Ελένη Γούλα
O τίτλος του οικολογικού αυτού διηγήματος δεν έχει κανένα ορθογραφικό ή τυπογραφικό λάθος.
Η πρώτη φορά που έγινε λόγος για το σκομευτή στον κάμπο, ήτανε από τη μικρή Ελισάβετ, ένα κοριτσάκι 5 χρόνων. Κι ήταν εκείνη τη χρονιά που άρχισαν ξεφλουδίζουν οι μαρμαρόπετρες, πάνω στο Γκαβαρηνό.
Η Ελισάβετ ζούσε με τους γονείς της και το
μεγαλύτερο αδερφό της σ' ένα σπιτάκι με 7 σκαλάκια
και μια αυλή γύρω γύρω.
Αυτό που άρεσε πολύ στο κοριτσάκι ήταν να
τραγουδάει ζωηρά και η φωνούλα της να φτάνει ψηλα
στ' αστέρια, γιατί πίστευε πως στ' αστέρια
κατοικούσανε άνθρωποι σαν εμάς, μόνο λίγο πιο
γερασμένοι, γιατί τ' αστέρια λάμπανε εκεί
αμέτρητα χρόνια, από τότε που θυμούνται όλοι οι
άνθρωποι της γης μαζί.
Τα τραγούδια της Ελισάβετ ήτανε συνήθως
χαρούμενα και μιλούσανε για τα λουλούδια του
κήπου της, τη γάτα που γέννησε, τον αδερφό της που
έφτιαξε ένα υπέροχο άλογο από ξύλα και τέτοια.
Μόνο καμιά φορά το απόγευμα που λείπανε όλοι από
το σπίτι, και οι κότες μαζί με τον κόκορα
κουρνιάζανε ψηλά στη μουριά, καθότανε στο
σκαλοπάτι και τραγουδούσε λυπητερά.
Τότε έλεγε για το κομμένο αυτάκι του σκύλου της
και τα δακρυσμένα μάτια της μαμάς σαν αργούσε να
γυρίσει ο μπαμπάς το βράδυ....
Η Ελισάβετ κατά τα άλλα ήτανε ένα χαρούμενο
κοριτσάκι, που το αγαπούσανε όλοι στον κάμπο.
Γι' αυτό και δεν την αποπήρανε όταν μίλησε για
τον ξένο.
. .....Ητανε λέει ένας ψηλός κύριος με καπέλο και
μακριά μαλλιά, που ήρθε στην αυλή της ένα από
εκείνα τα απογεύματα που τα περνούσε μόνη της στο
σκαλοπάτι τραγουδώντας.
Γύρευε , το μεγάλο σκομευτή και γύριζε από χωριό,
σε χωριό για να τον ανακαλύψει.
Στο χέρι του κρατούσε μια κόκκινη σφραγίδα για να
τον σημαδέψει το σκομευτή με βούλα ανεξίτηλη.
.... Στον κάμπο όλοι ξέρανε τι θα πει σκομευτής και
επειδή κείνο τον καιρό το νερό είχε λιγοστέψει
και βαράγανε όλο και βαθύτερα τις γεωτρήσεις, οι
γυναίκες με τις μακριές φορεσιές και τις
μαντήλες, αρχίσανε να σταυροκοπιούνται,και οι
άντρες να συζητάνε χαμηλόφωνα στο καφενείο.
Τίποτα άλλο όμως δεν κάμανε...Αλλωστε την ιστορία
της Ελισσάβετ δεν την μάθανε και πολλοί...
Οι νέοι δεν ασχολιόντουσαν με αυτά, και οι γέροι
δεν είχανε πια καθόλου δύναμη.
......Έτσι....
Στην άκρη του κάμπου, κάτω από το βουνό, που
αγναντεύει τη θάλασσα ήτανε μια αρχαία σπηλιά.
Χρόνια ατελείωτα στεκότανε εκεί με θαμένα τα
μυστικά της. Τρομερές ιστορίες κρατάγανε μακριά
τους περίεργους...
Το Καλοκαίρι, λίγο ύστερα από την επίσκεψη του
ξένου, ήρθε στο χωριό μια ολοκληρη ομάδα από την
πρωτεύουσα...5-6 άτομα με εξοπλισμό ειδικό για να
εξερευνήσουν την αρχαία σπηλιά.
Στήσανε τα αντίσκηνά τους στο πλάτωμα...Φέρανε
μαζί τους φαγητά και ποτά. Τη νύχτα ανάψανε φωτιά
και έφεξε ως πέρα ο τόπος.
Οι γέροι βγάζανε τα κασκέτα και ξύνανε τα κεφάλια τους. Οι νέοι δε δώσανε σημασία...Μόλις είχε ανοίξει ένα καινούριο μαγαζί,και κάθε βράδυ μαζευόντανε όλοι αχόρταγοι. Τραγουδίστριες, θέαμα με χορεύτριες, πρόγραμμα με ηλεκτρονική μουσική για τους προχωρημένους.
Κανείς δε μίλησε με τους ξένους ούτε ρώτησε για
το σκοπό τους...( και καθόλου δεν υποψιάστηκαν οι
ανίδεοι τους κινδύνους που πήγαιναν γυρεύοντας.)
....Οι πέντε -- ο καραφλός, ο κοντός και οι τρεις
γυναίκες. η μία ξανθή η άλλη καστανή και η τρίτη
μαυριδερή και μικροκαμωμένη-- μπήκανε μέσα στη
σπηλιά, από ένα μικρό άνοιγμα στην ανατολική
πλευρά, την Κυριακή το πρωί, δυο μέρες μετά από
την ώρα που φτάσανε στην περιοχή. Ο έκτος της
παρέας έφυγε για την πρωτεύουσα, ένα πρόβλημα της
μάνας του τον υποχρέωσε να διακόψει το
πρόγραμμμά του.
Με τον αέρα έφτανε κατά κύματα, η φωνή του γέρου
παπά πολλαπλασιασμένη από το μεγάφωνο.
"Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου, το υπέρ
υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών..."
... Αμίλητη προχωρούσε η ομάδα και η υγρασία
περόνιαζε τα ρούχα τους. Δρασκελίζανε τις μικρές
χαράδρες μέσα στο τεράστιο σπήλαιο.
Μια παμπάλαια κατοικία για ζώα; για ανθρώπους;
Είχανε χωθεί βαθιά μέσα στην υπόγεια τρύπα.
Δέος... ανατριχίλα υπερκόσμια...μόνο όσοι
περπατάνε σε σπηλιές καταλαβαίνουν την ανάσα της
γης στο κορμί τους...
Ξάφνου κάτι σαν φωνή μπροστά, πολύ μπροστά, πίσω
από ένα μεγάλο βράχο...
Τρέξανε, όσο μπορούσανε να τρέξουνε μέσα στα
κακοτράχαλα περάσματα. - υπήρχαν περάσματα
φτιαγμένα από ζώα πριν από χιλιάδες χρόνια. έτσι
νόμισαν δηλ. όταν τα πρωτοείδανε....
...Ξαπλωμένη ανάσκελα..μια γυναίκα σαν κι αυτούς,
μόνο με μια έκφραση απορίας στο πρόσωπό της...
Πιάνουν το χέρι της. κρύο σαν το θάνατο...είναι
πεθαμένη....Στη βάση του λαιμού, λίγο κάτω από το
λαρύγγι και πάνω από τους τένοντες, μια κόκκινη
σφραγίδα σταμπωμένη, ανεξίτηλη. Το χλωμό
δέρμα,φαίνεται χλωμότερο από την αντίθεση με το
κόκκινο... Μαζεύονται όλοι από πάνω της.
Κοιτάζονται μεταξύ τους...Σιωπηλοί. Η ατμόσφαιρα
της σπηλιάς ξαφνικά τους φαίνεται
τρομακτική.Αυτοί ξέρουν από σπηλιές, αλλά εδώ
είναι το πνεύμα της γης που πλανιέται........
-Ψάχνουν το σκομευτή......
Ποιος είχε μιλήσει; Η ομάδα ταραγμένη.στέκεται
δεν προχωράει... Στέκεται αναποφάσιστη.
Ακούνε ακόμα τον αντίλαλο της παράξενης φωνής.
-Ψάχνουν το σκομευτή....
Από πού έρχεται, άγνωστο. Κοιτάζουν ψηλά στο
βουνό. Σταλακτίτες ατάραχοι.Απόλυτη η φυσική
νομοτέλεια.
Μια ψιλή φωνούλα ψιθυρίζει.
-Σκομάω ίσον ξοδεύω, σπαταλώ. Ποιος ξοδεύει τι,
και τι σχέση έχει η σπηλιά μ' αυτό;
Είναι η γυναίκα η μικροκαμωμένη, με τα πεταγμένα
ζυγωματικά, η μελαχρινή.
Κανείς δεν απαντάει.Για λίγο...Ή για πολύ; Ποιος
ξέρει...εδώ η ώρα μετριέται αλλιώς.
Η ψηλή με τα μακριά καστανά μαλλιά μιλάει...
αργότερα.
- Να βγούμε από εδώ.
Ολοι το ξέρουν αυτό. Η σπηλιά τους τρομάζει. Ο
φόβος ότι ο θυμός της γης θα τους πλακώσει αυτούς
που είναι τώρα ευάλωτοι.Την κοιτάζουν...
- Κάτι πρέπει να κάνουμε
Μιλάει ο καραφλός με τη γενειάδα. Βγάζει από την
τσέπη του ένα κομμάτι κέικ Το μοιράζει δίκαια και
ανακοινώνει το σχέδιο...
...................................................
Όμως κανένα ανθρώπινο σχέδιο δε μπορεί να τα
βάλει με τους νόμους της γης που ανασαίνει εδώ
μέσα...
Η σπηλιά στενεύει , τώρα χωράει μόνο ένα άτομο τη
φορά. Δεξιά και αριστερά γκρεμός . Ενα μικρό
πέρασμα. Δυο βήματα. Η μικροκαμωμένη γυναίκα
κάνει 3 και στέκεται.
- Κάπου εδώ πρέπει να βρίσκεται ο Θεός.
Κουνάει πέρα δώθε το φακό της,...ίσως για να τον
ψάξει; ... Δεν προλαβαίνει όμως γιατί αμέσως όλοι
σταματάνε.
Το μονοπάτι φαρδαίνει απότομα και εκεί στο
πλάτωμα είναι ακόμη μια ξαπλωμένη γυναίκα. Ή
μήπως είναι άντρας; Ό,τι και να είναι, φοράει
τζάκετ. Κοντοστέκονται λίγο από πάνω του, μα
ύστερα από δυό στιγμές δισταγμού, ο καραφλός
σκύβει και ξεκουμπώνει το πρώτο κουμπί .
Ολοι- και οι πέντε -τώρα διακρίνουν το κόκκινο
σημάδι στη ρίζα του λαιμού.
Είναι άντρας και έχει, όπως και η γυναίκα, την
κρυάδα του θανάτου... Τα μάτια του άδεια.
Κοιτάζονται μεταξύ τους. Δυο γυναίκες, η
μικροκαμωμένη και η κολλητή της, η ψηλή με τα
καστανά μαλλιά, ο καραφλός και η ξανθιά με λεπτά
δάχτυλα σα διάφανα. Πιο πέρα ο κοντούλης με τη
γυριστή μύτη... Ξεκινάνε σαν κάτι να τους
κυνηγάει. Περπατάνε γρήγορα πάνω στο δρομάκι που
έχουν ανοίξει κάποιοι άλλοι πριν από αυτούς. Η
φωνή τους προστάζει τώρα.
-Ψάξτε για το σκομευτή...
Πώς όμως;
Kαι οι πέντε κοιτάζονται για λίγο. Δεν ξέρουν
για τις γεωτρήσεις του κάμπου. Ούτε για τη μικρή
Ελισάβετ. Ήρθανε εδώ γιατί τους αρέσουν οι
σπηλιές και η ανατριχίλα που φέρνει η αναπνοή της
γης. Δεν είναι Απόστολοι ούτε κήρυκες της
αλήθειας. Νιώθουν την υγρασία στα πόδια τους και
έναν ακαθόριστο κίνδυνο να αιωρείται...
Δε μπορούν να τα βάλουν με τη Γη. Αυτό το έχουν
μάθει καλά περπατώντας πάνω από τις αρχαίες
χαράδρες....
Σταματούν για λίγο . Δένονται με το σκοινί ο ένας
με τον άλλον, πρώτος ο καραφλός. Χαλαρά αλλά
στέρεα.Δε θέλουν πια να εξερευνήσουν το μέρος,
μόνο να φύγουν ζωντανοί από εκεί μέσα.
Προχωρούν...αμίλητοι...Περπατάνε πολύ. Δεν ξέρουν
πόσο.Ίσως και αιώνες. Τα ρολόγια τους δεν τα
κοιτάζουν. Μετράνε μόνο τα πτώματα και τις φορές
που ακούγεται η φωνή...
Τέσσερις....άγνωστοι ...
...και τρεις από αυτούς....
Πρώτος χτυπήθηκε ο κοντός. Ξαφνικά...Λύγισαν τα
γόνατά του και σωριάστηκε στο μονοπάτι. Η φωνή
αντήχησε σχεδόν αμέσως και όλοι είδαν την
κοκκινίλα στο λαιμό....
Δε μιλήσανε. Τον έλυσαν από το σκοινί και τον
πήρε στους ώμους ο καραφλός...
Δεύτερη έπεσε η λεπτούλα, η μικροκαμωμένη που
ήξερε τη σημασία της λέξης...
Αυτή την φορτώθηκε η κολλητή της με τα καστανά
μαλλιά...Την κουβαλούσε αμίλητη μέχρι που
γονάτισε κι αυτή...Ήταν η στιγμή που η αχτίνα
φάνηκε σίγουρη στο βάθος του μονοπατιού...
Οι δυο που απομείναν κοιτάζονται...Ο καραφλός
ακουμπάει το φορτίο του. Τους ξαπλώνουν και τους
τρεις μαζί. Τον ένα δίπλα στον άλλον...Κάνουν το
σημείο του σταυρού.
Πιάνονται οι δυο τους τώρα, οι ζωντανοί, από το
χέρι και τρέχουν κατά κει που φωτίζει η ακτίνα...
-Εισαστε όλοι σκομευτές και θα τιμωρηθείτε
....θα τιμωρηθείτε.....
Ο αντίλαλος πολλαπλασιάζει την απειλή, ενώ αυτοί
το βάζουν πια στα πόδια.
Αυτοί δε θα μείνουν, θα ξεφύγουν...Βλέπουν την
ακτίνα και τρέχουν για να σωθούν.Τώρα είναι πιο
εύκολο γιατί το έδαφος είναι πατημένο, ομαλό.
Μόλις που το προσέχουν αυτό, χωρίς να σταθούν
κυνηγουν την ακτίνα Φτάνουν, κοντεύουν... να!..
έφτασαν.
Μια τρύπα ένα άνοιγμα, να περάσουν. Να βγουν από
δω .
Πρώτα η γυναίκα,. το μακρύ της πόδι με τη μπότα
έξω... συναντάει κάτι... το τραβάει γρήγορα μέσα
Τα μάτια της γουρλώνουν Απομένει αμίλητη με τη
φοβερή έκφραση της απορίας...
Δοκιμάζει ο άντρας. Κρατιέται από το βράχο στην
οροφή και σέρνεται έξω ολόκληρος, πρώτα τα πόδια,
η μέση, τα χέρια, το κεφάλι, γυρίζει.
Ενας λόγγος,. άγριοι θάμνοι, κι ένα μονοπάτι,
μονοπάτι, όχι μια σειρά από ....από...
Ω .. πού πατάει; Είναι ένα πτώμα...
Κι άλλο πτώμα. Το μυαλό του γυρίζει. Βάζει το
κεφάλι του μέσα από το άνοιγμα. Ψάχνει με τα
μάτια. Φωνάζει....Δε γνωρίζει τη φωνή του
παραμορφώνεται. Θέλει να φωνάξει τη Φωτεινή με τα
διάφανα δάχτυλα. Μα ένας αντίλαλος βουίζει στ'
αυτιά του. Παίρνει τη φωνή του και την κάνει μια
τεράστια κραυγή.
-Σκομευτές.........
Τώρα πια κανείς δεν κάθεται να τραγουδήσει στ'
αστέρια.
Η μικρή Ελισάβετ χάθηκε ένα πρωί όπως τάιζε το
σκύλο της. Χάθήκανε κι άλλοι. Πολύ γρήγορα
ερήμωσε ο κάμπος . Αλλοι φοβήθηκαν την ανεξίτηλη
βούλα και φύγανε αμέσως.
Οι ανόητοι... Φαντάζονται πως μπορούν να γλιτώσουν...Δεν ξέρουν οι μωροί πως κανείς σκομευτής δεν πρόκειται πια να ξεφύγει τη μοίρα που ορίζουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια τ' αστέρια.