AναλώσιμοςPhilip
K. Dick
Expendable (1953)
Μετάφραση: Γιώργος Γούλας
Εικονογράφηση: Νίκος Κανελλόπουλος
Bγήκε
στο κατώφλι και μελέτησε την ημέρα. Φωτεινή και καθάρια με δροσοσταλίδες στο
χορτάρι. Κούμπωσε το παλτό του κι έβαλε τα χέρια στις τσέπες.
Όπως κατέβαινε τα σκαλιά οι δυο κάμπιες που περίμεναν δίπλα στο γραμματοκιβώτιο
κουνήθηκαν νευρικά, με ενδιαφέρον.
"Νάτος, φεύγει," είπε η μια. "Στείλε
αναφορά."
Καθώς η άλλη άρχισε να κουνά τις κεραίες της ο
άνδρας σταμάτησε και γύρισε απότομα.
"Το άκουσα αυτό," είπε. Με το πόδι του
κατέβασε τις κάμπιες από τον τοίχο στο τσιμέντο
και τις έλιωσε.
Ύστερα κατέβηκε βιαστικά το μονοπάτι ως το
πεζοδρόμιο. Όπως περπατούσε κοίταζε γύρω του.
Πάνω στην κερασιά ένα πουλί με λαμπερά μάτια
χοροπηδούσε τσιμπολογώντας τα κεράσια. Ο άνδρας
το παρατήρησε με προσοχή.
Εντάξει; Ή..... Το πουλί πέταξε μακριά. Τα πουλιά
ήταν εντάξει. Απ' αυτά δεν υπήρχε κίνδυνος.
Συνέχισε. Στη γωνία έπεσε πάνω σ' έναν ιστό αράχνης που στηριζόταν στους θάμνους και στο στύλο του τηλεφώνου. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Ξεκόλλησε τον ιστό από πάνω του, χτυπώντας με το χέρι του τον αέρα. Συνέχισε το δρόμο του, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του.
Η αράχνη κατέβαινε αργά από τον θάμνο,
ψηλαφίζοντας τις ζημιές στον ιστό της.
Για τις αράχνες δεν ήτανε σίγουρος. Δεν μπορούσε
να βγάλει συμπέρασμα. Χρειαζότανε κι άλλα
στοιχεία- δεν είχε επαφή ακόμη. Περίμενε στη
στάση του λεωφορείου, χτυπώντας κάτω τα πόδια του
για να τα ζεστάνει. Το λεωφορείο ήρθε,
επιβιβάστηκε κι ένιωσε ξαφνικά την απόλαυση του
να κάθεσαι ανάμεσα σε ζεστούς, σιωπηλούς
ανθρώπους που κοιτάζουν μπροστά τους με απάθεια.
Εν' αδιόρατο κύμα ασφάλειας άρχισε να τον
διαποτίζει.
Χαμογέλασε κι ένιωσε ηρεμία, για πρώτη φορά μετά
από μέρες.
Το λεωφορείο κατηφόρισε το δρόμο.
Ο Τίρμους ανέμισε με έξαψη τις κεραίες του.
"Ψηφίστε, λοιπόν, αν το θέλετε." Πέρασε
γρήγορα ανάμεσά τους, ανεβαίνοντας στο χωμάτινο
βουναλάκι. "Αλλά, πριν αρχίσετε, θα σας ξαναπώ
τα ίδια που είπα και χτες".
"Τα 'παμε αυτά," φώναξε ο Λάλα με
ανυπομονησία. "Ας ξεκινήσουμε. Το σχέδιο
δράσης το 'χουμε έτοιμο. Τι μας κρατάει;"
"Η φωνή της λογικής με την οποία σας μιλώ." Ο
Τίρμους ατένισε γύρω του το συνέδριο των θεών.
"Ο Λόφος ολάκερος ετοιμάζεται να ορμήσει
καταπάνω στον υπό συζήτηση γίγαντα. Γιατί;
Γνωρίζουμε πως αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους
ομοίους του - γεγονός αδιαμφισβήτητο. Οι
δονήσεις, η γλώσσα που χρησιμοποιούν δεν του
αφήνει περιθώριο να κάνει αντιληπτές τις σκέψεις
του για μας, τις- "
"Ανοησίες." Ο Λάλα έκανε ένα βήμα εμπρός.
"Οι γίγαντες επικοινωνούν μια χαρά μεταξύ
τους."
"Απ' όσο ξέρουμε, ποτέ ως τώρα γίγαντας δε
διέδωσε πληροφορία για μας."
Η στρατιά αναδεύτηκε με ανυπομονησία.
"Αφήστε τον" είπε ο Τίρμους. "Τζάμπα
παιδεύεστε. Είναι ακίνδυνος - αποκομμένος. Γιατί
χάνετε την ώρα σας και- "
"Ακίνδυνος;" Ο Λάλα τον κοίταξε στα μάτια.
"Μα δεν καταλαβαίνεις; Ξέρει!"
Ο Τίρμους κατέβηκε από το χωμάτινο λοφάκι.
"Αντιτίθεμαι στην άχρηστη βία. Πρέπει να
διατηρήσουμε την δύναμή μας. Μπορεί να τη
χρειαστούμε."
Η ψηφοφορία έγινε. Όπως αναμενόταν ο στρατός
αποφάσισε επίθεση κατά του γίγαντα. Ο Τίρμους
αναστέναξε κι άρχισε να σχεδιάζει στο έδαφος.
"Ορίστε η θέση του. Αναμένεται να εμφανιστεί
εδώ κατά το τέλος της περιόδου. Τώρα, σύμφωνα με
την άποψή μου - "
Και συνέχισε να ζωγραφίζει στο μαλακό χώμα,
περιγράφοντας το σχέδιό του.
Ένας από τους θεούς έσκυψε προς τον διπλανό του,
οι κεραίες τους ακούμπησαν. "Ο γίγαντας - δεν
έχει καμιά πιθανότητα. Τον λυπάμαι λιγάκι. Πώς
έγινε και μπλέχτηκε;"
"Ατύχημα" Χαμογέλασε. "Ξέρεις, όπως
συνήθως, έτσι που χώνουν τη μύτη τους εδώ κι
εκεί."
"Μεγάλη ατυχία, πάντως, γι αυτόν."
Νύχτα. Ο δρόμος σκοτεινός κι έρημος. Ο άνδρας φάνηκε κάτω στο πεζοδρόμιο, με την εφημερίδα στη μασχάλη. Περπατούσε γρήγορα, ρίχνοντας ματιές γύρω του. Στο μεγάλο δέντρο που φύτρωνε στην άκρη του κράσπεδου κι έσκυβε πάνω από το δρόμο έστριψε, πέρασε απέναντι κι έπιασε το άλλο πεζοδρόμιο. Μόλις έστριψε τη γωνία πιάστηκε στον ιστό που ήταν πλεγμένος ανάμεσα στο θάμνο και τον τηλεφωνικό στύλο.
Χωρίς να το σκεφτεί πάλεψε να ξεφύγει
διώχνοντάς τον με τα χέρια του. Καθώς τα νήματα
κόπηκαν, άκουσε ένα σιγανό ψίθυρο, με σκληρή,
μεταλλική χροιά.
"... Σταθείτε!"
Έμεινε ακίνητος.
"... προσέχετε ... μέσα ... περιμένετε ..."
Έσφιξε τα χείλια του. Τα τελευταία νήματα σπάσανε
στα χέρια του και προχώρησε. Η αράχνη κουνήθηκε
πάνω στα υπολείμματα του ιστού της,
παρακολουθώντας τον. Ο άνδρας γύρισε και την
κοίταξε.
"Δε θα 'σαι καλά που θα κάτσω εδώ πέρα
δεμένος" είπε.
Προχώρησε στο πεζοδρόμιο, προς το δρομάκι.
Ανέβηκε το μονοπάτι με μεγάλα βήματα,
αποφεύγοντας τους σκοτεινούς θάμνους. Βρήκε το
κλειδί του στη μαρκίζα, το έβαλε στην κλειδαριά.
Κοντοστάθηκε. Μέσα; Καλύτερα από έξω, ιδίως τη
νύχτα. Ασχημη ώρα η νύχτα. Πολλά σουρσίματα κάτω
απ' τους θάμνους, που δεν του άρεσαν.
Ανοιξε την πόρτα κι έκανε ένα βήμα μέσα. Μπροστά
του το χαλάκι σκοτεινή λίμνη, κι από την άλλη
μεριά διακρινόταν το περίγραμμα του αμπαζούρ.
Τέσσερα βήματα ως το αμπαζούρ. Σήκωσε το πόδι του.
Σταμάτησε. Τι είπε η αράχνη; Τι; Περίμενε,
στήνοντας αυτί. Σιωπή.
Έβγαλε τον αναπτήρα του και τον άναψε.
Το χαλί από μυρμήγκια φούσκωσε προς το μέρος του, ανασηκώθηκε σαν παλιρροϊκό κύμα. Πήδησε στο πλάι, προς το κατώφλι. Τα μυρμήγκια όρμησαν με φούρια, ασυγκράτητα, και το γρατζούνισμα των ποδιών τους στο πάτωμα ακούστηκε καθαρά στο μισόφωτο.
Μ' έναν πήδο έφτασε στο χώμα κι έστριψε στη
γωνία του σπιτιού. Με το που φάνηκε το πρώτο κύμα
μυρμήγκια να γλιστράει απ' το κατώφλι, ήδη
στριφογύριζε γρήγορα το διακόπτη της βρύσης,
πιάνοντας ταυτόχρονα το λάστιχο.
Ο πίδακας του νερού σήκωσε τα μυρμήγκια στον
αέρα, τα σκόρπισε και τα τίναξε σ' όλες τις
κατευθύνσεις. Ρύθμισε το μουσούδι του λάστιχου
και προσπάθησε να διακρίνει μέσ' απ' τη θολούρα.
Προχώρησε, παίζοντας πέρα-δώθε το σκληρό,
υδάτινο ρεύμα.
"Να σας πάρει ο διάολος" είπε, με δόντια
σφιγμένα. "Μου την είχατε στημένη- "
Είχε τρομοκρατηθεί. Μέσα- πρώτη φορά! Παρά την
κρύα νύχτα το πρόσωπό του πλημμύρισε από ιδρώτα.
Μέσα. Ποτέ δεν είχανε μπει μέσα ως τώρα. Κανα δυο
νυχτοπεταλούδες ίσως, και μύγες, φυσικά.
Ικανές για ακίνδυνα, θορυβώδικα
φτεροκοπήματα μονάχα-
Χαλί από μυρμήγκια!
Συνέχισε να τα περιλούζει, με αγριότητα, ώσπου
διέλυσαν το σχηματισμό τους και χώθηκαν μες στα
χόρτα, μες στους θάμνους, κάτω απ' το σπίτι.
Έκατσε κατάχαμα, κρατώντας ακόμα το λάστιχο,
τρέμοντας ολόκληρος.
Δεν παίζανε. Δεν ήτανε σπασμωδική επιδρομή από
οργή, ενόχληση, ήταν επίθεση σχεδιασμένη κι
εκτελεσμένη. Του 'χανε στήσει παγίδα. Ένα βήμα
ακόμη-
Ας ήταν καλά η αράχνη.
Έκλεισε τη βρύση και σηκώθηκε. Ησυχία. Ήχος
πουθενά. Οι θάμνοι θρόισαν ξαφνικά. Μέλισσα; Κάτι
σκούρο τρεχάλισε- το πάτησε.
Αγγελιαφόρος, ίσως. Έτρεχε γρήγορα. Μπήκε στο
σκοτεινό σπίτι με μεγάλη προσοχή, φωτίζοντας
μπροστά του με τον αναπτήρα του.
Αργότερα, καθόταν στο γραφείο του, έχοντας δίπλα
του το βαρύ χάλκινο φλιτ. Αγγιξε με τα δάχτυλα την
υγρή του επιφάνεια.
Εφτά η ώρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε πίσω του, απαλά.
Απλωσε το χέρι και μετακίνησε το πορτατίφ να
φωτίζει το πάτωμα, δίπλα στο γραφείο. Αναψε
τσιγάρο και πήρε χαρτί και στυλό.
Σταμάτησε, σκεφτικός.
Ώστε ήθελαν να τον ξεκάμουν στ' αλήθεια, τόσο πολύ
που καταστρώσαν ολόκληρο σχέδιο. Χείμαρρος
ζοφερής απόγνωσης τον πλάκωσε. Τι να 'κανε;
Σε ποιόν να πήγαινε; Να μίλαγε; Έσφιξε τις γροθιές
του, στητός πάνω στην καρέκλα.
Η αράχνη γλίστρησε από ψηλά δίπλα του, στην
επιφάνεια του γραφείου. "Συγγνώμη. Μήπως σας
τρόμαξα, όπως στο ποίημα;"
Την ατένισε. "Η ίδια είσαι; Μ' εκείνη στη γωνία;
Που με προειδοποίησε;"
"Όχι. Αλλος ήταν εκείνος. Σβουράτος. Εγώ είμαι
καθαρόαιμος Μασουλάτος. Δες τα σαγόνια μου."
Ανοιγόκλεισε το στόμα της. "Όλα τα μασουλάω".
Ο άντρας χαμογέλασε. "Δουλεύουνε μια χαρά".
"Σίγουρα. Ξέρετε πόσοι από μας υπάρχουνε σε, ας
πούμε, ένα στρέμμα χωράφι; Για μαντέψτε."
"Χίλιοι."
"Όχι. Δυόμισι εκατομμύρια. Απ' όλα τα είδη.
Μασουλάτοι, όπως εγώ, Σβουράτοι, Τσιμπάτοι."
"Τσιμπάτοι;"
"Οι καλύτεροι. Για να δούμε." Η αράχνη
σκεφτόταν. "Για παράδειγμα, η Μαύρη Χήρα, όπως
τη λέτε. Ανεκτίμητη." Σταμάτησε.
"Ένα πράγμα μονάχα."
"Τι πράγμα;"
"Έχουμε τα προβλήματά μας. Οι θεοί - "
"Θεοί!"
"Τα μυρμήγκια, που λέτε. Οι ηγέτες. Δε μπορούμε
να τα βάλουμε μαζί τους, δυστυχώς. Έχουν
αηδιαστική γεύση- σου φέρνουν αναγούλα.
Αναγκαζόμαστε να τους αφήνουμε στα πουλιά."
Ο άντρας σηκώθηκε. "Τα πουλιά; Είναι - "
"Εμμ... έχουμε κάνει ένα είδος συμφωνίας, που
κρατάει πολλές γενιές. Θα σας πω την ιστορία.
Έχουμε λίγο χρόνο."
Η καρδιά του συσπάστηκε. "Λίγο χρόνο; Τι
εννοείς;"
"Τίποτα. Ένα προβληματάκι λίγο αργότερα, απ'
ότι καταλαβαίνω. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ στο
γενικό πλαίσιο. Πιστεύω πως το αγνοείτε."
"Προχώρα, ακούω." Σηκώθηκε κι άρχισε να
βηματίζει μπρος πίσω.
"Πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια περίπου,
τη Γη την κυβερνούσαν εκείνοι, και τα πήγαιναν
αρκετά καλά. Βλέπεις, οι άνθρωποι ήρθαν από άλλον
πλανήτη. Από ποιον; Δε γνωρίζω. Προσγειώθηκαν και
βρήκαν τη Γη καλλιεργημένη θαυμάσια, από
εκείνους. Ξέσπασε πόλεμος."
"Δηλαδή, εμείς είμαστε οι εισβολείς"
μουρμούρισε ο άντρας.
"Σίγουρα. Ο πόλεμος υποβίβασε τους
αντιμαχόμενους σε βαρβάρους, κι εκείνους κι εσάς.
Εσείς λησμονήσατε πώς να επιτίθεστε κι εκείνοι
εκφυλίστηκαν σε κλειστά κοινωνικά σύνολα,
μυρμήγκια, τερμίτες - "
"Καταλαβαίνω."
"Οι τελευταίοι από σας με επίγνωση όλης της
ιστορίας βάλανε μπροστά εμάς. Ανατραφήκαμε- " η
αράχνη καθάρισε το λαιμό της με τον
χαρακτηριστικό της τρόπο "ανατραφήκαμε κρυφά
για τον άξιο τούτο σκοπό. Κρατάμε σταθερό τον
αριθμό τους με αρκετή επιτυχία. Ξέρετε πώς μας
αποκαλούν εκείνοι; Φαγάνες. Δυσάρεστο δεν
είναι;"
Αλλες δυο αράχνες κατηφόρισαν στριφογυριστά
καβάλα στις αραχνοκλωστές τους κι αφιππεύσανε
πάνω στο γραφείο. Οι τρεις αράχνες το 'ριξαν στο
κουβεντολόι.
"Χειρότερα απ' όσο νόμιζα" είπε απλά ο
Μασουλάτος. "Δεν ήξερα όλα τα πάρε - δώσε. Ο
Τσιμπάτος από δω- "
Η μαύρη χήρα πλησίασε στην άκρη του γραφείου.
"Γίγαντα" τραγούδησε μεταλλικά "θα 'θελα
να σας μιλήσω."
"Ακούω" είπε ο άνθρωπος.
"Θα 'χουμε φασαρίες. Αρχισαν να κινούνται προς
τα εδώ κι είναι πολυάριθμοι. Είπαμε να μείνουμε
μαζί σας για λίγο. Να έχουμε άμεση άποψη."
"Καταλαβαίνω." Κατένευσε. Πέρασε τη γλώσσα
του πάνω απ' τα χείλη του, τα δάχτυλά του μέσα απ'
τα μαλλιά του. "Πιστεύετε? δηλαδή, τι ελπίδες
υπάρχουν - "
"Ελπίδες;" Ο Τσιμπάτος βημάτισε σκεφτικός.
"Γεγονός είναι πως είμαστε σ' αυτή τη δουλειά
πολύ καιρό. Σχεδόν ένα εκατομμύριο χρόνια.
Πιστεύω πως τους έχουμε του χεριού μας, παρά τα
όποια μειονεκτήματά μας. Οι συμφωνίες μας με τα
πουλιά και, φυσικά, με τους βατράχους - "
"Νομίζω θα μπορέσουμε να σας σώσουμε"
πετάχτηκε χαρωπά ο Μασουλάτος.
"Εδώ που τα λέμε, μια τέτοια στιγμή
ονειρευόμαστε όλοι μας."
Αποκάτω από τις σανίδες του πατώματος
ακούστηκαν πνιχτά ξυσίματα, θόρυβοι από πλήθος
μικροσκοπικά φτερά και νύχια, ήχοι αμυδροί,
μακρινοί, παλλόμενοι. Ο άνθρωπος άκουγε. Το σώμα
του χαλάρωσε άψυχο.
"Είσαστε απολύτως βέβαιοι; Πιστεύετε να τα
καταφέρετε;" Σφούγγισε τον ιδρώτα απ' τα χείλη
του και σήκωσε το φλιτ, δίχως να σταματήσει ν'
αφουγκράζεται.
Ο ήχος αποκάτω τους δυνάμωνε, φούντωνε, κάτω απ'
το πάτωμα, κάτω απ' τα πόδια τους. Θροΐσματα
ακούγονταν απ' τους θάμνους έξω απ' το σπίτι,
νυχτοπεταλούδες χτύπαγαν στο παράθυρο. Όλο και
πιο δυνατός, πιο εκκωφαντικός ερχόταν ο ήχος, από
πέρα κι από κάτω, από παντού, βουητό οργής κι
αποφασιστικότητας που όλο δυνάμωνε. Έψαξε γύρω
του με το βλέμμα.
"Είσαστε σίγουροι πως θα τα καταφέρετε;"
ψιθύρισε. "Θα μπορέσετε να με σώσετε;"
"Ω" είπε ο Τσιμπάτος, αμήχανα. "Δεν
εννοούσα αυτό. Μιλούσα για το είδος, τη φυλή ... όχι
για εσάς, ως άτομο."
Ο άνθρωπος τον κοίταξε με στόμα ανοιχτό κι οι τρεις Φαγάνες κουνήθηκαν ανήσυχα. Κι άλλες νυχτοπεταλούδες έσκασαν στο παράθυρο. Το πάτωμα αποκάτω τους αναδεύτηκε, ταρακουνήθηκε.
"Καταλαβαίνω" είπε ο άνθρωπος. "Συγγνώμη που παρανόησα".
Ο Φ.Κ. Ντικ, σαν ευφυής άνθρωπος
και σαν συγγραφέας αφιέρωσε τη ζωή του
αναζητώντας την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Ξεκίνησε ταρακουνώντας τις πιο απλές αλήθειες,
τις πιο αυτονόητες παραδοχές, για να δει ποιες
είναι στέρεες. Δε βρήκε καμιά. Την ανακάλυψή του
πάλεψε να μας τη μεταδώσει, με χιούμορ, ειρωνεία,
επινοητικότητα, επιμονή. Είναι από τους πιο
γνωστούς και αναγνωρισμένους συγγραφείς ε.φ. έξω
από το "γκέτο της ε.φ." Μερικοί τον θεωρούν
έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του
εικοστού αιώνα. Το μυθιστόρημά του "Ηλεκτρικό
Πρόβατο" (ARS LONGA) ήταν η βάση της ταινίας BLADE RUNNER
και το διήγημά του "Μπορούμε να το θυμηθούμε
για σας" (Υπάρχει στην μίνι συλλογή ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟ
ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ) η βάση της ταινίας
ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ. Και στις δυο περιπτώσεις ισχύει
αυτό που λέμε "το βιβλίο ήταν καλύτερο".
Αρκετά ακόμη σπουδαία μυθιστορήματά του
κυκλοφορούν στην Ελλάδα: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΨΗΛΟ
ΚΑΣΤΡΟ, ΟΥΜΠΙΚ, ΤΑ ΤΡΙΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΜΕΡ
ΕΛΝΤΡΙΤΖ, ΚΥΛΗΣΤΕ ΔΑΚΡΥΑ ΜΟΥ, ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΡΕΙΑΝΟΙ,
ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ, Δρ. ΜΠΛΟΥΝΤΜΑΝΕΫ, Ο
ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΚΕΡΑΜΕΙΚΩΝ, ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΦΑΝΟΥ
ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ κ. ά.
Το διήγημα "Αναλώσιμος" είναι από τα πρώτα
που έγραψε, τότε που συνήθιζε αυτού του είδους
τις ιστορίες - παιχνίδια και είναι ίσως το
καλύτερο του είδους.
Στην αρχή, μου άρεσε ιδιαίτερα να γράφω μικρά
φανταστικά διηγήματα - για τον Αντονυ Μπουσέ - από
τα οποία το Αναλώσιμος είναι το αγαπημένο μου.
Η ιδέα μου ήρθε καθώς μια μύγα σφύριξε δίπλα στο
αυτί μου και φαντάστηκα (παρανοϊκό, πράγματι) ότι
γελούσε μαζί μου.
Philip Dick