Robert
Sheckley
The Monsters (1953)
O Kορντοβίρ κι ο Χουμ στάθηκαν στα
βράχια της βουνοκορφής, αγναντεύοντας το
καινούριο πράγμα που συνέβαινε. Κι οι δυο ένιωθαν
μάλλον ευχάριστα. Ήτανε χωρίς αμφιβολία το πιο
καινούριο πράγμα που είχε συμβεί εδώ κι αρκετό
καιρό.
"Έτσι που λαμπυρίζει στον ήλιο" είπε ο Χουμ
"θα 'λεγα πως είναι μεταλλικό".
"Αυτό θα το δεχτώ" είπε ο Κορντοβίρ. "Αλλά
πώς γίνεται και στέκεται στον αέρα;"
Συγκέντρωσαν κι οι δυο την προσοχή τους στο καινούριο πράγμα που συνέβαινε κάτω, στην κοιλάδα. Ένα μυτερό αντικείμενo αιωρούταν πάνω από το έδαφος κι από τη μια του άκρη έβγαινε μια ουσία που έμοιαζε φωτιά.
"Ισορροπεί πάνω στη φωτιά" είπε ο Χουμ.
"Πράγμα που πρέπει να είναι προφανές ακόμη και
για τα γέρικα μάτια σου".
Ο Κορντοβίρ σηκώθηκε πιο ψηλά πάνω στη χοντρή του
ουρά, να δει καλύτερα. Το αντικείμενο ακούμπησε
στο έδαφος κι η φωτιά σταμάτησε.
"Να κατέβουμε να το δούμε από κοντά;" ρώτησε
ο Χουμ.
"Εντάξει. Έχουμε χρόνο- στάσου! Τι μέρα
είναι;"
Ο Χουμ λογάριασε σιωπηλά κι είπε "Πέμπτη του
Λούγκατ".
"Γαμώτο" είπε ο Κορντοβίρ. "Πρέπει να γυρίσω
σπίτι να σκοτώσω τη γυναίκα μου".
"Έχουμε κάμποσες ώρες ώσπου να βασιλέψει ο
ήλιος" είπε ο Χουμ.
"Τα προλαβαίνεις και τα δυο".
Ο Κορντοβίρ δεν ήτανε σίγουρος. "Δε θα 'θελα ν'
αργήσω".
"Λοιπόν, κοίτα τι θα κάνουμε. Ξέρεις πόσο
γρήγορα τρέχω" είπε ο Χουμ. "Αμα
καθυστερήσουμε φεύγω μπροστά και τη σκοτώνω εγώ.
Τι λες;"
"Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου" ευχαρίστησε το
νεαρό ο Κορντοβίρ κι άρχισαν να γλιστρούν αδέξια
στην απότομη βουνοπλαγιά.
Μπροστά στο μεταλλικό αντικείμενο οι δυο
άνθρωποι σταμάτησαν κι ανασηκώθηκαν πάνω στις
ουρές τους.
"Δεν το περίμενα τόσο μεγάλο" είπε ο
Κορντοβίρ, μετρώντας το με το μάτι. Το λογάριασε
πως ήτανε λίγο πιο μεγάλο απ' το χωριό τους σε
μάκρος και κάπου το μισό σε πάχος. Χάραξαν έναν
κύκλο γύρω του, παρατηρώντας ότι το μέταλλο ήτανε
δουλεμένο με εργαλεία, πιθανότατα από ανθρώπινες
κεραίες.
Πέρα μακριά, ο μικρός ήλιος είχε κιόλας
βασιλέψει.
"Λέω καλύτερα να γυρίσουμε πίσω" είπε ο
Κορντοβίρ, μόλις ένιωσε την έλλειψη φωτός.
"Εγώ έχω πολύ χρόνο ακόμη". Ο Χουμ
φούσκωσε αυτάρεσκα τους μύες του.
"Ναι, αλλά κάθε άνθρωπος θέλει να σκοτώνει ο
ίδιος τη γυναίκα του".
"Όπως θέλεις". Ξεκίνησαν για το χωριό με βήμα
γοργό.
Στο σπίτι, η γυναίκα του Κορντοβίρ τέλειωνε το δείπνο της. Είχε την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα, σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Ο Κορντοβίρ τη σκότωσε μ' ένα σβουριχτό μαστίγωμα της ουράς, τράβηξε έξω το πτώμα κι έκατσε να φάει.
Ύστερα από το δείπνο και το διαλογισμό πήγε στη
Συναγωγή. Ο Χουμ, με την ανυπομονησία των νέων,
ήτανε κιόλας εκεί κι έλεγε για το μεταλλικό
αντικείμενο. Μάλλον θα 'χε αφήσει το δείπνο του,
σκέφτηκε με ήπια αποστροφή ο Κορντοβίρ.
Μόλις τέλειωσε ο νεαρός, ο Κορντοβίρ ανέφερε τις
δικές του παρατηρήσεις. Το μόνο καινούριο που
είχε να προσθέσει ήταν μια ιδέα: ότι το μεταλλικό
αντικείμενο πιθανόν να περιείχε έλλογα όντα.
"Τι σε οδηγεί σ' αυτό το συμπέρασμα;" ρώτησε
ο Μίσχιλ, ένας άλλος πρεσβύτερος.
"Η ύπαρξη της φωτιάς καθώς το αντικείμενο
κατέβαινε" είπε ο Κορντοβίρ "σε συνδυασμό με
το γεγονός ότι σταμάτησε μόλις το αντικείμενο
ακούμπησε στο έδαφος. Υποστηρίζω ότι κάποιο ον
ευθύνεται για το σβήσιμό της".
"Όχι απαραίτητα" είπε ο Μίσχιλ. Οι χωρικοί
συζήτησαν το θέμα ως αργά τη νύχτα. Ύστερα
διέλυσαν τη Συναγωγή, έθαψαν τις διάφορες
σκοτωμένες συζύγους και πήγαν σπίτια τους.
Ξαπλωμένος στο σκοτάδι, ο Κορντοβίρ συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κατασταλάξει ακόμη σχετικά με το καινούριο πράγμα. Αν υποτεθεί ότι περιείχε έλλογα όντα, διέθεταν ηθική; Είχαν αίσθηση του σωστού και του λάθους; Ο Κορντοβίρ αποκοιμήθηκε με την αμφιβολία.
Την άλλη μέρα το πρωί όλοι οι αρσενικοί του χωριού πήγαν να δουν το μεταλλικό αντικείμενο. Αυτό ήταν πρέπον, μιας και οι λειτουργίες των αρσενικών δεν είναι άλλες από την εξέταση των καινούριων πραγμάτων και τον περιορισμό του γυναικείου πληθυσμού. Σχημάτισαν κύκλο γύρω από το αντικείμενο, κάνοντας υποθέσεις για το περιεχόμενό του.
"Πιστεύω πως θα είναι ανθρώπινα πλάσματα"
είπε ο Έσκτελ, ο μεγάλος αδερφός του Χουμ. Ο
Κορντοβίρ τραντάχτηκε σύσσωμος δείχνοντας τη
διαφωνία του.
"Τέρατα, το πιο πιθανό" είπε. "Αν λάβεις
υπόψη- "
"Όχι αναγκαστικά" είπε ο Έσκτελ. "Πάρε τη
λογική της φυσικής μας εξέλιξης. Με μια απλή
ματιά- "
"Όμως στο απέραντο Έξω" είπε ο Κορντοβίρ
"μπορεί να υπάρχουν παράξενες φυλές, οι πιο
πολλές μη-ανθρώπινες. Στο άπειρο- "
"Κι όμως" διέκοψε ο Έσκτελ, "η λογική της-
"
"Όπως έλεγα" συνέχισε ο Κορντοβίρ
"υπάρχουν απειροελάχιστες πιθανότητες να μας
μοιάζουν. Το όχημά τους, για παράδειγμα. Θα
φτιάχναμε εμείς- "
"Όμως σε αυστηρά λογική βάση" είπε ο Έσκτελ
"μπορείς να δεις- "
Αυτή ήταν η τρίτη φορά που ο Κορντοβίρ άκουγε να
τον διακόπτουν.
Με μια και μόνη κίνηση της ουράς του τίναξε τον
Έσκτελ πάνω στο μεταλλικό αντικείμενο. Ο Έσκτελ
έπεσε στο έδαφος, νεκρός.
"Συχνά θεωρούσα τον αδερφό μου άξεστο" είπε
ο Χουμ. Τι έλεγες;"
Όμως τον Κορντοβίρ τον διέκοψαν και πάλι. Ένα
μέρος του μετάλλου, υποστηριζόμενο σ' ένα πιο
μεγάλο κομμάτι μέταλλο έτριξε, γύρισε και
σηκώθηκε, κι ένα πλάσμα βγήκε από μέσα.
Με την πρώτη ματιά ο Κορντοβίρ κατάλαβε πως είχε
μαντέψει σωστά.
Το πλάσμα που σύρθηκε έξω από το άνοιγμα είχε
δυο ουρές. Ήτανε σκεπασμένο από την κορυφή ως τα
νύχια με κάτι που ήταν εν μέρει μέταλλο κι εν
μέρει τομάρι. Και τι χρώμα! Ο Κορντοβίρ
ανατρίχιασε.
Είχε το χρώμα γδαρμένης, υγρής σάρκας.
Όλοι οι χωρικοί είχαν αποτραβηχτεί, περιμένοντας
να δουν τι θα κάνει το πράγμα. Στην αρχή δεν έκανε
τίποτα. Έμεινε πάνω στη μεταλλική επιφάνεια και
το σφαιρικό αντικείμενο που αποτελούσε το πάνω
μέρος του κουνήθηκε πέρα-δώθε, χωρίς όμως τις
απαραίτητες συνοδευτικές κινήσεις του σώματος
για να 'χει νόημα η χειρονομία.
Τελικά, το πράγμα σήκωσε και τις δυο κεραίες του
κι έκανε θορύβους.
"Λες να προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί
μας;" ρώτησε σιγανά ο Μίσχιλ.
Από το μεταλλικό άνοιγμα ξεπρόβαλαν κι άλα τρία
πλάσματα, κρατώντας μεταλλικά ραβδιά στις
κεραίες τους. Κάνανε θορύβους μεταξύ τους.
"Πέρα από κάθε αμφιβολία, δεν είναι ανθρώπινα
πλάσματα" είπε αποφασιστικά ο Κορντοβίρ. "Η
επόμενη ερώτηση που προκύπτει είναι, διαθέτουν
ηθική;" Ένα από τα πράγματα γλίστρησε στο
έδαφος. τα υπόλοιπα έστρεψαν τα μεταλλικά ραβδιά
τους προς τα κάτω. Έμοιαζε με κάποιου είδους
τελετή.
"Πού να βρεις ηθική σε τόσο απεχθή όντα;"
ρώτησε ο Κορντοβίρ και το δέρμα μυρμήγκιασε με
αποστροφή.
Προσεκτική μελέτη των πλασμάτων αποκάλυψε ότι
ήταν απαίσια πέρα από κάθε φαντασία. Το σφαιρικό
αντικείμενο στο σώμα τους θα μπορούσε κάλλιστα
να είναι κεφάλι, αποφάσισε ο Κορντοβίρ, ακόμα κι
αν δεν έμοιαζε με κανένα από τα κεφάλια που ήξερε.
Και στο κέντρο του! Αντί για μαλακιά, εκφραστική
επιφάνεια είχε μια ανασηκωμένη προεξοχή με δυο
βαθουλώματα εκατέρωθεν κι απέξω δυο κόμπους. Στο
κάτω μέρος του κεφαλιού--αν ήτανε κεφάλι--μια
ωχρή, κάθετη σχισμή.
Αυτό, υπέθεσε ο Κορντοβίρ, μπορεί να το πάρεις και
για στόμα άμα ζορίσεις λιγάκι τη φαντασία σου.
Και δεν ήτανε μονάχα αυτά, παρατήρησε ο Κορντοβίρ. Από την κατασκευή τους φαινότανε σα να 'χανε μέσα τους κόκκαλα! Όταν κουνάγανε τα μέλη τους δεν έβλεπες απαλές, κυματιστές κινήσεις, τις ρευστές χειρονομίες των ανθρώπινων πλασμάτων. Πιο πολύ θύμιζαν το τριζάτο τίναγμα κλαδιών δέντρου.
"Θεέ του Ουρανού" άρθρωσε ο Γκίρλιγκ, ένας
μεσόκοπος αρσενικός.
"Καλύτερα να τους σκοτώσουμε να γλυτώσουν από
τα βάσανά τους". Κι άλλοι φάνηκαν να
συμμερίζονται αυτήν την άποψη, κι οι χωρικοί
προχώρησαν προς τα πλάσματα.
"Σταθήτε!" φώναξε ένας από τους νεότερους.
"Ας επικοινωνήσουμε μαζί τους, αν μπορούμε.
Ίσως τελικά να είναι πλάσματα με ηθική. Το Έξω
είναι πλατύ, θυμηθείτε το, κι όλα είναι πιθανά".
Ο Κορντοβίρ τάχθηκε υπέρ της άμεσης
εξολόθρευσης, αλλά οι χωρικοί κάθησαν να το
συζητήσουν μεταξύ τους. Ο Χουμ, με χαρακτηριστική
γενναιότητα, κύλισε ως το πράγμα που είχε κατέβει
στο έδαφος.
"Γεια" είπε ο Χουμ.
Το πράγμα είπε κάτι.
"Δεν καταλαβαίνω" είπε ο Χουμ, και γύρισε προς
τα πίσω. Το πλάσμα ανέμισε τις αρθρωτές κεραίες
του- αν ήταν κεραίες- κι έδειξε τον έναν ήλιο.
Έκανε ένα θόρυβο.
"Ζέστη, πράγματι" είπε χαρωπά ο Χουμ.
Το πλάσμα έδειξε το έδαφος κι έκανε άλλο θόρυβο.
"Συμφωνώ είπε ο Χουμ. "Είσαι άσχημος σαν
αμαρτία".
Λίγο αργότερα οι χωρικοί πείνασαν και σύρθηκαν
πίσω στο χωριό. Ο Χουμ έμεινε κι άκουγε με προσοχή
τα όντα που του μιλάγανε με θορύβους, ενώ ο
Κορντοβίρ τον περίμενε νευρικός.
"Ξέρεις" είπε ο Χουμ μόλις γύρισε για να
φύγουν "νομίζω πως θέλουν να μάθουν τη γλώσσα
μας. Ή να μάθω εγώ τη δικιά τους".
"Μη δεχτείς" είπε ο Κορντοβίρ, διαβλέποντας
τη νεφελώδη άκρη κάποιου μεγάλου κακού.
"Εμένα μου φαίνεται πως θα δεχτώ"
μουρμούρισε ο Χουμ. Σκαρφάλωσαν παρέα τα βράχια
ως το χωριό.
Εκείνο το απόγευμα ο Κορντοβίρ πήγε ως το
μαντρί με τις περισσευούμενες θηλυκές και ζήτησε
επίσημα από μια νεαρή γυναίκα να δεχτεί να
βασιλέψει στο σπίτι του για είκοσι πέντε ημέρες.
Φυσικά, η γυναίκα δέχτηκε με ευγνωμοσύνη.
Στο δρόμο για το σπίτι, ο Κορντοβίρ συνάντησε τον
Χουμ που πήγαινε προς το μαντρί.
"Μόλις σκότωσα τη γυναίκα μου" είπε, πράγμα
που ήταν περιττό να το πει γιατί ποια άλλη αιτία
θα τον έφερνε στα πλεονάσματα των θηλυκών;
"Θα ξαναπάς στα πλάσματα αύριο;" ρώτησε ο
Κορντοβίρ.
"Μπορεί" απάντησε ο Χουμ "αν δεν
εμφανιστεί τίποτα καινούριο".
"Αυτό που πρέπει να μάθουμε είναι εάν
γνωρίζουν την ηθική".
"Σωστά" είπε ο Χουμ και συνέχισε το δρόμο
του.
Εκείνο το βράδυ, στη Συναγωγή, όλοι οι χωρικοί
συμφώνησαν ότι τα πλάσματα δεν ήταν ανθρώπινα. Ο
Κορντοβίρ επιχειρηματολόγησε σκληρά με βάση την
ίδια τους την εμφάνιση, η οποία ερχόταν σε
αντίθεση με κάθε τι ανθρώπινο. Πώς ήταν δυνατό σε
κάτι τόσο απεχθές να βρεις ηθικές αρχές, αίσθηση
ορθού και εσφαλμένου και, πάνω απ' όλα, αντίληψη
της αλήθειας;
Οι νεαρότεροι δε συμφωνούσαν, μάλλον εξαιτίας
της έλλειψης καινούριων πραγμάτων τελευταίως.
Τόνιζαν ότι μεταλλικό αντικείμενο ήταν εμφανώς
προϊόν ευφυίας. Εξ ορισμού η ευφυία σημαίνει
ύπαρξη αρχών διαφοροποίησης. Διαφοροποίηση
υποδηλώνει ορθό και εσφαλμένο.
Υπέροχη λογομαχία. Ο Όλγκολελ απέκρουσε τα
επιχειρήματα του Αραστ, ο οποίος τον σκότωσε. Ο
Μαβρτ, σε μια ασυνήθιστη για τόσο πράο άτομο
έκρηξη οργής, σκότωσε τους τρεις αδερφούς Χόλιαν
κι ο ίδιος σκοτώθηκε από τον Χουμ, που είχε τα
νεύρα του. Ακόμα κι οι περίσσειες θηλυκές
ακούγονταν που λογομαχούσαν για το ίδιο θέμα, μες
στο μαντρί τους στην άκρη του χωριού.
Κουρασμένοι κι ευτυχείς, οι χωρικοί πήγαν για
ύπνο.
Για μερικές ακόμη εβδομάδες η διαφωνία συνεχιζότανε. Τίποτα, πάντως δεν είχε αλλάξει στη ζωή των χωρικών. Οι γυναίκες βγαίνανε απ' τα σπίτια το πρωί, μαζεύανε φαγητό, το μαγειρεύανε και γεννούσαν αυγά. Τ' αυγά τα πηγαίνανε στις περίσσειες θηλυκές να τα επωάσουν. Ως συνήθως, οι θηλυκές που βγαίνανε ήταν οκταπλάσιες από τους αρσενικούς. Μετά από είκοσι πέντε ημέρες γάμου ή και λίγο νωρίτερα οι άντρες σκότωναν τις γυναίκες τους και παίρνανε καινούριες.
Οι αρσενικοί κατεβαίνανε στο πλοίο να
παρακολουθήσουν τον Χουμ που μάθαινε τη γλώσσα.
Και μόλις καταντούσε βαρετό, επέστρεφαν στην
παραδιοσιακή τους περιπλάνηση μέσα σε λόφους και
δάση, αναζητώντας καινούρια πράγματα.
Τα αλλόκοσμα τέρατα μένανε κοντά στο πλοίο τους
κι έβγαιναν έξω μονάχα όταν ερχόταν ο Χουμ.
Είκοσι τέσσερις ημέρες μετά τον ερχομό των
αλλόκοσμων όντων ο Χουμ ανακοίνωσε ότι μπορούσε
να επικοινωνήσει με τα πλάσματα, με κάποιον
τρόπο.
"Λένε πως έρχονται από πολύ μακριά" είπε
στους χωρικούς εκείνο το απόγευμα. "Λένε πως
έχουν δύο φύλα, σαν εμάς, κι ότι είναι άνθρωποι,
σαν εμάς. Λένε πως υπάρχει εξήγηση για τη
διαφορετική τους όψη, αλλά αυτό το κομμάτι δεν
μπόρεσα να το καταλάβω".
"Εάν δεχτούμε πως είναι άνθρωποι" είπε ο
Μίσχιλ "τότε όλα όσα λένε είναι αληθινά".
Όλοι οι χωρικοί ταρακουνήθηκαν εν χορώ,
συμφωνώντας.
"Λένε πως δε θέλουν να επέμβουν στον τρόπο ζωής
μας, αλλά θα τους ενδιέφερε ιδιαίτερα να τον
μελετήσουν. Θέλουν να έρθουν στο χωριό να ρίξουνε
μια ματιά".
"Δε βλέπω γιατί όχι" είπε ένας από τους
νεαρότερους.
"Όχι!" φώναξε ο Κορντοβίρ. "Ανοίγετε την
πόρτα στο κακό. Αυτά τα τέρατα είναι ύπουλα. Είμαι
πεπεισμένος ότι είναι ικανά ακόμα και- να πουν
αναλήθειες!" Οι υπόλοιποι πρεσβύτεροι
συμφώνησαν, αλλά όταν ο Κορντοβίρ πιέστηκε δεν
μπόρεσε να στηρίξει τη βεβιασμένη κατηγορία του.
"Στο κάτω-κάτω" επισήμανε ο Σιλ "επειδή
φαίνονται τέρατα δε σημαίνει κιόλας ότι
σκέφτονται σαν τέρατα".
"Για μένα σημαίνει" είπε ο Κορντοβίρ, αλλά
ήταν μειοψηφία.
Ο Χουμ συνέχισε. "Μου προσφέρανε--ή μας
προσφέρανε, δεν είμαι και σίγουρος, διάφορα
μεταλλικά αντικείμενα που λένε ότι κάνουν
διάφορα πράγματα. Αγνόησα την παράβαση του
πρωτοκόλλου, θεωρώντας ότι δεν έχουν επίγνωσή
του".
Ο Κορντοβίρ κατένευσε. Ο νεαρός μεγάλωνε. Στο
τέλος-τέλος έδειχνε πως είχε και κάποιους
τρόπους.
"Θέλουνε να 'ρθουν αύριο στο χωριό".
"Όχι!" φώναξε ο Κορντοβίρ, αλλά
καταψηφίστηκε.
"Α, να μην το ξεχάσω" είπε ο Χουμ, την ώρα που
διαλυόταν η συγκέντρωση. "Έχουνε μαζί τους
κάμποσες θηλυκές. Αυτές με τα πολύ κόκκινα χείλη.
Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε με ποιο τρόπο τις
σκοτώνουν οι αρσενικοί. Σήμερα είναι είκοσι
πέντε ημέρες από τότε που ήρθαν".
Την επόμενη ημέρα τα όντα ήρθαν στο χωριό, αφού
σύρθηκαν αργά και κοπιαστικά μέσα από τα βράχια.
Οι χωρικοί πρόσεξαν πόσο εύθραυστα ήταν τα μέλη
τους, πόσο απίστευτα αδέξιες ήταν οι κινήσεις
τους.
"Ούτε ίχνος κάλλους" μουρμούρισε ο
Κορντοβίρ. "Κι όλοι πανομοιότυποι".
Στο χωριό, τα όντα συμπεριφέρθηκαν χωρίς σταλιά ευπρέπειας. Τρύπωναν σε καλύβες και ξετρύπωναν από καλύβες. Σαλιάριζαν με τις περίσσειες θηλυκές στο μαντρί τους. Πιάνανε αυγά και τα εξετάζανε. Μελετούσαν τους χωρικούς μέσα από μαύρα πράγματα και μέσα από λαμπερά πράγματα.
Κατά το απογεματάκι ένας πρεσβύτερος, ο Ράνταν,
αποφάσισε πως ήταν ώρα να σκοτώσει τη γυναίκα
του. Οπότε έσπρωξε πέρα το ον που εξέταζε την
καλύβα του και χτύπησε τη γυναίκα του μέχρι
θανάτου.
Αμέσως, δυο από τα όντα άρχισαν να φλυαρούν
μεταξύ τους και βγήκανε βιαστικά από την καλύβα.
Το ένα είχε το κόκκινο στόμα των θηλυκών.
"Θα θυμήθηκε πως είναι ώρα να σκοτώσει κι αυτός
τη γυναίκα του" παρατήρησε ο Χουμ. Οι χωρικοί
περίμεναν, αλλά τίποτα δε συνέβη.
"Ίσως" είπε ο Ράνταν, "ίσως θα 'θελε να του
τη σκοτώσει κάποιος από μας. Μπορεί να είναι
έθιμο στον τόπο τους".
Και χωρίς πολλά-πολλά, ο Ράνταν της έδωσε μια με
την ουρά και την ξάπλωσε κάτω, νεκρή.
Το αρσενικό πλάσμα έβγαλε έναν τρομερό θόρυβο
κι έστρεψε το μεταλλικό ραβδί του προς τον
Ράνταν, που σωριάστηκε νεκρός.
"Παράξενο" είπε ο Μίσχιλ. "Αναρωτιέμαι,
μήπως αυτό δείχνει αποδοκιμασία;"
Τα όντα από το μεταλλικό αντικείμενο-οκτώ-
σχημάτισαν έναν μικρό, σφιχτό κύκλο. Ο ένας
βάσταγε τη νεκρή θηλυκιά, κι οι άλλοι
στριφογύριζαν τα ραβδιά τους, στραμένα προς τα
έξω. Ο Χουμ πήγε κοντά και ρώτησε τι συνέβαινε.
"Δεν καταλαβαίνω" είπε, αφού μίλησε μαζί
τους. "Μου είπανε λέξεις που δεν έχω μάθει, αλλά
συμπεραίνω ότι η θέση τους είναι επιτιμητική".
Τα τέρατα οπισθοχωρούσαν. Αλλος ένας χωρικός,
κρίνοντας ότι ήταν ώρα, σκότωσε τη γυναίκα του
που στεκόταν στο κατώφλι. Τα τέρατα σταμάτησαν κι
άρχισαν να φλυαρούν μεταξύ τους. Ύστερα κάνανε
νεύμα στον Χουμ.
Μόλις τέλειωσε η συζήτηση, το τρέμουλο στο σώμα
του Χουμ ήταν κάτι το απίστευτο.
"Αν κατάλαβα καλά" είπε "μας διατάζουν να
σταματήσουμε να σκοτώνουμε τις γυναίκες μας!"
"Τι!" φώναξαν ο Κορντοβίρ κι άλλοι δέκα.
"Θα τους ξαναρωτήσω". Ο Χουμ ξαναπήγε να
κουβεντιάσει με τα τέρατα, που κρατούσαν ακόμη
στις κεραίες τους τα μεταλλικά ραβδιά.
"Έτσι είναι" είπε στο τέλος και δίχως
χρονοτριβή τίναξε την ουρά του κι έστειλε ένα απ'
τα τέρατα στην απέναντι άκρη της πλατείας.
Αμέσως, τα υπόλοιπα απομακρύνθηκαν γρήγορα,
σημαδεύοντάς τους με τα ραβδιά.
Αφού φύγανε, οι χωρικοί μέτρησαν δεκαεπτά
νεκρούς αρσενικούς. Ο Χουμ, άγνωστο πώς, την είχε
γλυτώσει.
"Με πιστεύετε τώρα;" φώναξε ο Κορντοβίρ.
"Τα πλάσματα είπανε μια σκόπιμη αναλήθεια!
Είπαν ότι δε θα μας πειράξουν κι ύστερα ήρθαν και
σκότωσαν δεκαεφτά από εμάς! Δε μιλάμε απλώς για
μια ανήθικη πράξη- αλλά για συντονισμένη
δολοφονική απόπειρα!"
Ήταν ανθρωπίνως αδιανόητο.
"Μια σκόπιμη αναλήθεια!" διακήρυξε τη βλασφημία ο Κορντοβίρ, φανερά αηδιασμένος. Και μόνο η δυνατότητα να πει κάποιος μια σκόπιμη αναλήθεια σπανίως συζητιόταν ανοιχτά.
Από τη στιγμή που οι χωρικοί έφτασαν να
αποδεχτούν την ύπαρξη αναληθών πλασμάτων έγιναν
εκτός εαυτού από οργή κι αποστροφή. Ασε και τη
συντονισμένη δολοφονική απόπειρα!
Σα να 'χαν ζωντανέψει όλοι οι χειρότεροι εφιάλτες
μαζεμένοι. Αίφνης ήτανε φανερό ότι τούτα τα
τέρατα δε σκότωναν θηλυκές. Δίχως αμφιβολία τις
άφηναν και γεννοβολούσαν ανεξέλεγκτα. Η σκέψη
και μόνο έκανε κι έναν δυνατό άνθρωπο να ξεράσει.
Οι περίσσειες θηλυκές όρμησαν έξω από το μαντρί,
ενώθηκαν με τις συζύγους, κι απαίτησαν να μάθουν
τι συνέβαινε. Μόλις τους είπαν, η αγανάκτησή τους
ήταν διπλή από των ανδρών (πράγμα που συμφωνούσε
με τη φύση των γυναικών).
"Σκοτώστε τους!" ούρλιαζαν. "Μην τους
αφήσουμε να μας αλλάξουν τα έθιμα. Μην τους
αφήσουμε να μας μολύνουν την ηθική!"
"Είναι αλήθεια" είπε θλιμένα ο Χουμ. "Θα
'πρεπε να το μαντέψω".
"Να τους σκοτώσουμε αμέσως!" φώναξε μια
θηλυκιά. Σαν περισσευούμενη, δεν είχε ακόμη
όνομα, αλλά από αστραφτερή προσωπικότητα είχε
μπόλικη.
"Εμείς οι γυναίκες θέλουμε να ζούμε ηθικά και
σωστά, να γεννάμε αυγά στο μαντρί, ώσπου να φτάσει
η ώρα του γάμου. κι ύστερα είκοσι πέντε ημέρες
έκστασης! Τι παραπάνω να ζητήσουμε; Τούτα τα
τέρατα θα μας καταστρέψουν τη ζωή. Θα την κάνουνε
θλιβερή σαν τη δικιά τους".
"Καταλαβαίνετε τώρα;" βροντοφώναξε ο
Κορντοβίρ. "Σας προειδοποίησα, σας περιέγραψα
τον κίνδυνο, και σεις με αγνοήσατε! Οι νέοι πρέπει
ν' ακούνε τους πρεσβύτερους στις ώρες της
κρίσης!"
Πάνω στη λύσσα του σκότωσε δυο νεαρούς με ένα και
μοναδικό τίναγμα της ουράς. οι χωρικοί
χειροκρότησαν.
"Διώξτε τους" φώναξε ο Κορντοβίρ "προτού
μας διαφθείρουν!"
Οι θηλυκές όλες όρμησαν στην κατεύθυνση που
ακολούθησαν τα τέρατα.
"Έχουνε ραβδιά θανατηφόρα" επισήμανε ο Χουμ.
"Το ξέρουν οι θηλυκές;"
"Δε νομίζω" είπε ο Κορντοβίρ. Ήταν απόλυτα
ήρεμος τώρα. "Καλύτερα πήγαινε να τους το
πεις".
"Είμαι κουρασμένος" γκρίνιαξε ο Χουμ. "Εγώ
έκανα το μεταφραστή. Γιατί δεν πας εσύ;"
"Ω, πάμε κι οι δυο" είπε ο Κορντοβίρ,
κουρασμένος από την εφηβική κυκλοθυμία του
νεαρού. Μαζί με τους μισούς χωρικούς κίνησαν
βιαστικά πίσω από τις θηλυκές.
Τις προλάβανε στην άκρη των βράχων που δέσποζαν
πάνω από το αντικείμενο. Όσο ο Χουμ τους έλεγε για
τα θανατηφόρα ραβδιά ο Κορντοβίρ μελετούσε το
πρόβλημα.
"Κυλήστε πέτρες καταπάνω τους" είπε στις
θηλυκές. "Ίσως καταφέρουμε να σπάσουμε το
μέταλλο".
Οι θηλυκές άρχισαν να κυλάνε βράχια στην πλαγιά
με ορμή μεγάλη. Κάμποσα αναπήδησαν πάνω στο
μεταλλικό αντικείμενο. Αμέσως, πύρινες γραμμές
ξεπήδησαν από μέσα του και κάμποσες θηλυκές
σκοτώθηκαν. Το έδαφος τραντάχτηκε.
"Πάμε πιο πίσω" είπε ο Κορντοβίρ. "Οι
θηλυκές τα καταφέρνουν μια χαρά κι αυτό το
ταρακούνημα μου φέρνει ναυτία".
Όλοι οι αρσενικοί υποχώρησαν σε απόσταση
ασφαλείας και παρακολουθούσαν.
Γυναίκες πεθαίναν αριστερά και δεξιά, αλλά φτάσανε κι άλλες από διπλανά χωριά που είχαν ακούσει για την απειλή. Πολεμούσαν τώρα για τα σπίτια τους και για τα δικαιώματά τους και τη σφοδρότητά τους ποτέ δε θα την έφταναν οι άντρες. Το αντικείμενο σάρωνε όλα τα γύρω βράχια με φωτιά, μα έτσι ξεκόλλαγαν πιο πολλές πέτρες που πέφτανε πάνω του σα βροχή. Στο τέλος, μεγάλες φωτιές ξεπήδησαν από τη μια άκρη του μεταλλικού αντικειμένου.
Το αντικείμενο σηκώθηκε στον αέρα, μόλις
γλυτώνοντας από την κατοτολίσθηση που
επακολούθησε και, αφού παραλίγο να συντιβεί στη
διπλανή βουνοκορφή, άρχισε να ανεβαίνει σταθερά,
ώσπου έγινε μικρή κουκίδα στο μεγάλο ήλιο. Κι
ύστερα χάθηκε.
Εκείνο το απόγευμα καταμετρήθηκαν πενήντα τρεις
νεκρές θηλυκές, πράγμα αρκετά ευχάριστο, με την
έννοια ότι βοηθούσε να κρατηθεί χαμηλά το
ποσοστό του θηλυκού πληθυσμού. Πρόβλημα
ιδιαίτερα σημαντικό τώρα που είχανε χαθεί και
δεκαεπτά αρσενικοί μονομιάς.
Ο Κορντοβίρ ένιωθε ιδιαίτερα υπερήφανος. Η
γυναίκα του έπεσε ένδοξα στη μάχη, αλλά πήρε άλλη.
"Για λίγο καιρό πρέπει να σκοτώνουμε τις
γυναίκες μας γρηγορότερα από τις είκοσι πέντε
ημέρες" είπε στην απογευματινή Συναγωγή.
"Μονάχα ώσπου να 'ρθουμε στα φυσιολογικά
πλαίσια".
Οι θηλυκές που επιζήσανε, κι ήτανε πια στο μαντρί τους, τον άκουσαν και ξέσπασαν σε θερμές επιδοκιμασίες.
"Αναρωτιέμαι πού να πήγαν εκείνα τα όντα"
είπε ο Χουμ, θέτοντας το ερώτημα στη Συναγωγή.
"Πιθανότατα για να υποδουλώσουν κάποια
ανυπεράσπιστη φυλή" είπε ο Κορντοβίρ.
"Όχι απαραίτητα" αντέτεινε ο Μίσχιλ κι
άρχισε η απογευματινή λογομαχία.