![]() |
Φώς απο άλλους Καιρούς |
Bob Shaw
Light of Other Days (1966)
Μετάφραση: Γιώργος Γούλας
Aφήνοντας πίσω μας το χωριό ακολουθήσαμε τις στροφές του δρόμου, που μας πηγαίνανε το στομάχι πέρα δώθε, ολόισια μέσα στη χώρα του αργού γυαλιού.
Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου καμιά απ' αυτές τις φάρμες και μου φανήκανε στην αρχή κομμάτι αλλόκοτες - με το συναίσθημα να ενισχύεται από τη φαντασία και την περίσταση. Νιώθαμε την άνετη ώθηση της τουρμπίνας του αυτοκινήτου στον υγρό αέρα, και μας φαινόταν σα να κινούμαστε πάνω στ' ατέλειωτα φιδογυρίσματα του δρόμου μέσα σε απόλυτη υπερφυσική σιωπή. Το βουνό στα δεξιά μας καταστάλαζε και φιλτραριζόταν σε απίστευτα τέλεια κοιλάδα με άχρονα πεύκα, κι απ' άκρη σ' άκρη τα πελώρια πλαίσια από αργό γυαλί ρουφάγανε φως. Οι σποραδικές αναλαμπές της απογευματινής αντηλιάς στα υποστηλώματά τους δημιουργούσαν μια ψευδαίσθηση κίνησης, αν και στην παραγματικότητα ο κορνιζότοπος ήταν παντέρημος. Σειρές επί σειρών από παράθυρα στέκονταν ακίνητα στη λοφοπλαγιά, αγναντεύοντας την κοιλάδα, χωρίς να τα ενοχλεί κανείς παρά μόνο κατανυχτίς που πήγαιναν να τα καθαρίσουν - όταν η ανθρώπινη παρουσία δεν εμπόδιζε πια το διψασμένο γυαλί.
Πραγματική μαγεία, αλλά η Σελίνα κι εγώ δεν είπαμε κουβέντα. Μου φαίνεται το μίσος που νιώθαμε ο ένας για τον άλλον ήταν τόσο ατόφιο που διστάζαμε να το μολύνουμε εισάγοντας στο συναισθηματικό μας πλέγμα νέες παραμέτρους. Συνειδητοποιούσα όλο και πιο πολύ πως η εκδρομή ήταν εξ αρχής ηλίθια έμπνευση. Είχα την ελπίδα να λειτουργήσει σαν πανάκεια αλλά, φυσικά, δε γινότανε να αποτρέψει την εγκυμοσύνη της Σελίνας και, το χειρότερο, ούτε ν' αποτρέψει την οργή της γι αυτή την εγκυμοσύνη.
Στην προσπάθειά μας να δικαιολογήσουμε την
απόγνωση που μας προκάλεσε το γεγονός,
οδηγηθήκαμε στη συνηθισμένη
επιχειρηματολογία καταλήγοντας στην παραδοχή
ότι ναι, θέλαμε να κάνουμε παιδιά - αλλά
αργότερα, στην ώρα τους. Η εγκυμοσύνη της Σελίνας
μας στοίχισε τη δουλειά της - και το σεβαστό μισθό
της, καθώς και το καινούριο σπίτι που παζαρεύαμε,
το οποίο, με το εισόδημά μου από την ποίηση, ήταν
απλησίαστο. Μα η πραγματική πηγή της ενόχλησής
μας ήταν το γεγονός ότι αντικρύζαμε πλέον
καταπρόσωπα την αναμφισβήτητη αλήθεια ότι όλοι
εκείνοι που λένε πως θέλουν να κάνουν παιδιά
αργότερα εννοούν πάντα ότι δε θέλουν να κάνουν
ποτέ. Τα νεύρα μας τα τσιγκλούσε πιεστικά η γνώση
ότι κι εμείς, που τόσο θέλαμε να βλέπουμε τους
εαυτούς μας μοναδικούς, πέσαμε στην ίδια κι
απαράλλαχτη βιολογική παγίδα που πέφτουν όλα τα
ανόητα πλάσματα από την αρχή του χρόνου.
Ο δρόμος μας έφερε στις νότιες πλαγιές των Μπεν
Κρουαχάν ώσπου αρχίσαμε να πιάνουμε φευγαλέες
ανταύγιες από το γκρίζο Ατλαντικό, μπροστά μας.
Με το που έκοψα ταχύτητα για να ρουφήξω καλύτερα
τη θέα παρατήρησα μια πινακίδα καρφωμένη στο
κολωνάκι μιας πύλης. Έγραφε:
ΑΡΓΟ ΓΥΑΛΙ
Υψηλή Ποιότητα - Χαμηλές Τιμές
Τ. Ρ. Χάγκαν
Από μια ξαφνική παρόρμηση σταμάτησα στην άκρη,
μορφάζοντας ελαφρά καθώς τα σκληρά αγριόχορτα
μαστίγωσαν με θόρυβο το αμάξωμα.
"Γιατί σταματήσαμε;" Θαμπό ασήμι το κεφάλι
της Σελίνας γύρισε με έκπληξη.
"Για κοίτα την πινακίδα. Πάμε να δούμε τι
υπάρχει. Μπορεί να τα 'χουνε σε λογικές τιμές εδώ
πέρα".
Η άρνηση της Σελίνας είχε υψηλή περιεκτικότητα
σε περιφρόνηση, αλλά η ιδέα μου 'χε κολλήσει και
δεν της έδωσα σημασία. Είχα την παράλογη
πεποίθηση ότι μια εξεζητημένη, παρανοϊκή πράξη
θα μας ξανάφερνε στα ίσια.
"Έλα" είπα "καλό θα μας κάνει η άσκηση.
Αλλωστε είμαστε τόση ώρα στο δρόμο".
Ανασήκωσε τους ώμους μ' έναν τρόπο που με πλήγωσε και βγήκε από τ' αυτοκίνητο. Ανηφορίσαμε ένα δρομάκι με σκόρπιες πήλινες πλάκες και μισοκουρεμένο χορτάρι που ελλισσσόταν ανάμεσα στα δέντρα που ντύνανε το τέλειωμα του λόφου και κατέληγε σ' ένα χαμηλό αγροτόσπιτο. Πέρα από το μικρό πέτρινο κτίριο πανύψηλες κορνίζες με αργό γυαλί αντίκρυζαν τη συνταρακτική θέα των απόκρημνων όγκων των Κρουαχάν που κατέβαιναν ως τα νερά του Λοχ Λίννε. Τα πιο πολλά από τα κάδρα ήτανε διαφανή, μερικά όμως ήτανε σκούρα, σα γυαλισμένα φύλλα από έβενο.
Πλησιάζοντας προς το σπίτι μέσα από μια όμορφη λιθόστρωτη αυλή ένας μεσόκοπος άντρας με γκρίζο τουήντ μας ένευσε με το χέρι και σηκώθηκε από το χαμηλό, μισογκρεμισμένο τοιχάκι που περιέβαλλε την αυλή. Όπως καθόταν και κάπνιζε την πίπα του ήταν γυρισμένος προς το σπίτι. Στο μπροστινό παράθυρο στεκόταν μια νέα γυναίκα με μανταρινί φόρεμα, κρατώντας ένα αγοράκι στην αγκαλιά της, αλλά ώσπου να πλησιάσουμε γύρισε αδιάφορα και χάθηκε από τα μάτια μας.
"Ο κ. Χάγκαν;" μάντεψα.
"Σωστά. Γυαλί δε θέλετε να δείτε; Ε, λοιπόν,
κάνατε την καλύτερη επιλογή". Η φωνή του Χάγκαν
ήταν κοφτή, με κάποια ίχνη ορεινής προφοράς που
στο ανειδίκευτο αυτί μοιάζει τόσο πολύ με
Ιρλανδική. Είχε ένα από κείνα τα καταπτοημένα
πρόσωπα που χαρακτηρίζουν γερασμένους
επισκευαστές δρόμων και φιλοσόφους.
"Ναι" είπα. "Βγήκαμε εκδρομή κι είδαμε την
πινακίδα".
Η Σελίνα, που τη χαρακτηρίζει μια φυσική
ευφράδεια με αγνώστους, δεν είπε κουβέντα.
Κοίταγε το παράθυρο που ήτανε άδειο τώρα με μια
έκφραση που μου φάνηκε πως έδειχνε
προβληματισμό.
"Από Λονδίνο, έ; Λοιπόν, όπως σας είπα, ήρθατε
στο κατάλληλο μέρος - και στην κατάλληλη στιγμή,
μάλιστα. Εγώ κι η γυναίκα μου δε βλέπουμε και πολύ
κόσμο τόσο νωρίς, στην αρχή της σαιζόν".
Γέλασα. "Μήπως αυτό σημαίνει πως θα 'χουμε τη
δυνατότητα ν' αγοράσουμε ένα κομματάκι γυαλί
δίχως να βάλουμε υποθήκη το σπίτι μας;"
"Να τι έκανα πάλι" είπε ο Χάγκαν,
χαμογελώντας αμήχανα. "Πάλι σας έδωσα
πλεονέκτημα να μου κάνετε παζάρια. Η Ρόουζ, η
γυναίκα μου, λέει δε θα μάθω ποτέ. Αλλά καθήστε να
το κουβεντιάσουμε". Μας έδειξε το γκρεμισμένο
τοιχάκι κι ύστερα έριξε μια ματιά γεμάτη
αμφιβολία στην άψογη γαλάζια φούστα της Σελίνας.
"Περιμένετε να φέρω από μέσα ένα κουρέλι να
καθήσετε". Προχώρησε με αβέβαια, βιαστικά
βήματα και χώθηκε στην καλύβα, κλείνοντας την
πόρτα πίσω του.
"Ίσως να μην ήταν και τόσο θαυμάσια ιδέα να σ'
ανεβάσω εδώ πάνω" ψιθύρισα "αλλά δε σου
στοιχίζει τίποτα να 'σαι λιγάκι ευχάριστη με τον
άνθρωπο. Σα να μου μυρίζει ευκαιρία".
"Μην ελπίζεις" είπε με σκόπιμη τραχύτητα.
"Δεν είδες το αρχαίο φόρεμα της γυναίκας του;
Αποκλείεται να δώσει ελεημοσύνη σε ξένους".
"Γυναίκα του ήτανε;"
"Φυσικά και ήτανε γυναίκα του".
"Καλά, καλά" είπα, παραξενεμένος. "Τέλος
πάντων, κάνε μια προσπάθεια να είσαι κοινωνική,
γιατί αλλιώς νιώθω άσχημα".
Η Σελίνα ρουθούνισε, αλλά πρόσφερε ένα
κοινωνικό χαμόγελο στον Χάγκαν όταν ξαναγύρισε
κοντά μας, πράγμα που με χαλάρωσε λιγάκι. Τι
παράξενο ν' αγαπάς μια γυναίκα και ταυτόχρονα να
παρακαλάς να την πατήσει το τραίνο.
Ο Χάγκαν άπλωσε πάνω στο τοιχάκι μια πράσινη
κουβέρτα και καθήσαμε πάνω της, ελαφρά αμήχανοι
με την ενσωμάτωσή μας από τη ζωή της πόλης σ'
αυτή τη βουκολική εικόνα. Τα πλαίσια του αργού
γυαλιού ήταν προσηλωμένα πέρα, στο μακρινό,
κρυστάλλινο Λοχ, όπου ένα αργοκίνητο ατμόπλοιο
χάραζε μια λευκή γραμμή προς το νότο. Ο βουνίσιος
αέρας εισέβαλλε σχεδόν βίαια στα πνευμόνια μας,
δίνοντάς μας περισσότερο οξυγόνο απ' όσο
χρειαζόμασταν.
"Κάμποσοι καλλιεργητές αργού γυαλιού εδώ
γύρω" άρχισε ο Χάγκαν "κάθονται και
παραμυθιάζουν τους ξένους για το υπέροχο
φθινόπωρο εδώ στο Αρτζυλ. Ή για την άνοιξη, ή για
το χειμώνα. Εγώ όχι - κι οι ανόητοι ξέρουν πως ένα
μέρος που δεν αξίζει το καλοκαίρι δεν αξίζει
ποτέ. Τι λέτε;"
Κατένευσα τη συμφωνία μου.
"Το μόνο που σας ζητώ είναι να ρίξετε μια ματιά
προς το Μουλ, κύριε...."
"Γκάρλαντ".
"....Γκάρλαντ. Αυτό αγοράζετε αν αγοράσετε το
γυαλί μου, και ποτέ δεν είναι ομορφότερο απ' όσο
είναι τούτη τη στιγμή. Το γυαλί είναι σε τέλεια
φάση, κι ούτε ένα κομμάτι λιγότερο από δέκα
χρόνια πάχος - κι ένα παράθυρο εκατό είκοσι
εκατοστά θα σας στοιχίσει δυο χιλιάδες λίρες".
"Δυο χιλιάδες!" Η Σελίνα έπαθε σοκ. "Τόσο
το χρεώνουν στην έκθεση της Μποντ Στρητ".
Ο Χάγκαν χαμογέλασε συγκαταβατικά, κι ύστερα
γύρισε να κοιτάξει εμένα με προσοχή για να δει αν
ήξερα αρκετά για το αργό γυαλί ώστε να εκτιμήσω
αυτό που είπε. Η τιμή ήταν πολύ ψηλότερη απ΄ ό,τι
ήλπιζα - αλλά δέκα χρόνια πάχος! Τα φτηνά
γυαλιά που κυκλοφορούν σε καταστήματα σαν τα
Vistaplex και Pane-o-rama είναι συνήθως φτιαγμένα από ένα
εκατοστό απλό γυαλί καπλατισμένο με μια φλούδα
αργό γυαλί ίσως δέκα με δώδεκα μήνες πάχος.
"Δεν κατάλαβες, αγάπη μου" είπα,
αποφασισμένος κιόλας ν' αγοράσω. "Αυτό το
γυαλί κρατάει δέκα χρόνια κι είναι σε φάση".
"Εννοείς απλώς ότι κρατάει κάμποσον καιρό;"
Ο Χάγκαν χαμογέλασε, έχοντας αντιληφθεί ότι δε
χρειαζόταν ν' ασχοληθεί άλλο μαζί μου.
"Απλώς, λέτε! Με συγχωρείτε, κα Γκάρλαντ, αλλά
φαίνεται πως δε συλλαμβάνετε την εικόνα του
θαύματος, του αυθεντικού και ειλικρινούς
θαύματος σχεδιαστικής ακρίβειας που απαιτείται
για να παραχθεί ένα κομμάτι γυαλιού σε φάση.
Λέγοντας ότι το γυαλί έχει δέκα χρόνια πάχος
σημαίνει ότι το φως κάνει δέκα χρόνια να το
διαπεράσει. Σαν αποτέλεσμα, καθένα από αυτά τα
τζάμια έχει πάχος δέκα έτη φωτός - υπερδιπλάσια
της απόστασής μας από το κοντινότερο άστρο -
επομένως κι ελάχιστη απόκλιση στο πραγματικό
πάχος, ακόμη κι ένα χιλιοστό του εκατοστού
θα..."
Για λίγο σταμάτησε το λογίδριό του κι απόμεινε αμίλητος, κοιτάζοντας προς το σπίτι. αποτράβηξα το βλέμμα μου από τη θέα του Λοχ κι είδα τη νέα γυναίκα που στεκόταν πάλι στο παράθυρο. Τα μάτια του είχαν πλημμυρίσει από μια ευλαβική δίψα, πράγμα που μ' έκανε να νιώσω αμηχανία και ταυτόχρονα να βεβαιωθώ πως η Σελίνα έκανε λάθος. Η πείρα με είχε διδάξει ότι ποτέ οι σύζυγοι δεν κοιτάζουν μ' αυτόν τον τρόπο τις γυναίκες τους, τουλάχιστον όταν εκείνες δεν τους βλέπουν.
Το κορίτσι με το λαμπερό φόρεμα έμεινε ορατό για λίγες στιγμές ακόμη, κι ύστερα απομακρύνθηκε μέσα στο δωμάτιο. Ξαφνικά μου δημιουργήθηκε η έντονη, αν και ανεξήγητη εντύπωση ότι ήταν τυφλή. Η διαίσθησή μου μου έλεγε ότι η Σελίνα κι εγώ ήμασταν παρείσακτοι καταμεσίς μιας συναισθηματικής αλληλοφαγωμάρας σαν και τη δικιά μας.
Δεν παρακολουθούσα πια, εν μέρει εξαιτίας του ότι
είχα ήδη υποκύψει κι εν μέρει γιατί είχα ήδη
ακούσει πολλές φορές τη ιστορία του αργού
γυαλιού και ποτέ δεν κατάλαβα τις αρχές που το
διέπουν. Ένας γνωστός μου επιστήμονας δοκίμασε
κάποτε να μου εξηγήσει λέγοντάς μου να φανταστώ
το τζάμι από αργό γυαλί σαν ολόγραμμα που δε
χρειάζεται συγκεντρωτικές δέσμες λέιζερ για να
αναπαράγει την οπτική πληροφορία κι όπου κάθε
φωτόνιο απλού φωτός περνάει μέσα από μια
ελικοειδή σήραγγα σφιχτοτυλιγμένη εξωτερικά της
σφαίρας σύλληψης, δηλαδή πέρα από την ακτίνα
αλληλεπίδρασης των ατόμων του γυαλιού. Αυτό το
απόσταγμα από ασυναρτησίες όχι μόνο δε φώτισε το
μυστήριο, αλλά και μου ενίσχυσε την πάγια
πεποίθησή μου ότι ένα μυαλό τόσο ξένο προς την
τεχνολογία όσο το δικό μου θα πρέπει να
ενασχολείται ελάχιστα με τα αίτια και
περισσότερο με τα αποτελέσματα.
Για τα μάτια του μέσου ατόμου το σημαντικότερο αποτέλεσμα είναι ότι το φως χρειάζεται πολύ χρόνο για να διασχίσει ένα φύλλο αργού γυαλιού. Τα καινούρια κομμάτια είναι πάντα κατάμαυρα μιας και δεν έχει περάσει τίποτα ακόμα από μέσα τους, αλλά πας και τα στήνεις δίπλα, ας πούμε, σε μια λίμνη μες στο δάσος ώσπου ν' αναδυθεί η σκηνή, ίσως ύστερα από ένα χρόνο. Αμα πάρεις τώρα το γυαλί και το τοποθετήσεις σ' ένα σκυθρωπό διαμέρισμα της πόλης, το διαμέρισμα θα έχει φαινομενικά - για κείνη τη χρονιά - θέα προς τη λίμνη. Ώσπου να περάσει ο χρόνος δε θάχεις απλώς ένα ρεαλιστικό, αλλά ακίνητο πίνακα - το νερό θα ιριδίζει στο φως του ήλιου, σιωπηλά ζώα θα 'ρχονται να πιουν νερό, πουλιά θα διασχίζουν τον ουρανό, θα νυχτώνει και θα ξημερώνει, οι εποχές θα διαδέχονται η μια την άλλη. Ώσπου μια μέρα, ένα χρόνο μετά, η οφορφιά η παγιδευμένη μέσα στους υποατομικούς αγωγούς θα εξαντληθεί και οι οικείοι γκρίζοι τοίχοι της πόλης θα ξαναφανούν.
Ξέχωρα από την αξία του σαν εκτυφλωτική καινοτομία, η εμπορική επιτυχία του αργού γυαλιού στηρίχτηκε στη συναισθηματική ισοδυναμία της κατοχής της θέας με την κατοχή της γης. Κι ο πιο μαγκούφης τρωγλοδύτης μπορούσε πια να αγναντεύει από το παράθυρό του ομιλώδεις δρυμούς - και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί πως δεν του ανήκουν; Ποιος απ' όσους κληρονομήσανε απέραντους αγρούς και κήπους χρειάστηκε ν' αποδείξουν την κυριότητά τους διασχίζοντας τη γη τους σπιθαμή προς σπιθαμή για να την ψηλαφίσουν, να τη μυρίσουν, να τη γευθούν. Η μόνη επαφή με τη γη τους είναι μέσα από φωτεινές εικόνες, και τις εικόνες αυτές μπορείς να τις πάρεις σαν τεχνητή θέα και να τις βάλεις μέσα σε ανθρακωρυχεία, σε υποβρύχια, σε μπουντρούμια φυλακών.
Δοκίμασα κάμποσες φορές να γράψω κομματάκια με θέμα το μαγικό κρύσταλλο αλλά, πιστεύω, το αντικείμενο είναι τόσο ανείπωτα ποιητικό ώστε, παραδόξως, να υπερβαίνει τα όρια της ποίησης - της δικιάς μου τουλάχιστον. Αλλωστε, τα καλύτερα τραγούδια και ποιήματα έχουνε κιόλας γραφτεί, με τη βοήθεια της έμπνευσης που πλησιάζει την ενόραση, από ανθρώπους που πέθαναν πολύ προτού ανακαλυφθεί το αργό γυαλί. Για παράδειγμα, δεν είχα καμιά ελπίδα να υπερβώ τον Μουρ που είχε γράψει:
Νύχτ' ασάλευτη θωρεί
Σαν ο ύπνος τ' αγκάλιασμά του αρχίζει
Τοπίο όπου Μνήμη φέρνει ακριβή
Φως απ' άλλους καιρούς και το φωτίζει....
Λίγα χρόνια μονάχα χρειάστηκε το αργό γυαλί για να περάσει από την επιστημονική παραδοξότητα στο στάδιο της αξιόλογης βιομηχανικής δραστηριότητας. Και, προς μεγάλη έκπληξη ημών των ποιητών - εκείνων από εμάς που τηρούν την πίστη ότι τα άνθη πεθαίνουν αλλά η ομορφιά επιβιώνει - οι παγίδες αυτής της βιομηχανίας δε διέφεραν από των άλλων. Υπάρχουν προϊόντα για όλα τα βαλάντια, τεχνητές θέες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Το πάχος, υπολογισμένο σε χρόνια, είναι σημαντικός παράγοντας κόστους, αλλά υπάρχει και το ζήτημα του πραγματικού πάχους, ή της φάσης.
Παρά τις εξαιρετικά προχωρημένες εφαρμοσμένες τεχνικές ο έλεγχος του πάχους ήταν αβέβαιος. Μια σημαντική ασυνέχεια στην ομοιομορφία μπορεί να σημαίνει ότι ένα τζάμι σχεδιασμένο για πάχος πέντε χρόνων ίσως βγει πέντε και μισό, κι επομένως το καλοκαιρινό φως αναδύεται μες στο καταχείμωνο. Μια ασήμαντη ασυνέχεια μπορεί να σημαίνει ηλιοβασίλεμα τα μεσάνυχτα. Ετούτες οι ασυμβατότητες έχουνε και τη γοητεία τους - για παράδειγμα, σε πολλούς απ' αυτούς αρέσει να συντηρούν δικές τους χρονικές ζώνες - αλλά, σε γενικές γραμμές, οι Τεχνητές Θέες που συμβαδίζουν με τον πραγματικό χρόνο είναι ακριβότερες.
Ο Χάγκαν σταμάτησε να μιλάει κι η Σελίνα δεν
είχε πεισθεί ακόμη. Κούνησε το κεφάλι της, σχεδόν
αδιόρατα, και κατάλαβα πως η επιχειρηματολογία
του ακολουθούσε λάθος δρόμο. Το κασσιτερόχρωμο
κράνος των μαλλιών της αναταράχτηκε από ένα
ξαφνικό ξέσπασμα του παγωμένου αέρα και χοντρές,
κρυστάλλινες σταγόνες βροχής κατρακύλησαν από
τον σχεδόν καθάριο ουρανό και χοροπήδησαν
ολόγυρά μας.
«Θα σας δώσω επιταγή τώρα» είπα απότομα, κι είδα
τα πράσινα μάτια της Σελίνας να με ατενίζουν
τριγωνισμένα από οργή. «Μπορείτε να κανονίσετε
την παράδοση;»
«Σίγουρα, χωρίς κανένα πρόβλημα» είπε ο Χάγκαν,
και σηκώθηκε. «Αλλά δεν προτιμάτε να πάρετε το
γυαλί μαζί σας;»
«Εμ, ναι - αν δε σας πειράζει». Ντράπηκα για την
ευκολία με την οποία εμπιστευόταν την υπογραφή
μου.
«Θα σας ετοιμάσω ένα κομμάτι. Περιμένετε εδώ, να
σας το συσκευάσω». Ο Χάγκαν κατηφόρισε την πλαγιά
προς τ' αραδιασμένα παράθυρα, μέσ' από τα οποία
η θέα προς το Λίννε ήταν αλλού ηλιόλουστη, αλλού
νεφελώδης κι αλλού κατάμαυρη.
Η Σελίνα κρατούσε με τα δάχτυλα κλειστό το γιακά
της μπλούζας της. «Το λιγότερο που θα 'πρεπε να
κάνει ήταν να μας προσκαλέσει στο σπίτι.
Αποκλείεται να βρει πολλούς ανόητους
περαστικούς και δεν έχει την ευχέρεια να τους
περιφρονεί».
Πάλαιψα για ν' αγνοήσω την προσβολή και
συγκεντρώθηκα στο συμπλήρωμα της επιταγής. Μια
ευμεγέθης σταγόνα έσκασε στους κόμπους του
χεριού μου, πιτσιλίζοντας το ροζ χαρτί.
«Εντάξει» είπα «πάμε κάτω από τη μαρκίζα ώσπου να
γυρίσει». Σκουλήκι, σκέφτηκα, νιώθοντας όλη την
ιστορία να πηγαίνει εντελώς ανάποδα. Απλώς ήμουν
ανόητος που σε παντρεύτηκα. Ανόητος με πτυχίο, ο
ανόητος των ανοήτων - και τώρα που 'χες παγιδέψει
μέσα σου ένα μέρος από μένα ποτέ μου, ποτέ, μα ποτέ
των ποτών δε θα ξεφύγω.
Μ' ένα οδυνηρό σφίξιμο στο στομάχι έτρεξα πίσω από τη Σελίνα ως το πλάι της καλύβας. Μέσ' απ' το παράθυρο φαινόταν το τακτοποιημένο καθιστικό, άδειο, με τη φωτιά να καίει στο τζάκι, τα παιχνίδια του αγοριού σκόρπια στο πάτωμα. Κύβοι με γράμματα κι ένα καροτσάκι στο χρώμα ξεφλουδισμένου καρότου. Την ώρα που κοίταγα, ο μικρός όρμησε απ' τ' άλλο δωμάτιο κι έπιασε να κλωτσάει τους κύβους. Δε με πρόσεξε. Λίγο αργότερα μπήκε η γυναίκα και τον σήκωσε ψηλά, γελώντας αβίαστα με την καρδιά της και στριφογυρνώντας τον στον αέρα. Ήρθε στο παράθυρο, όπως και πιο πριν.
Χαμογέλασα, κοκκινίζοντας, αλλά ούτε αυτή ούτε ο μικρός ανταποκρίθηκαν.
Μια παγωμένη ανατριχίλα με χτύπησε καταμέτωπα. Μπορεί
να 'ταν κι οι δυο τυφλοί; Γλίστρησα στο πλάι.
Η κραυγή της Σελίνας μ' έκανε να τρέξω κοντά της.
«Η κουβέρτα!» είπε. «Θα γίνει μούσκεμα».
Διέσχισε την αυλή τρέχοντας μες στη βροχή, άρπαξε
το κοκκινωπό τετράγωνο από το ερειπωμένο τοιχάκι
κι όρμησε προς την πόρτα της καλύβας. Ένας
σπασμός εκτινάχτηκε από το υποσυνείδητό μου.
«Σελίνα» φώναξα «μην ανοίξεις!»
Ήταν αργά. Είχε ανοίξει απότομα τη μανταλωμένη
πόρτα κι απόμεινε ακίνητη, με την παλάμη στο
στόμα και το βλέμμα καρφωμένο στο εσωτερικό της
καλύβας. Την πλησίασα και πήρα την κουβέρτα από
το χέρι της χωρίς να προβάλει καμιά αντίσταση.
Την ώρα που έκλεινα την πόρτα τα μάτια μου
πλανήθηκανστο εσωτερικό του σπιτιού. Το
τακτοποιημένο καθιστικό όπου μόλις είχα δει τη
γυναίκα με το παιδί ήταν στην πραγματικότητα ένα
αηδιαστικό συνοθύλευμα από φθαρμένα έπιπλα,
παλιές εφημερίδες, πεταμένα ρούχα και
λιγδιασμένα πιάτα. Βρώμαγε μούχλα κι
εγκατάλειψη. Το μοναδικό αντικείμενο που
θυμήθηκα από την προηγούμενη ματιά μου ήταν το
καροτσάκι, σπασμένο και χωρίς ίχνος μπογιάς.
Έκλεισα την πόρτα βάζοντας με προσοχή το
μάνταλο στη θέση του και πρόσταξα τον εαυτό μου
να ξεχάσει ό,τι είδε. Μερικοί άντρες που ζούνε
μόνοι κρατάνε το σπίτι τους σε καλή κατάσταση -
άλλοι απλώς δεν γνωρίζουν τον τρόπο.
Η Σελίνα είχε γίνει κάτασπρη. «Δεν καταλαβαίνω.
Δεν το καταλαβαίνω».
«Το αργό γυαλί δουλεύει κι απ' τις δυο πλευρές»
είπα απαλά. «Το φως Δεν μπαίνει μονάχα στο σπίτι,
βγαίνει κιόλας».
«Εννοείς ....; »
«Δεν ξέρω. Δεν είναι δική μας δουλειά. Τώρα
συμμαζέψου - έρχεται ο Χάγκαν με το γυαλί μας». Το
ανακάτεμα στο στομάχι μου πήρε να καταλαγιάζει.
Ο Χάγκαν έφτασε στην αυλή κουβαλώντας ένα πλαστικό ορθογώνιο πλαίσιο. Του έτεινα την επιταγή, αλλά το βλέμμα του ήτανε καρφωμένο στο πρόσωπο της Σελίνας. Φάνηκε να καταλαβαίνει μεμιάς ότι τα απονήρευτα δάχτυλά μας είχαν φυλλομετρήσει την ψυχή του. Η Σελίνα απέφυγε το βλέμμα του. Έμοιαζε γερασμένη και άρρωστη, και τα μάτια της ήταν προσηλωμένα αποφασιστικά στον ορίζοντα.
«Δώστε μου την κουβέρτα, κ. Γκάρλαντ» είπε
τελικά. «Δεν ήταν ανάγκη να μπείτε στον κόπο».
«Δεν ήτανε κόπος. Ορίστε η επιταγή».
«Ευχαριστώ». Κοίταζε ακόμα τη Σελίνα μ' έναν
παράξενο, ικετευτικό τρόπο. «Ευχαρίστησή μου η
συνεργασία μας».
«Δική μας η ευχαρίστηση» απάντησα με επίπεδη,
άτονη τυπικότητα. 'Επιασα το βαρύ πλαίσιο κι
οδήγησα τη Σελίνα προς το μονοπάτι που 'βγαζε
στο δρόμο. Μόλις φτάναμε στο πρώτο από τα σκαλιά
που 'χανε γίνει γλιστερά τώρα ο Χάγκαν μίλησε.
«Κύριε Γκάρλαντ».
Γύρισα απρόθυμα.
«Δεν έφταιγα εγώ» είπε με σταθερή φωνή. «Εν' αυτοκίνητο τους χτύπησε και τους δυο κι εξαφανίστηκε, κάτω στο δρόμο για το Όμπαν, πριν έξι χρόνια. Ο γυιός μου ήτανε εφτά χρονών τότε. Δικαιούμαι να κρατάω κι εγώ κάτι».
Κατένευσα αμίλητος κι άρχισα να κατηφορίζω το μονοπάτι, κρατώντας σφιχτά τη γυναίκα μου, απολαμβάνοντας την ανεκτίμητη αίσθηση των χεριών της που ήτανε τυλιγμένα γύρω μου. Στη στροφή κοίταξα πίσω μέσα απ' τη βροχή κι ο Χάγκαν καθότανε με γερμένους ώμους στο τοιχάκι που τον είχαμε πρωτοδεί.
Κοίταγε προς το σπίτι, αλλά δεν ήμουνα σίγουρος αν υπήρχε κανείς στο παράθυρο.