Ο Δράκος και το Αγόρι

Anne McCaffrey
The Smallest Dragon Boy (1972)
Μετάφραση: Παύλος Παυλίδης
Εικονογράφηση: Σταυρούλα Βεντούρι

O Κήβαν βάδιζε με όσο μεγαλύτερες δρασκελιές μπορούσε, χωρίς να καταφέρει να φθάσει τους υπόλοιπους υποψηφίους. Τό 'ξερε ότι θα τον δούλευαν πάλι.

Γνώριζε πολλά που υποτίθεται δεν έπρεπε να ξέρει, κι ακόμα ήξερε ότι ο λόγος που ο Μπέτερλι, το μεγαλύτερο από τα αγόρια, περπατούσε τόσο γρήγορα ήταν για να εξευτελίσει αυτόν, τον μικρότερο υποψήφιο. Ο Κήβαν θα έφθανε τελευταίος και καταϊδρωμένος στην ουρά της ομάδας, και μάλλον θα εισέπραττε το αποδοκιμαστικό βλέμμα του ύπαρχου εκπαιδευτή.

Οι επίδοξοι Δρακοκαβαλάρηδες πρέπει να είναι τακτικοί και σε διαρκή ετοιμότητα, ακόμη κι όταν όλο ελπίδα περιμένουν να εκκολαφθούν τα λαμπερά αυγά που σκληραίνουν μισοχωμένα στην ζεστή άμμο. Ο Αρχοντας του Μπέντεν δεν ανεχόταν την τεμπελιά.

Μια καλή επίδοση τώρα είχε μεγάλη σημασία. Η ώρα της εκκόλαψης, που οι δράκοι-νεοσσοί θα έσπαζαν τα ποικιλόχρωμα αυγά τους και τρεκλίζοντας θα επιλέγανε τους ισόβιους συντρόφους τους, πλησίαζε. Η σκέψη αυτής της ένδοξης στιγμής έκανε την καρδιά του Κήβαν να βροντοχτυπήσει δυνατά. Φαντάσου, λέει, να Επιλεγόταν και να γινόταν Δρακοκαβαλάρης! Να καβαλάει το λαιμό ενός φτερωτού δράκου με μάτια σαν πολύτιμα πετράδια. Να είναι φίλοι καρδιακοί, συνδεμένοι τηλεπαθητικά για όλη τους τη ζωή. Να είναι σύντροφοι στις χαρές της ζωής και στους κινδύνους της μάχης. Nα ίπτανται μαζί ελεύθερα πάνω από τη γη του Πέρν. Ή ενδιάμεσα, προς οποιοδήποτε σημείο του κόσμου! Η πτήση ενδιάμεσα γινόταν μόνο καβάλα στο Δράκο και ήταν πολύ επικίνδυνη.

Ο Κήβαν σήκωσε τα μάτια του ψηλά, πάνω από τα σκοτεινά στόμια των σπηλαίων μέσα στα οποία οι ενήλικοι Δράκοι συμβίωναν με τους Καβαλάρηδές τους. Το βλέμμα του στάθηκε στις Αστρόπετρες που στεφανώνανε την κορυφογραμμή του σβησμένου ηφαιστείου μέσα στο οποίο βρισκόταν το Βάιρ του Μπέντεν. Στο υψηλότερο σημείο είδε τον γαλάζιο φύλακα Δράκο μαζί με τον αναβάτη του. Ο Δράκος άνοιξε τις μεγάλες διάφανες μεμβράνες των φτερών του, αυτές που τον πήγαιναν οπουδήποτε στο Περν για να πολεμήσει τα ζοφερά Νήματα, κάθε που ο ουρανός έβρεχε θάνατο. Τα πολύχρωμα σμαραγδένια μάτια του άστραψαν στιγμιαία στο πρασινωπό φως του ήλιου. Ύστερα δίπλωσε τα μεγάλα του φτερά και οι δύο άγρυπνοι φρουροί απόμειναν ακίνητοι σαν άγαλμα.

Η μαγευτική θέα σκοτείνιασε μόλις ο Κήβαν πάτησε μες στο Εκκολαπτήριο σπήλαιο. Ένιωσε τη ζέστη της άμμου κι ας φορούσε χοντρές δερμάτινες μπότες.
Θυμήθηκε τις διαμαρτυρίες του τσαγκάρη που δεν ήθελε να ράψει τόσο μικρές μπότες. Αναρωτήθηκε γιατί να είναι τόσο κατακριτέο το νά 'σαι μικρός. Οι μεγάλοι τον φώναζαν "μικρό" και του 'λεγαν συνέχεια πως ήταν "πολύ μικρός" και "πολύ νέος" για τούτο και για κείνο. Ο Κήβαν δούλευε χωρίς σταματημό και δυό φορές σκληρότερα από τ' άλλα αγόρια της ηλικίας του, για να δείξει ότι είναι άξιος. Μπορεί οι μύες του να ήταν μικρότεροι απ' του Μπέτερλι, αλλά ήταν το ίδιο σκληροί. Μπορεί να 'χανε από όλους στο πάλεμα, μα τους κέρδιζε όλους στο τρέξιμο.

"'Ισως αν τρέξεις αρκετά γρήγορα", του είχε πει ο Μπέτερλι για να τον τσιγκλίσει όταν περηφανεύτηκε για την ταχύτητά του, "να καταφέρεις να πιάσεις ένα Δράκο, γιατί μόνο έτσι θα γίνεις Δρακοκαβαλάρης!"
"Περίμενε, Μπέτερλι. Κάνε υπομονή και θα δεις", του αποκρίθηκε ο Κήβαν. Θα ήθελε πολύ να κάνει τον Μπέτερλι να καταπιεί το περιφρονητικό του χαμόγελο, αλλά ο ταραξίας δεν μάλωνε τίμια, ούτε και μπροστά στον ύπαρχο. "Κανείς δεν ξέρει πώς Εντυπωσιάζεται ένας Δράκος!"
"Ασε να σε βρούνε πρώτα, μικρό!"
Κανείς δε ζήλευε τον μικρότερο υποψήφιο του Βάιρ. Γι αυτό ο Κήβαν τό 'χε βάλει σκοπό να Εντυπωσιάσει έναν Δράκο με την πρώτη. Αυτό θα έκοβε το γέλιο ολονών και θα του προσέδιδε τον σεβασμό που αρμόζει σε κάθε Καβαλάρη, ακόμη και τον πιο μικρόσωμο.

Εξάλλου κανείς δεν ήξερε τι είναι αυτό που Εντυπωσιάζει τα δρακάκια την ώρα που πασχίζουν να βγουν από το αυγό τους σε αναζήτηση του συντρόφου τους.
"Πιστεύω πως οι Δράκοι κρίνουν τον άνθρωπο από την καρδιά του" τού 'λεγε η Μέντε, η μητριά του. "Αν εκεί βρούν καλοσύνη, τιμιότητα, ανοιχτό μυαλό, υπομονή, θάρρος - κι εσύ έχεις απ' όλα Κήβαν, αγαπημένε μου - γι αυτά ψάχνουν οι Δράκοι. Έχω δει πολλούς καλοφτιαγμένους νέους να μένουν μόνοι την ημέρα της Εκκόλαψης, και να Επιλέγονται άλλοι λιγότερο δυνατοί ή ψηλοί ή όμορφοι. Και αν δε με απατά η μνήμη μου" - που συνήθως δεν την απατούσε, γιατί η Μέντε ήξερε κάθε λέξη απ'όλες τις ιστορίες του Αρπιστή που άξιζε να θυμάται κανείς - "δεν νομίζω ότι ο Φ'λαρ, ο Αρχοντάς μας, ήταν και τόσο ψηλός όταν τον Επέλεξε ο Μνεμένθ ο μπρούτζινος. Κι ο Μνεμένθ ήταν ο μοναδικός μπρούτζινος Δράκος τη χρονιά εκείνη."

Παρόλο που κάθε υποψήφιος ονειρευόταν να Εντυπωσιάσει έναν μπρούτζινο, ο Κήβαν δεν έτρεφε τέτοιες ελπίδες. Οι πράσινοι ήταν μικρόσωμοι, ταχείς και οι πιο συνηθισμένοι. Ο Εντυπωσιασμός ενός γαλάζιου ή ενός καφετή ήταν πιό επί-ζηλος από ενός πράσινου. Στην πραγματικότητα ο Κήβαν περίμενε στην καλύτε-ρη περίπτωση έναν μεγάλο πολεμικό καφετή, σαν τον Κανθ, τον ωραίο σύντροφο του Φ'νορ, τον πιο μεγάλο καφετή του Περν. Αλλά να πετάει μ' έναν μπρούτζινο; Οι μπρούτζινοι ήταν σχεδόν τόσο μεγάλοι όσο και η βασίλισσα και μόνο αυτοί πετούσαν όταν η βασίλισσα έψαχνε ταίρι να ζευγαρώσει. Ο καβαλάρης ενός μπρούτζινου θα μπορούσε να γίνει ακόμη και Αρχοντας! Τέλος πάντων, παρηγο-ριόταν ο Κήβαν, οι καβαλάρηδες των καφετιών γίνονταν μέχρι και Ύπαρχοι, καθόλου άσχημα δηλαδή. Δε θα τον πείραζε ούτε κι ένας πράσινος: Ήταν μικροί, όπως κι αυτός. Τι σημασία είχε; Έπρεπε να εντυπωσιάσει έναν Δράκο με την πρώτη. Για να μην ξαναγελάσει κανείς εις βάρος του που ήταν μικρός.
"Η μέρα της Εκκόλαψης πλησιάζει, υποψήφιοι" είπε ο Ύπαρχος καθώς όλοι συγκεντρώθηκαν φρόνιμα σιμά του. "Δείτε τις ρωγμές σε τούτο το αυγό". Πράγματι, οι ρωγμές ήταν μεγαλύτερες από χθες.

Όλοι έσκυψαν εμπρός και συγκατανεύσανε σοβαρά. Το συγκεκριμένο αυγό το είχε σημαδέψει ο Μπέτερλι και κανείς άλλος δεν τολμούσε να πλησιάσει για να μην τις μαζέψει. Το αυγό είχε ένα κιτρινωπό σημάδι στο σχήμα δράκου που μαζεύει τα φτερά του να προσγειωθεί, με τα νύχια του προτεταμένα για να αρπαχτεί από τα βράχια. Όλοι ήξεραν ότι τα αυγά των μπρούτζινων είχαν χαρακτηριστικά σημάδια στο εξωτερικό τους περίβλημα. Φυσιολογικά, λοιπόν, είχε επιλεχθεί από τον Μπέτερλι, που είχε αποτύχει οκτώ φορές ήδη και ήταν ο αρχαιότερος υποψήφιος.

"Η μεγάλη μέρα έχει σχεδόν φθάσει," συνέχισε ο Ύπαρχος και το πρόσωπό του σοβάρεψε". Όπως ξέρετε, υπάρχουν μόνο σαράντα αυγά για εβδομήντα δύο υποψηφίους. Πολλοί από σας θα απογοητευθούν την κρίσιμη ώρα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είστε ακατάλληλοι για Δρακοκαβαλάρηδες. Σημαίνει ότι ο δικός σας Δράκος δεν γεννήθηκε ακόμη. Θά 'ρθουν κι άλλες Eκκολάψεις και δεν είναι ντροπή να περιμένετε μια-δυο χρονιές ακόμη. Ή και περισσότερες."

Ο Κήβαν ήταν σίγουρος ότι το βλέμμα του Υπάρχου στάθηκε στον Μπέτερλι, που είχε χάσει τόσες ευκαιρίες μέχρι τώρα. Προσπάθησε να κρυφτεί από τον εκπαιδευτή για να μην τον προσέξει. Όλοι του υπενθύμιζαν διαρκώς πως αν είχε γεννηθεί μια ημέρα αργότερα, τώρα δεν θα ήταν υποψήφιος. Εξάλλου ήταν ο πλέον απίθανος υποψήφιος. Ένας λόγος παραπάνω να εύχεται να Εντυπωσιάσει ένα δρακάκι κι ας ήταν ό,τι χρώμα ήθελε.

"Περάστε ανάμεσα απ' τ' αυγά," είπε ο Ύπαρχος. "Αγγίξτε τα. Δεν ξέρουμε αν ωφελεί, αλλά σίγουρα δεν βλάπτει."
Μερικά αγόρια γέλασαν νευρικά, όμως όλα άρχισαν να κυκλοφορούν ανάμεσα στα αυγά. Ο Μπέτερλι στάθηκε μπροστά από το αυγό "του", έτοιμος να δείρει όποιον θα τολμούσε να πλησιάσει. Ο Κήβαν κρυφογέλασε, γιατί το είχε αγγίξει ήδη - το χάιδευε κάθε μέρα επιθεώρησης όταν οι άλλοι έφευγαν και δε τον έβλεπε κανείς.
Είχε κι αυτός "υιοθετήσει" ένα αυγό, που βρισκόταν παράμερα από τ' άλλα. Το κέλυφός του είχε ένα απαλό γαλαζοπράσινο χρώμα και πάνω του ξεχώριζε αχνά ένας υπόλευκος στρόβιλος. Όλα αυτά σήμαιναν ότι επρόκειτο για έναν πράσινο, έτσι κανείς δεν τον ενοχλούσε. Εξεπλάγη όταν είδε τον Μπέτερλι να τον πλησιάζει.
"Δεν ξέρω γιατί σε αφήνουν να συμμετέχεις στη φετινή Εκκόλαψη, Κήβαν. Είμαστε πολλοί και δε χρειαζόμαστε μωρά" του είπε κουνώντας το κεφάλι.

"Είμαι όσο μεγάλος χρειάζεται." Ο Κήβαν απάντησε ήρεμα, προσπαθώντας να μην ενοχληθεί από κουβέντες.
"Μπα!" έκανε ο Μπέτερλι και στάθηκε κοροϊδευτικά στις μύτες των ποδιών του. "Εσύ είσαι πιο κοντός κι από τ' αυγό. Την ημέρα της Εκκόλαψης, στάσου μπροστά μήπως και οι Δράκοι σε δουν, αν και μπορεί να ποδοπατηθείς μες στη φασαρία. Αλλά ξέχασα, τρέχεις γρήγορα, έτσι;"

"Κοίτα καλύτερα να δουν εσένα" του απάντησε ο Κήβαν. "Είσαι λίγο κάτω από το όριο ηλικίας, έτσι δεν είναι;"
Ο Μπέτερλι κοκκίνισε και έκανε ένα βήμα εμπρός με το χέρι μισοσηκωμένο. Ο Κήβαν έμεινε ακίνητος, έτοιμος να ειδοποιήσει τον Ύπαρχο αν ο Μπέτερλι έκανε ένα ακόμη βήμα. Ήταν δυνατόν ο Μπέτερλι να τολμήσει να αρχίσει καβγά μες στο Εκκολαπτήριο;
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή ο Ύπαρχος κάλεσε τους υποψήφιους για τις απογευματινές αγγαρείες. Έπρεπε να ανεφοδιαστούν οι "λάμψεις" στα μαγειρεία και στα δώματα ύπνου, στους κύριους διαδρόμους και το διαμέρισμα της Βασίλισσας. Έπρεπε να γεμίσουν σάκκους με πυρόλιθους γιά τυχόν πτώση Νημάτων και να κουβαλήσουν μαυρόλιθος στις εστίες. Τα αγόρια ξεκίνησαν με ζήλο, δελεασμένα από τη μυρωδιά του ψητού κρέατος. Ο πληθυσμός του Βάιρ άρχισε να μαζεύεται για το δείπνο, και οι Δρακοκαβαλάρηδες επέστρεψαν από τον έλεγχο των χώρων σίτισης των Δράκων.

Ήταν η ώρα της ημέρας που άρεσε πιο πολύ στον Κήβαν. Αφού τελείωναν οι αγγαρείες και πριν αρχίσει το δείπνο, μπορούσε να πλησιάσει τους Καβαλάρηδες και να ακούσει τη κουβέντα τους. Απόψε ο πατέρας του Κήβαν, ο Κ'Λαστ, καθόταν στο κεντρικό τραπέζι. Ο Κήβαν αναρωτιόταν πώς γινόταν να είναι πατέρας του ετούτος ο ψηλός Καβαλάρης ενός Καφετή - κι αυτός να είναι τόσο μικρόσωμος. Προφανώς και ο πατέρας του προβληματιζόταν από το μικρό του μέγεθος: "Σε λίγα χρόνια, θα γίνεις τόσο ψηλός όσο κι' εγώ - ίσως και παραπάνω!"

Ο Κ'Λαστ σερβίριζε κρασί σ' όλο το τραπέζι. Οι Καβαλάρηδες ξεκουράζονταν. Για τρεις ημέρες δεν θα έπεφταν Νήματα, και είχαν όρεξη για ιστορίες συναρπαστικότερες από τις μπαλάντες του Αρπιστή, με θέμα τους απίθανους ελιγμούς που έκαναν με τους Δράκους τους. Όταν οι πτώσεις θα πλησίαζαν, η κουβέντα θα περιφερόταν γύρω από τις τακτικές επίθεσης, τις πτήσεις ενδιάμεσα και πόσο χρόνο να παραμείνουν εκεί έως ότου τα καυτά αλλά εύθραυστα Νήματα να παγώσουν, να σπάσουν και να πέσουν χωρίς να βλάψουν ούτε τον Καβαλάρη ούτε τον Δράκο του. Θα διαφωνούσαν για την ακριβή στιγμή που πρέπει να δίνουν πυρόλιθους στο Δράκο ώστε να είναι η φωτιά του αποτελεσματικότερη. Υπήρχαν τόσα που έπρεπε να ξέρει ένας Δρακοκαβαλάρης που ο Κήβαν μερικές φορές πελάγωνε. Πώς στο καλό θα θυμόταν το κατάλληλο πράγμα τη κατάλληλη στιγμή; Δεν τολμούσε να κάνει στον εαυτό του τέτοια ερώτηση. Αυτό θα έκανε ακόμη πιο έντονη τη σκέψη ότι ήταν πολύ μικρός για Καβαλάρης.
"Δε βλάπτει να υπάρχουν μεγαλύτεροι υποψήφιοι" έλεγε ο Λ'Βελ την ώρα που ο Κήβαν βολευόταν κοντά στο τραπέζι. "Γιατί να χαραμίσεις τέσσερα ή πέντε μάχι-μα χρόνια από το Δράκο ώσπου ο Καβαλάρης του να συνηθίσει στις κακουχίες;" Ο Λ'Βελ είχε Εντυπωσιάσει έναν Γαλάζιο απόγονο του Ράμοθ. Οι υποψήφιοι θαυμάζανε τον Λ'Βελ γιατί μιλούσε μπροστά στους αρχαιότερους Καβαλάρηδες με άνεση. "Σην Παύση, όταν δε χρειαζόταν όλη η δύναμη του Βάϊρ για να πολεμήσει τα Νήματα, δεν πείραζε. Όχι όμως τώρα, που έχουμε περισσότερους υποψήφιους από ποτέ. Λέω ν' αφήσουμε τους μικρούς να περιμένουν."

"Όλα τα αγόρια που έχουν κλείσει δώδεκα Γύρους δικαιούνται να παραστούν στο Εκκολαπτήριο," απάντησε ο Κ'Λαστ, αχνοχαμογελώντας. Δε διαφωνούσε και δεν εκνευριζόταν ποτέ. Ο Κήβαν ευχήθηκε να έμοιαζε πιο πολύ στον πατέρα του. Πόσο θά 'θελε να γινόταν Καβαλάρης ενός Καφετή! "Μόνο ο Δράκος, ο κάθε Δράκος, γνωρίζει τι ψάχνει από τον Καβαλάρη του. Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ξανά και ξανά οι ειδήμονες εκπλήσσονται από την εκλογή του Δράκου," είπε και το χαμόγελό του μεγάλωσε καθώς κοιτούσε με τη σειρά τους παρακαθήμενους. "Αυτοί πάντως δε φαίνεται να λαθεύουν ποτέ."

"Ναι, αλλά κοίτα τη φετεινή λίστα Υποψηφίων Κ'Λαστ. Εβδομήντα δύο αγόρια και μόνο σαράντα αυγά. Κόψε τους δώδεκα νεότερους και υπάρχει ακόμη αρκετός κόσμος για να επιλέξουν οι νεοσσοί. Εδώ μιλάμε ότι υπάρχουν ένα-δυό παιδάκια που δεν φτάνουν ούτε το αυγό, όχι Δράκο ολόκληρο! Και θα περάσουν χρόνια ώσπου να ετοιμαστούν να πολεμήσουν τη Κλωστή."
"Πράγματι, αλλά δε μας λείπουν Δράκοι, και ώσπου οι γηραιότεροι από τους τωρινούς μας πολεμιστές να ταξιδέψουν ενδιάμεσα για στερνή φορά, σίγουρα οι νέοι θα έχουν αποκτήσει την απαιτούμενη εμπειρία."
"Οι μισοί από τους νέους μας έχουν ήδη παραστεί σε πολλές Εντυπώσεις," είπε τότε ένας από τους Καβαλάρηδες των Καφετιών. "Εγώ λέω να αποκλείσουμε μερικούς από αυτούς αυτή τη φορά."
"Δεν είναι άσχημη η ποικιλία κατά την Εκκόλαψη" είπε ο Αρχοντας όταν κάθησε στο τραπέζι με την Αρχόντισσα Λέσσα.
"Υπήρξε ποτέ περίπτωση," ρώτησε η Λέσσα, χαμογελώντας στους Καβαλάρηδες, "που κάποιος νεοσσός δεν επέλεξε;"
"Δε θυμάμαι τέτοιο πράγμα" αποκρίθηκε ο Κ'λαστ.
"Τότε θα συνεχίσουμε να τηρούμε την παράδοση" είπε η Λέσσα σταθερά, για να δώσει τέλος στις διαφωνίες.
Όμως, καθ' όλη τη διάρκεια του δείπνου η λογομαχία περνούσε από τη μια πα-ρέα στην άλλη, με αρκετούς να υποστηρίζουν τον αποκλεισμό από την Εντύπωση όλων όσων ήταν είτε πολύ μικροί σε ηλικία είτε είχαν ήδη πολλές παρουσίες στο Εκκολαπτήριο στο παρελθόν. Όσο προχωρούσε η βραδιά, περισσότεροι Καβαλάρηδες τάσσονταν υπέρ του αποκλεισμού των νεαρότερων και όσων είχαν αποτύ-χει ήδη σε τέσσερεις ή παραπάνω Εντυπώσεις. Ο Κήβαν θα ένιωθε λιγότερη θλίψη εάν μαζί με αυτόν κοβόταν και ο Μπέτερλι. Όμως φοβόταν πως μόνο αυτός θα έχανε την ευκαιρία, γιατί το Βάιρ είχε ανάγκη από μάχιμους Καβαλάρηδες.
Όταν τελείωσε το δείπνο δεν είχε αποφασισθεί τίποτε, και ο Αρχοντας υποσχέθηκε να σκεφθεί σοβαρά το ζήτημα.
Ο Κήβαν δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα, όπως και πολλοί άλλοι Υποψήφιοι. Κι όλοι ήταν άκεφοι όταν σηκώθηκαν για τις πρωϊνές αγγαρείες, να μεταφέρουν νερό και μαυρόλιθους και να σβήσουν τις "λάμψεις". Η Μέντε μάλωσε τον Κήβαν γιατί ήταν απρόσεκτος.

"Τι έχεις πάθει τέλος πάντων αγόρι μου σήμερα;" του φώναξε όταν του έπεσε ένας μαυρόλιθος και λέρωσε την εστία.
"Δε θα μ' αφήσουν να παραστώ στην Εκκόλαψη φέτος."
"Τι λες;" του είπε κοιτώντας τον αυστηρά. "Ποιός;"
"Τους άκουσες που το συζητούσανε χθες βράδυ. Θα κόψουν τα μικρά από την Εντύπωση."
Η μητριά του τον χάϊδεψε μια στιγμή με το βλέμμα της πριν τον ακουμπήσει απαλά στο μπράτσο. "Πολλά λέγονται πάνω από το τραπέζι, Κήβαν. Και όλα ξεχνιούνται πριν το φαγητό κρυώσει. Πριν από κάθε Εκκόλαψη ακούω τις ίδιες αηδίες, αλλά ποτέ δεν έχω δει να αλλάζει κάτι."
"Υπάρχει μια πρώτη φορά για όλα" της απάντησε ο μικρός, αντιγυρίζοντάς της μια δική της φράση.
"Αρκετά, Κήβαν. Κάνε τη δουλειά σου. Αν τα αυγά σπάσουν σήμερα, θα χρειαστούμε πολλά δοχεία μαυρόλιθους, και εσύ τότε δε θά 'σαι εδώ για να βοηθήσεις. Όλα τα μωρά μου γίνονται Δρακοκαβαλάρηδες."
"Με την πρώτη;" τόλμησε να ρωτήσει ο Κήβαν σπρώχνοντας ένα καροτσάκι.
Ίσως, σκέφθηκε αργότερα ο Κήβαν, τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν δεν τύχαινε να κουβαλάει εκείνη την ώρα μαυρόλιθους και ο Μπέτερλι. Συναντήθηκαν με τα καροτσάκια τους άδεια στην έξω αποθήκη.
"Το άκουσες το νέο, μικρό;" ρώτησε ο Μπέτερλι, χαμογελώντας ως τα αυτιά. Είχε ξεστομίσει την τελευταία λέξη σαν βρισιά.
"Σπάνε τα αυγά;" ρώτησε ο Κήβαν και κόντεψε να του πέσει το φτυάρι. Ξαφνικά τον έπνιξαν μαύρες σκέψεις: Ήταν κατάμαυρος από τους λίθους που κουβαλούσε - θα προλάβαινε να πλυθεί πριν φορέσει το λευκό χιτώνα του υποψήφιου; Και γιατί ο Ύπαρχος δεν τους είχε φωνάξει ακόμη αν η Εκκόλαψη είχε ξεκινήσει;
"Έλα ... για δοκίμασε πάλι!" έκανε ο Μπέτερλι αυτάρεσκα.

Ο Κήβαν ξαφνικά συνειδητοποίησε ποιο θα 'ταν το μαύρο νέο που τού 'φερε ο Μπέτερλι και έμεινε να τον κοιτάζει με θολά μάτια.
"Αντε μικρό! Μάντεψε!"
"Δεν έχω καιρό για μαντέματα" κατάφερε να απαντήσει ο Κήβαν τάχα αδιάφορα και άρχισε να φτυαρίζει μαυρόλιθους μες στο καρότσι του όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
"Μάντεψε, είπα!" είπε ο Μπέτερλι και έκανε να του πάρει το φτυάρι από τα χέρια.
"Και εγώ σου είπα ότι δεν έχω όρεξη να μαντέψω".
Ο Μπέτερλι απότομα του πήρε το φτυάρι. "Μάντεψε!"
"Δώσε μου το φτυάρι πίσω." Ο Κήβαν ίσιωσε το κορμί του, αλλά δεν έφτανε καλά-καλά ούτε στους ώμους τον Μπέτερλι. Την ίδια στιγμή, σαν συνεννοημένα, ξεπροβάλανε αρκετά αγόρια από το πουθενά, προσμένοντας την αναμέτρηση.
"Εδώ πέρα οι υποψήφιοι δε σηκώνουν διαταγές από μωρά! "
Τότε κάποιος χαχάνισε σιγανά και ο Κήβαν πίστεψε ότι τον απέκλεισαν από την Εκκόλαψη.
Όρμησε και άρπαξε τη λαβή του φτυαριού από τα χαλαρά χέρια του Μπέτερλι. Ο μεγάλος έπιασε ξανά το φτυάρι και άρχισε να τραβολογάει απ' τη μια μεριά στην άλλη τον μικρό Κήβαν, πού 'χε αρπαχτεί από τη λαβή του φτυαριού με όλη του τη δύναμη.
Τότε ο Μπέτερλι με μια ξαφνική κίνηση χτύπησε τον Κήβαν στο στήθος με τη λαβή του φτυαριού πετώντας τον πάνω από το παρατημένο καρότσι. Ο μικρός ένιωσε έναν κοφτερό πόνο να του τρυπάει το κεφάλι ακριβώς πίσω από το αυτί και ένα αβάσταχτο άλγος στην αριστερή του γάμπα, πριν λιποθυμήσει.

Ξύπνησε από την αυστηρή φωνή της Μέντε και έκανε να πετάξει τα σκεπάσματα από πάνω του, νομίζοντας ότι άργησε να σηκωθεί. Όταν δεν κατάφερε να κουνηθεί από τη θέση στην οποία τον είχαν βολέψει και ένιωσε τον επίδεσμο στο κεφάλι και τον πόνο στο πόδι, ξαναγύρισαν στη μνήμη του τα γεγονότα που προηγήθηκαν.

"Η Εκκόλαψη;" ρώτησε ταραγμένα.
"Όχι αγάπη μου", απάντησε τρυφερά η μητριά του. Χάϊδεψε τον γιό της απαλά στο μέτωπο.
"Όχι ακόμη. Αν και για μερικούς δε θά 'ρθει ποτέ ξανά."
Ο Κήβαν είδε την Αρχόντισσα πίσω από τη Μέντε να στέκεται συνοφρυωμένη και νευρική.
"Κήβαν, μπορείς να μου πείς τι συνέβη στην αποθήκη με τους μαυρόλιθους;" τον ρώτησε.
Ο Κήβαν θυμήθηκε που αρπάχτηκε με τον Μπέτερλι για το φτυάρι και...τι είπε η Μέντε ότι κάποιοι δε θα ξαναδούν Εκκόλαψη; Μπορεί να σιχαινόταν τον Μπέτερλι, αλλά δεν ήθελε να πει πράγματα που θα τον απέκλειαν από την Υποψηφιότητα.
"Έλα, αγόρι μου" είπε ανυπόμονα η Λέσσα. "Θέλω να μου πεις τι σου συνέβη με δικά σου λόγια. Η Μέντε μού 'πε ότι σε έστειλε για μαυρόλιθο, μαζί με όλους τους άλλους. Τι έγινε εκεί;"
"Ο Μπέτερλι μου πήρε το φτυάρι προτού τελειώσω".
"Δεν είναι μόνο το φτυάρι. Τι σου είπε;"
"Ότι άκουσε ένα νέο."
"Τι νέο;" Η Αρχόντισσα χαμογέλασε καλοκάγαθα.
"Ότι,... ότι έγιναν αλλαγές."
"Αυτό σου είπε μόνο;"
"Όχι ακριβώς..."
"Και τι άλλο σου είπε; Τα έμαθα κι από άλλους, ξέρεις."
"Μου είπε να μαντέψω το νέο."
"Κι εσύ την πάτησες σαν αγράμματος!" είπε εκνευρισμένη πάλι η Αρχόντισσα.
"Θυμήσου την κουβέντα χθες στο δείπνο, Λέσσα" είπε η Μέντε. "Ήταν φυσικό να πιστέψει ο μικρός ότι τον απέκλεισαν."
"Κι έτσι είναι, με σπασμένα το κεφάλι και το πόδι του". Η Λέσσα του άγγιξε το μπράτσο σε μια ασυνήθιστη χειρονομία τρυφερότητας. "Έστω κι έτσι, Κήβαν, έχεις πολλές Εκκολάψεις μπροστά σου ακόμη. Ο Μπέτερλι όχι. Υπάρχουν κανόνες που πρέπει να τηρούνται από όλους τους υποψηφίους και η διαγωγή του ήταν απαράδεκτη για το Βάϊρ."
Χαμογέλασε στη Μέντε και έφυγε.

"Δηλαδή εγώ είμαι ακόμα υποψήφιος;" την ρώτησε μ' αγωνία.
"Και είσαι και δεν είσαι, αγόρι μου," του απάντησε η μητριά του. "Το ηρεμόχορτο επιδρά ακόμη;" τον ρώτησε και όταν της έγνεψε καταφατικά του είπε: "Ξεκουράσου. Πάω να φέρω λίγη ζεστή σούπα."
Οποιαδήποτε άλλη φορά θα ενθουσιαζόταν με τέτοια περιποίηση, αλλά τώρα ανησυχούσε. Ο Μπέτερλι αποκλείστηκε. Λες τα άλλα παιδιά να τον θεωρούσαν υπεύθυνο; Μα ήταν όλα εκεί! Ο Μπέτερλι είχε ξεκινήσει τον τσακωμό. Η ανησυχία του αυξήθηκε γιατί παρά τα ατελείωτα βιαστικά πηγαινέλα που ακούγονταν στο διάδρομο κανείς δεν παραμέρισε την κουρτίνα του κοιτώνα που μοιραζόταν με άλλα πέντε αγόρια. Σίγουρα κάποιος θα έμπαινε μέσα κάποια στιγμή. Αλλά τον αποφεύγανε. Και κάτι ακόμα τον ενοχλούσε που δεν μπορούσε να το εντοπίσει.

Η Μέντε επέστρεψε με σούπα και ψωμί από αλμυρόσπορο.
"Γιατί δεν ήρθε κανένας να με δει, Μέντε; Έκανα τίποτε κακό; Δεν φταίω εγώ που διώξανε τον Μπέτερλι."
Η Μέντε τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι όλοι ήταν απασχολημένοι με τις μεσημβρινές αγγαρείες και κανείς δε θύμωσε μαζί του. Τον αφήνανε στην ησυχία του να γιάνει. Το ηρεμόχορτο του 'φερνε νύστα και τα λόγια της ήταν αρκετά πειστικά. Αφησε τον εαυτό του να χαλαρώσει. Και τότε άκουσε το βουητό. Το ένιωσε μάλλον, πρώτα, στο κάταγμα της κνήμης και το χτυπημένο κεφάλι του. Το άκουσε να δυναμώνει. Δύο πράγματα λάμψανε ταυτόχρονα μες στο ομιχλώδες τοπίο του μυαλού του: το πρώτο ήταν ότι στις κρεμάστρες του κοιτώνα κρεμόταν μόνο το δικό του λευκό χιτώνιο. Το δεύτερο ήταν ότι οι Δράκοι βγάζουν τέτοια βοή μόνο όταν γεννιούνται ή εκκολάπτονται αβγά. Η Εκκόλαψη! Κι αυτός ήταν φαρδύς πλατύς ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
Η πίκρα από την απογοήτευση πού 'νιωσε του ανακάτεψε το στομάχι. Ούτε στη σκέψη των επερχόμενων Εκκολάψεων βρήκε παρηγοριά από την κατάθλιψη που τον κυρίεψε. Αυτή η Εκκόλαψη μέτραγε! Αυτή ήταν η ευκαιρία που του δινόταν να δείξει σ' όλους, από τη Μέντε ως τον Αρχοντα, ότι αυτός, ο Κήβαν, ήταν άξιος για Δρακοκαβαλάρης.
Στριφογύρισε στο κρεβάτι του προσπαθώντας να καταπιεί τα δάκρυα που του έρχονταν στα μάτια. Οι άνδρες του Βάϊρ δεν κλαίνε! Οι άνδρες στο Βάϊρ μαθαίνουν να ζουν με τον πόνο.

Πόνος; Δεν πονούσε στο πόδι όπως στριφογύριζε στο στρώμα. Ένιωθε το κεφάλι του μουδιασμένο από τον σφιχτό επίδεσμο. Ανακάθισε αργά αργά με δυσκολία επηρεασμένος από το ηρεμόχορτο. Αγγιξε το σπασμένο πόδι και είδε ότι το γόνατο ήταν απείραχτο. Δεν ένιωθε τίποτα στο κόκαλο. Σιγά σιγά σηκώθηκε όρθιος. Ένιωσε το δωμάτιο να γυρνάει. Έκλεισε τα μάτια και η ζαλάδα χειροτέρεψε. Αρπάχτηκε από τον τοίχο να ισορροπήσει.

Διστακτικά, έκανε ένα βήμα εμπρός, σέρνοντας το σπασμένο πόδι του. Πονούσε, αλλά τι ήταν ο πόνος για έναν Δρακοκαβαλάρη;
Κανείς δεν του είπε να μην πάει στην Εκκόλαψη. "Είσαι και δεν είσαι" ήταν τα λόγια της Μέντε.

Στηρίζοντας το κορμί του στον τοίχο, έβγαλε βιαστικά το νυχτικό του. Τεντώνοντας το μπράτσο του όσο μπορούσε, ξεκρέμασε το λευκό χιτώνιο του υποψηφίου από τον τοίχο. Φόρεσε πρώτα τα μανίκια κι ύστερα πέρασε το κεφάλι. Δεν προλάβαινε να βάλει τη ζώνη. Τράβηξε χωλαίνοντας προς την είσοδο και κει αρπάχτηκε από το παραπέτασμα για να ισορροπήσει. Το καλό του πόδι δεν ήταν αρκετό για ισορροπία. Ταλαντευόταν. Δε θα έφτανε μακριά χωρίς κάποιο στήριγμα. Στο κατώτερο επίπεδο, στα λουτρά, υπήρχε ένας διχαλωτός κόντος για να βγάζουν τα ενδύματα από τις νερόγουρνες του πλυσταριού. Αλλά έπρεπε να φτάσει ως εκεί χωρίς βοήθεια από κανένα. Όλοι ήταν τώρα στο χώρο της Εκκόλαψης, περιμένοντας να σπάσει το πρώτο αυγό.
Το βουητό αυξήθηκε σε ένταση και ρυθμό και ο Κήβαν βιάστηκε γνωρίζοντας ότι δεν είχε πολύ χρόνο αν ήθελε να προλάβει τα υπόλοιπα αγόρια που ήδη θα συνωστίζονταν γύρω από τα αυγά. Συνέχισε να κατεβαίνει με προσοχή για να μη σκοντάψει στην κατηφοριά.

Θα ήταν πιο εύκολο, σκέφτηκε, να κατέβει καθισμένος στον πισινό του, σα μω-ρό που μπουσουλάει ακόμη. Κάθισε στο χώμα και ένιωσε έναν σουβλερό πόνο να ξεκινάει από τη σπασμένη του γάμπα, να ανεβαίνει στη ραχοκοκαλιά και να φτά-νει ως την πληγή του κεφαλιού του. Με σφιγμένα δόντια και υγρά μάτια, σύρθη-κε αργά προς τα κάτω. Όταν έφθασε στο κάτω επίπεδο στάθηκε μια στιγμή να ξελαχανιάσει. Ανασηκώθηκε στο καλό του γόνατο, κρατώντας μπροστά το σπασμένο. Κατάφερε να σηκωθεί και ένιωσε το δωμάτιο να γυρίζει. Το κοντάρι ήταν σιμά αλλά του φάνηκε αιώνας ώσπου να το βάλει κάτω από τη μασχάλη του.
Τότε το βουητό έπαψε.

Ο Κήβαν κραύγασε απελπισμένα και άρχισε να χοροπηδάει σαν τρελός προς την εσωτερική αυλή του Βάιρ. Τεράστια του φάνταξε η διαδρομή από τα σπήλαια διαβίωσης ως το Εκκολαπτήριο. Το ίδιο απέραντη του φάνηκε και η σιωπή που απλώθηκε στο Βάιρ. Νόμισε ότι όλοι οι άνθρωποι και όλοι οι Δράκοι του Βάιρ κρατούσαν με αγωνία την αναπνοή τους παρακολουθώντας την Εκκόλαψη. Ο μόνος ήχος που τάραζε τη σιγαλιά ήταν οι βραχνές, κοφτές ανάσες του Κήβαν και οι χτύποι από το δεκανίκι του πάνω στο σκληρό χώμα. Συχνά χρειάστηκε να κάνει κουτσό για να μη χάσει την ισορροπία του. Δύο φορές έπεσε στην άμμο και σηκώθηκε χάρις στο δεκανίκι του. Το λευκό χιτώνιό του είχε λερώσει. Μια φορά έπεσε τόσο άσχημα που του πήρε ώρα να ξανασηκωθεί.

Τότε άκουσε τις πρώτες φωνές από το πλήθος, επιφωνήματα θαυμασμού, ζητωκραυγές, ζωηρά μουρμουρητά. Ένα αυγό έσπασε και ένα μικρό δρακάκι επέλεξε τον αναβάτη του. Απελπισμένος, ο Κήβαν επιτάχυνε όσο μπορούσε. Θα έφτανε ποτέ στο στόμιο του σπηλαίου του Εκκολαπτηρίου;
Αλλη μια ζητωκραυγή ώθησε το αγόρι να προσπαθήσει περισσότερο. Αν δεν έφτανε σύντομα, δε θα έμενε νεοσσός γι αυτόν. Τελικά έφτασε στη σπηλιά και ένιωσε τη ζεστή άμμο κάτω από τις πατούσες του.
Κανείς δεν πρόσεξε την είσοδό του ούτε την κοπιώδη πορεία του. Ο Κήβαν είδε μόνο τις πλάτες των λευκοντυμένων υποψηφίων. Ξαφνικά μια πλευρά της ομάδας ορμούσε εμπρός ή πίσω και ακολουθούσαν ζητωκραυγές. Αλλος ένας Δράκος είχε επιλέξει. Όταν εμφανίσθηκε ένα κενό στο ανθρώπινο τείχος, είδε τα αυγά. Του φάνηκε ότι όλα είχαν σπάσει και είδε τα τυχερά αγόρια δίπλα στους νεοσσούς με τα ασταθή πόδια. Ακουγε τις παραπονιάρικες κραυγές των νεογέννητων και κρωξίματα διαμαρτυρίας κάθε φορά που έπεφταν στην άμμο.

Ευχήθηκε να μην είχε σηκωθεί ποτέ από το κρεβάτι και να μην είχε έρθει στο Εκκολαπτήριο. Τώρα η πανηγυρική του αποτυχία θα γινόταν κοινό θέαμα. Έτσι κίνησε κουτσαίνοντας για την άκρη της σπηλιάς για να κρυφτεί στη σκιά. Δεν ήθελε να τον δει κανείς.
Δεν πρόσεξε ότι οι εναπομείναντες υποψήφιοι κινούνταν προς τη δική του κατεύθυνση. Ο εξουθενωτικός ρυθμός που επέβαλε στον εαυτό του για να προλάβει την Εκκόλαψη και από την άλλη η απογοήτευση τον εξαντλήσανε αφόρητα. Σκόνταψε και κατέρρευσε κλαίγοντας στην άμμο. Δεν αντιλήφθηκε την ταραχή του πλήθους που παρακολουθούσε από ψηλά ούτε άκουσε τους έντονους ψιθύρους θαυμασμού. Δεν ήξερε ότι ο Αρχοντας με τη σύντροφό του κατέβηκαν στην άμμο και προχωρούσανε προς την ομάδα των νέων που βάδιζαν αργά προς την έξοδο του σπηλαίου.

"Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα" έλεγε ο Αρχοντας. "Μόνο τριάντα εννιά Καβαλάρηδες επελέγησαν και ο Μπρούτζινος προσπαθεί να φύγει χωρίς να έχει επιλέξει."
"Να μια περίπτωση που επιβεβαιώνει όσα έλεγα χθες," του αποκρίθηκε η Αρχόντισσα, "ότι ένας νεοσσός δεν θα επιλέξει αν απουσιάζει ο κατάλληλος υποψήφιος."
"Λείπουν μόνο ο Μπέτερλι και ο γιος του Κ'λαστ. Και παρόντες είναι μια πτέρυγα ολόκληρη υποψηφίων προς επιλογή..."
"Εκ των οποίων ουδείς αποδεκτός, προφανώς. Μα, πού πηγαίνει το πλάσμα; Δεν κατευθύνεται προς την έξοδο. Έι, τι είναι εκεί στις σκιές;"
Ο Κήβαν αποκαμωμένος άκουσε φωνές να πλησιάζουν. Προσπάθησε να κρυφτεί στην άμμο.
Δεν άντεχε ούτε στη σκέψη του τι θα τράβαγε μόλις τον έβρισκαν.
"Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι, σε παρακαλώ!"
Η σκέψη μέσα στο μυαλό του ήταν επιτακτική, αλλά όχι δική του.
Κάτι του έριξε άμμο και τον σκούντηξε άγαρμπα.
"Φύγε.Παράτα με!" φώναξε.

"Γιατί;" τον ρώτησε πονεμένα.Δεν υπήρχε φωνή, αλλά η ερώτηση αντήχησε κρυστάλινη και δυνατή στο μυαλό του.

Δύσπιστος, κοίταξε ψηλά και είδε τα φωτεινά σμαραγδένια μάτια ενός μικρού μπρούτζινου νεοσσού. Τα πτερύγιά του ήταν ακόμη βρεγμένα και έσταζαν στην άμμο. Ο κορμός του στεκόταν όρθιος με φανερή δυσκολία και τα πόδια του είχαν στραβώσει από την προσπάθεια.

Ο Κήβαν ορθώθηκε στα γόνατα, ξεχνώντας το σπασμένο πόδι του. Δεν αντιλήφθηκε καν τον κύκλο των αγοριών που τον έζωσε ούτε τα τριάντα ένα ζευγάρια μάτια που τον κάρφωσαν με ζήλεια, καθώς εντυπωσίαζε τον δράκο. Οι άνδρες του Βάιρ παρακολουθούσαν χαμογελαστοί, έκπληκτοι από την επιλογή του νεοσσού, επιλογή που ούτε επηρεαζόταν, ούτε άλλαζε.

"Γιατί;" ξαναρώτησε το δρακάκι. "Δεν σου αρέσω;" Τα πολυεδρικά ματάκια στριφογύρισαν με αγωνία και η ερώτηση ήταν τόσο λυπημένη που ο Κήβαν τρέκλισε μπροστά και άνοιξε τα χέρια να αγκαλιάσει το λαιμό του μικρού δράκου. Το χάιδεψε πάνω από τα μάτια, στην απαλή, υγρή επιδερμίδα και του άπλωσε τα εύθραυστα φτερά να στεγνώσουν, διαβεβαιώνοντάς το έτσι, χωρίς λέξεις ότι ήταν ο πιο όμορφος, ο πιο τέλειος και ο πιο αξιαγάπητος δράκος σ' όλα τα Βάιρ του Περν.

"Πως τον λένε, Κ'βαν;" ρώτησε η Λέσσα, χαμογελώντας με θέρμη στο νέο Δρακοκαβαλάρη.
Αυτός την κοίταξε στα μάτια. Η Λέσσα θα μάθαινε το όνομα αμέσως μόλις το μάθαινε κι αυτός. Ήταν η μόνη που "λάμβανε" από όλους τους Δράκους, κι όχι μόνο από τον δικό της, τον Ράμοθ. Ύστερα της χαμογέλασε πλατιά, αναγνωρίζοντας την παραδοσιακή σύντμηση του ονόματός του που τον ανέβαζε στον βαθμό του Δρακοκαβαλάρη για την υπόλοιπή του ζωή.
"Ονομάζομαι Χεθ,"
σκέφτηκε ο δράκος και τού 'ρθε λόξυγκας. "Πεινάω."
"Οι δράκοι γεννιούνται πεινασμένοι," είπε η Λέσσα χαμογελώντας. "Φ'λαρ, βοήθησε το αγόρι. Δεν μπορεί να ορίσει τα δικά του πόδια, πόσο μάλλον του δράκου του."

Ο Κ'βαν θυμήθηκε το δεκανίκι του και ορθώθηκε. "Θα τα καταφέρουμε, ευχαριστώ."
"Μπορεί να είσαι ο πιο μικρός Δρακοκαβαλάρης που υπάρχει, μικρέ Κ'βαν" είπε ο Φ'λαρ "αλλά είσαι ένας από τους γενναιότερους."

Και ο Χεθ συμφώνησε! Και τα δυο μικρά στήθη, του αγοριού και του δράκου, φούσκωσαν από περηφάνεια και ο Κ'βαν νόμισε πως η καρδιά του θα σπάσει. Τύλιξε το μπράτσο του γύρω από το λαιμό του Χεθ και οι δύο σύντροφοι, το πιο μικρό αγόρι και ο Δράκος που δεν ήθελε κανέναν άλλο, βγήκαν από το Εκκολαπτήριο, δεμένοι για πάντα.