![]() |
Alfred Bester
5,271,009 [The Starcomber] (1954)
Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανίτης
Πάρτε δυο μέρη Βελζεβούλ, δυο μέρη Ισραφαέλ, ένα μέρος Μοντεχρήστο, ένα μέρος Συρανό, ανακατώστε τα δυνατά, πασπαλίστε με μυστήριο και έχετε τον κύριο Σόλωνα Ακίλα. Είναι ψηλός, οστεώδης, εύθυμος στους τρόπους του, πικραμένος στην έκφρασή του και όταν γελάει, τα σκοτεινά του μάτια γίνονται πληγές. Το επάγγελμά του είναι άγνωστο. Είναι εύπορος, αλλά κανείς δεν ξέρει από πού προέρχονται τα λεφτά του. Τον βλέπουν παντού και δεν τον καταλαβαίνουν πουθενά. Υπάρχει κάτι περίεργο στη ζωή του.
Αυτό που είναι περίεργο με τον κ. Ακίλα είναι το εξής, και δείτε το όπως θέλετε. 'Οταν περπατά στο δρόμο, ποτέ δεν θα χρειαστεί να περιμένει σ' ένα φανάρι για να περάσει απέναντι. 'Οταν θέλει να πάρει ταξί, πάντα εμφανίζεται κάποιο ελεύθερο αμέσως. 'Οταν μπαίνει βιαστικός στο ξενοδοχείο του, πάντα τυχαίνει να περιμένει κάποιο ασανσέρ. 'Οταν μπαίνει σ' ένα μαγαζί, κάποιος πωλητής είναι πάντα ελεύθερος. Πάντα τυχαίνει να υπάρχει ένα τραπέζι για τον κ. Ακίλα στα ρεστωράν. 'Οταν θέλει να παρακολουθήσει κάποια εκδήλωση και τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί, υπάρχουν πάντα επιστροφές της τελευταίας στιγμής.
Μπορείτε να ανακρίνετε γκαρσόνια, ταξιτζήδες, τα κορίτσια του ασανσέρ, πωλητές, ταμίες. Δεν υπάρχει καμιά συνωμοσία. Ο κ: Ακίλα δεν δωροδοκεί ούτε εκβιάζει κανέναν γι' αυτές τις μικρές ευκολίες. Και ούτως ή άλλως, θα του ήταν αδύνατον να δωροδοκήσει ή να εκβιάσει το αυτόματο ρολόι που ρυθμίζει τα φανάρια. Αυτά τα πράγματα, που του κάνουν τόσο άνετη τη ζωή, απλώς συμβαίνουν. Ο κ. Σόλων Ακίλα δεν απογοητεύεται ποτέ. Παρακάτω θα μάθουμε για την πρώτη του απογοήτευση και θα δούμε πού οδήγησε αυτή.
Ο κ. Ακίλα έχει θεαθεί να έχει φιλικές σχέσεις σε χαμηλούς κύκλους, σε μεσαίους κύκλους, σε υψηλούς κύκλους. Τον έχουν συναντήσει σε οίκους ανοχής, σε στέψεις, εκτελέσεις, τσίρκα,
δικαστικά μέγαρα και γραφεία εκδόσεως τουριστικών οδηγών. Τον έχουν δει να αγοράζει αυτοκίνητα αντίκες, ιστορικά κοσμήματα, σπάνια βιβλία, πορνογραφία, χημικά διάφορα, καλειδοσκόπια, άλογα του πόλο και τουφέκια.
«Χίμελ-Χερ-Γκοτ-Ζάι-Ντανκ! Είμαι τρελός, φίλε, τρελός. Εκλεκτικός, μα τον Θεό», είπε σ' έναν εμβρόντητο πρόεδρο ενός πολυκαταστήματος. «Τύπος βέλτμαν, νιχτ βαρ; Το ιδανικό μου: ο Γκαίτε. Του λε μοντ. Γκαντέμ».
Μιλούσε μια θεαματική γλώσσα, μ' ένα στίγμα μεταφορών και νοημάτων. Δεκάδες γλώσσες και διάλεκτοι έβγαιναν από το στόμα του σαν ριπές πολυβόλου. Προφανώς ψευδόταν κιόλας κατά βούληση.
«Σάκρε-μπλε. Χριστέ μου!» τον άκουσαν να λέει κάποτε. «Το Ακίλα βγαίνει από τα λατινικά. Σημαίνει αετήσιος. Ω τέμπορα ω μόρες. Το είπε ο Κικέρων. Πρόγονός μου».
Και κάποια άλλη φορά: «Το είδωλό μου: ο Κίπλινγκ. Πήρα το όνομά μου απ' αυτόν. Ο Ακίλας, ένας από τους ήρωές του. Γκαντέμ. Ο μεγαλύτερος νέγρος συγγραφέας μετά την Καλύβα του μπάρμπα-Θωμά».
Το πρωινό που ο κ. Σόλων Ακίλα σκόνταψε στην πρώτη του απογοήτευση, όρμησε στο ατελιέ των Λάγκαν & Ντέρελικτ, εμπόρων έργων τέχνης - πίνακες, γλυπτά και σπάνια αντικείμενα. Είχε την πρόθεση να αγοράσει έναν πίνακα. Ο κ. Τζέημς Ντέρελικτ ήξερε τον Ακίλα σαν πελάτη. Ο Ακίλα είχε ήδη αγοράσει έναν Φρέντερικ Ρέμινγκτον και έναν Γουίνσλοου Χόμερ πριν λίγο καιρό όταν, χάρις σε κάποια παράξενη σύμπτωση, είχε ορμήσει στο κατάστημα της Μάντισον Αβενιου ένα λεπτό μετά από τη στιγμή που οι πίνακες που επιθυμούσε βγήκαν για πούλημα. Ο κ. Ντέρελικτ είχε δει επίσης τον κ. Ακίλα να πηγαίνει βαρκάδα μ' ένα εξαιρετικό σκάφος στο Μοντόκ.
«Μπον σουάρ, μπελ εσπρί,
γκαντέμ, Τζίμυ», είπε ο κ. Ακίλα.
Μιλούσε στους πάντες με το μικρό
τους. «Είναι μια ψώνιο μέρα για
χρώμα, ουί! Ψώνιο. Αργκώ. 'Εχω κατά
νου ν' αγοράσω έναν πίνακα».
«Καλημέρα, κ. Ακίλα», απάντησε ο
Ντέρελικτ. Είχε το ρυτιδιασμένο
πρόσωπο ενός χαρτοκλέφτη, αλλά τα
γαλάζια του μάτια ήταν τίμια και το
χαμόγελό του αφοπλιστικό. Αυτή τη
στιγμή όμως το χαμόγελό του
φαινόταν βεβιασμένο, σαν να τον
είχε τρομάξει η ξαφνική εμφάνιση
του Ακίλα.
«'Εχω διάθεση για τον δικό σου, μα
τον Χριστό», είπε ο Ακίλα,
ανοίγοντας με ταχύτητα διάφορα
κασόνια, χαϊδεύοντας φιλντισένια
αγαλματάκια και δοκιμάζοντας τις
πορσελάνες. «Πώς τον λεν, γέρο μου;
'Ενας ζωγράφος σαν τον Μπος. Σαν τον
Χάινριχ Κλέυ. Τον αντιπροσωπεύετε
εσείς, παρμπλέ, αποκλειστικά. Ω σι
σικ όμνια, μα τον Δία!»
«Τον Τζέφρυ Χάλσυον;» ρώτησε δειλά
ο Ντέρελικτ.
«'Ειγ ντε μπεφ!» φώναξε ο Ακίλα. «Τι
μνήμη. Χρυσελεφάντινη. Ακριβώς ο
καλλιτέχνης που θέλω. Είναι ο
αγαπημένος μου. Μια μονοχρωμία,
κατά προτίμηση. 'Ενα μικρό Τζέφρυ
Χάλσυον για τον Ακίλα, μπίτε.
Τυλίχτε τον».
«Δεν μπορώ να το πιστέψω»,
μουρμούρισε ο Ντέρελικτ.
«Α! Α-χα; Αυτό δεν είναι εγγυημένο 100
τα εκατό Μινγκ», αναφώνησε ο κ.
Ακίλα κραδαίνοντας ένα εξαίσιο
βάζο. «Κάβεατ έμπτορ, να πάρει.
Λοιπόν, Τζίμυ; Αδιαφορώ. Δεν έχεις
Χάλσυον στο μαγαζί, γερο-πιστέ;»
«Είναι φοβερά περίεργο, κ. Ακίλα». Ο
Ντέρελικτ φαινόταν να
αμφιταλαντεύεται. «'Ετσι που ήρθατε
αυτή τη στιγμή. Μια μονοχρωμία του
Χάλσυον έφτασε πριν πέντε λεπτά».
«Βλέπεις; Τέμπο ιστ Ρίχτουνγκ.
Λοιπόν;»
«Θα προτιμούσα να μη σας τη δείξω.
Για προσωπικούς λόγους, κ. Ακίλα».
«Χίμελ-Χερ-Γκοτ! Πουρκουά; Είναι
παραγγελία;»
«'Ο-όχι, σερ. 'Οχι για προσωπικούς
λόγους δικούς μου. Για δικούς σας
προσωπικούς λόγους».
«'Ωου; Γκαντέμ. Εξηγήσου».
«Δηλαδή, δεν είναι για πούλημα, κ.
Ακίλα. Δεν μπορεί να πουληθεί».
«Γιατί όχι; Μίλα, όλ' φις-εντ-τσιπς».
«Δεν μπορώ, κ. Ακίλα».
«Ζυτ-αλόρ! Πρέπει να χρησιμοποιήσω
τζούντο, Τζίμυ; Δεν μπορείς να
δείξεις. Δεν μπορείς να πουλήσεις.
Εγώ, ενδόμυχα, επιθυμώ σταθερά έναν
Τζέφρυ Χάλσυον. Ο αγαπημένος μου.
Γκαντέμ. Δείξε μου τον Χάλσυον,
αλλιώς σικ τράνζιτ γκλόρια μούντι.
Μ' ακούς, Τζίμυ;»
Ο Ντέρελικτ δίστασε, και
μετά σήκωσε τους ώμους του. «Πολύ
καλά, κ. Ακίλα. Θα σας δείξω».
Ο Ντέρελικτ οδήγησε τον Ακίλα
ανάμεσα από ράφια με πορσελάνες και
ασημικά, κρύσταλλα και μπρούτζινα
και καλογυαλισμένες πανοπλίες στην
πινακοθήκη στο πίσω μέρος του
μαγαζιού, όπου κρέμονταν στους
γκρίζους βελούδινους τοίχους
δεκάδες πίνακες, φωτισμένοι με
σποτ. Ανοιξε ένα συρτάρι σε μια
εταζέρα Γκοντάρ και έβγαλε ένα
φάκελο. Απέξω είχε τυπωμένα τα
γράμματα ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΑΒΥΛΩΝ. Από
μέσα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα του
ενός δολαρίου και το έδωσε του κ.
Ακίλα.
«Το τελευταίο έργο του Τζέφρυ
Χάλσυον», είπε.
Με μια λεπτή πένα και μελάνι άνθρακας, ένα επιδέξιο χέρι είχε ζωγραφίσει ένα πορτραίτο πάνω στο πρόσωπο του Τζωρτζ Ουάσινγκτον. 'Ηταν ένα απεχθές, διαβολικό πρόσωπο μ' ένα σατανικό φόντο. 'Ηταν ένα πρόσωπο φτιαγμένο για να προξενεί τρόμο, σ' ένα φόντο φτιαγμένο για να εμπνέει αηδία. Το πρόσωπο ήταν ένα πορτραίτο του κ. Ακίλα.
«Γκαντέμ», είπε ο κ. Ακίλα.
«Καταλαβαίνετε, σερ; Δεν ήθελα να
σας στενοχωρήσω».
«Τώρα πρέπει να το αποκτήσω, φίλε
μου». Ο κ. Ακίλα φάνηκε γοητευμένος
από το πορτραίτο. «'Εγινε κατά τύχη
ή επίτηδες; Με ξέρει ο Χάλσυον;
'Εργκο σουμ».
«Απ' όσο ξέρω όχι, κ. Ακίλα. Ούτως ή
άλλως όμως δεν μπορώ να το πουλήσω.
Είναι αποδεικτικό στοιχείο ενός
κακουργήματος... παραμόρφωση
τραπεζογραμματίων των ΗΠΑ. Πρέπει
να καταστραφεί».
«Ποτέ!» Ο κ. Ακίλα επέστρεψε το
σχέδιο σαν να φοβόταν πως ο
γκαλερίστας θα του έβαζε φωτιά
επιτόπου. «Ποτέ, Τζίμυ. Νέβερμορ
κουόθ δε ρέηβεν. Γκαντέμ. Γιατί
σχεδιάζει σε χαρτονομίσματα ο
Χάλσυον; Το πορτραίτο μου, πφου!
Εγκληματικές συκοφαντίες, αλλά ν'
εμπόρτ. Αλλά να ζωγραφίζει σε
χρήματα; Σπατάλη. Γιόκι κάουζα».
«Είναι παράφρων, κ. Ακίλα».
«'Οχι! Ναι; Παράφρων!» Ο Ακίλα
σοκαρίστηκε.
«Αρκετά παράφρων, σερ. Είναι πολύ
λυπηρό. 'Επρεπε να τον κλείσουν
μέσα. Περνά τον καιρό του
σχεδιάζοντας αυτές τις εικόνες στα
χαρτονομίσματα».
«Γκαντέμ; μον αμί. Ποιος του δίνει
χρήματα»
«Εγώ, κ. Ακίλα' και οι φίλοι του.
'Οποτε πηγαίνουμε να τον δούμε μας
παρακαλά να του δώσουμε δολάρια για
να ζωγραφίσει».
«Λε ζουρ βιεντρά, μα τον Χριστό!
Γιατί δεν του δίνετε χαρτί να
ζωγραφίσει, ε, μάι άνσιεντ οφ
ντέυς;»
Ο Ντέρελικτ χαμογέλασε
μελαγχολικά. «'Οταν του δώσαμε
χαρτί, ζωγράφισε χαρτονομίσματα».
«Χίμελ-Χερ-Γκοτ! Ο αγαπημένος μου
καλλιτέχνης. Στο τρελάδικο. Ε μπιεν.
Μα την κόλαση, πώς θ' αγοράσω τους
πίνακές του έτσι που ήρθαν τα
πράγματα;»
«Δεν μπορείτε, κ. Ακίλα. Φοβάμαι πως
κανείς δεν πρόκειται να αγοράσει
πλέον πίνακα του Χάλσυον. Η
περίπτωσή του είναι πολύ σοβαρή».
«Γιατί του 'στρίψε, Τζίμυ;»
«Λένε πως είναι παλινδρόμηση, κ.
Ακίλα. Φταίει η ξαφνική του
επιτυχία».
«Μπα; Ας ακούσουμε το ό.έ.δ., φίλε
μου. Μετάφρασε».
«Να, είναι ακόμα νέος στα τριάντα
του και πολύ ανώριμος. 'Οταν γνώρισε
τέτοια επιτυχία, δεν ήταν ακόμα
έτοιμος. Δεν ήταν έτοιμος να
αναλάβει τις ευθύνες της ζωής του
και της καριέρας του. Αυτό μου είπαν
οι γιατροί. 'Ετσι γύρισε την πλάτη
του στον κόσμο και παλινδρόμησε
στην παιδική του ηλικία».
«Μπα; Και τα σχέδια στα
χαρτονομίσματα;»
«Λένε πως γι' αυτόν είναι το σύμβολο
της επιστροφής του στην παιδική
ηλικία, κ. Ακίλα. Δείχνει πως είναι
πολύ μικρός ακόμα για να ξέρει για
ποιο λόγο χρησιμοποιούνται τα
χρήματα».
«Μπα; Ουί. Για. Πονηρό, μα την πίστη
μου. Και το πορτραίτο μου;»
«Αυτό δεν μπορώ να το εξηγήσω, κ.
Ακίλα, εκτός κι αν έχετε συναντηθεί
στο παρελθόν και σας θυμάται για
κάποιο λόγο. 'H μπορεί να είναι
σύμπτωση».
«Χμμμ. 'Ισως. Λοιπόν. Ξέρεις κάτι,
καλέ μου φιλόσοφε; Είμαι
απογοητευμένος. Ζε ν' ουμπλιραί
ζαμαί. Είμαι φοβερά απογοητευμένος.
Γκαντέμ. 'Οχι άλλοι πίνακες του
Χάλσυον πλέον; Μερντ. Το σλόγκαν
μου. Πρέπει να κάνουμε κάτι για τον
Τζέφρυ Χάλσυον. Δεν θα απογοητευτώ.
Πρέπει να κάνουμε κάτι».
Ο κ. Σόλων Ακίλα κούνησε το κεφάλι του με έμφαση, έβγαλε ένα τσιγάρο, έβγαλε έναν αναπτήρα, στάθηκε για μια στιγμή, βυθισμένος στις σκέψεις. Μετά από μια στιγμή, κούνησε το κεφάλι του πάλι, με αποφασιστικότητα αυτή τη φορά, και έκανε κάτι πολύ περίεργο. 'Εβαλε τον αναπτήρα πίσω στην τσέπη του, έβγαλε έναν άλλο, κοίταξε κλεφτά γύρω και τον άναβε κάτω από τη μύτη του κ. Ντέρελικτ.
Ο κ. Ντέρελικτ φάνηκε να μην πρόσεξε τίποτα. Ο κ. Ντέρελικτ φάνηκε σαν να πάγωσε μέσα σε μια στιγμή. Αφήνοντας τον αναπτήρα αναμμένο, ο κ. Ακίλα τον ακούμπησε προσεκτικά σ' ένα ράφι μπροστά στον γκαλερίστα που συνέχιζε να μένει ακίνητος. Η πορτοκαλί φλόγα σχημάτιζε ανταύγειες στα ανέκφραστα μάτια του.
Ο Ακίλα πετάχτηκε έξω στο μαγαζί, έψαξε και βρήκε μια σπάνια κινέζικη σφαίρα. Την πήρε από το ράφι της, τη ζέστανε στο στήθος του και κοίταξε μέσα της. Μουρμούρισε κάτι. Κούνησε το κεφάλι του. 'Εβαλε τη σφαίρα πίσω στη θέση της, πήγε στο ταμείο, πήρε ένα σημειωματάριο κι ένα μολύβι κι άρχισε να σημειώνει διάφορα σύμβολα που δεν είχαν καμιά σχέση με κάποια γνωστή γλώσσα ή γραφολογία. Κούνησε πάλι το κεφάλι του, έκοψε το χαρτί κι έβγαλε το πορτοφόλι του.
Από μέσα πήρε ένα χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου. Το έβαλε στο τζάμι του γραφείου, έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του μερικούς στυλογράφους, διάλεξε έναν και τον ξεβίδωσε. Σκιάζοντας προσεκτικά τα μάτια του, έριξε μια σταγόνα από την πένα στο δολάριο. Ακούστηκε ένα ελαφρό βουητό που έσβησε σιγά.
Ο κ. Ακίλα έβαλε τους στυλογράφους πίσω στην τσέπη του, πήρε με προσοχή το δολάριο από τη γωνία και έτρεξε πίσω στην πινακοθήκη, όπου βρισκόταν ακόμα ο γκαλερίστας ακίνητος να κοιτάζει την πορτοκαλί φλόγα. Ο Ακίλα ανέμισε το χαρτονόμισμα μπροστά στα γυάλινα μάτια του.
«Ακου, φίλε μου», ψιθύρισε
ο Ακίλα. «Θα επισκεφτείς τον Τζέφρυ
Χάλσυον σήμερα το απόγευμα. Ν'ες-πα;
Θα του δώσεις αυτό το συγκεκριμένο
τραπεζογραμμάτιο όταν σου ζητήσει
σχεδιαστικό υλικό. Ε; Γκαντέμ».
'Εβγαλε το πορτοφόλι του κ.
Ντέρελικτ από την τσέπη του, έβαλε
το δολάριο μέσα και το ξανάβαλε στη
θέση του.
«Και θα τον επισκεφτείς για τον
εξής λόγο», συνέχισε ο Ακίλα. «Είχες
μια έμπνευση από τον Ντιάμπλ
Μπουατέ. Νόλενς βόλενς, ο κουτσός
διάβολος σου έδωσε μια ιδέα για να
γίνει καλά ο Τζέφρυ Χάλσυον.
Γκαντέμ. Θα του δείξεις δείγματα
της μεγάλης του τέχνης του
παρελθόντος για να τον επαναφέρεις
στα λογικά του. Η μνήμη είναι η
μήτηρ των πάντων. Χίμελ-Χερ-Γκοτ. Με
ακούς; φίλε μου; Θα κάνεις αυτά που
σου είπα. Πήγαινε σήμερα, και όποιος
πρόλαβε τον Κύριο είδε».
Ο κ. Ακίλα πήρε τον
αναμμένο αναπτήρα, άναψε το τσιγάρο
του κι έσβησε τη φλόγα. Συγχρόνως
είπε: «'Οχι, μα τ' Αγια των Αγίων! Ο
Τζέφρυ Χάλσυον είναι πολύ μεγάλος
καλλιτέχνης για να μαραθεί αισχρά
φυλακισμένος. Πρέπει να επιστρέψει
στον κόσμο αυτό. Πρέπει να
επιστρέψει σε μένα. Ε σέμπρε λ' όρα. Δεν
θα απογοητευτώ. Με ακούς, Τζίμυ;
Δεν θα απογοητευτώ!»
«'Ισως υπάρχει κάποια ελπίδα, κ.
Ακίλα», είπε ο Τζέημς Ντέρελικτ.
«Κάτι σκέφτηκα την ώρα που
μιλούσατε... ένας τρόπος για να
φέρουμε τον Τζεφ στα λογικά του. Θα
το δοκιμάσω σήμερα το απόγευμα».
Καθώς ζωγράφιζε το πρόσωπο
του μακρινού Δαίμονα πάνω στο
πορτραίτο του Τζωρτζ Ουάσιγκτον σ'
ένα χαρτονόμισμα, o Τζέφρυ Χάλσυον
υπαγόρευε την αυτοβιογραφία του
στο κενό.
«Σαν τον Τσελίνι» έλεγε. «Γραμμή
και λογοτεχνία συγχρόνως. Χέρι με
χέρι, αν και όλη η τέχνη είναι μία,
ιερές αδερφές στα βαρβιτουρικά,
κοντινές κι αγαπητές στα νεμπουτάλ.
Πολύ καλά. Αρχίζω: Γεννήθηκα. Είμαι
νεκρός. Σέλω δολάριο. Όχι...»
Σηκώθηκε από το ντυμένο πάτωμα και έτρεξε από τον ένα ντυμένο τοίχο στον άλλο, ενοραματιζόμενος το θυμό σαν μια βαθιά μωβ ερινύα που έτρεχε στις χλωμές λεβάντες των επικρίσεων με τη μαγεία της ζωγραφικής του, του κιαρο-σκούρο του, από το έξυπνο μίγμα λαδιού, χρωστικής, φωτός και την κλεμμένη ιδιοφυία του Τζέφρυ Χάλσυον που του την απέσπασε o Μακρινός Δαίμων με το φρικτό του πρόσωπο...
«Αρχίζουμε πάλι», μουρμούρισε. «Σκοτεινιάζουμε τα πολύ φωτισμένα σημεία. Αρχίζουμε με το πρώτο στρώμα...» 'Εκατσε πάλι στις φτέρνες του, πήρε την καλαμένια πένα με την εγγυημένα ακίνδυνη μύτη, τη βούτηξε στο μελάνι άνθρακος που ήταν εγγυημένο μη-δηλητηριώδες, και ασχολήθηκε με το τερατώδες πρόσωπο του Μακρινού Δαίμονα που αντικαθιστούσε τον πρώτο Πρόεδρο στο δολάριο.
«Γεννήθηκα», υπαγόρευσε στο κενό ενώ το επιδέξιο χέρι του σφυρηλατούσε ομορφιά και τρόμο στο χαρτονόμισμα. «Είχα ειρήνη. Είχα ελπίδα. Είχα τέχνη. Είχα ειρήνη. Μαμά. Μπαμπά. Σέλω ένα ποτήρι νερό. Ουου! 'Ηταν ένας μεγάλος κακός μπαμπούλας που με κοίταζε πολύ κακά και τώρα φοβάται. Μαμά! Σέλει κάνει ωραίες ζωγραφιές σε ωραίο χαρτί για τη Μαμά και τον Μπαμπά. Κοίτα, Μαμά. 'Εκανε μια ζωγραφιά του κακού μπαμπούλα με τα κακά μάτια, μαύρα και κακά σαν λίμνες της κόλασης, σαν κρύες φωτιές τρόμου, σαν μακρινούς δαίμονες από μακρινούς φόβους. - Ποιός είναι;»
Ακούστηκε η μπάρα που έκλεινε την πόρτα του κελιού να ανοίγει. Ο Χάλσυον πήδηξε σε μια γωνιά και μαζεύτηκε, γυμνός, κλαψουρίζοντας, καθώς η πόρτα άνοιγε για να μπει o Μακρινός Δαίμων. Αλλά ήταν μόνο ο γιατρός με τη λευκή μπλούζα κι ένας ξένος με μαύρο κουστούμι, μαύρη ρεπούμπλικα, κι ένα μεγάλο μαύρο χαρτοφύλακα, με τα αρχικά Τ.Ν. επίχρυσα και γοτθικά αλλά με παράλογες ομοιότητες με Γκάουντι και Μπάσκερβιλ.
«Λοιπόν, Τζέφρυ;» ρώτησε
εγκάρδια ο γιατρός.
«Δολάριο;» κλαψούρισε ο Χάλσυον.
«Σέλω ένα δολάριο».
«Σου έφερα έναν παλιό φίλο, Τζέφρυ.
Θυμάσαι τον κ. Ντέρελικτ;»
«Δολάριο», κλαψούρισε ο Χάλσυον.
«Σέλω δολάριο».
«Τι το έκανες το τελευταίο, Τζέφρυ;
Δεν το έχεις τελειώσει ακόμα, ε;»
Ο Χάλσυον πήγε να κάτσει πάνω στο
δολάριο για να το κρύψει, αλλά ο
γιατρός ήταν πιο γρήγορος. Το πήρε
κι άρχισε το να εξετάζει μαζί με τον
ξένο.
«Φοβερά καλό, όπως και τα υπόλοιπα»,
είπε μ' έναν αναστεναγμό ο
Ντέρελικτ. «Κι ακόμα καλύτερο! Τι
καταπληκτικό ταλέντο χάνεται...»
Ο Χάλσυον έβαλε τα κλάματα. «Σέλω
δολάριο!», φώναξε.
Ο ξένος έβγαλε το πορτοφόλι του, διάλεξε ένα δολάριο και το έδωσε του Χάλσυον. Μόλις ο Χάλσυον το ακούμπησε, το άκουσε να τραγουδά και προσπάθησε να τραγουδήσει μαζί του, αλλά του τραγουδούσε ένα τραγούδι μόνο γι' αυτόν, εμπιστευτικό, κι έπρεπε ν' ακούσει.
Ήταν ένα πολύ όμορφο δολάριο' λείο αλλά όχι πολύ καινούριο, με ελαφρώς ματ επιφάνεια που θα δεχόταν το μελάνι σαν φιλί. Ο Τζωρτζ Ουάσιγκτον έδειχνε να έχει επιτιμητικό ύφος, αλλά και καρτερικό, σαν να είχε συνηθίσει στη μεταχείριση που τον περίμενε. Και ήταν πολύ πιθανό, γιατί ήταν πολύ μεγαλύτερος σ' αυτό το δολάριο. Πολύ μεγαλύτερος από κάθε άλλον, γιατί ο αριθμός του ήταν 5.271.009, πράγμα το οποίο τον έκανε 5.000.000 ετών και περισσότερο, και ο μεγαλύτερος που είχε δει ώς τώρα ήταν 2.000.000.
Καθώς ο Χάλσυον έκατσε
ευχαριστημένος στο πάτωμα και
βούτηξε την πένα του στο μελάνι,
όπως του έλεγε να κάνει το δολάριο,
άκουσε τον γιατρό να λέει: «Δεν
νομίζω πως θα έπρεπε να σας αφήσω
μόνο μαζί του, κ. Ντέρελικτ».
«'Οχι, πρέπει να μείνουμε μόνοι. Ο
Τζεφ πάντα ήταν ντροπαλός με τη
δουλειά του. Μόνο ιδιαιτέρως θα
μπορούσε να το συζητήσει».
«Πόση ώρα θα χρειαστείτε, »
«Δώστε μου μια ώρα».
«Αμφιβάλλω αν θα του κάνει καθόλου
καλό». «Δεν πειράζει όμως να
δοκιμάσουμε, »
«Υποθέτω πως όχι. Εντάξει, κ.
Ντέρελικτ. Φωνάξτε τον νοσοκόμο
όταν τελειώσετε».
Η πόρτα άνοιξε' η πόρτα έκλεισε. Ο ξένος που τον έλεγαν Ντέρελικτ έβαλε το χέρι του στον ώμο του Χάλσυον φιλικά. Ο Χάλσυον σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε μ' έναν έξυπνο μορφασμό, περιμένοντας ν' ακούσει τον ήχο της μπάρας στην πόρτα. Ακούστηκε τελικά, σαν πυροβολισμός, σαν ένα τελευταίο καρφί σ' ένα φέρετρο.
«Τζεφ, έφερα μερικά από τα
παλιά σου έργα μαζί μου», είπε ο
Ντέρελικτ μ' έναν τόνο που απλώς
έμοιαζε αδιάφορος. «'Ισως ήθελες να
τα κοιτάξουμε μαζί».
«'Εχεις ρολόι πάνω σου;» ρώτησε ο
Χάλσυον. Προσπαθώντας να κρύψει την
έκπληξή του, ο γκαλερίστας έβγαλε
ένα ρολόι της τσέπης και του το
έδειξε.
«Δώσε μου το μια στιγμή».
Ο Ντέρελικτ έβγαλε το ρολόι από την
αλυσίδα του και του το έδωσε. Ο
Χάλσυον το πήρε προσεκτικά και
είπε: «Εντάξει. Συνέχισε με τα
σχέδια».
«Τζεφ!» φώναξε ο Ντέρελικτ. «Είσαι ο
εαυτός σου πάλι, ε; Πάντα έτσι...»
«Τριάντα», τον διέκοψε ο Χάλσυον.
«Τριάντα πέντε, σαράντα, σαράντα
πέντε, πενήντα, πενήντα πέντε, ΕΝΑ».
'Ηταν συγκεντρωμένος στο
δευτερολεπτοδείκτη με μια
εκστατική προσδοκία.
«Μάλλον έκανα λάθος», μουρμούρισε ο
γκαλερίστας. «Απλώς φαντάστηκα πως
σε άκουσα... Τέλος πάντων». Ανοιξε το
χαρτοφύλακα και άρχισε να
ξεχωρίζει μερικά σχέδια.
«Σαράντα, σαράντα πέντε, πενήντα,
πενήντα πέντε, ΔΥΟ».
«Εδώ είναι ένα από τα παλιά σου,
Τζεφ. Θυμάσαι όταν ήρθες στην
γκαλερί με τα προσχέδια και
νομίζαμε πως ήσουν o καινούριος
συντηρητής; Πέρασαν μήνες για να
μας το συγχωρήσεις. 'Ελεγες πάντα
πως αγοράσαμε τον πρώτο σου πίνακα
για να απολογηθούμε. Το πιστεύεις
ακόμα;»
«Σαράντα, σαράντα πέντε, πενήντα,
πενήντα πέντε, ΤΡΙΑ».
«Εδώ είναι η τέμπερα που σε παίδεψε
τόσο. Αναρωτιόμουν αν θα 'θελες να
δοκιμάσεις ξανά. Δεν νομίζω πως η
τέμπερα είναι τόσο άκαμπτη όσο
υποστηρίζεις, και θα μ' ενδιέφερε να
ξαναπροσπαθήσεις τώρα που η
τεχνική σου έχει ωριμάσει τόσο. Τι
λες και εσύ;»
«Σαράντα, σαράντα πέντε, πενήντα,
πενήντα πέντε, ΤΕΣΣΕΡΑ».
«Τζεφ, κατέβασε αυτό το ρολόι».
«Δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, είκοσι
πέντε...»
«Τι νόημα έχει να μετράς τα λεπτά,
διάβολε;»
«Να σου πω», είπε πολύ λογικά ο
Χάλσυον, «μερικές φορές κλειδώνουν
την πόρτα και φεύγουν. Αλλες φορές
κλειδώνουν και κάθονται απέξω και
σε κατασκοπεύουν. Αλλά ποτέ δεν
κάθονται πάνω από τρία λεπτά, έτσι
εγώ τους δίνω πέντε για να είμαι
σίγουρος. ΠΕΝΤΕ».
Ο Χάλσυον έσφιξε το ρολόι στη μεγάλη του χούφτα και έριξε μια γροθιά κατευθείαν στο σαγόνι του Ντέρελικτ. Ο γκαλερίστας έπεσε κάτω χωρίς να βγάλει άχνα. Ο Χάλσυον τον τράβηξε κοντά στον τοίχο, τον έγδυσε, φόρεσε τα ρούχα του, μάζεψε τα σχέδια στο χαρτοφύλακα και τον έκλεισε. Πήρε το δολάριο και το έχωσε στην τσέπη του. Πήρε το μπουκάλι με το μελάνι και μουτζούρωσε το πρόσωπό του.
Βήχοντας και φωνάζοντας,
έφερε το νοσοκόμο.
«Βγάλτε με από δω», φώναξε ο Χάλσυον
με πνιχτή φωνή. «Αυτός ο μανιακός
προσπάθησε να με πνίξει. Πέταξε
μελάνι στο πρόσωπό μου. Θέλω να
βγω!»
Η πόρτα ξεκλειδώθηκε και άνοιξε. Ο Χάλσυον πετάχτηκε έξω, σκουπίζοντας το μαυρισμένο του πρόσωπο επιδέξια έτσι που να μουτζουρώνεται τελικά περισσότερο. Καθώς ο νοσοκόμος πήγε να μπει στο κελί, ο Χάλσυον είπε: «Αφήστε τον τον Χάλσυον. Είναι μια χαρά. Φέρτε μου μια πετσέτα ή τίποτα τέτοιο. Γρήγορα!»
Ο νοσοκόμος κλείδωσε πάλι την πόρτα, γύρισε και έτρεξε στο διάδρομο. Ο Χάλσυον περίμενε να μπει σε μια αποθήκη, κι αμέσως γύρισε και το έβαλε στα πόδια από την άλλη μεριά. Πέρασε μέσα από μεγάλες πόρτες και έφτασε στον κεντρικό διάδρομο, προσπαθώντας ακόμα δήθεν να σκουπιστεί, μουρμουρίζοντας με ψεύτικη αγανάκτηση. 'Εφτασε στο κεντρικό κτίριο. Είχε κάνει το μισό δρόμο ώς την έξοδο κι ακόμα δεν είχε σημάνει συναγερμός. Το ήξερε καλά αυτό το κουδούνισμα. Το δοκίμαζαν κάθε Τετάρτη μεσημέρι.
Σαν παιχνίδι, είπε μέσα του. 'Εχει πλάκα. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Είσαι πάλι ένα ασφαλές, υγιές, χαρούμενο παιδί, κι όταν τελειώσει το παιχνίδι θα πάω στο σπίτι, στη μαμά, στο φαγητό, κι ο μπαμπάς θα μου διαβάσει τα κόμικς από τις εφημερίδες και θα είμαι παιδί πάλι, στ' αλήθεια, για πάντα.
Ακόμα ούτε φασαρία ούτε φωνές, και είχε φτάσει πια κάτω. Παραπονέθηκε για την εξευτελιστική μεταχείρισή του στη ρεσεψιονίστα. Παραπονέθηκε στους φρουρούς καθώς πλαστογραφούσε το όνομα του Τζέημς Ντέρελικτ στο βιβλίο των επισκεπτών, και το μελανωμένο του χέρι μουτζούρωσε τόσο τη σελίδα που κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι έγραφε. Ο φρουρός άνοιξε την τελευταία πύλη. Ο Χάλσυον βγήκε στο δρόμο, και καθώς άρχισε ν' απομακρύνεται άκουσε το κουδούνισμα του συναγερμού. Τρομοκρατήθηκε.
'Ετρεξε. Σταμάτησε. Προσπάθησε να περπατήσει φυσιολογικά. Δεν μπορούσε. 'Ετρεξε πάλι, ώσπου άκουσε τις φωνές των φρουρών. 'Εστριψε σε μια γωνία, σε μια άλλη, διέσχισε ατέλειωτους δρόμους, άκουσε αυτοκίνητα πίσω του, σειρήνες, κουδουνίσματα, φωνές, διαταγές. 'Ηταν μια τρομακτική καταδίωξη, σαν πυροτέχνημα. Ψάχνοντας απεγνωσμένα μια κρυψώνα, ο Χάλσυον χώθηκε στην είσοδο μιας έρημης πολυκατοικίάς. Αρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Τρία-τρία στην αρχή, μετά δυο-δυο και τελικά ένα-ένα και με κόπο, καθώς η δύναμή του τον εγκατέλειψε και ο πανικός τον παρέλυσε. Σκόνταψε σ' ένα πλατύσκαλο κι έπεσε σε μια πόρτα. Η πόρτα άνοιξε. Από μέσα στεκόταν ο Μακρινός Δαίμων, χαμογελώντας ζωηρά, τρίβοντας τα χέρια του.
«Γκλούκλιχε ράιζε» είπε.
«Απούντο. Γκαντέμ. 'Ηρθες τρεχάλα, ε;
Μπες, γέρο μου. Σε περίμενα. Μην
είσαι τόσο ταπεινός...»
Ο Χάλσυον έβαλε τις φωνές.
«Νο, νο, νο! Νο στουρμ ουντ ντραγκ,
μάι μπιούτυ». Ο κ. Ακίλα έκλεισε με
το χέρι του το στόμα του Χάλσυον,
τον σήκωσε, τον τράβηξε μέσα και
έκλεισε με δύναμη την πόρτα.
«Πρέστο», γέλασε. «Ο Τζέφρυ Χάλσυον
αποχωρεί από την αντίληψη των
θνητών. Ντιέ βου γκαρντ».
Ο Χάλσυον κατόρθωσε να
ελευθερώσει το στόμα του, και έβαλε
πάλι τις φωνές παλεύοντας υστερικά,
δαγκώνοντας και κλωτσώντας. Ο κ.
Ακίλα έβγαλε έναν κακαριστό ήχο και
έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο
τσιγάρα. Τράβηξε ένα τσιγάρο και το
έσπασε κάτω από τη μύτη του Χάλσυον.
Ο ζωγράφος αμέσως ησύχασε και
αφέθηκε να οδηγηθεί σ' έναν καναπέ,
όπου ο Ακίλα καθάρισε το μελάνι από
το πρόσωπό του και τα χέρια του.
«Καλύτερα, ε;» γέλασε ο κ. Ακίλα.
«Δεν είναι εθιστικό. Γκαντέμ. Και
τώρα ποτά».
Γέμισε μια μεζούρα από μια καράφα, πρόσθεσε ένα μικρό κύβο πορφυρού πάγου από έναν κουβά που άχνιζε και έβαλε το ποτό στο χέρι του Χάλσυον. Με μια χειρονομία του Ακίλα, o ζωγράφος το ήπιε. 'Εκανε το μυαλό του να βουίζει. Κοίταξε γύρω του, αναπνέοντας βαριά. 'Ηταν σ' ένα δωμάτιο που έμοιαζε με μια πολυτελή αίθουσα αναμονής ενός γιατρού της Παρκ Αβενιου. Επίπλωση ρυθμού Βασιλίσσης Αννης. Χαλί Αξμινστερ. Δυο Χόγκαρθ κι ένας Κόπλεν στον τοίχο, σε επίχρυσες κορνίζες. 'Ηταν αυθεντικοί, συνειδητοποίησε έκπληκτος ο Χάλσυον. Και μετά, ακόμα πιο έκπληκτος, συνειδητοποίησε πως σκεφτόταν λογικά, με ειρμό. Το μυαλό του ήταν αρκετά καθαρό.
Πέρασε το χέρι του με
δυσκολία πάνω από το μέτωπό του. «Τι
συνέβη;» ρώτησε αδύναμα. «Είναι
σαν... σαν να πέρασα έναν ψηλό
πυρετό. Εφιάλτες».
«'Ησουν άρρωστος», απάντησε ο Ακίλα.
«Θα είμαι ντόμπρος, γέρο μου. 'Εχεις
τα λογικά σου προσωρινά μόνο. Δεν
έκανα τίποτα σπουδαίο, που να πάρει.
Ο κάθε γιατρός μπορεί να το κάνει
αυτό. Νικοτινικό οξύ συν διοξείδιο
του άνθρακος. Ιντ γκένους όμνε.
Προσωρινά μόνο. Πρέπει να βρούμε
κάτι πιο μόνιμο».
«Τι μέρος είναι αυτό;»
«Εδώ; Το γραφείο μου. Ο προθάλαμος
απέξω. Το δωμάτιο των επισκέψεων
από μέσα. Το εργαστήριο στ'
αριστερά. Ιν Γκοντ γουή τραστ».
«Σε ξέρω εσένα», μουρμούρισε ο
Χάλσυον. «Σε ξέρω από κάπου. Ξέρω το
πρόσωπό σου».
«Ουί. Με έχεις σχεδιάσει ξανά και
ξανά στον πυρετό σου. 'Εκκε όμο. Εσύ
έχεις το πλεονέκτημα, Χάλσυον. Πού
έχουμε συναντηθεί; Αναρωτιέμαι». Ο
Ακίλα φόρεσε ένα γυαλιστερό
ανακλαστήρα, τον στερέωσε πάνω από
το αριστερό τον μάτι και τον έριξε
στο πρόσωπο του Χάλσυον. «Τώρα σε
ρωτάω. Πού έχουμε συναντηθεί;»
Υπνωτισμένος από το φως, ο
Χάλσυον απάντησε με ονειροπαρμένο
ύφος. «Στο Χορό των Καλών Τεχνών...
Πριν πολύ καιρό... Πριν τον πυρετό...»
«Μπα; Σι. Πριν από μισό χρόνο. 'Ημουν
εκεί. Μια ατυχής νύχτα».
«'Οχι. Μια θαυμάσια νύχτα...
Χαρούμενη, ευτυχισμένη... Σαν
σχολικός χορός... Σαν ένας
κολεγιακός χορός μεταμφιεσμένων...»
«Πάντα πίσω στην παιδική ηλικία, ε;»
μουρμούρισε ο κ. Ακίλα. «Πρέπει. να
το φροντίσουμε αυτό. Κέτερα
ντέσουντ, νεαρέ Λόκινβαρ.
Συνέχισε».
«'Ημουν με την Τζούντυ... Εκείνο το
βράδυ καταλάβαμε πως ήμασταν
ερωτευμένοι. Καταλάβαμε πόσο
θαυμάσια θα ήταν η ζωή μας. Και μετά
πέρασες εσύ και με κοίταξες... Μια
φορά μόνο. Με κοίταξες. 'Ηταν
τρομερό».
«Τς!» έκανε εκνευρισμένος ο κ.
Ακίλα. «Τώρα θυμάμαι το εν λόγω
συμβάν. 'Ημουν απρόσεκτος. Ασχημα
νέα από την πατρίδα. Αρρώστια και
στα δυο μου σπίτια».
«Πέρασες έξαλλος και θυμωμένος...
Σατανικός. Χωρίς μάσκα. Με
κοίταξες... 'Ενα θυμωμένο βλέμμα που
δεν θα ξεχάσω ποτέ μου. 'Ενα βλέμμα
από μαύρα μάτια σαν λίμνες της
κόλασης, σαν ψυχρές φλόγες τρόμου.
Και μ' αυτό το βλέμμα μου στέρησες
τα πάντα... χαρά, ελπίδα, αγάπη,
ζωή...»
«Νο, νο!» είπε απότομα ο κ. Ακίλα. «Να
καταλαβαινόμαστε. . Η απροσεξία μου
ήταν το κλειδί που άνοιξε την πόρτα.
Εσύ όμως έπεσες σ' ένα χάσμα που
έφτιαξες μόνος σου. Παρ' όλα αυτά,
όλ' μπηρ-εντ-σκιτλς, πρέπει να το
διορθώσουμε». 'Εβγαλε τον
ανακλαστήρα και κούνησε το δάχτυλό
του προς το μέρος του Χάλσυον.
«Πρέπει να σε φέρουμε πίσω στη χώρα
των ζωντανών. Αουξίλιουμ αμπ άλτο.
Χριστέ μου. Γι' αυτό κανόνισα αυτή
τη συνάντηση. Αυτό που έκανα θα το
διορθώσω, ε; Αλλά εσύ πρέπει να
βγεις με τις δυνάμεις σου από το
βάραθρό σου. Να μπαλώσεις τις
ξεφτισμένες σου έγνοιες. 'Ελα μέσα».
Πήρε τον Χάλσυον από το χέρι, τον πέρασε από ένα χωλ ντυμένο με ξύλο, από ένα τακτοποιημένο γραφείο και τελικά τον έφερε σ' ένα μεγάλο, λευκό εργαστήριο. 'Ηταν όλο γυαλί και πλακάκια, με ράφια με φιάλες αντιδραστηρίων, πορσελάνινα φίλτρα, έναν ηλεκτρικό κλίβανο, μπουκάλες με οξέα, δοχεία με πρώτες ύλες. Στη μέση του δωματίου ήταν ένα κυκλικό βάθρο. Ο κ. Ακίλα έβαλε ένα σκαμνί στο βάθρο, κάθησε πάνω τον Χάλσυον, φόρεσε μια λευκή εργαστηριακή μπλούζα και άρχισε να μαζεύει διάφορα εργαλεία.
«Εσύ», άρχισε να λέει,
«είσαι ένας καλλιτέχνης υπέρτατος.
Δεν χρυσώνω το χάπι. Όταν ο Τζίμυ
Ντέρελικτ μου είπε πως δεν
δουλεύεις πια... γκαντέμ! Πρέπει να
τον φέρουμε στα λογικά του, είπα. Ο
Σόλων Ακίλα πρέπει να αποκτήσει
πολλούς πίνακες του Τζέφρυ Χάλσυον.
Πρέπει να τον θεραπεύσουμε. Χοκ
άγκε».
«Είσαι γιατρός;» ρώτησε ο Χάλσυον.
«'Οχι. Είμαι, ας πούμε, μάγος. Για να
ακριβολογούμε, μάγος-παθολόγος.
Πολύ χάι κλας. Χωρίς πατερμά.
Αποκλειστικά μοντέρνα μαγεία. Η
μαύρη μαγεία και η λευκή μαγεία
είναι πασέ, ν' ες-πα; Καλύπτω
ολόκληρο το φάσμα, αλλά ειδικεύομαι
κυρίως στο μήκος κύματος των 15.000
άγκστρεμ».
«Είσαι γιατρός-μάγος; Ποτέ!»
«'Ωου γιες».
«Με τέτοιο εργαστήριο;»
«Α-χα! Ξεγελάστηκες κι εσύ, ε; Είναι το καμουφλάζ μας. Πολλά μοντέρνα εργαστήρια που θα νόμιζες πως ασχολούνται με οδοντόπαστες είναι αφιερωμένα στη μαγεία. Αλλά είμαστε και επιστήμονες. Παρμπλέ! Παρακολουθούμε την εποχή μας, εμείς οι μάγοι. Το καζάνι μας πληροί τις διεθνείς προδιαγραφές του οργανισμού τροφίμων και φαρμάκων. Τα δαιμόνιά μας είναι 100% αποστειρωμένα. Τα σκουπόξυλα απολυμασμένα. Οι κατάρες σε αεροστεγείς συσκευασίες. Ο Πατήρ Σατανάς φορά λαστιχένια γάντια. Χάρις στον Λόρδο Λίστερ' ή ήταν ο Παστέρ; Το είδωλό μου».
Ο μάγος-παθολόγος μάζεψε πρώτες ύλες, συμβουλεύτηκε μια αστρονομική εφημερίδα, έκανε κάποιους υπολογισμούς σ' έναν κομπιούτερ και συνέχισε να φλυαρεί.
«Φούγκιτ όρα», είπε ο Ακίλα. «Το πρόβλημά σου, γέρο μου, είναι πως έχασες τα λογικά σου. Ουί; Τα έχασες σε μια φυγή από την πραγματικότητα και μια απελπισμένη αναζήτηση ηρεμίας, από μια απρόσεκτη ματιά που σου έριξα. Ελάς! Ζητώ συγνώμη γι' αυτό, R.S.V.P.». Με κάτι που έμοιαζε μ' αυτό που σημειώνουν τις γραμμές στο τένις τράβηξε ένα κύκλο γύρω από τον Χάλσυον πάνω στο βάθρο. «Το πρόβλημά σου είναι, δηλαδή: Ψάχνεις την ηρεμία της παιδικής ηλικίας. Θα έπρεπε να μάχεσαι για ν' αποκτήσεις την ηρεμία της ωριμότητας, ν' ες-πα; Χριστέ μου».
Ο Ακίλα συνέχισε να τραβά
κύκλους και πεντάλφες μ' ένα
γυαλιστερό διαβήτη κι ένα χάρακα,
ζύγισε μερικές σκόνες σε μια
ηλεκτρονική ζυγαριά ακρίβείας,
έριξε διάφορα υγρά από
ογκομετρικές προχοϊδες σ' ένα
χωνευτήρι, και συνέχισε: «Πολλοί
μάγοι έχουν αναζωογονήσει το
εμπόριο φίλτρων νεότητας από
κάποιες πηγές αθανασίας. Α, ναι.
Υπάρχουν πολλά φίλτρα και πολλές
πηγές όχι για σένα όμως. Αλτο. Η
νεότητα δεν είναι για τους
καλλιτέχνες. Η θεραπεία είναι η
ηλικία. Πρέπει να σε απαλλάξουμε
από τη νεότητα και να σε
μεγαλώσουμε, νιχτ βαρ;»
«'Οχι», είπε ο Χάλσυον. «Η νιότη
είναι η τέχνη. Η νιότη είναι το
όνειρο. Η νιότη είναι η ευλογία».
«Για μερικούς, ναι. Για πολλούς, όχι.
'Οχι για σένα. Εσύ είσαι
καταραμένος, μικρέ μου. Πρέπει να σε
εξαγνίσουμε. Η επιθυμία για
εξουσία. Η επιθυμία για σεξ. Οι
συνεχείς αδικίες εις βάρος σου. Η
φυγή από την πραγματικότητα. Το
πάθος για εκδίκηση. Α, μάλιστα, ο
Φάδερ Φρόυντ είναι επίσης το είδωλό
μου. Σας καθαρίζουμε σε πολύ
χαμηλές τιμές».
«Δηλαδή;»
«Θα δεις όταν τελειώσουμε».
Ο κ. Ακίλα τοποθέτησε χωνευτήρια και δοχεία Πέτρι με υγρά και σκόνες γύρω από τον ανήμπορο ζωγράφο. Μέτρησε κι έκοψε φυτίλια και τα συνέδεσε μ' ένα ηλεκτρονικό χρονόμετρο, που το ρύθμισε πολύ προσεκτικά. Πήγε σ' ένα ράφι με ορούς, κατέβασε μια μικρή φιάλη με το νούμερο 5-271-009, γέμισε μια σύριγγα και έκανε μια ενδοφλέβια ένεση στον Χάλσυον.
«Αρχίζουμε», είπε, «την
κάθαρση των ονείρων σου. Βουαλά».
Ανοιξε το ηλεκτρονικό χρονόμετρο
και μπήκε πίσω από ένα μολύβδινο
παραβάν. Μια στιγμή σιωπής. Ξαφνικά
ακούστηκε μια μαύρη μουσική από
κάποιο κρυμμένο μεγάφωνο, και μια
μαγνητοφωνημένη φωνή άρχισε να
απαγγέλλει ένα ανυπόφορο ξόρκι. Το
ένα μετά το άλλο τα υγρά και οι
σκόνες γύρω από τον Χάλσυον άρχισαν
να καίγονται. Βρέθηκε
καταποντισμένος στη μουσική και τη
φωτιά. Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει
γύρω του με μια εκκωφαντική
σύγχυση...
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Εθνών ήρθε να τον βρει. 'Ηταν ψηλός και οστεώδης, εύθυμος στους τρόπους τον αλλά πικραμένος στην έκφραση. Ανήσυχος, έπαιζε με τα δάχτυλά του.
«Κε Χάλσυον! Κε Χάλσυον!»
φώναξε. «Πού ήσουν, φίλε μου;
Γκαντέμ. Χοκ τέμπορε. Ξέρεις τι
έγινε;»
«'Οχι», απάντησε ο Χάλσυον. «Τι
έγινε;»
«Αμέσως μόλις το 'σκασες από το
τρελάδικο. Μπάνγκο! Ατομικές βόμβες
παντού. Ο πόλεμος των δύο ωρών.
Τελείωσε. 'Ορα φούγκιτ, γέρο μου, ο
ανδρισμός χάθηκε».
«Τι!»
«Η σκληρή ραδιενέργεια, κε Χάλσυον,
κατέστρεψε τον ανδρισμό όλου του
κόσμου. Γκαντέμ. Είσαι ο μοναδικός
άντρας ικανός να κάνει παιδιά.
Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στη
μυστηριώδη παρουσία ενός
μεταλλαγμένου γονιδίου στο
γενετικό σου υλικό που σε κάνει
διαφορετικό. Χριστέ μου».
«'Οχι».
«Ουί. 'Εχεις την υποχρέωση να
επανεποικίσεις τον κόσμο. Σου
έχουμε κλείσει μια σουίτα στο
Οντεόν. 'Εχει τρεις κρεβατοκάμαρες.
Τρεις' το αγαπημένο μου νούμερο.
Πρώτος αριθμός».
«Φοβερό!» είπε ο Χάλσυον. «Αυτό ήταν
πάντα το μεγάλο μου όνειρο».
Η πομπή που τον πήγε στο Οντεόν ήταν θριαμβευτική. Τον στεφάνωσαν με λουλούδια, του έπαιξαν μουσική, τον ζητωκραύγασαν και τον χειροκρότησαν. Εκστασιασμένες γυναίκες πετάγονταν μπροστά του πρόστυχα, προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή του. Αφού έφτασε στη σουίτα του, ο Χάλσυον δείπνησε με ακριβά φαγητά και κρασιά. 'Ενας ψηλός, οστεώδης άντρας μπήκε με εξυπηρετικό ύφος. 'Ηταν εύθυμος στους τρόπους του αλλά πικραμένος στην έκφραση. Κρατούσε έναν κατάλογο στο χέρι του.
«Είμαι ο Παγκόσμιος
Προαγωγός, στην υπηρεσία σας, κε
Χάλσυον», είπε. Συμβουλεύτηκε τον
κατάλογό του. «Γκαντέμ. Είναι 5.271.009
παρθένες που ζητούν την προσοχή
σας. 'Ολες εγγυημένα όμορφες.
'Εβιγκ-βάιμπλιχε. Διαλέχτε ένα
νούμερο από το ένα ώς το 5.000.000».
«Θ' αρχίσουμε με μια κοκκινομάλλα»,
είπε ο Χάλσυον.
Του έφεραν μια κοκκινομάλλα. 'Ηταν λεπτή, με αγορίστικο σώμα, με μικρό, σκληρό στήθος. Η επόμενη ήταν πιο γεμάτη με κουνιστά οπίσθια. Η πέμπτη ήταν μια μεγαλόσωμη νταρντάνα και τα στήθη της ήταν σαν αφρικανικά αχλάδια. Η δέκατη ήταν μια αισθησιακή γυναίκα, σαν να είχε βγει από πίνακα του Ρέμπραντ. Η εικοστή ήταν λεπτή αλλά μυώδης. Η τριακοστή ήταν λεπτή, με αγορίστικο σώμα, με μικρό, σκληρό στήθος.
«'Εχουμε ξανασυναντηθεί;»
ρώτησε ο Χάλσυον.
«'Οχι», του είπε εκείνη.
Η επόμενη ήταν πιο γεμάτη
με κουνιστά οπίσθια.
«Το σώμα σου κάτι μου θυμίζει», είπε
ο Χάλσυον.
«'Οχι», του απάντησε εκείνη.
Η πεντηκοστή ήταν μια
μεγαλόσωμη νταρντάνα και τα στήθη
της ήταν σαν αφρικανικά αχλάδια.
«Σίγουρα;» είπε ο Χάλσυον.
«Σίγουρα», του απάντησε.
Ο Παγκόσμιος Προαγωγός
μπήκε με το πρωινό αφροδισιακό του
Χάλσυον.
«Δεν το βάζω στο στόμα μου», είπε ο
Χάλσυον.
«Γκαντέμ», φώναξε ο Προαγωγός.
«Είσαι πραγματικός γίγαντας.
Ελέφαντας αληθινός. Είναι φυσικό να
είσαι ο κοσμαγάπητος Αδάμ. Ταν σουά
πε. Είναι φυσικό να κλαίνε όλες και
να σ' αγαπάνε». 'Ηπιε το αφροδισιακό
ο ίδιος.
«Πρόσεξες πως αρχίζουν και
μοιάζουν όλες μεταξύ τους»
παραπονέθηκε ο Χάλσυον.
«Μα όχι! 'Ολες είναι διαφορετικές.
Παρμπλέ! Αυτή είναι προσβολή στο
λειτούργημά μου».
«Μα είναι διαφορετικές, αλλά οι
τύποι τείνουν να
επαναλαμβάνονται».
«Ναι; Αυτή είναι η ζωή, γέρο μου. Η
ζωή είναι κυκλική. Εσύ, σαν
καλλιτέχνης, δεν το έχεις
προσέξει;»
«Νόμιζα πως δεν ίσχυε στον έρωτα»
«Ισχύει σε όλα. Βάρχαϊτ ουντ
ντίχτουνγκ».
«Τι είπες, κλαίνε;»
«Ουί. 'Ολες τους κλαίνε».
«Γιατί;»
«Από την εκστατική τους αγάπη για
σένα. Γκαντέμ».
Ο Χάλσυον σκέφτηκε τη
διαδοχή των αγορίστικων, γεμάτων,
μεγαλόσωμων, αισθησιακών, λεπτών,
κοκκινομάλλων, ξανθιών, καστανών,
λευκών, μαύρων και μελαχρινών
γυναικών. «Δεν το είχα προσέξει»,
είπε.
«Πρόσεξέ το σήμερα, παγκόσμιε
πατέρα. Θ' αρχίσουμε;» 'Ηταν αλήθεια.
Ο Χάλσυον δεν το είχε προσέξει.
'Ολες τους έκλαιγαν. Αυτό τον
κολάκεψε, αλλά και τον στεναχώρησε.
«Γιατί δεν γελάς λίγο;» ρώτησε. Δεν
ήθελαν ή δεν μπορούσαν.
Επάνω, στην ταράτσα του
Οντεόν, όπου ο Χάλσυον έκανε τις
απογευματινές τον ασκήσεις, ρώτησε
σχετικά τον εκπαιδευτή του, έναν
ψηλό και οστεώδη άντρα, εύθυμο
στους τρόπους αλλά πικραμένο στην
έκφραση.
«Μπα;» είπε ο εκπαιδευτής. «Γκαντέμ.
Δεν ξέρω, ολ' ουίσκυ-εντ-σόντα. 'Ισως
επειδή είναι μια τραυματική
εμπειρία γι' αυτές».
«Τραυματική;» είπε ο Χάλσυον
λαχανιασμένα. «Γιατί; Τι τους κάνω;»
«Χα-χα! Αστειεύεσαι, ε; 'Ολος ο
κόσμος ξέρει τι τους κάνεις».
«'Οχι, θέλω να πω... Πώς μπορεί να
είναι τραυματική; Δεν κάνουν τα
πάντα για να 'ρθουν σε μένα; Δεν
ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες
τους;»
«Μυστήριο. Τριποτάζ. Τώρα, αγαπητέ
πατέρα του κόσμου, θ' αρχίσουμε τα
πουσάπς. 'Ετοιμος; Πάμε».
Κάτω, στο εστιατόριο του
Οντεόν, ο Χάλσυον ρώτησε τον
αρχισερβιτόρο, έναν ψηλό, οστεώδη
άντρα, εύθυμο στους τρόπους αλλά
πικραμένο στην έκφραση.
«Είμαστε κοσμοπολίτες, κ. Χάλσυον.
Σούο γιούρε. Θα πρέπει να
καταλαβαίνετε. Αυτές οι γυναίκες
σας αγαπούν και το μόνο πράγμα που
μπορούν να πάρουν από σας είναι μια
νύχτα έρωτα. Γκαντέμ. Φυσικά και
απογοητεύονται».
«Τι θέλουν;»
«'Ο,τι θέλει κάθε γυναίκα, μάι
γκέητγουέυ του δη γουέστ. Μια
μόνιμη σχέση. Γάμο».
«Γάμο!»
«Ουί».
«'Ολες τους;»
«Ουί».
«Ωραία. Θα παντρευτώ και τις 5.271.009».
Αλλά ο Παγκόσμιος Προαγωγός είχε
αντιρρήσεις. «Νο, νο, νο, νεαρέ
Λόκινβαρ. Γκαντέμ. Αδύνατο. Εκτός
από τα θρησκευτικά προβλήματα,
υπάρχουν και ανθρώπινα. Ποιος θα
μπορούσε να κουμαντάρει ένα τέτοιο
χαρέμι;»
«Τότε θα παντρευτώ μία»,
«'Οχι, όχι, όχι. Πανσέ α μονά. Πώς θα
αποφασίσεις; Πώς θα διαλέξεις; Με
κλήρο; Θα ρίξεις κορώνα-γράμματα;»
«'Εχω ήδη διαλέξει».
«Ναι; Ποια;»
«Το κορίτσι μου», είπε σιγά ο
Χάλσυον. «Την Τζούντιθ Φηλντ».
«Την αγαπημένη σου, ε;»
«Ναι».
«Είναι πολύ χαμηλά στη λίστα των
5.000.000».
«'Ηταν πάντα το νούμερο ένα στη δική
μου λίστα. Θέλω τη Τζούντιθ». Ο
Χάλσυον αναστέναξε. «Τη θυμάμαι στο
Χορό των Καλών Τεχνών... Είχε
πανσέληνο...»
«Μα η πανσέληνος είναι στις είκοσι
έξι».
«Θέλω την Τζούντιθ. Αλλιώς...»
«Θα πρέπει να το συζητήσουμε στο
συμβούλιο. Γκαντέμ».
Συζητήθηκε στο συμβούλιο
του ΟΗΕ από μια ντουζίνα
αντιπρόσωπους, όλους ψηλούς,
οστεώδεις, εύθυμους στους τρόπους
αλλά πικραμένους στην έκφραση.
Αποφασίστηκε να επιτρέψουν στον
Χάλσυον ένα μυστικό γάμο.
«Χωρίς οικογενειακούς δεσμούς
όμως», τον προειδοποίησε ο
Παγκόσμιος Προαγωγός. «Δεν θα είσαι
πιστός στη γυναίκα σου. Αυτό πρέπει
να γίνει κατανοητό. Είσαι
απαραίτητος στο πρόγραμμά μας.
Είσαι αναντικατάστατος».
'Εφεραν την τυχερή
Τζούντιθ Φηλντ στο Οντεόν. 'Ηταν μια
ψηλή, μελαχρινή κοπέλα με κοντά
σγουρά μαλλιά και όμορφα πόδια. Ο
Χάλσυον έπιασε το χέρι της. Ο
Παγκόσμιος Προαγωγός βγήκε στις
μύτες των ποδιών του.
«Γεια σου αγάπη», μουρμούρισε ο
Χάλσυον.
Η Τζούντιθ τον κοίταξε με απέχθεια.
Τα μάτια της ήταν υγρά, το πρόσωπό
της κόκκινο από το κλάμα.
«Γεια σου αγάπη», ξανάπε ο Χάλσυον.
«Αν μ' ακουμπήσεις, Τζεφ», είπε η
Τζούντιθ με πνιχτή φωνή, «θα σε
σκοτώσω».
«Τζούντυ!»
«Αυτός ο αηδιαστικός άνθρωπος μου
τα εξήγησε όλα. Δεν φάνηκε να
καταλαβαίνει τι του έλεγα...
Προσευχόμουν να πεθάνεις προτού
έρθει η σειρά μου».
«Αλλά θα παντρευτούμε, Τζούντυ».
«Προτιμώ να πεθάνω παρά να σε
παντρευτώ».
«Δεν σε πιστεύω. Αγαπιόμαστε από...»
«Για τ' όνομα του Θεού, Τζεφ, η αγάπη
δεν υπάρχει πια για σένα. Δεν
καταλαβαίνεις; Αυτές οι γυναίκες
κλαίνε γιατί σε μισούν. Κι εγώ σε
μισώ. 'Ολος ο κόσμος σε μισεί. Είσαι
αηδιαστικός».
Ο Χάλσυον την κοίταξε και είδε την αλήθεια στο πρόσωπό της. Οργισμένος, προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Εκείνη του αντιστάθηκε άγρια. Αρχισαν να παλεύουν μέσα στο μεγάλο λίβινγκ-ρουμ της σουίτας, αναποδογυρίζοντας τα έπιπλα, με την ανάσα τους να βγαίνει σφυριχτή, την οργή τους να μεγαλώνει. Ο Χάλσυον χτύπησε την Τζούντιθ Φηλντ με τη γροθιά του για να δώσει ένα τέλος στην πάλη τους. Εκείνη έπεσε πίσω, πιάστηκε από μια κουρτίνα, πέρασε μέσα από το παράθυρο σπάζοντας τα τζάμια και έπεσε στο δρόμο από δεκατέσσερα πατώματα σαν κούκλα.
Ο Χάλσυον κοίταξε κάτω με φρίκη. 'Ενα πλήθος είχε αρχίσει να μαζεύεται γύρω από το σώμα. Πρόσωπα γύριζαν προς τα πάνω. Γροθιές υψώνονταν. 'Ενα απειλητικό γρύλισμα άρχισε να βγαίνει από το πλήθος. Ο Παγκόσμιος Προαγωγός μπήκε τρέχοντας στη σουίτα.
«Γέρο μου! Μάι μπλου!»
φώναξε. «Τι έκανες; Περ κόντο. Αυτή
είναι μια σπίθα που μπορεί να
προκαλέσει ταραχές. Κινδυνεύεις
σοβαρά. Γκαντέμ».
«Είναι αλήθεια πως με μισούν όλοι;»
«Ελάς, έμαθες λοιπόν την αλήθεια;
Αυτό το αδιάκριτο κορίτσι. Την
προειδοποίησα. Ουί. Σε
απεχθάνονται».
«Αλλά εσύ μου είπες πως με
αγαπούσαν. Ο νέος Αδάμ. O πατέρας του
νέου κόσμου».
«Ουί. Είσαι ο πατέρας, αλλά ποιο
παιδί δεν μισεί τον πατέρα του; Και
είσαι επίσης ένας νόμιμος βιαστής.
Ποια γυναίκα δεν μισεί το να την
υποχρεώνουν να βρεθεί με έναν
άντρα... ακόμα κι αν είναι
απαραίτητο για την επιβίωση; 'Ελα
γρήγορα, μάι ροκ-εντ-ράι. Πάσιμ.
Κινδυνεύεις αληθινά».
Τράβηξε τον Χάλσυον σ' έναν
ανελκυστήρα υπηρεσίας και τον
κατέβασε στο υπόγειο του Οντεόν.
«Ο στρατός θα σε βγάλει από δω. Θα σε
πάμε κατευθείαν στην Τουρκία και θα
πετύχουμε κάποιο συμβιβασμό».
Τον Χάλσυον τον παρέλαβε
ένας ψηλός, οστεώδης
συνταγματάρχης με πικραμένη
έκφραση που τον οδήγησε από υπόγεια
περάσματα σ' ένα μικρό δρομάκι, όπου
περίμενε ένα στρατιωτικό
αυτοκίνητο. Ο συνταγματάρχης
έσπρωξε τον Χάλσυον μέσα.
«Γιάκτα άλεα εστ», είπε στον
οδηγό. «Ταχύτητα, δεκανέα μου.
Προστάτευσε τον γέρο-πιστό. Στο
αεροδρόμιο. Αλόρ!»
«Γκαντέμ, σερ», απάντησε ο δεκανέας.
Χαιρέτησε και έβαλε μπρος το αμάξι.
Καθώς έτρεχαν ιλιγγιωδώς στους
δρόμους, o Χάλσυον γύρισε και τον
κοίταξε. 'Ηταν ένας ψηλός, οστεώδης
άντρας, εύθύμος στους τρόπους αλλά
πικραμένος στην έκφραση.
«Κούλτουρκαμπφ ντερ Μένσαϊτ»,
μουρμούρισε ο δεκανέας. «Χριστέ
μου!»
Στη μέση του δρόμου είχε στηθεί ένα γιγαντιαίο οδόφραγμα, αυτοσχέδιο, από σκουπιδοντενεκέδες, έπιπλα, αναποδογυρισμένα αμάξια, σηματοδότες. Ο δεκανέας ήταν υποχρεωμένος να φρενάρει. Καθώς ετοιμαζόταν να γυρίσει το αμάξι πίσω, ένα πλήθος γυναικών βγήκε από πόρτες σπιτιών, υπόγεια, μαγαζιά. Ούρλιαζαν. Μερικές κρατούσαν αυτοσχέδια ρόπαλα.
«Εξέλσιορ!» φώναξε ο δεκανέας. «Γκαντέμ». Προσπάθησε να βγάλει το υπηρεσιακό του περίστροφο από τη θήκη του. Οι γυναίκες άνοιξαν τις πόρτες του αυτοκινήτου και τράβηξαν έξω τον Χάλσυον και τον δεκανέα. Ο Χάλσυον κατάφερε να ξεγλιστρήσει, παλεύοντας με το έξαλλο πλήθος, έφτασε στο πεζοδρόμιο, σκόνταψε και έπεσε σ' ένα σκοτεινό χάσμα, μέσα από ένα ορθάνοιχτο άνοιγμα καρβουναποθήκης. Βρέθηκε να πέφτει σ' έναν ατέλειωτο μαύρο χώρο. Το κεφάλι του γύριζε. 'Ενας χείμαρρος άστρων πέρασε από μπροστά του...
Και βρέθηκε να αιωρείται μόνος στο διάστημα, ένας μάρτυρας, παρεξηγημένος, ένα θύμα απάνθρωπης αδικίας.
'Ηταν ακόμα δεμένος με αυτό που κάποτε ήταν ο τοίχος του Κελλιού 5, Συγκρότημα 27, Σειρά 100, Πτέρυγα 9 του Σωφρονιστηρίου στην Καλυψώ, ώσπου εκείνη η ξαφνική έκρηξη ακτίνων γάμμα διέλυσε την τεράστια φυλακή-φρούριο - μεγαλύτερη κι από το Σατώ ντ' Ιφ. Αυτή η έκρηξη, ήξερε τώρα, ήταν το αποτέλεσμα ενός σαμποτάζ των Γκρσς.
'Ολα του τα υπάρχοντα ήταν η στολή του καταδίκου, ένα κράνος, ένας κύλινδρος Ο2, η ζοφερή οργή του για την αδικία που του είχαν κάνει, και η γνώση του μυστικού για το πώς θα μπορούσαν να νικηθούν οι Γκρσς και να αποτραπούν τα σχέδιά τους για την κυριαρχία του ηλιακού συστήματος.
Οι Γκρσς, τρομακτικοί επιδρομείς από το 'Ομικρον του αστερισμού του Κήτους, διεφθαρμένοι του Διαστήματος, διαστημικοί ιμπεριαλιστές, ψυχρόαιμοι, σαν κατσαρίδες, τρέφονταν από τους ψυχωτικούς φόβους που δημιουργούσαν στους ανθρώπους ελέγχοντάς τους πνευματικά, και απλώνονταν σ' όλο το γαλαξία. 'Ηταν αδύνατο να τους σταματήσουν, γιατί είχαν τη δύναμη της συγχρο-κίνησης - την ικανότητα να είναι σε δύο μέρη την ίδια στιγμή.
Στο θόλο του Διαστήματος φάνηκε να κινείται μια φωτεινή κουκίδα, αργά, σαν μετέωρο. 'Ηταν ένα σωστικό σκάφος, είδε ο Χάλσυον, που χτένιζε το διάστημα ψάχνοντας για τυχόν επιζήσαντες. Αναρωτήθηκε αν το φως του Δία, που τον βομβάρδιζε με εξασθενημένη ακτινοβολία, ήταν αρκετό για να τον δουν. Αναρωτήθηκε αν ήθελε τελικά να τον σώσουν.
«Θα επαναληφθεί η ίδια ιστορία», είπε ενοχλημένα ο Χάλσυον. «Οι ψευδείς κατηγορίες του ρομπότ του Μπάλορσεν... H άδικη καταδίκη, μου από τον πατέρα της Τζούντιθ... Η ίδια η Τζούντιθ θα με απαρνηθεί και πάλι... Στη φυλακή ξανά... Και τελικά θα με καταστρέψουν οι Γκρσς μαζί με τα τελευταία οχυρά της Γης. Γιατί να μην πεθάνω από τώρα;»
Αλλά την ίδια στιγμή που τα έλεγε αυτά ήξερε πως ήταν ψέματα. 'Ηταν ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε το μοναδικό μυστικό που θα μπορούσε να σώσει τη Γη και ολόκληρο το γαλαξία. Πρέπει να ζήσει. Πρέπει να αγωνιστεί.
Με μια ακαταδάμαστη προσπάθεια, ο Χάλσυον σηκώθηκε στα πόδια του, παλεύοντας με τις αλυσίδες του. Με την ατσάλινη δύναμη που είχε αποκτήσει σκάβοντας στα ορυχεία των Γκρσς, κούνησε τα χέρια του και φώναξε. Η φωτεινή κουκίδα δεν άλλαξε την πορεία της. Συνέχισε να απομακρύνεται αργά. Και τότε είδε μια φωτεινή σπίθα να βγαίνει από την ουρολιθική πέτρα καθώς τρίφτηκε πάνω της ένας κρίκος της αλυσίδας του. Αποφάσισε να επιχειρήσει μια απελπισμένη μέθοδο για να κάνει σινιάλο στο σωστικό διαστημόπλοιο.
'Εβγαλε τον πλαστικό σωλήνα της δεξαμενής Ο2 από το πλαστικό του κράνος και άφησε το πολύτιμο, ζωογόνο οξυγόνο να χυθεί στο Διάστημα. Με τρεμάμενα χέρια μάζεψε τους κρίκους της αλυσίδας που έδενε το πόδι του και τους έτριψε στον τοίχο, κοντά στο ρεύμα του οξυγόνου. Μια σπίθα πετάχτηκε. Το οξυγόνο πήρε φωτιά. 'Ενα εκτυφλωτικό σιντριβάνι λευκής φωτιάς τινάχτηκε μισό μίλι στο Διάστημα.
Αναπνέοντας όσο πιο οικονομικά μπορούσε το οξυγόνο που είχε απομείνει στην κάσκα του, ο Χάλσυον κούνησε αργά τον κύλινδρο, σκουπίζοντας με τη φλόγα το Διάστημα, απελπισμένα. Ο αέρας μέσα το κράνος του ήταν πια βρώμικος και τσουχτερός. Τ' αυτιά του άρχισαν να βουίζουν. Η όρασή του άρχισε να σβήνει. Τελικά οι αισθήσεις του τον εγκατέλειψαν...
'Οταν συνήλθε βρισκόταν ξαπλωμένος σε μια πλαστική κουκέτα στην καμπίνα ενός διαστημοπλοίου. Από έναν ήχο υψηλής συχνότητας κατάλαβε πως έτρεχαν με την ανώτατη ταχύτητα. Ανοιξε τα μάτια του. Δίπλα στην κουκέτα του στεκόταν o Μπάλορσεν, το ρομπότ του Μπάλορσεν, ο Αρχιδικαστής Φηλντ και η κόρη του η Τζούντιθ. Η Τζούντιθ έκλαιγε. Το ρομπότ ήταν δεμένο με μαγνητικές πλαστικές αλυσίδες και τιναζόταν κάθε τόσο καθώς ο Στρατηγός Μπάλορσεν το χτυπούσε ξανά και ξανά με ένα πυρηνικό πλαστικό μαστίγιο.
«Παρμπλέ! Γκαντέμ!»
μούγκρισε το ρομπότ. «Είναι αλήθεια
πως εγώ ενοχοποίησα τον Τζεφ
Χάλσυον. Αουτς! Φλυξ ντε μπους. Εγώ
ήμουν ο διαστημικός πειρατής που
έκανε τη διαστημική ληστεία στο
διαστημικό φορτηγό. Γκαντέμ. Αουτς!
O διαστημικός μπάρμαν στο Σαλούν
του Αστροναύτη ήταν ο συνένοχός
μου. 'Οταν ο Τζάκσον σαμποτάρησε το
διαστημικό ταξί μπήκα στο
διαστημικό γκαράζ και ακτινοβόλησα
με ακτίνες Χ το ηχητικό όπλο προτού
ο Τάντιαλ δολοφονήσει τον Ο' Λήρυ.
Ωζ αρμ. Χριστέ μου. Αουτς!»
«Ορίστε λοιπόν η ομολογία,
Χάλσυον», μούγκρισε ο Στρατηγός
Μπάλορσεν. 'Ηταν ψηλός, οστεώδης, με
πικραμένη έκφραση. «Μα τον Θεό. Αρς
εστ κελάρε άρτεμ. Είσαι αθώος».
«Σε καταδίκασα άδικα, γερο-πιστέ»,
μούγκρισε ο Δικαστής Φηλντ. 'Ηταν
ψηλός, οστεώδης, με πικραμένη
έκφραση. «Θα συγχωρέσεις την
ανοησία μου; Ζητώ συγνώμη».
«Σε αδικήσαμε, Τζεφ», ψιθύρισε η
Τζούντιθ. «Θα μας συγχωρέσεις ποτέ;
Πες μας πως μας συγχωρείς».
«Λυπάστε για τον τρόπο που με
αντιμετωπίσατε», μούγκρισε ο
Χάλσυον. «Αλλά χάρις στη μυστηριώδη
παρουσία ενός μεταλλαγμένου
γονιδίου στο γενετικό μου υλικό που
με κάνει διαφορετικό, είμαι ο
μοναδικός άνθρωπος που ξέρει το
μοναδικό μυστικό που μπορεί να
σώσει το γαλαξία από τους Γκρσς».
«Νο, νο, νο, ολ' τζιν-εντ-τόνικ», τον
παρακάλεσε ο Στρατηγός Μπάλορσεν.
«Γκαντέμ. Μη μας κρατάς κακία. Σώσε
μας από τους Γκρσς».
«Σώσε μας, φω ντε μιε, σώσε μας,
Τζέφ», είπε ο Δικαστής Φηλντς.
«Ω, σε παρακαλώ, Τζεφ, σε παρακαλώ»,
ψιθύρισε η Τζούντι.
«Οι Γκρσς βρίσκονται παντού και όλο
και πλησιάζουν. Θα σε πάμε στον ΟΗΕ.
Πρέπει να πεις στο συμβούλιο πώς θα
εμποδίσουμε τους Γκρσς να είναι σε
δυο μέρη συγχρόνως».
Το διαστημόπλοιο έκοψε ταχύτητα και προσγειώθηκε στη Νήσο του Κυβερνήτη, όπου μια αντιπροσωπία αξιωματούχων απ' όλο τον κόσμο τους υποδέχθηκε και οδήγησε γρήγορα τον Χάλσυον στην αίθουσα των Γενικών Συνελεύσεων του ΟΗΕ. Προχώρησαν στους παράξενα καμπύλους δρόμους που πλαισιώνονταν από παράξενα καμπυλωμένα κτίρια που είχαν διορθωθεί πρόσφατα, όταν ανακάλυψαν πως οι Γκρσς εμφανίζονταν πάντα στις γωνίες. Σ' όλη τη Γη δεν είχε μείνει ούτε μια γωνία πια.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη όταν μπήκε μέσα ο Χάλσυον. Εκατοντάδες ψηλοί, οστεώδεις, με πικραμένη έκφραση διπλωμάτες χειροκρότησαν καθώς προχώρησε προς το βήμα, ντυμένος ακόμα με τα πλαστικά ρούχα του καταδίκου. Ο Χάλσυον κοίταξε γύρω χολωμένος.
«Ναι», μούγκρισε.
«Χειροκροτάτε όλοι σας. 'Ολοι σας με
σέβεστε τώρα' αλλά πού ήσασταν όταν
με ενοχοποίησαν, με καταδίκασαν και
με φυλάκισαν... εμένα, έναν αθώο; Πού
ήσασταν τότε;»
«Χάλσυον, συγχώρεσέ μας. Γκαντέμ!»
φώναξαν εκείνοι.
«Δεν θα σας συγχωρέσω' υπέφερα
δεκαεπτά χρόνια στα ορυχεία των
Γκρσς. Τώρα είναι η σειρά σας να
υποφέρετε».
«Σε παρακαλούμε, Χάλσυον!»
«Πού είναι οι ειδικοί σας; Πού είναι
οι καθηγητές σας; Οι
πραγματογνώμονές σας; Οι
ηλεκτρονικοί σας υπολογιστές; Οι
σούπερ έξυπνες μηχανές σας; Ας σας
λύσουν αυτοί το μυστήριο των
Γκρσς».
«Δεν μπορούν, ολ' ουίσκυ-εντ-σόντα.
Αντρ νου. 'Εχουν κολλήσει. Σώσε μας,
Χάλσυον. Αουφίντερζεν».
Η Τζούντιθ πήρε το χέρι του. «'Οχι
για μένα, Τζεφ», ψιθύρισε. «Ξέρω πως
ποτέ δεν θα με συγχωρέσεις για την
αδικία που σου έκανα. Αλλά για όλες
τις γυναίκες του γαλαξία που
αγαπούν και τις αγαπούν».
«Σε αγαπώ ακόμα, Τζούντυ».
«Πάντα σ' αγαπούσα, Τζεφ».
«Οκέυ. Δεν θα τους το έλεγα, αλλά με
έπεισες».
Ο Χάλσυον σήκωσε τα χέρια του για να σωπάσουν. Μίλησε απλά, μέσα στην απόλυτη σιγή που ακολούθησε. «Το μυστικό είναι το εξής, κύριοι. Οι υπολογιστές σας συνδύασαν τα δεδομένα που τους δώσατε για να ανακαλύψουν την κρυφή αδυναμία των Γκρσς. Δεν μπόρεσαν να βρουν καμιά αδυναμία. 'Ετσι λοιπόν βγάλατε το συμπέρασμα πως οι Γκρσς δεν έχουν καμιά κρυφή αδυναμία. Αυτό ήταν λάθος συμπέρασμα».
Η Γενική Συνέλευση κράτησε
την αναπνοή της.
«Αυτό είναι το μυστικό: Θα έπρεπε
να συμπεράνετε πως κάτι δεν πήγαινε
καλά με τους υπολογιστές».
«Γκαντέμ!» φώναξαν όλοι. «Γιατί
δεν το σκεφτήκαμε αυτό; Γκαντέμ!»
«Και ξέρω τι είναι αυτό που δεν
πάει καλά!» Και πάλι απόλυτη
σιωπή.
Η πόρτα της αίθουσας
άνοιξε ξαφνικά με ορμή. Ο καθηγητής
Ντέθχας, ψηλός, οστεώδης, με
πικραμένη έκφραση, μπήκε μέσα
τρικλίζοντας. «Εύρηκα!» φώναξε. «Το
βρήκα, Γκαντέμ. Κάτι δεν πάει καλά
με τους υπολογιστές. Το τρία είναι μετά
το δύο, όχι πριν».
Η Γενική Συνέλευση ξέσπασε σε
ζητωκραυγές. 'Ετρεξαν όλοι στον
καθηγητή Ντέθχας για να τον
συγχαρούν. Ανοιξαν σαμπάνιες.
'Εκαναν προπόσεις προς τιμήν του.
Του απένειμαν διάφορα μετάλλια.
Φαινόταν απόλυτα ευχαριστημένος.
«'Ει» φώναξε ο Χάλσυον.
«Αυτό ήταν το μυστικό μου. Είμαι ο
μόνος άνθρωπος που χάρις στη
μυστηριώδη παρουσία ενός
μεταλλαγμένου γονιδίου στο...»
Το τέλεξ άρχισε να γράφει ξαφνικά:
ΠΡΟΣΟΧΗ. ΠΡΟΣΟΧΗ. ΧΑΣΕΝΚΩΦ ΑΠΟ
ΜΟΣΧΑ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΕΛΑΤΤΩΜΑ
ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ. 3 ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ 2 ΚΑΙ
ΟΧΙ ΠΡΙΝ, ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ: ΜΕΤΑ
(ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΗ) ΟΧΙ ΠΡΙΝ.
'Ενας ταχυδρόμος μπήκε τρέχοντας.
«Εξπρές από τον δόκτορα Λάιφχας του
Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια. Λέει
πως κάτι δεν πάει καλά με τους
υπολογιστές. Το τρία είναι μετά το
δύο, όχι πριν».
'Ενας μικρός έφερε ένα τηλεγράφημα:
ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ ΛΑΘΟΣ ΣΤΟΠ ΔΥΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ
ΤΡΙΑ ΣΤΟΠ ΟΧΙ ΜΕΤΑ ΣΤΟΠ. ΦΟΝ
ΝΤΡΗΜΧΑΣ, ΧΑΙΔΕΛΒΕΡΓΗ.
Κάποιος πέταξε ένα μπουκάλι από το
παράθυρο. 'Επεσε στο πάτωμα και
έσπασε, φανερώνοντας ένα κομμάτι
χαρτί που έγραφε;
Σκεφτίκατε ποτέ πος ίσος ο
αριθμός 3 είνε μετά το 2 αντίς για
πριν; Κάτο οι Γκρις. Μίστερ
Χας-Χας.
Ο Χάλσυον πήρε στην άκρη
τον Δικαστή Φηλντ. «Τι διάβολο
γίνεται εδώ;» ρώτησε. «Νόμιζα πως
ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στον
κόσμο που ήξερε αυτό το μυστικό».
«Χίμελ-Χερ-Γκοτ!» απάντησε
ανυπόμονα ο Δικαστής Φηλντ.
«Είσαστε όλοι ίδιοι. Ονειρεύεστε
πως είσαστε ο μόνος άνθρωπος με
κάποιο μυστικό, ο μόνος άνθρωπος με
μια αδικία, μ' ένα κορίτσι, χωρίς ένα
κορίτσι, με ή χωρίς οτιδήποτε.
Γκαντέμ. Σας βαριέμαι, όλους εσάς.
Αντε χάσου».
Ο Δικαστής Φηλντ τον έσπρωξε πέρα. Ο Στρατηγός Μπάλορσεν τον έκανε στην άκρη. Η Τζούντιθ Φηλντ τον αγνόησε. Το ρομπότ του Μπάλορσεν τον έσπρωξε ύπουλα σε μια γωνιά του πλήθους όπου ένας Γκρσς, που βρισκόταν επίσης σε μια πολυάνθρωπη γωνία του Ποσειδώνα, έκανε κάτι ανομολόγητο στον Χάλσυον και εξαφανίστηκε μαζί του, τραβώντας τον καθώς ούρλιαζε, πάλευε και έκλαιγε, σ' έναν τρόμο που ήταν ένα θαυμάσιο γεύμα για τον Γκρσς αλλά ένας πλαστικός εφιάλτης για τον Χάλσυον...
Απ' όπου τον ξύπνησε η
μητέρα του και του είπε: «Αυτό θα σε
μάθει να μη σηκώνεσαι το βράδυ και
τρως κρυφά σάντουιτς από το ψυγείο
Τζέφρυ».
«Μαμά;»
«Ναι. Είναι ώρα να σηκωθείς παιδί
μου. Θα αργήσεις στο σχολείο».
Βγήκε. Ο Χάλσυον κοίταξε
γύρω του. Κοίταξε τον εαυτό του.
'Ηταν αλήθεια. Αλήθεια! Το
συνειδητοποίησε ξαφνικά σ' όλο του
το μεγαλείο. Το όνειρό του είχε
γίνει πραγματικότητα. 'Ηταν δέκα
χρονών και πάλι, με το σώμα ενός
δεκάχρονου αγοριού, στο σπίτι όπου
έζησε τα παιδικά τον χρόνια, στη
δεκαετία του τριάντα. Και στο μυαλό
του είχε τη γνώση, την εμπειρία, τα
γούστα ενός άντρα τριάντα ετών.
«Φοβερό!» φώναξε. «Θα είναι
θρίαμβος. Θρίαμβος!»
Θα γινόταν η ιδιοφυϊα του σχολείου. Θα άφηνε έκπληκτους τους γονείς του, έκθαμβους τους δασκάλους του, ανίκανους τους ειδικούς. Θα κέρδιζε υποτροφίες. Θα έπαιρνε την εκδίκησή του από κείνον τον Ρέναχαν που τον κορόιδευε. Θα νοίκιαζε μια γραφομηχανή και θα έγραφε όλα τα επιτυχημένα μυθιστορήματα και θεατρικά έργα που θυμόταν. Δεν θα άφηνε να πάει χαμένη εκείνη η ευκαιρία που είχε με την Τζούντι Φηλντ πίσω από το άγαλμα στο πάρκο. Θα έκλεβε ανακαλύψεις και εφευρέσεις, θα κέρδιζε στοιχήματα, θα έπαιζε στο χρηματιστήριο. 'Οταν θα έφτανε στα τριάντα τρία του θα του ανήκε όλος o κόσμος.
Ντύθηκε με δυσκολία. Είχε ξεχάσει που έβαζε τα ρούχα του. 'Εφαγε το πρωινό του με δυσκολία. Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα να εξηγήσει στη μητέρα του πως είχε συνηθίσει να αρχίζει τη μέρα του με ιρλανδικό καφέ. Το πρωινό τσιγάρο του έλειψε. Δεν είχε ιδέα που βρίσκονταν τα βιβλία τον. Η μητέρα του δυσκολεύτηκε να τον κάνει να ξεκινήσει.
«Ο Τζεφ είναι στις κακές του», την άκουσε να μουρμουρίζει. «Ελπίζω να μην πάθει τίποτα σήμερα».
Η μέρα άρχισε με τον
Ρέναχαν να του έχει στήσει ενέδρα
στην είσοδο του σχολείου. Ο Χάλσυον
τον θυμόταν μεγαλόσωμο με μοχθηρή
έκφραση. 'Εμεινε έκπληκτος όταν
ανακάλυψε πως ο Ρέναχαν ήταν
αδύνατος και ταλαιπωρημένος και
προφανώς ήταν κάτι που τον
ενοχλούσε και τον έκανε τόσο
επιθετικό.
«Μα εσύ δεν έχεις καμιά έχθρα
απέναντί μου», είπε ο Χάλσυον.
«Είσαι απλώς ένα μπερδεμένο παιδί
που προσπαθεί να αποδείξει κάτι».
Ο Ρέναχαν τον βάρεσε.
«Κοίτα, μικρέ», είπε με καλοσύνη ο
Χάλσυον. «Στην πραγματικότητα
θέλεις φίλους. Είσαι απλώς
ανασφαλής. Γι' αυτό γίνεσαι
επιθετικός».
Ο Ρέναχαν δεν καταλάβαινε από
ψυχανάλυση. Βάρεσε τον Χάλσυον πιο
δυνατά. Πόνεσε.
«Παράτα με ήσυχο», είπε ο Χάλσυον.
«Πήγαινε να επιβεβαιωθείς σε
κανέναν άλλον».
Ο Ρέναχαν, με δυο γρήγορες κινήσεις, έριξε κάτω τα βιβλία του Χάλσυον και του κατέβασε το φερμουάρ. 'Επρεπε να παλέψει. Είκοσι χρόνια παρακολούθησης του μελλοντικού Τζο Λιούις δεν ωφέλησαν τον Χάλσυον. 'Εφαγε φοβερό ξύλο. Επίσης άργησε για το μάθημά του. Τώρα είχε την ευκαιρία να καταπλήξει τους δασκάλους του.
«Το γεγονός είναι»,
εξήγησε στη δεσποινίδα Ραλφ της
πέμπτης, «πως είχα μια συνάντηση μ'
ένα νευρωτικό. Ξέρω το κροσέ του,
αλλά όχι και τα ψυχαναγκαστικά
του».
Η δεσποινίς Ραλφ του έδωσε ένα
χαστούκι και τον έστειλε στον
διευθυντή μ' ένα σημείωμα που τον
κατηγορούσε για ανήκουστη
αυθάδεια.
«Το μόνο πράγμα που είναι
ανήκουστο σ' αυτό το σχολείο», είπε
ο Χάλσυον στον κύριο Σνάιντερ,
«είναι η ψυχανάλυση. Πώς κάνετε
τους ικανούς δασκάλους χωρίς να...»
«Βρωμόπαιδο!» τον διέκοψε ο κύριος
Σνάιντερ θυμωμένος. 'Ηταν ψηλός,
οστεώδης, με πικραμένη έκφραση.
«Διάβαζες πρόστυχα βιβλία, ε;».
«Τι διάολο πρόστυχο έχει ο Φρόυντ;».
«Και λες και πρόστυχες κουβέντες, ε;
Χρειάζεσαι ένα μάθημα, βρωμόπαιδο».
Τον έστειλαν σπίτι του μ' ένα σημείωμα που ζητούσε από τους γονείς του να πάνε το συντομότερο στο σχολείο του για να συζητήσουν την αποβολή του λόγω διαφθοράς και άμεσης ανάγκης σωφρονισμού και ηθικής καθοδήγησης.
Αντί να γυρίσει σπίτι του, πήγε σ' ένα περίπτερο για να κοιτάξει τις εφημερίδες, ψάχνοντας για γεγονότα για τα οποία θα μπορούσε να στοιχηματίσει. Το κύριο γεγονός ήταν το ντέρμπυ. Αλλά ποιος είχε κερδίσει το ντέρμπυ το 1931; Και το πρωτάθλημα; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Και το χρηματιστήριο; Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα σχετικό. Ποτέ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τέτοια θέματα, μικρός. Δεν υπήρχε τίποτα χρήσιμα στη μνήμη του.
Προσπάθησε να πάει στη βιβλιοθήκη για να ψάξει περισσότερο. Ο βιβλιοθηκάριος, ψηλός, οστεώδης, με πικραμένη έκφραση, δεν τον άφηνε να μπει πριν από την ώρα που επιτρεπόταν να μπουν τα παιδιά, το απόγευμα. 'Εκανε βόλτες στους δρόμους. 'Οπου και να πήγαινε τον κυνηγούσαν μεγάλοι, οστεώδεις με πικραμένη έκφραση. Αρχιζε να συνειδητοποιεί πως τα δεκάχρονα αγόρια είχαν περιορισμένες ευκαιρίες να καταπλήξουν τον κόσμο.
Το μεσημέρι συνάντησε την Τζούντι Φηλντ και τη συνόδεψε ώς το σπίτι της. Τα κοκαλιάρικα γόνατά της και οι μαύρες της κοτσίδες του προξένησαν φρίκη. Ούτε η μυρωδιά της του άρεσε. Αλλά του έκανε εντύπωση η μητέρα της, που έμοιαζε πολύ με την Τζούντι που θυμόταν. Ξεχάστηκε με την κυρία Φηλντ και έκανε ένα-δυο πράγματα που πραγματικά τη σύγχυσαν. Τον έδιωξε από το σπίτι και μετά τηλεφώνησε στη μητέρα του, με τη φωνή της να τρέμει από την αγανάκτηση.
Ο Χάλσυον κατέβηκε στο ποτάμι και έκανε βόλτες στις αποβάθρες ώσπου τον πήραν στο κυνήγι. Πήγε σ' ένα μαγαζί να ρωτήσει πόσο νοίκιαζαν τις γραφομηχανές και τον κυνήγησαν. 'Εψαξε κάποιο ήρεμο μέρος για να κάτσει να σκεφτεί, να κάνει σχέδια, ν' αρχίσει ίσως να θυμάται κάποιο επιτυχημένο μυθιστόρημα. Δεν υπήρχε ήσυχο μέρος όσου να δέχονταν ένα μικρό αγόρι.
Μπήκε σπίτι του κατά τις τέσσερις και μισή, πέταξε τα βιβλία του στο δωμάτιό του, έψαξε κρυφά στο λίβινγκ-ρουμ, βούτηξε ένα τσιγάρο και ήταν έτοιμος να βγει, όταν ανακάλυψε πως η μητέρα του και ο πατέρας του τον παρακολουθούσαν. H μητέρα του ήταν εντελώς σοκαρισμένη. Ο πατέρας του ήταν οστεώδης, με πικραμένη έκφραση.
«Α», είπε ο Χάλσυον. «Θα
τηλεφώνησε ο Σνάιντερ. Το είχα
ξεχάσει».
«Ο κύριος Σνάιντερ», είπε η
μητέρα του. «Και η κυρία Φηλντ»,
είπε ο πατέρας του.
«Κοίτα», άρχισε ο Χάλσυον.
«Καλύτερα να ξεκαθαρίσουμε το θέμα.
Θα με ακούσετε δυο λεπτά; 'Εχω να σας
πω κάτι καταπληκτικό, και πρέπει να
φτιάξουμε τα σχέδιά μας. Ε...»
'Εβγαλε μια φωνή. Ο πατέρας του τον
είχε πιάσει από το αυτί και τον
πήγαινε μέσα. Οι γονείς δεν ακούνε
τα παιδιά τους δυο λεπτά. Δεν ακούνε
καθόλου.
«Μπαμπά... Μια στιγμή... Σε παρακαλώ!
Προσπαθώ να σου εξηγήσω. Δεν είμαι
στ' αλήθεια δέκα χρονών. Είμαι
τριάντα τριών. 'Εγινε κάποια
μετατόπιση του χρόνου,
καταλαβαίνεις; Χάρις στη
μυστηριώδη παρουσία ενός
μεταλλαγμένου γονιδίου στο
γενετικό μου υλικό που...»
«Να σε πάρει! Ησύχασε!» φώναξε ο
πατέρας του. Τα μεγάλα χέρια του που
τον πονούσαν, η οργή που κρυβόταν
στη φωνή του, έκαναν τον Χάλσυον να
σωπάσει. Τον έβγαλαν από το σπίτι,
τον πήγαν σηκωτό σχεδόν τα τέσσερα
τετράγωνα ώς το σχολείο, τον
ανέβασαν στις σκάλες και έφτασαν
τελικά στο γραφείο του κυρίου
Σνάιντερ όπου μαζί με τον διευθυντή
περίμενε ένας παιδοψυχολόγος. 'Ηταν
ένας ψηλός άντρας, οστεώδης με
πικραμένη έκφραση αλλά εύθυμους
τρόπους.
«Α, μάλιστα, μάλιστα», είπε.
«Αυτός είναι λοιπόν ο μικρός
διεφθαρμένος. Ο Σημαδεμένος Αλ
Καπόνε μας, ε; Ελάτε, θα τον πάμε
στην κλινική και θα τον
παρακολουθήσω εκεί. Ελπίζουμε για
το καλύτερο. Νίσι πρίους. Δεν μπορεί
να είναι τόσο κακός».
Πήρε το χέρι του Χάλσυον. Ο Χάλσυον
το τράβηξε και είπε: «Ακου, είσαι
ένας ενήλικος, έξυπνος άνθρωπος.
Ακουσέ με. Ο πατέρας μου έχει
συναισθηματικά προβλήματα που δεν
τον αφήνουν να δει...»
Ο πατέρας του του έδωσε ένα τρομερό σκαμπίλι, πήρε το χέρι του και το έχωσε πάλι στα χέρια του ψυχολόγου. Ο Χάλσυον έβαλε τα κλάματα. Ο ψυχολόγος τον πήρε από το γραφείο και τον οδήγησε στο μικρό αναρρωτήριο του σχολείου. Ο Χάλσυον ήταν τελείως υστερικός. 'Ετρεμε από τα νεύρα του και από το φόβο του.
«Δεν θα μ' ακούσει κανείς;»
είπε με αναφιλητά. «Δεν θα
προσπαθήσει κανείς να με καταλάβει;
'Ετσι είμαστε όλοι με τα παιδιά;
Αυτά τραβάνε όλα τα παιδιά;»
«'Ηρεμα, μάι σώσατζ», μουρμούρισε ο
ψυχολόγος. Έβαλε ένα χάπι στο στόμα
του Χάλσυον και τον υποχρέωσε να
πιει λίγο νερό.
«Είστε τόσο απάνθρωποι», συνέχισε
κλαίγοντας ο Χάλσυον. «Μας κρατάτε
έξω από τον κόσμο σας, αλλά εσείς
εισβάλλετέ συνεχώς στο δικό μας. Αν
δεν μας σέβεστε, γιατί δεν μας
αφήνετε στην ησυχία μας;»
«Αρχίζεις να καταλαβαίνεις, ε, »
είπε ο ψυχολόγος. «Είμαστε δυο
διαφορετικές ράτσες, τα παιδιά κι
οι μεγάλοι. Γκαντέμ. Σου μιλάω
ειλικρινά. Λες αμπσάντ ον τουζούρ
τορ. Δεν υπάρχει καμιά επικοινωνία.
Χριστέ μου. Υπάρχει μόνο πόλεμος.
Γι' αυτό όλα τα παιδιά μεγαλώνουν
και μισούν την παιδική τους ηλικία
και ψάχνουν να βρουν τρόπους να
εκδικηθούν. Αλλά ποτέ δεν μπορούν
να εκδικηθούν. Παρί μυτυέλ. Πώς
είναι δυνατόν; Μπορεί μια γάτα να
προσβάλει ένα βασιλιά;»
«Είναι... α...απαίσιο», μουρμούρισε ο
Χάλσυον. Το χάπι άρχισε να τον
πιάνει. «'Ολος ο κόσμος είναι
απαίσιος. Γεμάτος αγώνες και
προσβολές που δεν μπορούν να
λυθούν... ή να... απαντηθούν... Σαν να
μας κάνει κάποιος κάποια πλάκα.
Χαζή, χωρίς νόημα. Μμμμ;»
Καθώς γλίστραγε στο σκοτάδι, άκουσε τον ψυχολόγο να γελάει, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί...
Πήρε το φτυάρι του και ακολούθησε τον πρώτο κωμικό στο κοιμητήρι. Ο πρώτος κωμικός ήταν ένας άντρας ψηλός, οστεώδης, με πικραμένη έκφραση αλλά εύθυμους τρόπους.
«Είναι να τη θάψουνε σα
χριστιανή, μια που γυρεύει στανικά
να σώσει τις αμαρτίες της;» ρώτησε ο
πρώτος κωμικός.
«Είναι σου λέω», απάντησε ο Χάλσυον.
«Και γι' αυτό ίσα φτιάχ' της τον
τάφο' ο κορονάτος την έβαλε κάτω και
της έβγαλε χριστιανικό θάψιμο».
«Αυτό δε γίνεται, εκτός κι αν
πνίχτηκε εν αμύνη ζωής».
«Ε, έτσι το 'βραν».
Αρχισαν να σκάβουν τον
τάφο. Ο πρώτος κωμικός το σκέφτηκε,
και μετά είπε: «Πρέπει να 'ναι εν
αμύνη ζωής, αλλιώς δε γίνεται. Γιατί
εδώ είναι ο κόμπος: αν πάω και
πνιχτώ εν γνώσει, αυτό 'ναι μια
πράξη' και μια πράξη έχει τρεις
κλαδώσεις: το πράττω, το ποιώ, το
κάνω' αραγούν, αυτή πνίχτηκε εν
γνώσει».
«Όχι, άκουσε, μαστροτσάπα μου...»
άρχισε ο Χάλσυον.
«Με το συμπάθιο», τον διέκοψε ο
πρώτος κωμικός και έβγαλε έναν
κουραστικό λόγο πάνω στο νόμο της
ανάκρισης. Μετά πέταξε μερικά
επαγγελματικά ανέκδοτα. Τελικά ο
Χάλσυον πετάχτηκε στου Γιόχαν για
ένα καραφάκι ρακί. 'Οταν γύρισε, o
πρώτος κωμικός έλεγε αστεία με δυο
κυρίους που είχαν μπει στο
κοιμητήρι. Ο ένας τους έκανε
ολόκληρο θέμα μ' ένα κρανίο.
'Εφτασε η πομπή της κηδείας' το φέρετρο, ο αδερφός της νεκρής, ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, οι άρχοντες κι οι ιερείς. Την έθαψαν, κι ο αδερφός μ' έναν από τους κυρίους άρχισαν να τσακώνονται πάνω από τον τάφο της. Ο Χάλσυον δεν έδωσε προσοχή. Ήταν μια ωραία κοπέλα στην πομπή, μελαχρινή, με κοντοκομμένα σγουρά μαλλιά και όμορφα μακριά πόδια. Της έκλεισε το μάτι. Του έκλεισε κι εκείνη το μάτι. Ο Χάλσυον προχώρησε με τρόπο προς το μέρος της, μιλώντας με το βλέμμα, κι εκείνη του απάντησε ξεδιάντροπα με τον ίδιο τρόπο.
Μετά πήρε το φτυάρι του κι ακολούθησε τον πρώτο κωμικό στο κοιμητήρι. Ο πρώτος κωμικός ήταν ένας ψηλός άντρας, οστεώδης, με πικραμένη έκφραση αλλά εύθυμους τρόπους.
«Είναι να τη θάψουμε σα
χριστιανή, μια που γυρεύει στανικά
να σώσει τις αμαρτίες της;» ρώτησε ο
πρώτος κωμικός.
«Είναι σου λέω» απάντησε ο Χάλσυον.
«Και γι' αυτό ίσα φτιάχ' της τον
τάφο' ο κορονάτος την έβαλε κάτω και
της έβγαλε χριστιανικό θάψιμο».
«Αυτό δεν γίνεται, εκτός κι αν
πνίχτηκε εν αμύνη ζωής».
«Δεν με ξαναρώτησες πριν;» είπε ο
Χάλσυον.
«Βούλωσ' το, γερο-πιστέ. Απάντησέ
μου».
«Θα ορκιζόμουν πως αυτό έχει
ξαναγίνει».
«Γκαντέμ. Θ' απαντήσεις; Χριστέ
μου».
«Ε, έτσι το 'βραν».
Αρχισαν να σκάβουν τον τάφο. Ο πρώτος κωμικός το σκέφτηκε κι έβγαλε ένα μακρύ λόγο πάνω στο νόμο της ανάκρισης. Μετά πέταξε μερικά επαγγελματικά ανέκδοτα. Τελικά ο Χάλσυον πετάχτηκε στου Γιόχαν για ένα καραφάκι ρακί. 'Οταν γύρισε, ήταν δυο ξένοι στον τάφο, και μετά έφτασε η πομπή της κηδείας.
'Ηταν μια ωραία κοπέλα στην
πομπή, μελαχρινή, με κοντοκομμένα
σγουρά μαλλιά και όμορφα μακριά
πόδια. Ο Χάλσυον της έκλεισε το
μάτι. Του έκλεισε κι εκείνη το μάτι.
Ο Χάλσυον προχώρησε με τρόπο προς
το μέρος της, μιλώντας με το βλέμμα,
κι εκείνη του απάντησε με τον ίδιο
τρόπο.
«Πώς σε λένε;» της ψιθύρισε.
«Τζούντιθ», του απάντησε.
«'Εχω γραμμένο το όνομά σου με
τατουάζ πάνω μου, Τζούντιθ».
«Λέτε ψέματα, κύριε».
«Μπορώ να το αποδείξω. Θα σου δείξω
πού το έχω γραμμένο».
«Πού;»
«Στην ταβέρνα του Γιόχαν. Μου το
έκανε ένας ναύτης από τη Χρυσή
Ελαφίνα. Θα το δούμε μαζί σήμερα, »
Προτού προλάβει ν' ακούσει
την απάντησή της, πήρε το φτυάρι του
κι ακολούθησε τον πρώτο κωμικό στο
κοιμητήρι. O πρώτος κωμικός ήταν
ένας ψηλός άντρας, οστεώδης, με
πικραμένη έκφραση αλλά εύθυμους
τρόπους.
«Για τ' όνομα του Θεού!»
παραπονέθηκε ο Χάλσυον. «Θα
ορκιζόμουν πως αυτό έχει
ξαναγίνει».
«Είναι να τη θάψουνε σα χριστιανή,
μια που γυρεύει στανικά να σώσει
τις αμαρτίες της;» ρώτησε ο πρώτος
κωμικός.
«Είμαι σίγουρος πως τα έχουμε
ξανακάνει αυτά».
«Απάντησέ μου!»
«Ακου», είπε πεισματικά ο Χάλσυον.
«'Ισως είμαι τρελός, ίσως όχι. Αλλά
έχω μιά απόκοσμη αίσθηση πως όλα
αυτά έχουν ξαναγίνει. Μου φαίνονται
εξωπραγματικά. Η ζωή φαίνεται
εξωπραγματική».
Ο πρώτος κωμικός κούνησε
το κεφάλι του. «Χίμελ-ΧερΓκοτ»,
μουρμούρισε. «'Οπως το φοβόμουν.
Λουξ ετ βέριτας. Χάρις στη
μυστηριώδη παρουσία ενός
μεταλλαγμένου γονιδίου στο
γενετικό σου υλικό που σε κάνει
διαφορετικό, περπατάς σε τεντωμένο
σκοινί. Εβιγκάιτ! Απάντησέ μου».
«Σου έχω απαντήσει τόσες φορές».
«Ολ' χαμ-εντ-εγκς», ξέσπασε ο πρώτος
κωμικός. «Μου έχεις απαντήσει 5.271.009
φορές. Γκαντέμ. Απάντησε πάλι».
«Γιατί;»
«Γιατί πρέπει. Ποτ ω φε. Είναι η ζωή
που πρέπει να ζήσουμε».
«Το λες αυτό ζωή; Να κάνεις τα ίδια
πράγματα ξανά και ξανά; Να λες τα
ίδια πράγματα; Να κλείνεις το μάτι
στις κοπέλες και να μην προχωράς
καθόλου;»
«Νο, νο, νο, μάι Ντόνερ εντ Μπλίτζεν.
Μη ρωτάς. Είναι μια συνωμοσία που
δεν τολμάμε ν' αντιπαλέψουμε. Αυτή
είναι η ζωή που ζει κάθε άνθρωπος.
Κάθε άνθρωπος κάνει τα ίδια
πράγματα ξανά και ξανά. Δεν υπάρχει
διέξοδος».
«Γιατί δεν υπάρχει διέξοδος;»
«Δεν τολμώ να πω' δεν τολμώ. Βοξ
πόπουλι. Κι άλλοι που ρώταγαν
εξαφανίστηκαν. Είναι μια συνωμοσία.
Φοβάμαι».
«Φοβάσαι τι;»
«Τους ιδιοκτήτες μας».
«Τι; 'Εχουμε ιδιοκτήτες;»
«Σι. Α, για. 'Ολοι μας, νεαρέ
μεταλλαγμένε. Δεν υπάρχει
πραγματικότητα. Δεν υπάρχει ζωή,
ελευθερία, βούληση. Γκαντέμ. Δεν
καταλαβαίνεις; Είμαστε... Είμαστε
όλοι χαρακτήρες ενός βιβλίου. Καθώς
κάποιος διαβάζει το βιβλίο,
χορεύουμε το χορό μας' όταν κάποιος
ξαναδιαβάζει το βιβλίο,
ξαναχορεύουμε. Ε πλουρίμπους
ούνουμ. Είναι να τη θάψουνε σαν
χριστιανή, μια που γυρεύει στανικά
να σώσει τις αμαρτίες της;»
«Τι λες;» φώναξε με τρόπο ο Χάλσυον.
«Είμαστε μαριονέτες;»
«Απάντησέ μου».
«Αν δεν υπάρχει ελευθερία, ελεύθερη
βούληση, πώς μπορούμε και μιλάμε
έτσι;»
«Αυτός που διαβάζει το βιβλίο μας
ονειροπολεί, μάι κάπιταλ οφ
Ντακότα. 'Ιντεμ εστ. Απάντησέ μου».
«'Οχι. Θα επαναστατήσω. Δεν θα
συνεχίσω να χορεύω για τους
ιδιοκτήτες μας. Θα βρω μια καλύτερη
ζωή... Θα βρω την πραγματικότητα».
«Νο, νο! Είναι τρέλα, Τζέφρυ!
Κυλ-ντε-σακ!»
«Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι
ένας γενναίος ηγέτης: Οι υπόλοιποι
θα ακολουθήσουν. Θα συντρίψουμε τη
συνωμοσία που μας κρατά δέσμιους!»
«Είναι αδύνατον. Μην το ρισκάρεις.
Απάντησέ μου».
Ο Χάλσυον του απάντησε
σηκώνοντας το φτυάρι του και
κατεβάζοντάς το στο κεφάλι του
πρώτου κωμικού, που φάνηκε να μην το
καταλαβαίνει. «Είναι να τη θάψουνε
σα χριστιανή, μια που γυρεύει
στανικά να σώσει τις αμαρτίες της;»
ρώτησε.
«Επαναστατήστε!», φώναξε ο Χάλσυον
και τον ξαναχτύπησε. Ο κωμικός
άρχισε να τραγουδά. Εμφανίστηκαν οι
δυο κύριοι. Ο ένας είπε: «Δεν νιώθει
τι κάνει αυτός ο φίλος, που
τραγουδάει ανοίγοντας μνήμα;»
«Επαναστατήστε! Ακολουθήστε με!», φώναξε ο Χάλσυον και κούνησε το φτυάρι του πάνω από το κεφάλι του μελαγχολικού κυρίου. Εκείνος δεν έδωσε σημασία. Συνέχισε να φλυαρεί με τον φίλο του και τον πρώτο κωμικό. Ο Χάλσυον έφερνε βόλτες σαν δερβίσης, χτυπώντας στα τυφλά γύρω του με το φτυάρι. Ο κύριος πήρε ένα κρανίο και άρχισε να φιλοσοφεί σχετικά με κάποιους ή κάποιον που λεγόταν Γιόρικ.
'Εφτασε η πομπή της κηδείας. Ο Χάλσυον τους επιτέθηκε, φωνάζοντας και στριφογυρίζοντας μανιακά, σαν σε όνειρο. «Σταμάτα να διαβάζεις το βιβλίο», φώναξε. «Βγάλε με από τις σελίδες. Μ' ακούς; Σταμάτα να διαβάζεις το βιβλίο! Προτιμώ να ζω σ' έναν κόσμο που να τον έχω φτιάξει εγώ. Ασε με να φύγω!»
Ακούστηκε μια φοβερή βροντή, σαν να έκλεινε με δύναμη ένα τεράστιο βιβλίο. Ο Χάλσυον πετάχτηκε στο τρίτο τμήμα του εβδόμου κύκλου της Κολάσεως στο δέκατο τέταρτο Κάντο της Θείας Κωμωδίας, όπου αυτοί που αμάρτησαν εναντίον της τέχνης βασανίζονται από νιφάδες φωτιάς που πέφτουν αιώνια πάνω τους. 'Εμεινε εκεί να ουρλιάζει. Μόνο αφού πρόσφερε αρκετή διασκέδαση του επετράπη να φτιάξει ένα δικό του κείμενο... και έφτιαξε ένα νέο κόσμο, ένα ρομαντικό κόσμο, έναν κόσμο από τα πιο αγαπημένα του όνειρα...
'Ηταν ο τελευταίος άντρας στη Γη.
'Ηταν ο τελευταίος άντρας στη Γη και ούρλιαζε.
Οι λόφοι, οι κοιλάδες, τα βουνά και τα ποτάμια ήταν δικά του, ολόδικά του, κι εκείνος ούρλιαζε.
Πέντε εκατομμύρια διακόσιες εβδομήντα μία χιλιάδες εννέα σπίτια ήταν στη διάθεσή του για καταφύγιο, 5.271.009 κρεβάτια ήταν στη διάθεσή του για ύπνο. Τα μαγαζιά ήταν στη διάθεσή του. Τα κοσμήματα όλου του κόσμου ήταν δικά του, τα παιχνίδια, τα εργαλεία, τα αναγκαία, οι πολυτέλειες... όλα ανήκαν στον τελευταίο άντρα στη Γη, κι εκείνος ούρλιαζε.
'Εφυγε από το εξοχικό μέγαρο στα λιβάδια του Κονέκτικατ, όπου έμενε' πέρασε στο Ουέστερ, ουρλιάζοντας' έτρεξε νότια σ' αυτό που κάποτε ήταν η Χέντρικ Χάντσον Χάιγουεη, ουρλιάζοντας' έτρεξε προς το κέντρο της πόλης περνώντας έρημους ουρανοξύστες, πολυκαταστήματα, κέντρα διασκεδάσεως, ουρλιάζοντας. Κατέβηκε ουρλιάζοντας την Πέμπτη Λεωφόρο, και στη γωνία της Πεντηκοστής Οδού είδε έναν άνθρωπο.
'Ηταν ζωντανή, ανέπνεε' μια ωραία γυναίκα. 'Ηταν ψηλή και μελαχρινή με κοντοκομμένα κατσαρά μαλλιά και όμορφα μακριά πόδια. Φορούσε μια άσπρη μπλούζα, παντελόνι από δέρμα τίγρης και λουστρινένιες μπότες. Κρατούσε ένα τουφέκι. Στη μέση της φορούσε ένα ρεβόλβερ. 'Ετρωγε ντομάτες από μια κονσέρβα, και κοίταξε τον Χάλσυον με δυσπιστία. Εκείνος έτρεξε κοντά της.
«Νόμιζα πως ήμουν ο
τελευταίος άνθρωπος στη Γη», του
είπε.
«Είσαι η τελευταία γυναίκα»,
ούρλιαξε ο Χάλσυον. «Εγώ είμαι ο
τελευταίος άντρας. Είσαι
οδοντίατρος;»
«'Οχι», είπε εκείνη. «Είμαι η κόρη
του άτυχου καθηγητή Φηλντ που το
καλοπροαίρετο αλλά απερίσκεπτο
πείραμά του για την πυρηνική
σύντηξη εξαφάνισε την ανθρωπότητα
από το πρόσωπο της Γης με μόνη
εξαίρεση εμάς τους δυο που, χωρίς
αμφιβολία, χάρις στη μυστηριώδη
παρουσία ενός μεταλλαγμένου
γονιδίου στο γενετικό μας υλικό που
μας κάνει διαφορετικούς, είμαστε οι
τελευταίοι του παλιού πολιτισμού
και οι πρώτοι του νέου».
«Ο πατέρας σου δεν σου έμαθε τίποτα
σχετικό με οδοντιατρική;»
«'Οχι», του είπε.
«Τότε δάνεισέ μου το όπλο σου μια
στιγμή».
'Εβγαλε το ρεβόλβερ της και του το έδωσε, κρατώντας έτοιμο το τουφέκι της. Ο Χάλσυον σήκωσε τον κόκκορα του όπλου. «Μακάρι να ήσουν οδοντίατρος», είπε.
«Είμαι μια όμορφη γυναίκα
με δείκτη νοημοσύνης 141, πράγμα πολύ
σημαντικό για την εξάπλωση μιας
θαυμαστής, νέας, όμορφης φυλής
ανθρώπων που θα κληρονομήσουν την
ωραία, πράσινη Γη», του είπε.
«'Οχι, μ' αυτό το δόντι μου, δεν
είναι», ούρλιαξε ο Χάλσυον. Στήριξε
το ρεβόλβερ στον κρόταφό του και
τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.
Ξύπνησε μ' ένα φοβερό πονοκέφαλο. 'Ηταν ξαπλωμένος στο βάθρο, δίπλα στο σκαμνί, και ο χτυπημένος του κρόταφος ακουμπούσε στο κρύο πάτωμα. Ο κ. Ακίλα είχε βγει από το μολύβδινο παραβάν και άνοιγε έναν εξαεριστήρα για να καθαρίσει τον αέρα.
«Μπράβο, μάι λίβερ-εντ-όνιονς», είπε γελώντας. «Το τελευταίο το έκανες μόνος σου, ε; Δεν χρειάστηκε καμιά βοήθεια από τον υποφαινόμενο. Μέλιο τάρντε κε μάι. Αλλά έπεσες και χτύπησες το κεφάλι σου προτού προλάβω να σε συγκρατήσω. Γκαντέμ».
Βοήθησε τον Χάλσυον να
σηκωθεί στα πόδια του και τον
οδήγησε στο δωμάτιο των επισκέψεων,
όσου τον έβαλε να καθήσει σε μια
βελούδινη σαιζ-λονγκ και του έδωσε
ένα ποτήρι μπράντυ.
«Χωρίς φάρμακα, εγγυημένο», του
είπε. «Νομπλές ομπλίζ. Μόνον το
καλύτερο σπιρίτους φρουμέντι. Τώρα
θα συζητήσουμε τι κάναμε, ε; Χριστέ
μου».
Κάθησε πίσω από το γραφείο,
έχοντας ακόμα εύθυμους τρόπους και
πικραμένη έκφραση, και κοίταξε τον
Χάλσυον με καλοσύνη. «Ο άνθρωπος
ζει με τις αποφάσεις του, ν' ες-πα;»
άρχισε. «Συμφωνούμε, ουί; 'Ενας
άνθρωπος έχει να πάρει κάπου πέντε
εκατομμύρια διακόσιες εβδομήντα
μία χιλιάδες εννέα αποφάσεις σ' όλη
του τη ζωή. Πεστ! Είναι πρώτος
αριθμός; Ν' εμπόρτ. Ντου γιου αγγρή;»
Ο Χάλσυον κούνησε το κεφάλι του.
«'Ετσι, μάι κόφη-εντ-ντόνατς, είναι η
ωριμότητα αυτών των αποφάσεων που
καθορίζει αν ο άνθρωπος είναι
άνθρωπος ή παιδί. Νιχτ βαρ; Μαλγκρέ
νου. 'Ενας άνθρωπος δεν μπορεί ν'
αρχίσει να παίρνει ώριμες
αποφάσεις ώσπου να απαλλαχτεί από
τα όνειρα της παιδικής ηλικίας.
Γκαντέμ. Τις φαντασιώσεις. Πρέπει
να φύγουν».
«'Οχι», είπε αργά ο Χάλσυον.
«Είναι τα όνειρα που κάνουν την
τέχνη μου... τα όνειρα και οι
φαντασιώσεις που μεταφράζω σε
γραμμές και χρώματα...»
«Γκαντέμ! Γιες. Συμφωνώ. Μαιτρ ντ'
οτέλ: αλλά τα ώριμα όνειρα, όχι τα
παιδικά όνειρα. Παιδικά όνειρα.
Πφου! 'Ολοι τα έχουν... Να είσαι ο
τελευταίος άντρας στη Γη και να σου
ανήκουν τα πάντα...Να είσαι ο
τελευταίος γόνιμος άντρας στη Γη
και να σου ανήκουν όλες οι
γυναίκες... Να γυρίσεις πίσω στο
χρόνο έχοντας το πλεονέκτημα των
ενήλικων γνώσεών σου και να κάνεις
θαύματα... Να ξεφύγεις από την
πραγματικότητα με το όνειρο πως η
ζωή είναι μια απάτη... Να ξεφύγεις
από τις ευθύνες με τη φαντασίωση
μιας ηρωικής αδικίας, ενός
μαρτυρίου με χάπυ-εντ... Και
υπάρχουν εκατοντάδες ακόμα όνειρα,
εξίσου δημοφιλή, εξίσου κενά. Γκοντ
μπλες Φάδερ Φρόυντ εντ χις μέρυ μεν.
Δίνει τη χαριστική βολή σ' αυτές τις
αηδίες. Σικ τέμπερ τυράνις. Αβόντ!»
«Αλλά αν όλοι έχουν αυτά τα
όνειρα, δεν μπορεί να είναι κακά, ε;»
«Γκαντέμ. Στο δέκατο τέταρτο αιώνα
όλοι είχαν ψείρες. Αυτό τις έκανε
καλές; 'Οχι, νέε μου, αυτά τα όνειρα
είναι για τα παιδιά. Πάρα πολλοί
μεγάλοι είναι ακόμα παιδιά. Είστε
εσείς, οι καλλιτέχνες, που πρέπει να
τους βγάλετε απ' αυτά τα όνειρα,
όπως έβγαλα εγώ εσένα. Εγώ σε
εξάγνισα' τώρα πρέπει να τους
εξαγνίσεις εσύ».
«Γιατί το έκανες αυτό;».
«Γιατί πιστεύω σε σένα. Σικ βος νου
βόμπις. Δεν θα είναι εύκολο για
σένα. Θα είναι ένας μακρύς δρόμος,
δύσκολος και μοναχικός».
«Υποθέτω πως θα έπρεπε να νιώθω
ευγνωμοσύνη», μουρμούρισε ο
Χάλσυον, «αλλά νιώθω... να... άδειος.
Σαν να με εξαπάτησαν».
«Α ναι, γκαντέμ. Αν ζήσεις καιρό μ'
ένα μεγάλο έλκος, σου λείπει όταν
σου το βγάλουν. Κρυβόσουν σ' ένα
έλκος. Εγώ σου στέρησα αυτό το
καταφύγιο. 'Εργκο: νιώθεις σαν να σε
έκλεψαν. Περίμενε! Θα νιώσεις ακόμα
πιο εξαπατημένος. Θα πλήρωνες ένα
τίμημα, σου είπα. Το πλήρωσες.
Κοίτα».
Ο κ. Ακίλα σήκωσε ένα μικρό καθρέφτη. Ο Χάλσυον κοίταξε, κι έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο... Από μέσα από τον καθρέφτη τον κοίταζε το πρόσωπο ενός πενηντάχρονου: με ρυτίδες, σκληρό, βαρύ, αποφασισμένο. Ο Χάλσυον πήδησε όρθιος.
«'Ηρεμα, ήρεμα», του είπε ο
κ. Ακίλα. «Δεν είναι και τόσο άσχημα.
Το αντίθετο μάλιστα. Είσαι ακόμα
τριάντα ετών. Δεν έχασες ούτε μια
μέρα από τη ζωή σου... μόνο όλα σου τα
νιάτα. Τι έχασες; Ένα όμορφο πρόσωπο
για να γοητεύσεις τα κοριτσάκια; Γι'
αυτό είσαι θυμωμένος;»
«Χριστέ μου!», φώναξε ο Χάλσυον.
«Εντάξει. Ηρέμησε, παιδί μου.
Ορίστε, είσαι εξαγνισμένος, χωρίς
αυταπάτες, δυστυχής, μπερδεμένος,
με το ένα πόδι στο δύσκολο δρόμο της
ωριμότητας. Θα ήθελες να έχει γίνει
αυτό ή να μην έχει γίνει; Σι. Μπορώ
να το κάνω. Αυτό θα μπορούσε να μην
έχει συμβεί ποτέ. Σπούρλος
βέρσενκτ. Μπορείς να δραπετεύσεις
σε δέκα δευτερόλεπτα. Μπορείς να
έχεις και πάλι το όμορφα, νεανικό
σου πρόσωπο. Μπορείς να
ξανανιώσεις. Μπορείς να
ξαναγυρίσεις στο ασφαλές έλκος της
μήτρας... παιδί και πάλι. Θα το
ήθελες;»
«Δεν μπορείς».
«Σωβ κι πε, μάι Πάικς Πηκ. Μπορώ. Τα
δεκαπέντε χιλιάδες άγκστρεμ δεν
έχουν όρια».
«Να σε πάρει! Ποιος είσαι, ο Σατανάς;
Ο Εωσφόρος; Μόνο ο διάβολος θα είχε
τέτοιες δυνάμεις».
«'Η ένας άγγελος, γέρο μου».
«Δεν μοιάζεις με άγγελο. Μοιάζεις
με τον Σατανά».
«Αχά; Αλλά ο Σατανάς ήταν άγγελος πριν από την πτώση. Έχει πολλούς συγγενείς στα ψηλά. Θα υπάρχουν σίγουρα ομοιότητες στην οικογένεια. Γκαντέμ». Ο κ. Ακίλα σταμάτησε να γελάει. Έσκυψε πάνω από το γραφείο και η ευθυμία χάθηκε από πάνω του. Μόνο η πίκρα έμεινε. «Να σου πω ποιος είμαι, μάι τσίκεν; Να σου εξηγήσω γιατί ένα απρόσεκτο βλέμμα από τη φάτσα μου σ' έκανε να τα χάσεις;»
Ο Χάλσυον κούνησε το κεφάλι του, ανήμπορος να μιλήσει.. «Είμαι ένας παλιάνθρωπος, ένας άσωτος υιός, ένας ανεπρόκοπος, ένας αγύρτης. Είμαι ένας ξενιτεμένος που ζει από εμβάσματα. Ναι. Γκαντέμ! Είμαι ένας ξενιτεμένος». Τα μάτια του κ. Ακίλα έγιναν δυο ανοιχτές πληγές. «Με τα δικά σας πρότυπα είμαι ο μεγάλος άντρας της απεριόριστης δύναμης και ποικιλομορφίας. Το ίδιο ίσχυε και για τον ξενιτεμένο Ευρωπαίο στους πρωτόγονους ιθαγενείς της Αϊτής. Ε; Και το ίδιο ισχύει και για μένα καθώς χτενίζω τις αμμουδιές των άστρων ψάχνοντας για λίγη διασκέδαση, λίγη ελπίδα, λίγη χαρά νια να περάσω τα μοναχικά χρόνια της εξορίας μου...
»Είμαι κακός», είπε ο κ. Ακίλα με μια φωνή παγωμένης απελπισίας. «Είμαι διεφθαρμένος. Δεν υπάρχει μέρος στην πατρίδα μου που να μπορεί να με ανεχτεί. Με πληρώνουν για να μείνω μακριά. Και υπάρχουν στιγμές που, απρόσεκτος, αφήνω την αρρώστια μου και την απελπισία μου να γεμίσουν το βλέμμα μου, και σπέρνω τον τρόμο στις αθώες σας ψυχές. 'Οπως έσπειρα τον τρόμο σε σένα τώρα. Ναι;»
Ο Χάλσυον κούνησε το
κεφάλι τον πάλι.
«Ακουσέ με. 'Ηταν το παιδί μέσα στον
Σόλωνα Ακίλα που τον κατέστρεψε και
τον οδήγησε στην αρρώστια που
κατέστρεψε τη ζωή μου. Ουί. Κι εγώ
υποφέρω από παιδικές φαντασιώσεις,
και δεν μπορώ να δραπετεύσω απ'
αυτές. Μην κάνεις το ίδιο λάθος. Σε
παρακαλώ...» Ο κ. Ακίλα έριξε μια
ματιά στο ρολόι του και πετάχτηκε
όρθιος.
«Χριστέ μου. Είναι αργά. Καιρός να
αποφασίσεις, ολ' μπέρμπον-εντ-σόντα.
Τι θα γίνει; Ηλικιωμένο πρόσωπο ή
όμορφο πρόσωπο; Η πραγματικότητα
των ονείρων ή το όνειρο της
πραγματικότητας;»
«Πόσες αποφάσεις είπες πως έχουμε
να πάρουμε στη ζωή μας;»
«Πέντε εκατομμύρια διακόσιες
εβδομήντα μία χιλιάδες εννέα. Συν -
πλην χίλιες. Γκαντέμ».
«Κι αυτή ποια είναι για μένα;»
«Μπα; Βεριτέ σαν περ. Η δις
εκατομμυριοστή εξακόσια και
τριαντακονταπεντάκις χιλιοστή
πεντακοσιοστή τέταρτη... πάνω-κάτω».
«Αλλά είναι η μεγάλη απόφαση».
«'Ολες είναι μεγάλες». Ο κ. Ακίλα
πήγε στην πόρτα, έβαλε το χέρί του
στα κουμπιά ενός περίπλοκου
μηχανήματος και κοίταξε πλάγια τον
Χάλσυον.
«Βουαλά του», είπε. «Εναπόκειται σε
σένα».
«Προτιμώ το δύσκολο δρόμο»,
αποφάσισε ο Χάλσυον.
Ακούστηκε ένα αργυρόηχο κουδούνισμα από το μηχάνημα, μια αύρα, μια βουβή έκρηξη και ο Τζέφρυ Χάλσυον ήταν έτοιμος για την 2.635.505η του απόφαση.