Δέσποινα Βούλγαρη Graham
H συγγραφέας εντάσσει αυτό το πολύ ζωντανό διήγημα στη σειρά Ιστορίες του Γκέτο.
Η ΝΑΤΑΛΥ ΚΟΙΤΑΞΕ στη βιτρίνα για άλλη μια φορά
εκστασιασμένη τη γιγαντιαία μώβ πεταλούδα.
Τέτοια μεγάλη πεταλούδα, δεν είχε ξαναδεί ποτέ
στη ζωή της.
Αυτός που την έφτιαξε, θα είχε μεγάλη
φαντασία, σκέφτηκε.
Τα φτερά της ανοιγόκλειναν, σα να ήταν αληθινά. Οι
βούλες της,με την κίνηση, άλλαζαν συνεχώς
χρώματα, από κόκκινες γινόντουσαν κίτρινες, και
από κίτρινες μπλέ. Οι φωσφορίζουσες νηματοειδείς
της κεραίες ήταν από ένα διάφανο υλικό, κι όπως
κουνιόντουσαν δεξιά κι αριστερά την κάνανε να
μοιάζει ακόμα πιο αληθινή.
Πρέπει να είναι αντιγραφή του είδους APATURA
ILIA ..ή VANESSA ATALANTA, ψιθύρισε.
Παρόλο που η Νάταλυ είχε να πάει σχολείο εδώ και
πολύ καιρό ήξερε τα πάντα για τις πεταλούδες.
Πριν πέντε χρόνια είχε δει πολλές σε μια έκθεση
που η γιαγιά Λίζ την είχε πάει στο Λοχ-Γκίπχεντ.
Ήταν όμως όλες καρφιτσωμένες και καδρωμένες. Και
ήταν κι όλοι αυτοί οι πλούσιοι σκωτζέζοι
χωριάτες με τα λαδωμένα μπουφάν Μπάρμπερ που τις
είχαν απαγάγει με άγριο τρόπο από τη ζούγκλα του
Μπουρούντι, στο τελευταίο τους σαφάρι.
Αναψοκοκκινισμένοι περιέγραφαν λεπτομερώς, κάθε
σκηνή απαγωγής. Ειδικά αυτός ο κύριος Μακ
Κουώρτερ. Αυτός πρέπει να ήταν ο μεγαλύτερος
δολοφόνος πεταλούδων. Η Νάταλυ θυμήθηκε πως
περιέγραφε τη σκηνή που έσπασε το πόδι του σε ένα
βαθύ ρυάκι, τη στιγμή που πήγε να απαγάγει μια PAPILIO
NIREUS, την ώρα που ρουφούσε το Νέκταρ από ένα
νερολούλουδο. Και θα έμενε για πάντα εκεί ο
κύριος Μακ Κουώρτερ αν δεν περνούσαν τυχαία οι
Ρόμπερτσονς με το Λαντ-Ρόβερ τους να τον
μαζέψουν.
« Και νάτη, αυτή εδώ είναι η νύμφη που πήγε να
μου πάρει τη ζωή » είπε γελώντας βάρβαρα,
βρωμοκοπώντας ουίσκι, και όλοι γέλασαν με το
χοντροκομμένο αστείο του κου Μακ Κουώρτερ, ακόμα
και η γιαγιά Λίζ.
'Ηταν αηδιαστικό, μονολόγησε η Νάταλυ. Τώρα που
το σκεφτόταν, ήταν πολύ καλύτερα να ζεις στο
Χιούλμ απ' ότι στο Λοχ-Γκίπχεντ.
Η πεταλούδα της βιτρίνας ήταν μια ψεύτικη
πεταλούδα, δεν ήταν όμως πεθαμένη, και οι
άνθρωποι θα μπορούσαν να φτιάχνουν πολλά όμορφα
πράγματα, χωρίς να σκοτώνουν τα αληθινά.
Και θα μπορούσαν να τα φτιάχνουν μεγαλύτερα, και
με πιο πολλά χρώματα .
Δειλά - δειλά ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες των
Λιούισες. Εκεί, στο δεύτερο όροφο, σε ένα
γιγαντιαίο παράρτημα παιχνιδιών, ήταν ο θρόνος
της APATURA ILIA, που υπερήφανη καθόταν στο ροζ,
διαφανές της βάθρο. Η Νάταλυ την κοιτούσε
μαγεμένη... Κάθε κίνηση των διαφανών φτερούγων
της, που ήταν φτιαγμένες από μικρά εύθραυστα
λέπια, συνοδευόταν από ένα λεπτό ηλεκτρικό ήχο. Η
πεταλούδα της τραγουδούσε το πιο όμορφο τραγούδι
που είχε ακούσει ποτέ.
«Παλιοκόριτσο, δεν είπαμε να μην ξαναπατήσεις
εδώ; Εσύ δεν είσαι που έκλεψες τα επιτραπέζια
μαζί μ' εκείνον τον μαύρο αλήτη την προηγούμενη
εβδομάδα;» Το κορίτσι φοβισμένο έτρεξε προς τις
κυλιόμενες σκάλες. Επαρμένη από την πεταλούδα
ξέχασε την παρουσία του φριχτού Σεκιούριτυ
γκάρντ που την κυνήγησε μέχρι τη γωνία .
«ΧΑΖΟΒΙΟΛΑ... εδώ μας πιάσαν δύο φορές ... Δεν σου
είπα να μην ξαναμπείς εκεί μέσα; Θέλεις πάλι να
μας τρέχουνε σε μπάτσους και κοινωνικούς
λειτουργούς; Αμα το μάθει η μάνα σου θα τα βάλει
πάλι μαζί μου ... αλλά τα κορίτσια ...
ενθουσιάζονται πάντα μ' αυτό που βλέπουν και ποτέ
δε σκέφτονται το κόστος...»
Η Νάταλυ πάντα άκουγε τον Τζόυ. Ήταν ο πιο έξυπνος
απ' όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Στο Χιούλμ όλα
τα παιδιά τον φοβόντουσαν και τον σεβόντουσαν.
Εκείνος μόνο τον πατριό του έτρεμε... Τα
τσιρίγματα, οι απειλές και οι υστερίες της
μητέρας του, δεν συμμόρφωναν τον μικρό Τζόυ. Και
μπροστά στον Ληρόυ... ειδικά από την ημέρα που
αποφυλακίστηκε από το Στρέϊντζ - Γουέις έγινε
ακόμα πιο βίαιος και επιθετικός.
«Θα φταίνε όλες αυτές οι χαλασμένες κονσέρβες
που τους δίνουν και τρώνε εκεί μέσα.. τα μάτια του
είναι μονίμως κόκκινα και πρησμένα και πέφτει
και λαγοκοιμάται με τις ώρες... και έτσι όπως
είναι ξαπλωμένος με τα μάτια μισόκλειστα
φαίνεται αυτό το φοβερό ασπράδι των ματιών του,
και δεν τολμάω να κουνηθώ.. την προηγούμενη φορά
νόμιζα πως κοιμόταν και γλίστρησα στην κουζίνα
να πάρω πενήντα πέννες από το πορτοφόλι της μάνας
μου και ξαφνικά τον βλέπω να στέκεται από πάνω
μου...
» Ο μεγάλος έξυπνος γάτος έπιασε το μικρό χαζό
ποντίκι... είπε και γέλασε με αυτό το φοβερό του
γέλιο που προμήνυε καταστροφή και έκανε τα
τζάμια να τρίζουν...
» Έφαγα το ξύλο της ζωής μου, και είπε ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που έβαλα το χέρι μου στο πορτοφόλι, και ότι αν συνεχίσω να δημιουργώ προβλήματα θα με ξαναστείλει σ' αυτό το φριχτό αναμορφωτήριο των Γκόρντονς. Και χίλιες φορές με τον Ληρόυ παρά με τις γριές μάγισσες των Γκόρντονς. Ξέρεις ...» συνέχισε σκεφτικό το αγόρι « πριν πάει φυλακή και είχε τις καλές του, με πήγαινε στο Μπιούλχιλ και παίζαμε ποδόσφαιρο στη βροχή με τις ώρες... γυρνάγαμε μούσκεμα και η μάνα μου του 'βαζε τις φωνές γιατί φοβόταν μην κρυώσω, και αυτός της έλεγε ότι τα αγόρια του Κίνγκστον δεν αρρωσταίνουν ποτέ και έχουν εννέα ψυχές. Μάλιστα, παραμονές Χριστουγέννων, μου έφερε ένα ποδήλατο, που το αντάλλαξα με τον Τζόκ για κάτι Κίμπορντς. Μόλις τα είδε θύμωσε, μου είπε ότι δεν αξίζουν δεκάρα και ότι ήταν η τελευταία φορά που μου αγόρασε κάτι.
» Μα πού να οδηγήσεις ένα μάουνταιν μπάικ στο
Χιούλμ; Δεν έχει, κανένα ενδιαφέρον... εδώ είναι
όλο τσιμέντο, τούνελ και βαρετές ευθείες... άσε
που άμα το αφήσεις ξεκλείδωτο για ένα λεπτό θα
σου το κλέψουν. Ενώ με τα Κίμπορντς του Τζόκ
έπαιξα τόσο πολύ μέχρι που τα χάλασα...
» Όμως το μικρό ποντίκι μπορεί να κλέβει λίγο
φαγητό από τον γάτο όταν αυτός γυρίσει την πλάτη
του...» είπε με υπερηφάνεια ο Τζόυ βγάζοντας από
την τσέπη του μια πλαστική σακουλίτσα.
« Τι είναι αυτό;» ρώτησε με απορία η Νάταλυ. «
Μοιάζει με καφέ μικρές πέτρες» .
« Σωστά...» απάντησε ο Τζόυ « ... μικρές καφέ
πέτρες... αυτές τι πέτρες παίρνει ο Ληρόυ κι είναι
πιο δυνατός απ' όλους... Τον είδα απ' την
κλειδαρότρυπα... κλείνεται στην κουζίνα, παίρνει
ένα αλουμινόχαρτο, βάζει τις καφέ πέτρες και από
κάτω τις καίει μ' έναν αναπτήρα...Μετά βγάζει ένα
δεκάλιρο, το κάνει καλαμάκι, και ρουφάει τον
καπνό...
» Ήταν κι ο αδελφός του Τζόυ, ο Μπλίνκυ, μαζί του
και αυτό το παιχνίδι το έλεγαν "το κυνήγι του
Δράκου".
» Κυνήγα το δράκο, Μπλίνκυ, του 'λεγε, κυνήγα
το δράκο... και ο Μπλίνκυ ίδρωνε και τα μάτια του
έκλειναν με ευφορία κι ο Ληρόυ κυνηγούσε το δράκο
με μεγαλύτερη δύναμη σαν να μην τον φοβόταν
καθόλου, σαν να τον κατάπινε ολόκληρο...»
« Φοβάμαι τους δράκους...» είπε η Νάταλυ. « Εμένα
μου αρέσουν μόνο οι πεταλούδες ...»
« Νομίζεις χαζή ότι μόνο δράκους θα κυνηγούσαν;
Δράκοι, πεταλούδες, νεράϊδες και ξωτικά είναι ο
ίδιος κόσμος... Λοιπόν εγώ θα κυνηγήσω τους
δράκους, κι εσύ τις πεταλούδες... είσαι;»
« Κι αν ο Ληρόυ ανακαλύψει κακομοίρη μου ότι του
'κλεψες τους δράκους και τις πεταλούδες του, θα
μας στείλουν και τους δύο στους Γκόρντονς. Ασε
που πρώτα θα με μαυρίσει στο ξύλο...»
« Αηδίες... δεν πρόκειται να το ανακαλύψει ποτέ...
Ξέρεις πόσες πέτρες έχει κρυμμένες πίσω από το
ψυγείο; Με δυό τρείς που θα λείψουν δεν πρόκειται
ποτέ να το πάρει χαμπάρι...»
ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ απόγευμα στο Χιούλμ, μια από τις σπάνιες φορές που ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Και στο βάθος του ορίζοντα τα σύννεφα άλλαζαν σχήματα με φοβερή ταχύτητα. Αιθέριοι πολεμιστές και φλεγόμενες νεράιδες συνουσιαζόντουσαν πάνω στην πύρινη θάλασσα του ουρανού και ο ήλιος βυθίζοταν μέσα στα βρώμικα νερά των καναλιών του γκέττο κάνοντάς τα να φαίνονται καθαρά. Δυό μελαμψοί τύποι έγραφαν με σπρέυ στον τοίχο του νεκροταφείου
"ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΤΕ ΤΟΝ ΒΙΡΑΖ ΜΕΝΤΙΣ"
« Ποιός είναι αυτός;» ρώτησε η Νάταλυ.
« Ένας βλάκας Ινδός που τον κρύβουν εδώ για
κάποιο λόγο. Προχθές τον είχαν κρύψει στην
εκκλησία κοντά στο Πρίσινγκ. Η μάνα μου με τον
Αρνι του πήγαν φαγητό και κουβέρτες. Είχαν
κλειδώσει τις πόρτες της εκκλησίας και ήταν όλο
το Χιούλμ εκεί· λευκοί, μαύροι, ινδοί, κινέζοι ...
μετά ο Βιράζ βγήκε από το βάθος με μια άσπρη
κελεμπία, και έλεγε διάφορές ανοησίες, περί
ρατσισμού, πολιτικής και θρησκείας. Όλοι, τον
άκουγαν με προσοχή, η μάνα μου δάκρυσε, εγώ πάντως
δεν κατάλαβα λέξη» .
«Πρέπει να είναι σπουδαίος άνθρωπος...»
απάντησε το κορίτσι.
«Ανοησίες... αν ήταν έξυπνος δε θα φορούσε αυτήν
την ηλίθια κελεμπία» .
«Όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι φορούσαν
κελεμπίες... Και ο Ιησούς Χριστός και ο Βούδας, και
ο Μαχάτμα Γκάντι...»
«Ο Ιησούς Χριστός και ο Βούδας έζησαν σε άλλη
εποχή.. αν ζούσαν σήμερα θα φορούσαν Μάρτινς, Νάικ
και κουκούλες. Ο Γκάντι κράτησε τις παραδόσεις..
και αυτό τον έφαγε. Δεν μπορείς να πολεμήσεις με
κελεμπίες.. θυμάσαι την προηγούμενη εβδομάδα
αυτούς τους νεοναζί που σπάσαν το σπίτι του
Κουμάρ και παραλίγο να σκότωναν τον πατέρα του;
Αν δεν έμπαινε ο Μπλίνκυ να τους λιώσει με τις
μπότες του, θα ήταν ήδη νεκρός.. από εκείνη την
ημέρα, κανένας στο σπίτι του Κουμάρ δεν
ξαναφόρεσε κελεμπία...»
«Μπορεί να βοήθησαν και όλοι αυτοί οι δράκοι που καταπίνει μαζί με τον Ληρόυ...» είπε με αφέλεια η Νάταλυ. «Αν τους καταπιούμε κι εμείς κανένας δε θα μας πειράζει. Θα είμαστε πιο δυνατοί απ' όλους, και δε θα φοβόμαστε ούτε τους ανθρώπους των Γκόρντονς ούτε και τον Σεκιούριτυ Γκάρντ των Λιούισες» .
Ο ήλιος έπεφτε, και μικρά χρωματιστά φωτάκια άναβαν ένα - ένα, πίσω από τα θολά τζάμια των ετοιμόρροπων διαμερισμάτων του Χούλμ. Δύο λευκά αγόρια καθόντουσαν στο παγκάκι της εκκλησίας και κάτι μύριζαν, μέσα σε μια πλαστική σακκούλα. Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκαν παραπατώντας και άρχισαν να βρίζουν ο ένας τον άλλον μέχρι που εξαφανίστηκαν στην υπόγεια διάβαση.
« Εδώ νομίζω ότι είναι το πιό κατάλληλο μέρος
για να κυνηγήσουμε το δράκο...» είπε ο Τζόυ. «
Κανένας δεν περνάει από δω αυτήν την ώρα» .
Η εκκλησία αυτή δεν ανοίγει ποτέ... κι όποιος
πλησιάζει, φαίνεται από μακριά» .
Έβγαλε από την τσέπη του το σακουλάκι με τις καφέ
πέτρες, το αλουμινόχαρτο και τον αναπτήρα. Θα
ακολουθούσε βήμα προς βήμα την τεχνική του
Ληρόυ...
«Εσύ πρώτος, για να δω...»
Ο μικρός, με προσποιητή άνεση, έκαιγε προσεχτικά
τις καφέ πέτρες.
Ο καπνός τους ήταν πικρός και του έκαιγε το λαιμό,
αλλά η αγορίστική του υπερηφάνεια, τον έκανε να
κρατηθεί. Δεν ήθελε να χαλάσει την εικόνα του
δυνατού που είχε γι' αυτόν το κορίτσι.
«Και τώρα η σειρά σου...» είπε με πνιγμένη φωνή.
Η Νάταλυ τον μιμήθηκε.
«... νομίζω ότι θα κάνω εμετό... δεν βλέπω κανένα
δράκο...»
«Περίμενε και θα δεις, Νάταλυ, θα δεις...»
Πριν προλάβουν να πουν οτιδήποτε, εκατοντάδες
δράκοι ξεπρόβαλαν από τα τελευταία σύννεφα του
ορίζοντα, σαν κι αυτούς που είχε το κιμονό της
κυρίας Κούϊ-Φούϊ που έμενε στο δίπλα διαμέρισμα.
Δράκοι με πύρινες γλώσσες και γιγαντιαίες ουρές,
είχαν περιτριγυρίσει την εκκλησία, που τώρα
έμοιαζε σαν υποχθόνιο παλάτι, και στριφογύριζαν
στα πόδια του Τζόυ και της Νάταλυ. Η ανάσα τους
έκαιγε, και μύριζε θειάφι...
«Διώξ' τους, Τζόυ, εσύ που είσαι δυνατός...
διώξ' τους...»
«Δεν μπορώ... είναι πολλοί... είναι πολλοί... »
φώναξε τρομαγμένο το αγόρι.
«Εσύ είσαι ο πιό δυνατός απ' όλους... διώξτους...»
Και ξαφνικά ο Τζόυ θυμήθηκε το πρόσωπο του όταν
τους κυνηγούσε, θύμωσε με τους δράκους, άρπαζε
τις ουρές τους και, με τιτανική δύναμη, τους
εκσφενδόνιζε στο σύμπαν, και τα σπίτια του Χιουλμ
μοιάζαν πύργοι επειπωμένοι με υπόγεια ανάκτορα.
«Είστε αέρας...» φώναζε « είστε μόνο αέρας...» Και
αυτοί φοβισμένοι εξατμιζόντουσαν πριν καν τους
ακουμπήσει.
«Τζόυ, κοίτα ψηλά...» ψιθύρισε με έκσταση το κορίτσι. Μια παράξενη μουσική ακουγόταν, λες και χιλιάδες λεπτοί κρύσταλλοι ακουμπούσαν ο ένας τον άλλον. Χορδές φωτός πεταγόντουσαν από παντού, λες και ξαναξημέρωνε. Ο ουρανός έβρεχε χρυσαλίδες που σε κλάσματα δευτερολέπτου μεταμορφώνονταν σε πεταλούδες. Εκατομμύρια πολύχρωμες μεμβρανοειδείς φτερούγες πετούσαν παντού, και κάθε τους κίνηση άφηνε φωσφορίζοντες σπινθήρες. Ξαφνικά όλες συσπειρώθηκαν σ' έναν κύκλο σαν να περίμεναν κάτι.
«Το ήξερα ότι θα σ' έβλεπα, το ήξερα» φώναξε το
κορίτσι ενθουσιασμένο.
Ο κύκλος άνοιξε, και μέσα από αυτόν, ξεπρόβαλε η
βασίλισσα όλων.
« APATURA ILIA, η ομορφότερη και μεγαλύτερη απ' όλες...»
« APATURA ILIA, η Αθάνατη» ψιθύρισε κι ο Τζόυ.
«ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟΠΡΑΓΜΑ είναι δυναμίτης ...» είπε ο
Μπλίνκυ στον Ληρόυ, κοιτάζοντας από το παράθυρο
της κουζίνας «...τώρα τελευταία έχω πολλές
παραισθήσεις... μόλις μου φάνηκε ότι είδα μια
γιγαντιαία πεταλούδα να περνάει απ' έξω και πάνω
της ήταν η Νάταλυ της Σούζαν και ο μικρός».
«Χρειάζεται ένα διάλειμμα, μεγάλε Μπλίνκυ» είπε ο Ληρόυ, και γέλασε μ' αυτό το φοβερό γέλιο που έκανε τα τζάμια να τρίζουν.