Ο Θεραπευτής

Ted Thomas
The Doctor (1967)
Μετάφραση: Μαρία Κλουκίνα

Όταν ο Γκαντ πρωτάνοιξε τα μάτια του, νόμισε για μια στιγμή πως ήταν πίσω στο σπίτι του, στην Πενσυλβάνια. Ανακάθισε απότομα κι αγριεύτηκε βλέποντας γύρω του το σκοτάδι της σπηλιάς, ώσπου θυμήθηκε πού ήταν. Ο θόρυβος που έκανε, τρόμαξε τη γυναίκα του και το γιό του, που σηκώθηκαν ανακούρκουδα, έτοιμοι να πηδήξουν. Ο Γκαντ τους γρύλισε καθησυχαστικά και κατέβηκε από τη σκεπασμένη με βρύα πλατφόρμα που είχε φτιάξει για κρεβάτι. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου που μόλις είχε ανατείλει διαπερνούσαν τα κλαδιά στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί όπου έλαμπαν και τα απομεινάρια της φωτιάς. Ο Γκαντ πήγε να σκαλίσει τη φωτιά, έριξε πάνω μερικά ξερόκλαδα και τη φύσηξε. Είχε περάσει πάρα πολύς καιρός από τότε που ξαναείχε μια τόσο δυνατή ανάμνηση της παλιάς του ζωής μισό εκατομμύριο χρόνια μετά. Κοίταξε τους τοίχους της σπηλιάς, στο μέρος που κρατούσε το ημερολόγιο τους, σκαλισμένο με κόπο πάνω στο βράχο. Ήτανε δέκα χρόνια από τότε που μπήκε σ' εκείνον τον κύλινδρο από μόλυβδο και ατσάλι, στο κτίριο Μπάνκροφτ του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. Τι είχε πει τότε;

" Και βέβαια θα το δοκιμάσω. Θα χρειαστείτε ένα γιατρό μαζί σας στη πρώτη δοκιμαστική εφαρμογή. Εσείς οι φυσικοί δε θα μπορέσετε να μάθετε τίποτα για τα παθολογικά αποτελέσματα των ταξιδιών μέσα στο χρόνο. Εξάλλου, θα γράψετε ιστορία, και θέλω να είμαι μέσα.''
Ο Γκαντ πέρασε πάνω από τη φωτιά, πήγε στο στόμιο της σπηλιάς, κοντά στο φράγμα από κορμούς δέντρων που έκλεινε την είσοδο κι αφουγκράστηκε προσεχτικά,. Απέξω έρχονταν ήχοι συρσίματος και ρουθουνίσματα, και κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ακόμα να βγει έξω. Ήπιε λίγο νερό από το φλασκί κι έκατσε μαζί με τη γυναίκα και τον γιο του να μασουλήσουν λίγο ξεραμένο βίσωνα. Έτρωγαν όλοι σιωπηλά.

Ήρθε η αυγή και πηγαίνοντας στην είσοδο της σπηλιάς αφουγκράστηκε πάλι. Το μεγάλο ζώο είχε φύγει. Έκανε νόημα στη γυναίκα του και τον Νταν, τράβηξε στο πλάι το φράχτη και βγήκε έξω.
Προχώρησε κατά μήκος της επιφάνειας του βράχου, μένοντας μακριά απο την πυκνή βλάστηση, που έφτανε ως τα γόνατα. Επιστρέφοντας, θα κατέβαινε κάτω και θα έψαχνε για τροφή.
Μέσα στο βάλτο που απλωνόταν πέρα απ' τη βλάστηση βρισκόταν ένα από τα πολλά μνημεία αποτυχιών του. Εκεί, ανάμεσα στους βράχους και τους κορμούς δέντρων, είχε προσπαθήσει ν'αναπτύξει μύκητες πενικιλλίνης, πάνω στους γλυκούς χυμούς μερικών καρπών που αφθονούσαν στην περιοχή. Είχε στίψει τους καρπούς κι έβαλε το χυμό τους σε εκατό διαφορετικά είδη δοχείων. Για τρία χρόνια αγωνίστηκε ν' αναπτύξει την πράσινη μούχλα αλλά το μόνο που είχε καταφέρει να παράγει ήταν μια γκρίζα γλιστερή μάζα που σάπιζε γρήγορα όταν τη χτυπούσε ο ήλιος.

Ζύγιασε το βαρύ πέτρινο τσεκούρι στο δεξί του χέρι. Όταν έφτασε κοντά στη σπηλιά που έψαχνε, μούγκρισε δυνατά και μπήκε. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα, κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και χάρηκε που είχε φωνάξει προειδοποιητικά. Τους αγνόησε και προχώρησε σε μια γωνία στο βάθος για να δει το μικρό κορίτσι. Καθόταν πάνω στη γυμνή πέτρα με το στόμα ανοιχτό, ακουμπισμένη στο βράχο και τον παρατηρούσε βαριεστημένα καθώς την πλησίαζε, τα μάτια της μαύρα, σε αντίθεση με τις πυκνές ξανθές τρίχες που φύτρωναν στο πρόσωπο της.

Ο Γκαντ γύρισε προς τους άλλους και τους γρύλισε, άρπαξε ένα δέρμα αρκούδας απ' το κρεβάτι του άντρα και το κουβάλησε στο κορίτσι. Την τύλιξε κι ύστερα άγγιξε το μέτωπο της, εκεί όπου δεν είχε τρίχες. Έκαιγε, πρέπει να είχε 39 πυρετό, ίσως και παραπάνω. Την ξάπλωσε πάνω στο βράχο, χτύπησε με τον αντίχειρά του το στήθος της κι άκουσε τον συμπαγή, σκληρό ήχο των γεμάτων πνευμόνων. Ήταν πνευμονία σε πλήρη εξέλιξη, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Ο Γκαντ την σήκωσε πάλι και την κράτησε στην αγκαλιά του. Κάθησε μαζί της για πάνω από μια ώρα, αλλάζοντας τη θέση της συχνά, προσπαθώντας να την κάνει να νιώσει άνετα όπως πάλευε να πάρει ανάσα. Ακούμπισσε στο μέτωπό της μια χούφτα υγρά φύλλα σε μια προσπάθεια να δροσίσει το καυτό της πρόσωπο, αλλά κι αυτό δε φαινόταν να βοηθάει. Στο τέλος ήρθανε κι οι σπασμοί.

Τοποθέτησε το άψυχο σώμα πάνω σε μια εσοχή του βράχου και πήγε να φέρει τη μητέρα να το δει. Η μητέρα έσκυψε και ακούμπησε μαλακά το κορίτσι στο πρόσωπο, όρθωσε το σώμα της και κοίταξε απελπισμένα τον Γκαντ. Σήκωσε το σώμα, βγήκε απ' τη σπηλιά και προχώρησε προς το δάσος. Χρειάστηκε αρκετές ώρες για να σκάψει μια αρκετά βαθιά τρύπα μ' ένα ραβδί.

Πηγαίνοντας πίσω στις σπηλιές κυνήγησε και σκότωσε ένα κοντό, βαρύ ζώο που κρεμόταν ανάποδα απ' τα χαμηλότερα κλαδιά ενός δέντρου. Απέπνεε μια φριχτή μυρωδιά, καθώς το σκότωνε, αλλά θα ήταν ένα καλό γεύμα. Βρήκε ένα μεγάλο βράχο που προεξείχε, με μια μικρή πηγή στη βάση του. Μια μάζα από νεοφυτρωμένες ρίζες αναπτυσσόταν στο σπογγώδες έδαφος. Tα μάζεψε όλα και κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά του. Ο Νταν και η γυναίκα του ήταν εκεί και τα προσωπά τους έλαμψαν όταν είδαν τι έφερνε. Η γυναίκα του αμέσως έβαλε κάτω το ζώο και το έγδαρε μ' ένα κομμάτι κοφτερού, αστραφτερού βράχου. Ο Νταν την παρακολουθούσε επίμονα σκύβοντας από πάνω ενώ μαγειρευόταν, για να μυρίσει τον αρωματισμένο καπνό. Ο Γκαντ κοίταξε την κοντή, βαριά, τριχωτή γυναίκα που φρόντιζε το φαί, και κοίταξε και το αγόρι. Μπορούσε εύκολα να δει τον εαυτό του σ' αυτό το αγόρι με τα λεπτά άκρα. Και η γυναίκα του και ο γιος του είχαν τα βαριά φρύδια και το προεξέχον σαγόνι των ανθρώπων των σπηλαίων. Αλλά το σώμα του Νταν ήταν λεπτό και τα μάτια του ήταν μπλε και αστραφτερά, και συχνά καθόταν κοντά στον Γκαντ και προσπαθούσε να πάει μαζί του όταν έβγαινε έξω από τη σπηλιά. Μια φορά που ο ουρανός καιγόταν από αστραπές και τρανταζόταν από βροντές, ο Γκαντ είχε δει το αγόρι να στέκεται στην είσοδο της σπηλιάς και να κοιτάζει τον ουρανό, μπερδεμένο, όχι φοβισμένο, και ο Γκαντ είχε βάλει το χέρι του στον ώμο του και προσπάθησε να βρει λέξεις που να λένε για ηλεκτρικές εκκενώσεις και για τον βρυχηθμό του αέρα που εφορμά στο κενό, αλλά δεν υπήρχαν λέξεις.

Το κρέας μαγειρεύτηκε και οι ρίζες μαλάκωσαν, μαζεύτηκαν κι οι τρεις γύρω απ' τη φωτιά και άπλωσαν τα χέρια τους στο φαί. Έξω από τη σπηλιά, ακούστηκε ένας θόρυβος στο χαλικόστρωτο μονοπάτι και ο Γκαντ πήδησε να πιάσει το ρόπαλο του, ενώ ο Νταν κι η γυναίκα του οπισθοχώρησαν προς το βάθος της σπηλιάς. Εμφανίστηκαν δύο άντρες, ο ένας υποβάσταζε τον άλλο, και οι δυο με άδεια χέρια. Ο Γκαντ περίμενε μέχρι που είδε οτι ο ένας τους ήταν τραυματισμένος. Δεν μπορούσε να πατήσει το δεξί του πόδι στο έδαφος. Ο Γκαντ τότε προχώρησε λίγο και βοήθησε τον τραυματισμένο άνθρωπο να καθίσει κοντά στην είσοδο της σπηλιάς. Έσκυψε μπροστά για να επιθεωρήσει το πόδι. Η περιοχή ακριβώς πάνω από τον αστράγαλο είχε χάσει το χρώμα της και ήταν πρησμένη άσχημα κι η πατούσα του σχημάτιζε μια μικρή γωνία σε σχέση με το υπόλοιπο πόδι.Τόσο ο αστράγαλος όσο και το κόκκαλο της κνήμης φαίνονταν σπασμένα, και ο Γκαντ σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του να βρει κάποιο ξύλο να το χρησιμοποιήσει σαν νάρθηκα. Ο άντρας κατά πάσα πιθανότητα θα πέθαινε. Δεν υπήρχε κανείς να τον φροντίσει το διάστημα των δυό εβδομάδων που χρειαζόταν το πόδι του για να θεραπευτεί, δεν υπήρχε κανείς να κυνηγήσει για αυτόν, να του δώσει τροφή και ν' ανεχτεί την σχεδόν απόλυτη ακινησία του.

Ο Γκαντ βρήκε δύο χοντρά κομάτια φλούδα, δύο κοντά κλαδιά και μερικές λωρίδες ξεραμένο δέρμα. Γονάτισε μπροστά στον άντρα και κράτησε προσεκτικά τα χέρια του κοντά στο πρησμένο πόδι, έτσι ώστε ο άνδρας να δει ότι θα το ακουμπούσε. Οι μεγάλοι μυς του άντρα ήταν σφιγμένοι απ' τον πόνο και το πρόσωπό του κάτω από το τρίχωμα ήταν γκρίζο. Ο Γκαντ έκανε νόημα στον δεύτερο άντρα να πάει από την άλλη πλευρά έτσι ώστε να μπορεί να τον βλέπει και μετά έπιασε το σπασμένο πόδι και άρχισε να το πιέζει. Ο πληγωμένος άνδρας το άντεξε για μια στιγμή και μετά μούγκρισε απο το πόνο και τίναξε ενστικτωδώς το καλό του πόδι. Ο Γκαντ έσκυψε κι απέφυγε την κλωτσιά αλλά δεν μπορούσε ν' αποφύγει και το χτύπημα του άλλου άντρα. Τον πέτυχε στο κεφάλι και τον πέταξε έξω απ' την είσοδο της σπηλιάς. Σηκώθηκε και ξαναμπήκε. Ο δεύτερος άντρας στεκόταν προστατευτικά μπροστά απ' τον πληγωμένο, αλλά ο Γκαντ τον έσπρωξε στο πλάι και ξαναγονάτισε. Το πόδι ήταν ίσιο, έτσι ο Γκαντ τοποθέτησε τις φλούδες και τα κλαδιά πάνω στο πόδι και τα έδεσε με τις δερμάτινες λωρίδες. Αδύναμος και απελπισμένος, ο τραυματισμένος δεν του αντιστάθηκε. Ο Γκαντ σηκώθηκε και έδειξε στον σύντροφο του τραυματία πώς να τον κουβαλήσει. Τους βοήθησε για λίγη απόσταση.

Όταν έφυγαν, ο Γκαντ επέστρεψε στο φαγητό του. Ήταν παγωμένο αλλά αισθανόταν χαρούμενος. Είχαν έρθει σ' αυτόν για πρώτη φορά. Μάθαιναν. Πλήγωσε τα δόντια του με το σκληρό κρέας και παραλίγο να πνιγεί με τα σπογγώδη χορταρικά, αλλά διπλωμένος μέσα στη σπηλιά του χαμογελούσε. Είχε υπάρξει περίοδος, πολύ παλιά, που νόμιζε ότι αυτοί οι άνθρωποι θα τον ευγνωμονούσαν για την δουλειά του, ότι θα γινόταν γνωστός με τ' όνομα ο Θεραπευτής. Κι όμως, χρόνια αργότερα, έφτασε να νιώσει ευτυχία που επιτέλους ένας τους είχε έρθει σ' αυτόν, πληγωμένος. Παρ' όλα αυτά, ο Γκαντ τους ήξερε αρκετά καλά και δεν ξεγελιόταν. Γι αυτούς τους ανθρώπους η έννοια της ιατρικής περίθαλψης ήταν εντελώς ξένη και, κατά πάσα πιθανότητα, θα ερχόταν κάποια μέρα που κάποιος από αυτούς θα τον σκότωνε ενώ δούλευε. Αναστέναξε, σήκωσε το ρόπαλό του και βγήκε απ' τη σπηλιά. Ένα μίλι μακριά έμενε κάποιος μ' ένα βαθύ σχίσιμο στη κνήμη του αριστερού του ποδιού, που ο Γκαντ το 'χε καθαρίσει κι αφού το κάλυψε με βρύα το 'χε δέσει σφιχτά με μια δερμάτινη λωρίδα. Ήταν καιρός να ελέγξει την πληγή, έτσι περπάτησε προσεκτικά αυτό το μίλι, έχοντας πάντα στο νου του τα μεγάλα πλάσματα που τριγύριζαν στα δάση. Ο άντρας πελεκούσε κάτι πέτρες μπροστά από τη σπηλιά του κι όταν τον είδε του κούνησε το χέρι και κατένευσε δείχνοντας φιλικά τα δόντια του. Είδε ότι ο άντρας είχε βγάλει τα βρύα και τον επίδεσμο και είχε τρίψει την τεράστια πληγή με κοπριά.

Ο Γκαντ έσκυψε να εξετάσει την πληγή κι αμέσως τον χτύπησε η απαίσια οσμή σαπίλας. Κοντά στο πάνω άκρο της πληγής, κάτω ακριβώς από το γόνατο, υπήρχε μια μάζα από μαύρους, υγρούς ιστούς. Γάγγραινα. Ο Γκαντ ίσιωσε το σώμα του και κοίταξε γύρω του τους άλλους που στέκονταν δίπλα στη σπηλιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να τους δώσει να καταλάβουν τι ήθελε να κάνει, αλλά δεν του έδωσαν και μεγάλη σημασία. Ο Γκαντ επέστρεψε και κοίταζε τον πληγωμένο άντρα, παρατηρώντας ότι οι κινήσεις του εξακολουθούσαν να είναι γρήγορες και συντονισμένες, και ήταν φυσικά το ίδιο μεγαλόσωμος με τους υπόλοιπους. Κούνησε το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να κάνει τον ακρωτηριασμό χωρίς βοήθεια, και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τον βοηθήσουν. Προσπάθησε και πάλι να τους δείξει ότι ο άνδρας θα πέθαινε εάν δεν τον βοηθούσαν, αλλά μάταια. Έφυγε.

Περπάτησε κατά μήκος της άκρης των βράχων, κοιτάζοντας μέσα στις σπηλιές, Σε μια απ' αυτές βρήκε μια γυναίκα με πρησμένο σαγόνι, που πονούσε πολύ. Τον άφησε να κοιτάξει μέσα στο στόμα της, και είδε ένα σάπιο τραπεζίτη. Κάθησε κοντά της και με χειρονομίες προσπάθησε να εξηγήσει ότι αν της έβγαζε το δόντι θα `ταν οδυνηρό στην αρχή, αλλά σύντομα θα καλυτέρευε. Η γυναίκα έδειχνε ότι καταλάβαινε. Ο Γκαντ πήρε ένα φρέσκο κλαδί και το σκάλισε έτσι ώστε η μια του άκρη να 'ναι στοργγυλή. Έπιασε μια πέτρα, διπλή σε μέγεθος απ' τη γροθιά του, τοποθέτησε τη γυναίκα καθιστή με το κεφάλι της ν' ακουμπάει στον μηρό του. Τοποθέτησε την άκρη του κλαδιού χαμηλά πάνω στο ούλο για να 'ναι σίγουρος οτι θα έπιανε τη ρίζα. Προσεχτικά σήκωσε την πέτρα, ξέροντας ότι θα είχε δυνατότητα μόνο για μια προσπάθεια. Κατέβασε την πέτρα με δύναμη κι ένιωσε το δόντι να υποχωρεί, ενώ το αίμα να πετάχτηκε απ' το στόμα της. Η γυναίκα ούρλιαξε και μ' ένα πήδημα ανορθώθηκε κι όρμηξε προς τον Γκαντ, αλλά αυτός πήδηξε μακριά. Ύστερα κάτι τον χτύπησε από πίσω και βρέθηκε καρφωμένος στο έδαφος με δυο άντρες καθισμένους επάνω του, μουγκρίζοντας. Ο ένας του πήρε από τα χέρια το κλαδί και την πέτρα κι έσπασε ένα μπροστίνο δόντι απ' το στόμα του Γκαντ. Μετά τον πέταξαν έξω απ' τη σπηλιά. Ένας απ' τους άντρες στριφογύρισε ένα μπαστούνι, αλλά ο Γκαντ έσκυψε κι εκείνο χτύπησε το βράχο δίπλα στο κεφάλι του. Ο άλλος το `βαλε στα πόδια.

Ο Γκαντ μάζεψε μια χούφτα βρύα από τον τοίχο της σπηλιάς και πλησίασε τη γυναίκα. Στάθηκε μπροστά της, έβαλε μερικά βρύα στην πληγή στο μπροστινό μέρος του στοματός του, κι έσκυψε για να της δείξει ότι η αιμορραγία είχε σταματήσει. Της έδωσε τα βρύα και αυτή πήρε μερικά και τα `βαλε στη κατάλληλη θέση στο στόμα της. Κούνησε το κεφάλι της, ακούμπησε το μπράτσο του και έτριψε το αίμα απ'το σαγόνι της. Βγήκε απ' τη σπηλιά χωρίς να κοιτάξει γύρω του. Κάποια μέρα θα τον σκότωναν. Το σαγόνι του πονούσε τρομερά καθώς προχωρούσε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι και κατευθύνοταν προς το σπίτι του. Δε θα υπήρχαν άλλες στάσεις σήμερα, και έτσι συνέχισε τον γεμάτο ελιγμούς δρόμο του κοντά στα ριζά των βράχων. Ακουσε ήχους δραστηριότητας σε αρκετές από τις σπηλιές, και σε μια απ' τις μεγαλύτερες άκουσε φωνές και ξαναμμένα ουρλιαχτά. Σταμάτησε, αλλά το σαγόνι του πονούσε πάρα πολύ και δεν είχε κουράγιο να πάει μέσα. Ο θόρυβος αυξήθηκε και ο Γκαντ σκέφτηκε ότι ίσως να κομμάτιαζαν κάποιο μεγάλο θήραμα. Ήταν πάντα σ' επιφυλακή για κρέας, έτσι άλλαξε γνώμη και μπήκε. Μέσα, ένα αγόρι σχεδόν στην ηλικία του Νταν ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα κι αγωνιζόταν ν' αναπνεύσει. Το πρόσωπό του ήταν ελαφρώς μπλε, σε κάθε εισπνοή αέρα οι μυς του συσπάζονταν κι η πλάτη του καμπούριαζε στην προσπάθειά του ν' αναπνεύσει. Ο Γκαντ του πίεσε τα πλευρά και άνοιξε να δει το στόμα του. Ο λαιμός του ήταν υπερβολικά πρησμένος, η δίοδος του αέρα σχεδόν κλειστή.

Εξέτασε γρήγορα το αγόρι, αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι τραυματισμού ή αρρώστιας. Ο Γκαντ προβληματίστηκε, αλλά σύντομα έφτασε στο συμπέρασμα ότι το αγόρι θα πρέπει να `χε φάει ή να `χε μασήσει κάποια ουσία στην οποία ήταν ευαίσθητος. Κοίταξε πάλι τον λαιμό. Το πρήξιμο συνεχιζόταν. Το φιλί της ζωής ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί, εξαιτίας του προγναθισμού του αγοριού. Επιβαλλόταν να γίνει τραχειοτομή. Πήγε κοντά στη φωτιά, θρυμμάτισε ένα κομμάτι βράχου και ψαχούλεψε γρήγορα τα κομμάτια. Διάλεξε ένα κοντό κι αιχμηρό και έσκυψε πάνω απ' τ' αγόρι. Ακούμπησε την άκρη του κομματιού πάνω στο δέρμα, ακριβώς κάτω απ' τον λάρυγγα, μέτρησε με τον αντίχειρα και το δείχτη του χεριού του πάνω στην πέτρα μια απόσταση γύρω στα τρία εκατοστά από την αιχμή, και μετά πίεσε με δύναμη προς τα κάτω και μέσα στο λαιμό του παιδιού, μέχρι που ο αντίχειρας και ο δείχτης του μόλις που ακουμπούσαν το δέρμα. Πίσω του άκουσε ήχους πάλης, κοίταξε προς τα κει και είδε κάμποσους ανθρώπους να συγκρατούν μια γυναίκα που κράταγε τσεκούρι. Βεβαιώθηκε πως την κρατούσαν μακριά του, έξω απ' τη σπηλιά προτού ασχοληθεί και πάλι με το παιδί. Στρέφοντας ελαφρά το κομμάτι της πέτρας έκανε ένα άνοιγμα στην τραχεία. Γύρισε το αγόρι στο πλάι για να μην μπει μέσα στο άνοιγμα το ελάχιστο αίμα που έτρεξε. Το αποτέλεσμα ήταν δραματικό. Ο αγώνας του αγοριού σταμάτησε και ο ήχος του αέρα που βγήκε γύρω απ' το κομμάτι της πέτρας ακούστηκε πολύ δυνατός μες στη σιωπηλή σπηλιά. Το αγόρι ξάπλωσε προς τα πίσω, χαλάρωσε κι ανέπνευσε βαθιά. Ακόμα και οι άνθρωποι στη σπηλιά καταλάβαιναν ότι ήταν τώρα πολύ καλύτερα. Μαζεύτηκαν γύρω παρακολουθώντας σιωπηλά, και ο Γκαντ διέκρινε το ενδιαφέρον στα πρόσωπά τους. Η μητέρα του αγοριού δεν είχε γυρίσει ακόμη. Για μισή ώρα ο Γκαντ κάθησε κρατώντας σταθερά το πέτρινο κομμάτι στη θέση που έπρεπε. Το αγόρι κουνήθηκε ανυπόμονα μια - δυο φορές αλλά ο Γκαντ τον καθησύχασε. Οι άνθρωποι επέστρεψαν στις δραστηριότητές τους μέσα στην σπηλιά, και ο Γκαντ κάθησε και περιποιήθηκε τον ασθενή του.

Έσκυψε πάνω από το αγόρι. Ακουγε τον αέρα που άρχιζε να περνάει από τον λαιμό πάλι. Σε 15 λεπτά ο λαιμός του αγοριού ήταν αρκετά ανοιχτός, και ο Γκαντ έβγαλε το πέτρινο κομμάτι με μια γρήγορη κίνηση. Το αγόρι πήγε να σηκωθεί αλλά ο Γκαντ τον κράτησε κάτω και πιέζοντας έκλεισε την πληγή. Έμεινε κλειστή και ο Γκαντ σηκώθηκε. Κανείς δεν έδωσε σημασία όταν έφυγε.
Προχώρησε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι χωρίς να προσέχει τους ήχους που έρχονταν από τις σπηλιές καθώς περνούσε. Παρέκαμψε έναν ογκόλιθο και η σπηλιά του φάνηκε εμπρός του.

Ο ξύλινος φράχτης δεν ήταν σωστά στη θέση του κι όπως όρμησε τρέχοντας στο μισοσκόταδο της σπηλιάς άκουσε γρυλλίσματα και μουγκρητά. Δύο σώματα κυλιόνταν στο έδαφος. Έτρεξε πιο κοντά και είδε ότι η γυναίκα πάλευε με μιαν άλλη, αυλακώνοντας η μια το δέρμα της άλλης με χοντρά, αιχμηρά νύχια, τα μακριά κίτρινα δόντια καθεμιάς να παλεύουν ν' αρπάξουν την αρτηρία του λαιμού της άλλης. Ο Γκαντ τίναξε την φτέρνα του στο πλευρό της γυναίκας, ακριβώς πάνω από το νεφρό. Ο αέρας βγήκε με δύναμη από τα πνευμόνια της και το σώμα της έμεινε ακίνητο. Την άρπαξε από τα μαλλιά, τράβηξε το ασάλευτο κορμί της μακριά από τα δόντια της γυναίκας του κι όρμησε προς την είσοδο της σπηλιάς, σέρνοντάς την πίσω του και την πέταξε έξω, στην πλαγιά του βράχου. Γύρισε και έπιασε τη γυναίκα του που ορμούσε ξοπίσω της. Εκείνη πάλεψε μαζί του, θέλοντας να κυνηγήσει τη γυναίκα στην πλαγιά και μόνο όταν η μανία της να σκοτώσει φάνηκε να ατονεί κατάφερε να την τραβήξει με τη βία στο εσωτερικό της σπηλιάς. Μόλις βρέθηκαν μέσα σταμάτησε να παλεύει μαζί του. Πήγε και γονάτισε πάνω από κάτι που βρισκόταν στο έδαφος δίπλα στο κρεβάτι. Ήταν ο Νταν και ήταν νεκρός. Του είχαν συντρίψει το κεφάλι. Ο Γκαντ ούρλιαξε και στηρίχτηκε στον τοίχο. Γονάτισε και αγκάλιασε το ακόμα ζεστό σώμα του Νταν, σπρώχνοντας μακριά τη γυναίκα του. Πίεσε το πρόσωπό του στον λαιμό του αγοριού και σκέφτηκε τα χρόνια που λογάριαζε ν' αφιερώσει διδάσκοντας στον Νταν την τέχνη της θεραπείας. Ενιωσε ένα δυνατό σκούντημα στον ώμο του και κοίταξε προς τα πάνω. Ήταν η γυναίκα του, που τον χτυπούσε στον ώμο, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει. Μετά θυμήθηκε τη γυναίκα που είχε σκοτώσει το γιό του.

Έτρεξε έξω από τη σπηλιά και κοίταξε την πλαγιά προς τα κάτω. Δεν ήταν εκεί αλλά έπιασε μια κίνηση στο χαλικόστρωτο μονόπατι, έξω απ' τις σπηλιές και την είδε να πηγαίνει παραπατώντας προς τη σπηλιά της. Αρχισε να τρέχει πίσω της αλλά σταμάτησε. Ο θυμός του είχε φύγει και δεν ένιωθε τίποτα πέρα από μια τρομερή αίσθηση κενού. Γύρισε πίσω στη σπηλιά και στο πτώμα του Νταν. Μέσα στο δάσος έσκαψε με κόπο ένα βαθύ λάκκο. Ένιωθε μουδιασμένος καθώς έσκαβε, αλλά όταν τελείωσε κι έσυρε μια μεγάλη πέτρα πάνω απ' τον τάφο, γονάτισε κοντά του και έκλαψε. Έπειτα ακολούθησε την κοίτη ενός ρέματος μέχρι που έφτασε σε μια μεγάλη πλατφόρμα απο στέρεο βράχο. Στην άκρη της πέτρινης πλατφόρμας, εκεί οπου ο πέτρινος τοίχος άρχιζε να ενώνεται με τα βράχια από πάνω, μισοκρυμένα απ' τη βλάστηση, ήταν τα συντρίμμια. Τα κοίταζε και θυμήθηκε πάλι εκείνη την ημέρα πριν δέκα χρόνια. Εδώ, στην τοποθεσία του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, στο κολλέγιο Παρκ, εδώ άρχισε και εδώ τελείωσε. Αλλά ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος υπήρχε μια διαφορά μισού εκατομμυρίου ετών. Κάποτε, όταν κοίταζε τα συντρίμμια, τον έπαιρναν τα δάκρυα, αλλά όχι πια. Υπήρχε δουλειά που έπρεπε να γίνει εδώ και ήταν ο μόνος που μπορούσε να τη κάνει. Κατέβασε το κεφάλι του και πήρε τον ανηφορικό δρόμο για τη σπηλιά του. Θα έβρισκε κρύο κρέας με χόρτα εκεί, και μια γυναίκα, και ίσως στο μέλλον έβρισκε κι έναν αλλο γιο. Και αυτή τη μέρα, για πρώτη φορά, ένας τραυματίας είχε έρθει να τον δει.

Ο Τεντ Τόμας είναι ένας μεγαλόσωμος άνθρωπος που κινείται με προσοχή ανάμεσα στους μικρότερους. Στο Β' Παγκόσμιο υπηρέτησε στους Αλπινιστές, έχει πτυχίο Χημικού Μηχανικού και Νομικής και, μεταξύ άλλων, γράφει. Όλα τα μυθιστοριογραφήματα είναι ψέμματα, εξ ορισμού. Το πιο δύσκολο για έναν συγγραφέα είναι να κάνει τις ιστορίες του αληθινές. Εδώ έχουμε μια ιστορία για τον ηρωισμό ενός ανθρώπου χαμένου στο παρελθόν. Θα σας μείνει αξέχαστη, γιατί λέει την αλήθεια.

Damon Knight