
Joanna Russ
Innocence (1975)
Μετάφραση: Εριφύλλη Σαββίδου
Πρέπει να είμαι η τελευταία σ' αυτόν τον κόσμο,
γιατί κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει.
Για παράδειγμα, αυτός ο Ζίγκφριντ, μου φαίνεται
κάπως έτσι τον έλεγαν. Απ' όταν γεννήθηκε,
ασχολιόταν μονάχα με γεγονότα, κι ήταν πολύ
περήφανος γι αυτό. Ήταν μεγαλόσωμος, λευκόσαρκος
κι οδηγούσε τον κόσμο εδώ κι εκεί αν άμεσα στ'
άστρα. Εγώ ήμουν επιβάτης, τίποτ' άλλο, και μαύρη
στο χρώμα της ελιάς, αλλά ήταν ευγενικός μαζί μου
και δεν με πείραζε γι αυτό. Με πήγε στην αίθουσα
των μηχανικών και μου έδειξε τον πίνακα ελέγχου,
αστραφτερό ανάμεσα στους γκρίζους τοίχους με
τους μεγάλους καταλόγους και τα φινιστρίνια
ολόγυρα, απ' όπου παρακολουθούσες τ' άστρα. Μου
είπε τι αγαθή που ήμουνα και ήταν κρίμα να μ'
αφήνουνε μονάχη εδώ πέρα. Μ' αδικούσε όμως.
Απλώς, αδιαφορούσα.
«Τι ξέρεις εσύ;» μου είπε, και μόλις του
απάντησα πως ξέρω ιστορίες, γέλασε. Γέλασε
δυνατά, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι, έτσι που τα
μαλλιά του γυάλισαν στο φώς της λάμπας. Χαμήλωσα
το δικό μου και χαμογέλασα ντροπαλά.
«Ιστορίες, ε; Τότε πρέπει να μου τις πεις» .
Έτσι άρχισα να του λέω για την υπέροχη λευκή πολιτεία, που δε θυμόμουν τ' όνομά της. Που είναι γεμάτη λοφάκια με γκαζόν γύρω από συντριβάνια που οι πίδακές τους στραφτοκοπούν κρυστάλλινοι ως τα ουράνια. Κι από τους λόφους κάθε χρόνο ξεκινάνε λιτανείες με χρυσοκόκκινες αμφιέσεις για να καλέσουνε στην πόλη τα χελιδόνια.
Ήταν βέβαια μια ιστορία της φαντασίας μου, αλλά
την άκουγε με προσοχή, κι όταν τελείωσα με ρώτησε:
«Σε βιβλίο τα διάβασες αυτά;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
«Ε, τότε πρέπει να έχεις πάει εκεί» .
«Όχι, βέβαια» απάντησα.
Ξαναγύρισε ν' ακούσει κι άλλα για την πόλη της
φαντασίας μου. Ύστερα είπε « Θα είναι στο
παρελθόν. Ποτέ δεν είδα τέτοιο μέρος, κι έχω
γυρίσει όλο το Γαλαξία. Θα ήταν το πολύ μερικές
χιλιετίες πριν » .
«Αυτή η πόλη υπάρχει ακόμη» είπα « αλλά είναι
πολύ παλιά, δέκα δισεκατομμυρίων χρόνων, το ξέρω
καλά αυτό» .
«Αδύνατον» είπε απότομα, αλλά δεν ήθελε να το
εξηγήσει. Μάλλον δε θα
καταλάβαινα, είπε. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά. Την
τρίτη φορά ήρθε με μια
καινούρια ιδέα.
«Μάλλον έχεις ξεχάσει πού βρίσκεται» είπε
αποφασιστικά. «Το μυαλό σου δεν κρατάει στοιχεία.
Για κάνε τώρα μια προσπάθεια να θυμηθείς» .
Βέβαια, αυτό δε γινόταν κι έτσι αi αγκάστηκε να
περιοριστεί σε άλλες ερωτήσεις για τηi πόλη εκτός
απ' το πού βρισκόταν και ποιο ήταν τ' όνομά της.
«Κάπου θα είναι κρυμμένη» μουρμούριζε θυμωμένος,
δίνοντας και μια κλωτσιά στην τεχνητή φωτιά,
μπροστά μας. «Προφανώς σε κάποιο ανεξερεύνητο
μέρος- σίγουρα πρωτόγονο- πρέπει να θυμηθείς» .
Ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Του είπα πως εκεί έχει
αληθινές φωτιές, με κίτρινες φλόγες, που τις
έχουν για ομορφιά, να δείχνουν διάφανες πάνω στην
πέτρα. Αναστατώθηκε· βάδιζε αφηρημένα πάνω-κάτω,
φωνάζοντάς μου, ανόητη, ανόητη, το μυαλό σου δεν
κρατάει ούτε ένα στοιχείο. Εκείνου δεν κρατούσε
και τίποτ' άλλο.
Μετά στράφηκε προς το μέρος μου, φουντωμένος, κι
άρχισε να με ρωτά για οικονομία, πληθυσμό και
τέτοια.
«Τι δουλειά κάνουν;» είπε.
«Γιατί να δουλέψουν;» απάντησα. «Ασχολούνται
μονάχα με τη χρυσοχοϊα, τη μαγεία και άλλα
παρόμοια» . Ήθελα απλώς να είμαι ευχάριστη.
«Θέλω να πάω σ' αυτόν τον τόπο» είπε. «Κάπου θα
έχεις δει φωτογραφίες. Ποτέ μου δεν πήγα σε
τέτοιο μέρος και θέλω να το επισκεφτώ» .
Ύστερα: «Ξέρεις πού είναι» με κατηγόρησε. «Ξέρεις
και δε μου το λες. Μπορεί να φοβάσαι ότι θα φέρω κι
άλλους και θα το καταστρέψω, όμως γελιέσαι. Κάτι
ξέρω κι εγώ απ' αυτά. Οφείλεις να μου πεις πού
βρίσκεται γιατί δε θα ησυχάσω αν δεν το βρω.
Σκέφτομαι ν' αγοράσω ένα πλοίο- μικρό βέβαια-
δεν είναι και τόσο ακριβά, ξέρεις- και να πάω.
Είναι τόσο αλλιώτικη αυτή η πολιτεία - θα ήθελα
να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου εκεί. Χωρίς να ξέρω
γιατί, πιστεύω πως εκεί μπορώ να μείνω» .
«Έλα, επιτέλους, σύνελθε!» είπα. Εκείνος κοίταζε
το ταβάνι· μ' έκανε να νιώθω αμηχανία.
«Να σου πω κάτι» μου είπε χαμηλόφωνα «μου
φαίνεται πως εκεί δε θα πέθαινα. Έτσι νιώθω. Είδες
τι μου έκανες;»
«Μα δεν υπάρχει τέτοια πόλη πουθενά» του είπα. «
Όλα τα 'βγαλα απ' το μυαλό μου, τα πάντα. Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα» .
«Τα ξέχασες όλα» είπε « γιατί είσαι χαζή. Εγώ όμως
θα αγοράσω ένα πλοίο και θα ταξιδέψω παντού,
ώσπου να βρω αυτόν τον τόπο. Γιατί εγώ δεν είμαι
χαζός και θα τον βρω» κι έφυγε απ' το δωμάτιο,
έχοντας πάρει την απόφασή του.
Και το εννοούσε, μάλιστα· ο ανόητος ήρωας είναι ακόμα εκεί έξω, κάπου ανάμεσα στον Αντάρες και στον Ντενέμπ, ή δεν ξέρω πού- δεν υπάρχει λογική στον κόσμο. Πρέπει να είμαι σίγουρα η τελευταία γιατί κανείς πέρα από μένα δεν καταλαβαίνει.
Αγαθιάρηδες! Όλο το σύμπαν είναι γεμάτο από δαύτους.