H Καλωδίωση του Ηλιογάβαλου

Μπάμπης Α. Αγγελόπουλος
Βασίλης Χ. Αγγελόπουλος

Το παρακάτω διήγημα χρησιμοποιεί στοιχεία του πραγματικού κόσμου αλλά και κάποιων άλλων κειμένων ε.φ., τα οποία διαπλάθει με αρκετά ιδιαίτερο τρόπο.Τα πιθανώς εμφανιζόμενα ως ορθογραφικά λάθη είναι επιλογή των συγγραφέων. ΑγγελόπουλοςΜπάμπης Αγγελόπουλος Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1919. Πέθανε το καλοκαίρι του 1996 στο Περιστέρι, όπου και ζούσε. Καθηγητής φιλόλογος. Ερασιτέχνης θεατρικός συγγραφέας. Ανέβασε δύο δικά του θεατρικά έργα σε ερασιτεχνικές παραστάσεις με μαθητές του Νυχτερινού Νίκαιας και του 9ου Ημερησίου Γυμνασίου Αθηνών, μαζί με επαγγελματίες ηθοποιούς. Η Καλωδίωση του Ηλιογάβαλου γράφτηκε σε συνεργασία με τον γιό του Βασίλη. Το αρχικό σχεδίασμα του κειμένου είχε περισσότερο ποιητική μορφή. Το κείμενο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε από το 1990 μέχρι το χειμώνα του 1996. Είναι ένα κείμενο που αν δεν υπήρχε το BIG BANG δεν επρόκειτο να τα καταφέρει να δημοσιευτεί. Το αξιοσημείωτο είναι ότι κανένας από τους δύο συν-συγγραφείς δεν βρίσκεται και με τα δύο πόδια μέσα στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας.

Η τελετή της ταφής του Μαξ Στάλκοφ είχε γίνει με όλες τις πρέπουσες επισημότητες. Είχαν παραβρεθεί όλοι οι δικοί του άνθρωποι, οι προσωπικοί φίλοι, οι άνθρωποι της υπηρεσίας, ακόμα και ο ίδιος. Πώς μπορούσε άλλωστε να μην βρίσκεται στην κηδεία του αφού εκείνος ήταν το τιμώμενο πρόσωπο; Ο Στάλκοφ κατείχε φυσικά την πιο περίοπτη θέση, αυτή του πτώματος. Ήταν αναγκαίο. Το απαιτούσε η ασφάλεια του προγράμματος. Ριγμένος σε ένα βαθύ ύπνο δίχως όνειρα μέσα από τη γυάλινη προθήκη που τον σκέπαζε έδειχνε τουλάχιστον γαλήνιος. Αρκετά δύσκολο για να μάθει κανείς την πραγματική αλήθεια. Πώς να τα καταφέρει να τον ρωτήσει.
Όλα αυτά τα χρόνια ήταν ζωντανός αλλά δεν ήξερε πού.

Πάντως ήταν. Συνέχιζε να υπάρχει στο μεσοδιάστημα. Απλά, αντί για ρήγματα που από μέσα τους κοχλάζουν αναθυμιάσεις του υποσυνείδητου, ο Μαξ Στάλκοφ είχε ανεικονικές νοητικές παραστάσεις. Ζωντανά μέσα στην κάψουλα ήταν και τα μέλη του, μα αυτός δεν βρισκόταν κοντά τους. Ίσως γι αυτό δεν τα είχε γεράσει ο χρόνος. Θα μπορούσε να αποδοθεί με έναν εύσχημο τρόπο, που χωρίς να αντιπροσωπεύει την αλήθεια τουλάχιστον καταφέρνει να την θυμίσει, ήταν στον προεμπειρικό λαβύρινθο, ήταν στο χωνευτήρι των ιδεών του Πλάτωνα, αν βέβαια δεχτεί κανείς ότι υπάρχουν τέτοιες ιδέες. Ήταν απλά ο δύτης για τις άλλες διαστάσεις. Κάτι τέτοιο. Ήταν ένας ανιχνευτής που είχε αρχίσει να σιτεύει, σαν τα ξεπερασμένα τεχνήματα που μόλις περάσει η εποχή τους αμέσως μετά μοιάζουν πρωτόγονα.

Η ιστορία του Στάλκοφ είναι από αυτές που προετοιμάζει η πραγματικότητα έτσι ώστε να μοιάζει με το πιο απίθανο σενάριο και όμως να μην είναι. Σαν να θέλει η ζωή με αυτό τον τρόπο να αποδείξει πως δεν υπάρχει τίποτα ανώτερό της, ότι από αυτή εκπορεύονται όλα τα υπόλοιπα και τίποτα δεν είναι επαρκές για να την περιγράψει, παρά μόνο η αντικατάστασή της από ένα ίδιο μέγεθος. Αλλά είναι πολύ αβέβαιο αν υπάρχει κάτι άλλο που να έχει την ίδια έκταση με αυτή. Ο σκεπτόμενος νους παραμένει φυσικά και αυτός μια μονάδα σύλληψης, ικανή αλλά παράλληλα αδύναμη, σαν το νερό που μάζεψε κάποιος ερευνητής σε μια γυάλα για να το εξομοιώσει με τον ωκεανό.

Ήταν τυχερός που σώθηκε μετά από ένα τόσο σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα. Βρισκόταν σε κώμα πολύ καιρό και κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ανανήψει. Έτσι του είπαν εκείνο το πρωί, όταν ξύπνησε σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Καθημερινά πάνω από το κεφάλι του το ένα ιατρικό επιτελείο διαδεχόταν το άλλο. Τσέκαραν τα διαγράμματα της πορείας του, του έκαναν τυπικές ερωτήσεις με απλές πράξεις αριθμητικής, τον ρωτούσαν να τους επαναλάβει το όνομά του, τον έβαζαν να ισιώνει τα χέρια του κρατώντας ανάστροφα τις παλάμες του. Σκόπιμα τον κρατούσαν μακρυά από την αίσθηση του χρόνου. Και είχαν δίκιο. Το κώμα κράτησε πολύ και πολλά άλλαξαν από τότε. Ήταν μεγάλη απόσταση, αρκετά μεγάλη για να την αποδεχθεί. Αν δεν ήταν τόσο σημαντικός, ίσως να μην διέθεταν και εκείνοι τόση υπομονή. Ως βαθμοφόρος αξιωματικός της Ειδικής Υπηρεσίας Απορρήτων μέσα στο μυαλό του κουβαλούσε πληροφορίες, πιθανόν πολύτιμες, που έπρεπε να αποσφραγιστούν και να αξιολογηθούν. Στις τακτικές του επισκέψεις ο ψυχολόγος του έδειχνε φωτογραφίες με πρόσωπα. Αναγνώρισε κάποια γυναίκα, η γυναίκα σου του είπαν, και δυο συναδέλφους του.

Δυστυχώς κανείς τους δεν είχε γλυτώσει.

Κάθε έννοια στερεότητας και σταθερότητας είχε χαθεί από τον Στάλκοφ. Χανόταν στο βυθό της παρεγκεφαλίδας του και αργότερα επέστρεφε χωρίς να μπορεί να ελέγξει τις πύλες εμφάνισης και εξαφάνισής του. Να μπορούσε να αναρροφήσει σε μια σύριγγα όλη αυτή την απουσία του, να στερεοποιήσει όλη αυτή την εκκρεμότητα της ύπαρξής του. Μια πτώση τάσης τον επηρέαζε, σαν το τρεμόσβημα των λαμπτήρων μετά από σύντομες μικροδιακοπές. Ήταν τα κατάλοιπα της συνύπαρξής του στον κόσμο των απτών αντικειμένων και στο φάσμα των τρεμάμενων σχημάτων. Είχε περάσει κάποιο χρόνο της ζωής του και στους δύο και τον χαρακτήριζε το αίσθημα των ανθρώπων που κινήθηκαν στη ζώνη με το Βόρειο Σέλας φωτισμένοι με απόλυτο λευκό και μετά σαν αντίδοτο καλύπτονται με διαρκές σκότος. Εκεί στην πίσω μεριά του καθρέφτη είχε ανακαλύψει ένα μέγεθος τόσο αχανές, όπως και κείνο μέσα στο οποίο κινούμαστε όλοι μας.

Και δεν ήταν ο μόνος που το ανακάλυψε, εκείνος ίσως είχε το προνόμιο να κάτσει λίγο παραπάνω εκεί πέρα. Ένα προνόμιο που, επειδή παρατάθηκε, περισσότερο έμοιαζε με τιμωρία, παρά με κατάκτηση. Και πώς να μην είναι έτσι; Η εμπειρία του διαπέρασε την ανοχή των ορίων και τότε ο άτεγκτος νόμος ξύπνησε από το λήθαργο και μπήκε σε εφαρμογή, όλοι οι κρυμμένοι μηχανισμοί είχαν κινητοποιηθεί για να επαναφέρουν την τάξη.
Προς το παρόν νόμιζε ότι η δοκιμασία του είχε τελειώσει, όποια και να ήταν αυτή, όσο και αν του είχε στοιχίσει. Είχε χρόνο να κάνει την απογραφή, αρκεί να έβγαινε από το νοσοκομείο. Είχε πολλά να μάθει και ίσως αρκετά να θυμηθεί.

Όλα θα πήγαιναν καλύτερα. Έτσι του έλεγαν και ο ίδιος άρχιζε να το πιστεύει. Μόνο που καμμιά φορά δεν καθορίζουμε οι ίδιοι τη μοίρα μας, όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο. Και πώς να υποψιασθεί ότι θα ξαναζούσε από την αρχή την ιστορία του, για να την εμπεδώσει στα σίγουρα με την επανάληψη, να μην του μείνει καμμία απορία, ούτε καινούργια ούτε παλιά. Αλλά αυτή τη φορά θα μπλεκόταν και με άλλα απρόσκλητα πρόσωπα. Η σκακιέρα όμως στην οποία κινούνταν δεν θα τους άντεχε όλους. Κάποιοι υποχρεωτικά έπρεπε να φύγουν από πάνω της, γιατί, αν αναποδογύριζε από το βάρος, τότε κανείς δεν ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί στην άλλη της όψη, εκεί δηλαδή που εμείς κυκλοφορούμε, ζούμε, πεθαίνουμε. Εκείνο που επρόκειτο να ζητήσει με το τέλος αυτής της επανάληψης θα ήταν να απαλλαγεί, με οποιοδήποτε τίμημα, ακόμα και με το πιο απόλυτο. Το περίεργο είναι ότι και ο ίδιος θα συγκατέθετε σε αυτή την απόφαση. Και δεν θα έφτανε ως εκεί ούτε με τρόμο, ούτε με πικρία, ούτε με ηρωική διάθεση. Θα έφτανε μόνο με την αναγκαιότητα. Όπως όταν μετά από ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι φτάνουμε μπροστά σε ένα κτίριο και το μόνο που μας μένει είναι να ανοίξουμε την πόρτα για να περάσουμε. Μόνο που εκείνος θα έβγαινε από το κτίριο, δεν θα έμπαινε. Του είχε απομείνει τελικά το περιθώριο να επιλέξει.
Το θάνατό του. Ή δεν του είχε απομείνει ούτε και αυτό;

Τον είχαν εγκλωβίσει και είχε εγκλωβιστεί, λίγο το ένα λίγο το άλλο. Τη ζωή του την τεμάχισε, του την τεμαχίσανε, δεν έχει σημασία. Ήταν αργά για να βρει το ποιος έφταιξε, να αποδώσει ευθύνες, να κάνει σκέψεις. Δεν υπήρχε πλέον χρόνος.
Μα κι αυτό δεν ήταν απόλυτο. Πόσο νόημα είχε να ανατρέξει στη μνήμη αφού κι εκείνη ήταν κουτσή.
Υπήρχε η μνήμη που διέθετε. Αυτή θα μπορούσε ίσως να την ελέγξει. Μα ήταν κι άλλη που τον αφορούσε, αυτή που ήταν καταγραμμένη σε σελιλόϊντ, σε βίντεο, σε cd rom. Μια μνήμη αφιερωμένη σε αυτόν εν αγνοία του. Τους ενδιέφερε, αλλοίμονο.
Αλλά τους ενδιέφερε με τον τρόπο που μπορεί να ενδιαφέρουν τα πειραματόζωα. Και ήταν ένα τέτοιο, αλλά παράλληλα ήταν και ένας ήρωας. Ένας ήρωας με παράσημα και τιμές. Έτσι συμβαίνει πάντα με τα συνειδητά πειραματόζωα.

Ο Μαξ έπρεπε να θυμηθεί. Έτσι του έλεγαν. Περισσότερο τον δοκίμαζαν. Έπρεπε να ανακαλύψουν αν στη μνήμη του ήταν καταγραμμένες παραστάσεις από το πέρασμά του στην άλλη εμπειρία. Ο ίδιος προσπαθούσε. Θυμόταν αποσπασματικές εικόνες, καμμία όμως από κει, από το άγνωστο. Μετά ανασκεύαζαν τη μνήμη του με τον τρόπο που ήθελαν. Του παρουσίαζαν τα κενά της ζωής του, όπως νόμιζαν ότι θα έπρεπε. Μερικές φορές του έθεταν ακατανόητες ερωτήσεις και άγνωστα ονόματα. Ο ίδιος, αν και δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, υπέθετε ότι για να τον ρωτούν θα έπρεπε κάποτε να τα γνώριζε, να είχε έρθει σε επαφή μαζί τους.

Ο Μαξ στάθηκε πολύ συνεργάσιμος, κάτι που ο υπεύθυνος της πτέρυγας που νοσηλευόταν έδειξε να έχει εκτιμήσει ιδιαίτερα στην ανακεφαλαιωτική συνομιλία μαζί του.
Του εξέφρασε μάλιστα τη βεβαιότητα ότι σε λίγο καιρό δεν θα αντιμε-τώπιζε κανένα πρόβλημα με την επανένταξή του. Είχε φθάσει η μέρα του εξιτηρίου. Ο Μαξ αντάλλασσε τις τελευταίες διευθύνσεις με νοσοκόμους, γιατρούς, ασθενείς και όλους όσους του συμπαραστάθηκαν στην προσπάθειά του. Φιλίες που σύντομα θα χάνονταν και αριθμοί τηλεφώνων που θα χρησιμοποιούνταν αραιά και που σε ευχετήρια μηνύματα ονομαστικών εορτών. Με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας πέρασε την έξοδο και άφησε πίσω του την επιγραφή του στρατιωτικού νοσοκομείου της Veterans Administration έχοντας τη βεβαιότητα ότι η πραγματικότητά του ήταν αυτή που τον είχαν κάνει να πιστέψει. Τα πρόσωπά τους, πληθωρικά σε εκφράσεις συμπαράστασης, το μόνο που δεν του είχαν πει ήταν η αλήθεια. Πολλοί λίγοι από κει μέσα άλλωστε την ήξεραν και ήταν πολύ αβέβαιο αν κάποιος την ήξερε ολόκληρη.

Το αυτοκίνητο με οδηγό τον μόνιμο λοχία διέσχισε τα αχανή νότια προάστια του Σαν Φρανσίσκο και ακολούθησε την πινακίδα που έγραφε Pallo Allto. Τους υποδέχτηκε μια ήρεμη μικρή πόλη που οι μονοκατοικίες χωρίζονταν με παρτέρια. Οι ιδιοκτήτες τους, συνταξιούχοι οι περισσότεροι, σπαταλούσαν το χρόνο τους σε κηπουρικές ασχολίες ανακαλύπτοντας το χαμένο νόημα της ζωής τους στην καλλιέργεια της γης. Στo 53 της οδού Remmington σταμάτησαν. Ο οδηγός βοήθησε τον Μαξ να κατεβάσει τη βαλίτσα του. Ο Μαξ τον ευχαρίστησε χωρίς να τον αφήσει να τη μεταφέρει πιο μέσα, θέλοντας πιθανόν να αποφύγει κάποια κίνηση σεβασμού που φθάνει στα όρια της δουλοπρέπειας, θέλοντας ίσως να αντιμετωπίσει μόνος του τη νέα ζωή του. Έβαλε το κλειδί στην εξώθυρα και άνοιξε. Ανοιξε και βρήκε ένα τυπικά διακοσμημένο σπίτι με κάποια αντικείμενα που πιθανόν να είχαν συναισθηματική αξία, μερικές φωτογραφίες με τον ίδιο, μαζί με τη γυναίκα του, μία μαζί με ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, τους γονείς του λογικά.

Τον πρώτο καιρό ο Μαξ δεχόταν τακτικά επισκέψεις από τις γνωριμίες του νοσοκομείου. Η προϊσταμένη τον είχε συμπαθήσει και ερχόταν συχνά. Είχε και εκείνη χάσει στενά δικά της άτομα σε αεροπορικό ατύχημα και αυτός ήταν ένας λόγος παραπάνω που την έδενε με τον Μαξ. Είχαν περπατήσει και οι δύο αυτό το δύσβατο μονοπάτι της ταλαιπωρίας και αυτή η εμπειρία τους ένωνε με ένα βαθύ δεσμό. Δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι ανακάλυπταν ο ένας στον άλλο αυτά τα στοιχεία που μόνο μέσα από τη βίωση του πόνου αποδεσμεύονται και βγαίνουν στην επιφάνεια. Απαλλαγμένη η Τζέιν από την αυστηρή λευκή της μπλούζα αντανακλούσε μια άλλη οικειότητα.
Στα ρεπό της όλο και πιο συχνά του ετοίμαζε συνταγές από εξωτικές κουζίνες. Ο Μαξ την παρατηρούσε να τεμαχίζει τα λαχανικά και προσπαθούσε να φανταστεί τη μορφή της ρετουσαρισμένη. Στα νιάτα της θα ήταν πραγματικά όμορφη. Η Τζέιν είχε απομακρυνθεί από την ηλικία της νεότητας χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε σταματήσει να είναι ελκυστική. Όμως μια θαμπάδα είχε επικολληθεί πάνω στη γυναικεία φύση της, όπως αυτή που επικάθεται στα ασημικά με τα χρόνια, και την έκανε άτολμη. Την είχε μάθει να περιορίζεται στη συμπάθεια και να μην προχωρά παρακάτω. Αυτό έδειχνε να της αρκούσε. Ήταν το υποκατάστατο για τη σεξουαλικότητά της, ο τρόπος που επέτρεπε πλέον η ίδια στον εαυτό της να πλησιάζει τους ανθρώπους χωρίς να ελπίζει και να απαιτεί τίποτα περισσότερο από αυτούς.

Εκείνο που ευχαριστούσε τον Μαξ στη συντροφιά της Τζέιν ήταν οι διηγήσεις από τα νεανικά της χρόνια. Του μίλαγε για τη δολοφονία του Κέννεντυ, για το Βιετνάμ και τη Μπαέζ, τους χίππυς και την ψυχεδέλεια και εκείνος τόσο πιο πολύ απορροφιόταν στον αναπαυτικό καναπέ ακούγοντας τις ιστορίες της σαν κάποιο είδος παραμυθιού. Το σφριγηλό σώμα του τεντωνόταν μέσα από το ύφασμα του πουκάμισού του, κάτι που την υποχρέωνε ασυναίσθητα να απομακρύνεται από κοντά του, βρίσκοντας πάντα ένα πρόσχημα, άλλοτε να φέρει κάτι από την κουζίνα, όπως μια μπύρα ή μερικά φρούτα ή άλλοτε να ετοιμάσει καφέ, ή να κάνει ξαφνικά κάποιο τηλεφώνημα.

Ήξερε ότι επιθυμούσε κάποιον μικρότερό της και αναγνώριζε ότι και κείνος πρέπει να αισθανόταν κάποια έλξη για κείνη. Κι όμως είχε αλλάξει αρκετά τον τρόπο ντυσίματός της αρχίζοντας πρώτα από το χτένισμά της. Μήπως αυτό δεν σήμαινε ότι ήθελε να γίνει ερωτική, να καλύψει κάπως αυτό το χάσμα μεταξύ τους; Εκείνη τη μέρα ο Μαξ της χάρισε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης που της χρωστούσε. Ήταν η καλύτερή του φίλη όπως της είπε. Τον άφησε να τα περάσει στο λωβό της. Η επαφή των δακτύλων του με το λαιμό της την έκανε να κοκκινίσει. Ο Μαξ εξομολογήθηκε πως μαζί της είχε σταθεί άτυχος. Έπρεπε να είχε γεννηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα, τότε σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Δείλιασαν για λίγο και οι δύο, αλλά ο απρόσμενος ήχος από το μαξιλάρι του καναπέ που άδειασε από αέρα με την μετακίνηση των σωμάτων που είχαν έρθει κοντύτερα, τους έκανε να γελάσουν, πρώτα εκείνη, και έτσι να αποφύγουν τα δύσκολα δευτερόλεπτα. Κι όμως, στην πραγματικότητα, ο Μαξ ήταν κάποια χρόνια μεγαλύτερός της, άσχετα με το αν έδειχνε σωματικά αρκετά νεότερος. Φυσικά ο ίδιος το αγνοούσε. Ίσως γι αυτό η επαφή μαζί της τον ηρεμούσε και του εξασκούσε μια δυνατή έλξη. Και όσο αυτή η απαγόρευση μπηγόταν ανάμεσά τους τόσο εκείνη τον ερωτευόταν περισσότερο. Ήξερε ότι αγαπούσε κάποιον που ο ίδιος δεν ήξερε ποιος ήταν πραγματικά και που πολύ πιθανόν ποτέ δεν θα μάθαινε.

Βρισκόταν κοντά του για να τον φέρει σε επαφή με ο,τι είχε χάσει, μιλώντας του γι αυτά, όπως καμία φορά τυχαίνει να αναλύουμε σε αυτούς που ενηλικιώνονται για το τι συνέβαινε στον κόσμο των μεγάλων την εποχή της παιδικής τους ηλικίας.

Η Τζέιν, ειδική πολιτική υπάλληλος στρατιωτικής υπηρεσίας, είχε υποκριθεί άριστα τη νοσοκόμα. Η αποστολή της ήταν να γίνει το άτομο που πάνω του ο Μαξ μπορούσε να ξαλαφρώσει από κάποιο προσωπικό του βίωμα, κάτι που το αποθέτουμε πιο εύκολα σε μια συζήτηση με ένα πραγματικό φίλο παρά σε μια συνέντευξη με έναν ειδικό. Μόνο έτσι μπορούσαν να ερμηνευθούν και να δικαιολογηθούν τα πολλά ρεπό της από το νοσοκομείο. Ο Μαξ φυσικά δεν μπορούσε να είναι τόσο καχύποπτος για ένα πρόσωπο που από μόνο του και χωρίς καμμία υποχρέωση του είχε εξιστορήσει όλη του τη ζωή. Στο κάτω-κάτω η συμπάθεια είναι κάτι που μπορεί να συμβεί.
Η επανένταξη του Μαξ κράτησε μερικούς μήνες. Τα χρηματικά ποσά που του επέτρεπαν να μην εργάζεται υποτίθεται ότι τα κάλυπτε το συμβόλαιο της ασφάλειας ζωής που είχε κάνει και για τους δυο τους η μέλλουσα σύζυγός του. Ο ασφαλιστής που τον συνάντησε τις πρώτες κιόλας μέρες της εγκατάστασής του στην πόλη τον ενημέρωσε ότι η περίπτωσή του ήταν από τις σπάνιες και ότι οι ίδιοι την παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Του ευχήθηκε καλή τύχη. Ήταν σίγουρος πως την είχε αφού βγήκε σώος από μια τέτοια περιπέτεια, αν και, χαριτολογώντας, είπε αυτό δεν συνέφερε καθόλου την εταιρία του. Ταυτόχρονα, η σύνταξη από το στρατό ήταν αρκετά ικανοποιητική ώστε να του παρέχει την οικονομική άνεση να ξοδεύει, αν και ο ίδιος δεν εύρισκε κάποια ικανοποίηση στο να σπαταλά χρήματα.

Τα γενέθλια της Τζέιν έφθαναν την επόμενη βδομάδα και ο Μαξ της ετοίμαζε για την επέτειο μια έκπληξη, δυο αεροπορικά εισιτήρια με κράτηση στο Σέρατον του Ακαπούλκο. Η Τζέιν όμως στις 16 του Οκτώβρη δεν βρισκόταν ούτε στο νοσοκομείο ούτε απαντούσε στο τηλέφωνο του σπιτιού της. Αργά το ίδιο βράδυ του τηλεφώνησε η ίδια, ήταν καλά και θα του έστελνε γράμμα σε λίγες μέρες. Δυο περίπου εβδομάδες αργότερα έλαβε το γράμμα με εσώκλειστη μια φωτογραφία της από την εποχή της νιότης της. Ήθελε να την θυμάται όπως ήταν στη φωτογραφία. Είχε την ατυχία να τον συναντήσει μέσα σε ένα σώμα που γέρναγε. Αναγκαστικά έπρεπε να απομακρυνθεί από κοντά του. Τον είχε ερωτευθεί και δεν μπορούσε να ζητήσει τίποτα από αυτόν. Ακόμα και ο ίδιος να το ήθελε, θα ήταν λάθος και για τους δυο. Όταν βρέθηκε εκείνη η θέση στο νοσοκομείο στην πόλη που έμενε η αδερφή της προτίμησε να πάει εκεί. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο στον ίδιο τόπο μαζί του, να ξέρει ότι μέσα σε λίγα λεπτά μπορούσε να βρεθεί σπίτι του. Είχε ξεκινήσει άλλωστε τόσες φορές για την οδό Remmington και στο δρόμο το μετάνοιωνε. Δεν θα άντεχε να το ξαναπεράσει. Φοβόταν για τον εαυτό της, ότι θα εγκαταλειπόταν σε αυτό που δεν έπρεπε να αφεθεί. Και αν εκείνη προχωρούσε, ο ίδιος τι θα σκεφτόταν; Του ζήτησε να την καταλάβει. Θα επικοινωνούσαν και πάλι, όταν η ίδια θα έκρινε πως θα ήταν έτοιμη. Του ευχήθηκε καλή τύχη. Την χρειάζονταν και οι δυο τους.

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη υπολειτουργούσε μια στρατιωτική βάση. Ο Μαξ περνούσε τα απογεύματά του στη Λέσχη των Αξιωματικών. Εκεί σύχναζαν ο ψυχολόγος και άλλοι βαθμοφόροι που τον είχαν επισκεφθεί κατά καιρούς στο νοσοκομείο. Μαζί τους ο Μαξ συνήθως έπαιζε χαρτιά ή βελάκια και όποτε θέλαν να ξεδώσουν πήγαιναν όλοι μαζί στα go-go girls. Ο Μαξ δεν άργησε να γνωρισθεί με τους μόνιμους υπαξιωματικούς που κάθονταν αποκομμένοι σε συγκεκριμένο χώρο της λέσχης, χωρίς να έχουν άμεση επικοινωνία με τους ανωτέρους τους. Ο Μαξ ήταν ένας από τους λίγους που τους συμπεριφερόταν σα φίλος και όχι σαν ανώτερος. Εκείνοι μουδιασμένοι από την απραξία μιας δημοσιοϋπαλληλίστικης νοοτροπίας είχαν απομακρυνθεί πολύ από τον αρχικό λόγο που τους είχε οδηγήσει να καταταχθούν στο στρατό. Οι εποχές της δράσης και των συγκινήσεων είχαν περάσει και οι ασκήσεις ετοιμότητας δεν είχαν κανένα σκοπό, αφού μια αληθινή επέμβαση δεν φαινόταν ορατή. Βρήκαν στην εκπαίδευση του Μαξ ένα κίνητρο για να αποφύγουν την ανία τους, και αυτό όχι χωρίς κίνδυνο, μια και επισήμως ένας απόστρατος δεν είχε το δικαίωμα πρόσβασης στον οπλισμό. Μέσα σε μικρό σχετικά διάστημα ο Μαξ μπορούσε να λύσει κάθε τύπο αυτόματου όπλου.

Είχε ήδη μάθει το χειρισμό μερικών νέων τύπων ελικοπτέρων. Αποδείκνυε για άλλη μια φορά ότι δεν είχε επιλεχθεί κάποτε τυχαία. Η τεχνολογία είχε εξελιχθεί πολύ από εκεί που την είχε αφήσει, μαζί της όμως κάμποσο και οι άνθρωποι και μάλλον με αυτούς παραξενευόταν περισσότερο. Ο Μαξ είχε την ανάγκη να γνωρίσει όσο περισσότερους γινόταν. Ήθελε να αναμιχθεί μαζί τους, να μιλήσει, να γελάσει. Κι όμως οι πιο πολλοί δεν είχαν καμία διάθεση για σχέσεις. Παρατηρούσε γύρω του και αναγνώριζε ότι εκείνοι που ήταν πρόθυμοι να ακούσουν και να μιλήσουν ήταν κυρίως οι ειδικοί, όλοι οι υπόλοιποι απέφευγαν την επικοινωνία, λες και αυτό το δικαίωμα το εκχωρούσαν στους ψυχαναλυτές. Πιθανόν οι μόνοι που δεν εκχωρούσαν τίποτα ήταν οι ξεγραμμένοι, ίσως επειδή αυτό ήταν η τελευταία τους ανθρώπινη κατοχύρωση και για αυτό δεν την απέθεταν πουθενά.

Είχε περάσει περίπου ένας χρόνος από τότε που ο Μαξ είχε επανέλθει. Ψώνιζε μόνος του από το σούπερμάρκετ, κούρευε με τη μηχανή το χορτάρι του κήπου του, τις Παρασκευές σύχναζε σε φίλους ή κάποτε-κάποτε φιλικά ζευγάρια τον προσκαλούσαν για εκδρομή το Σαββατοκύριακο. Όταν δεν πήγαινε στη Λέσχη ασχολιόταν με το να συναρμολογεί μοντέλα από αεροπλανάκια, πλοία, σεληνάκατους. Ιδιαίτερη αγάπη έδειχνε στα βιβλία που συγκεφαλαιώνουν όλα τα γεγονότα κάθε χρονιάς. Τα κοίταζε και τα ξανακοίταζε, να ρουφήξει το χρόνο που του έλειπε. Αλλες φορές διάβαζε κάποιο βιβλίο που είχε κάνει επιτυχία. Φυσικά έβλεπε τηλεόραση. Μόνο που όταν άλλαζε κανάλια αισθανόταν μια παράξενη αίσθηση αβεβαιότητας που κάτι του θύμιζε, μνήμες από ένα τόπο που δεν πατάς σταθερά, χωρίς όμως ποτέ να βουλιάζεις, σαν να υπάρχεις εσύ, χωρίς να είναι σίγουρο πού υπάρχει ο χώρος.
Ήταν πρωινό του Δεκεμβρίου όταν το στρατιωτικό τζιπ έφτασε στο σπίτι του Μαξ. Ο Μαξ χαιρέτησε τον υπεύθυνο υπαξιωματικό και υπέγραψε στο χαρτί παραλαβής. Ο φάκελος που έλαβε περιείχε ένα αεροπορικό εισιτήριο, μια επιταγή για προσωπικά έξοδα και οδηγίες για να παρουσιασθεί σε μια άλλη πόλη της οποίας το όνομα και όλες οι υπόλοιπες διευθύνσεις έπρεπε να καταστραφούν αμέσως μετά την ανάγνωση του φακέλου.

Στις 11 Δεκεμβρίου ο Μαξ ήταν μπροστά σε μια επιτροπή ειδικών και παρακολουθούσε μαζί τους μια ταινία αρκετά παράξενη στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος ο εαυτός του. Δεν ήταν βέβαια μια ταινία που θα προβαλλόταν ποτέ στο κοινό και έτσι ο Μαξ δεν έψαχνε για λάθη στην ηθοποιία του. Της είχαν δώσει το κωδικό όνομα "Αθανασία 1". Για πρώτη φορά έπαιρνε ένα μεγάλο κομμάτι αλήθειας που τον αφορούσε. Μια σειρά με γνωστά πρόσωπα πέρασε από μπροστά του. Ο Χάρις Στόκγουελ, ο Μικ Βαν Μπρον, ο Μακάλιστερ, η Πατρίτσια Στάινερ ήταν μερικά ονόματα που ήρθαν να ταυτιστούν με τα πρόσωπα για τα οποία στο νοσοκομείο τον είχαν υποβάλει σε ερωτήσεις.

Ο Μαξ έπρεπε να παραμείνει στο ειδικό κέντρο τρεις μήνες για να γίνουν οι μετρήσεις και οι απαραίτητοι έλεγχοι πάνω του. Είχαν κρίνει πως η στιγμή για να τον ενεργοποιήσουν και πάλι είχε έρθει και θα έπρεπε να σιγουρευτούν για το αν είχαν μειωθεί οι ικανότητές του, αν παρέμεναν οι ίδιες ή ακόμα αν είχαν επαυξηθεί. Ήταν από τους ελάχιστους που είχαν αποσφραγισθεί και μπορούσαν να συνυπάρξουν κανονικά. Βέβαια οι σημερινές γνώσεις είχαν ελαχιστοποιήσει τα λάθη των πρώτων πειραμάτων, αλλά δεν είχαν την πολυτέλεια να πειραματίζονται αφειδώς γιατί κάτι στη διαπλανητική βαρύτητα είχε ελαφρώς αποσυγχρονιστεί. Ένα πολλοστό μόριο της τάξης του εκατομμυριοστού ήταν αρκετό για να αλλάξει η συνοχή του πλανητικού συστήματος.

Ένα βράδυ, ολόιδιο με αυτά της μιας φοράς κι ενός καιρού, τα σύννεφα στην ακρογιαλιά της Καστραντζάνκα μετέφεραν μέσα τους σκηνοθετημένα οράματα. Ο Μαξ από το ρουφ-γκάρντεν του ξενοδοχείου "Semiramis" απολάμβανε τη θέα. Το φεγγάρι εμφανιζόταν μέσα από τα σύννεφα και ξανακρυβόταν. Ο Μαξ άναψε το τσιγάρο του και άφησε το χρυσό αναπτήρα του δίπλα από το πορσελάνινο άδειο πιάτο. Το βλέμμα του γκέλαρε στη λευκή γυαλισμένη επιφάνεια που μέσα της κύλαγε σαν υδράργυρος η αντανάκλαση του φεγγαριού. Ένα τέτοιο σπάνιο έδεσμα δεν είχε δικαίωμα να το δοκιμάσει, αρκείται να παραγγείλει μια μερίδα ψητό.
Η σελήνη είναι αδιάθετη. Αυτές τις μέρες θα της περάσουν μπροστά μια καλύπτρα με πτυχώσεις, ένα τσαντόρ, σαν τις λινάτσες που κρεμάν στις σκαλωσιές ανεγειρόμενων κτιρίων. Αυτό το πλουμιστό υφάδι, όπως ποιητικά το παραλλήλισαν με λέξεις του Ομήρου, είναι στην ουσία μια ζώνη από βαρύτητα που θα της αλλάξει τη βαρυτική συμπεριφορά. Λένε ότι θα τη βοηθήσει να διατηρήσει το κανονικό της σχήμα.

Οι τελευταίες τηλεσκοπήσεις δεν ήταν ενθαρρυντικές. Έδειχναν κρατήρες να μετακινούνται και πυκνώνονται. Αν δεν αντιμετωπιζόταν άμεσα η ασθένεια της τροχιάς της, τότε οι επιπτώσεις δεν θα αργούσαν να παρουσιαστούν και σε μας. Τα ζουλιγμένα νεύρα μας ήταν μόνο η αρχή. Η σεισμολογική ένταση των τελευταίων ετών δεν ήταν τόσο τυχαία. Ίσως ήταν και το προμήνυμα που αγκαλιάζει κάθε νέα Βαβέλ και εκείνη ήταν η ψηλότερη από όσες είχαν υπάρξει.

Στη βεράντα του ξενοδοχείου η ορχήστρα παίζει τραγούδια που έρχονται από το χρόνο και ακόμα διατηρούν τη νοσταλγία τους. Ήταν σαν μια έγχρωμη ταινία που τα χρώματά της από την πολυκαιρία έχουν ξεθωριάσει. Ο Μαξ αισθανόταν πολύ φυσιολογικά μέσα της, ταίριαζε απόλυτα με τα χρώματα του κουστουμιού και της μνήμης του. Ελκυστικές γυναίκες με βραδινά έξωμα φορέματα συνοδεύονται από καλοντυμένους ώριμους κυρίους. Ένας μοναχικός κύριος τρία τραπέζια μακρύτερα δοκιμάζει την ψαρόσουπά του. Ο Μαξ περιφέρει το βλέμμα του ολόγυρα- πέφτοντας πάνω στον μελαμψό κύριο γεμίζει με μια απρόσκλητη εικόνα μνήμης. Tο ίδιο πρόσωπο να τρέχει στα χέρσα χώματα και να ουρλιάζει. Ο Φαέθων αδιαφόρησε στο νεύμα του Μαξ, έδειξε ότι δεν τον αναγνώριζε, ότι δεν τον θυμόταν. Παράξενο, είχαν συνεργαστεί κάποτε μαζί. Θα πρέπει να είχαν περάσει κάποια χρόνια από τότε, το πόσα ο Μαξ δεν ήταν σε θέση να το υπολογίσει. Ο Μαξ έλειπε για καιρό και όταν λείπεις πολλά πράγματα αλλάζουν, ακόμα και οι φίλοι. Και εκείνος είχε επιστρέψει απότομα και είχε αυτή την παράλογη απαίτηση να δείχνουν οι γνωστοί την ίδια θέρμη και οικείωση που του έδειχναν κάποτε, χωρίς να υπολογίζει το τι μπορεί να είχε μεσολαβήσει. Και τώρα νά τος και πάλι μπροστά του σε αυτό το κοσμοπολίτικο στέκι στην άλλη άκρη του κόσμου να κάνει διακοπές. Ήταν ακριβώς έτσι; Πιθανόν, αν υποθέσουμε ότι κάποιος εμφανίζεται μετά από τόσα χρόνια σε ένα πανάκριβο ξενοδοχείο μόνο και μόνο για να τον δεις να τρώει ψαρόσουπα καθώς ένας έγχρωμος σερβιτόρος στέκεται από πάνω του για να του γεμίσει το ποτήρι κρασί.

Ο χρόνος είχε γκριζάρει τα μαλλιά του και το πρόσωπό του είχε καταβληθεί από τις αλλοιώσεις του σεληνιακού τοπίου. Αλλά αυτό ήταν μόνο το πρώτο εμφανές δείγμα της ίωσής του, σε λίγο, σε ολόκληρη την επιδερμίδα του θα εμφανίζονταν κομμάτια άνυδρης ερήμου. Οι λιγοστές του ελπίδες για την ανάσχεση των επιδερμικών του κακώσεων στηρίζονταν στη ρύθμιση της ισορροπίας της γης με τη σελήνη. Ήρθε τόσο δρόμο για να παραβρεθεί στην ιεροτελεστία της γόμωσης της πανσέληνου. Ήρθε με μια καμήλα από το Αραράτ. Είχε αποσυρθεί εκεί. Έψαχνε για την κιβωτό που θα έσωζε το είδος.

Η καμήλα του ξάπλωσε στην παραλία και αποκοιμήθηκε. Ο Φαέθων αμέλησε να την ξυπνήσει και η φουσκοθαλασσιά την παρέσυρε μέσα της. Τώρα, μια σηκώνει τα μάτια της, μια την καμπούρα της και προσπαθεί να χλιμιντρίσει, μα είναι καμήλα και δεν μπορεί να αρθρώσει ανθρώπινη γλώσσα, να φωνάξει βοήθεια, έχει όμως μάτια θλιμμένα και αποθέματα τροφής, μπορεί να ζήσει στο βυθό για κάμποσες ημέρες. Ποιος ξέρει, μπορεί να προσαρμοστεί και να βγάλει λέπια. Κάποτε μετέφερε βεδουίνους και τους περνούσε απέναντι, τώρα λίγα κύματα θα τη σταματήσουν; Αν χρειαστεί, να της πετάξουμε ένα ζευγάρι μπουκάλες και έναν αναπνευστήρα να κάνει την ίδια διαδρομή εκεί κάτω, να την υπενοικιάσουμε στα υδάτινα καραβάνια, άμμο έχει και κει και οι πορείες γίνονται το ίδιο γρήγορα κι ας είναι σιωπηλές.

Η ορχήστρα σταματά το ρυθμό. Ο Στάλκοφ ξυπνά από τους συλλογισμούς του. Μια σιωπή δευτερολέπτων απλώνεται από το φεγγάρι μέχρι τη βεράντα. Αντί για προβολέας η σελήνη τη φωτίζει και εκείνη εισέρχεται στον υπαίθριο χώρο μέσα στο κόκκινο ολόσωμο φόρεμά της. Όλα τα μάτια την ακολουθούν, κρέμονται από πάνω της, μάτια μουσικών, σερβιτόρων και θαμώνων. Βλέμματα αντρικά και γυναικεία. Απόψε θα είναι μαζί μας. Οι κόρες της σπινθηρίζουν, οι κινήσεις της δεν υπακούουν στη βαρύτητα, οι γραμμές της διαγράφονται ολοκάθαρα μέσα από το ύφασμα. Τα γκαρσόνια προπορεύονται και την οδηγούν μαζί με τους δύο συνοδούς της στο κεντρικό τραπέζι. Μοιάζει με τη Τζίλντα.

Τα πρωινά ηλιοακκιζόταν στην παραλία με τα πορφυρά βότσαλα. Παπαράτσι την αποθανάτιζαν που λάνσαρε εσώρουχα μοδίστρων φορώντας ψηλές μπότες. Ήταν η Ζιζεμπέλ, η διάσημη ερμαφρόδιτη των καιρών. Γευμάτιζε σε εστιατόρια πολυτελείας και έδινε συνεντεύξεις, συνοδευόταν από επιχειρηματίες, ανθρώπους της κινηματογραφίας και play boy. Τις τελευταίες μέρες η κοσμπολίτικη λουτρόπολη είχε συνταραχθεί από την παρουσία της. Πολλοί προσπαθούσαν να μαντέψουν πού θα διασκεδάσει, πού θα εμφανισθεί, ποια παραλία θα προτιμήσει για να έχουν την τύχη να την απολαύσουν από κοντά.

Έχει υπογράψει συμβόλαιο για ένα νέο eros-show, μα αλλού οφείλεται ο αληθινός λόγος της παρουσίας της. Όπως διέρρευσε από έγκυρες πηγές βρίσκεται εκεί για να προσφέρει τα ατροφικά αρσενικά της μόρια στον πλαστικό χειρούργο. Σαν ένας νέος Ηλιογάβαλος θα λάμψει μέσα από το αίμα και το φεγγαρόφωτο, μια νέα βασίλισσα της κατάκτησης.

Η αναβίωση της προσφοράς μιας παρθένας ελαφρώς παραλλαγμένη. Μόνο που λείπει ο Κονγκ, ο Κεμάλ, ο Beubal, o θεός των ανθρωποθυσιών. Όχι άλλα φώτα κι άλλο μέικ-απ, είναι σωστή κούκλα, μα πρέπει να αντέξει, να παίξει ως το τέλος, να γίνει το πρώτο αμφίφυλο που θα περιχύσει με τον καθετήρα των κολπικών υγρών της όλα τα τεκνά, αυτά που την έδειραν, την άγγιξαν, την μπόθησαν.

Λέγεται. Κάθε πολιτισμός επιλέγει το αντιπροσωπευτικό του trade mark στον αισθησιασμό. Κι αυτή είναι επιλεγμένη, επιλεγμένη να την εικονοεγκαταστήσουν στο μυαλό μας, με το όνομά της να ονοματίσουν άρωμα ακριβό και να προφασισθούν τραγούδια. Οι γυναίκες θα αντιγράφουν το στυλ της για τις δεκαετίες που θα έρθουν. Το πρότυπο της γυναικείας χάρης να το διατυπώνει ένα πεόδουλο ανδρύναιο, τι παρεξήγηση!

Σε κάθε εποχή κρίσης το απαγορευμένο γίνεται προσιτό και πάμφθηνο. Δίχως τσίπα πάνω της η ευτέλεια θριαμβολογεί. Δεν της φτάνει αυτό, προχωρά ακόμα παραπέρα, καγχάζει κάθε πρόταση ανώτερης δημιουργίας, δαφνοστεφανώνεται το εντυπωσιακό και όλα τα άλλα εκτοπίζονται και φαντάζουν ντεμοντέ. Το κοινωνικό πρόταγμα επιβάλλει μία και μοναδική αξία, τον βερμπαλισμό της κενότητας. Και αυτή είναι μια εποχή κορεσμού και κρίσης, εποχή ηδονοπληγίας, σε απευθείας μετάδοση μέσω δορυφορικών κυκλωμάτων σε όλο τον κόσμο, για να διαδοθεί στα σίγουρα και κει που πιθανόν να μην έφτασε ακόμα. Χιλιάδες γκαίη στημένα μπροστά στην τηλεόραση των μπαρ τους κριτικάρουν, κουτσομπολεύουν και δακρύζουν. Ίσως κάποτε στη θέση της να βρεθούν αυτοί. Μικρές σταχτοπούτες χωρίς υμένα. Ανδρίλλια που βούτηξαν στα κύματα ξεπλύθηκαν και βγήκαν Αφροδιτούλες τσίτσιδες.
Κι όμως, οι ολετήρες των καννιβαλικών διαθέσεων, οι κλειδαμύντορες του ηδονολατρισμού δεν θα το επιτρέψουν, θα προσπαθήσουν να το αποτρέψουν. Είναι η Παγκόσμια Ηθική Εξυγίανση, η παρακρατική οργάνωση που απλώνεται σε Ανατολή, Δύση, Βορρά και στέκεται παραπάνω από κρατικές συμφωνίες. Όχι φυλετική ανάμιξη, όχι παρέκκλιση ερωτική. Είναι οι "Εξυγιαντές" όπως αυτοαποκαλούνται.

Οι ίδιοι που κατακρεούργησαν χορεύτριες της σάμπα στο καρναβάλι στο Ρίο, οι ίδιοι που πυρπόλησαν χωριά στην Ταϋλάνδη, οι ίδιοι που πρόσφεραν τα κομμένα μέλη του Πρινς και της Μαντόννα στο κοινό της Οζάκα.

Ορκισμένοι εκτελεστές, άγνωστοι μεταξύ τους, ήρθαν από διαφορετικά σημεία του ορίζοντα. Αποστολή τους να τινάξουν στον αέρα την μετάδοση της τελετής. Οι διοσημίες οφείλονται στην αμαρτία της γης. Αυτά καθόρισε το ιερατείο τους.Τους όπλισε με πίστη. Ένας ο δρόμος, ο παραδειγματισμός. Μόνο τότε τα ουράνια μηνύματα θα αναπαύονταν και η γη θα έμπαινε σε νέα μορφή ζωής και ηθικής τάξης. Αυτό το eros-show έπρεπε να καταστραφεί παραδειγματικά, με οποιοδήποτε τίμημα.

Ο Μαξ δεν άργησε να τους αναγνωρίσει. Ανήκε στην Μother, την οργάνωση που διαχειριζόταν την κηδεμονία ολόκληρου του κόσμου. Η Ηθική Εξυγίανση ήταν θυγατρική της, όπως κι αρκετές άλλες που ευαγγελίζονται τη λύτρωση και στέλνουνε κομμάντο για να κηρύξουν τη δικαίωση. Οι Ηθικιστές τους αγνοούσαν, όχι όμως κι ο αρχηγός τους. Αυτός έδινε αναφορά στη μεγάλη στοργική "ΜΗΤΕΡΑ".

Ο Μαξ ήταν εκεί με την εντολή να διαφυλάξει την κυοφορούμενη νέα Κοσμογονία. Και θα το πετύχαινε όσο πιο καλά επόπτευε τη Ζιζεμπέλ. Μα ο Φαέθων τι να ζητούσε; Περιφερόταν εκεί με μια δημοσιογραφική ταυτότητα και συστηνόταν ως Κλωντιέ, Ζυλ Κλωντιέ.
Το σχέδιο της Ηθικής ήταν καλά μελετημένο. Ο βοηθός σκηνοθέτη θα έδινε τις πρώτες οδηγίες. Είχε αρχίσει να ανησυχεί, φαίνεται υποπτευόταν πως στο τέλος θα έπρεπε κι αυτός να θυσιαστεί. Κινηματογράφο είχε σπουδάσει, τόσες ταινίες είχε μελετήσει και συνήθως σε αυτά τα πράματα οι ταινίες δεν λένε ψέμματα, αν και τα παρουσιάζουν βέβαια πιο θεαματικά. Έσπασε, ειδοποίησε την ασφάλεια γυρισμάτων.

Φάνηκαν επιφυλακτικοί, τον υποψιάζονταν από καιρό ότι έπαιρνε ποσότητες βαρβιτουρικών. Ενημέρωσαν τον ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού καναλιού για να διακόψουν τη μετάδοση, να τσεκάρουν. Η απάντηση ήταν αρνητική.
- Θα ανατιναχθεί το σώου;
- Υπάρχει πιθανότητα.
- Αν κινηματογραφηθεί η ανατίναξη του σώου, συνδυάζουμε συμβάν και θέαμα σε παγκόσμια αποκλειστικότητα. Είδηση, εξέλιξη και σώου μαζί. Το τέλειο πάντρεμα. Μοναδικό και απρόσμενο. Θα παρακολουθούν την ίδια την ιστορία. Η δικαίωση των media.
- Και γιατί θα πρέπει να πιστέψουμε ένα σαλταρισμένο βοηθό σκηνοθέτη, γιατί να πιστέψουμε το παιδί για όλες τις δουλειές;
Εξωτικοί ανανάδες, καρύδες, μπανάνες, αβοκάντο, καρπούζια, κάνιστρα της Κλεοπάτρας, μύρα και γιασεμί, γύψινες κολόνες με κορινθιακά κιονόκρανα, κιτσοποιημένη χλιδή, λάμψη και φωτάκια.

...................................................................................................
..... Η μουσική από το Κογιανισκάτσκι
.... οι ανατινάξεις από το Ζαμπρίσκι Πόιντ
.... μπορούμε να μιλάμε συνειρμικά, με σκηνές από ταινίες που έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα μέσα μας, να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο και παράλληλα να δανείζεται και τη μεγέθυνση του μύθου.
Χρησιμοποιούμε εικονοποιημένες συλλογικές μνήμες που δεν ζήσαμε αλλά κάποιοι τις κατασκεύασαν, κάποιοι άλλοι τις τυποποίησαν και μεις υποχρεωτικά τις αποδεχθήκαμε εν γνώσει ή εν αγνοία μας.
- Συμφωνώ... λείπει το αερομεταφερόμενο άγαλμα...
- Κι όμως έρχεται ένα άλλο ελικόπτερο με πλήρωμα οικολόγους επιστήμονες, με τζην και Τ-σερτ που μεταφέρουν την καμήλα του Φαέθωνα λιπόθυμη.

Ένας δούρειος ίππος κατεβαίνει από τον ουρανό, κοντά στην πίστα με το χειρουργικό τραπέζι. Δεν υπάρχει στο σενάριο. Δύο παρεμβάσεις στο ίδιο σώου, εξωγενείς. Τι μπορεί να συμβαίνει;

Ο παρουσιαστής του show τρέχει προς τον σύμβουλο ασφαλείας του καναλιού. Θέλει να μάθει, να κατανοήσει. Ο Μαξ είχε βρει αυτή τη θέση του σύμβουλου ασφάλειας φαινομενικά αναπάντεχα, ήταν η αποζημίωσή του για την περιπέτεια των τελευταίων του χρόνων. Μια περιπέτεια που χαρακτηριζόταν όμως από ένα μεγάλο κενό της μνήμης του για να ξέρει το τι έκρυβε και το πόσο κράτησε.

Ο Μαξ συμβουλεύεται το ρολόι του, δώρο στη μέρα των αρραβώνων του. Δεν είχε κουρασθεί να μετρά στους λεπτοδείχτες του τον χρόνο από τότε, παρόλο που η γυναίκα που του το δώρισε είχε διαφωνήσει με την απόφασή του να πάρει μέρος στο πρόγραμμα. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που την έκανε να φύγει από κοντά του. Ζητούσε κάτι μόνιμο και κείνος δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να της το εγγυηθεί.

Ήδη ένας κεντρικός κρίκος της αλυσίδας με το παρελθόν είχε αποκατασταθεί αυτόματα, η μνήμη ανακτιόταν. Θυμάται καλά εκείνη τη στιγμή. Εκείνος της ανακοίνωνε την ένταξή του στο πρόγραμμα και εκείνη του ανακοίνωνε την απόφασή της να μην είναι πια μαζί. Μια γυναίκα που πριν λίγες μέρες του ορκιζόταν πως ήταν ικανή να τον ακολουθήσει παντού. Ο Μαξ αναγνώριζε τόσο στα λόγια της όσο και στον τρόπο που τον είχαν διαχειριστεί από την υπηρεσία την ίδια στρατηγική. Για να φθάσουν στην ομολογία της αλήθειας θεωρούσαν υποχρεωτικό να λασπώσουν σε μαιάνδρους γεμάτους ψέμματα, λες και δεν υπήρχε άλλος τρόπος πιο σίγουρος, λες και αυτός θα πλήγωνε λιγότερο, λες και αυτός παρείχε συγχωροχάρτι για τις ενοχές.

"Κάποιος μας κάνει έκπληξη. Δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε να την δούμε. Αν χρειαστεί, γιατί όχι, και να την απολαύσουμε" απαντά ο Μαξ στον παρουσιαστή και εκείνος απομακρύνεται για να πάρει γρήγορα-γρήγορα τη θέση του στα πλατώ. Έχει είκοσι δευτερόλεπτα ακόμα μέχρι να βρεθεί μπροστά στην κάμερα, λίγα μέτρα κι ένα ποτήρι με νερό για την ασπιρίνη του. Ένα καλώδιο μπλέκεται στα πόδια του. "Ποιος ηλίθιος το έβαλε εδώ!" φωνάζει στους τεχνικούς. Εκείνοι δεν ξέρουν να απαντήσουν. Τα δευτερόλεπτα γίνονται πέντε, τέσσερα, τρία σαν μεταλλαγμένο πρωτεϊκό κύτταρο αλλάζει την έκφρασή του από την οργή στο ευχάριστο.

"- Θα τους ανατινάξουμε;" ρωτά ο βαθμούχος των σεκιούριτι μέσα από τη συσκευή ενδοεπικοινωνίας τον Μαξ.
- Όχι δεν είναι αυτοί που περιμένουμε. Είναι πολύ ακάλυπτοι. Παίζουν για τις εντυπώσεις.
Ο Μαξ, σίγουρος ότι οι Εξυγιαντές δεν δρουν ποτέ με τέτοια προχειρότητα, καθησυχάζει τα υπερτροφικά παιδιά με τα κουστούμια και τις τετράγωνες πλάτες.

Το ελικόπτερο προσγειώνεται και αφήνει την ετοιμοθάνατη καμήλα στην άμμο. Σπαράζει, μετακινεί το λαιμό της, πηδάει ψηλά για να αποφύγει το θάνατο και μέσα στη σκόνη ξαναβυθίζεται. Στην καμπούρα της κουβαλά έναν ολόκληρο ωκεανό, πλαγκτόν, ναυάγια, κοχύλια, μπονζάι, καρχαρίες. Οι οικολόγοι απλώνουν ένα πανώ διαμαρτυρίας και αφού κάνουν μερικούς γύρους συλλαμβάνονται. Η κατηγορία είναι έτοιμη. Μόλις έφθασε το fax. Δεν είχαν άδεια για το συγκεκριμένο σχέδιο πτήσης που επέλεξαν, παρεμπόδισαν τις τηλεπικοινωνίες.

H νεκρή καμήλα με τις οπλές της έχει γδάρει την άμμο και καλώδια αποκαλύπτονται, καλώδια της ανατίναξης, με ένα είδος διαφορετικής διακλάδωσης από αυτά του show.
Κάποιο γκαρσόνι πλησιάζει τ' απλωμένα εδέσματα, παραφρόνησε και εξομολογείται σε ένα αβοκάντο τις σκέψεις του; Όχι, αυτό δεν μπορεί να γίνει έτσι απρογραμμάτιστα, χωρίς ένα γκρο πλαν από μια κάμερα, δεν είναι μέρος του σώου.
Μέσα στα φρούτα, μέσα στην άμμο, μέσα στο προσωπικό κρύβεται το φονικό. Οπλοφορούν μόνο όσοι είναι στην ασφάλεια προγράμματος, ο τρίτος πρέπει να είναι κει κρυμμένος. Ο δεύτερος; Πρέπει να είναι αρκετά κοντά για να μην αποτύχει.

Ένας νοσοκόμος... Όχι. Πάντα μια γυναίκα περνάει απαρατήρητη όσο πιο γλυκά χαμογελά, όσο πιο γλυκά αποκοιμίζει. Μόνο μια αναισθησιολόγος έχει σπουδάσει τα όρια της ύπνωσης και του θανάτου.
- Θα τους λειώσουμε;
- Θα τους κινηματογραφήσουμε με τις εφεδρικές μας κάμερες;
Τεχνικοί και χτιστοί περιμένουν οδηγίες. Ο αρχισεκιουριτάς κρατούσε το ακουστικό και με το άλλο χέρι στο βάθος του σακακιού του χάιδευε το πιστόλι του. Ο σκηνοθέτης παίρνει το Ο.Κ. από το μεγάλο αφεντικό- να συνεχισθεί η μετάδοση-- και αρχίζει κι αυτός τη δική του επέμβαση πάνω στο κοινό.

Το βασικό σκηνικό περιλαμβάνει τέσσερα τεράστια ηλεκτρομαγνητικά πηνία, στημένα στα σημεία του ορίζοντα. Στο κέντρο τους υπάρχει βωμός φωτισμένος με λέιζερ. Εκεί θα σταθεί η Ζιζεμπέλ. Μουσική ηδυπαθής πλαισιώνει την είσοδό της.
Ψευδοϊέρειες νοσοκόμες την συνοδεύουν και την αποθέτουν πάνω στο ανάκλιντρο της ηδονής. Με μυρωδικά της Σαμψούντας την έχουν επαλείψει, ο φακός διαπερνά την αραχνοΰφαντη ολόσωμη εσάρπα της και ζουμάρει το στήθος της, γλύφει τους γλουτούς της και κατεβαίνει σαν περικοκλάδα κάτω στα πόδια της. Φθάνει στο έσχατο σημείο καθόδου και αναστρέφεται. Τώρα την δείχνει από το ύψος της γόβας της ώστε να φαίνεται ακόμα ψηλότερη, ανυπέρβλητη. Μετά χαϊδεύοντας τον αφαλό της ανεβαίνει στο ύψος του προσώπου της. Η Ζιζεμπέλ αφήνει τον μαυροδιάφανο μανδύα που την κάλυπτε να πέσει κάτω. Η μουσική δυναμώνει. Η Ζιζεμπέλ είναι γυμνή, η Ζιζεμπέλ είναι εκεί, πάνω στο πράσινο χειρουργικό τραπέζι και ετοιμάζεται με αυτό το παλαιό της σώμα για την τελευταία της σπονδή στον έρωτα. Λιοντάρια βρυχώνται και, μετά τις πρώτες τους αντιρρήσεις στα καμτσικίσματα των θηριοδαμαστών τους τελικά παρατάσσονται κυκλικά από τη Ζιζεμπέλ σε απόσταση ασφαλείας. Αυτά θα την προφυλάξουν.

Η κάμερα με ένα πανοραμικό πλάνο δείχνει ολόγυρα φυλακές. Πεινασμένοι αρσενικοί, σαν τα υποψήφια θύματα της Ρωμαϊκής αρένας, κραυγάζουν ακατάληπτα. Τα βαριά κάγκελα τους συγκρατούν. Η κάμερα κάνει γκρο-πλαν και φωτίζει πρόσωπα, μετά με ένα μεγάλο τρέιλιγκ περνά από όλες τις ειρκτές και μπροστά της οι αφιονισμένοι χτυπάν τα κάγκελα. Από κάποιο κλουβί καταφέρνουν να διανοίξουν τις μπάρες. Οι πιο τολμηροί βγαίνουν έτοιμοι να βαδίσουν για τη Ζιζεμπέλ, μα τα παραταγμένα λιοντάρια τους αναγκάζουν να υπαναχωρήσουν μέχρι να μπουν και πάλι στα κλουβιά τους.

Οι σάλπιγγες ηχούν και το ιερατείο φέρνει τον εκλεκτό επιβήτορα κοντά στο βωμό της Ζιζεμπέλ. Ο φαραωνικός ιερέας διαβάζει σε μια ακατάληπτη γλώσσα ένα είδος ευχής και χρίζει τον "Δημήτριο" ενώνοντας το χέρι του με τον καρπό της κοιμωμένης Ζιζεμπέλ. Με το γυνόφυλο σαρκίο της αγκαλιάζει τον μελαμψό Ερμή, σωματοποιημένο αντίγραφο του Πραξιτέλη. Και η μουσική δυναμώνει και η οθόνη θολώνει και οι ψευδοϊέρειες ραίνουν με άνθη. Ο φαγιουμικός Ερμής αλλάζει στάσεις, προσέχοντας πάντα να μην καλύπτει το σώμα της Ζιζεμπέλ, έτσι ώστε να αναδεικνύεται ολόκληρο στην κάμερα. Περισσότερο θυμίζουν μπαλέτο παρά eros-show. Έντεχνα γυμνοί κάνουν ότι αγκαλιάζονται. Οι κινήσεις τους μελετημένες στην εντέλεια.

Ο ιερέας πλησιάζει και θέτει το ραβδί του ανάμεσα στα σώματά τους σύροντάς το από το κεφάλι ως τα πόδια, έτσι ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν τελέσθηκε η επαφή. Παραδίδει στον "Demetrio" το φαλλικό προεκτατήρα και εκείνος τον δένει γύρω από τη μέση του. Ο φαλλοφόρος ξεκινά να το βυθίζει στη μοναδική εισδοχή της Ζιζεμπέλ. Ούτε μια στιγμή δεν φαίνεται το ουρηθρικό υπόλειμμά της. Ο Ερμής για να διευκολύνει το φακό και να αναδειχθεί η τελειότητα της μαζεύει το σώμα του τόσο ώσπου να γίνει μια ερμαϊκή στήλη. Δονούνται με κλαγγές.

Μετά από κάμποσες συσπάσεις ο "Δημήτριος" αποσύρεται και οι μυς του επανέρχονται στις διαστάσεις τους, ξαναφουσκώνουν από μόνοι τους. Ο ιερέας ξεκρεμάει από πάνω του τον φορεμένο φαλλό και τον εμβάλλει στην οπή μιας κοφίνας με δημητριακούς καρπούς. Γυρίζει το κοφίνι γύρω-γύρω, σα να το βιδώνει με το φαλλό, για να γονιμοποιηθεί η γη.

Κατόπιν ο "Δημήτριος" αναγκάζεται με βία να ενδυθεί και η κάμερα τον ακολουθεί καθώς οι πρόπολοι και οι πυρφόροι ιερείς τον οδηγούν στο απέναντι ύψωμα. Εκεί υποτίθεται ότι πρόκειται να θυσιαστεί. Είχε έρθει σε επαφή με τη θεά της απόλαυσης και το μυστικό δεν έπρεπε να το ομολογήσει σε κανένα. Η γονιμοποίηση της γης απαιτούσε το σώμα του. Από τις φυλακές απελευθερώνεται το πλήθος που τον γιουχάρει και τον πετροβολεί με πλαστικές πέτρες. Ο ηθοποιός παίρνει υπομονετικά τη θέση του μπροστά στο δήμιο. Τύμπανα ηχούν και καπνοί ανεβαίνουν προς τον ουρανό. Ο δήμιος τον εξαναγκάζει να γονατίσει και λιμάρει τον πέλεκυ στη δέσμη των λέιζερ. Και τότε ακούγεται ο ήχος των πολυβόλων. Οι Εξυγιαντές πετάγονται από την καταπακτή κάτω από την εξέδρα των εκτελέσεων και γαζώνουν μπροστά στην κάμερα τον γονυπετή "Δημήτριο" μαζί και τον δήμιο-ηθοποιό και κάμποσους από τους ιερείς. Οι σεκιούριτι ανταπαντούν και θερίζουν έξι από τους καμικάζι-εξυγιαντές, όχι χωρίς απώλειες. Τρεις σεκιούριτι είναι νεκροί και ένας βαριά τραυματισμένος. Όλα μεταδίδονται απευθείας, καμμία σκηνή δεν κόβεται, το κοινό νομίζει την αλήθεια για σώου και δεν έχει άδικο. Ο τηλεσκηνοθέτης γυρίζει τις κάμερες στη Ζιζεμπέλ.
Η Ζιζεμπέλ μόνη στο ανάκλιντρο-βωμό, απλώνεται και στριφογυρίζει για να αποκαλύψει στην κάμερα όλες τις γωνίες του κορμιού της, γλουτό με στήθος, μπράτσο με λαιμό και ρόγα, οπίσθια και πλάτη, χείλη που υπόσχονται και μάτια μισάνοιχτα ηδονισμένα. Μετά η Ζιζεμπέλ γυρνά οριστικά πρυμηδόν και δέχεται τις περιποιήσεις από τις Ακολουθίτσες της Αφροδίτης. Εκείνες με μυοχαλαρωτικές συσφίγξεις της απαλύνουν την ένταση και νωχελικά αρχίζουν να την σκεπάζουν με μια χλαμύδα. Μόλις η χλαμύδα φθάσει στο ύψος των οπισθίων της, η Ζιζεμπέλ αποκοιμιέται γλυκά. Με τις αυθόρμητες κινήσεις του ύπνου η χλαμύδα κατεβαίνει προς τα κάτω για να απελευθερώσει σταδιακά και πάλι το κορμί της.

Ένας νοσοκόμος γλοιώδης και αποκρουστικός, επιλεγμένος επίτηδες, αρχίζει και την αλείφει με αφρό για να την ξυρίσει. Ο ηθοποιός-γιατρός πιάνει το νυστέρι και η ηθοποιός- αναισθησιολόγος ανεβάζει το οξυγόνο έτοιμοι να την χειρουργήσουν. Ο Μαξ Στάλκοφ γυρίζει το σκόπευτρό του στην αναισθησιολόγο και κόβει το νήμα της μοίρας της. Εδώ η μετάδοση διακόπτεται. Οι διαφημίσεις πέφτουν βροχή. Ώρα για σχόλια. Όσοι ήταν προνοητικοί είχαν ζεστάνει τα βίντεο και το ξαναβλέπουν. Στα πλατώ ασθενοφόρα τρέχουν να μαζέψουν τα αληθινά πτώματα.

Και το δεύτερο μέρος ετοιμάζεται να αρχίσει. Ο υπεύθυνος ροής μετρά ακόμα σαρανταπέντε δευτερόλεπτα. Και μέσα σε αυτό τον ελάχιστο χρόνο των σαρανταπέντε δευτέρων το πείραμα της Φιλαδέλφειας επαναλαμβάνεται. Μια λάμψη σχίζει τον ουρανό και αυλακώνει το σώμα της Ζιζεμπέλ. Η queen εξατμίζεται, η ύλη της μεταφράζεται σε ενέργεια. Κανένας δεν την είχε ενημερώσει για αυτή τη νέα εκδοχή. Ούτε την κόβουν, ούτε τη ράβουν. Την βομβαρδίζουν με ισχυρή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Οι τεράστιοι μετασχηματιστές ολόγυρα από το ανάκλιντρό της για αυτό το λόγο είχαν στηθεί.

Πού να την εμφάνισαν άραγες; Να μπήκε στην τροχιά των πλανητών του ωροσκόπου της; Μόνο αυτοί θα το ξέρουν. Έχουμε μισό λεπτό που την χάσαμε από τα μάτια μας. Να έκανε μια μικρή βόλτα στο μέλλον και να μας ήρθε πάλι; Μα να-τη τώρα που ξαναϋλώνεται. Και να που εμφανίζονται ένα ατόφιο σώμα αντρικό και ένα γυναικείο. Την πήρε η παλίρροια και η άμπωτις την επανέφερε σαν Φαύνο και Λαϊδα. Ψαύουνε με ακτίνες το κορμί της θηλυκής εκδοχής της και πλέον πάνω της δεν υπάρχουν τα υπολείμματα των αντρικών χαρακτηριστικών της. Είναι μια νέα κατασκευασμένη φύση. Έτσι γίνονται τα θαύματα (για όσους αγνοούν). Σε λίγο θα μιλήσουν για μια νέα μέθοδο στην ιατρική και θα κάνουν ανακοινώσεις σε συνέδρια σε ακριβά ξενοδοχεία.
Κι όμως μακάρι να ήταν τόσο όμορφο, παρήγορο, απλό και σίγουρο.

Η δοκιμασία τώρα αρχίζει για κείνους που στα χέρια τους το φάκελο κρατούν, για όσους διαχειρίζονται απόρρητες πληροφορίες. Η εγρήγορση αυξάνει επικίνδυνα. Η άλλη μισή ύπαρξή της είναι εγκιβωτισμένη σε μια κάψουλα, σαν κι αυτές που σφράγισαν τους Φαραώ στην αιωνιότητα. Της διαχώρισαν την ύλη από τη νοήμονα ενέργεια και της διπλασίασαν την πρώτη. Η μισή ταξιδεύει στο μέλλον και οι δύο υλικές της υποστάσεις στέκουν μπροστά μας, ένας εκπρόσωπος του ανδρισμού και μια νύμφη των σωματιδίων -"Αιθεριάδα"- μυθολογικό τεχνούργημα.

Η φωνή του παρουσιαστή ακούγεται: "Κυρίες και κύριοι το ανδροειδές δεν έχει μέσα του δύναμη, δείχνει να ψυχορραγεί. Να επαληθεύεται ο νόμος που θέλει το θηλυκό πιο ισχυρό; Να είναι μια αστάθμητη επιπλοκή; Να υπακούει σε κάποια οδηγία; Να εγκαταλείπεται εντελώς σαν επιλογή ζωής από την ίδια τη Ζιζεμπέλ;" Ο σκηνοθέτης δίνει από το μικρόφωνο οδηγίες:
"Είναι εντυπωτικό. Ζούμαρε πάνω του το θάνατο."

Ο Στάλκοφ ανήσυχος από διαίσθηση ψάχνει με την αχνάδα του ματιού του τα πιο απίθανα σημεία. Ο πυροβολισμός που ακούγεται τον δικαιώνει. Το αντρικό φερέσωμα της Ζιζεμπέλ είναι πλέον νεκρό με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια. Η εναλλακτική ομάδα των Εξυγιαντών που θα δρούσε σε περίπτωση αποτυχίας έκανε την εμφάνισή της. Αυτή τη φορά στόχος τους η Ζιζεμπέλ. Πρέπει να την κομματιάσουν με κάθε τίμημα. Ο Στάλκοφ γυρίζει και εκτελεί έναν τραυματιοφορέα. Ένας σεκιούριτι ρίχνει από ψηλά τον ένα φωτιστή. Το σώμα πέφτει από το γερανό, σκάει στο έδαφος και ανατινάζεται. Ήταν παραγεμισμένος εκρηκτικά, σα γαλοπούλα με κάστανα. Οι πιθανότητες να είναι άλλος ένας κάπου καμουφλαρισμένος είναι πολλές. Για τον Στάλκοφ οι πιθανότητες δεν είναι απλώς πολλές, είναι βεβαιότητα. Ξέρει ότι δεν έχει πολύ χρόνο για να του κόψει το δρόμο. Έχει δυο λύσεις, να καλύψει από κοντά τη Ζιζεμπέλ ή να απομακρυνθεί για να έχει καλύτερη εποπτεία του χώρου. Δεν μένει άλλη ευκαιρία στα ρόμποκοπ της έκστασης για να αποτύχουν. Αυτό το νιώθει και ο Μαξ και οι ίδιοι, τα μάτια του θερίζουν κάθε πρόσωπο και χειρονομία που μπορεί να πέσει στο οπτικό του πεδίο. Οι τελευταίοι που είναι κοντά στη Ζιζεμπέλ είναι οι θηριοδαμαστές. Κάποιοι από αυτούς ήδη έχουν αναγκαστεί να βάλουν τα λιοντάρια στα κλουβιά τους. Βέβαια είναι τρεις ακόμα που στέκονται στις θέσεις τους και προσπαθούν να εποπτεύσουν το βωμό. Ο Στάλκοφ εστιάζει ακόμα πιο κοντά της. Δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο οι τέσσερις χειριστές των πηνίων μέσα στις ειδικές φόρμες-ασπίδες τους ίδιες με σκάφανδρα δυτών. Οι θηριοδαμαστές δεν μπορούν άλλο να συγκρατήσουν τα λιοντάρια. Για λόγους ασφαλείας πρέπει να τα οδηγήσουν στο κλουβί τους. Ο Μαξ δεν έχει χρόνο να σκεφθεί, φτάνει στα πηνία. Σηκώνει το όπλο του και ετοιμάζεται να σημαδεύσει στην τύχη κάποιον από τους τέσσερις χειριστές. Οι υπόλοιποι τρεις είναι αρκετά μακρυά του.

Αναγκάζει τον πρώτο να απομακρυνθεί, εκείνος υπακούει. Δεν έχει πολύ χρόνο, σηκώνει το όπλο του και τραυματίζει τον επόμενο. Μια σφαίρα τρυπάει το μπράτσο του Μαξ. Ο Μαξ συγκρατεί με δυσκολία το περίστροφο στα δάκτυλά του. Αλλάζει γρήγορα το όπλο στα χέρια του, πριν εκείνο κυλήσει στο έδαφος. Ο Μαξ ξέρει πλέον τον πραγματικό του στόχο, αλλά με το αριστερό έχει ελάχιστες πιθανότητες να σημαδέψει σωστά. Οπισθοχωρεί προς τη Ζιζεμπέλ για να την καλύψει όσο μπορεί. Ο χειριστής δεν κάνει το λάθος να βγει από τη φυσική κρυψώνα που του παρέχει το πηνίο. Στοχεύει τον Μαξ ή τη Ζιζεμπέλ.

Και ενώ όλα είναι έτοιμα να γίνουν πυρανάλωμα ο Φαέθων είναι εκεί για να δώσει τη λύση. Απόγονος των από μηχανής θεών με το ελικόπτερό του στέκεται πάνω από το βωμό, θολώνοντας τα πάντα με προπετάσματα καπνού, αρπάζει το γυναικείο σώμα, τοποθετώντας στη θέση του τη νεκρή καμήλα του. Ο Μαξ τρέχει στο βωμό αλλά δεν προλαβαίνει, η Ζιζεμπέλ είναι πολύ ψηλά για να την κατεβάσει. Ο υπαρχηγός της ασφάλειας, καλύπτοντας τον Μαξ, έχει μετακινηθεί και εκτελεί τον χειριστή του πηνίου μέσα στο σκάφανδρό του. Το σώμα του πάλλεται από τις σφαίρες και χτυπά στα τοιχώματα της στολής που το ξαναγυρίζουν πίσω για να το βρουν οι επόμενες σφαίρες και να το εκτινάξουν και πάλι μπροστά και αυτό γίνεται δυο τρεις φορές μέχρι που να σωριαστεί. Ο Φαέθων με το μαγικό χαλί της μεγάλης ιπποδύναμης εξαφανίζεται μέσα σε λευκούς καπνούς με την αποκοιμισμένη Ιφιγένειά του, στιγματισμένος με τη γνώση ότι έχει ερωτευθεί κάτι απαγορευμένο, λασπωμένος στην αναποφασιστικότητα που του υπαγορεύει η αμφιθυμία.

Ποθητή Ιφιγένεια, τώρα που το σώμα σου έγινε επιτρεπτό σε ποιους θεούς θα προσφέρεις θυσίες, σε ποιόν θα προσεύχεσαι τώρα; Η ηδονή- αυτή που θα δωρίζεις και αυτή που θα δέχεσαι- θα έχει την ίδια δόνηση με πριν, θα έχει την ίδια αξία; Τώρα δεν σπας τους ρόλους, σου ταίριαξαν αυτόν που διάλεξες μόνη σου από παιδί να υπηρετείς και η φύση δεν στον χάρισε. Μα θα αντέξεις μέσα του, τώρα που δικαιώθηκες, τώρα που λύθηκαν τα μάγια; Ω Λολιτέλ, είσαι πλάσμα, πλάσμα της τεχνολογίας και η συνείδηση μέσα σου ότι είσαι δημιούργημα σε υποχρεώνει να δοξάσεις το δημιουργό σου, και ξέρεις ότι αυτός δεν είναι ο ίδιος με τον δικό μας.
Ο Φαέθων αποκλίνει. Προσπαθεί να διαφύγει. Ο ανόητος, άλλο ένα θύμα μιας παστέλ γοητείας. Ο Μαξ τον καλεί από τον ασύρματο να υπακούσει, επαναλαμβάνει. Ο Φαέθων δεν απαντά. Δεν του μένει άλλο από το να τον εξοντώσει. Αυτή την εντολή του στέλνουν. Κάνει σήμα σε ένα από τα ελικόπτερα που είναι για τις εναέριες λήψεις να κατέβει. Πριν καλά καλά εκείνο προσεδαφισθεί ο Μαξ πιάνεται από τις μπάρες και αναπηδά πάνω του. Ο κάμεραμεν τραβά πλάνα καταδίωξης. Ο τηλεσκηνοθέτης του δίνει εντολή να συνεχίσει τη μετάδοση. Ο Μαξ τον διατάζει να σταματήσει αλλά εκείνος υπακούει στη φωνή του τηλεσκηνοθέτη του που ακούγεται από τον πομπό. Ο Μαξ τον γκρεμίζει από το ελικόπτερο και τα καλώδιά της κάμερας τον παρασέρνουν κάτω στη θάλασσα. Είναι αρκετά βαρύ το σύστημα για να τον τραβήξει ως τον βυθό. Εκεί θα φανεί πόσο καλός είναι στο να καταγράφει. Ασ' τον να ψάξει καλά στα υπόγεια τα ρεύματα, να μάθει κάτι από αλήθεια.

Ο Φαέθων που προηγείται αρχίζει τις ταλαντεύσεις του. Είναι όμως μάταιες, νιώθει το τέλος. Περιστρέφεται γύρω από το έδαφος και προσεδαφίζεται. Επέλεξε, και πολύ σωστά, την πιο λογική λύση, την παράδοση. Προσεκτικά τον περικυκλώνουν. Από τον ίδιο δεν θέλουν τίποτα, αρκεί να τους παραδώσει σώα τη Ζιζεμπέλ. Αποφασισμένος να μην αποχωρισθεί αυτό που ποθεί πιάνει το καταδυτικό μαχαίρι και το βυθίζει στον υμένα της. Μόνο αυτός ήθελε να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της πρώτης φοράς, έστω και με αυτό τον τρόπο. Μετά το βγάζει από τις ωοθήκες της και το φέρνει στις φλέβες του. Το αίμα αναπηδά. Μέσα στο ελικοφόρο όχημα βρίσκονται τα σώματά τους. Ο Μαξ προσεδαφίστηκε δίπλα τους. Πλησιάζει τον Φαέθωνα είναι ακόμα ζωντανός και από ό,τι φαίνεται μάλλον θα σωθεί.

Τον μεταφέρουν στο φορείο. Με αδειασμένα από ζωή μάτια ο Φαέθων κοιτάζει τον Μαξ. "Δεν υπάρχει πάντα happy end για τους απρόσκλητους ήρωες" του λέει και στα χείλη του διαγράφεται ένα ειρωνικό χαμόγελο και ταυτόχρονα η επιβεβαίωση της νίκης καθώς περνάνε δίπλα του νεκρή τη Ζιζεμπέλ. Η πιστοποίηση του θανάτου της τον ηρεμεί, δείχνει να τον δικαιώνει.
Είχε πάρει την εκδίκησή του. Η υλική φύση της ήταν νεκρή και η άλλη ταξιδεύει στον άγνωστο χωρόχρονο χωρίς κανείς και τίποτα να μπορεί να την πειράξει. Τους είχε καταστρέψει το δέκτη αυτών των διαστάσεων, το υλικό της σώμα, τη γήινη πυξίδα τους. Δεν θα είχαν πλέον καμμία επαφή μαζί της.

Τώρα υποχωρεί η αχνάδα της μνήμης. Όταν ξύπνησε ο Μαξ από εκείνο το τηλεφώνημα ήταν σαν να άγγιζε το πουθενά. Σφραγισμένος ταξίδευε και τον είχαν επαναφέρει. Και δεν είχαν κάνει λάθος στην επιλογή τους. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να διευθετήσει οποιαδήποτε ανωμαλία, ο μόνος που θα τους απάλλασσε, από αυτή τη νέα Μορμώ που κατασκεύασαν.
Ετοίμασαν τις συντεταγμένες για να τον βομβαρδίσουν με τις ακτίνες τους. Οι τελευταίες τους υποσχέσεις ήταν πώς, όταν θα αρχειοθετούσε την υπόθεση, θα τον επανέφεραν για πάντα. Θα έπρεπε να ξαναμπεί μέσα στο πείραμα μέχρι να βρει τη Ζιζεμπέλ και να την εξοντώσει.

Η τελευταία φορά που τον στείλαν στις διαστάσεις πρέπει να ήταν κάμποσα χρόνια πριν. Τότε που τον επέλεξαν για ένα πρόγραμμα στο τέλος της δεκαετίας του '50, το "Κιβωτός".

O Φαέθων ανήκε στο επιστημονικό τημ. Από τότε είχε κάποιες διαφωνίες μαζί τους, που περισσότερο όμως οφείλονταν σε λόγους προσωπικής ανάδειξης. Μάλλον για αυτό θυσίασε τη Ζιζεμπέλ, για να τους αχρηστέψει όλο το πρόγραμμα. Με αυτήν φαίνεται είχαν προχωρήσει ένα βήμα παραπάνω. Αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της γένεσης και της οικονομίας. Το ένα και αδιάσπαστο το είχαν αναλύσει στα δύο. Γι αυτό επέλεξαν αυτή, μια πλεγμένη φύση. Αν χρειαζόταν να εγκαταλείψουμε το είδος για την επιβίωση, θα μας μεταφύτευαν στον ίλιγγο του χρόνου και κάτω θα άφηναν ομοιώματα για να πολλαπλασιάζονται, πειθήνια στο να ελέγχονται. Εκεί θα έστελναν τους εκλεκτούς και κάτω θα είχαν τον όχλο των αγγείων, έτοιμο να πονέσει, να θυσιαστεί, να δοκιμαστεί, να υποφέρει. Και όποτε κρινόταν αναγκαίο θα επέστρεφαν και πάλι κάτω σε μια μορφή που επιλέγαν, άντρα ή γυναίκας. Τις είχαν αραδιάσει και τις δυο για να είναι πιο εύκολη η κάλυψη. Αυτό λοιπόν ψάχναν με το "Ηλιογάβαλος". Μπορεί και κάτι περισσότερο. Η σπείρωση του εφιάλτη τους ήταν πιο ισχυρή από τις σπείρες των μετασχηματιστών τους.

Ο Μαξ σκέφτηκε και πάλι την εντολή τους, αυτό το "για πάντα" κάτι άλλο έκρυβε. Ήταν το δόλωμα για να εκτελέσει. Εκείνη δεν μπορούσαν πια να την ελέγξουν, χρειάζονταν οπωσδήποτε κάποιον να περάσει εκεί για να το κάνει. Όσους κβαντοπροόριζαν στο χωρόχρονο δεν μπορούσαν να τους αγγίξουν από κάτω. Το ίδιο είχε γίνει και με κείνον. Διατηρούσαν όμως εν ζωή το σώμα του, ενέχυρο, και όποτε θέλαν είχαν τη δυνατότητα να τον αποκόψουν από αυτό. Οι κάψουλες και τα ηλεκτρόδια που τους είχαν δέσει ήταν ένα νεκροταφείο για τα διαστημικά βαμπίρ τους. Από μόνος του δεν είχε την πιθανότητα να επανέλθει, τον κρατούσαν. Το να δραπετεύσει από κοντά τους θα ήταν μια πράξη παρακινδυνευμένη. Μόλις θα επανερχόταν θα τον "αρχειοθετούσαν" και κείνον. Υπολόγιζαν άλλωστε ότι θα προτιμούσε τη γαλήνη από τη χαώδη περιπλάνηση.

Μα ακόμα δεν μπορούσε να κατανοήσει την αντίδραση του Φαέθωνα. Για ποιο λόγο προσεδάφισε το ελικόπτερο, γιατί, αφού είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, δεν τα κατάφερε. Ένας τόσο ικανός γνώστης της ανθρώπινης ανατομίας, σαν κι αυτόν, δεν ήταν φυσιολογικό να αντιμετώπιζε δυσκολία στο να βρει ένα ζωτικό σημείο τροφοδοσίας της ζωής πάνω στο σώμα του και να το αποκόψει. Και πάλι, εκείνη η έκφραση των ματιών του φαινόταν σαν να μην είναι δική του, αλλά κάποιου άλλου. Η έκφραση, αυτό το αόρατο προσωπικό αποτύπωμα που μας συνοδεύει παντού, μέχρι και τον θάνατο, στην περίπτωσή του δεν τον είχε ακολουθήσει ως τα εκεί. Ήταν ένα ερώτημα που ο Μαξ δεν μπορούσε να εξηγήσει. Κάτι που τον ανησυχούσε χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί. Κάτι άλλο ακόμα. Το ελικόπτερο του Φαέθωνα καλύφθηκε πράγματι από λάμψη ή ήταν απλά οι προβολείς από το σώου. Απίθανο να συγκεντρώσει την ενέργεια που θα του χρειαζόταν χωρίς γιγαντιαίους πυκνωτές.

"Αναίρεσέ τη! Το σύστημα βαρύτητας ήδη έχει διαταραχθεί επικίνδυνα. Δεν το διακινδυνεύουμε να στείλουμε κι άλλον." Αυτά του είπαν και του δώσαν να καταλάβει πως δεν είχε δικαίωμα να αποτύχει. Έσχισαν τον ορίζοντα σαν καρπούζι που το κόβεις στα δύο και τον εμβολίασαν μέσα του. Από τις συμπιέσεις του χωρόχρονου η σελήνη άρχιζε και κρέμαγε. Πόσες τέτοιες μπορούσε να αντέξει και πόσες να είχαν δοκιμάσει; Η ύβρις του ανθρώπινου πειραματισμού προκαλούσε τη συμπαντική απορρύθμιση.

Μια βροχή από σωματίδια θρυμμάτισε το δέρμα του, σαν βουρδούλιασμα από θίνες άμμου. Εξαϋλώθηκε και πάλι. Αυτό θα είχε γίνει στο Φαέθωνα και το δέρμα του ήταν έτσι ραγισμένο. Ίσως να το είχε δοκιμάσει μόνος του. Είχε τις γνώσεις για κάτι τέτοιο. Πρέπει να είχε προχωρήσει και να είχε βρει το τρυκ της επαναφοράς χωρίς να τους έχει ανάγκη. Γι αυτό με τόση σιγουριά σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του. Κάτω θα τον θεωρούσαν ακόμα ζωντανό. Στη θέση του ένα μουγγαμένο αλαφροΐσκιωτο κουφάρι θα δικαζόταν και θα πέρναγε την υπόλοιπη ζωή του στη φυλακή καθώς ο ίδιος βρισκόταν φυγάδας στις διαστάσεις. Δεν ήταν δύσκολο να τους ξεγελάσει. Όλοι ήταν πολύ νεώτεροί τους. Κανείς τους δεν συμμετείχε στο "Κιβωτός". Ίσως, τελικά, να μην ήταν ο τυφλωμένος ήρωας που φάνηκε. Δεν χώριζε πολύς χρόνος τον Μαξ από το να το ανακαλύψει.

Έμπαινε στις διαστάσεις και ο στόχος του τώρα γινόταν διπλός και απρόσμενος. Εκεί θα τον περίμενε κι ο Φαέθων καραδοκώντας να τον βρει σε κάποια χαραμάδα. Αν ήταν εκεί ο Φαέθων, γνώριζε τον τρόπο να τον εγκλω-βίσει. Ο θύτης που γίνεται θήραμα- κάπως έτσι. Μέχρι να βγει και πάλι έξω, κάθε εκπομπή πληροφορίας από τους κάτω είχε διακοπεί, μόνο ο Μαξ μπορούσε να τους τροφοδοτεί. Και οι πιθανότητες λιγόστευαν, καθώς εκείνοι οι δύο, Φαέθων και Ζιζεμπέλ, με την απόγνωση του ξεγραμμένου δεν θα δίσταζαν να καταστρέψουν ο,τιδήποτε θα προσπαθούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Ποιες αναστολές είχαν για να τους σταματήσουν, και πόσο θα ίσχυαν εκεί που βρίσκονταν; Μάλλον καμμία. Ο τελευταίος που μπορούσε ήταν ο Μαξ.

Πέρασε έναν όγκο σιωπής, τα σχήματα άλλαζαν, η γη έμπαινε στο παρελθόν. Είχε εκτοξευθεί στο τρίτο τμήμα της πραγματότητας. Συμπιεσμένα όλα και στενόχωρα και σε λίγο αραιώσεις που τον επιμήκυναν. Έπρεπε να παραμείνει συγκροτημένος καθώς θα διαχεόταν. Πώς να μαζέψεις τα κομμά-τια σου όταν απλώνονται σαν βαγόνια τρένου που όσο συνεχίζει το ταξίδι του τόσο εκτείνονται. Ήταν μεγάλος ο πόνος για να πάει στο τέλος και να ξανάρθει μπροστά. Τόσο άυλος σαν τα καρτούν που τα πάτησε οδοστρωτήρας και τους άπλωσε το σχήμα τους. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα που στέκαν σαν ακίνητα και όσα δεν ήταν θα πρέπει να ήταν πολύ μακρυά, στο απλησίαστο.
Τους είδε να έχουν κουρασθεί, δεν ήταν το ίδιο εξασκημένοι με κείνον. Αυτό το ταξίδι το είχε κάνει και η πλήξη δεν τον ξένιζε. Ώστε ήταν και οι δύο λοιπόν. Ο Φαέθων είχε χάσει κάτι από τη φωτεινότητά του, αντίθετα η Ζιζεμπέλ έλαμπε περισσότερο. Της έδινε ο ανόητος το ζωογόνο του και το δικό του ελαττωνόταν. Με τι δύναμη θα αντιμετώπιζε τον Μαξ; Η επιβίωση είναι αμείλικτη, αν δεν τηρείς κανόνες ασφαλείας.

Σε λίγο θα τους έφτανε, σχεδόν άγγιζε την ουρά τους. Ο Φαέθων προσφέρθηκε να γίνει το θήραμά του. Της είχε δώσει όλες τις οδηγίες, όλες όσες της ήταν απαραίτητες. Ο ίδιος είχε εξασθενήσει αρκετά. Μόνος του ήταν απλή υπόθεση, το δύσκολο θα ήταν ένα ταυτόχρονο πλεύρισμα από εκείνη. Ο Μαξ αποφάσισε να δράσει. Ακόμα δεν ίχαν την επάρκεια της εξοικείωσης με την πραγματότητα. Αυτό ήταν το πλεονέκτημά του κι έπρεπε να το εκμεταλλευτεί όσο γινόταν γρηγορότερα.

Πιάστηκε από την ουρά των φωτονίων του Φαέθωνα και άρχισε να τη συμπιέζει. Ο Φαέθων εξαφανιζόταν στο φως. Της έδωσε το σήμα να βγει από πίσω και να επιτεθεί στον Μαξ. Ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή. Ο Μαξ είχε μείνει ολοκληρωτικά ακάλυπτος. Θα μπορούσαν μέσα σε κλάσμα να τον αφανίσουν. Μα εκείνη αποτραβήχτηκε και δεν υπάκουσε στα ουρλιαχτά του. Αμέτοχη άφησε τον Μαξ να εκτοξεύσει τον Φαέθωνα από το άρμα του, να εξαφανίσει όλη του τη φωτεινότητα και να τον συμπιέσει σε μια ισχνή κουκίδα μέχρι που να σβήσει ολότελα.

Την ίδια στιγμή κάτω στη γη φωτιές θα περιζώναν το σαρκίο του και θα το κατασπάραζαν. Αυτό συνέβη και στον Αλμπερτ και δεν μπορούσαν να εξηγή-σουν τι είχε φταίξει. Κάτι θα είχε δει που δεν έπρεπε να το μεταδώσει. Νάταν ο Φαέθων και τότε πάνω; Να τους είχε ξεγελάσει όλους; Το ύφος που είχε καθώς πέρναγε μπροστά μου με το φορείο το είχε διαβάσει ο Μαξ και πάλι στο πρόσωπό του, την ώρα που καιγότανε ο Αλμπερτ και ούρλιαζε στο σώμα του. Ούτε και τότε πρέπει να ήταν ο ίδιος μαζί τους. Οι αντιδράσεις του δεν είχαν εκείνη την ταχύτητα που τον χαρακτήριζε. Ο Μαξ τους είχε την απάντηση έτοιμη αλλά προτίμησε να μην την μεταδώσει. Κάθε επί πλέον πληροφορία του μπορούσε να τους δώσει λύση στα αναπάντητα προβλήματά τους. Μέχρι τώρα είχε εκτελέσει πειθήνια κάθε εντολή τους, αλλά στον μόνο που από εδώ και στο εξής έπρεπε να υπακούει ήταν ο εαυτός του. Δεν μπορούσε να ακολουθεί τυφλά τη φρίκη που ετοίμαζαν. Είχαν βουλιάξει μέσα της εκείνον. Δεν θα βούλιαζαν και όσους περιφέρονταν εκεί κάτω απροϊδέαστοι. Σίγουρα αυτό δεν θα τους άρεσε. Μα εδώ, αποφάσιζε τώρα εκείνος και όχι εκείνοι.

Η φωτεινότητα της Ζιζεμπέλ ήταν έντονη, το φάσμα της το πιο διαφορετικό που είχε μέχρι τότε συναντήσει.
- Τώρα είμαι στα χέρια σου. Έτοιμη να με αναιρέσεις ή να με κρατήσεις δική σου. Μπορούμε να μείνουμε για πάντα εδώ. Και υπάρχει τρόπος να γυρίσουμε πίσω. Ο Φαέθων μου έδειξε το σημείο που ανοίγει ο χρόνος και μας ξερνάει πάλι μέσα. Είναι σαν το βελονισμό στο σώμα. Τρυπάς ένα σημείο και σταματά ο πόνος. Είναι περίπου το ίδιο, κάθε σημείο στη γη αναλογεί σε κάποιο τμήμα του χωρόχρονου.

» Έχει έτοιμα σώματα που μας περιμένουν. Εκεί που είχε στήσει το εργαστήριό του, υπήρχε μια φυλή που του πρόσφερε τα βρέφη της. Γι αυτούς ήταν ο Θεός που δεν είχαν κουρασθεί να μεταφέρουν σε διηγήσεις οι πρόγονοί τους. Ένας θεός που εμφανίσθηκε αναπάντεχα για να τους δικαιώσει. Διαθέτει μια μεγάλη ποικιλία από αυτά στις κάψουλές του για να είναι βέβαιος πως θα πετύχει την αναλογία του χρόνου. Κάποια πρέπει να έχουν ενηλικιωθεί ήδη στο σημείο εισόδου. Κόπιασε πολύ για να τα διαφυλάξει και πρέπει να επέλεξε τα καλύτερα. Αδειασε τις ενέργειές τους και τις κλείδωσε στην καμπούρα της καμήλας του. Είναι πιο εύκολο να πετύχει η μετακένωση όταν η συνείδηση δεν έχει εδραιωθεί καλά στο σώμα. Στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε την ηλικία που θέλουμε. Κάθε χρόνο εναποθέτουν στις κάψουλές του ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Τα είχε υπολογίσει όλα και κυρίως την πιθανότητα να μην μπούμε μέσα σε ένα σώμα βιολογικά νεκρό. Όποια και να' ναι η διαφορά μας με το γήινο χρόνο, είμαστε καλυμμένοι. Όσο και να προηγούμαστε.

» Εσύ αποφασίζεις, μα ακόμα κι αν είναι να με αναιρέσεις, θέλω να το αισθανθώ στη διάσταση. Πες πως αυτό είναι η επιθυμία μιας μελλοθάνατης. Ο Φαέθων είπε πως αυτό είναι μια γεύση από την παντοδυναμία, η αίσθηση της θέωσης, η πλήρωση που δεν θα βρούμε ποτέ εκεί κάτω. Είπε πως αυτοί που δένονται στις διαστάσεις δεν μπορούν να χωρίσουν κάτω στη γη. Αρκεί να αφήσουμε να περάσει ο ένας μέσα από τον άλλο για να δοκιμάσουμε αυτό που είναι προαιώνια απαγορευμένο στον άνθρωπο.

» Θα 'θελα να γεμίσω μαζί σου πριν με σβήσεις, είσαι ο μόνος που μπορεί να μου χαρίσει αυτή τη δυνατότητα πριν την αναίρεση. Διαπέρασέ με πρώτα και μετά κάνε ό,τι νομίζεις. Δεν με νοιάζει όποια κι αν είναι η απόφασή σου. Ακολούθησα τον καθένα σας χωρίς να ξέρω τι μου επεφύλασσε. Όλοι μου υπόσχονταν την ευτυχία, την αποδέσμευση από αυτό που δεν αποφάσισα να είμαι. Θέλαν να με βοηθήσουν να ξεπεράσω το δράμα μου και με σύραν στο δικό τους. Μήπως νομίζεις ότι αντέχω άλλο να γίνομαι το έρμαιο; Πλήρωσα αρκετά, περισσότερο από όσο κάποιος μπορεί να πληρώσει σε μια ζωή. Δεν σας έφτανε αυτό και με φέρατε να πληρώσω και δω πάνω. Λες και έτσι θα εξαγνιζόμουν, λες και έτσι θα τα καταφέρνατε να εξαγνιστείτε κι εσείς, μέσα από τη δική μου τιμωρία. Επί τέλους δικαιούμαι να αποφασίσω και για κάτι πάνω μου, να γευθώ κάτι που το επέλεξα εγώ και όχι οι άλλοι» .

Η Ζιζεμπέλ τον πλησίασε, αισθάνθηκε ένα απαλό θώπευμα φωτός. Τότε αποφάσισε να του παραδώσει τις συντεταγμένες που θα τους απελευθέρωναν από τις στελγγίδες του χωρόχρονου.

- Χρησιμοποίησέ τες τουλάχιστον εσύ. Είναι μάταιο να χαθούμε και οι δύο.

Ήταν δελεαστική η πρότασή της. Είχε έτοιμα τα πάντα, ακόμα και τη διαφυγή που εκείνος δεν είχε. Ήταν το απαγορευμένο μήλο που πρότεινε η Εύα στον Αδάμ και να που τώρα του το πρόσφεραν για να το δαγκώσει. "Αν δεθούμε στις διαστάσεις τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει στη γη. Δυο σώματα μας περιμέ-νουν, αγγεία για να μπούμε μέσα τους και να ζήσουμε. Κανείς δεν πρόκειται να ανακαλύψει τίποτα." Συλλογιζόταν τα λόγια της. "Είναι η αίσθηση της θέωσης, αρκεί να αφήσουμε να περάσει ο ένας μέσα από τη φωτεινότητα του άλλου." Δεν είχε να χάσει τίποτα. Ακόμα και κάτω θα μπορούσε να την εκτελέσει, αν σε κάτι δεν την εμπιστευόταν.

Θυμήθηκε την εξασθενημένη φωτεινότητα του Φαέθωνα, είδε τη δική της και χρειάστηκε κάποια ασπίδα από το έκπαλγο φως της. Κατάλαβε από πού την είχε βρει, από πού την είχε υποκλέψει. Κι όμως εκείνη δεν δέθηκε με τον Φαέθωνα κι ας το δοκίμασε μαζί του. Τον είχε προδώσει, τον είχε απογυμνώσει από τα μυστικά του και ετοιμαζόταν να ρουφήξει κάτι και από τη δική του δύναμη. Αν διασταυρωνόταν μαζί της, θα σάρωνε και κείνον. Μετά ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να την αρνηθεί. Θα ήταν για πάντα δέσμιός της.
Η τελευταία φορά που είχε πλαγιάσει ήταν λίγο πριν την Πρωτοχρονιά του '59. Είχε σπαταλήσει το γήινο χρόνο του στο πρόγραμμά τους, του τον χρωστούσαν και δεν μπορούσαν να του τον δώσουν πάλι πίσω. Αλλά και να τα κατάφερναν ακόμα, πώς μπορούσαν να του έχουν και τα πρόσωπα που αγάπησε ή δέθηκε. Θα έπρεπε να έβρισκε τη δύναμη να ζήσει από την αρχή. Μα κι αν ακόμα την έβρισκε, ποιος θα μπορούσε να συνυπάρξει με έναν άνθρωπο που η εμπειρία του ήταν τόσο αλλόκοτη όπως η εμπειρία του Στάλκοφ;
Και τώρα αυτή είχε την ευχέρεια να του χαρίσει αυτά που εκείνοι του έκλεψαν. Δεν ήταν όμως κάτι απλό. Χωρίς την αναίρεσή της η σελήνη θα παλλόταν πλέον επικίνδυνα. Όταν ξεκίναγαν το πρόγραμμα δεν υποπτεύονταν τις παρενέργειες. Όλη εκείνη η μεγαλόπνοη σχεδίαση, τα παχυλά κονδύλια, οι ιδιοφυΐες που πυρετωδώς εργάζονταν φάνταζαν τώρα σαν τα δάχτυλα ενός νηπίου που ψαχουλεύει ανυποψίαστο τα κουμπιά της κοσμικής κατάρρευσης.

Στο χέρι του ήταν να έχει τη γεύση της θέωσης ή να παραμείνει στις ανθρώπι-νες διαστάσεις του. Η επιθυμία υπαγόρευε το πρώτο και η αναγκαιότητα υπο-δείκνυε το αντίθετο. Είχε τη φήμη ότι "αρχειοθετούσε" τις υποθέσεις του, γι' αυτό τον είχαν επιλέξει άλλωστε. Και η επιλογή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Αλλεπάλληλα τεστ, σωματικά, ψυχολογικά. Μόνο που τότε αγωνιούσε για να τα περάσει με επιτυχία, να βγει πρώτος, και οι άλλοι τον συναγωνίζονταν, κι όταν ανακοινώθηκαν τα ονόματα ζήλεια και θαυμασμός φάνηκε στα μάτια τους. Και σίγουρα δεν ήταν τόσο μικρό αυτό, αν υποτεθεί ότι ήταν οι καλύτεροι που υπήρχαν.

Η Ζιζεμπέλ βρισκόταν μπροστά του έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει. Αυτή ήταν η παγίδα της, να υποκρίνεται το αλώνητο ανδράποδο που, ενώ εκχωρεί ο,τιδήποτε, στο τέλος καταφέρνει και υποδουλώνει η ίδια τον αφέντη της. Δεν είχε δείξει οίκτο για τον άνθρωπο που της εμφύσησε συνείδηση, πώς μπορεί να έδειχνε συμπάθεια για τον υποψήφιο εκτελεστή της; Χρειαζόταν μόνο αγγεία για να τη μεταφέρουν, μέχρι να βρει ένα καλύτερο για να εγκαταλείψει το προηγούμενο. Δεν μπορούσε να της επιτρέψει την επιστροφή της στη γη. Χωρίς δισταγμό άρχισε να τη συμπιέζει. Εκείνη στάθηκε ακίνητη χωρίς να φέρει αντίσταση. Ήθελε λίγο ακόμη να την αποτελειώσει. Την έβλεπε να μην ενεργεί και να αποδέχεται την εξαφάνισή της. Όλες οι προηγούμενες σκέψεις του είχαν αποδειχθεί λάθος, έλεγε την αλήθεια και εκείνος δεν την είχε πιστέψει. Είχε ήδη αποφασίσει να την αφήσει. Μα αυτή η μικρή καθυστέρηση ώσπου η απόφαση να γίνει πράξη ήταν το καθοριστικό σημείο. Αυτός ο κενός χρόνος που όλα μπορούν να ανακληθούν ή να πραγματωθούν την πρόδωσε. Εκείνη είχε πια βεβαιωθεί ότι ο Μαξ θα συνέχιζε μέχρι τέλους. Το κόλπο της δεν είχε πιάσει, πίστευε ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή θα τον έκαμπτε. Ποτέ της δεν θα μάθαινε ότι σχεδόν τα είχε καταφέρει. Αλλαξε απότομα το χρώμα της για να του ριχτεί. Δεν είχε όμως την εμπειρία, αν και είχε όλη εκείνη τη λύσσα για εξόντωση.

- Τουλάχιστον δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ τις σωστές συντεταγμένες. Δεν θα διασωθείς και συ. Θα σε περιμένω όπου κι αν πάω, έστω και στη λήθη. Να είσαι καταραμένος κι εσύ και αυτοί. Αυτό να τους πεις. Να είστε όλοι σας καταραμένοι.

Οι εντολές τους είχαν εναρμονιστεί με την πράξη του, μα δεν το είχε κάνει γι αυτούς, όσο κι αν τους εξυπηρετούσε. Δεν τους ανήκε πλέον. Ας στέλναν μηχανές να εκκαθαρίσουν. Αυτό δεν ονειρεύονταν; Η επικυριαρχία όσο και καλά να είναι στημένη ποτέ δεν είναι απόλυτη πάνω στους ανθρώπους. Υπάρχει ένα θεήλατο τύπωμα που δεν το επιτρέπει, η σκέψη, η κρίση, η απόφαση και που όσο πιο πολύ λειτουργεί τόσο σε προφυλάσσει να παραμένεις άνθρωπος.

Τη συμπίεσε μέχρι τέρμα και την έσβησε χωρίς να έχει ενοχές, όπως πιέζουμε μέχρι τέρμα ένα αποτσίγαρο στο τασάκι και σιγουρευόμαστε ότι δεν θα ξανανάψει. Είχε μαντέψει σωστά. Όταν της δόθηκε η δυνατότητα να ψηλαφίσει την παντοδυναμία φάνηκε αδύναμη. Το μόνο που είχε ανακαλύψει στην κρουαζιέρα της ήταν η εξαπάτηση. Μπορεί να μην έφταιγε κι αυτή, μπορεί μόνο αυτός ο ρόλος να της επιφυλάχθηκε, μπορεί να ήταν ο μοναδικός δρόμος για να αμύνεται, αλλά δεν έκανε τίποτα να τον αλλάξει. Ίσως η ανάγκη να την έκανε να φανεί τόσο φτηνή, τόσο αδίστακτη. Μπορούσε να την κατανοήσει, αλλά δεν μπορούσε να την συγχωρέσει. Την αίσθηση της θέασης δεν έχουν το δικαίωμα να τη γεύονται όσοι την προδίδουν. Σε αυτό είχε καταλήξει. Ένα σωρό απολιθωμένοι Τάνταλοι που βρίσκονταν κρεμασμένοι εκεί του το υπενθύμιζαν. Όποιος βουτάει στην εμπειρία πρέπει να είναι οπλισμένος με ήθος για να μεταρσιωθεί. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον άγγελο και στον εκποιητή και η Ζιζεμπέλ δεν τη διέθετε.

Είχε απωλέσει για πάντα την ευκαιρία να δεθεί μαζί της εκεί πάνω. Κι όμως, αντί μια τέτοια ένωση να τον βοηθούσε να ανακαλύψει το θαύμα, θα τον στιγμάτιζε με το μίασμα. Ένα μίασμα που θα οφειλόταν σε κείνη και θα έκανε την επαφή, αντί να οδηγήσει στην ένωση, στην πλήρωση και στο θεαύγασμα, να γεννήσει το χάσμα. Όσο για τον εαυτό του, δεν είχε πλέον ανάγκη από άλλες εμπειρίες. Προτιμούσε τις ανθρώπινες διαστάσεις και ήδη τις ένιωθε που τον καλούσαν μέσα τους.

Ετοιμάζονταν να τον επαναφέρουν. Τους ζήτησε, όταν θα τον "αρχειοθετούσαν", να τον ενταφίαζαν με τα έθιμα που είχε αφήσει. Δεν χρειάζονταν επισημότητα, επικήδειοι λόγοι και σκεπασμένο φέρετρο με σημαία. Του αρκούσε να θαφτεί με τις προσευχές του Θεού του, παρά με του νέου που είχαν φτιάξει. Δεν ρώτησε ούτε τι ημερομηνία είχαν, ούτε τι είχε γίνει σε αυτά τα χρόνια, ούτε τι σκέπτονταν να κάνουν με το "Ηλιογάβαλος". Σε κείνον δεν μπορούσαν να έχουν πια καμμία χρησιμότητα. Του επιβεβαίωσαν ότι η σελήνη θα παρέμενε σταθερή εκεί ψηλά. Την είχε ξανακαρφώσει στη θέση της στον τοίχο του ουράνιου θόλου και αυτό του έφτανε. Ίσως και κει όπου θα πήγαινε να την απολάμβανε το ίδιο. Τους παρέδωσε ενοχές, τύψεις και σώμα και αποκοιμήθηκε. Οι μόνες αποσκευές που πήρε μαζί του ήταν τα μυστικά του. Για σιγουριά καλύτερα να θάβονταν μαζί του κι αυτά.