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας. Σε μια γωνιά ήταν ένα αχυρόστρωμα σκεπασμένο μ' ένα λινό ύφασμα. Ένας σταυρός κρεμόταν στον τοίχο. Μια φωτισμένη, πλούσια διακοσμημένη Βίβλος ήταν ανοιχτή σ' ένα μικρό τραπέζι και σ' ένα άλλο μια Σύνοψη, κι αυτή φωτισμένη. Τα πλούσια χρώματά τους και τα φύλλα από χρυσό που τα σκέπαζαν, έλαμπαν στο φως του δαυλού. Το δωματιάκι, που έπρεπε να βρίσκεται κάτω ακριβώς από την οκταγωνική, μυτερή σκεπή, είχε παράθυρα, αλλά αντί να καλύπτονται με λαδόπανα ή παραθυρόφυλλα όπως θα περίμενα, ήταν σκεπασμένα με κομμάτια από βιτρώ. Ακόμα και με το δεδομένο ότι αυτός ο πύργος θα κρατούσε μέχρι το τέλος του δεκάτου πέμπτου αιώνα πράγμα που τον έκανε ακόμη κι έτσι - "προσωρινό" με τα μεσαιωνικά κριτήρια- ήταν περίεργο που κάποιος έκανε τον κόπο να βάλει βιτρώ σ' αυτό το μικρό, ιδιωτικό δωμάτιο, ενώ ο υπόλοιπος καθεδρικός απείχε πολύ ακόμα απ' το να τελειώσει.
Ο επίσκοπος πήρε το σταυρό από τον
τοίχο και τον έφερε μέσα στον κύκλο
που έκανε το φως του δαυλού. Έλαμπε,
και φαινόταν να του είναι δύσκολο
να τον κρατάει. Δεν μου έκανε
εντύπωση. Φαινόταν φτιαγμένος από
ατόφιο χρυσάφι, καλυμμένο με
πετράδια.
«Μας άφησε, Μάρτιν», είπε ο
επίσκοπος λυπημένα, κοιτώντας το
σταυρό. Τον άφησε στο τραπέζι που
κουνήθηκε απ' το επιπλέον βάρος.
Ήταν ένας άντρας με ίσια
κορμοστασιά και σοβαρό ύφος, με
μακριά σγουρή γενειάδα, γεμάτη από
γκρίζες τούφες.
«Δεν ήταν έτοιμος», είπε ξερά ο
Μάρτιν, ο παπάς. «Δεν θα 'ναι ποτέ
έτοιμος».
«Σκληρή κρίση».
«Τα καθήκοντα του κλήρου είναι
σκληρά, κύριέ μου. Και οι όρκοι
δύσκολοι. H αγνότητα-», κι ένα
χαμόγελο χαράκωσε το πρόσωπό του,
«θα ήταν εύκολη γι' αυτόν. Η φτώχεια
ίσως πιο δύσκολη. Η υπακοή του
παραήταν εύκολη...»
«Ήταν τόσο ένθερμος. Περισσότερες
από μια φορά έπρεπε να τον
συγκρατήσω, για να μην κάνει κακό
στον εαυτό του μέσ' από την αφοσίωσή
του, με τις αγρυπνίες, τις νηστείες
και την αυτοταπείνωση. Προσευχόταν
και έβλεπε οράματα. Μπορεί να
έμοιαζε με δαίμονα του Διαβόλου-..»
«Το οποίο ίσως και να ήταν. Θα
είχαμε μεγάλο πρόβλημα με την Ιερά
Εξέταση εξαιτίας του. Αλλά η υπακοή,
όπως είπα, ήταν πολύ εύκολη. Έπινε
διψασμένα από την πίστη, σαν
μεθύστακας που αρπάζεται από τον
ασκό του κρασιού. Και τώρα που ο
ασκός άδειασε, τον πέταξε
παραδίπλα. 'Οταν έρθει το πρωί, θα τα
κατουρήσει όλα έξω».
«Μάρτιν!». Ο επίσκοπος, αν και
προφανώς οικείος με την ευθεία
ειλικρίνεια του συντρόφου του,
έδειχνε σοκαρισμένος.
Αυτό δεν απέτρεψε τον Μάρτιν.
«Έμοιαζε με ηχηρό μπρούντζο, ή
κύμβαλο αλλαλάζον, γιατί δεν είχε
ευσπλαχνία. Δεν ξέρω με τι τρόπο
ήρθε σε μας.....»
«Και δεν πρόκειται να το μάθεις,
Μάρτιν. Δεν είναι γνώση για σένα».
«...ή πού πήγε. Αυτά ίσως να είναι
μυστικά πολύ πέρα από τα όριά μου.
Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι βρήκε
το Λόγο ελλιπή. Ο Λόγος δεν είναι
ποτέ ελλιπής. Μόνο εμείς οι
άνθρωποι είμαστε».
Ήταν ενδιαφέρον ότι ο Μάρτιν ο παπάς έβλεπε κατευθείαν την απάτη του Κίνμπαρν, ενώ ο επίσκοπος είχε τελείως απορροφηθεί απ' αυτήν. Οι υψηλόβαθμοι κληρικοί νομίζουν συχνά πως είναι εξυπνότεροι απ' όσο πραγματικά είναι. Όλα αυτά τα λιβάνια, μου φαίνεται. Ο Κίνμπαρν ήταν έξυπνος, όπως συχνά είναι οι εθισμένοι, και θα μπορούσε να πείσει σχεδόν τον καθένα να του προμηθεύσει αυτό που χρειαζόταν, αφού οι περισσότεροι αρέσκονται στο να μοιράζονται την πίστη τους. Μόνο κάποιος σπάνιος άνθρωπος, σαν τον Μάρτιν, μπορούσε να ξεχωρίσει την αγάπη από την ανάγκη.
«Φοβάμαι για σένα», είπε ξαφνικά o Μάρτιν. Ο επίσκοπος σήκωσε τα μάτια απ' τις σκέψεις του. «Έχεις περίεργες... φιλοδοξίες. 'Ισως, όπως λες, δεν είναι για μένα να τις ξέρω και ίσως είναι, όπως σε ξέρω, όλες για το σκοπό της Πίστης. Αλλά είναι επικίνδυνες».
Ο επίσκοπος χαμογέλασε ευγενικά,
παρ' ότι μπορούσα να δω ότι η ευθεία
δήλωση του Μάρτιν τον είχε
ενοχλήσει. Τι, πραγματικά, είχε ο
επίσκοπός μας να κάνει με
θρησκοεθισμένους Ντενεμπιανούς
που έτρεχαν μέσα στο χρόνο;
Προφανώς δεν ήταν τελείως αθώος.
«Ενδιαφέρεσαι πολύ για μένα Μάρτιν,
και σου είμαι ευγνώμων. Οι βουλές
όμως του Θεού είναι πιο
μυστηριώδεις απ' ό,τι μπορούμε να
φανταστούμε. Ελπίζω να μπορέσει να
βρει το δρόμο του». Αναστέναξε. «Ας
πούμε μια προσευχή γι' αυτόν,
Μάρτιν. Και άναψε ένα κερί στον Αγιο
Τζόσαφατ».
«Στον Αγιο Τζόσαφατ; Εξαιρετικά
δευτερεύων άγιος».
«Και, σαν τέτοιος, μεγαλύτερος από
εσένα ή εμένα, Μάρτιν. Αναψε ένα
κερί να φωτιστεί ο δρόμος του».
Έκανε μια παύση. «Θα φύγω ταξίδι
αύριο. Δεν πρέπει να μου πάρει πολύ
καιρό».
Ο Μάρτιν κούνησε το κεφάλι του.
«Αυτά είναι σκοτεινά ζητήματα».
«'Ισως να είναι έτσι. Δεν πρέπει
όμως να τα αποφεύγουμε γι' αυτόν το
λόγο. Είναι αργά».
Αυτό ήταν το σύνθημα για μένα.
Υποχώρησα, κατεβαίνοντας τα σκαλιά
πριν απ' αυτούς. Αυτό ήταν
απογοητευτικό. Ο Κίνμπαρν ήταν εδώ,
όπως ήξερα, αλλά είχε φύγει.
Επανεξέτασα με το μυαλό μου τις σκουληκότρυπες στην περιοχή μπας και μαντέψω τον προορισμό του. Οι σκουληκότρυπες είναι ακριβώς αυτό που λέει η λέξη, τα μονοπάτια των Χουντρ, σκουλήκια της υπερδιάστασης που φαίνεται να βρίσκουν εξαιρετικά νόστιμο το χωροχρονικό περίβλημα γύρω από τη Γη. Χρειάστηκε κάποια προσπάθεια για να κάνω το μυαλό μου, μεταλλαγμένο απ' τον Μαρίενμπαντ, να δουλέψει σωστά. Πρώτα θυμήθηκα, με βασανιστική λεπτομέρεια, τη γεωγραφία του νησιού Νάξος στον τρίτο αιώνα π.Χ., ένα μέρος που ποτέ δεν είχα πάει. Μετά έπιασα τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει τον κατάλογο των βασιλιάδων του Λαγκάς και της Ουρ. Το μυαλό μου έμοιαζε με σκονισμένο πατάρι, γεμάτο άχρηστα πράγματα. Τελικά, μπόρεσα να περιορίσω τις πιθανότητες για σκουληκότρυπες σε εφτά: Οκλαχόμα, 1921' Μαντζουρία, 406 Αίγυπτος, 1337 π.Χ' Κεϋλάνη, 810' Σικελία, 478 π.Χ' διακόσια χιλιόμετρα βόρεια της θάλασσας Αράλ, 9565 π.Χ. και στο βυθό του ωκεανού έξω απ' τη Χαβάη,1991. Απέκλεισα την τελευταία πιθανότητα, αφήνοντας μόνο έξι.
Χρειαζόμουν περισσότερες πληροφορίες. Ο επίσκοπος, αποφάσισα, θα σήκωνε λίγη ανάκριση. Το πρωί. Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να κοιμηθώ. Μου πήρε υπερβολικά πολύ χρόνο να βρω το σκοινί.
Ο καθεδρικός σε γέμιζε δέος με το φως της μέρας. Τα βιτρώ έλαμπαν με τα ουράνια τόξα των χρωμάτων τους, που τονίζονταν από το διάχυτο φως του συννεφιασμένου ουρανού, ενώ η σκεπή υψωνόταν ψηλά πάνω απ' τα κεφάλια μας. Την ομάδα μου των προσκυνητών είχε αναλάβει κάποιος που λεγόταν Αδελφός Βενέδικτος, o οποίος αποδείχτηκε ένας ολοκληρωμένος ξεναγός. Υπέδειξε διάφορα σημεία με γκροτέσκα και περίεργα σκαλίσματα που αλλιώς δεν θα τα πρόσεχε κανείς και έδωσε μια ζωντανή περιγραφή των διαφόρων θαυμάτων που είχε πραγματοποιήσει εδώ η Παρθένος, στην διάρκεια των αιώνων. Το απόγειο της ξενάγησης ήταν ο αυθεντικός χιτώνας της Παρθένου Μαρίας, το άγιο λείψανο που ήταν και ο πραγματικός λόγος της ύπαρξης του καθεδρικού. Βρισκόταν σε μια περίκομψα διακοσμημένη λειψανοθήκη, πίσω από ένα παχύ κομμάτι γυαλιού. Προχώρησα μπροστά με τους υπόλοιπους προσκυνητές για να το φιλήσω. Όταν έφτασε η σειρά μου, έσκυψα μπροστά - και απόμεινα να κοιτάω. Μετά την πυρκαγιά που είχε ουσιαστικά καταστρέψει τον καθεδρικό, ο Χιτώνας είχε θεωρηθεί χαμένος. Κάποιος τελικά τον τράβηξε κάτω από ένα σωρό από ερείπια, θαυματουργά ακέραιο, έξω από ένα ελαφρύ κάψιμο.
Μπορούσα να δω τα μικρά κομμάτια της λιωμένης κλωστής εκεί που το ύφασμα είχε καεί. Γύρισα να φύγω, με καμπανάκια συναγερμού να χτυπάνε στο κεφάλι μου. Τα πράγματα γίνονταν πιο σοβαρά απ' ό,τι με είχαν αφήσει να πιστεύω. Ένα λείψανο όπως ένας αυθεντικός Χιτώνας που φορούσε η Ευλoγημένη Παρθένος Μαρία, 1.200 χρόνια πριν στην Παλαιστίνη, έπρεπε να είναι μια ευσεβής απάτη, αλλά αμφέβαλλα, ελαφρώς, ότι μια τέτοια απάτη θα μπορούσε, στο δέκατο τρίτο αιώνα, να είναι φτιαγμένη από κάτι που ήταν προφανώς πολυεστέρας.
Εκείνη τη στιγμή εντόπισα τον επίσκοπο. Φορούσε ένα μανδύα ταξιδιού και μπότες, και δύσκολα θα καταλάβαινα ότι ήταν επίσκοπος αν δεν τον είχα δει με τη στολή του γραφείου την προηγούμενη νύχτα. Έστεκε με τα πόδια του ανοιχτά και τα χέρια πιασμένα πίσω από την πλάτη, κοιτώντας προς τα πάνω την κατασκευή της βόρειας πτέρυγας. Έδειχνε σαν άρχοντας που ελέγχει την επικράτειά του. Ξέφυγα απ' την αλυσίδα της ξενάγησης του Αδελφού Βενέδικτου και προχώρησα προς το μέρος του.
Προσπάθησε να με αγνοήσει. Προσκυνητές έβρισκες με μια πεντάρα την ντουζίνα και εξάλλου ήταν και γνωστοί για τα έκλυτα ήθη τους. Και παρ' ότι το μπάνιο δεν ήταν μια απ' τις δημοφιλέστερες δραστηριότητες του αιώνα, οι προσκυνητές δεν φορούσαν αρώματα. Είχα σκεφτεί και απορρίψει μια ντουζίνα μεθόδων προσέγγισης και τελικά κατέληξα σ' αυτήν που ήταν και η πιο πετυχημένη όλα τα χρόνια, το απευθείας πλησίασμα.
«Αρχοντά μου Επίσκοπε», είπα σ' ένα συνωμοτικό τόνο. «Υπήρξε μια δυσκολία με τον Ντενεμπιανό».
«Τον ποιον;» Τα φρύδια του έσμιξαν
κι άρχισε να δείχνει θυμωμένος.
«Δεν έχω ιδέα για το τι μου λες-».
Σήκωσε το χέρι του και έκανε μια
χειρονομία στον αέρα. Την πρόσεξα
και την κατέγραψα στη μνήμη μου,
αλλά δεν είχε καμιά συμβατική
Χριστιανική σημασία που να μπορώ να
θυμηθώ. Ο χρόνος είναι γεμάτος από
τέτοια μυστικά.
«Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο»,
σφύριξα. «Το εννοώ αυτό». Του έδειξα
τη φωτογραφία.
Ήταν ένα έξυπνο πραγματάκι,
φτιαγμένο από κάποια υπηρεσία του
Μαρίενμπαντ στην οποία εγώ δεν είχα
πρόσβαση, μια φωτογραφία του
Κίνμπαρν αλλαγμένη έτσι ώστε να
μοιάζει με μικρή νερομπογιά, πλήρης
με τις πινελιές κι ένα δήθεν τυχαίο
δακτυλικό αποτύπωμα στην αριστερή
μεριά.
Ξανάκανε τη χειρονομία. Φαινόταν να
περιμένει μιαν απάντηση, κι έτσι
του την επανέλαβα κι εγώ.
Προφανώς ήταν κάποια χειρονομία
κρατημένη για αποκλειστική χρήση
των αξιωματούχων της εκκλησίας, της
τάξης των αποστολικών
πρωτονοτάριων και πάνω, γιατί το
πρόσωπό του έγινε αμέσως κόκκινο
και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν
καθώς διεργαζόταν μέσα του μια
μνημειώδη οργή. «Με προειδοποίησαν
για σένα, αλλά δεν πίστευα πως
μπορούσαν να υπάρχουν τέτοιοι
άνθρωποι. Προαγωγοί, αιρετικοί,
σιμωνίτες, που θα πουλούσαν το Λόγο
του Κυρίου-»
Μα για τι πράγμα μίλαγε; «Αρχοντά
μου Επίσκοπε, σας διαβεβαιώ-»
«Όχι. Η Αλήθεια δεν πουλιέται σ' αυτόν που δίνει τα περισσότερα. Οι άνδρες μου θα σε αναλάβουν». Πήρε μια τέτοια εισπνοή, που όταν θα την εξέπνεε, θα έφερνε μια ντουζίνα παπάδες και διάκους πάνω στο κεφάλι μου, το πιθανότερο για να με σύρουν από κει και να με πετάξουν σε κάποιο μπουντρούμι.
«Πώς τολμάτε να παρεμβαίνετε στις υποθέσεις ενός λεγάτου του Πάπα;» είπα με οργή. Τα μάτια του επισκόπου στρογγύλεψαν και άφησε την ανάσα του να βγει χωρίς να φωνάξει βοήθεια. Πριν καλά-καλά αντιληφθεί την απιθανότητα ενός λεγάτου τον Πάπα - συνήθως της τάξης των καρδιναλίων που συνοδεύονται πάντα από μια σημαντική ακολουθία - να εμφανίζεται τώρα στον καθεδρικό του με τα ρούχα ενός ζητιάνου προσκυνητή, συνέχισα ακάθεκτος. «Ο Πάπας μας, ο Γρηγόριος ο Θ', ίδρυσε ένα Ιεροεξεταστικό δικαστήριο για να καταπολεμήσει τους αιρετικούς. Εσείς, αγαπητέ μου επίσκοπε, δεν είστε προφανώς ένας συνηθισμένος αιρετικός, αφού συναναστρέφεστε... δαίμονες». Αφησα τη φωνή μου να σωπάσει μέσα σε μια ατμόσφαιρα καταδίκης κι έκανα το σημείο του σταυρού, δήθεν ασυνείδητα. Έκανε το σταυρό του κι αυτός, τρέμοντας ελαφρά, αν κι αυτή τη φορά μάλλον από φόβο.
Είχα χτυπήσει διάνα. Ήταν αδύνατο να έχεις πάρε-δώσε μ' έναν εξωγήινο που ήταν ενάμισι μέτρο ψηλός, είχε τρία μάτια και ήταν καλυμμένος με διαμάντια και να μην υποψιαστείς κάποια δαιμονική σχέση. H ανησυχία του επισκόπου για την κατάσταση της δικιάς του ψυχής δεν τον άφηνε να αντιληφθεί πόσο εύθραυστη ήταν η θέση μου. Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα, γιατί ήξερα πως αυτή η κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα.
«Δεν... δεν είναι δαίμονας», είπε
τελικά ο επίσκοπος. «Είναι ένας
αληθινός Χριστιανός-»
«Αφήστε να το κρίνω εγώ αυτό. Πού
είναι; Τώρα!» Αφησα επίσης τη φωνή
μου να πάρει μια δυσοίωνη ιταλική
προφορά, χρήσιμη για την
αντιμετώπιση ενός Γάλλου
επισκόπου.
Ο επίσκοπος σώπασε, προφανώς ανίκανος να αποφασίσει για το τι θα 'πρεπε να πει σ' αυτό τον υποτιθέμενο παπικό λεγάτο, ο οποίος σίγουρα δεν θα ήξερε τίποτε για σκουληκότρυπες και ταξίδια στο χρόνο.
«Το μέρος, Αρχοντά μου Επίσκοπε.
Και τον αιώνα». Γέλασα με το
έκπληκτο βλέμμα του. «Σίγουρα δεν
θεωρείτε τον εαυτό σας κάτοχο
πληροφοριών απρόσιτων στην Αγία
Μητέρα Εκκλησία; Πω-πω, σίγουρα
είστε ένα μάτσο από δογματικά λάθη.
Ο νότος της χώρας σας εξαγνίστηκε
από τους Αλμπιγκενσιανούς.
Καταστρέψαμε την Τουλούζ και
περάσαμε τους κατοίκους από φωτιά
και σίδερο. Δεν ήταν έξυπνοι. 'Ισως
να ήρθε τώρα η σειρά του βορρά...»
Είχα αρχίσει να το διασκεδάζω
πραγματικά. H ιταλική μου προφορά
είχε γίνει παχιά σαν λαζάνια. Ο
επίσκοπος είχε ασπρίσει. «Πείτε μου
πού είναι. Αν τον βρω, νομίζω πως θα
μπορέσω να σας συγχωρήσω για τον
υπερβάλλοντα ζήλο σας. Αν όχι, θα
αναγκαστώ να πάρω... μέτρα».
Έκανε αργά το σταυρό του. «Ακενατών.
Ο Ορίζοντας του Θεού Ήλίου. Στο έτος
-»
«Χίλια τριακόσια τριάντα εφτά
χρόνια πριν από τη γέννηση του
Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού», είπα με
άνεση. Είστε έξυπνος άνθρωπος,
Αρχοντά μου Επίσκοπε. Θα σας
συνιστούσα να μη φύγετε από την
πόλη».
Είχα την έντονη επιθυμία να το βάλω στα πόδια απ' το ναό, αλλά πίεσα τον εαυτό μου να κινηθεί μ' έναν επίσημο βηματισμό, πράγμα που ήταν εντελώς γελοίο, αφού έτσι όπως ήμουν ντυμένος, μ' ένα βρώμικο χιτώνα κι ένα κουρελιασμένο παντελόνι, ήμουν ένα θέαμα πολύ λιγότερο από αξιοπρεπές.
Έπρεπε να κινηθώ. Υπολόγισα πως δεν θα έπαιρνε πάνω από ένα-δυο λεπτά πριν ο επίσκοπος καταλάβει ότι τον κορόιδεψαν και στείλει τους ανθρώπους του ξοπίσω μου. Αίγυπτος, 1337 π.Χ., μία από τις έξι σκουληκότρυπες που ξεκινούσαν από δω. Το μονοπάτι ήταν ακόμα ζεστό.
Πρώτα έπρεπε, φυσικά, να περάσω απ' την Γκαρνταρόμπα, αφού χιτώνας και στενά παντελόνια ήταν μάλλον ακατάλληλο ντύσιμο για το Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου. Η Γκαρνταρόμπα ήταν - τέλος πάντων, στην πραγματικότητα δεν είμαι και πολύ σίγουρος για το πού ήταν. Ένας σύνδεσμος, η τοποθεσία ενός απίστευτου Χουντρικού όργιου, όπου οι σκουληκότρυπες μπερδεύονταν σαν σπαγγέτι. Το μεγαλύτερο μέρος του συνδέσμου ήταν γύρω στα 15000 μ.Χ. Έκανε κρύο, αφού ήταν στην αρχή μιας εποχής παγετώνων και δασύτριχα βόδια περιπλανιούνταν στην έρημη γη, όποια κι αν ήταν αυτή. Η Γκαρνταρόμπα βρισκόταν σε κάτι τεράστιους βράχους που ξεφύτρωναν απ' τη γη, κάπου τριάντα μέτρα ψηλούς. Το μπέρδεμα απ' τις σκουληκότρυπες δημιουργούσε κάποιο είδος χρονικής ενέργειας και ο σύνδεσμος ήταν στατικός. Κάθε φορά που ήμουν εκεί ήταν πάντα η ίδια ώρα, αργά το απόγευμα.
Στο βράχο κατοικούσε ο Κουερραρρκούκ, ένα ον καλυμμένο με οστέινες πλάκες, κάτι ανάμεσα σε παγκολίνο και αρμαδίλλο, στο μέγεθος περίπου ενός Φολκσβάγκεν. Έμοιαζε σαν απομεινάρια από ένα γιγάντιο ντίνερ-πάρτυ και κροτάλιζε όταν κινιόταν. Ήταν πάντα εκεί, κάποιο είδος τιμωρίας όπως είχα συμπεράνει, αν και δεν ήξερα γιατί. Ένας αδελφός του, ή συνένοχος, ήταν με τον ίδιο τρόπο αλυσοδεμένος στο Αγιερς Ροκ, έναν άλλο σύνδεσμο στην Αυστραλιανή Ενδοχώρα, κατά τον ένατο αιώνα μ.Χ. Οι ιθαγενείς τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό, αφού τους άρεσε το γεγονός πως, αν περπατούσαν γύρω του με το σωστό τρόπο, ονειρεύονταν άλλες εποχές.
Είχα κι εγώ οράματα στο βράχο του Κουερραρρκούκ, οράματα στα οποία έβλεπα τη ζωή μου σαν λεπίδα μαχαιριού μέσα στη μαλακή κοιλιά της αιωνιότητας. Αισθανόμουν την ίδια μου την ύπαρξη σαν πληγή σ' αυτό το μέρος. Δεν ήταν βέβαια παρά μόνο μια εικόνα, απίστευτα δυνατή όμως. Ποτέ δεν έμενα πολύ.
«Tιτττι, τττττι...» Η φωνή του
Κουερραρρκούκ ήταν σαν ήχος λίμας.
Οι πλάκες στην πλάτη του σηκώθηκαν
και ξανάπεσαν σαν κύματα,
κουδουνίζοντας σαν μέταλλο που
ψύχεται.
Γδύθηκα και του πέταξα τα
μεσαιωνικά μου ρούχα. «Αίγυπτος»,
είπα. «Νέο Βασίλειο, 18η δυναστεία».
«Ττττι τάξξξξη;» είπε.
«Μεσαία τάξη», είπα. «Φυσικά». Του
άρεσε να παίζει μαζί μου. Η δουλειά
του θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερη
βαρετή. Αναρωτήθηκα πότε θα
τέλειωνε η ποινή του.
Γέλασε χαρούμενα, μ' έναν ήχο σαν
σκουριασμένης αποχέτευσης. «Όχι
μεσαία τάξξξη στο Νέο βασίλειο της
Αιγύππππτου. Αναχρονισσσσμός.
Γρρραφιάς θα είσαι. Γρρραφιάς
ιερογλυφφφικών. Καθόλου
Μαρξξξιστικές τάξξξεις».
Ο Κουερραρρκούκ σύρθηκε σε μια απ'
τις εισόδους του βράχου. Έμεινα
εκεί γυμνός, τρέμοντας απ' το κρύο.
Είχε αρχίσει να μου γίνεται
συνήθεια. Γύρισε γρήγορα και μου
πέταξε μια άσπρη λινή φουστίτσα κι
ένα ζευγάρι σανδάλια.
«Αυτό είναι το κιτ του γραφιά;»
είπα. Το φόρεσα. Δεν με ζέστανε
καθόλου.
«Ννναι. Το καλλλύτερο λινό. Καλή
διασκέδαση».
Πάντα το έλεγε αυτό. Ποτέ δεν ήμουν
σίγουρος αν αστειευόταν.
«Πότε νομίζεις ότι πραγματικά θα
βάλει κάποιος να του παραχώσουν το
κουφάρι εδώ μέσα;»
«Ποτέ, Ακμπετ. Μην είσαι χαζός. Ο
μόνος που είναι αρκετά τρελός ώστε
να θέλει να περάσει εδώ μέσα την
αιωνιότητα, είναι ο ίδιος ο Φαραώ».
Κούρνιασα πίσω από ένα βράχο και άκουγα τον ήχο από τα σκαρπέλα των εργατών του τάφου και το βόμβο απ' την κουβέντα τους καθώς έκαναν τη δουλειά τους, σκάβοντας τρύπες στην πλευρά του λόφου. Κάτω μου, χτισμένα ακριβώς πάνω στον Νείλο και περιτριγυρισμένα μ' ένα τόξο από λόφους, ήταν τα καφέ πλινθόκτιστα σπίτια και οι ναοί από άσπρη πέτρα της πόλης Ακενατών, που είχε χτιστεί πρόσφατα εδώ με διαταγή του θρησκόληπτου Φαραώ Ακενατών. Τόσο ο ίδιος, όσο και η πόλη, είχαν πάρει το όνομα τους από τον θεό του, τον Θεό Ήλιο, Ατωνα. Αυτός ο ήλιος ζέσταινε τώρα την πλάτη μου και ήταν ευλογημένα καυτός, μετά το κρύο της Σαρτρ.
«Τότε τι κάνουμε εδώ πέρα Έμπερ;
Τι είναι όλα αυτά τα πράγματα;»
«Πού θες να ξέρω εγώ; Τι υποτίθεται
πως είναι αυτοί οι μικροί πήλινοι
δίσκοι; δίσκοι του ήλιου; Πολύ
βαρετοί ηλιακοί δίσκοι, αν θες τη
γνώμη μου. Κι όλ' αυτά τα κομμάτια
από πάπυρο, ραμμένα μεταξύ τους και
γεμάτα μουτζούρες. Μοιάζει πολλή
δουλειά. Α, μα είναι όλα τρελά, ό,τι
και να πει κανείς».
«Ήσυχα Έμπερ. Μπορεί να σ' ακούσει
κανείς».
«Και λοιπόν; Ποιος μας ακούει εμάς
τους εργάτες τάφων, ούτως ή άλλως;
Κανείς, να ποιος. Ιδιαίτερα όταν
βγαίνει ση φόρα το θέμα των μισθών».
«Θα σκάσεις; Αυτό είναι χειρότερο
θέμά απ' τον Ατωνα ή τους ηλιακούς
του δίσκους».
«Αυτό είναι το πρόβλημά σου Ακμπετ,
το ξέρεις; Ανησυχείς υπερβολικά». Ο
Έμπερ ύψωσε τη φωνή του. «Ε, Νάμπεκ!
'Ωρα να το κόψουμε». Σ' όλη τη
διάρκεια της συζήτησης ο ήχος από
τα σκαρπέλα δεν σταμάτησε καθόλου.
Ο επιστάτης, ένας χοντρός που φορούσε μια φούστα κι ένα περίτεχνο χάλκινο περιλαίμιο, ακουμπώντας στο επίσημο ραβδί του, έγερνε το κεφάλι του στον ήλιο που άφηνε γρήγορα την κοιλάδα στο έλεος τη σκιάς των λόφων. «Μη μου κάνεις τον έξυπνο εμένα Έμπερ», φώναξε. Περπάτησε προς το βράχο που κρυβόμουν. Χώθηκα πίσω, μέσα στη σκιά. «Καταραμένο χάσιμο χρόνου, αυτές οι τρύπες», μουρμούρισε στον εαυτό του. Σήκωσε τη φούστα του και κατούρησε στο βράχο μου. «Εντάξει», φώναξε με μια βαθιά μπάσα, επίσημη φωνή. «Η δουλειά τέλειωσε».
Οι εργάτες βγήκαν από τους δεκάδες σκαμμένους τάφους στην πλευρά του λόφου και κατευθύνθηκαν ομαδικά προς τον περιφραγμένο χώρο, στα μισά της απόστασης μεταξύ πόλης και λόφων, όπου ήταν υποχρεωμένοι να ζουν οι διάσημοι για τις ανταρσίες τους εργάτες των τάφων. Μαζί τους έφυγαν κι οι δυο φλύαροι φίλοι μου. Όταν η περιοχή άδειασε τελείως, μπήκα στον τάφο που δούλευαν. Ήταν απλώς μια κίνηση επιμέλειας στην έρευνά μου, αφού ο Κίνμπαρν θα ήταν σίγουρα κάπου κάτω στην πόλη, πιθανότατα παίρνοντας θρησκευτικές οδηγίες από τον ίδιο τον Φαραώ Ακενατών και παίζοντας με ηλιακούς δίσκους από ατόφιο χρυσάφι.
Ο τάφος ήταν λαξεμένος βαθιά μέσα στο βράχο, μ' έναν εξωτερικό προθάλαμο που στένευε σ' ένα μακρύ διάδρομο και μετά άνοιγε πάλι. Ο Ακμπετ και ο Έμπερ σκάλιζαν ανάγλυφα πάνω στους τοίχους. Παραπατούσα μέσα στο σκοτεινό τάφο και χτύπησα δυο φορές το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου. Δεν είμαι και πολύ καλός με τα σανδάλια. Τελικά, τα κατάφερα να σκοντάψω και να πέσω με το κεφάλι. Το πέτρινο δάπεδο ήταν ακριβώς όσο σκληρό το περίμενα, η δε χιονοστιβάδα από βιβλία και άλλα παράφερνα που με σκέπασε ήταν ένα επιπλέον δώρο. Πάλεψα να βγω από κάτω τους, άρπαξα όσα μπορούσα να σηκώσω με το ένα χέρι και τα έσυρα έξω, όπου υπήρχε ακόμα αρκετό φως για να δω τι είχα βρει.
Τα βιβλία ήταν δεμένα με μοσχαρίσιο δέρμα. Οι Αιγύπτιοι, πάντως, είχαν κυλίνδρους από πάπυρο, όχι βιβλία. Ενδιαφέρον. Λίγων λεπτών συγκέντρωση στην αραβική τους γραφή μου επέτρεψε να τα αναγνωρίσω σαν αντίγραφα του Κορανίου. Ήταν γραμμένα με μελάνι από καμιά ντουζίνα χρώματα, που ποίκιλλαν από βαθύ μωβ ώς βερικοκί. Είχα ακόμη μαζέψει μερικούς δίσκους από γκρίζο πηλό, επίσης με αραβική γραφή. Έβλεπα γιατί o Έμπερ αμφέβαλλε ότι ήταν ηλιακοί δίσκοι.
Τα πράγματα γίνονταν πιο περίπλοκα. Τα Κοράνια ήταν ήδη αρκετά παράξενα, αφού η θρησκεία του Ισλάμ δεν επρόκειτο να υπάρξει για ακόμη δυο χιλιάδες χρόνια ή κάτι τέτοιο, οι πήλινοι δίσκοι όμως ήταν πιο συγκεκριμένοι, αφού υπονοούσαν την αίρεση των Σιιτών του Ισλάμ. Ήταν φτιαγμένοι από πηλό της Καρμπαλά - της πόλης που μαρτύρησε ο Χουσεϊν, ο γιος του Αλή - και οι αφοσιωμένοι Σιίτες πρoσεύχονταν προς τη Μέκκα με τα μέτωπά τους ακουμπισμένα σ' αυτούς. Χρήσιμοι να τους έχεις πρόχειρους αν είσαι Σιίτης, αλλά κάπως σπαταλημένοι εδώ πέρα, αφού ο Ακενατών ήταν μόλις στο στάδιο να εφεύρει το μονοθεϊσμό. Ο τάφος ήταν γεμάτος μ' αυτά τα πράγματα, σίγουρα περισσότερα απ' όσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Κίνμπαρν, ακόμη κι αν ήταν συνέχεια με το μέτωπο στο πάτωμα.
Οι εθισμένοι στα ναρκωτικά αναπτύσσουν συχνά ένα είδος ανοχής, ζητώντας όλο και πιο πολύ απ' το ναρκωτικό τους μέχρι να τους σκοτώσει. Προσπάθησα να φανταστώ τον Κίνμπαρν να προσπαθεί απελπισμένα να προμηθευτεί όλο και περισσότερα θρησκευτικά παράφερνα, μέχρι που μια χιονοστιβάδα από χιλιάδες κυλίνδρους του Τορά ή θιβετιανούς τροχούς προσευχής πέφτει πάνω του και τον σκοτώνει. Χαριτωμένη σκέψη, αλλά πιθανότατα λανθασμένη. Έκρυψα τα Κοράνια και τους δίσκους μαζί με τις υπόλοιπες απ' τις παράξενες ενδείξεις. Αυτός ο συγκεκριμένος φάκελος είχε αρχίσει να γίνεται ελαφρά παραφορτωμένος.
Λοιπόν, θα ήταν μάλλον φανερό ότι το να βρεις κάποιον με τα χαρακτηριστικά του Κίνμπαρν, δεν θα 'πρεπε να είναι και πολύ δύσκολο. «Για να δούμε: Είναι, πες, κάπου ένα και είκοσι ψηλός, κατάμαυρος, κάπως γυαλιστερός επίσης, σκεπασμένος με διαμάντια και έχει τρία μάτια που μοιάζουν με τεράστια πύρινα οπάλια και λάμπουν στο σκοτάδι. Α! ναι, και μυρίζει σαν πικραμύγδαλο». «Α, κύριέ μου, δεν ξέρω, βλέπουμε απ' όλα εδώ πέρα. Κανένα χαρακτηριστικό σημάδι ή ουλή;». Εύκολο, σίγουρα. Μόνο που όποιος ήταν πιθανό να τον έχει δει, ήταν επίσης πιθανό, σαν τον φίλο μου τον επίσκοπο, να είναι ένας από τους, ας πούμε, προμηθευτές του. Γονάτισε γιε μου, η πρώτη δόση είναι τζάμπα. Και οι προμηθευτές γίνονται κάπως ευαίσθητοι όταν προσπαθήσεις να ανακατευτείς με τους πελάτες τους. Ο Φαραώ της Ανω και Κάτω Αιγύπτου δεν ήταν κάποιος που θα μπορούσες να κάνεις αστεία μαζί του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη θρησκεία του. Οι περισσότεροι άνθρωποι ανέφεραν πως είχε λυμένο το ζωνάρι του γι' αυτό το θέμα. Δεν θα 'θελα να μου κόψουν το κεφάλι επειδή θα βιαζόμουν λίγο πιο πολύ απ' ό,τι θα'πρεπε. Ούτως ή άλλως δεν είχα τίποτε να κάνω πάνω στους τάφους κι έτσι ετοιμάστηκα να κατέβω στην πόλη.
Αφησα τα πράγματά μου κάτω από ένα σωρό πέτρες σ' ένα εργοτάξιο έξω από την πόλη, αφού δεν χωρούσαν κάτω απ' τη λινή μου φούστα. Πήρα πάντως ένα κομμάτι λεπτό, ανθεκτικό σκοινί κι ένα ενδιαφέρον μαχαίρι με μια λεπίδα που ήταν ελαστική σαν ύφασμα εκτός αν πίεζες και την έστριβες προς τα δεξιά, οπότε γινόταν σκληρή σαν ατσάλι. Αυτά θα έπρεπε να μου αρκούν, σκέφτηκα και τράβηξα προς τη χαριτωμένη κωμόπολη Ακενατών.
Το μέρος είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού αμερικανικού προαστίου, εκτός απ' το γρασίδι. Γρήγορα χτισμένα, σ'ένα μέρος που κανείς μέχρι τότε δεν είχε βρει κατάλληλο για να μείνει, τα πλίνθινα σπίτια είχαν μια δυσάρεστη, μελαγχολική ομοιότητα μεταξύ τους, σαν ένα κοπάδι νεοσύλλεκτους με ξυρισμένα κεφάλια στο στρατόπεδο. Οι αξιωματούχοι που ζούσαν σ' αυτά κουβαλήθηκαν εδώ με διαταγές του Φαραώ, αφήνοντας τις ανέσεις των Θηβών, της παλιάς πρωτεύουσας. Υπήρχαν πολύ λίγοι άνθρωποι στους δρόμους, μα κι αυτοί φαίνονταν περισσότερο να πηγαίνουν κάπου συγκεκριμένα, παρά να κάνουν τη βόλτα τους. Δεν άκουσα μουσική, ή κάποιον να γελάει. Το να υπόκεισαι στις θρησκευτικές εμμονές κάποιου άλλου τείνει να έχει καταθλιπτικό αποτέλεσμα.
Κατευθύνθηκα βόρεια μέσα από την πόλη, προς το μεγάλο ναό του Ατωνα, που έβλεπα μπροστά μου να υψώνεται πάνω απ' τα χαμηλά πλίνθινα κτίσματα. Καθυστερούσα λιγάκι, σαν παιδί που γυρνά απ' το σχολείο μ' έναν κακό έλεγχο, επειδή δεν είχα την παραμικρή ιδέα του τι θα έκανα όταν έφτανα εκεί πέρα. Τελικά, έφτασα. Ακόμα δεν είχα ιδέα. Κοίταξα προς τα πάνω, στους άσπρους τοίχους του συγκροτήματος του ναού και σκέφτηκα τον αναμφισβήτητα μπερδεμένο λαβύρινθο από αυλές και προθαλάμους και διαμερίσματα υπηρετών και αδιέξοδα, εκεί μέσα, όπου αυτόματα θα γινόμουν αυτομάτως χαμένος. Έξυσα με το σανδάλι μου το χώμα κι άρχισα να κοιτάω τον τοίχο από ντυμένες ασβεστόπλακες, ψάχνοντας έναν τρόπο να σκαρφαλώσω.
«Μπορούμε να σας βοηθήσουμε, άρχοντα;» ρώτησε μια φωνή ακριβώς από πίσω μου. Δεν είχα ακούσει βήματα.
Γύρισα, με μια έκφραση που ήλπιζα n ήταν αρκετά κοντά στην αθώα περιέργεια να δω ποιος ήταν πίσω μου. Τρεις άντρες με λινές φούστες και καλύμματα στο κεφάλι, απ' τους οποίους ο πιο κοντός, μπροστά, μ' ένα χρυσό βραχιόλι στο μπράτσο του. Ο πιο κοντός σήμαινε λίγο περισσότερο από ένα ογδόντα, τουλάχιστον δέκα πόντους πιο ψηλός από μένα. Οι δυο άλλοι πιο πίσω ήταν πραγματικά θεόρατοι. Κι οι τρεις είχαν πλακουτσωτά αντιπαθητικά πρόσωπα, κάπως εξογκωμένα, με πεταχτά κάτω χείλια. Γορίλες. Είτε του φορέσεις ένα κουστούμι Σάβιλ Ρόου από τους Κίλγκορ, Φρενς και Στάναμπουρυ, είτε μια λινή φούστα, δεν έχει καμία διαφορά. Ένας γορίλας είναι ένας γορίλας. Τα βασικά πράγματα ισχύουν σ' όλες τις εποχές.
«Α... ναι», είπα. «Έψαχνα για την αγαπημένη μου οικιακή οχιά, τη Ζελουθεκχεμούνουμ. Δάγκωσε την υπηρέτρια και το 'σκασε πάλι. Και ήταν καλή υπηρέτρια. Τώρα φαίνεται απαίσια, με τους αστράγαλους πρησμένους και μπλαβιούς. Της αρέσει της γλυκιάς μου να σέρνεται στο δρόμο και να δαγκώνει τους αστράγαλους των ανθρώπων. Χαζό δεν είναι; Μερικές φορές δαγκώνει δυνατά. Δεν το εννοεί, φυσικά, αλλά το δηλητήριό της είναι αρκετά θανατηφόρο. Μήπως την είδατε εσείς αγαπητοί κύριοι;» Κοίταξα κάτω, στο χώμα ανάμεσα στα πόδια τους, πράγμα που έκανε τους δυο τύπους πίσω να κάνουν νευρικά το ίδιο.
Ο Κοντούλης δεν τσίμπησε. Ούτε καν έσκασε κανένα χαμόγελο για να αναγνωρίσει τις προσπάθειές μου. «Έχουμε ακούσει για σένα. Ξέρω για ποιον δουλεύεις και δεν μ' αρέσει καθόλου».
Γαμώτο. Κατάλαβαν ότι είμαι αξιωματικός της Αστυνομίας. Αυτό δυσκόλευε τα πράγματα. «Σκαλίζω στο μαγαζί του Θούτμοση του γλύπτη», αυτοσχεδίασα. «Δεν σας αρέσει; Είναι βέβαια βαρετός μερικές φορές, αφού του αρέσει να μιλάει μόνο για πέτρες, αλλά-»
«Έχουμε μια συμφωνία. Δεν μας
αρέσει να μπερδεύεστε στην περιοχή
μας, καταλαβαίνεις;
«Όχι, πραγματικά δεν καταλαβαίνω».
Ποτέ δεν ξέρεις τι είναι εκείνο που θα κάνει τον άλλο να εκραγεί. Νομίζω πως ήταν ο κοροϊδευτικός τόνος που χρησιμoποιώ όταν μιλάω, για τον οποίο η μητέρα μου πάντα με προειδοποιούσε. Ένας από τους δύο από πίσω, έσκυψε και μ' ένα απίθανα μακρύ χέρι με χτύπησε. Το επόμενο λεπτό βρέθηκα με την πλάτη στο χώμα και το κεφάλι μου να βουίζει. Σηκώθηκα και όλοι κοίταγαν σαν να μην είχε συμβεί τίπoτε. Απλά με χάζευαν. Έβαλα το χέρι μου στην άκρη του στόματός μου και το τράβηξα ματωμένο.
Πώς με βρήκαν τόσο γρήγορα; Ποιος άλλος ήξερε πως ήμουν εδώ; Γελοία σκέψη, αλλά... χωρίς πραγματικά να το σκεφτώ, επανέλαβα τη χειρονομία που μου είχε κάνει ο επίσκοπος της Σαρτρ. Ένας από τους γορίλες ανταπέδωσε.
Ο Κοντούλης τον χτύπησε. «Τι
συμβαίνει με την ασφάλεια εδώ πέρα;
Τώρα θα πρέπει ν' αλλάξουμε το
σήμα».
Ο άλλος έτριψε το μάγουλό του, εκεί
που τον χτύπησε ο Κοντούλης, αν και
μου φάνηκε πως το έκανε πιο πολύ από
ευγένεια, παρά επειδή πράγματι τον
πόνεσε. «Νόμιζα πως αυτό ήταν το
αναγνωριστικό μας. Μου πήρε δυο
μήνες να το μάθω και ποτέ δεν μ'
αφήνεις να το χρησιμοποιήσω».
«Σκασμός!» Γύρισε πάλι σε μένα. «Δεν ξέρω πού έμαθες το σήμα, αλλά εσείς οι δεκαροκυνηγοί στη συμμορία του Ρυλιέχ, καλύτερα να κάνετε τίποτε άλλο, παρά να παρεμβαίνετε στην περιοχή του Ρ.Ε. Μαν», ούρλιαξε ο Κοντούλης. Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει απ' τις φωνές. «Τι θα γίνει με σας; Οι αρχηγοί τα έχουν μοιράσει. Ποιος νομίζει πως είναι ο Ρυλιέχ τέλος πάντων; Εδώ είναι τελείως έξω απ' την περιοχή τον. Θα 'πρεπε να περιοριστεί στο να βγάζει λαθραία Βίβλους των Νεκρών και λατρείες του 'Ωρου και του Σηθ από την Ηλιούπολη και να μείνει όσο πιο μακριά μπορεί από την Ακενατών».
«Βέβαια», είπε ο ένας απ' τους δυο
που στέκονταν πίσω. «Αυτή τη
μονοθεϊστική άποψη τη δουλέψαμε
μόνοι μας. Εσείς εκεί δεν έχετε το
μυαλό για να τη χειριστείτε».
«Σκάσε!» είπε ο Κοντούλης.
«Θέλουμε να μιλήσουμε», είπα.
«Να μιλήσουμε; Δεν έχουμε να πούμε
τίποτε».
«Για τη Σακκάρα», είπα, σχεδόν
τυχαία. Στο κάτω-κάτω δεν ήξεραν ότι
ήμουν μέλος της Αστυνομίας και με
είχαν μπερδέψει με κάποιον άλλο.
Ποιον; Αποφάσισα να παίξω το
παιχνίδι τους. Θυμήθηκα τις
εικασίες για τους ταύρους, στις
οποίες είχα συμμετάσχει στη
Ρωμαϊκή Αγορά, στη διάρκεια των
διακοπών μου. Η πόλη της Σακκάρα
ήταν το κέντρο της λατρείας του
ταυροκέφαλου θεού Απη. Θα τον
λάτρευαν ακόμα, χίλια τετρακόσια
χρόνια αργότερα. «Θέλουμε να
διαπραγματευτούμε τη συμφωνία. Οι
ταύροι του Απη-»
«Ο Απης είναι δικός μας, κάθαρμα! Ο Όσιρις είναι δικός μας! Η Ισις είναι δικιά μας! Η Σακκάρα είναι δικιά μας περιοχή! Πετάξτε τον μπάσταρδο στον Νείλο! Ταϊστε τον στους κροκόδειλους!» Μου φαίνεται πως είχε αρχίσει να τσαντίζεται. «Βουτήχτε τον!»
Με βούτηξαν. Πάλεψα λίγο, για τους τύπους και μόνο, και μου χτύπησαν το κεφάλι, στα σοβαρά αυτή τη φορά κι έτσι λιποθύμησα. Ο Κοντούλης μουρμούριζε σ' όλο το δρόμο για το ποτάμι. «Αμφίβολη μάχη και την άρχισε ο Ρυλιέχ. Θα την τελειώσουμε εμείς γι' αυτόν. Γαμώτο! Θ' αρπάξουμε τον Αννουβη, τον θεό του Κάτω Κόσμου. Ούτως ή άλλως δεν μπορούν να τον δουλέψουν σωστά. Είναι δημοφιλής. Πουλάει καλά στην περιοχή γύρω απ' τον Αλγκόλ και στις φυλές που ζουν κοντά στα Επτά Νεφελώματα. Ήδη έχουμε τους υπόλοιπους απ' τους θεούς του Θανάτου. Έχουμε τον Αδη. Έχουμε την Κάλι. Γιατί όχι; Εταιρεία. Επιχειρήσεις Λατρείας Θανάτου. Θα στριμώξουμε την αγορά. Θεούλη μου, θα μπορούσε να γίνει κάτι μεγάλο. Αυτοί οι ηλίθιοι δεν θα ξέρουν τι τους χτύπησε». Αρχισα να πιστεύω ότι με είχε ξεχάσει.
Πού τέτοια τύχη. «Αφήστε τον εδώ.
Πριν τον πετάξουμε μέσα, θέλω να δω
τι κουβαλάει». Έψαξε τη φούστα μου
στα γρήγορα και βρήκε το σχοινί μου.
«Εξαιρετική πρόβλεψη. Αυτό τα κάνει
όλα πιο εύκολα. Δέστε τον παιδιά».
«Οι κροκόδειλοι προτιμάνε να
παλεύουν», διαμαρτυρήθηκε ο ένας
απ' τους άλλους δυο.
«Μη σε απασχολούν οι κροκόδειλοι.
Θα 'ναι αρκετά ευχαριστημένοι». Ο
Κοντούλης σιγουρεύτηκε ότι ήμουν
σφιχτά δεμένος. «Πρέπει να πάμε
πίσω στη βάση τώρα. Ο Ρ.Ε. Μαν πρέπει
να τα μάθει όσο πιο γρήγορα
γίνεται».
«Ε, μας είπε πως δεν θα'πρεπε να πάμε
πριν απ' το πρωί», είπε ο ένας απ'
τους γορίλες. Ακόμη δεν μπορούσα να
τους ξεχωρίσω.
«Υπάρχει μια αλλαγή στα σχέδια»,
είπε ο Κοντούλης.
«Γιατί άλλαξαν τα σχέδια; Κανείς
δεν μας είπε τίποτε εμάς».
«Σας το λέω εγώ τώρα!» ούρλιαξε ο
Κοντούλης στα όρια της υπομονής
του.
«Καλά, καλά ντε. Απλώς ήθελα να
σιγουρευτώ. Στο νερό το αγοράκι;»
«Σωστά. Δεν έχουμε ώρα να τον
χαζέψουμε».
«Ποτέ δεν έχουμε και λίγη
διασκέδαση».
«Έτσι είναι η ζωή καμιά φορά»,
φιλoσόφησε ο Κοντούλης. Με σήκωσαν,
και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι
ήταν τα νερά του Νείλου να κλείνουν
πάνω απ' το κεφάλι μου.
Τώρα, αντίθετα με την άποψη που επικρατεί, δεν υπάρχουν και τόσοι πολλοί κροκόδειλοι σ' οποιοδήποτε δεδομένο μήκος του Νείλου. Ή τέλος πάντων έτσι έλεγα στον εαυτό μου. Κολύμπησα λίγο, όσο μπορούσα με τα χέρια και τα πόδια μου δεμένα, άφησα το ρεύμα να με πάρει κι έψαξα να βρω το μαχαίρι. Δεν μπορούσα να το αισθανθώ, αφού ήταν τόσο μαλακό όσο και το ύφασμα της φούστας μου, και γι' αυτό εξάλλου δεν το βρήκε κι ο Κοντούλης όταν μ' έψαχνε. Οι πνεύμονές μου άρχισαν να με καίνε. Αλλά σχεδόν βγάζοντας τον ώμο μου, κατάφερα τελικά να φτάσω τη λαβή του μαχαιριού και το έστριψα. Σχεδόν μου ξέφυγε όταν η λεπίδα σκλήρυνε. Το τράβηξα προς τα πάνω, σχίζοντας τη φούστα μου κι έκοψα τα δεσμά μου. Το σχοινί ήταν της καλύτερης ποιότητας. Μου πήρε μια ζωή.
Όταν έφτασα στην επιφάνεια, χρειάστηκα όλο τον αυτοέλεγχό μου για να μην ξεσπάσω σε βαθιές θορυβώδεις εισπνοές. Όσο μπορούσα να ξέρω, οι τρεις φίλοι μου στέκονταν ακόμα στην όχθη, περιμένοντας τους κροκόδειλους να τους δώσουν ένα θέαμα, απλώς για να σιγουρευτούν. Ανέπνεα σιγανά και κολύμπησα προς τα πίσω, αντίθετα απ' το ρεύμα, στην περίπτωση που θα τους έκοβε να πάνε με το ρεύμα για να ψαρέψουν το πτώμα. Το ρεύμα, παρ' ότι αργό, με είχε ήδη πάει βόρεια απ' την πόλη. Αλήθεια, ήταν μια πολύ ρομαντική θέα, η πόλη στα πόδια των λόφων, με το μεγάλο φεγγάρι να κρέμεται από πάνω, κάνοντας τον Νείλο ασημένιο. Δυστυχώς η αίσθηση που έχω για την αισθητική ήταν ελαφρά μειωμένη εκείνη τη στιγμή, και ήταν ένα μακρύ, δυσάρεστο κολύμπι, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή κάποιον κροκόδειλο να μου αρπάξει το πόδι. Όταν η αγωνία έγινε αβάσταχτη, έβαλα μπρος για την όχθη. Σκαρφάλωσα στη γεμάτη καλάμια και λάσπη ανηφοριά, ίσιωσα τη μουσκεμένη, σχισμένη φούστα μου και βάδισα περήφανα μπαίνοντας στο δρόμο, προκαλώντας νοερά τον οποιονδήποτε να τολμήσει να σχολιάσει την εμφάνισή μου. Κανείς δεν το 'κανε, αλλά αυτό μάλλον συνέβη επειδή σι δρόμοι ήταν τελείως άδειοι. Είχε πέσει λίγη ψύχρα με το βράδυ, και η βρεγμένη μου φούστα είχε αρχίσει να με κρυώνει, πράγμα που με ξανάφερε στη συνηθισμένη μου κατάσταση σ' αυτή τη δουλειά.
Η τάση μου να σκαρφαλώσω τον τοίχο και να εξερευνήσω το Μεγάλο Ναό του Ατωνα, που ούτε και στην αρχή δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, είχε πια μεταβληθεί σε απόλυτη άρνηση. Ήθελα να πάω σπίτι μου και να κοιμηθώ, αλλά αυτό δυστυχώς δεν συγκαταλεγόταν στις δυνατότητές μου. Περπάτησα αργά πίσω στο σημείο που είχα αφήσει τα πράγματά μου.
Κάθησα πάνω σ' ένα σωρό από πλίνθους κι αναρωτήθηκα τι θα έκανα μετά. Η απάντηση μου ήρθε με τη μορφή τριών σκιών που περπατούσαν γρήγορα, απ' τις οποίες η μεσαία χειρονομούσε και γκρίνιαζε. «Ο Ρυλιέχ νομίζει πως έχει τον Βάαλ και τον Μολώχ στην τσέπη του και βγάζει ένα κάρο λεφτά πουλώντας αυτά τα μεγάλα μπρούτζινα είδωλα γύρω απ' τον Αρκτούρο. Θεούλη μου, έκπληξη που θα πάρει. Όταν τελειώσουμε δεν θα 'κει καμιά απαίτηση πια ούτε για το επτακοσιοστό εβδομηκοστό έβδομο Αβαταρ του Βισνού». Κρύφτηκα πίσω απ' το σωρό τα τούβλα και τους παρακολούθησα να περνούν. Όταν είχαν απομακρυνθεί αρκετά, τους ακολούθησα. Έψαχνα για έναν θρησκοεθισμένο και μου φαινόταν πως μια ομάδα λαθρεμπόρων θρησκείας ήταν τόσο καλό μέσον για να τον βρω, όσο οτιδήποτε άλλο. Έτσι λοιπόν, ο επίσκοπος έβαλε αυτούς τους τύπους στ' αχνάρια μου. Ενδιαφέρον, αν και δεν με βοηθούσε ιδιαίτερα να καταλάβω τίποτε.
Αφησαν την πόλη, πράγμα όχι και πολύ δύσκολο, αφού μπορούσες να την περπατήσεις απ' άκρη σ' άκρη σε δέκα λεπτά, και προχώρησαν προς την κατεύθυνση ενός ουάντι* που έκοβε τους λόφους προς τα βόρεια, εκεί που θα γινόταν ο τάφος του ίδιου του Ακενατών. Κρατούσα μεγάλη απόσταση αφού, όντας όπως φαινόταν o μόνος ξύπνιος σ' όλη την Ακενατών αυτή την ώρα εκτός απ' αυτούς, ήμουν αρκετά καχύποπτος κι έτσι δυσκολευόμουν να μην τους χάσω στο σκοτάδι. Ανέβηκαν μια μικρή ανηφόρα και μετά, με τις σιλουέτες τους να διαγράφονται πάνω στο γεμάτο αστέρια ουρανό και τους βράχους που άστραφταν στο φεγγαρόφωτο, έστριψαν αριστερά σε κάτι χαμόκλαδα, αφήνοντας το μονοπάτι. Μπορούσα τώρα να τους ακούω και τους τρεις να μιλάνε με χαμηλές φωνές. Βράδυναν το βήμα τους, γύρισαν και εξαφανίστηκαν ξαφνικά.
Περίμενα, για να σιγουρευτώ πως δεν είχαν κρυφτεί για να μου στήσουν ενέδρα, και μετά προχώρησα στο σημείο που τους είδα για τελευταία φορά. Τίποτε. Απολύτως τίποτε. Είχαν μπει σε μια σκουληκότρυπα και εξαφανίστηκαν απ' αυτό το ελάχιστο κομμάτι της χωροχρονικής συνέχειας που μπορούσα να παρατηρώ. Ο υπολογισμός του ποια σκουληκότρυπα είχαν πάρει θα έπρεπε να περιμένει μέχρι αύριο, όταν θα μπορούσα να βλέπω και κάτι. Κάθησα σ' ένα ανάχωμα κι έβλεπα τη φωτισμένη απ' το φεγγάρι ροή του Νείλου, που μόλις και φαινόταν απ' το τέλος του ουάντι. Σύντομα έχασα το ενδιαφέρον μου. Τελικά, ήταν μια μακριά νύχτα.
Το πρωί μπόρεσα να ακολουθήσω τις πατημασιές τους στην άμμο, μέχρι το σημείο
* Ουάντι (wadi). Εξαιρετικά ρηχές αλλά πλατιές κοίτες, που σχηματίζονται στην έρημο από τις σπάνιες - αλλά ορμητικές - βροχές. 'Οντας τα μόνα σταθερά μέρη της ερήμου, αλλά και τα πιθανότερα να συντηρούv κάποια σημεία με νερό, τα ουάντι χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν σαν δρόμοι από τα καραβάνια που διέσχιζαν την έρημο. |
που εξαφανίστηκαν. Ήταν πεντακάθαρο. Η πόλη του Ισπαχάν, στην Περσία, το 1617 μ.Χ. Η Περσία των Σαφαβιδών. Η Περσία των Σιιτών. Σκέφτηκα τον τάφο, γεμάτο Κοράνια και πήλινους δίσκους. Πράγματα που προφανώς τα έβγαλαν λαθραία από το Ισπαχάν με προορισμό οπουδήποτε θα είχαν ζήτηση. Τα πράγματα γίνονταν συνέχεια όλο και πιο ενδιαφέροντα. Πήρα κάτι περσικά ρούχα από τον Κουερραρρκούκ και ακολούθησα.
Μου την έπεσαν αμέσως μόλις πάτησα το πόδι μου στον ηλιόλουστο δρόμο που περνούσε από τη βάση του μεγάλου τζαμιού του Μασγίντ-ι-Σαχ, με το «καλή διασκέδαση» του Κουερραρρκούκι να ηχεί στ' αυτιά μου. Δεν ήταν ο Κοντούλης και οι δυο του φίλοι πάντως, αλλά δυο μελαψοί παλικαράδες με σπασμένα δόντια και τουρμπάνια. Δεν φαίνονταν να έχουν καμιά συστολή στο να επιτίθενται σε ανθρώπους στους οποίους δεν έχουν συστηθεί κανονικά και όρμησαν πάνω μου με τα μαχαίρια τους. Γύρισα για να το βάλω στα πόδια. Πραγματικά ηλίθια ιδέα. Ήταν άλλοι τρεις πίσω μου.
Ήταν προφανώς έμπειροι στο να εκμεταλλεύονται αυτόν το στιγμιαίο αποπροσανατολισμό που σε κυριεύει μόλις περάσεις μέσα από μια σκουληκότρυπα. Αλλά το γεγονός ότι στηρίζονταν σ' αυτό τον αποπροσανατολισμό μπορούσε να τους κάνει χαλαρούς. Σ' αυτό στηριζόμουν όλο κι όλο. Κοίταξα τους άντρες γύρω μου και διάλεξα αυτόν που φαινόταν λιγότερο σίγουρος για τον εαυτό του, αυτόν που έκανε πίσω, αφήνοντας τους συντρόφους του να κάνουν τη βρώμικη δουλειά. Ούρλιαξα και του επιτέθηκα. Έπεσε και τον κλώτσησα στο κεφάλι. Σπουδαία τα λάχανα. Οι άλλοι τέσσερις προχώρησαν για να με πετσοκόψουν με τα μαχαίρια τους.
Ξαφνικά, ο ένας απ' αυτούς που ορμούσαν καταπάνω μου έβγαλε μια κραυγή και πέταξε πάνω απ' τον ώμο μου, για να σκάσει με το κεφάλι στον τοίχο. Φορούσε ένα χρυσό βραχιόλι στο μπράτσο του. Απέφυγα μια μαχαιριά και κλώτσησα στο βουβώνα του αντιπάλου μου. Δεν πέτυχα το στόχο μου κι έπεσα κάτω, αποφεύγοντας παρατρίχα ένα άλλο χτύπημα του μαχαιριού του. Κάποιος τον έπιασε με μια λαβή απ' το λαιμό κι άφησε το μαχαίρι να πέσει βγάζοντας έναν πνιχτό ήχο. Ο «κάποιος» ήταν μια μικροσκοπική μελαχρινή γυναίκα με πολλά δαχτυλίδια στα χέρια της. Έστριψε τη λαβή κι αυτός έχασε τις αισθήσεις του. Στο μεταξύ, ένας άντρας με γαμψή μύτη και μακριά σγουρή γενειάδα κρατούσε τους άλλους σε απόσταση. Κλώτσαγε και το πόδι του σχημάτιζε μια νοητή ευθεία με το στόχο του. Ο στόχος ούρλιαξε και μαζί με τον εναπομείναντα συνέταιρό του γύρισαν και το 'βαλαν στα πόδια.
«Πάμε», είπε ο άντρας με γνωστική φωνή. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι». Οι τρεις μας κατηφορίσαμε το δρόμο. Καθώς τρέχαμε, προσπαθούσα απεγνωσμένα ν' αναπνεύσω. Είχα φάει πολλά χτυπήματα τα οποία, μαζί με τη χθεσινοβραδινή περιπέτεια στην Ακενατών, έκαναν όλο μου το κορμί να πονάει. Ήταν μια ξενάγηση στις τεχνικές ξύλου σε διάφορες πρωτεύουσες του κόσμου. Αρχισα να σχεδιάζω μια μπροσούρα γι' αυτή την ξενάγηση για όταν αποσυρθώ απ' τη δουλειά του ντετέκτιβ.
Βρεθήκαμε στο Μαϊντάν-ι-Σαχ, την κεντρική πλατεία του Ισπαχάν. Ήταν γεμάτη από ανθρώπους που κουβέντιαζαν και ασχολιούνταν με τις δουλειές και τη ζωή τους, σύμβολο ενός κόσμου πλούσιου και ειρηνικού. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και οι κεραμιδένιοι τρούλοι της πόλης φάνταζαν όμορφοι πάνω στον καθαρό μπλε ουρανό και τα χιονισμένα βουνά του Ζάγκρος. Αρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως όλα να έχουν κάποιο νόημα τελικά.
«Θα πρέπει να κάνουμε τις
αναφορές μας στον Μαν», είπε
μουτρωμένος ο γενειοφόρος σωτήρας
μου. Οι ευχαριστίες για τη σωτηρία
μου δεν του έδωσαν καμία χαρά. Έκανε
την ήδη οικεία χειρονομία που
χρησιμοποιούσαν τα όργανα του
Ρ.Ε.Μαν για να αναγνωρίζουν ο ένας
τον άλλο. Απάντησα με τη χειρονομία
που είχα δει να κάνει ο γορίλας του
Κοντούλη. Ηρέμησε και συστήθηκε. Το
όνομά του ήταν Σολομών μπεν Έζρα
και τη γυναίκα του την έλεγαν Ραχήλ.
Με κοίταξαν κι οι δυο με δυο
ζευγάρια διαπεραστικά καφέ μάτια.
«Πού είναι οι άλλοι δύο;» ρώτησε
αυτή.
Σκέφτηκα γρήγορα. Αφού οι τρεις φίλοι μου απ' την Ακενατών έπρεπε να έφτασαν στο Ισπαχάν έξι ώρες νωρίτερα από μένα, θα έπεσαν θύματα των ληστών στο σκοτάδι. Θυμήθηκα το χρυσό βραχιόλι που ξεκίνησε απ' το μπράτσο του Κοντούλη για να καταλήξει στο μπράτσο του ληστή. Κατά κάποιο τρόπο δεν τα κατάφερνα να τον λυπηθώ. Αυτοί οι δυο όμως, νόμιζαν πως είμαι ο Κοντούλης, αφού φάνηκα την ώρα που φαίνεται πως τον περίμεναν. Προφανώς δεν τον είχαν δει ποτέ. «Τους, ε... τους άφησα πίσω στην Ακενατών. Αυτή η μονοθεϊστική ιστορία θέλει πολλή προσοχή και νομίζω ότι ο Κίνμπαρν τα έκανε θάλασσα». Αρπαξα την ευκαιρία. Αν ο επίσκοπος με είχε στείλει στην Ακενατών, δεν ήταν επειδή ο Κίνμπαρν ήταν ακόμη εκεί. «Θα ήταν καλό να τον εύρισκα... »
Ο Σολομών σήκωσε τους ώμους.«Δεν έχω ιδέα πού είναι. Ο Ορίζοντας του Ατωνα του έπεσε δύσκολος. Έπρεπε να τον αποτοξινώσουμε μετά απ' αυτό. Θεοί του Ήλίου, εμένα μου λες». Ξεφύσηξε με περιφρόνηση και η Ραχήλ πήρε ένα επικριτικό υφος. «Χρειάστηκαν σχεδόν όλες οι Αρχές του Νεύτωνα για να τον βγάλουμε από κεί».
«Το Ταλμούδ θα έκανε το ίδιο καλά
τη δουλειά», είπε η Ραχήλ κάπως
φαρμακερά. Ο Σολομών με κοίταξε
φοβισμένα. «Ήσυχα», είπε. «Αυτές
είναι προσωπικές υποθέσεις».
Του ανταπέδωσα το βλέμμα.
«Ποιος μου επιτέθηκε;» είπα.
«Ανθρωποι του Ρυλιέχ;»
Έδειξε ξαφνιασμένος. «Του Ρυλιέχ; Εδώ; Απίθανο. Ο Ρυλιέχ δεν έχει τα κανάλια για να εκμεταλλευτεί τον Σιιτισμό. Την τελευταία φορά που προσπάθησε, κόλλησε μ' ένα φορτίο από αγιατολλάδες που ούρλιαζαν κάπου έξω απ' τον Προκύωνα, όπου δεν χρησιμοποιούν το σκληρό πράμα, μόνο λίγο Κομφουκιανισμό, ξέρεις, τέτοια πράγματα. Αυτό του κόστισε. Όχι, αυτοί που σου επιτέθηκαν ήταν απλοί ληστές. Αυτό γίνεται πολύ, ξέρεις. Οι ντόπιοι έχουν ανακαλύψει ότι ζαλισμένοι άνθρωποι με ενδιαφέροντα πράγματα στην κατοχή τους φαίνονται να εμφανίζονται ξαφνικά κάπου από το πουθενά και ότι μπορούν να τους σκοτώσουν και να τους ληστέψουν χωρίς συνέπειες. Κι ακόμα χειρότερα, καμιά φορά. Έχω ακούσει ιστορίες...»
Φαινόταν ευχαριστημένος που άλλαξε το θέμα κι έτσι μου είπε μερικές. Ήταν να σου σηκώνονται οι τρίχες. Η Ραχήλ δεν έλεγε τίποτε, αλλά είχε κατσουφιάσει. Περπατήσαμε μέχρι το τέλος του Μαϊντάν και μετά μέσα από μια πύλη σ' έναν πλαϊνό δρόμο με πανομοιότυπα σπίτια και τοξοειδείς κόγχες. Χτύπησε μια πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκαμε στο αρχηγείο του Ρ.Ε.Μαν.
Οι στενοί διάδρομοι και τα σκοτεινά δωμάτια αυτού του μέρους ήταν γεμάτα με σαβούρα. Θρησκευτική σαβούρα. Βυζαντινές εικόνες, κινέζικα μπρούτζινα καμπανάκια ναών, αγάλματα από αχάτη του αζτέκικου θεού Τλάλοκ, θιβετιανοί κύλινδροι, ένας Ζωροαστρικός βωμός φωτιάς, ένας κύλινδρος του Τορά, μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή μαρμάρινη Αθηνά. Δεν υπήρχε σχεδόν χώρος για να κινηθείς. Και στην κορυφή ενός αγάλματος του Μίθρα που σκοτώνει τον ταύρο, ήταν διπλωμένο ένα λερωμένο και κουρελιασμένο κομμάτι πανιού που αναγνώρισα σαν το αυθεντικό εκείνου του καμένου αντίγραφου από πoλυεστέρα του Χιτώνα της Παρθένου Μαρίας που είχα δει στον καθεδρικό της Σαρτρ.
«Αυτό είναι ληστεία», αντήχησε μια βαθιά φωνή από ένα άλλο δωμάτιο. «Καθαρή ληστεία. Σκοτώνουν γι' αυτό το πράμα στον Φομαλχώ. Σκοτώνουν. Μιλάμε για ποιότητα, Νγκαργκχ. Ποιότητα κορυφής. Μιλάμε για αυθεντικό δυαδισμό εδώ πέρα. Αληθινή σύγκρουση. Φως εναντίον Σκοταδιού. Καλό εναντίον Κακού. Η μεγάλη μhχη, Νγκαργκχ. Το Μεγάλο Γεγονός. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσεις».
«Μπορεί να είναι κι έτσι Μαν», απάντησε μια άλλη φωνή. Ήταν μια ενοχλητική φωνή, τρεμουλιαστή κι απόμακρη. Αναγνώρισα ότι ανήκε σ' ένα είδος από ένα πλανήτη που περιφέρεται γύρω απ' το άστρο που στη Γη το ξέρουν σαν έψιλον του Ηριδανού. «Αλλά το "σκοτώνουν γι' αυτό" είναι μια αόριστη, φτηνή τιμή. Μιλάμε για λεφτά, για αξία. Για μια τέτοια απλοϊκή θεωρία, ζητάς πάρα πολλά».
«Απλοϊκή. Το λες αυτό απλοϊκή;» Ο Μαν είχε προσβληθεί. «Είναι κατασκευασμένη για μάξιμουμ δυναμικό λατρευτικής έναρξης. Σε μια-δυο γενιές έχεις μια ντουζίνα ανταγωνιστικά δόγματα, έχεις πνευματική έκσταση, έχεις αυτοακρωτηριασμούς, έχεις υστερικούς χιλιαστές. Νόθευσέ τη με λίγο τελετουργικό γέμισμα κι έχεις μερικά αληθινά κέρδη. Μιλάω για Μανιχαϊσμό, Νγκαργκχ, όχι για τίποτε φτηνές γοτθικές βλακείες. Αληθινή ποιότητα. Το καταλαβαίνεις πάντα στο τέλος».
Κρυφοκοίταξα από την άκρη της
πόρτας. Ο Ρ.Ε. Μαν έμοιαζε αρκετά μ'
αυτό που περίμενα να μοιάζει, ένας
φαλακρός χοντρός με διπλοσάγονο,
ροζ δαχτυλίδια, ένα μωβ πουκάμισο
και πούρο. Κουνούσε το πούρο στον
Νγκαργκχ, που έμοιαζε με μεγάλη
ακρίδα, με το κεφάλι του σκεπασμένο
από μεταλλικά ξύσματα. «Λοιπόν, τι
λες;»
«Δεν ξέρω, Μαν. Οι ανώτεροί μου δεν
έμειναν ευχαριστημένοι με την
ποιότητα του τελευταίου φορτίου.
Καθόλου ευχαριστημένοι...».
Ο Μαν φύσηξε περιφρονητικά τον
καπνό. «Ακόμα κλαίτε γι' αυτή την
υπόθεση με το Λαμαϊσμό; Δεν είναι
δικό μου λάθος αν εσείς δεν
παίρνετε τις κατάλληλες
προφυλάξεις, έτσι δεν είναι;»
«Βούτυρο γιακ!» είπε ο Νγκαργκχ. «Οι
πλανήτες του Αντάρη μόνο, απαιτούν
πενήντα εκατομμύρια μετρικούς
τόνους από βούτυρο γιακ το χρόνο,
για να το κάψουν στις τελετές τους.
Η οικονομία τους είναι διαλυμένη».
«Ποιος σου είπε πως μπορείς να
έχεις θρησκευτική έκσταση χωρίς
παρενέργειες; Γίνε έξυπνος,
Νγκαργκχ. Θα σου πω τι θα κάνω. Θα
σου πετάξω μέσα μερικές μικρές
λατρείες, Ρασταφαριανισμό, τέτοια
πράγματα, χωρίς αύξηση στην τιμή.
Συμφωνία κούκλα. Πώς σου φαίνεται
Νγκαργκχ;»
«Θα ήθελα να το σκεφτώ».
«Ωραία, ωραία. Πήγαινε στο άλλο
δωμάτιο, παίξε με τίποτε παράφερνα.
Μερικά έχουν πλάκα». Ο Νγκαργκχ
σύρθηκε έξω χωρίς ιδιαίτερο
ενθουσιασμό. Το μάτι του Μαν έψαξε
για ένα λεπτό για άλλο θέμα. Τελικά
καρφώθηκε στον Σολομών μπεν Εζρα.
«Σόλυ. Αυτός ακριβώς που ήθελα να δω. Πέρασε, πέρασε. Ξέρεις, Σόλυ, σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν για μάρκετινγκ. Μια καινούρια ιδέα. Τώρα, όλ' αυτό το εβραίικο πράμα που μου δίνεις είναι υπέροχο, χωρίς πλάκα, όλες αυτές οι στήλες φωτιάς, το μάννα εξ ουρανού, άγγελοι πάνω σε σκάλες, φίδια που μιλάνε, πλημμύρες, φωλιές λιονταριών, πόλεις που καίγονται γεμάτες αδελφές. Σπουδαίο πράμα και πουλάει καλά, χωρίς πλάκα. Διάβολε, έχουμε Χασιδικούς ανθρώπους της λάσπης στον Ρίγκελ που έχουν σγουρές φαβορίτες και φοράνε γούνινα καπέλα. Αλλά, όπως σου είπα, σκεφτόμουν. Θα μπορούσαμε πραγματικά να το κάνουμε, εννοώ να προβιβάσουμε τον Ιουδαϊσμό σε τέτοιο επίπεδο που να κάνει θραύση, αν είχαμε βέβαια ένα καλό κεντρικό σύμβολο. Κάτι να τους τραβήξει, Σόλυ. Χρειαζόμαστε κάτι να τους τραβήξει». Με το χέρι του στον ώμο του Σολομώντα, τον οδήγησε σ' ένα ογκώδες σχήμα σκεπασμένο μ' ένα παλιόπανο. «Ξέρεις, βοηθήσαμε τον γέρο-Φαραώ Ακενατών μ' αυτή τη λατρεία του για τον Ήλιο. Για ένα διάστημα, δεν την έπιανε την έννοια του μονοθεϊσμού, ρωτούσε συνέχεια αν ο θεός του δεν θα αισθανόταν μοναξιά χωρίς πάνθεον για να παίζει μαζί του. Αλλά τον έπεισα. Θα μπορούσα να κάνω το ίδιο για σένα. Αν θα μπορούσα να συναντηθώ μ' ένα από τα κορυφαία αγόρια σου, ξέρεις, τον Μωυσή, τον Αβραάμ, τον Ιερεμία, οποιονδήποτε, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε κάτι που θα σάρωνε την αγορά. Θα πλουτίζαμε σε ελάχιστο χρόνο. Μιλάω για τεράστια ποσά». Με μια μεγαλόπρεπη κίνηση, έβγαλε το πανί, αποκαλύπτοντας ένα λαμπερό άγαλμα. Ήταν ένα χρυσό μοσχάρι. «Δυνατό πράμα, ε, Σόλυ; Δεν πρόκειται να χάσει».
Το πρόσωπο του Σολομώντα άσπρισε.
«Θα... θα πρέπει να το σκεφτώ»
«Σκέψου το, Σόλυ. Δεν βιαζόμαστε». Ο
Μαν ξανακάθησε στην καρέκλα του,
έπιασε τα χέρια του πάνω στην
κοιλιά του και με κοίταξε. «Και
ποιος είναι ο τύπος;»
Ο Σολομών μου έριξε μια έκπληκτη
και σκεφτική ματιά. «Μα-είναι ένας
απ' τους πράκτορές μας, απ' την
Ακενατών-»
Ο Μαν κούνησε αποφασιστικά το
κεφάλι του. «Αποκλείεται, Σόλυ. Δεν
τον έχω ξαναδεί ποτέ».
«Είναι πράκτορας των εχθρών μας,
αυτών των οργάνων του Ρυλιέχ που
προσπαθούν να κερδοσκοπήσουν από
τις διδαχές του Κυρίου μας. Ήρθε σε
μένα ψάχνοντας τον Κίνμπαρν».
Ο επίσκοπος της Σαρτρ μπήκε στο
δωμάτιο. Φορούσε ρούχα της
περιοχής, χαλαρά παντελόνια και
γιλέκο, αλλά είχε ακόμα το σταυρό
του να κρέμεται στο κέντρο του
στήθους του. Έμοιαζε να του έχει
πουλήσει ο Ρ.Ε. Μαν ένα σωρό αγαθά
και παρ' όλ' αυτά την έβγαινε σαν ο
κος Καθαρός.
«Ρυλιέχ!» Το πρόσωπο του Μαν προσπάθησε να γίνει όσο μωβ ήταν και το πουκάμισό του και σχεδόν τα κατάφερε. «Αυτός ο αλήτης μου έχει φέρει ένα σωρό μπελάδες. Ειδικά στην Αίγυπτο. Χωρίσαμε τις περιοχές μας, αλλά προσπαθεί να μου μπει...» Με κοίταξε. «Ή μήπως είσαι κανένας μικρέμπορος; Σ' έστειλε η Μπελλ Ζέμπουμπ; Έχει το μονοπώλιο στους Φαρισαίους. Μικρή σέχτα, αλλά πραγματικά δημοφιλής για κάποιο λόγο. Α, χέσ' το. Αλφόνσο, πάρ' τον». Ξαφνικά βρέθηκε πίσω μου μια τεράστια φιγούρα. Πώς τα κατάφερνουν όλοι και μου έρχονται από πίσω; Μ'έπιασε, μαλακά. Αισθάνθηκα σαν να με είχαν βάλει σε μια τεράστια μέγγενη. Φαινόταν να είναι περίπου διπλός από τους δυο γορίλες της Ακενατών. Είχε ένα μικροσκοπικό κεφάλι του οποίου ο μοναδικός σκοπός φαινόταν να είναι να συγκρατεί τους μυς του λαιμού. Με το τουρμπάνι που φορούσε, έμοιαζε με αντίχειρα δεμένο με γάζα. Μ' έπιασε να τον κοιτάω και με χτύπησε. Έπιασα το μήνυμα και σταμάτησα να τον κοιτάω.
«Τι τύχη!» είπε ο Μαν. «Ο Νγκαργκχ σκεφτόταν ν' αγοράσει τη Θαγκή, τη λατρεία των τελετουργικών φόνων της θεάς Κάλι, αλλά του είπα ότι μόλις μας είχαν τελειώσει τα μοντέλα επίδειξης. Νομίζω πως μπορούμε να την ξαναβάλουμε στον κατάλογο».
Αρχισε να περπατάει γύρω στο δωμάτιο, τραβώντας από δω κι από κει συρτάρια και ανοίγοντας δρόμο ανάμεσά τους..«Μεταξωτά κορδόνια για στραγγάλισμα, μεταξωτά κορδόνια για στραγγάλισμα», μουρμούριζε. «Πώς γίνεται να μην υπάρχει τίποτε στη θέση του εδώ πέρα;» Σταμάτησε και μας κοίταξε όλους. «Μην κάθεστε έτσι. Πετάξτε τον σ' ένα κελί. Και, διάβολε, αφήστε τον να διαλέξει τίποτε τελευταίες τελετουργίες για τον εαυτό του, κερνάει το μαγαζί». Μου έκλεισε το μάτι. «Ποτέ κανείς δεν είπε τον Ρ.Ε. Μαν φτηνιάρη. Καλή διασκέδαση».
Ο Αλφόνσος με τράβηξε κάτω και με πέταξε σ' ένα δωμάτιο στο μέγεθος ενός ντουλαπιού γυμναστήριου, που βρωμούσε κάτουρα και πόνο. Η πόρτα έκλεισε με βρόντο και μ' άφησε στο απόλυτο σκστάδι. Ακούμπησα στους τραχείς πέτρινους τοίχους και αποφάσισα πως, μακροπρόθεσμα, δεν θα παρηγορούσα τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι θα μπορούσε να 'ταν και χειρότερα.
Ο επίσκοπος έδειχνε ανήσυχος.
Ιδιαίτερα ανήσυχος. «Είσαι
Καθολικός;» Μου μίλησε μέσ' από μια
σχισμή της πόρτας.
«Ναι, βέβαια», είπα ψέματα. «Δεν
μπoρείς να με αφήσεις να πεθάνω
χωρίς εξομολόγηση». Προσπάθησα να
γονατίσω, όσο καλύτερα μπορούσα
μέσα στο όρια αυτού του
μικροσκοπικού κελιού.
«Περίμενε, περίμενε», είπε.
Μπορούσα να είμαι σίγουρος πως τον
είχα χαρακτηρίσει σωστά, απ' αυτά
που είχα δει κι ακούσει εκείνη τη
νύχτα, όταν είχε πάει στο μοναχικό
κελί του Κίνμπαρν με το Μάρτιν. Ήταν
ένας αυθεντικός και τίμιος
Χριστιανός. «Αν είσαι Καθολικός,
για δεν μας βοηθάς στον αγώνα μας να
προσηλυτίσουμε τις αδαείς φυλές
του Γαλαξία;»
Αχά. Αυτό ήταν λοιπόν. Η τάση να πρoσηλυτίζεις είναι μια επικίνδυνη τάση. Ο επίσκοπος μάζευε ψυχές στο σακούλι του και χτύπαγε τεράστια σκορ, χωρίς να καταλαβαίνει την κενότητα του θριάμβου του. Ο Μάρτιν είχε καταλάβει την αλήθεια.
«Κυνήγησα τον Κίνμπαρν», είπα,
«εξαιτίας της ιεροσυλίας που έκανε,
για να βοηθήσει τα εμπορικά σχέδια
του Μαν».
Μια κοφτή εισπνοή. «Ποια
ιεροσυλία;»
«Έκλεψε τον πραγματικό Χιτώνα της
Παρθένου, βάζοντας έναν ψεύτικο στη
θέση του. Ο αληθινός Χιτώνας θα πάει
σ' έναν από τους μεταπράτες του Μαν,
κάπου στον Γαλαξία».
«Λες ψέματα. Είναι το ίδιο λείψανο
που βρίσκεται εκεί από τότε που
μπορώ να θυμηθώ. Σχεδόν μ' έπεισες
με την-»
«Ο Χιτώνας αλλάχτηκε πολύ πριν την
εποχή σου, τουλάχιστον πριν την
πυρκαγιά, σαράντα χρόνια πριν την
εποχή σου. Ελπίζω να καταλαβαίνεις
πως υπάρχουν κι άλλες
σκουληκότρυπες για τη Σαρτρ. Αν θες
να βρεις τον αληθινό Χιτώνα,
βρίσκεται ανάμεσα στα λάφυρα του
Μαν, πάνω. Είναι πάνω στο-» Μίλαγα
στον άδειο αέρα. Ο επίσκοπος είχε
φύγει. Η πόρτα όμως ήταν ακόμα
κλειδωμένη.
Λίγα λεπτά αργότερα άκουσα φωνές. Ήταν η Ραχήλ και ο Σολομών, που είχαν αποφασίσει πως ο προθάλαμος που οδηγούσε στο κελί μου ήταν ιδανικός χώρος για συζήτηση.
«Σε προειδοποίησα», είπε αυτή.
«Στο είπα πως ήταν επικίνδυνο, πως
ήταν ιεροσυλία. "Η αναζήτηση της
γνώσης είναι δουλειά του Θεού",
είπες. "Το να πουλάς την Ψυχή σου
είναι δουλειά του Διαβόλου", είπα
εγώ. Κοίτα τώρα πού μας έφερες».
«Το ξέρω», είπε μίζερα ο Σολομών.
«Θα φύγουμε τώρα και θα γυρίσουμε
στο χωράφι μας, στο Τσελμ. Ήταν τόσο
πράσινα εκεί». Αναστέναξε. «Ποτέ
δεν σκέφτηκα ότι θα μου λείψει η
Πολωνία».
«Να φύγουμε; Και να επιτρέψουμε σ'
αυτή τη φρίκη να συνεχίσει την
άθλια ύπαρξή της; Πώς μπορείς να το
αγνοείς; Το χρυσό μοσχάρι, η αμαρτία
του Ααρών, μπροστά στα μάτια σου.
Πώς μπορείς να το αγνοείς;»
Ο Σολομών μούγκρισε. «Θεέ μου,
έπρεπε να είχα μείνει στη μελέτη
του Ταλμούδ. Είναι τόσο πιο απλό».
«Αυτό σου το'χα πει, εγώ».
«Το ξέρω, το ξέρω».
«Ε!» είπα. «Μπορώ να σας βοηθήσω».
Σταμάτησαν να τσακώνονται και
ήρθαν στην πόρτα του κελιού μου.
«Πώς μπορείς να μας βοηθήσεις;»
είπε ο Σολομών, με την ελπίδα να
διακρίνεται στη φωνή του.
«Δεν μπορεί», είπε φαρμακερά η
Ραχήλ. Αισθάνθηκα την επιθυμία να
τη χτυπήσω. «Είναι μόνο ένας από
τους ανταγωνιστές του Μαν. Θα
πουλούσε αυτό το χρυσό μοσχάρι,
ακριβώς σαν τον Μαν. Δεν είναι
διαφορετικός».
«Κάνεις λάθος. Δεν είμαι σαν τους
άλλους», είπα. «Είμαι πράκτορας της
Αστυνομίας. Κυνηγάω τον Κίνμπαρν».
Η σχισμή άνοιξε και ο Σολομών
κοίταξε μέσα με ορθάνοιχτα μάτια.
«Της Αστυνομίας; Και γιατί κυνηγάς
τον Κίνμπαρν; Δεν είναι παρά ένα
βαποράκι, ψιλοπράγματα».
«Τελικά το κατάλαβα αυτό. Δεν
ξέρετε τι δύσκολο που είναι να
αστυνομεύεις έναν ολόκληρο πλανήτη
σε μια έκταση πεντακοσίων
χιλιετηρίδων; Ακούσιε εμένα, είναι
πραγματικό βάσανο». Κατάλαβα ότι θα
ακουγόμουν λίγο γκρινιάρης, αλλά
σκέφτηκα ότι είχα κάθε δικαίωμα.
«Είναι τουλάχιστον θαύμα το ότι
καταφέρνουμε να κάνουμε οτιδήποτε.
Ιδιαίτερα όταν είμαστε κλεισμένοι
σ' ένα κελί στο υπόγειο ενός κτιρίου
στο Ισπαχάν του δεκάτου εβδόμου
αιώνα. Αν τώρα.μ' αφήσετε να βγω
έξω-»
Η Ραχήλ μουρμούρισε κάτι που
έδειχνε ότι δεν είχε πειστεί ακόμα
για τις καλές μου προθέσεις, αλλά ο
Σολομών είπε απλά, «Πώς;»
«Όλα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι;»
είπα με θιγμένη φωνή.
«Θα μπορούσε οπωσδήποτε να
βοηθήσει».
Πριν μπορέσω να σκεφτώ καμιά έξυπνη απάντηση, ακούσαμε όλοι τις σκάλες να τρίζουν κάτω από ένα αφύσικα βαρύ βήμα. Ο Σολομών και η Ραχήλ εξαφανίστηκαν. Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας και ο Αλφόνσος με τράβηξε έξω απ' το κελί. Με κουβάλησε στον πάνω όροφο, μ' έβαλε να γονατίσω, μου έδεσε τα χέρια και τα πόδια και με άφησε μόνο με τον Μαν και τον Νγκαργκχ.
Ο Μαν κρατούσε ένα κόκκινο
μεταξωτό κορδόνι στα χέρια του. Το
χάιδεψε. «Ακούς πώς ηχεί, Νγκαργκχ;»
είπε. «Μόνο τα καλύτερα το κάνουν
αυτό». Το έβαλε γύρω στο λαιμό μου. Ο
Νγκαργκχ παρακολουθούσε μ'
ενδιαφέρον. «Αυτή η ιστορία είναι
λίγο μπέρδεμα. Είναι πιο δύσκολο απ'
ό,τι φαίνεται. Όταν τελειώσεις με το
βρώμικο μέρος, υπάρχουν μερικοί
ψαλμοί, ο αγιασμός της σκαπάνης και
η θυσία της ζάχαρης. Σαχλαμάρες,
στην πραγματικότητα, αλλά βοηθάνε
σε μια ωραία αλλαγή ρυθμού».
«Προχωρήστε παρακαλώ», είπε o
Νγκαργκχ.
Το κορδόνι τεντώθηκε. Ξαφνικά η
πόρτα άνοιξε με πάταγο. Ο Μαν πήδησε
πίσω και πέταξε το κορδόνι. Στην
πόρτα στεκόταν μια φιγούρα που
προκαλούσε δέος. Ήταν ο επίσκοπος
της Σαρτρ, στην πλήρη λάμψη των
εκκλησιαστικών ενδυμάτων, φαινόλιο
και πετραχήλι χρυσά και κόκκινα,
τιάρα στο κεφάλι και χρυσή
επισκοπική ράβδος στο χέρι.
Για πρώτη φορά, από τότε που τον
πρωτόδα, ήταν αναμφισβήτητα ένας
Επίσκοπος. Μας έκανε το σήμα του
σταυρού.
«Ο οίκος μου είναι οίκος προσευχής,
αλλά εσείς τον κάματε φωλεά
ληστών», είπε βροντερά.
«Κράτα το για διαφήμιση, επίσκοπε»,
είπε ο Μαν ξαναμαζεύοντας το
κορδόνι. «Κλείσε την πόρτα, μπάζει
ρεύμα».
«Διέπραξες μια τερατώδη ιεροσυλία
και είσαι πέρα από την άφεση, Ρ.Ε.
Μαν».
Ο Μαν φαινόταν ερεθισμένος. «Ε,
επίσκοπε, κοίτα δω, δεν ξέρεις το
ίδιο σου προϊόν; Η συγχώρεση είναι
ένα απ' τα πιο εμπορικά σημεία της-»
Η βαριά, καλυμμένη με χρυσό, ράβδος έκανε έναν απατηλά μαλακό θόρυβο καθώς χτυπούσε το κεφάλι του Μαν και πέταγε στην άλλη γωνιά του δωματίου όπου και έμεινε φαρδύς-πλατύς και αναίσθητος. Ο Νγκαργκχ μαζεύτηκε τρέμοντας στην άλλη γωνιά. «Πιστεύω ότι εξέφρασα ενδιαφέρον για μερικές ηπιότερες θρησκείες. Ζεν Βουδισμό,για παράδειγμα. Αυτά δεν είναι καθόλου της αρέσκείας μου. Όχι, όχι, καθόλου».
Ο επίσκοπος κοίταζε αυτά που είχε κάνει, μπερδεμένος. Ακούστηκε ένα μεγάλο «κρατς» και κάποιος πέρασε την πόρτα χωρίς να κάνει τον κόπο να την ανοίξει πρώτα. Ήταν ο Αλφόνσος, που έσκασε σα να τον είχε ρίξει κανόνι. Ένα τεράστιο κανόνι. Έπεσε με την πλάτη, αλλά την άλλη στιγμή ήταν στα πόδια του, τελείως απείραχτος από τον ανορθόδοξο τρόπο της εισόδου του. Η Ραχήλ κι ο Σολομών μπήκαν μέσα τρέχοντας πίσω του. Έτρεχαν γύρω απ' τον Αλφόνσο, σαν κουνέλια γύρω την αρκούδα. Η Ραχήλ άρπαξε το γόνατό του, χωρίς να χρειαστεί να σκύψει και πολύ για να το κάνει, και ο Σολομών πήδησε ψηλά στον αέρα και τον κλώτσησε στο πλάι του σαγονιού του. Το κεφάλι του τινάχτηκε πίσω. Τα δάχτυλα της Ραχήλ μπήχτηκαν κάτω απ' την επιγονατίδα του κάνοντάς τον να ουρλιάξει πέφτοντας. Παίξανε κι οι δυο μπάλα με το κεφάλι για λίγο, μέχρι που έμεινε σιωπηλός. Δε μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο απ' το κάθομαι και να βλέπω γονατιστός, πράγμα που ήταν μια χαρά, αφού δεν υπήρχε ούτως ή άλλως κανένας τρόπος να βοηθήσω.
Ο Σολομών ήρθε πίσω μου κι έκοψε
τα δεσμά μου μ' ένα μαχαίρι. «Πού
μάθατε να τα κάνετε αυτά;» ρώτησα.
«Εκεί που μεγάλωσα, οι Πολωνοί
στρατιώτες είναι μόνιμος μπελάς.
Δεν μας επιτρέπουν όπλα, αλλά
έπρεπε να μάθουμε να τα
καταφέρνουμε». Σαν επίλογο, πήγε κι
έριξε μια γροθιά στον Νγκαργκχ, που
έπεσε πίσω, τίναξε μια φορά τα πόδια
του κι έμεινε ακίνητος. «Τώρα
πρέπει να το σκάσουμε ζωντανοί».
Ο επίσκοπος πάλευε να βγάλει τα
ρούχα του. «Πολύ περίεργα είναι»,
είπε. «Τόσο μαλακά, σαν εσώρουχα
κυρίας. Μετάξι και σατέν. Βλέπετε;»
Ψηλάφησα το υλικό. Πράγματι είχε
μια αίσθηση μεταξωτού εσώρουχου, αν
και δεν ρώτησα πώς ο επίσκοπος
ήξερε τι αίσθηση έχουν τα μεταξωτά
εσώρουχα. Εξέτασα τα αρχικά πάνω
στα κουμπιά. Μετά από ένα λεπτό, μου
'ρθε. «Α», είπα. «Ιταλικά του δεκάτου
έκτου αιώνα. Βοργίες, Μέδικοι.
Πίστευαν στην άνεση παντού, ακόμα
και στα ρούχα τους όταν οι
οικογένειές τους πετύχαιναν να
τους κάνουν επισκόπους».
Χαμογέλασα κρυφά. Το ότι τα φορούσε
o επίσκοπος της Σαρτρ, τον έκαναν
transvestmentite; Αν ήταν έτσι, τότε ο
Κίνμπαρν θα ήταν transectual*.
* Εδώ, ο συγγραφέας κάνει λογοπαίγνια με τις λέξεις trans-vestite (τραβεστί) και trαns-vestmentite (Vestment = άμφια) και trans-sexual με trans-sectual (sect = δόγμα). |
Ευχόμουν να υπήρχε κάποιος εκεί
γύρω για να εκτιμήσει το αστείο μου,
αν και σε δεύτερη σκέψη,
υποψιάστηκα ότι θα ήταν δύσκολο να
βρεθεί ένα τέτοιο άτομο.
Ο Σολομών και η Ραχήλ έφαγαν λίγη
ώρα για να καταστρέψουν το χρυσό
μoσχάρι. Τελικά ήταν ξύλινο με μια
λεπτή επιχρύσωση κι έσπασε
ικανοποιητικά σε μικρά κομμάτια.
Όταν τέλειωσαν, ο Σολομών μας οδήγησε όλους μέσ' από πολλά περάσματα απ' την πίσω πλευρά και τελικά στο δρόμο. Μετά από δική του επιμονή, κουβαλούσαμε μαζί μας και τον Μαν. Δεν ήθελε ν' ακούσει κανένα αντίθετο επιχείρημα και μαζί με τον επίσκοπο φαίνεται να είχαν κλείσει κάποια συμφωνία, κι έτσι έχασα στην ψηφοφορία. Ο Μαν ήταν βαρύς και τον κουνούσαμε συνέχεια πέρα-δώθε. Περάσαμε τη δεντροφυτεμένη Τσαχάρ-Μπαγκ, τη λεωφόρο που οδηγούσε νότια, και μπήκαμε σ' ένα λαβύρινθο από σπίτια και μαγαζιά. Πολλοί περαστικοί σταματούσαν να κοιτάξουν εμάς και το φορτίο μας.
«Φουκαρά χοντρο-Μουσταφά», είπε
λυπημένα ο Σολομών, αρκετά δυνατά
για να τον ακούσουν όλοι. «Η ζέστη.
Το πολύ κρασί».
«Φόρτωμα», είπα, διασκεδάζοντάς το.
«Είναι ένα αποχαυνωμένο, μεγάλο
φόρτωμα»,
«Οι γυναίκες του θα μας σκοτώσουν»,
είπε ο Σολομών. «Αλλά σαν φίλοι του,
δεν έχουμε άλλη εκλογή».
«Αλίμονο σε μας», συμφώνησα. «Οι
γυναίκες του είναι σκληρές».
«Κι αυτός βαρύς».
Η λιτανεία μας μετέτρεψε το αναίσθητο κορμί του Μαν από θύμα σε αντικείμενο διασκέδασης. Οι μαγαζάτορες γελούσαν και μας χειρονομούσαν και τα πιτσιρίκια έτρεχαν πλάι μας, σπάζοντας πλάκα με τον χοντρο-Μουσταφά. Ο Σολομών τους έδινε καρπαζιές και τα κυνηγούσε. «Ασεβή παιδιά. Μην κοροϊδεύετε τους μεγαλυτέρους σας».
Μπήκαμε σ' ένα αδιέξοδο. Ο Σολομών ανίχνευσε μπροστά προσεκτικά, με το πρόσωπό του σοβαρό. Μετά μας έκανε νόημα και προχωρήσαμε μπροστά με το σώμα. Μαλακά, κρατώντας μια συγκεκριμένη γωνία, το κύλησε προς τον τοίχο. Ήταν δύσκολο να στείλεις κάποιον μέσα σε μια σκουληκότρυπα, αν δεν τον κουβαλούσες ο ίδιος. Ο Μαν, που εκείνη τη στιγμή μόλις συνερχόταν και μουρμούριζε, εξαφανίστηκε μέσα στη σκουληκότρυπα. Κοίταξα τον Σολομώντα. Ιδρώτας έτρεχε απ' το μέτωπό του κι έτρεμε. Η Ραχήλ, σιωπηλή για μια φορά, του έτριβε την πλάτη. Ο επίσκοπος απέφυγε το βλέμμα μου.
«Είναι φρικτό», είπε ο Σολομών.
«Μα απαραίτητο»
Αρχιζα να υποψιάζομαι κάτι. «Πού
τον στείλατε; »
«Σ' ένα μέρος» είπε. «Ένα
συγκεκριμένο μέρος».
«Πού;»
Κοίταξε πέρα. «Σου είπα ότι υπάρχουν μερικές έξοδοι από σκουληκότρυπες, γνωστές στους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι τις χρησιμοποιούν για δικούς τους λόγους, όπως οι άνθρωποι που σου επιτέθηκαν. Η άλλη άκρη αυτής της σκουληκότρυπας είναι στο Μεξικό, στα βουνά της Γκουανταλαχάρα, στο έτος 5304 με το δικό μας ημερολόγιο, 1543 με το δικό σας. Οι Ισπανοί έχουν απαγορεύσει παντού την παλιά θρησκεία, που περιλαμβάνει ανθρωποθυσίες στο θεό Χουιτζιλοπόχτλι. Η θυσία ακολουθείται από έναν τελετουργικό κανιβαλισμό, σημαντικό μέρος της δίαιτας του κλήρου. Τα θύματα έχουν γίνει σπάνια. Παρ' όλα αυτά, ένας μικρός ναός επιζεί, ακόμα και ευημερεί θα 'λεγα, σε μια κρυμμένη κοιλάδα, ένα μέρος που άνθρωποι εμφανίζονται μυστηριωδώς από το πουθενά».
Σκέφτηκα τη μοίρα του Μαν κι
ανατρίχιασα. Κατά κάποιο τρόπο,
ποτέ δεν συνειδητοποίησε ότι το
θρησκευτικό του παιχνίδι είχε
γίνει σοβαρό.
Ο επίσκοπος ξεροκατάπιε. «Είθε ο
θεός να λυπηθεί τις ψυχές μας».
«Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν δεν
τις λυπόταν», είπε η Ραχήλ. Τράβηξε
το μανίκι του Σολομώντα. «Πάμε. Το
Τσελμ είναι μακριά από δω». Ο
Σολομών έγνεψε σιωπηλά και, χωρίς
να μας κοιτάει, την άφησε να τον
οδηγήσει. Περπάτησαν μέχρι το τέλος
του δρόμου, έστριψαν στη γωνία κ
εξαφανίστηκαν. Ο επίσκοπος και γω
απλώς κοιταζόμασταν.
«Κατάφερες να το πάρεις;»
Έβαλε το χέρι του μέσα στο πουκάμισό του και μ' άφησε να ρίξω μια γρήγορη ματιά στο Χιτώνα της Παρθένου. «Ο Μάρτιν θα με βοηθήσει να αντικαταστήσω την απάτη που βρίσκεται στη λειψανοθήκη στον καθεδρικό. Είναι μια ψυχή δεκτική και τα θαύματα έχουν μικρή συνέπεια σ' αυτόν, όπως σε κάθε άνθρωπο με αληθινή πίστη. Αλλά έχω ήδη λείψει πολύ και είναι ώρα να γυρίσω πίσω».
«Περίμενε», είπα. «Έχω ακόμα μια
δουλειά να τελειώσω. Πού είναι ο
Κίνμπαρν;»
Χαμογέλασε. «Δοξάζει τον Αγιο
Τζόσαφατ, όπως νομίζω πως με
κρυφάκουσες να λέω στον Μάρτιν».
Περίφημα. Τώρα μας έκανε τον
ντροπαλό. «Σε παρακαλώ, μην παίζεις
μαζί μου επίσκοπε»
Έβαλε τα γέλια. «Α, πόσο γρήγορα
φεύγει το χιούμορ όταν το αστείο
αφορά εμάς τους ίδιους. Ο Αγιος
Τζόσαφατ δεν είναι ένας
πραγματικός άγιος. Στηρίζεται στη
φήμη ενός ιδιαίτερα άγιου ανθρώπου
που έζησε στην Ινδία. Η πίστη του
πάντως ήταν Χριστιανική, πράγμα που
θα έπρεπε να εμποδίσει την κατάταξή
του ανάμεσα στους Αγίους. Στις
πρώτες μέρες της εκκλησίας, αυτά τα
πράγματα δεν αντιμετωπίζονταν
πάντα με τη σωστή αυστηρότητα. Τον
ξέρεις ίσως καλύτερα σαν Γκοτάμα
Βούδα».
«Σας ευχαριστώ πολύ, Σεβασμιότατε».
Γονάτισα και μ' ευλόγησε. Περάσαμε
μέσα από τρεις σχουληκότρυπες και
φτάσαμε στη Σαρτρ του 1227. Αυτός
προχώρησε για τον καθεδρικό και 'γω
πέρασα από την σκουληκότρυπα που
οδηγούσε απ' αυτόν το χωρόχρονο στα
κεντρικά υψίπεδα της Κεϋλάνης, στο
810. Ο Αγιος Τζόσαφατ, έπρεπε να το
είχα θυμηθεί αυτό. Θα μπορούσε να με
είχε γλιτώσει από πολλούς μπελάδες.
Αναδύθηκα σ' έναν κήπο. Δεν μπορούσα να τον δω, αφού ήταν νύχτα εκεί, αλλά μπορούσα να μυρίσω το βαρύ άρωμα των νυχτολούλουδων και ν' ακούσω το γουργουρητό ενός σιντριβανιού. Πουλιά σφύριζαν το ένα στο άλλο. Ο αέρας ήταν ζεστός και υγρός και 'γω καθόμουν εκεί, περιμένοντας, ενώ τα μάτια μου συνήθιζαν σιγά-σιγά στο σκοτάδι και το φεγγάρι σηκωνόταν πάνω απ' τα βουνά για να μου φωτίσει το δρόμο. Έστεκα σ' ένα πλατύ, σκεπασμένο με χορτάρι μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο. Το σιντριβάνι έτρεχε μέσα σε μια μικρή ιερή λίμνη, προορισμένη για τελετουργικό πλύσιμο. Η δικιά μου ανάγκη για πλύσιμο ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από συμβολική και το εκμεταλλεύτηκα. Είχα να κάνω μπάνιο από τη Ρώμη, όσο πίσω κι αν ήταν αυτό.
Το μονοπάτι ανέβαινε το λόφο προς τις βολβοειδείς φόρμες από παγόδες που φιλοξενούσαν βουδιστικά λείψανα. Κάτω μου, μέσα στο σκοτάδι, μπορούσα τώρα ν' ακούσω το τεμπέλικο μουρμουρητό ενός ποταμού. Καθώς ο λόφος έγινε πιο απότομος, το μονοπάτι έδωσε τη θέση του σε σκάλες που σκαρφάλωναν ανάμεσα στα χαμηλά, ξύλινα κτίρια του βουδιστικού μοναστηριού που περιέβαλλε τις παγόδες. Όλα ήταν σκοτάδι και σιωπή.
«Μπορώ να φανώ χρήσιμος;» είπε μια
φωνή.
Πίσω μου.
Πάλι.
Αυτή τη φορά δεν έκανα καν τον κόπο να γυρίσω. Απλώς σταμάτησα και τον άφησα να περπατήσει μέχρι να 'ρθει μπροστά μου. Ήταν ένας μικροσκοπικός, φαλακρός, αρχαίος μοναχός με μια βαθυκίτρινη ρόμπα. Μου χαμογέλασε ντροπαλά και χωρίς δόντια και υποκλίθηκε, ή μάλλον άρχισε να κουνιέται πάνω-κάτω, σαν κανένα πουλί που τσιμπάει ψίχουλα.
«Ψάχνω για-» Ω, διάβολε. Γιατί όχι;
«Ψάχνω για έναν μαύρο δαίμονα γύρω
στο ενάμισι μέτρο, σκεπασμένο με
διαμάντια. Είδες κανέναν τώρα
τελευταία;»
Προσπάθησε να φανεί λυπημένος, αλλά
τα μάτια του έλαμπαν χαρούμενα. Το
αποτέλεσμα έμοιαζε με κοροϊδία.
«Ήρθατε πολύ αργά».
Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο. Πάντα πολύ
αργά. «Πού πήγε;»
«Νιρβάνα», είπε και ίσιωσε το σώμα
του. Δεν ήταν πολύ πιο ψηλός απ' τον
Κίνμπαρν. «Η ψυχή του άφησε τον
Τροχό. Ακολουθήστε με, θα δείτε...»
Περπατούσα πίσω του, καθυστερώντας το βήμα μου ανάλογα με τα μικρά, συρτά βηματάκια του. Περάσαμε πολλές απ' τις παγόδες και μπήκαμε σε μια καλύβα που κρεμόταν επικίνδυνα στην πλαγιά. Μέσα ήταν τελείως σκοτάδι. Ακουσα έναν ελαφρύ βόμβο. Ο οδηγός μου έτριψε ένα τσακμάκι κι άναψε αρκετές λάμπες. Η καλύβα φωτίστηκε για να μπορώ να δω.
Ο Κίνμπαρν καθόταν στη μέση του δωματίου, σε κανονική στάση λωτού. Τα τρία του μάτια κοίταζαν το πουθενά. Ο ελαφρύς βόμβος ερχόταν από κάπου μέσα του, μαλακός αλλά ασταμάτητος. Προχώρησα και τον ακούμπησα. Καμία αντίδραση. Δίπλα στο αριστερό του γόνατο, υπήρχε μια γαβάθα.
«Ταϊζουμε το σώμα», είπε ο μοναχός «ρύζι».
Σκέφτηκα να φωνάξω: «Έλα μαζί μου φίλε, συλλαμβάνεσαι.. Δεν έμοιαζε όμως και πολύ ταιριαστό. Κάθησα και τον έβλεπα πολλή ώρα, αφήνοντας να εισχωρήσει μέσα μου αυτός ο βόμβος, μέχρι που δεν μπόρεσα να το αντέξω άλλο. Μου έδινε την αίσθηση ότι το άκουγα σ' όλη μου τη ζωή, αλλά δεν το είχα προσέξει ποτέ. Ο βασικός ήχος του σύμπαντος ίσως. Η ηχώ μέσα στο ίδιο μου το κρανίο. Δεν ήξερα. Το μόνο που ήξερα ήταν πως ακούγοντάς το σ' αυτή την ένταση, θα με τρέλαινε. Ευχαρίστησα τον μοναχό για τον κόπο του κι έφυγα. Μου χαμογέλασε. Στο φως της λάμπας είδα ότι τελικά είχε ένα δόντι, στη δεξιά μεριά, πίσω στο βάθος.
Αυτά για τον Κίνμπαρν. Το βασικό πρόβλημα με το να χρησιμοποιείς έναν εθισμένο για τρεχάματα και επαφές, άσχετα με το πόσο καλός μπορεί να είναι, είναι ότι αργά ή γρήγορα, αφού είναι συνέχεια τόσο κοντά στο πράμα, θα πάει από υπερβολική δόση.
Ανοιξα το δρόμο μου μέσ' από τη ζούγκλα που περιέβαλλε το μοναστήρι προς την κατεύθυνση μιας σκουληκότρυπας, προσπαθώντας να μη σκέφτομαι για πάνθηρες και φίδια. Ήταν ώρα να γυρίσώ στο σημείο συνάντησης.
Ο Μαρίενμπαντ με περίμενε. Καθόταν στον πάτο μιας μεγάλης πισίνας πίσω από ένα πολυτελές σπίτι σε μαυριτανικό στυλ, στο Μπέβερλυ Χιλς, 1923. Ήταν στα μέσα του πρωινού. Το σπίτι έμοιαζε να είναι άδειο, αν και μπορούσα ν' ακούσω τον ήχο από ένα ψεκαστικό μηχάνημα και τη χαμηλή κουβέντα Μεξικάνων κηπουρών, κάπου πίσω απ' το φράχτη. Κάθησα σε μια απ' τις καρέκλες δίπλα σε μια πισίνα. «Θέλω ένα Νταϊκίρι», είπα.
Ο Μαρίενμπαντ χαμογέλασε. «Φοβάμαι πως είναι η μέρα της άδειας του υπηρέτη. Βοηθάει σ' ένα πάρτυ στο σπίτι του Σεσίλ ντε Μιλ. Γιορτάζουν την πρεμιέρα της ταινίας «Οι Δέκα Εντολές». Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω, Ματίας. Πού είναι ο αιρετικός μας;»
Του είπα την ιστορία, από μέσα κι απ' έξω. Ο επίσκοπος, ο Σολομών, ο Ρ.Ε. Μαν, τα Κοράνια στο Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου, το χρυσό μοσχάρι, η Νιρβάνα...
«Εκπληκτικό», είπε. «Πρέπει να πω
πως είχα σχεδόν υποψιαστεί μια
τέτοια επιχείρηση».
«Γιατί τότε δεν με προειδοποίησες
γι' αυτήν; Θα μπορούσες να με
γλιτώσεις από πολλά βάσανα».
«Ματίας! Και να σε προκαταλάβω; Δεν θα ήταν καθόλου επαγγελματικό αυτό. Αλλά, ούτως ή άλλως, έκανες μια πολύ καλή δουλειά. Το να αφήσετε τον καλοθρεμμένο κύριο Μαν να γίνει το γεύμα πεινασμένων θρησκόληπτων Αζτέκων, ήταν μεγαλοφυές. Σε χειροκροτώ. Αλλά, όπως ίσως θα έχεις συμπεράνει, η δουλειά μας δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ξεσκεπάσαμε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου απίστευτη για το μεγάλο της μέγεθος και την έλλειψη ενδοιασμών. Θρησκευτική πίστη. Οι γονείς ξοδεύουν τις οικονομίες της οικογένειάς τους για θυσίες και τελετουργικά βάζα, τα παιδιά δηλητηριάζονται με δογματισμό και απάθεια. Ο κοινωνικός ιστός της ζωής διαλύεται. Ένας νέος αρχίζει με λίγες απ' τις Πνευματικές Ασκήσεις του Λογιόλα στην τουαλέτα, μεταξύ των μαθημάτων, και πριν καλά-καλά το καταλάβει κουβαλάει ένα σταυρό στην πλάτη και προσηλυτίζει άθεους για να στηρίξει την πρόστυχή του συνήθεια. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος σ' αυτό». Η φωνή του έτρεμε απ' την οργή.
Το φοβόμουν αυτό. «Πότε θα πάω διακοπές;»
«Μετά απ' όλη αυτή τη διασκέδαση θέλεις και διακοπές; Ω, πολύ καλά Ματίας. Ξέρω ότι είσαι δύσκολος. Μια βδομάδα. Πήγαινε στο ελισαβετιανό Λονδίνο. Παίξε ένα-δυο παιχνίδια, πιες λίγο κρασί, γλέντησε. Αυτή ήταν καλή εποχή για γλέντια. Αλλά να θυμάσαι, όταν γυρίσεις θα υπάρχει δουλειά για σένα. Τον παλιάνθρωπο τον Μαν τον έφαγαν και τον χώνεψαν. Τώρα είναι η σειρά του Ρυλιέχ και της δικαιοσύνης!»